Σημαντική ανακοίνωση νομικού περιεχομένου
Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Tesauro της 14ης Μαρτίου 1989. - MICHEL GEORGES ΚΑΤΑ OFFICE NATIONAL D'ALLOCATIONS FAMILIALES POUR TRAVAILLEURS SALARIES. - ΑΙΤΗΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΠΡΟΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΑΠΟΦΑΣΕΩΣ: TRIBUNAL DU TRAVAIL DE DINANT - ΒΕΛΓΙΟ. - ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΗ - ΚΑΝΟΝΙΣΜΟΣ 1408/71 - ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΑ ΕΠΙΔΟΜΑΤΑ ΓΙΑ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΥΣ. - ΥΠΟΘΕΣΗ 24/88.
Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου 1989 σελίδα 01905
Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1. Στην υπό κρίση υπόθεση, το Δικαστήριο καλείται άλλη μια φορά να αποφανθεί ως προς τη νομική κατάσταση που προκύπτει από τη σχέση μεταξύ των άρθρων 73 και 76 του κανονισμού 1408/71, περί εφαρμογής της συστημάτων κοινωνικής ασφαλίσεως στους μισθωτούς και στα μέλη των οικογενειών τους που διακινούνται εντός της Κοινότητας (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 73).
2. Το χαρακτηριστικό στοιχείο που διακρίνει τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως που εκκρεμεί ενώπιον του παραπέμποντος δικαστηρίου, του tribunal du travail του Dinant, από άλλες υποθέσεις που αποτέλεσαν το αντικείμενο προγενέστερων αποφάσεων του Δικαστηρίου (1) συνίσταται στο ότι ο ενάγων, ο οποίος επιδιώκει κατά την ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου διαδικασία την αποφυγή ή τον περιορισμό της εφαρμογής του άρθρου 76, ασκούσε δύο επαγγελματικές δραστηριότητες: τη μία, ως μισθωτός, στο έδαφος ενός κράτους μέλους, της Γαλλίας και την άλλη, ως ανεξάρτητος επαγγελματίας, στο κράτος μέλος της κατοικίας των μελών της οικογενείας του, το Βέλγιο.
'Οπως είναι γνωστό, στις άλλες υποθέσεις που υποβλήθηκαν στην κρίση του Δικαστηρίου, την επαγγελματική δραστηριότητα που είχε ληφθεί υπόψη για την εφαρμογή του κανόνα της απαγορεύσεως της σωρεύσεως του άρθρου 76 ασκούσε ένα μέλος της οικογενείας που κατοικούσε σε κράτος μέλος άλλο από αυτό στο έδαφος του οποίου ο μισθωτός ασκούσε τη δική του δραστηριότητα.
3. Για να κατανοήσουμε τους λόγους που ώθησαν το tribunal du travail του Dinant να υποβάλει στο Δικαστήριο προδικαστικό ερώτημα που συνίσταται στην επιλογή μεταξύ τριών δυνατών λύσεων, ας δούμε, εν συντομία, τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως.
4. Ο Georges, βέλγος υπήκοος, ασκεί έμμισθη δραστηριότητα στη Γαλλία, και παράλληλα εργάζεται ως ανεξάρτητος επαγγελματίας στο Βέλγιο. Τα μέλη της οικογενείας του κατοικούν στο Βέλγιο. Δυνάμει του άρθρου 73, παράγραφος 2 (τα αποτελούντα το αντικείμενο της υπό κρίση υποθέσεως γεγονότα συνέβησαν πριν την έκδοση της απόφασης της 15ης Ιανουαρίου 1986 στην υπόθεση 41/84, Pinna, Συλλογή 1986, σ. 1, το δε διαπιστωθέν ανίσχυρο της εν λόγω παραγράφου δεν ισχύει εν προκειμένω), τα οικογενειακά επιδόματα για τα μέλη της οικογενείας κατεβλήθησαν στο Βέλγιο από τον αρμόδιο βελγικό φορέα, το Office national d' allocations familiales pour travailleurs salaries (εθνικός οργανισμός οικογενειακών επιδομάτων για μισθωτούς, εφεξής: ΟΝΑFΤS), για λογαριασμό του γαλλικού φορέα.
