Avis juridique important
84/564/ΕΟΚ: Απόφαση της Επιτροπής της 12ης Σεπτεμβρίου 1984 σχετικά με την πρόταση της βελγικής κυβέρνησης για παράταση του σχεδίου ενίσχυσης της κλωστοϋφαντουργίας και βιομηχανίας ενδυμάτων (Τα κείμενα στη γαλλική και ολλανδική γλώσσα είναι τα μόνα αυθεντικά)
Επίσημη Εφημερίδα αριθ. L 312 της 30/11/1984 σ. 0027 - 0029
*****
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ
της 12ης Σεπτεμβρίου 1984
σχετικά με την πρόταση της βελγικής κυβέρνησης για παράταση του σχεδίου ενίσχυσης της κλωστοϋφαντουργίας και βιομηχανίας ενδυμάτων
(Τα κείμενα στην γαλλική και ολλανδική γλώσσα είναι τα μόνα αυθεντικά)
(84/564/ΕΟΚ)
Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ,
Έχοντας υπόψη:
την συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας, και ιδίως το άρθρο 93 παράγραφος 2 εδάφιο πρώτο,
Αφού κάλεσε τα ενδιαφερόμενα μέρη σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους και έχοντας υπόψη τις παρατηρήσεις αυτές,
Εκτιμώντας ότι:
Ι
Με επιστολή της 2ας Δεκεμβρίου 1983, η βελγική κυβέρνηση ενημέρωσε την Επιτροπή, σύμφωνα με το άρθρο 93 παράγραφος 3 της συνθήκης της ΕΟΚ, σχετικά με την πρόθεσή της να χορηγήσει ενίσχυση στην κλωστοϋφαντουργία και βιομηχανία ενδυμάτων βάσει ενός τομεακού συστήματος ενισχύσεων κατά το 1984.
Με telex της 22ας Δεκεμβρίου 1983, ζητήθηκαν από τη βελγική κυβέρνηση πρόσθετες πληροφορίες, ιδιαίτερα όσον αφορά τον ολικό προϋπολογισμό και τις λεπτομέρειες εφαρμογής. Οι πληροφορίες αυτές δόθηκαν με επιστολή της 28ης Δεκεμβρίου 1983.
Σύμφωνα με το προτεινόμενο σύστημα ενίσχυσης, το οποίο θα αντικαθιστούσε και θα επεξέτεινε προηγούμενα προγράμματα που είχαν τεθεί σε ισχύ το 1982 και 1983, επενδύσεις για επέκταση, εκσυγχρονισμό και μετατροπή των κλωστοϋφαντουργιών και βιομηχανιών ενδυμάτων θα μπορούσαν να επιδοτηθούν μέχρι ποσοστού 7 % του τόκου επί των δανείων που χορηγούνται σύμφωνα με τους όρους της αγοράς, για 75 % του συνολικού κόστους επενδύσεων και για χρονική διάρκεια 5 ετών ή να λάβουν ενισχύσεις σε μετρητά που ισοδυναμούν με την ανωτέρω επιδότηση επιτοκίου, εάν η επένδυση πραγματοποιείτο με τα κεφάλαια της εταιρείας. Ο ολικός προϋπολογισμός για το σχέδιο ανερχόταν σε 1,3 δισεκατομμύρια βελγικά φράγκα.
Μετά την αρχική εξέταση, η Επιτροπή θεώρησε ότι ο σκοπός της αναδιάρθρωσης των εν λόγω βιομηχανιών, που αποτελεί, κατά τη βελγική κυβέρνηση, την αιτία για την προταθείσα ενίσχυση είχε επιτευχθεί κατά μεγάλο μέρος, μετά από την εκ μέρους του Βελγίου χορήγηση ενισχύσεων κατά τα δύο προηγούμενα χρόνια. Η Επιτροπή θεώρησε επίσης ότι η οικονομική ανάπτυξη των βιομηχανιών -που υπήρξε ιδιαίτερα ευνοϊκή σε σύγκριση με τις συνθήκες που αντιμετωπίζουν οι αντίστοιχες ευρωπαϊκές επιχειρήσεις- οδήγησε σε μια κατάσταση όπου η παράταση για τρίτο χρόνο των συστημάτων ενίσχυσης που ίσχυαν προηγούμενα δεν θα συνέβαλε σε μια ανάπτυξη που εξυπηρετεί τα συμφέροντα της Κοινότητας.
