Avis juridique important
87/15/ΕΟΚ: Απόφαση της Επιτροπής της 19ης Φεβρουαρίου 1986 σχετικά με το συμβιβάσιμο με την κοινή αγορά της χορήγησης περιφερειακών ενισχύσεων σε έξι περιοχές εργασίας, βάσει του κοινού προγράμματος «Βελτίωση των περιφερειακών οικονομικών διαρθρώσεων» (Το κείμενο στη γερμανική γλώσσα είναι το μόνο αυθεντικό)
Επίσημη Εφημερίδα αριθ. L 012 της 14/01/1987 σ. 0017 - 0026
*****
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ
της 19ης Φεβρουαρίου 1986
σχετικά με το συμβιβάσιμο με την κοινή αγορά της χορήγησης περιφερειακών ενισχύσεων σε έξι περιοχές εργασίας, βάσει του κοινού προγράμματος «Βελτίωση των περιφερειακών οικονομικών διαρθρώσεων»
(Το κείμενο στη γερμανική γλώσσα είναι το μόνο αυθεντικό)
(87/15/ΕΟΚ)
Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ,
Έχοντας υπόψη:
τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας, και ιδίως το άρθρο 93 παράγραφος 2 πρώτο εδάφιο,
Αφού ζήτησε από τους ενδιαφερόμενους να υποβάλουν τις παρατηρήσεις τους σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο και αφού έλαβε υπόψη τις παρατηρήσεις αυτές,
Εκτιμώντας ότι:
Ι
(1) Ο νόμος για το κοινό πρόγραμμα «Βελτίωση των περιφερειακών οικονομικών διαρθρώσεων» της 6ης Οκτωβρίου 1969 (1) προβλέπει μέτρα ενισχύσεως των οποίων το κόστος βαρύνει κατά το ήμισυ την ομοσπονδιακή κυβέρνηση και τα ομόσπονδα κράτη (Laender). Σύμφωνα με το άρθρο 1 παράγραφος 2 του νόμου, τα μέτρα αυτά εφαρμόζονται στη παραμεθόριο ζώνη και στις περιοχές:
- των οποίων το επίπεδο οικονομικής δραστηριότητας βρίσκεται (ή υπάρχει κίνδυνος να κατέλθει) σημαντικά κάτω του ομοσπονδιακού μέσου όρου, ή
- στις οποίες κυριαρχούν οικονομικοί κλάδοι που υφίστανται ή απειλούνται από διαρθρωτικές μεταβολές με αποτέλεσμα να προκύπτουν ή να μπορεί να προκύψουν αρνητικές επιπτώσεις για την περιοχή.
Σύμφωνα με το άρθρο 4, του GAG, καταρτίζεται ένα κοινό γενικό σχέδιο για την εκτέλεση του κοινού προγράμματος. Το περιεχόμενο αυτού του γενικού σχεδίου πρέπει να αναθεωρείται ετησίως, να προσαρμόζεται στις εξελίξεις και να εκτελείται ανάλογα. Κάθε χρόνο λοιπόν εγκρίνεται ένα νέο γενικό σχέδιο.
Σύμφωνα με το τμήμα ΙΙ σημείο 1.2 του 13ου γενικού σχεδίου και του 14ου γενικού σχεδίου που εξετάζοντας από την Επιτροπή (2)· οι πόροι του κοινού προγράμματος προορίζονται για « βιομηχανικές επενδύσεις των οποίων η ενίσχυση ενδείκνυται ιδιαιτέρως από οικονομική άποψη».
Ο ορισμός των επενδύσεων των οποίων η ενίσχυση ενδείκνυται ιδιαιτέρως από οικονομική άποψη, παρατίθεται στο σημείο 1.2.1:
«Η ενίσχυση βιομηχανικών και βιοτεχνικών επενδύσεων ενδείκνυται ιδιαιτέρως από οικονομική άποψη εφόσον συμβάλλουν, μέσω της δημιουργίας συμπληρωματικών πηγών εσόδων στην αύξηση μακροπροθέσμως, σημαντικά και κατ' άμεσο τρόπο, του συνολικού εισοδήματος της σχετικής οικονομικής περιοχής (άμεση επίπτωση). Μπορεί να θεωρηθεί ότι αυτό συμβαίνει όταν στις προς ενίσχυση βιομηχανικές εγκαταστάσεις παράγονται κυρίως προϊόντα ή παρέχονται υπηρεσίες που λόγω της φύσεώς τους αποτελούν, υπό κανονικές συνθήκες, αντικείμενο διαπεριφερειακού εμπορίου».
Σύμφωνα με αυτό το σημείο 2.3.2 του γενικού σχεδίου, η ενίσχυση καταβάλλεται υπό μορφή αυτόματων και μη κεφαλαιακών χορηγήσεων (Investitionszulage και Investitionszulagengesetz αντιστοίχως) (3)· οι δε τελευταίες λαμβάνονται συχνά ως φορολογικές ελαφρύνσεις. Οι μη αυτόματες χορηγήσεις χορηγούνται επιπλέον των αυτομάτων μέχρις ενός ανωτάτου ορίου ενισχύσεως, που διαφέρει από τη μια περιοχή στην άλλη.
Η ενίσχυση χορηγείται κατά προτεραιότητα στους πόλους ανάπτυξης των ενισχυομένων περιοχών. Εκτός από την παραμεθόριο ζώνη μπορεί να ενισχυθούν επενδύσεις για εγκατάσταση ή επέκταση μιας επιχείρησης, μέχρι 20 % κατ' ανώτατο όριο (16,7 % καθαρό ισοδύναμο επιχορήγησης) για τους πόλους ανάπτυξης Β και μέχρι 15 % κατ' ανώτατο όριο (13 % καθαρό ισοδύναμο επιχορήγησης για τους πόλους ανάπτυξης Γ. Εκτός των πόλων ανάπτυξης, χορηγούνται επενδυτικά κίνητρα μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις· το ανώτατο όριο της ενίσχυσης αυτής είναι κατά κανόνα 10 % (9,3 % καθαρό ισοδύναμο επιχορήγησης). Για επενδύσεις με υψηλές διαρθρωτικές επιπτώσεις μπορεί να φθάσει κατ' εξαίρεση το 15 %. Το ανώτατο όριο ενίσχυσης μπορεί να φθάσει το 10 % για την αναδιοργάνωση ή τη βασική ορθολογική οργάνωση μιας επιχείρησης.
Σε ειδικώς οριοθετημένες τουριστικές περιοχές εκτός της μεθοριακής ζώνης το γενικό σχέδιο προβλέπει ότι μπορούν να χορηγούνται ενισχύσεις μέχρι 15 % κατ' ανώτατο όριο για επενδυτικά σχέδιο σχετικά με την εγκατάσταση, επέκταση και αναδιοργάνωση ή βασική ορθολογική οργάνωση μιας τουριστικής επιχείρησης.
(2) Η παρούσα απόφαση αφορά τα κίνητρα σε έξι περιοχές εργασίας του κοινού προγράμματος και συγκεκριμένα στις περιοχές Alfeld, Holzminden-Hoexter, Kleve-Emmerich, Landsberg, Miesbach και Itzehoe. Στις περιοχές αυτές εργασίας, το ανώτατο όριο ενισχύσεως ανέρχεται σε 15 % εκτός των περιοχών Kleve-Emmerich και Miesbach. Στο Kleve-Emmerich ανέρχεται σε 20 %. Το Miesbach δεν έχει οριστεί ως πόλος ανάπτυξης, και το ανώτατο όριο ενίσχυσης είναι το κανονικό 10 %. Τα περιστατικά που οδήγησαν στην λήψη της παρούσας απόφασης είναι τα ακόλουθα:
Με το δέκατο γενικό σχέδιο (1981) έγινε ανακατανομή των ενισχυόμενων περιοχών του κοινού προγράμματος. Η ανακατανομή αυτή άρχισε με μια διαίρεση της χώρας σε 179 περιφέρειες εργασίας, οι οποίες το 1979 είχαν οριοθετηθεί για τελευταία φορά με ακρίβεια με βάση τη ροή των μετακινήσεων προς τον τόπο εργασίας μεταξύ των κοινοτήτων. Για κάθε περιοχή εργασίας καθορίσθηκαν πέντε κριτήρια· ένας δείκτης της προβλεπόμενης εξέλιξης της ζήτησης και προσφοράς θέσεων εργασίας στην περιφέρεια εργασίας («συντελεστής διαθέσιμων θέσεων εργασίας»), ο μέσος όρος του ποσοστού ανεργίας για τα έτη 1976-1980, το μέσο εισόδημα ανά εργαζόμενο το 1978, το κατά κεφαλήν ακαθάριστο εγχώριο προϊόν το 1978 και ένας δείκτης υποδομής. Από τη σύνθεση των τριών αυτών δεικτών προκύπτει ένας σύνθετος δείκτης, στον οποίο οι δείκτες απασχόλησης και εισοδημάτων συμμετέχουν κατά 40 % ο καθένας, και ο δείκτης υποδομής κατά 20 %. Εν συνεχεία όλες οι περιοχές εργασίας κατατάχθηκαν κατ' αύξουσα τιμή του σύνθετου αυτού δείκτη. Για να περιληφθεί μια περιοχή εργασίας στις ενισχυόμενες περιοχές πρέπει η τιμή του σύνθετου δείκτη της να βρίσκεται κάτω από ένα ορισμένο όριο διαχωρισμού ώστε η ζώνη ανάπτυξης, συμπεριλαμβανομένης και της παραμεθορίου ζώνης, να αντιπροσωπεύει το 29,77 % του συνολικού πληθυσμού της χώρας. Σε 73 περιοχές εργασίας χορηγήθηκαν ενισχύσεις λόγω του ότι βρίσκονταν κάτω από το όριο διαχωρισμού. Με επιστολή της 6ης Νοεμβρίου 1981, η Επιτροπή κίνησε τη διαδικασία του άρθρου 93 παράγραφος 2 της συνθήκης ΕΟΚ σχετικά με τη χορήγηση περιφερειακών ενισχύσεων σε 15 περιοχές εργασίας, μεταξύ των οποίων οι Itzehoe, Alfeld, Kleve-Emmerich, Holzminden-Hoexter, Landsberg am Lech και Miesbach. Οι αντιρρήσεις της Επιτροπής ως προς την ενίσχυση βασίζονται στην ευνοϊκή κοινωνικοοικονομική θέση των περιοχών αυτών τόσο σε εθνικό, όσο και σε κοινοτικό πλαίσιο.
