ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
SIR GORDON SLYNN
της 5ης Δεκεμβρίου 1984 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαατές,
Στις υποθέσεις 55/83 και 56/83η Ιταλική Δημοκρατία ζητεί τη μερική ακύρωση δύο αποφάσεων με τις οποίες η Επιτροπή αρνήθηκε να καταλογίσει στο Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων ( ΕΓΤΠΕ ) ορισμένα ποσά που κατέβαλε ο Ιταλικός Οργανισμός Παρεμβάσεως ( ΑΙΜΑ ). Η πρώτη υπόθεση αφορά την απόφαση της Επιτροπής 83/37 ( ΕΕ 1983, L 38, σ. 30 ) της 14ης Ιανουαρίου 1983 σχετικά με το οικονομικό έτος 1976η δεύτερη υπόθεση αφορά την απόφαση της Επιτροπής 83/48 της ίδιας ημερομηνίας, η οποία όμως αφορά το οικονομικό έτος 1977 ( ΕΕ 1983, L 40, σ. 55 ). Και στις δύο περιπτώσεις πρόκειται για καταβολές που αφορούν τους επιτραπέζιους οίνους και, εφόσον και στις δύο περιπτώσεις ανακύπτουν τα ίδια προβλήματα, ενδείκνυται να τις πραγματευθώ και τις δύο σε μια αγόρευση. Επιπροσθέτως όμως, στη μεν υπόθεση 55/83 ανακύπτει ζήτημα ως προς τις καταβολές για το κρέας, στη δε υπόθεση 56/83 ως προς τις καταβολές για τα δημητριακά.
Οίνος
Σύμφωνα με τον κανονισμό 816/70 του Συμβουλίου της 28ης Απριλίου 1970 (GU 1970, L 99, σ. 1 ) αν, σύμφωνα με τις προβλέψεις, η παραγωγή οίνου για δεδομένη περίοδο υπερβαίνει ορισμένα όρια, πρέπει να δίνονται ενισχύσεις για ιδιωτική αποθεματοποίηση. Αν υπάρχει περίπτωση το μέτρο αυτό να μην είναι αποτελεσματικό για τη βελτίωση των τιμών, είναι δυνατό να θεσπιστούν μέτρα για την απόσταξη του οίνου. Οι όροι πραγματοποιήσεως της απόσταξης πρέπει να είναι τέτοιοι ώστε να εξασφαλίζεται ότι δεν πρόκειται να διακινδυνεύσει η ισορροπία της αγοράς αιθυλικής αλκοόλης ( άρθρο 7 ).
Βάσει των παραπάνω διατάξεων, με τον κανονισμό 567/76 του Συμβουλίου ( GU 1976, L 67, σ. 25 ) θεσπίστηκαν κανόνες για την απόσταξη οίνου που θα γίνει, εντός της Κοινότητας, μεταξύ 1ης Απριλίου και 31ης Ιουλίου 1976. Ο εν λόγω κανονισμός όρισε κατώτατη τιμή αγοράς λαμβάνοντας υπόψη ότι « η τιμή των οίνων που προορίζονται για απόσταξη δεν πρέπει να αποτελεί ενθάρρυνση στην παραγωγή οίνων που προορίζονται κυρίως για απόσταξη, μολονότι πρέπει να είναι αρκετά ελκυστική, ώστε η απόσταξη να είναι αποτελεσματική ». Ο κανονισμός όρισε επίσης το ύψος της ενίσχυσης προς τους παραγωγούς, ενώ το υπόλοιπο της τιμής καταβάλλεται από τον αποστακτή.
Επειδή ορισμένοι παραγωγοί « δίστασαν να επωφεληθούν από την επιλογή που προσέφερε ο εν λόγω κανονισμός και δεν υπέβαλαν εγκαίρως αίτηση », έγινε πρόβλεψη για δεύτερη απόσταξη για την περίοδο μεταξύ 15ης Ιουνίου και 30ης Σεπτεμβρίου 1976.
Ο ΑΙΜΑ κατέβαλε σημαντικά ποσά για τον οίνο που είχε αποσταχθεί. Η πρώτη ένσταση που προέβαλε η Επιτροπή για να δικαιολογήσει την άρνηση της να αναλάβει το βάρος των αντίστοιχων λογαριασμών αφορά το σύνολο των παραπάνω ποσών η δεύτερη και τρίτη ένσταση αφορούν αποκλειστικά ορισμένες από τις σχετικές συμβάσεις. Η Επιτροπή παραιτήθηκε από τις άλλες ενστάσεις της ιδίως ως προς το απαράδεκτο της προσφυγής και ως προς το ότι τα σχετικά ποσά κακώς είχαν καταβληθεί στους αποστακτές και όχι στους παραγωγούς.
1.
