Σημαντική ανακοίνωση νομικού περιεχομένου
Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Van Gerven της 15ης Δεκεμβρίου 1988. - ΠΟΙΝΙΚΗ ΔΙΚΗ ΚΑΤΑ ESTHER RENEE WURMSER, ΧΗΡΑΣ BOUCHARA ΚΑΙ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ NORLAINE. - ΑΙΤΗΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΠΡΟΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΑΠΟΦΑΣΕΩΣ ΤΟΥ TRIBUNAL DE GRANDE INSTANCE ΤΟΥ BOBIGNY. - ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟΙ ΙΣΟΔΥΝΑΜΟΥ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΟΣ - ΠΟΙΝΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΠΡΩΤΗ ΔΙΑΘΕΣΗ ΣΤΗΝ ΑΓΟΡΑ. - ΥΠΟΘΕΣΗ 25/88.
Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου 1989 σελίδα 01105
Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1. Το Tribunal de grande instance του Bobigny υπέβαλε στο Δικαστήριο ένα σημαντικότατο ερώτημα ερμηνείας. Πράγματι, η προδικαστική παραπομπή θέτει το πρόβλημα της νομιμότητας, ενόψει των άρθρων 30 και 36 της Συνθήκης ΕΟΚ, μιας υποχρεώσεως επιβαλλόμενης στον εισαγωγέα προϊόντων κοινοτικής καταγωγής να εξακριβώνει, άλλως υπέχει ποινική ευθύνη, αν το προϊόν που εισάγει πληροί τις εθνικές προδιαγραφές του κράτους εισαγωγής. Νομικό καθεστώς ποινικής ευθύνης που επιβάλλει στον εισαγωγέα ειδικές υποχρεώσεις ελέγχου φαίνεται να υπάρχει, κατά την Επιτροπή, σε πολλά άλλα κράτη μέλη. Η Επιτροπή ανήγγειλε, εξάλλου, ότι σχεδιάζει να εκδώσει ανακοίνωση σχετικά με τα καθεστώτα αυτά, ενόψει της θέσεως που θα λάβει το Δικαστήριο στην προκειμένη υπόθεση. Τέλος, η προδικαστική παραπομπή μπορεί να έχει επιπτώσεις στη νομολογία των δικαιοδοτικών οργάνων των κρατών μελών στο επίπεδο της ευθύνης - τόσο ποινικής, όσο και αστικής - του εισαγωγέα.
Εν προκειμένω, το νομικό πλαίσιο καθορίστηκε με το νόμο της 1ης Αυγούστου 1905, περί απάτης και νοθείας σχετικά με τα προϊόντα ή τις υπηρεσίες. Στον εν λόγω νόμο προστέθηκε με το νόμο 83-660 της 21ης Ιουλίου 1983 το άρθρο 11-4 το οποίο ορίζει:
"Τα προϊόντα, από της πρώτης διαθέσεως στην αγορά, πρέπει να ανταποκρίνονται στις ισχύουσες προδιαγραφές ως προς την ασφάλεια και την υγεία των ανθρώπων, την εντιμότητα των εμπορικών συναλλαγών και την προστασία των καταναλωτών.
Ο υπεύθυνος για την πρώτη διάθεση στην αγορά ενός προϊόντος υποχρεούται, επομένως, να εξακριβώνει ότι το προϊόν ανταποκρίνεται στις ισχύουσες προδιαγραφές.
Αιτήσει των οργάνων που είναι επιφορτισμένα για την εφαρμογή του παρόντος νόμου, υποχρεούται να δικαιολογήσει τις εξακριβώσεις και τους ελέγχους που πραγματοποιήθηκαν."
Συνοπτική υπόμνηση των περιστατικών
2. Η εταιρία Norlaine είναι κεντρικός αγοραστής υφασμάτων που προορίζονται να μεταπωληθούν σε καταστήματα τα οποία εκμεταλλεύονται στο γαλλικό έδαφος διάφορες εταιρίες υπό τη χαρακτηριστική επωνυμία "Bouchara". Το 1984, η εταιρία εισήγαγε από την Ιταλική Δημοκρατία και από την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας υφάσματα αποκαλούμενα "fantaisie" (φανταχτερά). Οι ιταλοί και γερμανοί κατασκευαστές παρέδωσαν τα υφάσματα αυτά συνοδευόμενα από τιμολόγια στα οποία αναφερόταν η σύνθεση των υφασμάτων. Η εταιρία Norlaine μεταπώλησε τα είδη αυτά χωρίς να τα αναμείξει ούτε να επιθέσει ετικέτες, στα δε τιμολόγια πωλήσεως ανέγραψε τη σύνθεση των προϊόντων όπως αυτή αναφερόταν τα τιμολόγια των αλλοδαπών προμηθευτών της.
3. Στο πλαίσιο περιστασιακού ελέγχου, η υπηρεσία καταστολής της απάτης προέβη στη λήψη 18 δειγμάτων επί διαφόρων υφασμάτων που είχαν διατεθεί προς πώληση στο κατάστημα Bouchara στην Τουλούζη και είχαν παραδοθεί από την εταιρία Norlaine. Από τα 18 δείγματα που αναλύθηκαν από επίσημο εργαστήριο, επτά δεν ανταποκρίνονταν στη δηλούμενη σύνθεση. Υπό τις προϋποθέσεις αυτές, η Wurmser, χήρα Bouchara, και ο Bloch, υπεύθυνοι της εταιρίας Norlaine, παραπέμφθηκαν ενώπιον του Tribunal de grande instance του Bobigny για απάτη ως προς τη σύνθεση των εμπορευμάτων, διότι διέθεσαν ή άφησαν να διατεθούν προς πώληση κλωστοϋφαντουργικά προϊόντα που έφεραν εσφαλμένες ενδείξεις σχετικά με τη σύνθεσή τους, περιστατικά που τιμωρούνται με το νόμο της 1ης Αυγούστου 1905.