Επιπλέον, η Επιτροπή υποστήριζε ότι το πρόγραμμα που κοινοποίησε η βελγική κυβέρνηση δεν πληρούσε ορισμένες προϋποθέσεις και όρους που απαιτούνται σε σχέση με την κλωστοϋφαντουργία και βιομηχανία ενδυμάτων.
Συνεπώς, η Επιτροπή θεώρησε ότι το κοινοποιηθέν πρόγραμμα θα μπορούσε να επηρεάσει το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών και, έτσι, θα ήταν ασυμβίβαστο με την κοινή αγορά, ιδιαίτερα σε μια περίοδο όπου η κλωστοϋφαντουργία και η βιομηχανία ενδυμάτων στα περισσότερα κράτη μέλη αντιμετωπίζει σοβαρές δυσκολίες. Συνεπώς, η Επιτροπή κίνησε τη διαδικασία που προβλέπεται στο πρώτο εδάφιο του άρθρου 93 παράγραφος 2 της συνθήκης και με επιστολή, της 13ης Φεβρουαρίου 1984, κάλεσε τη βελγική κυβέρνηση να υποβάλει της παρατηρήσεις της.
ΙΙ
Η βελγική κυβέρνηση, όταν υπέβαλε τις παρατηρήσεις της σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 93 παράγραφος 2 της συνθήκης ΕΟΚ, με επιστολή της 2ας Μαρτίου 1984, τροποποίησε την πρότασή της και ζήτησε παράταση του προγράμματος ενίσχυσης του 1983 της κλωστοϋφαντουργίας και βιομηχανίας ενδυμάτων με ολικό προϋπολογισμό 1 δισεκατομμύριο βελγικά φράγκα
Στις παρατηρήσεις της, ωστόσο, η βελγική κυβέρνηση δεν αναφέρθηκε στην πλειοψηφία των αντιρρήσεων που ήγειρε η Επιτροπή και, ειδικότερα, δεν παρουσίασε καμία οικονομική αιτολογία για την προτεινόμενη παράταση, πράγμα που είχε ζητήσει η Επιτροπή εν όψει των πρόσφατων θετικών εξελίξεων και της προόδου των ενδιαφερομένων βιομηχανιών.
Με επιστολή της 12ης Ιουλίου 1984, η βελγική κυβέρνηση συμπλήρωσε τις προηγούμενες παρατηρήσεις της ζητώντας έγκριση για ολικό προϋπολογισμό 1,8 δισεκατομμύρια βελγικά φράγκα.
Οι παρατηρήσεις τεσσάρων άλλων κρατών μελών και τριών ομοσπονδιών εταιρειών στον τομέα αυτό, που υποβλήθηκαν στην Επιτροπή σύμφωνα με τη διαδικασία του άρθρου 93 παράγραφος 2 της συνθήκης, υποστήριξαν την άποψη της Επιτροπής και εξέφρασαν βαθιά ανησυχία σχετικά με τα προτεινόμενα μέτρα υποστήριξης. Υπογράμμισαν ότι το πρόγραμμα ενισχύσεων θα μπορούσε να νοθεύσει τον ανταγωνισμό εντός της Κοινότητας παρέχοντας αδικαιολόγητα πλεονεκτήματα στους δικαιούχους που ανταγωνίζονται άλλους κλωστοϋφαντουργούς και κατασκευαστές ενδυμάτων. Επιπλέον, τόνισαν τη θετική εξέλιξη της βελγικής κλωστοϋφαντουργίας και βιομηχανίας ενδυμάτων κατά τα τελευταία χρόνια, με βάση την οποία θεώρησαν ότι πρόσθετες ενισχύσεις δεν δικαιολογούνται.