Η πρώτη και σημαντικότερη ένσταση συνίσταται στο ότι στις 18 Μαρτίου 1976, τρεις μέρες μετά την έκδοση του κανονισμού 567/76, εκδόθηκε νομοθετικό διάταγμα ( αριθ. 46), με το οποίο αυξήθηκε η φορολογία της αλκοόλης από οίνο και της αλκοόλης από μελάσσα κατά τέτοιο τρόπο, ώστε η αλκοόλη από οίνο να γίνει φθηνότερη από την αλκοόλη από μελάσσα.
Πριν από την έκδοση του ιταλικού νομοθετικού διατάγματος, και στην πραγματικότητα μετά το 1970, τόσο η αλκοόλη από οίνο όσο και η αλκοόλη από μελάσσα βαρύνονταν με φόρο παρασκευής ύψους 90000 λιρετών ανά εκατόλιτρο. Επιπλέον, η αλκοόλη από μελάσσα βαρυνόταν με κρατικό φόρο ύψους 27000 λιρετών ανά εκατόλιτρο, μέγεθος που παρέμεινε αμετάβλητο από το 1955. Εχει γίνει δεκτό ότι, πριν από την έκδοση του παραπάνω διατάγματος, η τιμή πωλήσεως αλκοόλης από μελάσσα ήταν 143000 λιρέτες, ενώ η τιμή πωλήσεως αλκοόλης από οίνο ήταν 147000 λιρέτες ανά εκατόλιτρο. Το νομοθετικό διάταγμα 46 αύξησε το φόρο παρασκευής και για τα δύο προϊόντα σε 120000 λιρέτες, ενώ ο κρατικός φόρος αυξήθηκε σε 40000 λιρέτες για την αλκοόλη από μελάσσα. Μολονότι τα σχετικά μεγέθη δεν έχουν προσκομιστεί στο σύνολο τους, είναι, εν πάση περιπτώσει, βέβαιο ότι η αλκοόλη από οίνο επωλείτο 185000 λιρέτες, ενώ η αλκοόλη από μελάσσα 188000 λιρέτες.
Η Ιταλική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι οι παραπάνω ενέργειες της απετέλεσαν νομική άσκηση της φορολογικής εξουσίας της. Το νομοθετικό διάταγμα δεν περιοριζόταν στην αλκοόλη· κάλυπτε πολλά άλλα προϊόντα και περιελάμβανε, σε σημαντικό βαθμό, αναπροσαρμοσμένους φόρους ώστε να ληφθούν υπόψη οι συνέπειες του πληθωρισμού. Η Ιταλική Κυβέρνηση, μολονότι αναγνωρίζει ότι είναι δυνατό ένα δημοσιονομικό μέτρο να είναι ασυμβίβαστο προς το κοινοτικό δίκαιο, εφόσον ο σκοπός ή οι συνέπειες του μπορούν να διαταράξουν την αγορά, διατείνεται ότι ένα τέτοιο μέτρο δεν είναι ασυμβίβαστο προς το κοινοτικό δίκαιο αν ο σκοπός και οι κύριες συνέπειες είναι δημοσιονομικής φύσεως, ενώ οποιαδήποτε άλλη επίδραση του στην αγορά είναι ελάσσονος σημασίας.
Στην προκειμένη περίπτωση, κανείς δεν ισχυρίστηκε ότι οι επίδικοι φόροι δημιουργούσαν διακρίσεις και έρχονταν σε αντίθεση με το άρθρο 95 της Συνθήκης ή ότι υφίσταται οποιαδήποτε κρατική ενίσχυση αντίθετη προς το άρθρο 92. Η Επιτροπή, όμως, στηρίζεται στην απόφαση του Δικαστηρίου στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 15 και 16/76, Γαλλία κατά Επιτροπής (Race. 1979, σ. 321 και σελίδες 338 έως 341 ) όπου αναφέρεται ότι, « όσον αφορά την εφαρμογή μιας κοινοτικής ρύθμισης, τα κράτη μέλη δεν μπορούν να λαμβάνουν μονομερώς πρόσθετα μέτρα που θα μπορούσαν να θέσουν σε κίνδυνο την ισότητα μεταχείρισης μεταξύ των εμπόρων εντός ολόκληρης της Κοινότητας και να νοθεύσουν έτσι τους όρους ανταγωνισμού μεταξύ των κρατών μελών ». Έστω Kt αν στην προκειμένη περίπτωση δεν επρόκειτο για ενίσχυση με την ακριβή έννοια του όρου, όπως στη γαλλική περίπτωση, όπου τόσο η πρόθεση (να παρασχεθεί πρόσθετη ενίσχυση επειδή η Γαλλική Κυβέρνηση είχε τη γνώμη ότι τα μέτρα και οι ενισχύσεις που είχε θεσπίσει η Κοινότητα ήταν ανεπαρκή) όσο και το αποτέλεσμα (δόθηκε ως ενίσχυση διπλάσιο ποσό αυτού που προοριζόταν να καλυφθεί από την κοινοτική ενίσχυση προς τη Γαλλία) ήταν ξεκάθαρα, η βασική αρχή είναι η ίδια και εφαρμόζεται στην υπό κρίση περίπτωση κατά το μέτρο που αποτελεί έμμεση ενίσχυση.