Τα προδικαστικά ερωτήματα και η διατύπωσή τους
4. Με απόφαση που εξέδωσε στις 29 Οκτωβρίου 1987, το Tribunal υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
"1)Συμβιβάζονται οι διατάξεις του άρθρου 11, παράγραφος 4, του νόμου της 1ης Αυγούστου 1905, όπως έχει τροποποιηθεί, περί απάτης και νοθείας σχετικά με τα προϊόντα και τις υπηρεσίες, προς τις διατάξεις του άρθρου 30 της Συνθήκης της Ρώμης, που απαγορεύουν τους ποσοτικούς περιορισμούς επί των εισαγωγών και τα μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος;
2) Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα, συνιστά η γαλλική νομοθεσία παρέκκλιση από τις διατάξεις του άρθρου 30 της Συνθήκης της Ρώμης που δικαιολογείται από το άρθρο 36 της ίδιας Συνθήκης;"
Τα ερωτήματα αυτά δεν φαίνεται ότι πρέπει να ληφθούν υπό την έννοια ότι τα εθνικό δικαστήριο ζητεί από το Δικαστήριο να διαπιστώσει το συμβιβαστό ή το ασυμβίβαστο ορισμένων διατάξεων του γαλλικού δικαίου με το κοινοτικό δίκαιο. Προτείνω στο Δικαστήριο να τα διατυπώσει εκ νέου ως εξής:
"Τα άρθρα 30 και 36 της Συνθήκης ΕΟΚ εμποδίζουν την καθιέρωση ή τη διατήρηση υποχρεώσεως επιβαλλόμενης στον υπεύθυνο της πρώτης διαθέσεως στην αγορά ενός προϊόντος να εξακριβώνει, άλλως θα υπέχει ποινική ευθύνη, αν το προϊόν αυτό ανταποκρίνεται προς τις εθνικές προδιαγραφές που αφορούν την υγεία και την προστασία των προσώπων, την εντιμότητα των εμπορικών συναλλαγών και την προστασία των καταναλωτών;"
5. Προτίθεμαι να αναφέρω συνοπτικά την προέλευση του άρθρου 11, παράγραφος 4, του νόμου του 1905 και να αναλύσω την έκταση ισχύος της διάταξης. Εν συνεχεία, θα διαπιστώσω ότι εν προκειμένω το ζήτημα δεν ρυθμίζεται από το κοινοτικό δίκαιο. Το μεγαλύτερο μέρος των προτάσεών μου θα αφιερωθεί στην εξέταση της νομιμότητας παρόμοιων καθεστώτων με αυτό που προβλέπεται από το γαλλικό νόμο, εν όψει των άρθρων 30 και 36 της Συνθήκης ΕΟΚ. Θα διαπιστώσω σχετικώς ότι ευρισκόμεθα ενώπιον "μέτρου που μπορεί να έχει ισοδύναμο αποτέλεσμα προς ποσοτικούς περιορισμούς επί των εισαγωγών". Μετά από μια τέτοια διαπίστωση, θα εξετάσω αν το μέτρο μπορεί να δικαιολογείται, αν ληφθεί υπόψη η νομολογία του Δικαστηρίου, βάσει των άρθρων 30 και 36 της Συνθήκης ΕΟΚ.
Το καθεστώς της ποινικής ευθύνης στο γαλλικό δίκαιο
6. Κατά το άρθρο 11, παράγραφος 4, δεύτερη φράση, του γαλλικού νόμου της 1ης Αυγούστου 1905 ο "υπεύθυνος για την πρώτη διάθεση στην αγορά ενός προϊόντος υποχρεούται ... να εξακριβώνει ότι το προϊόν ανταποκρίνεται στις ισχύουσες προδιαγραφές". Η διάταξη αυτή εισήχθη με νόμο του 1983 ο οποίος επιβεβαίωσε τη νομολογία που εξομοίωνε την έλλειψη εξακριβώσεως προς βαρεία αμέλεια. Θεωρώ χρήσιμο να αναφέρω συνοπτικά το πλαίσιο και την έκταση της νομολογίας αυτής.
Το άρθρο 1 του νόμου της 1ης Αυγούστου 1905 προβλέπει ποινικές κυρώσεις για οποιονδήποτε εξαπατά ή προσπαθεί να εξαπατήσει τον αντισυμβαλλόμενο, ιδίως, ως προς τη σύνθεση των παραδοθέντων εμπορευμάτων. Το έγκλημα αυτό της απάτης προϋποθέτει δολία πρόθεση. Στην εκτίμηση της πρόθεσης αυτής, η προγενέστερη του νόμου του 1983 νομολογία διέκρινε μεταξύ του παραγωγού και του διανομέα των προϊόντων.
Κατά τη νομολογία αυτή, εθεωρείτο ότι η κακή πίστη του παραγωγού μπορούσε να συναχθεί από την έλλειψη ελέγχου. Κατ' αυτό τον τρόπο, το αδίκημα της απάτης κατέστησε την πράξη, όσον αφορά τον παραγωγό, ουσιαστική παράβαση, δηλαδή παράβαση της οποίας η αντικειμενική υπόσταση εξαντλείται ενόψει της απλής παραλείψεως του παραγωγού χωρίς να πρέπει να αποδεικνύεται η υπαιτιότητά του.
Η νομολογία ως προς την ποινική ευθύνη του διανομέα ήταν διαφορετική. Η έλλειψη ελέγχου δεν εθεωρείτο επαρκές στοιχείο για να αποδειχθεί η υπαιτιότης του. Μόνο στην περίπτωση κατά την οποία επεξεργαζόταν ο ίδιος το εμπόρευμα εθεωρείτο, κατά τη νομολογία, ότι υπείχε ποινική ευθύνη.
Μολονότι ο νόμος της 1ης Αυγούστου 1905 προέβλεπε κυρώσεις για οποιονδήποτε εξαπατούσε ή προσπαθούσε να εξαπατήσει τον αντισυμβαλλόμενο, πάντως, ο παραγωγός ήταν αυτός ο οποίος εθεωρείτο καταρχήν υπεύθυνος για την απάτη, για τον προφανή λόγο ότι είναι σε θέση να γνωρίζει καλώς και να αναφέρει τη σύνθεση των δικών του προϊόντων. Εντούτοις, η νομολογία εισήγαγε παρέκκλιση στο δυαδικό αυτό καθεστώς όσον αφορά το διανομέα/εισαγωγέα άλλων προϊόντων πλην των γαλλικών. Ο τελευταίος, όσον αφορά την ποινική του ευθύνη σε περίπτωση απάτης, βρισκόταν στην ίδια θέση με τον παραγωγό γαλλικών προϊόντων. Οι πρακτικές δυσχέρειες στις οποίες προσέκρουε η κίνηση της ποινικής διαδικασίας κατά των αλλοδαπών κατασκευαστών φαίνεται ότι αποτέλεσε την αιτία για την εξομοίωση αυτή της θέσης του εισαγωγέα προς αυτήν του παραγωγού. Οπωσδήποτε, ο νόμος της 21ης Ιουλίου 1983 καθιέρωσε αυτή τη νομολογία. Τώρα, προβλέπεται ρητά ότι ο υπεύθυνος της πρώτης διαθέσεως στην αγορά ενός προϊόντος - δηλαδή τόσο ο γάλλος παραγωγός όσο και ο εισαγωγέας προϊόντων πλην των γαλλικών - υποχρεούται να εξακριβώνει ότι τα προϊόντα ανταποκρίνονται προς τις ισχύουσες προδιαγραφές.