Το 1983 η ομοσπονδιακή κυβέρνηση δήλωσε ότι ήταν έτοιμη να αποσύρει από το σχέδιο ενίσχυσης επτά περιοχές εργασίας (2) μετά από μια μεταβατική περίοδο που έληγε στις 31 Δεκεμβρίου 1984. Η Επιτροπή ενέκρινε την ενίσχυση σε τέσσερις άλλες περιοχές τις οποίες αφορούσε η διαδικασία.
Η Επιτροπή δήλωσε με επιστολή της 20ής Ιουνίου 1983, ότι εγκρίνει την χορήγηση ενίσχυσης στις έξι ανωτέρω περιοχές εργασίας προσωρινά, και ανακοίνωσε ότι θα λάβει τελική απόφαση σχετικά με το αν συμβιβάζεται η ενίσχυση στις περιοχές αυτές με την κοινή αγορά πριν από το τέλος του 1984.
Απαντώντας στην επιστολή της Επιτροπής της 20ής Ιουνίου 1983, η ομοσπονδιακή κυβέρνηση διατύπωσε και πάλι τις απόψεις της όσον αφορά τη σχεδιαζόμενη απόφαση, με επιστολή της 29ης Ιουλίου 1983 (3) του ομοσπονδιακού υπουργού οικονομίας προς το αρμόδιο μέλος της Επιτροπής. Μεταξύ άλλων περιέχονται και τα εξής:
«Η επιτροπή προγραμματισμού τροποποίησε τώρα το 12ο γενικό σχέδιο σύμφωνα με την απόφαση που έλαβε στις 16 Μαρτίου 1983. Διαπιστώνει ωστόσο ότι η Επιτροπή έκρινε ότι η συνέχιση του παρόντος συστήματος ενισχύσεων στις έξι άλλες περιφέρειες πρέπει να θεωρηθεί ως προσωρινή.»
Αφού η ομοσπονδιακή κυβέρνηση ενσωμάτωσε τις συμφωνηθείσες τροποποιήσεις στο 12ο γενικό σχέδιο του κοινού προγράμματος, η Επιτροπή περάτωσε τις διαδικασίες όσον αφορά το 10ο και 11ο γενικό σχέδιο και ενέκρινε την εφαρμογή του 12ου γενικού σχεδίου. Ενημέρωσε δε σχετικά την ομοσπονδιακή κυβέρνηση με επιστολή της 18ης Νοεμβρίου 1983.
(3) Προκειμένου να προετοιμάσει την τελική απόφασή της σχετικά με το αν η χορήγηση ενίσχυσης στις έξι περιοχές εργασίας συμβιβάζεται με την κοινή αγορά η Επιτροπή ζήτησε την 1η Αυγούστου 1984 από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση πληροφορίες σχετικά με την κοινωνικοοικονομική κατάσταση των περιοχών αυτών. Με επιστολή του της 14ης Νοεμβρίου 1984, ο ομοσπονδιακός υπουργός οικονομίας ανακοίνωσε μια νέα οριοθέτηση των ενισχυομένων περιοχών του κοινού προγράμματος που εφαρμόζεται από την 1η Ιανουαρίου 1986. Εν όψει του εκκρεμούντος νέου αυτού καθορισμού και ελλείψει αξιόπιστων και πρόσφατων στοιχείων, ο υπουργός ζήτησε από τη Επιτροπή να αναβάλει μέχρι την 1η Ιανουαρίου 1986 τη λήψη τελικής απόφασης. Οι πληροφορίες που είχε ζητήσει η Επιτροπή τον Αύγουστο, δεν κοινοποιήθηκαν.
Η Επιτροπή προχώρησε στην εξέταση των έξι περιοχών εργασίας με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία, συγκρίνοντας καταρχήν το κατά κεφαλήν ακαθάριστο εγχώριο προϊόν των περιοχών το 1978 και το μέσο όρο ανεργίας τους κατά την πενταετία 1979-1983 με τους κοινοτικούς μέσους όρους. Η Επιτροπή σύγκρινε επιπλέον το ακαθάριστο εγχώριο προϊόν κάθε περιοχής με αυτό των έξι πλέον ανεπτυγμένων κρατών μελών το 1978. Μετά τη σύγκριση των περιοχών αυτών σε κοινοτικό πλαίσιο, η Επιτροπή εξέτασε εάν υπάρχουν σε εθνικό πλαίσιο, σοβαρά περιφερειακά προβλήματα τα οποία θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν τη χορήγηση ενισχύσεων στις έξι περιοχές εργασίας οι οποίες θα ήταν συμβιβάσιμες με την κοινή αγορά. Η Επιτροπή χρησιμοποίησε ομοίως σαν βάση την εξέλιξη του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος για τα έτη 1978 έως 1980, το μέσο εισόδημα ανά κάτοικο στις περιφέρειες για το έτος 1978, την εξέλιξη του ποσοστού ανεργίας σε σχέση με τα μέσα επίπεδα για τα έτη 1979-1983 και με το ποσοστό ανεργίας του Σεπτεμβρίου 1984, την εκτίμηση του πλεονάζοντος διαθέσιμου εργατικού δυναμικού το έτος 1985 στις περιφέρειες εργασίας, τα διαθέσιμα στοιχεία αποδημίας για τις σχετικές περιοχές, καθώς και περαιτέρω στοιχεία για την ύπαρξη περιφερειακών προβλημάτων σε μια περιοχή εργασίας.
Μετά το τέλος της εξέτασης η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι έπρεπε να προβάλει αντιρρήσεις σχετικά με τη χορήγηση περιφερειακών ενισχύσεων στις περιοχές εργασίας Kleve-Emmerich, Landsberg και Miesbach. Η Επιτροπή δεν προέβαλε αντιρρήσεις κατά της χορήγησης ενισχύσεως στις περιοχές εργασίας Alfeld, Holzminden-Hoexter και Itzehoe.
Εξαιτίας των αντιρρήσεών της η Επιτροπή κίνησε τη διαδικασία του άρθρου 93 παράγραφος 2 της συνθήκης ΕΟΚ, ενημέρωσε σχετικά την ομοσπονδιακή κυβέρνηση με επιστολή της της 7ης Φεβρουαρίου 1985 και τις κυβερνήσεις των άλλων κρατών μελών με επιστολή της της 7ης Ιουνίου 1985 και κάλεσε αυτές να υποβάλουν τις απόψεις τους. Η έναρξη της διαδικασίας δημοσιεύθηκε, σύμφωνα με το άρθρο 93 παράγραφος 2, στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (1).
ΙΙ
Η ομοσπονδιακή κυβέρνηση υπέβαλε τις παρατηρήσεις της στην Επιτροπή με ανακοίνωση της 15ης Μαΐου 1985.
Εδήλωσε ότι η αποδοχή του συμβιβασμού που έγινε το 1983 δεν σημαίνει την εκ μέρους της αναγνώριση των ερευνητικών μεθόδων και κριτηρίων που χρησιμοποίησε η Επιτροπή. Ως προς το σημείο αυτό, παραπέμπει στην απόφαση της επιτροπής προγραμματισμού για την περιφερειακή διάρθρωση της οικονομίας της 16ης Μαρτίου 1983 και στην απάντηση του ομοσπονδιακού υπουργού οικονομίας της 29ης Ιουλίου 1983 στην επιστολή της Επιτροπής της 20ής Ιουνίου 1983, στις οποίες απερρίπτετο η μέθοδος της Επιτροπής. Εξάλλου ο αποκλεισμός των επτά περιοχών εργασίας από το κοινό πρόγραμμα έγινε με τη ρητή επιφύλαξη ότι θα ισχύσουν τα κριτήρια οριοθετήσεώς τους, βάσει του κοινού προγράμματος ενισχυόμενων περιοχών, τα οποία καθορίστηκαν σε ενιαία ομοσπονδιακή βάση και αποφασίσθηκαν με αυξημένη πλειοψηφία από τη επιτροπή προγραμματισμού το 1981. Η Επιτροπή αποδέχθηκε τελικά τη λύση αυτή με την έγκριση του 12ου γενικού σχεδίου και την περάτωση των διαδικασιών που είχε εν τω μεταξύ κινήσει.