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, αν διαπιστωθεί ότι ένα εθνικό μέτρο έχει ως σκοπό και ως αποτέλεσμα να παρέμβει στη λειτουργία μέτρων που έχει λάβει η Επιτροπή στο πλαίσιο μιας οργάνωσης αγοράς, το κράτος μέλος δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι ό,τι έγινε δήθεν στο πλαίσιο της κοινοτικής ρύθμισης συμφωνούσε με το κοινοτικό δίκαιο και ότι, επομένως, δικαιούται να προβάλει αξιώσεις έναντι του ΕΓΤΠΕ.
Νομίζω ότι ο ισχυρισμός αυτός είναι υπερβολικός. Δεν πιστεύω ότι ένα κράτος μέλος χάνει αυτομάτως το δικαίωμα αξιώσεων του από το Ταμείο αν θεσπίσει μέτρα που είναι δυνατό να αποδειχτούν ότι δεν είχαν καμία επίδραση στη λειτουργία ενός μηχανισμού όπως αυτός που μας ενδιαφέρει, έστω και αν αυτός ήταν ο σκοπός τους. Εξάλλου, εάν υπάρχει πρόθεση να ληφθούν πρόσθετα μέτρα, τα οποία υπό κανονικές συνθήκες είναι δυνατό να συνεπάγονται στρεβλώσεις επί των πράξεων που έχουν συντελεστεί στο κοινοτικό επίπεδο, τότε είναι δυνατό να συναχθεί κάτι τέτοιο μέχρις αποδείξεως του εναντίου. Σε υποθέσεις όπως η 177/78, Pigs and Bacon Commission κατά McCarren & Co. Ltd ( Race. 1979, σ. 2161 ), οι συνεκδικασθείσες υποθέσεις 36 και 71/80, Irish Creamery Association κατά Ιρλανδίας (Συλλογή 1981, σ. 735) και υπόθεση 297/82, De samvirkende danske Landboforeninger κατά Ministeriet for Skatter og Afgifter ( Συλλογή 1983, σ. 3299 ), το Δικαστήριο, μολονότι εξέτασε το αντικείμενο των εθνικών μέτρων, τελικά συγκέντρωσε το βάρος της έρευνας του στις καταστάσεις εκείνες όπου τα εν λόγω μέτρα συνεπάγονταν ή μπορούσαν να συνεπάγονται στρεβλωτικά ή βλαπτικά αποτελέσματα. Πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι το Δικαστήριο στην υπόθεση 177/78 όρισε ότι οι υποχρεώσεις των κρατών μελών πρέπει να είναι τέτοιας φύσεως ώστε « να απέχουν από κάθε μέτρο το οποίο θα ήταν δυνατό να υπονομεύσει ή να δημιουργήσει εξαιρέσεις » από κοινοτική ρύθμιση.
Η Επιτροπή, όσον αφορά την πρόθεση στην παρούσα υπόθεση, βασίζεται πρωτίστως στο από 24 Μαρτίου 1982 έγγραφο του Υπουργείου Γεωργίας της Ιταλίας, το οποίο αναφέρει ότι ο κοινοτικός κανονισμός δεν επέφερε το επιθυμητό αποτέλεσμα, εν μέρει λόγω του ότι η αγορά ήταν κορεσμένη αλκοόλη από οίνο και εν μέρει λόγω του ανταγωνισμού της αλκοόλης από μελάσσα, η παρασκευή της οποίας ήταν φθηνότερη. Επομένως, σύμφωνα με το έγγραφο, η έκδοση του διατάγματος 46 ήταν αναγκαία, όχι μόνο για την είσπραξη νέων εσόδων, αλλά και διότι η αύξηση της τιμής της αλκοόλης από μελάσσα επρόκειτο να ενθαρρύνει την παραγωγή και κατανάλωση αλκοόλης από οίνο. Επιπλέον, αναφέρθηκε ότι το διάταγμα 46 ήταν ανεπαρκές για την επίτευξη του στόχου των κοινοτικών μέτρων παρεμβάσεως. Κατά συνέπεια, την ίδια ημέρα της έκδοσης του διατάγματος 46, ένα άλλο διάταγμα καθόρισε σε 61000 λιρέτες ανά εκατόλιτρο, πλην φόρου, την τιμή της'αλκοόλης από επιτραπέζιους οίνους παραγωγής 1975. Στην προσφυγή αναφέρθηκε ότι το εν λόγω μέτρο δεν επέφερε κανένα αδικαιολόγητο κέρδος στους ιταλούς παραγωγούς και αποστακτές, διότι η τιμή της αγοράς ήταν 65000 λιρέτες. Εντούτοις, ο ειδικός αυτός ισχυρισμός καταρρίφθηκε όταν έγινε δεκτό ότι στην πραγματικότητα καμιά αλκοόλη δεν είχε πωληθεί στη χαμηλότερη τιμή που όρισε το δεύτερο διάταγμα.