7. Η νομοθετική διάταξη έχει, ωστόσο, κενά τα οποία πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά την εξέταση της νομιμότητάς της έναντι του κοινοτικού δικαίου. 'Ετσι, η διάταξη σιωπά όσον αφορά την έκταση της υποχρέωσης να εξακριβώνεται αν τα προϊόντα που διατίθενται στην αγορά συμφωνούν προς τις εθνικές προδιαγραφές. Η εξακρίβωση αυτή συνεπάγεται, στην πραγματικότητα, διπλή γνώση εκ μέρους του εισαγωγέα. Συνεπάγεται, αφενός, τη γνώση των ισχυουσών εθνικών προδιαγραφών οι οποίες, ενδεχομένως, θα πρέπει να είναι σύμφωνες προς τις διατάξεις του κοινοτικού δικαίου (βλέπε πιο κάτω τα σημεία 9 και 16). Αφετέρου, συνεπάγεται επαρκή γνώση των χαρακτηριστικών και της σύνθεσης των εισαγόμενων προϊόντων ώστε να είναι σε θέση να αντιλαμβάνεται αν αυτά είνα σύμφωνα προς τους κανόνες της χώρας εισαγωγής. Επί του τελευταίου αυτού σημείου επιβάλλεται η διαπίστωση ότι η νομοθετική διάταξη δεν παρέχει καμιά ένδειξη ως προς την αναμενόμενη συμπεριφορά του εισαγωγέα ώστε να μην υπέχει ποινική ευθύνη. Θεωρείται ότι ο εισαγωγέας οφείλει να προβαίνει σε συστηματική εργαστηριακή ανάλυση όλων των εισαγόμενων προϊόντων, όπως ισχυρίζονται οι κατηγορούμενοι της κύριας δίκης; 'Η είναι δυνατό να μην υπέχει ποινική ευθύνη αν προσκομίσει τα πιστοποιητικά που εκδόθηκαν από τον αλλοδαπό παραγωγό, όπως ισχυρίζεται η γαλλική κυβέρνηση; Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, δεν κατέστη δυνατή η προσέγγιση των διαφορετικών αυτών απόψεων.
Το άλλο ζήτημα επί του οποίου η διάταξη είναι ασαφής, αφορά την απαρίθμηση των εθνικών διατάξεων που πρέπει να πληρούν τα εισαγόμενα προϊόντα. Το άρθρο 11, παράγραφος 4, του νόμου του 1905 περιορίζεται στο να αναφέρει κατά τρόπο γενικό ότι τα "προϊόντα πρέπει να ανταποκρίνονται στις ισχύουσες προδιαγραφές ως προς την ασφάλεια και την υγεία των ανθρώπων, την εντιμότητα των εμπορικών συναλλαγών και την προστασία των καταναλωτών". Επομένως, τα εισαγόμενα προϊόντα πρέπει να πληρούν όλους τους κανόνες που θεσπίζουν οι εθνικές αρχές στους τομείς που προβλέπει η εν λόγω διάταξη (1).
'Ελλειψη εναρμονίσεως στο κοινοτικό δίκαιο
8. Επιβάλλεται η παρατήρηση ότι, πρώτον, η ποινική ευθύνη λόγω του ότι τα διανεμόμενα προϊόντα δεν ανταποκρίνονται στις ενδείξεις της ετικέτας, δεν ρυθμίζεται προς το παρόν από καμιά κοινοτική οδηγία. Ασφαλώς, η οδηγία 84/450/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 10ης Σεπτεμβρίου 1984, για την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών σχετικά με την παραπλανητική διαφήμιση (ΕΕ L 250, σ. 17), αναφέρει σειρά νομικών διατάξεων που οφείλουν να θεσπίσουν τα κράτη μέλη για την προστασία του κοινού από την παραπλανητική διαφήμιση. Εξάλλου, η οδηγία 71/307/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 26ης Ιουλίου 1971, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών των αναφερομένων στις ονομασίες των υφανσίμων (ΕΕ ειδ. έκδ. 13/001, σ. 127), εναρμονίζει τις ονομασίες των υφανσίμων ινών, καθώς επίσης και τις ενδείξεις στις ετικέτες που συνοδεύουν τα κλωστοϋφαντουργικά προϊόντα.
Εντούτοις, ούτε γενική οδηγία του 1984 ούτε η ειδική οδηγία για τα κλωστοϋφαντουργικά προϊόντα του 1971 εμποδίζουν τα κράτη μέλη να διατηρούν τις διατάξεις που αποβλέπουν στην εξασφάλιση ευρύτερης προστασίας, ιδίως, όπως εν προκειμένω, της υποχρέωσης που επιβάλλεται σε εκείνους οι οποίοι διαθέτουν τα προϊόντα στην αγορά να ελέγχουν τη σύνθεσή τους, άλλως θα υπέχουν βαρύτερη ποινική ευθύνη.
9. Η προκαταρκτική αυτή παρατήρηση δεν παρέχει απάντηση στο γενικότερο ερώτημα που συνίσταται στο αν, για το σύνολο των θεμάτων που καλύπτονται με το άρθρο 11, παράγραφος 4, του νόμου του 1905, υπάρχει ή όχι κανονιστική ρύθμιση εναρμονισμένη κατά το κοινοτικό δίκαιο. Προφανώς δεν είναι δυνατό - ούτε αναγκαίο στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης - να δοθεί απάντηση στο ερώτημα αυτό κατά τρόπο γενικό, αν ληφθεί υπόψη η έκταση των ζητημάτων που καλύπτονται από τη διάταξη και το γεγονός ότι ελλείπουν ακριβείς ενδείξεις ως προς τους κανόνες που διέπουν τα ζητήματα αυτά (βλέπε σημείο 7). Αρκεί να υπογραμμιστεί ότι, αφενός, στην περίπτωση κατά την οποία η οικεία κανονιστική ρύθμιση έχει εναρμονιστεί, η υποχρέωση ελέγχου που επιβάλλεται στον εισαγωγέα, όπως εξάλλου η επιβαλλόμενη στον κατασκευαστή, πρέπει να ασκείται ενόψει των κοινοτικών διατάξεων και, αφετέρου, αν μια τέτοια εναρμόνιση δεν έχει πραγματοποιηθεί, η υποχρέωση ελέγχου μπορεί εντούτοις να δημιουργήσει λεπτά προβλήματα ιδίως στην εκτίμηση του κύρους της οικείας εθνικής διατάξεως ενόψει του κοινοτικού δικαίου.