Κατόπιν ελέγχου που διενεργήθηκε το 1982, προέκυψε ότι ο Georges είχε ασκήσει κατά την περίοδο 1977-1982, στο Βέλγιο, ως ανεξάρτητος επαγγελματίας, δραστηριότητα για την οποία του είχαν καταβληθεί, κατά την ίδια περίοδο, οικογενειακά επιδόματα από
το βελγικό οργανισμό κοινωνικής ασφαλίσεως για ανεξάρτητους επαγγελματίες, δηλαδή, το Caisse d' assurances sociales (ταμείο κοινωνικών ασφαλίσεων) "des travailleurs independants de Belgique" (ανεξάρτητοι επαγγελματίες Βελγίου).
Ο ΟΝΑFΤS, κρίνοντας ότι η διπλή αυτή επαγγελματική δραστηριότητα πληρούσε τις προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 76 του κανονισμού 1408/71, το οποίο προβλέπει την αναστολή της καταβολής των οικογενειακών επιδομάτων που οφείλονται δυνάμει των διατάξεων των άρθρων 73 ή 74 (εν προκειμένω, οι παροχές που καταβάλλονταν από τον ΟΝΑFΤS για λογαριασμό του γαλλικού φορέα), αποφάσισε:
- αφενός, ότι τα οικογενειακά επιδόματα θα καταβάλλονταν στο εξής στον Georges από το βελγικό οργανισμό κοινωνικής πρόνοιας για ανεξάρτητους επαγγελματίες
- αφετέρου, ενόψει του γεγονότος ότι, κατά τη βελγική νομοθεσία, το ποσό των οικογενειακών επιδομάτων για τους μισθωτούς είναι μεγαλύτερο του αντίστοιχου ποσού που καταβάλλεται στους ανεξάρτητους επαγγελματίες, πράγμα που είχε ως συνέπεια το ότι ο Georges είχε εισπράξει ποσά μεγαλύτερα από αυτά που του οφείλονταν, ότι ο εν λόγω ασφαλισμένος έπρεπε να επιστρέψει τα άνευ νομίμου αιτίας καταβληθέντα ποσά.
Ο Georges προσέβαλε τις αποφάσεις αυτές ενώπιον του tribunal du travail του Dinant, ισχυριζόμενος, μεταξύ άλλων, ότι η ερμηνεία του άρθρου 76 από τον ΟΝΑFΤS είναι εσφαλμένη και ότι, εν πάση περιπτώσει, δεν υποχρεούται να επιστρέψει τα ποσά που αξιούσε ο ΟΝΑFΤS ως αχρεωστήτως καταβληθέντα.
Υπ' αυτές ακριβώς τις περιστάσεις, το εθνικό δικαστήριο υπέβαλε στο Δικαστήριο τα εξής προδικαστικά ερωτήματα:
"'Οταν ένας βέλγος εργαζόμενος που κατοικεί στο Βέλγιο με την οικογένειά του, στην οποία περιλαμβάνονται τέκνα για τα οποία γεννάται δικαίωμα οικογενειακών παροχών, ασκεί ταυτόχρονα έμμισθη δραστηριότητα στο έδαφος άλλου κράτους μέλους (Γαλλία) και δευτερεύουσα δραστηριότητα ως ανεξάρτητος επαγγελματίας στο κράτος κατοικίας, μήπως πρέπει να θεωρηθεί ότι, όταν οι οικογενειακές παροχές που χορηγούνται στο κράτος κατοικίας λόγω της ασκήσεως μη έμμισθης δραστηριότητας αποδεικνύονται λιγότερο συμφέρουσες από αυτές που θα μπορούσαν να χορηγηθούν στο άλλο κράτος μέλος λόγω της ασκήσεως εντός αυτού έμμισθης δραστηριότητας, οι κανόνες προτεραιότητας και απαγορεύσεως της σωρεύσεως, των άρθρων 73 και 76 αντίστοιχα του κανονισμού (ΕΟΚ) 1408/71 (που ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο) δεν επιτρέπουν:
- να συναχθεί η γένεση δικαιώματος οικογενειακών επιδομάτων σε βάρος του άλλου κράτους μέλους (κράτος απασχολήσεως),
- να συναχθεί η ύπαρξη δικαιώματος προτεραιότητας σε βάρος του κράτους κατοικίας,
- να θεωρηθεί ότι το δικαίωμα που γεννάται στο κράτος απασχολήσεως αναστέλλεται μόνο μέχρι ποσού ίσου προς το ληφθέν, για την ίδια περίοδο και τα ίδια μέλη της οικογένειας, στο κράτος κατοικίας;"
5. Πριν ασχοληθώ με το πρόβλημα αυτό, θεωρώ σκόπιμο να επιστήσω την προσοχή του Δικαστηρίου σε δύο πτυχές του εν λόγω προβλήματος οι οποίες προκύπτουν από την εξέταση της δικογραφίας και παρουσιάζουν ενδιαφέρον.