Η Ιταλική Κυβέρνηση, αναγνωρίζοντας ότι η πρόθεση αποτελεί ουσιώδες στοιχείο, προσπαθεί να αποφύγει τις συνέπειες αυτού του « ατυχούς » εγγράφου, ισχυριζόμενη ότι γράφηκε αρκετό χρόνο μετά τα γεγονότα και ότι ήταν εσφαλμένο. Εξάλλου, προερχόταν από το Υπουργείο Γεωργίας, ως προς το οποίο πουθενά δεν αναφέρθηκε ότι είχε ζητηθεί η γνώμη του πριν από τη δημοσίευση του νομοθετικού διατάγματος 46.
Το τελευταίο αυτό επιχείρημα δεν μου φαίνεται πειστικό. Πράγματι, ενδέχεται να είχε ζητηθεί η γνώμη του εν λόγω υπουργείου και, εν πάση περιπτώσει, ήταν δυνατό στη συνέχεια να είχε πλήρως ενημερωθεί σχετικά με τις προθέσεις της Κυβερνήσεως και να είχε εξουσιοδοτηθεί να συντάξει το εν λόγω έγγραφο εξ ονόματος της. Δεν είναι δυνατό, κατά τη γνώμη μου, να απορριφθεί το υπουργικό αυτό έγγραφο, το οποίο προφανώς είχε συνταχθεί προσεκτικά, ως εντελώς άσχετο προς τις προθέσεις της Κυβερνήσεως. Κατά τη γνώμη μου, αποκαλύπτει ότι πρόθεση την εποχή εκείνη ήταν να ενθαρρυνθεί περαιτέρω η χρήση οίνου για απόσταξη, πέραν αυτού που προβλεπόταν από τα κοινοτικά μέτρα.
Το γεγονός ότι οι εν λόγω φορολογικές επιβαρύνσεις περιλαμβάνονταν σε διάταγμα γενικής φύσεως μπορεί μεν να δείχνει ότι το διάταγμα αυτό ήταν δημοσιονομικού χαρακτήρα, αλλ' αυτό δεν σημαίνει ότι αποκλείεται και πρόθεση επηρεασμού της εφαρμογής ενός κοινοτικού μέτρου. Στην προκειμένη περίπτωση, το διάταγμα θεσπίστηκε αμέσως μετά την έκδοση του κοινοτικού κανονισμού και άρχισε να ισχύει πριν από την έναρξη της περιόδου απόσταξης, η οποία ήταν βραχείας διαρκείας. Η σχετική μεταβολή ( αύξηση της φορολογίας αλκοόλης από μελάσσα ) επήλθε κατ' αυτό το κρίσιμο χρονικό σημείο, για πρώτη φορά σε 21 χρόνια, και δεν υποστηρίχτηκε ότι μπορούσε να επέλθει στο τέλος της περιόδου. Νομίζω ότι οι παράγοντες αυτοί, μολονότι δεν πρέπει να υπερτονιστούν, παρέχουν κάποια βάση στην άποψη της Επιτροπής ως προς την πρόθεση που υποκρύπτουν τα μέτρα.
Εντούτοις, το σημαντικότερο κατά τη γνώμη μου ζήτημα είναι αν το εν λόγω διάταγμα είχε τα αποτελέσματα που του αποδίδει η Επιτροπή. Δεν δέχομαι το επιχείρημα της Επιτροπής ότι η διαφορά τιμής μεταξύ αλκοόλης από οίνο και αλκοόλης από μελάσσα σήμανε αυτομάτως ότι οι αποστακτές είχαν μεγαλύτερα περιθώρια κέρδους παρά αν τους είχε καταβληθεί η κοινοτική μόνο ενίσχυση. Το κατά πόσον συνέβη κάτι τέτοιο εξαρτάται από λεπτομερή ανάλυση της δομής καθεμιάς από τις δυό τιμές, πράγμα το οποίο, ασχέτως του δημοσιονομικού στοιχείου, δεν έγινε. Ούτε μπορώ, βάσει των υπαρχόντων στοιχείων, να δεχτώ, όπως διατείνεται η Επιτροπή, ότι οι παραγωγοί εισέπραξαν ή μπορούσαν να εισπράξουν ποσό μεγαλύτερο από την κατώτατη τιμή που είχε οριστεί, αφού στην πραγματικότητα οι αποστακτές μπορούσαν να μοιραστούν μεταξύ τους τα προβαλλόμενα πρόσθετα κέρδη. Δεν υπάρχει καμιά απόδειξη περί αυτού και νομίζω ότι η Επιτροπή οφείλει να προσκομίσει τις σχετικές αποδείξεις.