ΙΙΙ
Στην κλωστοϋφαντουργία και βιομηχανία ενδυμάτων, η οποία αντιμετωπίζει δυσκολίες στα περισσότερα κράτη μέλη, στα οποία ο ανταγωνισμός είναι πολύ οξύς και όπου διεξάγεται σημαντικό εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών, το πρόγραμμα ενίσχυσης που πρότεινε η βελγική κυβέρνηση μπορεί να επηρεάσει το εμπόριο και να νοθεύσει τον ανταγωνισμό μεταξύ των κρατών μελών ευνοώντας τη βελγική κλωστοϋφαντουργία και βιομηχανία ενδυμάτων κατά την έννοια του άρθρου 92 παράγραφος 1 της συνθήκης ΕΟΚ.
Το άρθρο 92 παράγραφος 1 της συνθήκης ΕΟΚ προβλέπει ότι είναι, καταρχήν, ασυμβίβαστες με την κοινή αγορά οι ενισχύσεις οι οποίες έχουν τα χαρακτηριστικά που αναφέρονται στο άρθρο αυτό. Οι εξαιρέσεις από την αρχή αυτή που προβλέπονται στο άρθρο 92 παράγραφος 3 της συνθήκης διευκρινίζουν ότι οι ενισχύσεις πρέπει να ανταποκρίνονται σε στόχους που εξυπηρετούν το συμφέρον της Κοινότητας το οποίο υπερισχύει των συμφερόντων του δικαιούχου. Οι εξαιρέσεις αυτές πρέπει να ερμηνεύονται στενά όταν μελετώνται τα προγράμματα περιφερειακής ή κατά τομείς ενίσχυσης ή οποιαδήποτε εξατομικευμένη παροχή βάσει ενός γενικού προγράμματος ενισχύσεων. Ειδικότερα, μπορούν να εφαρμοστούν μόνο στις περιπτώσεις που η Επιτροπή θεωρεί ότι το ελεύθερο παιχνίδι των δυνάμεων της αγοράς, χωρίς ενίσχυση, δεν θα παρακινούσε τον μέλλοντα δικαιούχο να ακολουθήσει τακτική που συμβάλλει στην επίτευξη ενός από τους ανωτέρω στόχους.
Η εφαρμογή των εξαιρέσεων σε περιπτώσεις ενισχύσεων που δεν συμβάλλουν στην επίτευξη του στόχου αυτού συνεπαγόταν παραχώρηση αδικαιολόγητων πλεονεκτημάτων σε ορισμένα κράτη μέλη και θα κατέληγε σε επηρεασμό των συνθηκών εμπορίου μεταξύ των κρατών και την τη του ανταγωνισμού χωρίς να υπάρχει κοινοτικό συμφέρον.
Εφαρμόζοντας τις αρχές αυτές κατά τη μελέτη των προγραμμάτων ενίσχυσης, η Επιτροπή πρέπει να θεωρεί ότι αιτιολογία της χορήγησης ενίσχυσης αποτελεί η συμβολή των δικαιούχων στην επίτευξη ενός από τους στόχους που αναφέρονται στο άρθρο 92 παράγραφος 3 της συνθήκης και είναι απαραίτητη για τον σκοπό αυτό. Στις περιπτώσεις που αυτό δεν μπορεί να αποδειχτεί, και ιδιαίτερα στις περιπτώσεις που η ενισχυόμενη επένδυση θα επραγματοποιείτο οπωσδήποτε, είναι προφανές ότι η ενίσχυση δεν συμβάλλει στην επίτευξη των στόχων που θέτουν οι εξαιρέσεις αλλά απλώς χρησιμεύει στην ενίσχυση της οικονομικής θέσης των δικαιούχων εταιρειών.
Στη συγκεκριμένη περίπτωση το πρόγραμμα ενίσχυσης δεν υποδηλώνει την ύπαρξη τέτοιου αντισταθμίσματος που να προσφέρεται από τις δικαιούχους επιχειρήσεις.
Η βελγική κυβέρνηση δεν μπόρεσε να αναφέρει και η Επιτροπή δεν μπόρεσε να εντοπίσει λόγους που να επέτρεπαν τη διαπίστωση ότι το πρόγραμμα ενίσχυσης υπάγεται σε μία από τις κατηγορίες εξαιρέσεων του άρθρου 92 παράγραφος 3 της συνθήκης.