Στη συνέχεια των υπό ανάπτυξη προτάσεων, θα δεχθώ την υπόθεση που απαντάται εν προκειμένω, δηλαδή ότι το εισαγόμενο προϊόν υπόκειται στη χώρα εισαγωγής σε ειδικούς κανόνες, οι οποίοι, ωστόσο, δεν έχουν εναρμονιστεί στο κοινοτικό δίκαιο.
Η υποχρέωση ελέγχου είναι ικανή να παρεμποδίσει το ενδοκοινοτικό εμπόριο
10. Κατά το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ, οι ποσοτικοί περιορισμοί επί των εισαγωγών, καθώς και όλα τα μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος, απαγορεύονται μεταξύ των κρατών μελών. Μέτρο το οποίο επιβάλλει στον εισαγωγέα/διανομέα την υποχρέωση να εξακριβώνει αν τα εισαγόμενα προϊόντα πληρούν τις εθνικές προδιαγραφές, άλλως υπόκειται σε αυστηρότερο καθεστώς όσον αφορά την ποινική ευθύνη, ενώ ο ποινικός νόμος δεν επιβάλλει την ίδια υποχρέωση στο διανομέα των εγχώριων προϊόντων, εκ πρώτης όψεως συνιστά μέτρο που μπορεί να δυσχεράνει το ενδοκοινοτικό εμπόριο. Ασφαλώς, μια τέτοια υποχρέωση δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκη άμεσο ή έμμεσο σημαντικό κόστος το οποίο θα έθετε πραγματικά σε μειονεκτική μοίρα τα εισαγόμενα προϊόντα. Το ύψος του κόστους αυτού εξαρτάται στην πραγματικότητα από το περιεχόμενο που δίδεται στην υποχρέωση αυτή. 'Ετσι, αν γίνει δεκτή η άποψη της γαλλικής κυβερνήσεως ότι ο εισαγωγέας δεν υπέχει ποινική ευθύνη αν προσκομίσει τα πιστοποιητικά που εξέδωσαν οι κατασκευαστές των εισαγόμενων προϊόντων, το κόστος δεν φαίνεται καθόλου αποτρεπτικό. Θα επανέλθω αργότερα στο ζήτημα αυτό (βλέπε σημείο 19). Στο στάδιο αυτό της συλλογιστικής, αρκεί η διαπίστωση ότι το εξεταζόμενο μέτρο εμπίπτει στον ορισμό της έννοιας "μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος" που έδωσε το Δικαστήριο με την απόφαση Dassonville και επανέλαβε σε πολλές άλλες μεταγενέστερες αποφάσεις. Κατά την απόφαση Dassonville, συνιστά μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος κάθε μέτρο "ικανό να παρεμποδίσει άμεσα ή έμμεσα, πραγματικά ή δυνητικά, το ενδοκοινοτικό εμπόριο" (απόφαση της 11ης Ιουλίου 1974, 8/74, Rec.1974, σ. 837). Ασφαλώς, οι προϋποθέσεις αυτές συντρέχουν εν προκειμένω. Πράγματι, δεν μπορεί να αποκλειστεί ότι ο διανομέας παραιτείται από την εισαγωγή προϊόντων από φόβο μήπως υπέχει ποινική ευθύνη.
Η υποχρέωση ελέγχου μπορεί να δικαιολογείται δυνάμει του άρθρου 30 της Συνθήκης ΕΟΚ;
11. Με την απόφαση "Cassis de Dijon" (απόφαση της 20ής Ιανουαρίου 1979, Rewe, 120/78, Rec.1979, σ. 649) και επανειλημμένως, έκτοτε, το Δικαστήριο έκρινε ότι, ελλείψει κοινής κανονιστικής ρυθμίσεως ως προς την εμπορία των οικείων προϊόντων, τα εμπόδια στην ελεύθερη ενδοκοινοτική κυκλοφορία που προκύπτουν από τις διαφορές στις εθνικές κανονιστικές ρυθμίσεις πρέπει να γίνονται δεκτά κατά το μέτρο που μια τέτοια κανονιστική ρύθμιση εφαρμόζεται αδιακρίτως στα εγχώρια και στα εισαγόμενα προϊόντα και εφόσον το εμπόδιο που παρεμβάλλει δεν υπερβαίνει ό,τι είναι αναγκαίο για την ικανοποίηση των επιτακτικών απαιτήσεων που αφορούν, μεταξύ άλλων, την προστασία των καταναλωτών και την εντιμότητα των εμπορικών συναλλαγών.
'Ετσι, το Δικαστήριο καθιέρωσε την αρχή της αναλογικότητας βάσει της οποίας οι περιορισμοί που επιβάλλονται στο ενδοκοινοτικό εμπόριο δεν μπορούν να γίνουν δεκτοί παρά μόνο αν δεν είναι δυσανάλογοι σε σχέση με τους νομίμως επιδιωκόμενους σκοπούς. Πάντως, το Δικαστήριο επεφύλαξε τον δικαιολογητικό αυτό λόγο στα εθνικά μέτρα τα οποία, από το χαρακτήρα τους, δεν εισάγουν διακρίσεις έναντι των εισαγόμενων προϊόντων. Τα μέτρα αυτά πρέπει, αντίθετα, να εφαρμόζονται αδιακρίτως στα εγχώρια και στα εισαγόμενα προϊόντα. Με άλλα λόγια, ενώ ένα εθνικό μέτρο το οποίο εισάγει, από το χαρακτήρα του, διάκριση (ή εισάγει τυπικά διάκριση) εμπίπτει προφανώς στην απαγόρευση του άρθρου 30 και δεν δικαιολογείται δυνάμει του άρθρου 36 της Συνθήκης ΕΟΚ (βλέπε απόφαση της 17ης Ιουνίου 1981, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας, 113/80, Συλλογή 1981, σ. 1625, σκέψη 11), εθνικό μέτρο το οποίο εφαρμόζεται αδιακρίτως δεν απαγορεύεται δυνάμει του άρθρου 30 παρά μόνον κατά το μέτρο που η προϋπόθεση που τέθηκε με την απόφαση "Cassis de Dijon" δεν συντρέχει, δηλαδή, αν το οικείο μέτρο υπερβαίνει ό,τι είναι αναγκαίο για την ικανοποίηση επιτακτικών απαιτήσεων.
Επομένως, πρέπει πρώτον να εξεταστεί αν το οικείο μέτρο είναι τέτοιας φύσεως ώστε να εισάγει διάκριση ή αν, αντίθετα, εφαρμόζεται αδιακρίτως.