Εξάλλου, νομίζω ότι δεν είναι δυνατό να παραβλεφθούν τα εξής: 1) αν η αλκοόλη από οίνο μπορούσε να πωλείται φθηνότερα από την αλκοόλη από μελάσσα η πρώτη θα επωλείτο σε μεγαλύτερες ποσότητες εφόσον αμφότερες τελούν σε ανταγωνισμό μεταξύ τους 2) εξ αυτού συνάγεται ότι οι αποστακτές θα αγόραζαν μεγαλύτερες ποσότητες οίνου 3) εφόσον στόχος ήταν να καταβληθεί για τον προοριζόμενο για απόσταξη οίνο τιμή σαφώς ανώτερη της τιμής της αγοράς, οι παραγωγοί θα πραγματοποιούσαν μεγαλύτερα συνολικά κέρδη, διότι θα μπορούσαν να πωλούν περισσότερο οίνο, κι αυτό, αναμφιβόλως, θα απέβαινε εις βάρος των παραγωγών μελάσσας.
Το ότι έτσι έχουν τα πράγματα επιβεβαιώνεται από το έγγραφο του Υπουργείου Γεωργίας, σύμφωνα με το οποίο, « χάρη » στα δύο διατάγματα ( για τα οποία έχει γίνει δεκτό τώρα ότι το ένα δεν είχε κανένα αποτέλεσμα), οι αποστακτικές δραστηριότητες στην Ιταλία είχαν κάποια επιτυχία, δεδομένου ότι είχε επιτραπεί η απόσταξη 2,3 εκατομμυρίων εκατολίτρων οίνου.
Η δυσκολία στην υπό κρίση υπόθεση ανακύπτει από την ανάγκη διαφυλάξεως της ισορροπίας μεταξύ του δικαιώματος των κρατών μελών να θεσπίζουν τη δική τους φορολογική νομοθεσία και της ανάγκης διασφαλίσεως ότι τα κοινοτικά μέτρα δεν υπονομεύονται, εκ προθέσεως ή όχι, από μέτρα που λαμβάνονται έστω και με το πρόσχημα φορολογικών μέτρων. Νομίζω, επίσης, ότι είναι σημαντικό να ληφθεί υπόψη ότι, μολονότι η υπό κρίση προσφυγή έχει ασκηθεί από την Ιταλία και όχι από την Επιτροπή κατ' εφαρμογή του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ, το ουσιώδες ερώτημα είναι αν η Ιταλία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη. Νομίζω ότι, στο μέτρο αυτό, και εν πάση περιπτώσει καταρχάς, η Επιτροπή φέρει το βάρος αποδείξεως αυτής της παράβασης.
Σύμφωνα με το παραπάνω κριτήριο, νομίζω ότι στην προκειμένη περίπτωση η Επιτροπή απέδειξε ότι θεσπίστηκαν συμπληρωματικά μέτρα, τα οποία επηρέασαν τη λειτουργία των κοινοτικών μέτρων για την απόσταξη. Η άποψη αυτή πρέπει να γίνει δεκτή επειδή, εν κατακλείδι, μπορεί να λεχθεί ότι η Ιταλική Κυβέρνηση πραγματοποίησε το στόχο της που ήταν η επίτευξη του ίδιου αποτελέσματος με αυτό που επιδίωκε η Κοινότητα.
Βεβαίως, ο δεύτερος κανονισμός 1281/76 εκδόθηκε μετά το ιταλικό διάταγμα 46. Λέγεται ότι με τον εν λόγω κανονισμό η Επιτροπή ή το Συμβούλιο, είτε έχοντας γνώση είτε οφείλοντας να έχουν γνώση του γεγονότος αυτού, αναγνώρισαν ότι το διάταγμα δεν προκάλεσε στρεβλώσεις ούτε επηρέαζε δυσμενώς το κοινοτικό σύστημα. Δεν δέχομαι το επιχείρημα αυτό. Δεν νομίζω ότι η Επιτροπή είναι δυνατό να έχει γνώση μιας εθνικής νομοθεσίας εφόσον αυτή δεν της έχει γνωστοποιηθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, κανένας δεν υποστήριξε ότι είχε συμβεί κάτι τέτοιο. Έπρεπε να υπάρχει συστηματική επικοινωνία μεταξύ Επιτροπής και κρατών μελών σχετικά με φορολογικά ή άλλης φύσεως νομοθετικά κείμενα, τα οποία μπορούν να έχουν επιπτώσεις επί μιας μελλοντικής κοινοτικής ρυθμίσεως, ιδίως όταν ακολουθείται η διαδικασία της επιτροπής διαχειρίσεως. Επομένως, στην προκειμένη περίπτωση, δεν μπορεί να γίνει καμία διάκριση μεταξύ των δύο κανονισμών. Θα ανέκυπταν διαφορετικά ζητήματα, άσχετα προς την υπό κρίση υπόθεση, αν επρόκειτο για κοινοτικό κανονισμό αντίθετο προς υφιστάμενο εθνικό κανόνα, ιδίως όταν ο τελευταίος έχει έμμεση μάλλον παρά άμεση επίδραση σε ένα κοινοτικό πρόγραμμα, οι διατάξεις του οποίου γνωστοποιούνται στην Επιτροπή πριν από τη θέσπιση της κοινοτικής νομοθεσίας.