Πρώτον, η βελγική κυβέρνηση επισημαίνει στο Δικαστήριο ότι από την 1η Ιουλίου 1982, η σχετική βελγική νομοθεσία τροποποιήθηκε, κατά την έννοια ότι ο εργαζόμενος που ασκεί μεν ανεξάρτητη δραστηριότητα πλην όμως δευτερευόντως δεν δικαιούται πλέον, για τη δραστηριότητα αυτή, οικογενειακών επιδομάτων. Ωστόσο, η εν λόγω κυβέρνηση παρατηρεί ότι το υποβληθέν στο Δικαστηριο πρόβλημα διατηρεί ακέραιη τη σπουδαιότητά του στην περίπτωση που η ανεξάρτητη δραστηριότητα ασκείται ως κύριο επάγγελμα ή όταν ένα άλλο πρόσωπο εργάζεται ως ανεξάρτητος επαγγελματίας και οφείλει να καταβάλλει πλήρεις εισφορές στη χώρα κατοικίας.
Δεύτερον, όπως προκύπτει τόσο από την απόφαση περί παραπομπής του tribunal du travail του Dinant όσο και από τις παρατηρήσεις που κατέθεσε ο ΟΝΑFΤS, τα βελγικά δικαστήρια είχαν κατά το παρελθόν επιληφθεί αναλόγων με την προκείμενη υποθέσεων. Συγκεκριμένα, στην υπόθεση Donnay και Marchand κατά ΟΝΑFΤS, με απόφαση της 4ης Δεκεμβρίου 1981 που επικυρώθηκε, κατόπιν ασκήσεως ανακοπής, με απόφαση της 28ης Ιουνίου 1985 (υπόθεση που ακόμα εκκρεμεί ενώπιον του cour du travail της Λιέγης κατόπιν ασκήσεως, στις 21 Αυγούστου 1985, εφέσεως), το δικάσαν tribunal είχε κρίνει στο πλαίσιο ανάλογης υποθέσεως ότι ο ενάγων δικαιούτο να του καταβληθεί η διαφορά μεταξύ του ποσού των οικογενειακών επιδομάτων που ελάμβανε για τη δραστηριότητα του ανεξάρτητου επαγγελματία και του ποσού των επιδομάτων που του οφείλονταν για τη δραστηριότητά του ως μισθωτού. Ωστόσο, στο πλαίσιο της υποθέσεως αυτής, το tribunal du travail του Dinant δεν είχε κρίνει αναγκαίο να υποβάλει σχετικό προδικαστικό ερώτημα προς το Δικαστήριο. 'Οπως φαίνεται η ίδια κατάσταση διαμορφώνεται και στην υπόθεση Lepoivre, που εκκρεμεί ενώπιον του tribunal du travail των Βρυξελλών. Στις παρατηρήσεις του, ο ΟΝΑFΤS εφιστά την προσοχή του Δικαστηρίου στο γεγονός ότι, παρά τις εκδοθείσες σχετικές αποφάσεις, η Γαλλία δεν φαίνεται πρόθυμη να αναλάβει την καταβολή της διαφοράς μεταξύ των δύο ποσών.