Η υποχρέωση ελέγχου εφαρμόζεται αδιακρίτως στα εγχώρια και στα κοινοτικά προϊόντα;
12. Οι κατηγορούμενοι της κύριας δίκης δεν λαμβάνουν σαφώς θέση επί του ζητήματος αν η υποχρέωση που επιβάλλει το άρθρο 11παράγραφος 4 του νόμου του 1905 εφαρμόζεται αδιακρίτως στα εγχώρια και στα κοινοτικά προϊόντα. Ισχυρίζονται ότι οι διανομείς αντιμετωπίζονται αυστηρότερα όταν εμπορεύονται προϊόντα κοινοτικής καταγωγής παρά όταν εμπορεύονται γαλλικά προϊόντα καθόσον στην πρώτη περίπτωση η υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος της απάτης τεκμαίρεται, ενώ, στη δεύτερη περίπτωση, το στοιχείο αυτό πρέπει να αποδειχθεί. Επομένως, δεν εξετάζουν το πεδίο εφαρμογής της υποχρεώσεως ελέγχου της συμφωνίας των προϊόντων προς τις εθνικές προδιαγραφές, αλλά, υπερπηδώντας ένα στάδιο του συλλογισμού, τοποθετούνται ευθέως στο πεδίο της ποινής που επιβάλλεται στους διανομείς σε περίπτωση που παραβαίνουν την υποχρέωση ελέγχου.
Περισσότερο συνεκτική είναι η θέση της γαλλικής κυβερνήσεως. Επί του ζητήματος αυτού, υπενθυμίζει ότι το άρθρο 11, παράγραφος 4, του νόμου του 1905 επιβάλλει στον υπεύθυνο της πρώτης διαθέσεως στην αγορά ενός προϊόντος να εξακριβώνει ότι αυτό ανταποκρίνεται στις εθνικές προδιαγραφές. Επομένως, η υποχρέωση ελέγχου αφορά όλα τα προϊόντα που φθάνουν για πρώτη φορά στη γαλλική αγορά. Κατά τη γαλλική κυβέρνηση, και επί του ζητήματος αυτού προτείνω στο Δικαστήριο να δεχθεί την άποψή της, η υποχρέωση εφαρμόζεται έτσι αδιακρίτως σε όλα τα προϊόντα τα οποία διατίθενται για πρώτη φορά στη γαλλική αγορά και, επομένως, σε όλους εκείνους οι οποίοι είναι υπεύθυνοι για την εν λόγω πρώτη διάθεση στην αγορά, δηλαδή τους κατασκευαστές των εγχώριων προϊόντων και τους εισαγωγείς προϊόντων κοινοτικής καταγωγής.
Το γεγονός ότι η υποχρέωση αυτή, ανάλογα με το περιεχόμενο που της δίδεται, μπορεί να συνεπάγεται μεγαλύτερο κόστος για τον εισαγωγέα παρά για τον κατασκευαστή (λόγω του ότι ο τελευταίος κατέχει τις γνώσεις και τον τρόπο κατασκευής του προϊόντος) και, επομένως, μπορεί να έχει αποτέλεσμα αποτρεπτικό κατά το μάλλον ή ήττον σημαντικό στο ενδοκοινοτικό εμπόριο, δεν μεταβάλλει τη φύση της διατάξεως η οποία δεν εισάγει (τυπικά) διάκριση. Η εξέταση αυτή του περιεχομένου της υποχρεώσεως ελέγχου είναι, πάντως, σημαντική προκειμένου να προσδιοριστεί αν η υποχρέωση αυτή μπορεί να δικαιολογηθεί κατ' εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας, δηλαδή προκειμένου να προσδιοριστεί αν η παρεμπόδιση του ενδοκοινοτικού εμπορίου, συναφής με την υποχρέωση ελέγχου, δικαιολογείται ενόψει του επιτακτικού στόχου που επιδιώκεται με το οικείο μέτρο.
Η υποχρέωση ελέγχου υπερβαίνει ό,τι είναι αναγκαίο για την επίτευξη των στόχων που επιδιώκονται με τη διάταξη;
13. Οι στόχοι που επιδιώκονται με το άρθρο 11, παράγραφος 4, του νόμου του 1905 προκύπτουν από το ίδιο το κείμενο. Δυνάμει του άρθρου αυτού, τα προϊόντα πρέπει να ανταποκρίνονται, από της πρώτης διαθέσεως στην αγορά, στις ισχύουσες προδιαγραφές ως "προς την ασφάλεια και την υγεία των ανθρώπων, την εντιμότητα των εμπορικών συναλλαγών και την προστασία των καταναλωτών". Οι στόχοι ως προς την ασφάλεια και την υγεία των προσώπων είναι στόχοι οι οποίοι αναφέρονται ρητά στο άρθρο 36 της Συνθήκης ΕΟΚ. Τα μέτρα που συνιστούν εμπόδιο στο ενδοκοινοτικό εμπόριο τα οποία, όμως, ανταποκρίνονται στους στόχους αυτής της φύσεως μπορούν, ενδεχομένως, να δικαιολογούνται δυνάμει του εν λόγω άρθρου 36. Θα επανέλθω επ' αυτού στα σημεία 20 και 21.
'Οσον αφορά τους δύο άλλους στόχους που επιδιώκονται εν προκειμένω (την εντιμότητα των εμπορικών συναλλαγών και την προστασία των καταναλωτών), περιλαμβάνονται στους τομείς για τους οποίους, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, διατάξεις παρεμποδίζουσες το ενδοκοινοτικό εμπόριο μπορούν να δικαιολογούνται, κατά το μέτρο που οι διατάξεις αυτές δεν επιβάλλουν περιορισμούς που υπερβαίνουν ό,τι είναι αναγκαίο για την πραγματοποίηση των επιδιωκόμενων στόχων.
Κατά τα λοιπά, είναι πάρα πολύ πιθανόν να επιδιώκονται συγχρόνως περισσότεροι στόχοι με μια εθνική διάταξη, χωρίς να είναι δυνατό να προσδιοριστεί ο κύριος στόχος. 'Ετσι, υπάρχουν διατάξεις που αποβλέπουν στην προστασία του καταναλωτή όχι μόνο στο επίπεδο της υγείας του αλλά και στο επίπεδο της εντιμότητας των εμπορικών πρακτικών. Στην περίπτωση αυτή και υπό τις προϋποθέσεις που αναφέρθηκαν πιο πάνω, η διάταξη θα μπορούσε να δικαιολογείται τόσο βάσει του άρθρου 36 όσο και βάσει του άρθρου 30 της Συνθήκης (βλέπε απόφαση της 6ης Ιουνίου 1984, Melkunie, 97/83, Συλλογή 1984, σ. 2367, και τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα VerLoren van Themaat).