Η διαδικασία της εξέτασης που κίνησε η Επιτροπή έρχεται σε αντίφαση προς τα ανωτέρω. Η ενέργεια αυτή είναι ακόμη πιο ακατανόητη, για την ομοσπονδιακή κυβέρνηση, δεδομένου ότι ο ομοσπονδιακός υπουργός οικονομικών, με επιστολή της 14ης Νοεμβρίου 1984, ανακοίνωσε στην Επιτροπή τη νέα οριοθέτηση των ενισχυόμενων περιοχών του κοινού προγράμματος της 1ης Ιανουαρίου 1986. Η εξέταση της δυνατότητας παροχής ενισχύσεων στην κάθε περιοχή εργασίας θα μπορούσε να γίνει σωστά μόνο βάσει ενημερωμένων στοιχείων και μόνο σε συνδυασμό με τη σχετική θέση των 179 συνολικά περιοχών εργασίας στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία. Για τη μεμονωμένη εξέταση ορισμένων περιφερειών εκτός του πλαισίου αναφοράς, λείπει η γενική εικόνα από πλευράς ανταγωνισμού που αποτελεί βασική προϋπόθεση για την εφαρμογή των άρθρων 92 και 93 της συνθήκης ΕΟΚ. Εξάλλου, θίγεται κατ' αυτόν τον τρόπο η κυριαρχία των κρατών μελών όσον αφορά θέματα περιφερειακής πολιτικής, η οποία κατοχυρώνεται βάσει του άρθρου 104 της συνθήκης ΕΟΚ. Η ομοσπονδιακή κυβέρνηση δεν θεωρεί ότι οι διατάξεις του άρθρου 92 και επόμενα της συνθήκης ΕΟΚ παρέχουν στην Επιτροπή τη δυνατότητα, στα πλαίσια του ελέγχου των ενισχύσεων, να αντικαθιστά το σύστημα επιλογής που έχει αποφασισθεί από τα αρμόδια εθνικά όργανα με ένα άλλο. Εξάλλου δεν
ήταν σαφές σε ποια βάση στηρίχθηκε η Επιτροπή για να θέσει κατώτατο όριο στην 58η θέση του πίνακα κατάταξης του υποδείγματος Α για το 1981.
Η ομοσπονδιακή κυβέρνηση ισχυρίσθηκε επιπλέον ότι με την έναρξη της διαδικασίας δεν λαμβάνεται αρκετά υπόψη η ανάγκη να μειωθούν οι υπάρχουσες περιφερειακές διαφορές σε εθνικό επίπεδο, ιδίως όταν η συνθήκη ΕΟΚ παρέχει στα κράτη μέλη σημαντική ελευθερία για τον καθορισμό των ενισχυόμενων περιοχών. Σύμφωνα με τη συνθήκη ΕΟΚ, η ομοσπονδιακή κυβέρνηση έχει το δικαίωμα να καθορίζει τις ενισχυόμενες περιοχές που αναφέρονται στο γενικό σχέδιο, με βάση ένα σύνθετο δείκτη και ένα συμφωνημένο κατώτατο όριο.
Αντίθετα προς το γερμανικό σύστημα συνδυασμού πέντε ισοδυνάμων κριτηρίων σε ένα σύνθετο δείκτη, η Επιτροπή χρησιμοποιεί ένα σύστημα το οποίο αποτελείται ουσιαστικά από δύο δείκτες και από κοινοτικούς δείκτες που υπολογίζονται γι' αυτούς.
Η μέθοδος αυτή επισύρει σοβαρές αντιρρήσεις· πράγματι:
- η δυνατότητα σύγκρισης των στατιστικών στοιχείων που συγκεντρώνονται σε διάφορα κράτη μέλη αμφισβητείται σοβαρά,
- ενώ η γερμανική μέθοδος βασίζεται σε εξειδικευμένα κριτήρια, η Επιτροπή χρησιμοποιεί δύο σχετικά γενικά κριτήρια,
- οι κοινοτικοί μέσοι όροι δεν είναι κατάλληλοι ως μέτρο της εθνικής περιφερειακής πολιτικής, ιδίως για τη μείωση των περιφερειακών αναπτυξιακών διαφορών,
- ένας σημαντικός περιορισμός των περιφερειακών ενισχύσεων στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας και ταυτόχρονη συνέχιση των επιδοτήσεων που νοθεύουν τις συναλλαγές στα άλλα κράτη μέλη δεν θα μπορεί να οδηγήσει μακροχρόνια σε συντονισμό στον τομέα της περιφερειακής πολιτικής, όπως επιζητεί η Επιτροπή.
Όσον αφορά τις διάφορες περιοχές εργασίας, η ομοσπονδιακή κυβέρνηση ανέφερε τα εξής:
Το επίπεδο οικονομικής δραστηριότητας στις περιοχές εργασίας Kleve-Emerich, υπολογιζόμενη σύμφωνα με την ακαθόριστη προστιθέμενη αξία ανά κάτοικο, μειώθηκε κατά 2 % μεταξύ 1978 και 1982. Παρόμοια μείωση υπέστη το σύνολο των περιφερειακών εισοδημάτων κατά το διάστημα 1978-1984. Η ανεργία από το 1984 αυξήθηκε σε σύγκριση με τον ομοσπονδιακό μέσο όρο και Φεβρουάριο του 1985 ήταν κατά 28 % μεγαλύτερη από το μέσο αυτό όρο. Στην περιοχή Kreis Kleve καταργήθηκαν σε σύντομο χρονικό διάστημα 500 θέσεις εργασίας και άλλες 850 κινδύνεψαν σοβαρά. Ο αριθμός των βιομηχανικών θέσεων απασχόλησης ανά 1000 κατοίκους βρισκόταν μόλις στο 58 % του μέσου όρου του ομόσπονδου κράτους Nordrhein-Westfalen. Παρά τη συνεχή απώλεια θέσεων εργασίας, παρουσιαζόταν στην αγορά εργασίας αυξημένη πίεση από πλευράς ζήτησης λόγω δημογραφικών παραγόντων. Ο καθαρός ρυθμός μετανάστευσης προς την περιοχή αυτή μειωνόταν και το 1982 σημειώθηκε μάλιστα μείωση του πληθυσμού.
Στην περιοχή εργασίας Landsberg τα προβλήματα της αγοράς εργασίας συνίσταντο κυρίως σε χαμηλό βαθμό συμμετοχής, σε μεγάλο ποσοστό εργαζομένων στην περιοχή που κατοικούν εκτός αυτής, καθώς και σε εποχιακές αυξήσεις της ανεργίας. Η ακαθάριστη προστιθέμενη αξία ανά κάτοικο ήταν ακόμη το 1982, κατά 13 % κάτω από τον ομοσπονδιακό μέσο όρο και ο αριθμός των θέσεων εργασίας στα ορυχεία και στη μεταποιητική βιομηχανία το 1983 ήταν μόνο 68.6 % του μέσου όρου για την Βαυαρία. Η διαφορά μεταξύ περιφερείας και ονόσπονδου κράτους μειώθηκε, δεν κατέστη όμως δυνατό να εξαλειφθεί· θα πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη το ενδεχόμενο της απώλειας θέσεων εργασίας σε ορισμένους οικονομικούς κλάδους. Η μέχρι τώρα επιτυχής πολιτική προσέλκυσης των βιομηχανιών στο Landsberg θα πρέπει να συνεχισθεί, έτσι ώστε να εξασφαλισθεί η αυτοδύναμη και διαρκής ανάπτυξη της περιφέρειας. χωρίς την παροχή κινήτρων, οι επενδυτές θα προτιμούσαν την ευρύτερη περιοχή του Μονάχου. Με την περαιτέρω παροχή κινήτρων η περιοχή ανάπτυξης του Landsberg μπορεί να μειώσει την ένταση που παρατηρείται στην περιοχή του Μονάχου.
Στην περιφέρεια εργασίας Miesbach η ακαθάριστη προστιθέμενη αξία σε τιμές αγοράς ήταν, το 1982, 82 % περίπου του ομοσπονδιακού μέσου όρου. Από τη δεκαετία του 60 σημειώθηκε σημαντική απώλεια απώλεια θέσεων εργασίας με το κλείσιμο επιχειρήσεων. Παρά την οικονομική ενίσχυση, οι απώλειες αυτές δεν αναπληρώθηκαν πλήρως έως σήμερα. Οι θέσεις εργασίας στα ορυχεία και στη μεταποιητική βιομηχανία μειώθηκαν από το 1977 έως το 1983 σε κάτω του μισού του μέσου όρου της Βαυαρίας. 1300 κάτοικοι του Penzberg πρέπει ακόμη να μετακινούνται για να εργάζονται εκτός της περιοχής. Μετά το πρόσφατο κλείσιμο της εγκατάστασης μιας εταιρείας, 200 προσωπα έμειναν άνεργοι. Τα περισσότερα δεν βρήκαν νέα απασχόληση. Με το αναγγελθέν κλείσιμο μιας επιχείρησης στο Bad-Toelz, αναμένεται απώλεια άλλων 120 θέσεων εργασίας. Στο Penzberg ιδίως υπήρχε επείγουσα ανάγκη κρατικής οικονομικής ενίσχυσης για την κατασκευή υποδομής οικονομικής φύσεως, εξαιτίας των χαμηλών εισοδημάτων από τους τοπικούς φόρους.
Η ομοσπονδιακή κυβέρνηση τόνισε τέλος τη σημασία της ανάπτυξης του τουρισμού για την περιοχή εργασίας η οποία, λόγω των φυσικών χαρακτηριστικών της, είναι ιδιατέρως κατάλληλη για τον τουρισμό. Η βελτίωση της οικονομικής δομής των τουριστικών περιοχών πρέπει, όπως διευκρινίστηκε να επιτευχθεί μέσω της ενίσχυσης των μικρομεσαίων και ιδίως των οικογενεικών επιχειρήσεων.