6. Περνώντας τώρα στην εξέταση των προδικαστικών ερωτημάτων που υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο, δηλώνω ευθύς εξ αρχής ότι συμφωνώ, σε τελευταία ανάλυση, με την απάντηση που προτείνουν στις γραπτές παρατηρήσεις τους οι κυβερνήσεις του Βελγίου και της Ολλανδίας καθώς και η Επιτροπή. Πράγματι, φρονώ ότι σε μια περίπτωση όπως η προκειμένη, η καταβολή των παροχών που οφείλονται δυνάμει των άρθρων 73 και 74 πρέπει να ανασταλεί μόνο για ποσό ίσο προς το ύψος των ιδίας φύσεως επιδομάτων που πράγματι καταβάλλονται στο κράτος μέλος στο έδαφος του οποίου κατοικούν τα μέλη της οικογενείας.
7. Δεν νομίζω ωστόσο - και ως προς αυτό συντάσσομαι με την άποψη του εθνικού δικαστηρίου καθώς και τις παρατηρήσεις της βελγικής κυβερνήσεως και του ΟΝΑFΤS ενώ δεν δέχομαι την επιχειρηματολογία, οπωσδήποτε ελάχιστα πειστική, της Επιτροπής - ότι το συμπέρασμα αυτό απορρέει αυτομάτως από την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Ferraioli (23 Απριλίου 1986, 153/84, Συλλογή 1986, σ. 1401).
8. Νομίζω ότι, εν προκειμένω, το πραγματικό ερώτημα συνίσταται στο ζήτημα ποια οικογενειακά επιδόματα πρέπει να καταβληθούν σε περίπτωση όπως η εκτεθείσα από το παραπέμπον δικαστήριο και ποιο κράτος μέλος πρέπει να επιβαρυνθεί με τα επιδόματα αυτά.
9. Αν το πρόβλημα τεθεί κατ' αυτό τον τρόπο, είναι σαφές ότι η λύση που έδωσε το Δικαστήριο στην υπόθεση Ferraioli, καίτοι παρέχει χρήσιμες ενδείξεις ως προς τη ratio decidendi, δεν επιλύει αυτομάτως το υπό κρίση πρόβλημα. Πράγματι, τα χρήσιμα στοιχεία που μπορούμε να αντλήσουμε από την απόφαση στην υπόθεση Ferraioli περιορίζονται από τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως εκείνης λόγω των οποίων το παραπέμπον δικαστήριο είχε ζητήσει από το Δικαστήριο να αποφανθεί και τα οποία το ίδιο το Δικαστήριο εξέθεσε με ακρίβεια στην απόφασή του. Στην υπόθεση Ferraioli, ο σύζυγος του εργαζομένου, δικαιούχου των παροχών που προβλέπονται από το άρθρο 73, για επαγγελματική δραστηριότητα στο κράτος απασχολήσεως, εργαζόταν στο κράτος κατοικίας των μελών της οικογενείας, χωρίς όμως να λαμβάνει οικογενειακά επιδόματα για τα τέκνα του, λόγω του ότι δεν συνέτρεχαν όλες οι σχετικές προϋποθέσεις της νομοθεσίας του κράτους κατοικίας.