14. Μέχρι πού φθάνει η υποχρέωση ελέγχου που προβλέπει το άρθρο 11, παράγραφος 4, του νόμου του 1905; 'Οπως έχω ήδη αναφέρει στο σημείο 7, οι διάδικοι δίνουν πολύ διαφορετικές απαντήσεις στο ερώτημα αυτό. Πάντως, δεν εναπόκειται στο Δικαστήριο να προσδιορίσει την έκταση του περιεχομένου της υποχρεώσεως ελέγχου που προβλέπεται στο άρθρο 11, παράγραφος 4, του νόμου του 1905. Ο εθνικός δικαστής οφείλει να διασαφηνίσει το ζήτημα αυτό. Το Δικαστήριο οφείλει να αποφανθεί επί των προϋποθέσεων υπό τις οποίες ένα μέτρο που επιβάλλει να εξακριβώνεται αν τα εισαγόμενα προϊόντα ανταποκρίνονται προς τις προδιαγραφές της χώρας εισαγωγής συνάδει προς τη Συνθήκη ΕΟΚ.
15. Σχετικώς, πρέπει πρωτίστως να ληφθεί θέση επί της ίδιας της αρχής ενός τέτοιου μέτρου. Στο παρόν στάδιο εξελίξεως του κοινοτικού δικαίου, οι προδιαγραφές ως προς την εντιμότητα των εμπορικών συναλλαγών και την προστασία των καταναλωτών πολύ απέχουν από το του να είναι εναρμονισμένες. Τα κράτη μέλη μπορούν, επομένως, να απαιτούν όπως τα εισαγόμενα προϊόντα κοινοτικής καταγωγής ανταποκρίνονται στις εθνικές προδιαγραφές στους τομείς αυτούς. Διευρύνοντας την απαίτηση αυτή, μπορούν επίσης να επιβάλλουν στον εισαγωγέα να ελέγχει αν τα εισαγόμενα προϊόντα ανταποκρίνονται στις ισχύουσες προδιαγραφές, νοουμένου ότι η υποχρέωση αυτή ελέγχου ισχύει για όλα τα προϊόντα, περιλαμβανομένων και των εγχώριων προϊόντων, τα οποία διατίθενται στην αγορά για πρώτη φορά.
Πράγματι, από τις υφιστάμενες συμβάσεις για την εκτέλεση των αλλοδαπών αποφάσεων στις ποινικές υποθέσεις είναι κατανοητό ότι η υποχρέωση ελέγχου των εισαγόμενων προϊόντων, παράβαση της οποίας συνεπάγεται ποινικές κυρώσεις, δεν επιβάλλεται στον αλλοδαπό κατασκευαστή. Εξάλλου, πρέπει να διαπιστωθεί ότι η οδηγία 85/374/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 25ης Ιουλίου 1985, για την προσέγγιση των νομοθετικών, κανονιστικών και διοικητικών διατάξεων των κρατών μελών σε θέματα ευθύνης λόγω ελαττωματικών προϊόντων (ΕΕ L 210, σ. 29), υιοθέτησε παρόμοια λύση όσον αφορά τα εισαγόμενα στην Κοινότητα προϊόντα: δυνάμει της οδηγίας αυτής, ο εισαγωγέας ευθύνεται όπως και ο παραγωγός. Μολονότι στην περίπτωση αυτή πρόκειται για αστική ευθύνη, η σύγκριση δεν στερείται ενδιαφέροντος.
Εφόσον τηρείται η αρχή της αναλογικότητας, τα κράτη μέλη είναι ελεύθερα να καθορίζουν την επιβαλλόμενη κύρωση σε περίπτωση που παραβιάζεται η υποχρέωση ελέγχου. Το καθεστώς ποινικής ευθύνης που προβλέπει στην περίπτωση αυτή ότι το στοιχείο υπαιτιότητας στο αδίκημα της απάτης δεν πρέπει πλέον να αποδεικνύεται δεν μου φαίνεται δυσανάλογο σε σχέση με τους επιδιωκόμενους στόχους, εφόσον το περιεχόμενο της υποχρεώσεως ελέγχου είναι καθεαυτό λογικό.
16. Ας εξετάσω συγκεκριμένα το περιεχόμενο της υποχρεώσεως ελέγχου του αν τα εισαγόμενα προϊόντα ανταποκρίνονται προς τις εθνικές προδιαγραφές. Η υποχρέωση αυτή, όπως έχω ήδη αναφέρει, συνεπάγεται διπλή γνώση. Αφενός, συνεπάγεται ότι ο εισαγωγέας γνωρίζει τις οικείες εθνικές προδιαγραφές. Η έποψη αυτή δεν δημιουργεί άμεσες δυσχέρειες στην υπό κρίση υπόθεση. Εντούτοις, είναι δυνατό να ανακύψουν λεπτά προβλήματα σχετικά με το αν οι εθνικές προδιαγραφές συμβιβάζονται με το κοινοτικό δίκαιο. Πάντως, οι δυσχέρειες που προκύπτουν είναι ταυτόσημες για τον εισαγωγέα κοινοτικών προϊόντων και για τον κατασκευαστή εγχώριων προϊόντων. Αφετέρου, ο έλεγχος συνεπάγεται για τον εισαγωγέα επαρκή γνώση των χαρακτηριστικών των εισαγόμενων προϊόντων ώστε να είναι σε θέση να αντιλαμβάνεται αν τα προϊόντα αυτά ανταποκρίνονται προς τους κανόνες της χώρας εισαγωγής. Προκειμένου να αποκτήσει τη γνώση αυτή των εισαγόμενων προϊόντων, ποιες ενέργειες μπορεί να απαιτούνται που να συνάδουν προς το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ και τον κανόνα της αναλογικότητας που περιλαμβάνεται σ' αυτό; Ποια μέτρα, μολονότι παρεμποδίζουν το ενδοκοινοτικό εμπόριο, μπορεί, ωστόσο, να δικαιολογούνται, λόγω του νομίμως επιδιωκόμενου στόχου, ώστε να μην εμπίπτουν στην απαγόρευση των μέτρων ισοδυνάμου αποτελέσματος του άρθρου 30 της Συνθήκης ΕΟΚ; Ιδού τα κρίσιμα ζητήματα στην παρούσα υπόθεση.