ΙΙΙ
Οι κυβερνήσεις δύο κρατών μελών διατύπωσαν τις απόψεις του σχετικά με την έναρξη της διαδικασίας του άρθρου 93 παράγραφος 2 την οποία και εγκρίνουν. Η μία από τις δύο κυβερνήσεις εξέφρασε την άποψη ότι η διατήρηση του καθεστώτος ενισχυόμενων περιοχών πρέπει να δικαιολογείται λόγω περιφερειακών διαφορών σημαντικού μεγέθους. IV
(1) Οι βάσει του κοινού προγράμματος «Βελτίωση των περιφερειακών οικονομικών διαρθρώσεων» χορηγούμενες ενισχύσεις για την προώθηση βιομηχανικών επενδύσεων ανταποκρίνονται στο άρθρο 92 παράγραφος 1 της συνθήκης ΕΟΚ.
Οι ενισχύσεις χορηγούνται για τις κατάλληλες προς ενίσχυση επενδύσεις επιχειρήσεων σε ενισχυόμενες περιοχές. Οι επιχειρήσεις αυτές ευνοούνται με τη μείωση του κόστους των επενδύσεων τους.
Η διαπίστωση αυτή δεν αντικρούεται από το επιχείρημα ότι μια περιφερειακή ενίσχυση αντισταθμίζει μόνο τα μειονεκτήματα των ενισχυόμενων περιοχών ως τόπων εγκατάστασης των επιχειρήσεων. Πρώτον, πρέπει να τονισθεί ότι ακόμη και το αντιστάθμισμα των μειονεκτημάτων του τόπου εγκατάστασης ευνοεί τις επιχειρήσεις, δεδομένου ότι μέσω της ενίσχυσης μειώνονται οι δαπάνες στο σχετικό τόπο εγκατάστασης. Δεύτερον, για τις περισσότερες των περιπτώσεων είναι αμφίβολο κατά πόσο τα μειονεκτήματα του τόπου εγκατάστασης μπορεί να μετρηθούν με ακρίβεια που θα επέτρεπε τον καθορισμό του ύψους των ενισχύσεων σε τέτοιο επίπεδο ώστε να αντισταθμίζονται τα μειονεκτήματα. Κυρίως όμως, οι περιφερειακές ενισχύσεις καθορίζονται συνήθως από τα κράτη μέλη σε τόσο υψηλό επίπεδο, ώστε να παρέχουν στις επιχειρήσεις ένα οικονομικό κίνητρο για την εγκατάσταση τους και τη διενέργεια επενδύσεων σε ορισμένες περιοχές.
Εξάλλου το επιχείρημα ότι ευνοούνται ορισμένες επιχειρήσεις μέσω της χορήγησης ενισχύσεων προκύπτει και από αυτή τη διατύπωση του άρθρου 92. Το άρθρο 92 διευκρινίζει στην παράγραφο 3 σχετικά με τις ενισχύσεις για την προώθηση της ανάπτυξης περιοχών, ότι αυτές θα μπορούσαν να θεωρηθούν ότι συμβιβάζονται με την κοινή αγορά, υπό ορισμένους όρους. Εξ αυτού συνάγεται ότι οι ενισχύσεις αυτές εμπίπτουν στο άρθρο 92 παράγραφος 1 και δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι οι περιφερειακές ενισχύσεις δεν ευνοούν ορισμένες επιχειρήσεις επειδή αντισταθμίζουν απλώς τα μειονεκτήματα των τόπων εγκατάστασης.
Στην προκειμένη περίπτωση οι εν λόγω ενισχύσεις νοθεύουν τον ανταγωνισμό, επειδή επιφέρουν σημαντική βελτίωση των εσόδων των επιχειρήσεων στις οποίες χορηγούνται και ως εκ τούτου επεκτείνουν το πεδίο δραστηριότητας τους έναντι των ανταγωνιστών που δεν λαμβάνουν τέτοιου είδους επιδοτήσεις. Οι νοθεύσεις αυτές του ανταγωνισμού είναι σημαντικές. Τα ανώτατα όρια ενισχύσεων κυμαίνονται σε 9,3 %, 13 % και 16,7 % καθαρού ισοδύναμου επιχορήγησης. Η μείωση του κόστους των επενδύσεων δίνει στις ενισχυόμενες επιχειρήσεις ένα σημαντικό πλεονέκτημα έναντι των ανταγωνιστών τους που δεν επιδοτούνται.
Στο μέτρο που οι ενισχύσεις παροτρύνουν τις επιχειρήσεις να επιλέξουν έναν άλλο τόπο εγκατάστασης, συνιστούν επίσης νόθευση του ανταγωισμού κατά την έννοια του άρθρου 92 παράγραφος 1, επειδή η καθιέρωση ενός συστήματος που προστατεύει τον ανταγωνισμό από νοθεύσεις εντός της κοινής αγοράς (άρθρο 3 στοιχείο στ) της συνθήκης ΕΟΚ) προβλέπει επίσης ότι οι επιχειρήσεις αποφασίζουν οι ίδιες σχετικά με τον τόπο εγκατάστασής τους και ως εκ τούτου δεν πρέπει να επηρεάζονται ή να κατευθύνονται μέσω ενισχύσεων.
Οι εν λόγω ενισχύσεις επηρεάζουν επίσης τις συναλλαγές μεταξύ κρατών μελών. Κατά την εκτίμηση του προγράμματος των ενισχυομένων περιοχών δεν μπορεί να προσδιορισθεί επακριβώς η αγορά των ωφελουμένων επιχειρήσεων, εφόσον δεν εξετάζεται μια συγκεκριμένη περίπτωση ενίσχυσης αλλά ένα γενικό πρόγραμμα ενισχύσεων και ως εκ τούτου οι ωφελούμενοι δεν είναι εκ των προτέρων γνωστοί. Από την μέχρι τώρα όμως εμπειρία προκύπτει ότι ορισμένες από τις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις ανέπτυσσαν την εμπορική τους δραστηριότητα και εντός της Κοινότητας. Στην περίπτωση του κοινού προγράμματος, η υπόθεση αυτή ενισχύεται από το γεγονός ότι, σύμφωνα με το μέρος 1.2.1 του 13ου γενικού σχεδίου και το άρθρο 2 παράγραφος 3 του νόμου για τις επιχορηγήσεις επενδύσεων, η ενίσχυση στοχεύει κατά κύριο λόγο σε επιχειρήσεις που διαθέτουν κυρίως τα προϊόντα και τις υπηρεσίες τους εκτός της περιφέρειας. Οι γνωστές στην Επιτροπή προηγούμενες περιπτώσεις ενισχύσεων κατ' εφαρμογή του κοινού προγράμματος στις σχετικές περιφέρειες, ενισχύουν την άποψη αυτή.
Όπως ήδη ελέχθη οι ενισχύσεις που χορηγούνται στις ωφελούμενες επιχειρήσεις ενισχύουν τη θέση τους έναντι των ανταγωνιστών τους. Στο μέτρο που οι επιχειρήσεις αυτές ασκούν δραστηριότητα στο ενδοκοινοτικό εμπόριο, πρέπει να θεωρηθεί ότι αυτό επηρεάζεται από την ενίσχυση.
Το εμπόριο εξάλλου επηρεάζεται από την επίπτωση που έχει η ενίσχυση για την επιλογή του τόπου εγκατάστασης των ωφελουμένων επιχειρήσεων. Όταν για παράδειγμα, μια επιχείρηση μεταφέρει τις εγκαταστάσεις της από ένα κράτος μέλος σ' ένα άλλο, τοσο αυτή καθεαυτή η μεταφορά του τόπου εγκατάστασης, όσο και η παραγωγή και η διάθεση από τη νέα εγκατάσταση, οδηγούν σε μεταβολή του εμπορίου μεταξύ των κρατών μελών.
Οι ενισχύσεις που χορηγούνται βάσει του κοινού προγράμματος και τις οποίες αφορά η παρούσα υπόθεση εμπίπτουν στις διατάξεις του άρθρου 92 παράγραφος 1.
(2) Επειδή στην προκειμένη περίπτωση πρόκειται για περιφερειακές ενισχύσεις, οι μόνες εξαιρέσεις από τη χορήγηση ενισχύσεων, που θα μπορούσαν να εφαρμοσθούν είναι οι εξαιρέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 92 παράγραφος 3 στοιχεία α) και γ) οι οποίες προβλέπουν οίτ οι ενισχύσεις πρέπει να κατευθύνονται προς ορισμένους στόχους προς το συμφέρον της Κοινότητας και όχι μόνο προς το συμφέρον των κρατών μελών και των ωφελουμένων από τις ενισχύσεις. Οι εξαιρέσεις αυτές πρέπει να ερμηνεύονται περιοριστικά κατά την εξέταση των προγραμμάτων ενισχύσεων και των μεμονωμένων περιπτώσεων.
(1) BGBl. Ι, σ. 1861, όπως τροποποιήθηκε τελευταία με το νόμο περί τροποποιήσεως του νόμου για το κοινό πρόγραμμα της 23ης Δεκεμβρίου 1971 (BGBL. Ι, σ. 2140).