Όσον αφορά τις εξαιρέσεις που προβλέπονται στην παράγραφο 3 στοιχεία α) και γ) του άρθρου 92 της συνθήκης σχετικά με τις ενισχύσεις που προορίζονται να προωθήσουν ή να διευκολύνουν την ανάπτυξη ορισμένων περιοχών, πρέπει να σημειωθεί ότι το βιοτικό επίπεδο στο Βέλγιο δεν είναι ασυνήθως χαμηλό ούτε επικρατεί σοβαρή υποαπασχόληση, υπό την έννοια της εξαίρεσης του στοιχείου α)· επίσης, το καθεστώς των ενισχύσεων δεν προορίζεται για την ανάπτυξη ορισμένων περιοχών, όπως προβλέπεται από την εξαίρεση του στοιχείου γ) λόγω του πεδίου εφαρμογής της διάταξης, δηλαδή όσον αφορά επιχειρήσεις ενός δεδομένου οικονομικού τομέα, ανεξάρτητα από την τοποθεσία των εγκαταστάσεων παραγωγής τους. Όσον αφορά τις εξαιρέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 92 παράγραφος 3 στοιχείο β) της συνθήκης είναι προφανές ότι το εν λόγω πρόγραμμα δεν προορίζεται για την προώθηση της εκτέλεσης κάποιου σημαντικού σχεδίου κοινού ευρωπαϊκού ενδιαφέροντος ή για την άρση σοβαρής διαταραχής της βελγικής οικονομίας. Παρόλο που η βελγική οικονομία αντιμετωπίζει κοινωνικές και οικονομικές δυσκολίες, αυτές δεν είναι από τις σοβαρότερες στην Κοινότητα. Στο στάδιο αυτό, ο κίνδυνος κλιμάκωσης των κρατικών ενισχύσεων είναι άμεσος και η οποιαδήποτε κρατική ενίσχυση θα μπορούσε να επηρεάσει το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών.
Όσον αφορά τις εξαιρέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 92 παράγραφος 3 στοιχείο γ) της συνθήκης υπέρ των ενισχύσεων για την προώθηση της ανάπτυξης ορισμένων οικονομικών δραστηριοτήτων, από την εξέταση των επιπτώσεων των δύο προηγηθέντων τομεακών προγραμμάτων ενίσχυσης του 1982 και 1983 προκύπτει ότι και τα δύο προγράμματα είχαν πολύ θετικά αποτελέσματα στο μέτρο που η πρόσφατη εξέλιξη και η παρούσα κατάσταση της βελγικής κλωστοϋφαντουργίας και βιομηχανίας ενδυμάτων, ιδιαίτερα σε σύγκριση με αυτή την κατάσταση των αντίστοιχων βιομηχανιών στις άλλες χώρες της ΕΟΚ είναι εξαιρετικά ευνοϊκή και εντυπωσιακή. Η παραγωγή της κλωστοϋφαντουργίας και βιομηχανίας ενδυμάτων στο Βέλγιο αυξήθηκε ενώ συνεχίστηκε η κάμψη που σημειώθηκε στα περισσότερα κράτη μέλη κατά τα τελευταία χρόνια. Άλλοι οικονομικοί δείκτες, όπως το ποσοστό χρησιμοποίησης του εξοπλισμού, η διάρκεια δραστηριότητας που εξασφαλίζεται από τις παραγγελίες που περιλαμβάνονται στα βιβλία παραγγελιών, ο κύκλος εργασιών, οι εξαγωγές, και ιδιαίτερα οι επενδύσεις υπογραμμίζουν την ευνοϊκή οικονομική κατάσταση της βελγικής κλωστοϋφαντουργίας και βιομηχανίας ενδυμάτων. Ταυτόχρονα, η μακρόχρονη αρνητική πορεία στον τομέα της απασχόλησης αναχαιτίστηκε και μερικώς αντιστράφηκε· επιπλέον, αυξήθηκε το βελγικό μερίδιο στη συνολική παραγωγή της Κοινότητας.