Κατά τα τελευταία έτη, το Δικαστήριο εξέδωσε αρκετές αποφάσεις σχετικές με το συμβιβαστό των συστημάτων ελέγχου με τα άρθρα 30 και 36 της Συνθήκης ΕΟΚ. Μπορεί γενικώς να λεχθεί ότι το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή της αρχής της αναλογικότητας, δεν δέχθηκε μέτρα ελέγχου μακροχρόνια και δαπανηρά τα οποία, ενόψει των επιδιωκόμενων στόχων, δεν δικαιολογούνται από το σύστημα ελέγχου. Επεκτείνοντας την εφαρμογή του ίδιου αυτού κανόνα, το Δικαστήριο δεν δέχθηκε όπως τα κράτη μέλη ζητούν πληροφορίες η προσκόμιση των οποίων καθιστά ακριβότερα τα εισαγόμενα προϊόντα, όταν οι αντίστοιχες πληροφορίες υπάρχουν στο κράτος μέλος καταγωγής.
17. Ειδικότερα, οι κατηγορούμενοι της κύριας δίκης παραθέτουν τις εξής δύο αποφάσεις. Με την απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 1981, Frans-Nederlandse Maatschappij voor Biologische Produkten BV (272/80, Συλλογή 1981, σ. 3277), το Δικαστήριο έκρινε ότι οι αρχές του κράτους εισαγωγής δεν δικαιούνται:
"χωρίς να παρίσταται ανάγκη, να απαιτούν τεχνικές ή χημικές αναλύσεις ή εργαστηριακές εξετάσεις όταν οι ίδιες αναλύσεις και εξετάσεις έχουν ήδη γίνει σε άλλο κράτος μέλος, τα δε αποτελέσματά τους ευρίσκονται στη διάθεση των αρχών αυτών ή δύνανται κατόπιν αιτήσεώς τους να τους παρασχεθούν".
Με βάση την άποψη που υιοθέτησε το Δικαστήριο με την προαναφερθείσα απόφαση, μπορεί να διατυπωθεί ένα πρώτο συμπέρασμα στην παρούσα υπόθεση. Αν δεν είναι δυνατό ο εισαγωγέας να μην υπέχει ποινική ευθύνη παρά μόνον προβαίνοντας συστηματικά, για κάθε εισαγόμενο προϊόν, σε εργαστηριακές αναλύσεις οι οποίες απαιτούν χρόνο και είναι δαπανηρές, ενώ οι ίδιες αναλύσεις που αφορούν το ίδιο αντικείμενο έχουν ήδη διενεργηθεί σε άλλο κράτος μέλος από ή για λογαριασμό του κατασκευαστή, είναι αυτονόητο ότι πρόκειται για σύστημα που εμπίπτει στην απαγόρευση του άρθρου 30 της Συνθήκης ΕΟΚ.
18. Οι κατηγορούμενοι της κύριας δίκης παραθέτουν επίσης την απόφαση του Δικαστηρίου της 15ης Δεκεμβρίου 1976, Donckerwolcke (41/76, Rec. 1976, σ. 1921). Με την απόφαση αυτή, το Δικαστήριο έκρινε πρωτίστως ότι το άρθρο 30 απαγορεύει, στις ενδοκοινοτικές σχέσεις, σε εθνική νομοθεσία να διατηρεί την απαίτηση, έστω και εντελώς τυπική, αδειών εισαγωγής ή κάθε άλλη παρόμοια απαίτηση (πράγμα που συνιστά μέτρο εισάγον σαφώς δυσμενή διάκριση και, επομένως, καθεαυτό μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος). Με την ίδια ευκαιρία, το Δικαστήριο έκρινε επίσης ότι ακόμη και αν η απαίτηση να αναφέρεται η χώρα καταγωγής των εμπορευμάτων δεν συνιστά, καθεαυτό, μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος,
"μια τέτοια απαίτηση εμπίπτει στην απαγόρευση του άρθρου 30 της Συνθήκης ΕΟΚ αν ζητείται από τον εισαγωγέα να δηλώνει, σχετικά με την καταγωγή του προϊόντος, άλλο πράγμα από ό,τι γνωρίζει ή μπορεί λογικά να γνωρίζει".
Πάντως, πρέπει να διευκρινιστεί ότι η υπόθεση Donckerwolcke αφορούσε το συμβιβαστό, ενόψει του κοινοτικού δικαίου, διοικητικού μέτρου με το οποίο επιβαλλόταν η υποχρέωση να αναφέρεται η χώρα καταγωγής στην τελωνειακή διασάφηση, αυτό δε για λόγους καθαρά στατιστικούς. Το Δικαστήριο έλαβε υπόψη τη δυσαναλογία μεταξύ του περιορισμού που αποτελούσε για τον εισαγωγέα η υποχρέωση να παρέχει πληροφορίες που δεν μπορούσε λογικά να γνωρίζει και η σχετικώς περιορισμένη σημασία του επιδιωκόμενου με το μέτρο στόχου. Πάντως, νομίζω ότι θα ήταν παρακινδυνευμένο να συναχθεί από την απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 1976 γενικός προσανατολισμός του Δικαστηρίου ότι τα κράτη μέλη δεν μπορούν να ζητούν από τους εισαγωγείς περισσότερα από ό,τι γνωρίζουν ή μπορούν λογικά να γνωρίζουν σχετικά με τα εισαγόμενα προϊόντα.
19. Ενόψει των προηγουμένων, νομίζω ότι δεν αντιβαίνει προς τις διατάξεις της Συνθήκης ΕΟΚ υποχρέωση επιβαλλόμενη στους εισαγωγείς, όπως και στους εγχώριους κατασκευαστές, να διαθέτουν έγγραφα τα οποία αναφέρουν τα χαρακτηριστικά των προϊόντων που διετέθησαν στην αγορά και τα οποία τους παρέχουν τη δυνατότητα να εξακριβώνουν ότι τα προϊόντα αυτά ανταποκρίνονται προς τις εθνικές προδιαγραφές του κράτους εισαγωγής (βλέπε απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 1981 στην υπόθεση 272/80, που παρατέθηκε ήδη, σκέψη 15, Συλλογή 1981, σ. 3291, και τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα VerLoren van Themaat στην υπόθεση Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου, 124/81, Συλλογή 1983, σσ. 248 και 249). Πάντως, η υποχρέωση αυτή δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα ότι ο εισαγωγέας οφείλει με δικά του έξοδα να προβεί στην έκδοση των οικείων εγγράφων όταν αυτά υπάρχουν ήδη. Κατά γενικό κανόνα, ο εισαγωγέας πρέπει να μπορεί να εξακριβώνει ότι τα προϊόντα ανταποκρίνονται στις προδιαγραφές στηριζόμενος στα έγγραφα που εκδόθηκαν από ή με πρωτοβουλία του κατασκευαστή του προϊόντος κοινοτικής καταγωγής αν, το επαναλαμβάνω, τα έγγραφα αυτά του επιτρέπουν να εξακριβώνει αν το προϊόν ανταποκρίνεται προς τις προδιαγραφές του κράτους εισαγωγής. Επομένως, πρέπει κανονικά να μπορεί να στηρίζεται στις βεβαιώσεις του κατασκευαστή που εκδόθηκαν σε άλλο κράτος μέλος, βεβαιώσεις που εκδόθηκαν πρωτοβουλία του κατασκευαστή, κατόπιν αιτήσεως του εισαγωγέα.