(2) Bundestagsdrucksachen 10/1279 της 11. 4. 1984 και 10/3562 της 25. 6. 1985.
(1) Investitionszulagengesetz, στην έκδοση που δημοσιεύθηκε BGBL. 1, σ. 648.
(2) Περιλαμβανομένων και δύο, κατά των των οποίων δεν είχε κινηθεί η διαδικασία (Wasserburg και Dueren).
(3) Αναφέρεται στο δωδέκατο γενικό σχέδιο του κοινού προγράμματος.
(1) ΕΕ αριθ. C 166 της 5. 7. 1985, σ. 6.
Ειδικότερα εξαιρέσεις μπορούν να δικαιολογηθούν μόνον στις περιπτώσεις εκείνες κατά τις οποίες η Επιτροπή διαπιστώνει ότι οι δυνάμεις της αγοράς δεν επαρκούν από μόνες τους για να παρακινηθούν οι ωφελούμενοι να ενεργήσουν κατά τέτοιο τρόπο ώστε να πραγματοποιηθεί ένας από τους στόχους που καθορίζονται στις διατάξεις περί εξαιρέσεων.
Αν οι εν λόγω εξαιρέσεις χορηγούνται χωρίς να υπάρχει τέτοια αιτιώδης συνάφεια, θα ήταν δυνατό να επηρεάζονται οι συναλλαγές μεταξύ κρατών μελών και να νοθεύεται ο ανταγωνισμός, χωρίς η ενίσχυση να παρέχει κάποιο αντιστάθμισμα για την Κοινότητα.
Όταν η Επιτροπή εφαρμόζει, κατά την εξέταση περιφερειακών προγραμμάτων ενισχύσεων τις προαναφερθείσες αρχές, πρέπει να έχει πεισθεί ότι στις εν λόγω περιοχές υπάρχουν αρκετά σοβαρές δυσκολίες, σε σύγκριση με το σύνολο της Κοινότητας, ώστε να δικαιολογείται η χορήγηση της ενίσχυσης και το προτεινόμενο ύψος της. Η εξέταση πρέπει να αποδείξει ότι η ενίσχυση είναι αναγκαία για την πραγματοποίηση των στόχων που ορίζονται στο άρθρο 92 παράγραφος 3 στοιχεία α) ή γ). Αν αυτό δεν μπορεί να αποδειχθεί, συνάγεται ότι η ενίσχυση δεν συμβάλλει προφανώς στην επιδίωξη των στόχων που καθορίζονται στις διατάξεις περί εξαιρέσεων, αλλά ότι παράγει απλώς τα συμφέροντα της σχετικής επιχείρησης.
(3) Σύμφωνα με το άρθρο 92 παράγραφος 3 στοιχείο α) της συνθήκης ΕΟΚ, μπορεί να θεωρηθεί ότι οι ενισχύσεις συμβιβάζονται με την κοινή αγορά, όταν προωθούν την ανάπτυξη περιοχών με ασυνήθως χαμηλό βιοτικό επίπεδο ή σοβαρή υποαπασχόληση.
Κατά την έναρξη της διαδικασίας ως προς τις ενισχύσεις που προβλέπονται στο δέκατο γενικό σχέδιο, η Επιτροπή διατύπωσε τη γνώμη ότι η οικονομική και κοινωνική κατάσταση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας δεν δικαιολογεί την εφαρμογή του άρθρου 92 παράγραφος 3 στοιχείο α) ούτε για το σύνολο της χώρας, ούτε για τις περιφέρειες. Η Επιτροπή ανακοίνωσε την άποψη αυτή στην ομοσπονδιακή κυβέρνηση στο παράρτημα στην επιστολή της 6ης Νοεμβρίου 1981. Η άποψη αυτή επιβεβαιώθηκε με νέα μελέτη που διεξήγαγε η Επιτροπή πριν από την έναρξη της διαδικασίας του άρθρου 93 παράγραφος 2, ως προς τις περιφερειακές ενισχύσεις των ομόσπονδων κρατών Baden-Wuerttemberg, Bayern, Hessen, Niedersachsen, Rheinland-Pfalz και Schleswig-Holstein, και ανακοινώθηκε στην ομοσπονδιακή κυβέρνηση στο παράρτημα της επιστολής της 10ης Αυγούστου 1984. Η Επιτροπή αναφέρεται ρητά στις δύο αυτές ανακοινώσεις.
Μετά από νέα εξέταση η Επιτροπή είναι της γνώμης ότι ούτε η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία ως σύνολο ούτε οι περιοχές στις οποίες αναφέρεται η παρούσα απόφαση αυτή, χαρακτηρίζονται από ασυνήθως χαμηλό βιοτικό επίπεδο ή σοβαρή υποαπασχόληση. Οι τρεις περιοχές, κατά της ενίσχυσης των οποίων κινήθηκε η διαδικασία, βρίσκονται στα ομόσπονδα κράτη Nordrhein-Westfalen και Bayern. Το κατά κεφαλής ακαθόριστο εγχώριο προϊόν των περιοχών αυτών ήταν το 1981 και το 1983 σημαντικά ανώτερο του κοινοτικού επιπέδου (στο Nordrhein-Westfalen 120 και 124 αντιστοίχως και στο Bayern 116 και 120), και επιπλέον η θέση και των δύο ομόσπονδων κρατών βελτιώθηκε σε σχέση με την Κοινότητα από το 1981 έως το 1984. Η ανεργία το Σεπτέμβριο του 1985 ήταν για το Nordrhein-Westfalen με τιμή 96 και για το Bayern με τιμή 58, σημαντικά κάτω από το κοινοτικό μέσο όρο.
(4) Σύμφωνα με το άρθρο 92 παράγραφος 3 στοιχείο γ), δύνανται να χορηγηθούν ενισχύσεις για την ανάπτυξη ορισμένων οικονομικών περιοχών εφόσον δεν αλλοιώνουν τους όρους των συναλλαγών κατά τρόπο που αντίκειται στο κοινό συμφέρον.
Η επίπτωση στους όρους εμπορίου από μια περιφερειακή ενίσχυση μπορεί να θεωρηθεί ως μη αντίθετη προς το κοινό συμφέρον, μόνο όταν μπορεί να διαπιστωθεί ότι οι εν λόγω περιοχές αντιμετωπίζουν σοβαρές δυσκολίες σε κοινοτικό επίπεδο, ότι οι δυνάμεις της αγοράς δεν μπορούν, χωρίς την ενίσχυση να εξαλείψουν τις δυσκολίες αυτέ, ότι το ύψος της ενίσχυσης είναι ανάλογο προς τις δυσκολίες αυτές και ότι η χορήγηση της ενίσχυσης δεν νοθεύει υπέρμετρα τον ανταγωνισμό σε ορισμένους οικονομικούς τομείς της οικονομίας.
Συνεπώς η Επιτροπή, όταν εξετάζει να οι περιφερειακές ενισχύσεις συμβιβάζονται με το άρθρο 92 παράγραφος 3 στοιχείο γ), πρέπει να λάβει υπόψη τόσο τις σοβαρές διαφορές μεταξύ των περιοχών της ίδιας χώρας, όσο και την κοινωνικοοικονομική κατάσταση των εν λόγω περιοχών σε κοινοτικό επίπεδο.
Η Επιτροπή ακολούθησε κατά την επανεξέταση αυτή τις προαναφερόμενες αρχές τις οποίες είχε εφαρμόσει ήδη για την πρώτη εξέταση των έξι περιοχών εργασίας πριν λάβει την απόφαση της όσον αφορά το δέκατο γενικό σχέδιο.
(5) Η επανεξέταση αυτή ήταν δυνατό να διεξαχθεί κανονικά χρησιμοποιώντας τα διαθέσιμα στοιχεία για τους μεμονωμένους δείκτες, χωρίς να αναμένεται η κατάρτιση από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση ενός νέου πίνακα κατάταξης των 179 περιοχών εργασίας της χώρας, βάσει ενημερωμένων στοιχείων. Ο πίνακας αυτός εμφανίζει τη σχετική θέση των περιοχών εργασίας, η οποία μπορεί να ποικίλει ανάλογα με την αξιολόγηση των διαφόρων δεικτών. Καταρχήν ο σκοπός της επανεξέτασης ήταν ο έλεγχος των επιτευχθέντων αποτελεσμάτων το 1983. Το πόρισμα της εξέτασης ανακοινώθηκε, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω στην ομοσπονδιακή κυβέρνηση με επιστολή της 20ής Ιουνίου 1983 η οποία δεν διατύπωσε αντιρρήσεις σχετικά με την εξέταση αυτή στην επιστολή της της 29ης Ιουλίου 1983. Εξάλλου, το αποτέλεσμα της επανεξέτασης δεν μεταβλήθηκε ουσιαστικά από τον πίνακα κατάρτισης που ίσχυε τότε. Οι τρεις από τις περιοχές εργασίας τις οποίες αφορούσε η διαδικασία κατατάσσονται διαδοχικά μεταξύ της 59ης και 61ης θέσεως. Η έκδηλη πρόθεση της ομοσπονδιακής κυβέρνησης να προβεί σε νέα οριοθέτηση των ενισχυόμενων περιοχών με βάση ενημερωμένα στοιχεία υποδηλώνει ότι θεωρεί τον πίνακα κατάταξης του 1981 ως μη ισχύοντα. Ως εκ τούτου δεν τίθεται το ερώτημα στα πλαίσια της παρούσας απόφασης, αν η Επιτροπή πρέπει να λάβει υπόψη τον πίνακα κατάταξης που έχει καταρτισθεί βάσει εθνικών αποκλειστικά κριτηρίων, ή αν μπορεί να τον τροποποιήσει εξετάζοντας τις ενισχύσεις που προορίζονται για τις διάφορες περιοχές εργασίας βάσει κοινοτικών κριτηρίων.