Όσον αφορά το πρώτο σημείο αυτής της υπόθεσης, νομίζω ότι το επιχείρημα της Επιτροπής πρέπει να γίνει δεκτό στο μέτρο που έχω υποδείξει.
2.
Δεύτερον, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι η Ιταλία κατέβαλε ενισχύσεις για συμβάσεις αποστάξεως, οι οποίες δεν εκτελέστηκαν πλήρως, στηριζόμενη στο άρθρο 6, παράγραφος 3, του κανονισμού 567/76 το οποίο αναφέρει ότι:
« Με την επιφύλαξη του άρθρου 4, η διαφορά που αναφέρεται στο άρθρο 2, παράγραφος 5, καταβάλλεται όταν αποδεικνύεται ότι αποστάχτηκε ολόκληρη η ποσότητα οίνου που αναφέρεται στη σύμβαση. »
Από τα προηγούμενα η Επιτροπή συνάγει το συμπέρασμα ότι η ενίσχυση επρόκειτο να καταβληθεί μόνον αν η σύμβαση είχε πλήρως εκτελεστεί.
Η Ιταλία ισχυρίζεται ότι το άρθρο 1 του ίδιου κανονισμού αναφέρει ότι οι συμβάσεις παραδόσεως που γίνονται μεταξύ παραγωγών και αποστακτών μπορούν να καταγγέλλονται ελευθέρως. Η Επιτροπή απαντά ότι η καταγγελία είναι δυνατή μόνο στο πλαίσιο του άρθρου 4, το οποίο ορίζει σχετικά πολύ αυστηρούς όρους. Οι όροι αυτοί θα καθίσταντο περιττοί, αν ήταν δυνατή η μερική εκτέλεση και εν συνεχεία η καταγγελία των συμβάσεων σε κάθε περίπτωση.
Σχετικά, έχω τη γνώμη ότι η Επιτροπή έχει δίκαιο και ότι η ενίσχυση οφείλεται μόνο στην περίπτωση που έχει αποσταχτεί η αναφερόμενη στη σύμβαση ποσότητα οίνου.
Δεν αμφισβητείται μεταξύ των διαδίκων ότι ορισμένες συμβάσεις εκτελέστηκαν πλήρως κατά τρόπον ώστε, αν το Δικαστήριο αποφανθεί υπέρ της Ιταλίας, όσον αφορά το σημείο 1, το ΕΓΤΠΕ θα πρέπει να αναλάβει τις αντίστοιχες δαπάνες. Ορθώς η Επιτροπή με τις απαντήσεις της δήλωσε ότι είναι διατεθειμένη να επανεξετάσει τους λογαριασμούς μαζί με τις ιταλικές αρχές, ώστε να προσδιοριστεί ποιες συμβάσεις εκτελέστηκαν πλήρως. Ως προς τις τελευταίες, το ποσό της ενισχύσεως θα οφειλόταν αν το Δικαστήριο αποφαινόταν υπέρ της Ιταλίας ως προς το πρώτο σημείο.
3.
Τέλος, η Επιτροπή ισχυρίζεται και η Ιταλία αναγνωρίζει ότι η τελευταία, σε πολλές περιπτώσεις, κατέβαλε την ενίσχυση σε μία και όχι σε δύο δόσεις όπως όριζε το άρθρο 2 του κανονισμού 567/76. Στην περίπτωση αυτή επρόκειτο σαφώς για παράβαση του κανονισμού. Εντούτοις, φαίνεται ότι δεν αμφισβητείται μεταξύ των διαδίκων ότι σε ορισμένες περιπτώσεις οι καταβολές έγιναν σε δύο δόσεις, σύμφωνα με τη σχετική διάταξη. Επιπλέον, οι καταβολές που έγιναν κατά την περίοδο που καλύπτει ο κανονισμός 1281/76 μπορούσαν να γίνουν νομίμως σε μία δόση, αφού το άρθρο 2 του εν λόγω κανονισμού το επέτρεπε ρητώς. Κατά συνέπεια, αν το Δικαστήριο δικαιώσει την Ιταλία ως προς το πρώτο σημείο, η Επιτροπή και η Ιταλία θα πρέπει να ελέγξουν από κοινού τους λογαριασμούς προκειμένου να προσδιοριστεί κατά ποια αναλογία πρέπει οι ενισχύσεις να καλυφθούν από το ΕΓΤΠΕ.