10. Στην υπό κρίση υπόθεση η κατάσταση παρουσιάζεται διαφορετική και συγκεκριμένα, τίθεται καταρχάς, ως καθαρά ... βελγική εναλλακτική ερώτηση, για να καταλήξει, μετά τη σχετική εξέταση σε ενδεχόμενες γαλλοβελγικές επιπλοκές. Για να γίνω σαφέστερος, φρονώ ότι το Δικαστήριο οφείλει να επιλύσει τρία προβλήματα. Πρώτον: πρέπει τα οικογενειακά επιδόματα να καταβληθούν από τον αρμόδιο για τους ανεξάρτητους επαγγελματίες βελγικό οργανισμό κοινωνικής πρόνοιας (άποψη του εναγόμενου της κύριας δίκης) ή από τον αρμόδιο για μισθωτούς βελγικό οργανισμό, ως συνέπεια της υποχρεώσεως που υπέχει αυτός από το άρθρο 73 του κανονισμού 1408/71, ληφθέντος υπόψη ότι ενεργεί, στην περίπτωση αυτή, για λογαριασμό του γαλλικού οργανισμού; Δεύτερον: σε περίπτωση που η απάντηση στο πρώτο ερώτημα είναι ότι τα επιδόματα πρέπει να καταβληθούν από τον αρμόδιο για ανεξάρτητους επαγγελματίες οργανισμό και εφόσον το ποσό των επιδομάτων αυτών είναι κατώτερο αυτού που καταβάλλεται από τον αρμόδιο για μισθωτούς οργανισμό, δικαιούται ο μισθωτός της καταβολής συμπληρωματικής παροχής ίσης προς τη διαφορά μεταξύ των δύο ποσών; Τρίτον: σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο δεύτερο ερώτημα, ποιος πρέπει να επιβαρυνθεί με την καταβολή της συμπληρωματικής παροχής;
Κατά την εξέταση των προβλημάτων αυτών, θα προσφύγω στη νομολογία του Δικαστηρίου και μεταξύ άλλων - αν και όχι αποκλειστικώς - στην απόφαση Ferraioli.
Πρώτο ερώτημα: ποιος φορέας κοινωνικής ασφαλίσεως οφείλει να καταβάλει τα οικογενειακά επιδόματα;
11. Η απάντηση εξαρτάται από το πεδίον εφαρμογής που αναγνωρίζουμε στο άρθρο 76. Συγκεκριμένα: λαμβάνεται υπόψη η διάταξη αυτή μόνο στην περίπτωση κατά την οποία η επαγγελματική δραστηριότητα στο κράτος κατοικίας της οικογενείας του μισθωτού ο οποίος εργάζεται σε άλλο κράτος ασκείται από μέλος της οικογενείας, ή, όπως συμβαίνει εν προκειμένω, και όταν ο ίδιος ο μισθωτός ασκεί τη δεύτερη αυτή δραστηριότητα;
12. Δεν νομίζω ότι υπάρχουν στοιχεία που συνηγορούν υπέρ της περιοριστικής άποψης που εκφράζει το πρώτο σκέλος του πιο πάνω διαζευκτικού ερωτήματος. Το γράμμα του άρθρου 76 ουδόλως προσφέρεται για τέτοια ερμηνεία. Εξάλλου, ανεξάρτητα από καθαρά γραμματικές θεωρήσεις, αυτός τούτος ο λόγος υπάρξεως του άρθρου 76 - το οποίο αποτελεί απαγορευτική της σωρεύσεως διάταξη - επιβάλλει όπως η αναστολή της καταβολής των οικογενειακών παροχών και επιδομάτων που οφείλονται δυνάμει των άρθρων 76 και 74 ισχύει και στην περίπτωση όπου αυτός ο οποίος ασκεί τη δεύτερη δραστηριότητα στο κράτος κατοικίας είναι ο ίδιος ο εργαζόμενος. Αλλά - και στο σημείο ακριβώς αυτό έρχεται αρωγός η νομολογία του Δικαστηρίου - αποκλειστικά υπό τις συνθήκες που το Δικαστήριο έχει καθορίσει, πρέπει δηλαδή τα οικογενειακά επιδόματα πράγματι να καταβάλλονται στο κράτος κατοικίας, ενώ δεν αρκεί η απλή δυνατότητα (βλέπε, ιδίως, τις αποφάσεις Ferraioli και Salzano).
13. Εξ αυτού έπεται ότι, στη σφαίρα εφαρμογής του άρθρου 76 - δηλαδή εφόσον υφίσταται πραγματική καταβολή οικογενειακών επιδομάτων στο κράτος κατοικίας για την ασκούμενη εκεί επαγγελματική δραστηριότητα (πράγμα που φαίνεται ότι συμβαίνει στην υπό κρίση υπόθεση) - η καταβολή των οικογενειακών επιδομάτων που οφείλονται βάσει του άρθρου 73 αναστέλλεται. Από τα ανωτέρω προκύπτει περαιτέρω ότι τα επιδόματα αυτά πρέπει να καταβάλλονται στον εργαζόμενο για τη δραστηριότητα που ασκεί στο κράτος κατοικίας, δηλαδή σε περιπτώσεις όπως η προκείμενη, από τον οργανισμό κοινωνικής ασφαλίσεως για ανεξάρτητους επαγγελματίες.