Τέλος πρέπει να επισημανθεί, ότι η παρούσα απόφαση βασίζεται στα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία σχετικά με την ανεργία και την ακαθάριστη προστιθέμενη αξία βάσει κόστους συντελεστών ανά κάτοικο για όλες τις περιοχές εργασίας της Γερμανίας. Η σύγκριση των αριθμών αυτών με το ομοσπονδιακό μέσο όρο καθιστά δυνατό τον καθορισμό της θέσης κάθε περιοχής εργασίας σε σχέση με το μέσο όρο όλων των άλλων περιφερειών.
(6) Βάσει των ανωτέρω δεν μπορεί να προβληθεί το επιχείρημα ότι η Επιτροπή δεν έλαβε επαρκώς υπόψη της την ανάγκη να μειωθούν οι υπάρχουσες εθνικές περιφερειακές διαφορές που υπάρχουν σε εθνικό επίπεδο ότι περιορίζει, αντίθετα προς τις συνθήκες το πεδίο δράσης της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας στον τομέα αυτό, και ότι στερεί από τα κράτη μέλη τις αρμοδιότητες σε θέματα περιφερειακής πολιτικής που τους έχουν ανατεθεί βάσει του άρθρου 104 της συνθήκης ΕΟΚ.
Καταρχήν η Επιτροπή έλαβε πλήρως υπόψη τις εθνικές διαφορές ανάπτυξης κατά την εξέταση των ενισχυομένων περιοχών. Όπως περιγράφεται στην παράγραφο 7, η Επιτροπή αφήνει στην ομοσπονδιακή κυβέρνηση ένα σημαντικό πεδίο δράσης για τη μείωση των περιφερειακών ανισοτήτων στη Γερμανία. Εξάλλου, λόγω του ότι ο αριθμός των ενισχυομένων περιοχών που θίγονται με την απόφαση αυτή είναι μικρός, δεν υπάρχει κίνδυνος να προκύψει περιορισμός της ελευθερίας δράσης της ομοσπονδιακής κυβέρνησης.
Τέλος η δράση της Επιτροπής δεν έρχεται σε αντίθεση με το άρθρο 104 της συνθήκης ΕΟΚ. Ακόμη και αν τα κράτη μέλη είναι υπεύθυνα, σύμφωνα με το άρθρο 104 της συνθήκης ΕΟΚ, για την άσκηση ορισμένης οικονομικής πολιτικής, η πολιτική αυτή πρέπει να συμβιβάζεται με το κοινοτικό συμφέρον. Αυτό προκύπτει επίσης από τα άρθρα 105 έως 109.
Στον τομέα των περιφερειακών ενισχύσεων, με τα άρθρα 92 και 93 αναγνωρίζονται στην Επιτροπή εξουσίες, οι οποίες θα ήσαν άνευ αντικειμένου αν ένα κράτος μέλος μπορούσε να αποφύγει τις υποχρεώσεις που έχει βάσει των διατάξεων της συνθήκης, προβάλλοντας το επιχείρημα ότι η δράση του αποτελεί μέρος της οικονομικής πολιτικής του. Οι διατάξεις της συνθήκης σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις πρέπει επίσης να εφαρμοσθούν βάσει του άρθρου 104. Τα άρθρα 92 και 93 υπερισχύουν του άρθρου 104.
(7) Η Επιτροπή εξέτασε την κοινωνικοοικονομική κατάσταση των έξι περιοχών εργασίας τόσο σε εθνικά, όσο και σε κοινοτικά πλαίσια. Για να εξασφαλίσει ότι η εκτίμηση της με κοινοτικά κριτήρια ειναι συστηματική και αντικειμενική, η Επιτροπή ανέπτυξε μια μέθοδο, με τη βοήθεια της οποίας μπορούν να καθορισθούν για δεδομένο κράτος μέλος, γενικά κατώτα όρια για την έγκριση των ενισχύσεων που βασίζονται μέσω στη διαρθρωτικής ανεργία και στο ακαθάριστο εγχώριο προϊόν ανά κάτοικο.
Τα κατώτα αυτά όρια επανεξετάζονται τακτικά βάσει των τελευταίων στοιχείων. Σύμφωνα με τις ισχύουσε τιμές αυτών, θεωρείται ως ενισχυόμενη μια περιοχή της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, όταν το κατά κεφαλήν ακαθάριστο εγχώριο προϊόν της ή η ακαθάριστη προστιθέμενη αξία ανά κάτοικο είναι κατώτερο απο 76 % του ομοσπονδιακού μέσου όρου ή το ποσοστό ανεργίας της, κατά τη διάρκεια περιόδου πέντε ετών, υπερβαίνει κατά 145 % τον ομοσπονδιακό μέσο όρο. Οι τιμές αυτές των κατωτάτων ορίων ανακοινώθηκαν στην ομοσπονδιακή κυβέρνηση με επιστολή της 31ης Ιουλίου 1985 προς τον ομοσπονδιακό υπουργό οικονομίας και στις 22 Ιανουαρίου 1986 η ομοσπονδιακή κυβέρνηση ανακοίνωσε ότι έλαβε γνώση αυτών. Εξάλλου πρέπει να τονισθεί ότι, όπως προκύπτει από τους κατωτέρω πίνακες, τα αποτελέσματα της κοινωνικοοικονομικής εξέτασης δεν θα ήταν διαφορετικά αν είχαν εφαρμοσθεί τα κατώτατα όρια με βάση τα οποία κινήθηκε η διαδικασία κατά του 10ου γενικού σχεδίου του κοινού προγράμμματος στις 6 Νοεμβρίου 1981 (ακαθάριστο εγχώριο προϊόν 73, ανεργία 130).
Για τους σκοπούς της παρούσας απόφασης έπρεπε να συγκριθούν οι περιφερειακές τιμές της ακαθάριστης προστιθέμενης αξίας για το 1980 και 1982 με τα κατώτατα όρια που υπολογίσθηκαν βάσει των ετών 1979, 1981 και 1983, επειδή λόγω της αλλαγής της μεθόδου κατάρτισης των εθνικών λογαριασμών στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας δόθηκαν τιμές στην Επιτροπή μόνο για τα δύο αυτά έτη. Για την ανεργία συγκρίθηκαν οι περιφερειακές τιμές των ετών 1980-1984 με τα κατώτατα όρια που υπολογίσθηκαν βάσει των ετών 1979, 1981 και 1983, επειδή ο εναρμονισμένος υπολογισμός της ετήσιας ανεργίας στην Κοινότητα λαμβάνει χώρα κάθε δύο χρόνια. Η απόκλιση των συγκρινόμενων ετών δεν επιφέρει καμία μεταβολή της εκτίμησης εις βάρος της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας.
Το αποτέλεσμα από την εφαρμογή των κατώτατων ορίων πρέπει ωστόσο να θεωρηθεί ως μια πρώτη εκτίμηση· σε δεύτερο στάδιο η εκτίμηση αυτή μπορεί να διορθωθεί, εάν προκύψει βάσει άλλων δεικτών αντίθετο αποτέλεσμα όσον αφορά την παρούσα κατάσταση ή την μελλοντική εξέλιξη των υπόψη περιοχών.
Μια πρώτη εξέταση σύμφωνα με τη μέθοδο αυτή δίνει τις ακόλουθες τιμές για τις έξι περιοχές εργασίας:
1.2.3 // // // // // Κατά κεφαλήν
ακαθάριστη
προστιθέμενη
αξία σε κόστος
συντελεστών
1980/1982
// Μέσος δείκτης
ανεργίας
1980-1984 // // // // Itzehoe // 89,3 // 148,9 // Alfeld // 71,4 // 120,9 // Kleve-Emmerich // 80,0 // 120,9 // Holzminden-Hoexter // 75,9 // 147,4 // Landsberg // 87,9 // 70,3 // Miesbach // 83,5 // 75,9 // // //
Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι μπορεί να θεωρηθεί συμβιβάσιμη με την κοινή αγορά η χορήγηση ενισχύσεων στις περιοχές εργασίας Itzehoe -λόγω της διαρθωτικής ανεργίας-, Alfeld -λόγω του χαμηλού επιπέδου οικονομικής δραστηριότητας-, και Holzminden-Hoexter -λόγω της διαρθρωτικής ανεργίας. Επειδή η Επιτροπή δεν διαθέτει κανένα στοιχείο για τις περιοχές αυτές από το οποίο να προκύπτει ότι πρέπει να συναχθεί αντίθετο αποτέλεσμα, δεν προβάλει καμιά αντίρρηση ως προς τη χορήγηση ενισχύσεως.
(8) Αντίθετα, η χορήγηση ενίσχυσης στις περιοχές εργασίας Kleve-Emmerich, Landsberg και Miesbach μπορούσε να θεωρηθεί ότι δε συμβιβάζεται με την κοινή αγορά βάσει της πρώτης εκτίμησης.