Το κρέας
Κατά το άρθρο 1 του κανονισμού 1857/74 του Συμβουλίου ( GU 1974, L 195, σ. 17 ):
« Τα κράτη μέλη μπορούν εντός δώδεκα μηνών από την έναρξη ισχύος του παρόντος κανονισμού να προωθήσουν διαφημιστική εκστρατεία για να κατευθύνουν καλύτερα τις προτιμήσεις των καταναλωτών βάσει της προσφοράς και της ζήτησης των προϊόντων του τομέα του βόειου κρέατος. »
Το άρθρο 4 όριζε ότι η ισχύς του κανονισμού άρχιζε την τρίτη ημέρα από της δημοσιεύσεως του στην Επίσημη Εφημερίδα, η οποία έγινε στις 18 Ιουλίου 1974.
Ο κανονισμός 2930/74 του Συμβουλίου (GU 1974, L 311, σ. 6 ) προέβλεψε την επέκταση της διαφημιστικής εκστρατείας στο χοιρινό κρέας και στο κρέας πουλερικών. Το άρθρο του 1 ορίζει ότι:
« Τα κράτη μέλη μπορούν να προωθήσουν, κατά τη διάρκεια της περιόδου μέχρι τις 20 Ιουλίου 1975, διαφημιστικές εκστρατείες ενημέρωσης οι οποίες αποσκοπούν στο να κατευθύνουν καλύτερα τις προτιμήσεις των καταναλωτών βάσει της προσφοράς και της ζήτησης των προϊόντων των τομέων χοιρινού κρέατος και κρέατος πουλερικών. »
Η Επιτροπή με την απόφαση της 83/37 έκρινε ότι το ΕΓΤΠΕ δεν μπορούσε να αποδώσει τις δαπάνες στις οποίες είχε υποβληθεί η Ιταλία για τις εν λόγω διαφημιστικές εκστρατείες. Σύμφωνα με το σημείο 3.6.5 της εκθέσεως της Επιτροπής επί της εκκαθαρίσεως των λογαριασμών για τις οικονομικές χρήσεις 1976 και 1977, ο λόγος ήταν ότι η Ιταλία δεν είχε τηρήσει την προθεσμία που έληγε στις 20 Ιουλίου 1975.
Η Ιταλία αμφισβητεί τον ισχυρισμό αυτό. Μέχρι τις 20 Ιουλίου 1975, είχε λάβει όλα τα προπαρασκευαστικά μέτρα για τις προβλεπόμενες εκστρατείες, αλλά δεν είχε κάνει τίποτε περισσότερο. Τώρα ισχυρίζεται ότι είχε εκπληρώσει την απαίτηση « να προωθήσει » τις διαφημιστικές εκστρατείες, εφόσον είχε λάβει τα προπαρασκευαστικά μέτρα.
Σύμφωνα με το επιχείρημα της Ιταλίας, οι διαφημιστικές εκστρατείες θα μπορούσαν να πραγματοποιηθούν οποιαδήποτε στιγμή, αρκεί τα προπαρασκευαστικά μέτρα να είχαν ληφθεί πριν από τις 20 Ιουλίου 1975. Κάτι τέτοιο, κατά τη γνώμη μου, είναι αντίθετο προς τα προοίμια των δύο κανονισμών, ιδίως του κανονισμού 1857/74, από το οποίο προκύπτει ότι οι εκστρατείες είχαν ως στόχο τη βραχυχρόνια εξομάλυνση των δυσχερειών που είχαν προκληθεί από ιδιαίτερα χαμηλές τιμές.
Εξάλλου, η δεύτερη αιτιολογική σκέψη του προοιμίου του κανονισμού 2930/74 ορίζει ότι οι εκστρατείες που αφορά ο κανονισμός αυτός « θα λήξουν την ίδια ημερομηνία που θα λήξει και η εκστρατεία που προβλέπεται για το βόειο κρέας ». Δεν χωρεί καμιά αμφιβολία ότι η ημερομηνία αυτή ήταν η 20η Ιουλίου 1975.