Δεύτερο ερώτημα: σε περίπτωση υπάρξεως διαφοράς ως προς το ύψος των δύο τύπων οικογενειακών επιδομάτων, επιβάλλεται η καταβολή συμπληρωματικής παροχής;
14. Η απάντηση απορρέει από την αρχή, που επανειλημμένα έχει υπογραμμίσει το Δικαστήριο, του σεβασμού του επιδιωκόμενου από το άρθρο 51 της Συνθήκης ΕΟΚ σκοπού, δηλαδή της εγκαθιδρύσεως της ελεύθερης κυκλοφορίας των εργαζομένων. Σχετικά θα ήθελα να επισημάνω την κατευθυντήρια γραμμή που διαπνέει τη νομολογία του Δικαστηρίου, και, ειδικότερα, τις αποφάσεις Laterza, Kromhout και Ferraioli. Αφενός, στην υπόθεση Laterza, το Δικαστήριο ρητώς δέχθηκε, στη σκέψη 8 in fine ότι "ο κανονισμός 1408/71, θεσπίζοντας και αναπτύσσοντας τους κανόνες συντονισμού των εθνικών νομοθεσιών, διαπνέεται, πράγματι, από τη θεμελιώδη αρχή, όπως αυτή εκφράζεται στην έβδομη και όγδοη αιτιολογική του σκέψη, ότι οι εν λόγω κανόνες πρέπει να διασφαλίζουν στους εργαζομένους που διακινούνται εντός της Κοινότητας το σύνολο των παροχών που έχουν αποκτήσει στα διάφορα κράτη μέλη εντός του ορίου του υψηλότερου ποσού παροχής".
Ομοίως, στην υπόθεση Kromhout, το Δικαστήριο έκρινε, στη σκέψη 21, ότι "όταν το ποσό των επιδομάτων, των οποίων αναστέλλεται η καταβολή, είναι μεγαλύτερο από το ποσό των επιδομάτων που λαμβάνονται λόγω της ασκήσεως επαγγελματικής δραστηριότητας, πρέπει να μην εφαρμόζεται παρά μόνο μερικώς ο αντισωρευτικός κανόνας που περιέχεται στο άρθρο 10, παράγραφος 1, στοιχείο α), του κανονισμού 574/72 και να χορηγείται υπό μορφή συμπληρώματος η διαφορά μεταξύ των δύο ποσών". Στη σκέψη 27 της ίδιας αποφάσεως διευκρινίζεται ότι το εν λόγω άρθρο 10 "είναι συμπληρωματικό του άρθρου 76 του κανονισμού 1408/71".
Εξάλλου, στην απόφαση Ferraioli σαφώς αναγνωρίστηκε, στη σκέψη 17, ότι δεν είναι δυνατό "μέσω της υποκαταστάσεως των οφειλόμενων σε ένα κράτος μέλος επιδομάτων από τα επιδόματα που χορηγούνται από ένα άλλο κράτος μέλος, να αποστερείται ο εργαζόμενος του ευεργετήματος των ευνοϊκότερων επιδομάτων". Η κρίση αυτή ισχύει, mutatis mutandis και για την απάντηση που πρέπει να δοθεί στο δεύτερο ερώτημα. Βεβαίως, στην υπό κρίση υπόθεση δεν πρόκειται για υποκατάσταση παροχών οφειλομένων από ένα κράτος μέλος σ' αυτές που οφείλονται από άλλο κράτος μέλος, αλλά για υποκατάσταση, στο πλαίσιο της νομοθεσίας ενός και του αυτού κράτους μέλους, των χαμηλότερων παροχών που καταβάλλονται στους ανεξάρτητους επαγγελματίες στις υψηλότερες παροχές που οφείλονται στους μισθωτούς. Αλλά, εξίσου αληθές είναι ότι η επέκταση στην προκείμενη περίπτωση της λύσεως που δόθηκε στην υπόθεση Ferraioli φαίνεται ορθή προκειμένου να αποφευχθεί ένα αποτέλεσμα παράδοξο, όλως διόλου αδικαιολόγητο.