Στο δεύτερο στάδιοτης εκτίμησης η Επιτροπή επανεξέτασε την κοινωνικοοικονομική ανάλυση στην οποία είχε προβεί κατά την έναρξη της διαδικασίας στην οποία γίνεται ρητή παραπομπή, βάσει των νεωτέρων εξελίξεων στον τομέα της ανεργίας και των νεωτέρων στοιχείων για το ακαθάριστο εγχώριο προϊόν βάσει κόστους συντελεστών (δημοσιεύθηκαν το φθινόπωρο του 1984) καθώς και των επιχειρημάτων που διατύπωσε η ομοσπονδιακή κυβέρνηση. Τα συμπεράσματα για τις τρεις περιοχές εργασίας είναι τα εξής:
Kleve-Emmerich
Η τιμή του δείκτη της ακαθάριστης προστιθέμενης αξίας ανά κάτοικο βάσει κόστους συντελεστών ήταν το 1980 80,7 και το 1982 79,3 σε σχέση με τον ομοσπονδιακό μέσο όρο. Η ελαφρά πτώση του επιπέδου της οικονομικής δραστηριότητας (περίπου 1,4 ποσοστιαίας μονάδας) δεν δείχνει κατ' ανάγκη επιδείνωση της οικονομικης διάρθρωσης. Ο σχετικός δείκτης για το 1978 ήταν 80,4.
Το γεγονός ότι, όπως επικαλείται η ομοσπονδιακή κυβέρνηση το κατά κεφαλήν εισόδημα μειώθηκε σε σύγκριση με το εθνικό, από 93 % το 1978 σε 91 % το 1984, δεν μεταβάλλει την σχετικά ευνοϊκή εξέλιξη όσον αφορά την οικονομική δραστηριότητα στην περιοχή. Η μεταβολή είναι επίσης ασήμαντη και το επίπεδο εξακολουθεί να παραμένει στον κοντά στον ομοσπονδιακό μέσο όρο.
Η ομοσπονδιακή κυβέρνηση ανήγγειλει εξάλλου, το Μάϊο του 1985, ότι θα καταργηθούν 500 θέσεις εργασίας στην περιφέρεια Kreis και ότι επιπλέον κινδυνεύουν σοβαρά 850 θέσεις.
Ενώ το ποσοστό ανεργίας για το Σεπτεμβριο 1984 (11,12 % = 129 % του ομοσπονδιακού μέσου όρου) και το ετήσιο ποσοστό (11,15 % = 123 % του ομοσπονδιακού μέσου όρου) δεν σημείωσαν αξιόλογη αύξηση σε σχέση με εκείνο του προηγούμενου έτους (10,76 % = 125 %) για τον Σεπτέμβριο του 1983 και 10,78 = 119 % για τον ετήσιο μέσο όρο 1983), τον Σεπτέμβριο του 1985 ανήλθε σε 12,83 %, δηλαδή 148 % του ομοσπονδιακού μέσου όρου. Αυτό σημαίνει απώλεια 872 θέσεων εργασίας μεταξύ Σεπτεμβρίου 1984 και Σεπτεμβρίου 1985. Σύμφωνα με τις πληροφορίες που έλαβε η Επιτροπή, η μεγάλη αύξηση της ανεργίας σε σχέση με τον ομοσπονδιακό μέσο όρο οφείλεται εν μέρει στην δημογραφική αύξηση του εργατικού δυναμικού και εν μέρει στην απώλεια θέσεων εργασίας κατά το χρονικό αυτό διάστημα. Σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες, πρέπει να αναμένεται απώλεια και άλλων θέσεων εργασίας, χωρίς όμως να προβλέπεται η αναπλήρωση τους.
Η επιδείνωση της κατάστασης της αγοράς εργασίας δικαιολογεί της έγκριση για τη χορήγηση ενισχύσεως στην περιοχή εργασίας μέχρις τις 31 Δεκεμβρίου 1986. Η Επιτροπή θα επανεξετάσει την κοινωνικοοικονομική θέση της περιοχής πριν από την ημερομηνία αυτή.
Landsberg
Η κατά κεφαλή ακαθάριστη προστιθέμενη αξία, βάσει κόστους συντελεστών, έφθασε το 1980 το 86,8 και το 1982 το 89 σε σχέση με τον ομοσπονδιακό μέσο όρο. Το ακαθάριστο εγχώριο προϊόν ανά κάτοικο για το έτος 1978 έφθασε το 81. Οι αριθμοί αυτοί δηλώνουν μια σταθερή αύξηση της οικονομικής δραστηριότητας σ' αυτή την περιοχή εργασίας. Η ομοσπονδιακή κυβέρνηση ισχυρίσθηκε, χωρίς να το αποδείξει με στοιχεία, ότι το ποσοστό δραστηριότητας είναι χαμηλό και το ποσοστό των εργαζομένων των οποίων ο τόπος εργασίας βρίσκεται εκτός της περιφέρειας είναι υψηλό. Πρέπει να παρατηρηθεί ότι αυτό οδηγεί σε μια σχετική χαμηλή ακαθάριστη προστιθέμενη αξία ανά κάτοικο.Όπως προκύπτει από τους προαναφερθέντες αριθμούς δεν παρουσιάζεται μέχρι τώρα κανένα περιφερειακό πρόβλημα στο Landsberg. Εξάλλου υπάρχουν αμφιβολίες σχετικά με το χαμηλό ποσοστό απασχόλησης στο Landsberg Η Επιτροπή δήλωσε ότι το επίπεδο απασχόλησης στα ορυχεία και στη μεταποιητική βιομηχανία ανέρχεται σε 94 % του ομοσπονδιακού μέσου όρου. Το ποσοστό απασχόλησης ανακοινώθηκε από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση -68,6 % του μέσου όρου στη Βαυαρία- όσον αφορά μόνο τις επιχειρήσεις που απασχολούν περισσότερους από 20 εργαζομένους και δεν περιλαμβάνει τον σχετικά υψηλό αριθμό των απασχολουμένων σε μικρές επιχειρήσεις στις αγροτικές περιοχές. Εξάλλου η διοικητική περιφέρεια Landsberg από το 1980 μέχρι το 1983, κατελάμβανε τη δεύτερη θέση από πλευράς αύξησης του αριθμού των εργαζομένων που επιβαρύνονται με εισφορές κοινωνικής ασφάλισης (8,9 %) μεταξύ όλων των περιοχών της χώρας.
Όπως ήδη αναφέρθηκε ένα μεγάλο ποσοστό εργαζομένων των οποίων ο τόπος εργασίας βρίσκεται έξω από την περιφέρεια επιφέρει μείωση της κατά κεφαλήν ακαθάριστης προστιθέμενης αξίας. Εξ αυτού συμπεραίνεται ότι η προστιθέμενη αξία ανά εργαζόμενο -και ως εκ τούτου η παραγωγικότητα της περιφερειακής οικονομίας στο Landsberg- είναι υψηλότερη από την τιμή του δείκτη (89) που αναφέρεται.
Η ομοσπονδιακή δημοκρατία ισχυρίσθηκε επίσης ότι πρέπει να αναμένονται απώλειες θέσεων σε ορισμένους οικονομικούς κλάδους· δεν δόθηκαν όμως σχετικά περισσότερες εξηγήσεις. Λόγω της ευνοϊκής κατάστασης που επικρατεί στην αγορά εργασίας της περιφέρειας -το ποσοστό ετήσιας ανεργίας έφθασε μόνο το 70 % το 1984 και το Σεπτέμβριο του 1985 μόνο το 60 % του ομοσπονδιακού μέσου όρου- δεν αναμένει να προκύψουν σοβαρά περιφερειακά προβλήματα ακόμα και αν υπάρξουν απώλειες θέσεων εργασίας.
Τέλος το επιχείρημα ότι η περιοχή Landsberg πρέπει να ενισχυθεί λόγω της γειτνιάσεως της με το Μόναχο δεν είναι αποφασιστικής σημασίας. Δεδομένης της κοινωνικοοικονομικής κατάστασης της όπως περιγράφεται ανωτέρω, η κατάργηση των ενισχύσεων δεν είναι δυνατό να παρακινήσει σημαντικά περισσότερες επιχειρήσεις να επιλέξουν ως τόπο εγκατάστασης τους το γειτονικό Μόναχο.
Συνάγεται λοιπόν ότι η ενίσχυση για επενδύσεις στη βιομηχανία και τη βιοτεχνία με εξαίρεση το τουρισμό, βάσει του κοινού προγράμματος στην περιοχή εργασίας Landsberg, είναι ασυμβίβαστη με την κοινή αγορά.
Miesbach
Στην περιοχή εργασίας Miesbach η κατά κεφαλήν ακαθάριστη προστιθέμενη αξία βάσει του κόστους συντελεστών έφθασε το 1980 το 83,5 και το 1982 το 83,4. Οι τιμές παρέμειναν σχεδόν οι ίδιες και σε σύγκριση με το ακαθάριστο εγχώριο προϊόν ανά κάτοικο για το 1978 (79 ο ομοσπονδιακός μέσος όρος) βελτιώθηκαν.
Όπως για την περιοχή Landsberg, έτσι και για το Miesbach, η ομοσπονδιακή κυβέρνηση τόνισε το χαμηλό ποσοστό εργαζομένων στα ορυχεία και στην μεταποιητική βιομηχανία (56,8 % του μέσου όρου στη Βαυαρία). Εάν συμπεριληφθούν οι απασχολούμενοι στις μικρές επιχειρήσεις, το ποσοστό ανέρχεται σε 66,7 % του μέσου όρου του κρατιδίου και 72 % του ομοσπονδιακόυ μέσου όρου. Αυτό δεν μπορεί να θεωρηθεί περιφερειακό πρόβλημα σε μια περιοχή εργασίας που κατά το μεγαλύτερο μέρος της είναι τουριστική.