Τέλος, το άρθρο 3, παράγραφος 2, του κανονισμού 1857/74 αναφέρει ότι, « μετά παρέλευση έξι μηνών από την έναρξη ισχύος του εν λόγω κανονισμού, θα εξεταστούν τα αποτελέσματα των μέτρων που προβλέπονται από τον κανονισμό αυτό... ». Το άρθρο 3, παράγραφος 2, του δεύτερου κανονισμού περιλαμβάνει διάταξη με παρόμοιο αποτέλεσμα. Έστω και αν οι αντίστοιχες περίοδοι δεν είχαν λήξει σε καμία από τις δυό περιπτώσεις, με τις εν λόγω διατάξεις θεωρήθηκε, κατά τη γνώμη μου, ότι τα μέτρα είχαν ληφθεί, δεδομένου ότι αυτό που θα εξεταστεί είναι « τα αποτελέσματα » αυτών των μέτρων.
Επομένως, κατά τη γνώμη μου, αυτό το μέρος της επιχειρηματολογίας της Ιταλικής Δημοκρατίας μπορεί να απορριφθεί.
Τα δημητριακά
Ο κανονισμός 2255/77 (OJ 1977, L 261, σ. 4) προέβλεψε την πώληση στον ιταλικό οργανισμό παρεμβάσεως (ΑΙΜΑ) 200000 τόνων μαλακού σίτου κατάλληλου προς παρασκευή άρτου, ο οποίος ανήκε στο γερμανικό οργανισμό παρεμβάσεως. Ο κανονισμός της Επιτροπής 2452/77 ( GU 1977, L 285, σ. 11 ) όρισε τις λεπτομέρειες εφαρμογής της παραπάνω πώλησης.
Σύμφωνα με τους ισχύοντες κοινοτικούς κανονισμούς, η τιμή αγοράς έπρεπε κανονικά να καταβάλλεται από τον ΑΙΜΑ κατευθείαν στο γερμανικό οργανισμό παρεμβάσεως. Ο κανονισμός, όμως, 2255/77 προέβλεψε παρέκκλιση από αυτό το σύστημα: το ΕΓΤΠΕ όφειλε να μεσολαβήσει καταβάλλοντος το σχετικό ποσό στο γερμανικό οργανισμό παρεμβάσεως και να αποδοθεί από τον ΑΙΜΑ στο τέλος του 1977. Επιπλέον, η Επιτροπή προέβη ταυτόχρονα σε δήλωση η οποία καταχωρίστηκε στα πρακτικά του Συμβουλίου, από την οποία προέκυπτε ότι η Ιταλία μπορούσε να πιστώσει το ποσό που όφειλε στο ΕΓΤΠΕ σε προγενέστερο χρόνο και συγκεκριμένα την 1η Δεκεμβρίου 1977.
Η Ιταλία ισχυρίζεται ότι προέβη στην παραπάνω επιλογή και κατέβαλε το εν λόγω ποσό την 1η Δεκεμβρίου 1977. Επομένως, στην υπόθεση 56/83 αμφισβητεί την απόφαση 83/48 της Επιτροπής, για το λόγο ότι η τελευταία δεν έλαβε υπόψη της αυτό το στοιχείο. Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι καμιά τέτοιου είδους καταβολή ή πίστωση δεν έγινε κατ' αυτήν την ημερομηνία.
Κατά συνέπεια, φαίνεται ότι η διαφορά μεταξύ των διαδίκων περιορίζεται τελικά στο εξής ζήτημα: το επίμαχο ποσό καταβλήθηκε ή πιστώθηκε κατά την 1η Δεκεμβρίου 1977 ή όχι;
Δεν αμφισβητείται από τους διαδίκους ότι δεν υπάρχει καμιά έγγραφη απόδειξη ότι η καταβολή έγινε κατά την εν λόγω ημερομηνία. Η Ιταλία διατείνεται ότι το γεγονός αυτό δεν κλονίζει καθόλου τη θέση της, διότι ούτε συνηθίζεται ούτε συνηθιζόταν να αποδεικνύονται εγγράφως τέτοιου είδους καταβολές. Η Επιτροπή αποκρούει τον ισχυρισμό αυτό και ισχυρίζεται ότι τέτοιου είδους καταβολές αποδεικνύονται πάντοτε εγγράφως, όπως προφανώς πρέπει να γίνεται. Νομίζω ότι στην προκειμένη περίπτωση η Επιτροπή δικαίως ισχυρίζεται ότι δεν υπάρχει απόδειξη ότι η Ιταλία άσκησε το δικαίωμα επιλογής να πιστώσει το ποσό αυτό την 1η Δεκεμβρίου 1977 και επομένως προτείνω την απόρριψη του ισχυρισμού αυτού.
Τέλος, προτείνω να απορριφθούν και οι δύο προσφυγές και να καταδικαστεί η Ιταλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα και στις δύο υποθέσεις.
( 1 ) Μετάφραση από τα αγγλικά.
Top