15. Αν δεν γινόταν δεκτή η επέκταση αυτή, ο εργαζόμενος, ο οποίος κατέβαλε εισφορές που του παρέχουν δικαίωμα για οικογενειακά επιδόματα υπό την ιδιότητά του ως μισθωτού, θα υφίστατο μείωση κατά το ποσό των επιδομάτων αυτών αποκλειστικά και μόνο λόγω του ότι, έχοντας καταβάλει σε άλλο κράτος μέλος εισφορές για δραστηριότητα ανεξάρτητου επαγγελματία, λαμβάνει στο κράτος αυτό μικρότερα οικογενειακά επιδόματα. Η κατάσταση καθίσταται ακόμα πιο παράδοξη αντιπαραβαλλόμενη με την περίπτωση κατά την οποία, για την ασκηθείσα στο κράτος κατοικίας επαγγελματική δραστηριότητα δεν χορηγούνται οικογενειακά επιδόματα. Στην περίπτωση αυτή, το άρθρο 76 δεν θα λαμβανόταν υπόψη και δεν θα καθιστούσε αδύνατη την εφαρμογή του άρθρου 73. Κατά συνέπεια, ο ανεξάρτητος επαγγελματίας που ασκεί διπλή δραστηριότητα θα ελάμβανε τα μεγαλύτερα οικογενειακά επιδόματα που προβλέπονται για τους μισθωτούς. Δεν σας κρύβω πως η διαφορά αυτή στη μεταχείριση μου φαίνεται εντελώς αδικαιολόγητη.
16. Επομένως, ως προς το σημείο αυτό καταλήγω στο συμπέρασμα ότι για να μην παρεμποδίζεται η υλοποίηση του στόχου του άρθρου 51 της Συνθήκης ΕΟΚ, σε μια περίπτωση όπως η προκείμενη, τα οικογενειακά επιδόματα που καταβάλλονται σύμφωνα με τη ρύθμιση που ισχύει δυνάμει των συνδυασμένων διατάξεων των άρθρων 73 και 76 του κανονισμού 1408/71 πρέπει να συνοδεύονται από συμπληρωματική παροχή, έτσι ώστε το συνολικό ποσό των οικογενειακών επιδομάτων που λαμβάνει ο εργαζόμενος να φθάνει το υψηλότερο ποσό, που του οφείλεται για την έμμισθη δραστηριότητά του.
Τρίτο ερώτημα: ποιο κράτος πρέπει να καταβάλλει τη συμπληρωματική αυτή παροχή;
17. 'Οπως παρατήρησα ανωτέρω, το Δικαστήριο νομολογεί ότι το άρθρο 76 αποτελεί απαγορευτική της σωρεύσεως διάταξη (2). Η διάταξη αυτή επιτυγχάνει το σκοπό της όταν εμποδίζει τη σώρευση δύο τύπων οικογενειακών επιδομάτων για δύο δραστηριότητες που ασκούνται από τον εργαζόμενο ή τα μέλη της οικογενείας του. Εφόσον ο σκοπός αυτός, για τον οποίο θεσπίστηκε ο εν λόγω κανόνας έχει επιτευχθεί, δεν είναι θεμιτό να παράγονται από την ίδια διάταξη άλλα μη ηθελημένα και σαφώς υπερβολικά αποτελέσματα (3). Ειδικότερα, δεν βλέπω για ποιο λόγο θα έπρεπε να δεχθώ την άποψη ότι το κράτος κατοικίας πρέπει να επιβαρυνθεί με την καταβολή της συμπληρωματικής παροχής. Κατά μείζονα λόγο, εφόσον πρόκειται για περίπτωση κατά την οποία, χάρη στη δεύτερη δραστηριότητα που ασκείται στη χώρα κατοικίας, η χώρα απασχολήσεως απαλλάσσεται, δυνάμει του άρθρου 76, από την καταβολή των οικογενειακών επιδομάτων που χορηγούνται από τον αρμόδιο για τους ανεξάρτητους επαγγελματίες οργανισμό. Νομίζω ότι είναι σύμφωνο προς το σύστημα που επιδιώχθηκε με τον κανονισμό 1408/71 η σχετική διαφορά να καταβάλλεται από το κράτος απασχολήσεως του μισθωτού.