Συνεπώς, πρέπει να συμπεράνουμε ότι η ενίσχυση που χορηγείται βάσει των δύο προαναφερόμενων προγραμμάτων ενισχύσεων εξεπλήρωσε κατά μεγάλο μέρος το στόχο αναδιάρθρωσης της βελγικής κλωστοϋφαντουργίας και βιομηχανίας ενδυμάτων και την ενίσχυσε ως προς την ανταγωνιστικότητα που απαιτείται για την οικονομική επιτυχία και βιωσιμότητα της διεθνούς αγοράς κλωστοϋφαντουργικών προϊόντων και ενδυμάτων.
Υπό τις συνθήκες αυτές, νέες ενισχύσεις στον τομέα αυτό θα εξυπηρετούσαν μόνο το βελγικό εθνικό συμφέρον και δεν θα συνέβαλαν σε εξέλιξη προς το συμφέρον της Κοινότητας.
Επιπλέον, το προτεινόμενο πρόγραμμα ενισχύσεων, με την τεχνητή μείωση του κόστους επενδύσεων των εταιρειών στον εν λόγω τομέα, θα εξασθενούσε την ανταγωνιστική θέση άλλων κλωστοϋφαντουργών και παραγωγών ενδυμάτων στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα και, συνεπώς, θα οδηγούσε σε νόθευση του ανταγωνισμού και σε πτώση των τιμών, που θα συνεπαγόταν τόσο την πρόκληση ζημιών όσο και την ενδεχόμενη έξοδο από την αγορά των παραγωγών που θα έχουν έως τότε επιβιώσει, λόγω αναδιάρθρωσης της αύξησης της παραγωγικότητας και της βελτίωσης της ποιότητας που πραγματοποίησαν με δικούς τους πόρους. Επιπλέον, πρέπει να σημειωθεί ότι η παραγωγή της βελγικής κλωστοϋφαντουργίας και βιομηχανίας ενδυμάτων που επρόκειτο να ενισχυθεί, εξάγεται κατά κύριο λόγο στα άλλα κράτη μέλη, όπου η ζήτηση παραμένει στην καλύτερη περίπτωση στάσιμη, ώστε δεν είναι πιθανό να μην επηρεαστούν οι συνθήκες εμπορίου.
Συνεπώς, το εν λόγω πρόγραμμα ενίσχυσης, λόγω της απουσίας οποιασδήποτε δικαιολόγησης του κοινοτικού συμφέροντος και λόγω του ότι πρόκειται επιπλέον για τομέα στον οποίο ο ανταγωνισμός εντός της Κοινότητας είναι πολύ οξύς, μπορεί να επηρεάσει το εμπόριο κατά τρόπο αντίθετο προς το κοινό συμφέρον. Συνεπώς, δεν πληροί τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για να επωφεληθεί από τις παρεκκλίσεις που προβλέπονται στο άρθρο 92 παράγραφος 3 της συνθήκης,
ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΑΠΟΦΑΣΗ:
Άρθρο 1
Το Βέλγιο δεν μπορεί να θέσει σε εφαρμογή την πρότασή του, που κοινοποίησε στην Επιτροπή με επιστολή της 2ας Δεκεμβρίου 1983 και τροποποίησε με επιστολές της 2ας Μαρτίου και 12ης Ιουλίου 1984 στα πλαίσια της διαδικασίας που προβλέπεται στο άρθρο 93 παράγραφος 2 της συνθήκης, σύμφωνα με την οποία θα εχορηγείτο ενίσχυση στην κλωστοϋφαντουργία και βιομηχανία ενδυμάτων, στο πλαίσιο τομεακού καθεστώτος ενισχύσεων, κατά το 1984.
Άρθρο 2
Το Βέλγιο ενημερώνει την Επιτροπή εντός δύο μηνών από την ημερομηνία κοινοποίησης της απόφασης αυτής για τα μέτρα που έλαβε ώστε να συμμορφωθεί προς αυτή.
Άρθρο 3
Η παρούσα απόφαση απευθύνεται στο Βασίλειο του Βελγίου.
Βρυξέλλες, 12 Σεπτεμβρίου 1984.
Για την Επιτροπή
Frans ANDRIESSEN
Μέλος της Επιτροπής
Top