Η κατάσταση της αγοράς εργασίας στην περιοχή είναι ευνοϊκή. Το ετήσιο ποσοστό ανεργίας βελτιώθηκε σε σχέση με τον ομοσπονδιακό μέσο όρο για το 1984 (71 %), έναντι του 75 % που είχε καταγραφεί για το προηγούμενο έτος. Τον Σεπτέμβριο του 1985 το ποσοστό αυτό ήταν μόνο 63 % του ομοσπονδιακού μέσου όρου. Οι απώλειες θέσεων εργασίας στο Penzberg που ανέφερε η ομοσπονδιακή κυβέρνηση δεν παρεμπόδισαν τη σταθερή σχετική μείωση της ανεργίας, ούτε και αναμένεται ότι αυτή πρόκειται να επηρεασθεί από το κλείσιμο της επιχείρησης στο Bad Toelz.
Ο αριθμός των εργαζομένων των οποίων ο τόπος εργασίας βρίσκεται έξω από την περιοχή εργασίας έχει αναμφίβολα συνέπειες στην τιμή, της κατά κεφαλήν ακαθάριστης προστιθέμενης αξίας, χωρίς όμως να προκύπτει περιφερειακό πρόβλημα, όπως φαίνεται από τα διαθέσιμα στοιχεία. Συμπεραίνεται ότι η προστιθέμενη αξία ανά εργαζόμενο, που αποτελεί μέτρο της παραγωγικότητας της περιφερειακής οικονομίας, είναι στο Miesbach υψηλότερη από αυτή ανά κάτοικο.
Ως εκ τούτου η ενίσχυση για επενδύσεις στη βιομηχανία και τη βιοτεχνία, με εξαίρεση τον τουρισμό, βάσει του κοινού προγράμματος στην περιοχή εργασίας του Miesbach είναι ασυμβίβαστη με την κοινή αγορά.
(9) Όσον αφορά την προώθηση του τουρισμού αξίζει να σημειωθούν τα ακόλουθα:
Η ομοσπονδιακή κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι η ενίσχυση για τον τουρισμό στην περιοχή εργασίας Miesbach πρόκειται για την ενίσχυση μικρομεσαίων και ιδίως οικογενειακών επιχειρήσεων. Βάσει των διαπιστώσεων της Επιτροπής αυτό ισχύει επίσης για την ενίσχυση στις τουριστικές περιοχές της περιοχή εργασίας Landsberg Υπό τις συνθήκες αυτές, συμπεραίνεται ότι η προώθηση του τουρισμού στις δύο περιοχές εργασίας, και αν ακόμη έχει επιπτώσεις στην τουριστική κίνηση, αυτό δεν συμβαίνει σε βαθμό αντίθετο προς το κοινό συμφέρον. Η Επιτροπή έλαβε υπόψη της ότι και οι δύο περιοχές εργασίας των οποίων οι τοποθεσίες έχουν χαρακτηρισθεί από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση ως τουριστικές περιοχές λόγω της γεωγραφικής τους θέσης έχουν τις φυσικές προϋποθέσεις για την ανάπτυξη του τουρισμού, αλλά δεν διαθετουν επαρκή υποδομή. Η χορήγηση ενισχύσεων θα μπορούσε να συμβάλει στη βελτίωση της τουριστικής υποδομής και στην εκμετάλλευση των φυσικών πλεονεκτημάτων της περιοχής αυτής. Υπό τις συνθήκες αυτές, οι ενισχύσεις για την προώθηση του τουρισμού μπορούν να θεωρηθούν ότι συμβιβάζονται με την κοινή αγορά βάσει του άρθρου 92 παράγραφος 3 στοιχείο γ).
Για να είναι σε θέση να ελέγχει ότι η προώθηση του τουρισμού θα παραμείνει και στο μέλλον εντός των καθορισμένων πλαισίων, η Επιτροπή θα λαμβάνει ετήσια έκθεση στην οποία πρέπει να αναφέρονται ιδίως το συνολικό ποσό των χορηγουμένων ενισχύσεων, το ύψος των ενισχυομένων επενδύσεων και ο αριθμός των περιπτώσεων ενισχύσεως. Στην περίπτωση επενδύσεων που πραγματοποιούνται από τουριστικές εκμεταλλεύσεις που απασχολούν περισσότερους από 50 εργαζόμενους, πρέπει να αναφέρεται η χορηγούμενη ενίσχυση και το ύψος της ενισχυόμενης επενδύσεως για κάθε περίπτωση.
(10) Πρέπει να προβλεφθεί προθεσμία για την κατάργηση των ενισχύσεων οι οποίες είναι ασυμβίβαστες με την κοινή αγορά. Η Επιτροπή καθορίζει ως ημερομηνία λήξης της προθεσμίας αυτής την 30ή Ιουνίου 1986. Μέχρι τότε οι αιτήσεις για χορήγηση ενισχύσεως για βιομηχανικές επενδύσεις στις περιοχές εργασίας του Landsberg και Miesbach μπορούν ακόμη να υποβληθούν σύμφωνα με τις διατάξεις του 13ου γενικού σχεδίου του κοινού προγράμματος «βελτίωση των περιφερειακών οικονομικών διαρθρώσεων » οι οποίες καθορίζουν το ποσό των ενισχύσεων που έχει εγκρίνει η Επιτροπή,
ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΗΝ ΠΑΡΟΥΣΑ ΑΠΟΦΑΣΗ:
Άρθρο 1
Η χορήγηση ενισχύσεων για επενδύσεις στη βιομηχανία και τη βιοτεχνία με εξαίρεση τον τουρισμό βάσει του κοινού προγράμματος «βελτίωση των περιφερειακών οικονομικών διαρθρώσεων» στις περιοχές εργασίας του Landsberg και Miesbach είναι ασυμβίβαστη με την κοινή αγορά σύμφωνα με το άρθρο 92 παράγραφος 1 της συνθήκης ΕΟΚ. Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας καταργεί τις ενισχύσεις αυτές από την 1η Ιουλίου 1986. Οι αιτήσεις για ενισχύσεις που έχουν υποβληθεί μέχρι τις 30 Ιουνίου 1986 μπορεί να αποτελούν αντικείμενο απόφασης σύμφωνα με τις διατάξεις του 13ου γενικού σχεδίου του κοινού προγράμματος.
Άρθρο 2
Η χορήγηση ενισχύσεων για επενδύσεις εκ μέρους τουριστικών εκμεταλλεύσεων στις τουριστικές ζώνες των περιοχών εργασίας Landsberg και Miesbach, βάσει του κοινού προγράμματος «Βελτίωση των περιφερειακών οικονομικών διαρθρώσεων», θεωρείται συμβιβάσιμη με την κοινή αγορά κατά την έννοια του άρθρου 92 παράγραφος 3 συνθήκης ΕΟΚ. Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας διαβιβάζει στην Επιτροπή ετησίως, πριν από το τέλος του πρώτου εξαμήνου, έκθεση στην οποία αναφέρονται το συνολικό ποσό των χορηγουμένων ενισχύσεων, το ύψος των ενισχυομένων επενδύσεων και ο αριθμός των περιπτώσεων ενισχύσεως του προηγούμενου έτους. Στην περίπτωση επενδύσεων των τουριστικών επιχειρήσεων που απασχολούν περισσότερους από 50 εργαζόμενους, αναφέρονται για κάθε περίπτωση οι χορηγομενες ενισχύσεις για το ύψος των επενδύσεων.
Άρθρο 3
Η χορήγηση ενισχύσεων βάσει του κοινού προγράμματος «Βελτίωση των περιφερειακώνοικονομικών διαρθρώσεων» στην περιοχή εργασίας Kleve-Emmerich θεωρείται μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 1986 συμβιβάσιμη με την κοινή αγορά κατά την έννοια του άρθρου 92 παράγραφος 3 της συνθήκης ΕΟΚ. Μετά την πάροδο της προθεσμίας αυτής, η Επιτροπή θα επανεξετάσει την κοινωνικοοικονομική κατάσταση αυτής της περιοχής εργασίας.
Άρθρο 4
Η χορήγηση ενισχύσεων βάσει του κοινού προγράμματος «Βελτίωση των περιφερειακών οικονομικών διαρθρώσεων» στις περιοχές εργασίας Intzehoe, Alfeld και Holzminden-Hoexter θεωρείται συμβιβάσιμη με την κοινή κοινή αγορά την έννοια του άρθρου 92 παράγραφος 3 συνθήκης ΕΟΚ.
Άρθρο 5
Η παρούσα απόφαση δεν επηρεάζει την εφαρμογή κανόνων του κοινοτικού δικαίου, που εφαρμόζονται σε ορισμένους τομείς της βιομηχανίας και γεωργίας καθώς και στις βιομηχανικά οργανομένες γεωργικές εκμεταλλεύσεις.
Άρθρο 6
Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ενημερώνει την Επιτροπή, σε προθεσμία δύο μηνών από την κοινοποίηση της παρούσας απόφασης σχετικά με τα μέτρα που έλαβε για να συμμορφωθεί με αυτή.
Άρθρο 7
Η παρούσα απόφαση απευθύνεται στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας.
Βρυξέλλες, 19 Φεβρουαρίου 1986.
Για την Επιτροπή
Peter SUTHERLAND
Μέλος της Επιτροπής
Top