Αυτή είναι, άλλωστε, και η λύση που έδωσε το Δικαστήριο στην υπόθεση Ferraioli, με την οποία ενισχύθηκε η τάση της νομολογίας που είχε επιβεβαιωθεί στην υπόθεση Laterza.
18. Επομένως, περαίνοντας τις προτάσεις μου, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει στο προδικαστικό ερώτημα που του υπέβαλε το tribunal du travail του Dinant ως εξής:
"Τα άρθρα 73 και 76 του κανονισμού 1408/71 (ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 73) πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι ο εργαζόμενος που ασκεί έμμισθη δραστηριότητα σε κράτος μέλος άλλο από αυτό εντός του οποίου κατοικεί μαζί με τα μέλη της οικογενείας του και εργάζεται ως ανεξάρτητος επαγγελματίας, δικαιούται, όταν το ποσό των οικογενειακών επιδομάτων που πράγματι λαμβάνει στο κράτος κατοικίας είναι κατώτερο του ποσού των επιδομάτων που προβλέπονται από τη νομοθεσία του άλλου κράτους μέλους, να λάβει τη διαφορά μεταξύ των δύο ποσών, δαπάναις του κράτους μέλους στο έδαφος του οποίου ασκεί την έμμισθη δραστηριότητα."
(*) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ιταλική.
(1) Ειδικότερα, αποφάσεις της 19ης Φεβρουαρίου 1981, Beeck, 104/80, Συλλογή 1981, σ. 503 της 12ης Ιουνίου 1980, Laterza, 733/79, Racc. 1980, σ. 1915 της 13ης Νοεμβρίου 1984, Salzano, 191/83, Συλλογή 1984, σ. 3741 της 4ης Ιουλίου 1985, Kromhout, 104/84, Συλλογή 1985, σ. 2205 της 23ης Απριλίου 1986, Ferraioli, 153/84, Συλλογή 1986, σ. 1401.
(2) Στην υπόθεση Kromhout, το Δικαστήριο διασαφήνισε την έκταση της απαγορευτικής της σωρεύσεως διατάξεως του άρθρου 10, παράγραφος 1, στοιχείο α), πρώτη φράση, του κανονισμού 878/73 του Συμβουλίου, διευκρινίζοντας, στη σκέψη 14, ότι:
"Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι σκοπός των οικογενειακών παροχών ή επιδομάτων είναι η κοινωνική αρωγή των εργαζομένων που φέρουν οικογενειακά βάρη μέσω της συμβολής του κοινωνικού συνόλου στα βάρη αυτά. Υπ' αυτό το πρίσμα, ο επίδικος κανόνας περί μη σωρεύεσεως αποσκοπεί στην παρεμπόδιση της διπλής αντιστάθμισης των βαρών αυτών, η οποία θα σήμαινε αδικαιολόγητη καταβολή, πέραν του οφειλομένου, υπέρ της οικογενείας του εργαζομένου. Ο κανόνας αυτός πρέπει, επομένως, να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι σκοπός του είναι η αποφυγή της καταβολής παράλληλων κοινωνικών παροχών λόγω μιας και της αυτής καταστάσεως και για μία και την ίδια περίοδο."
(3) Βλέπε υπ' ανάλογη έννοια, την κρίση του Δικαστηρίου όσον αφορά το σκοπό του άρθρου 51 της Συνθήκης ΕΟΚ, στην υπόθεση Jordens-Vosters, 69/79, Racc. 1980, σ. 75.
Top