Πάντως, υπό ορισμένες περιστάσεις, τα κράτη μέλη πρέπει να μπορούν να απαιτούν αυξημένη επιμέλεια εκ μέρους των εισαγωγέων. Στην περίπτωση κατά την οποία τα έγγραφα που εκδόθηκαν από τον κατασκευαστή δεν επιτρέπουν να εξακριβωθεί αν τα εισαγόμενα προϊόντα συμφωνούν προς τις εθνικές προδιαγραφές της χώρας εισαγωγής, κατά μείζονα λόγο όταν ο κατασκευαστής δεν είναι σε θέση ή αρνείται να προσδιορίσει αντικειμενικά τη σύνθεση του προϊόντος του για να αποδείξει ότι αυτό ανταποκρίνεται προς τις προδιαγραφές, είναι δυνατόν ο εισαγωγέας να υποχρεούται να προβαίνει, έστω και δειγματοληπτικά, στις απαιτούμενες αναλύσεις ώστε να είναι σε θέση να εκτιμά αν τα προϊόντα ανταποκρίνονται στις εθνικές προδιαγραφές. Παρομοίως, στην περίπτωση κατά την οποία ο εισαγωγέας έχει λόγους να αμφιβάλλει για την ακρίβεια των εγγράφων που προσκόμισε ο κατασκευαστής, τα κράτη μέλη νομιμοποιούνται, βάσει του καθήκοντος επαγρυπνήσεως του μεταπωλητή, να αξιώνουν όπως αυτός εξασφαλίζει, έστω και δειγματοληπτικά, την ακρίβεια των ληφθεισών πληροφοριών.
Η υποχρέωση ελέγχου μπορεί να δικαιολογείται δυνάμει του άρθρου 36 της Συνθήκης ΕΟΚ;
20. Ανέφερα πιο πάνω τα όρια εντός των οποίων η υποχρέωση ελέγχου του αν τα εισαγόμενα προϊόντα ανταποκρίνονται προς τις εθνικές προδιαγραφές, που αφορούν την εντιμότητα των εμπορικών συναλλαγών και την προστασία των καταναλωτών, μου φαίνεται ότι δικαιολογείται δυνάμει του άρθρου 30 της Συνθήκης ΕΟΚ. Παραμένει να εξεταστεί αν πρέπει να μεταβληθεί η απάντηση όταν η υποχρέωση συνίσταται στο να εξακριβώνεται αν τα εισαγόμενα προϊόντα αντιστοιχούν προς τις εθνικές προδιαγραφές, μη εναρμονισμένες κατά το κοινοτικό δίκαιο, οι οποίες αποβλέπουν στην ασφάλεια και την υγεία των προσώπων. Πράγματι, τα δύο αυτά τελευταία θέματα αναφέρονται ρητά στο άρθρο 36 της Συνθήκης ΕΟΚ.
21. Κατά την άποψή μου, τα δεδομένα του προβλήματος δεν μεταβάλλονται θεμελιωδώς αναλόγως του αν ο έλεγχος αφορά τη συμφωνία των προϊόντων προς τις προδιαγραφές που αποβλέπουν στον ένα ή τον άλλο στόχο. Στο κοινοτικό δίκαιο, ασφαλώς, η δικαιολογητική βάση θα είναι διαφορετική αναλόγως του επιδιωκόμενου σκοπού. Αν οι εθνικές προδιαγραφές αφορούν την εντιμότητα των εμπορικών συναλλαγών ή την προστασία των καταναλωτών, ο δικαιολογητικός λόγος θα πρέπει να στηριχθεί στο άρθρο 30 της Συνθήκης. Αντίθετα, αν οι εθνικές προδιαγραφές αφορούν την υγεία ή την ασφάλεια των προσώπων, το άρθρο 36 της Συνθήκης προσφέρει την κατάλληλη νομική βάση. Πάντως, και στις δυο περιπτώσεις το αντίστοιχο μέτρο δικαιολογείται μόνον αν δεν επιβάλλει περιορισμούς οι οποίοι υπερβαίνουν ό,τι είναι αναγκαίο για την επίτευξη των επιδιωκόμενων στόχων (βλέπε απόφαση της 20ής Μαΐου 1976, de Peijper, 104/75, Rec. 1976, σσ. 613 και 636, σκέψεις 16 ώς 18). Το πολύ θα ήταν δυνατό να προβληθεί ο ισχυρισμός ότι τα κράτη μέλη δικαιούνται να απαιτούν αυξημένη επαγρύπνηση εκ μέρους των ενδιαφερομένων όταν υποχρεούνται να εξακριβώνουν αν το προϊόν ανταποκρίνεται προς τις εθνικές προδιαγραφές οι οποίες αποβλέπουν στην επίτευξη των στόχων που ορίζει το άρθρο 36 της Συνθήκης. Με άλλα λόγια, αν ληφθεί υπόψη η σημασία την οποία οι συντάκτες της Συνθήκης προσέδωσαν στα θέματα που προβλέπονται στο άρθρο 36 της Συνθήκης, τα κράτη μέλη θα μπορούσαν να επιβάλουν στην περίπτωση αυτή - ενώ συγχρόνως τηρούν την αρχή της αναλογικότητας - περιορισμούς σχετικά μεγαλύτερους σε σχέση με ό,τι είναι επιτρεπτό βάσει του άρθρου 30 της Συνθήκης.
Εφαρμοζόμενη σε διάταξη η οποία αποβλέπει στην επίτευξη "μικτών στόχων" (δηλαδή στόχων που μπορούν να δικαιολογούν μέτρα δυνάμει τόσο του άρθρου 30 όσο και του άρθρου 36 της Συνθήκης), η συλλογιστική αυτή θα πρέπει νομίζω να διαφοροποιηθεί. Μόνο στην περίπτωση κατά την οποία ο ίδιος ο εθνικός νομοθέτης θα καθιέρωνε ιεραρχία μεταξύ των σκοπών που επιδιώκονται με τη διάταξη, αφήνοντας σαφώς να φανεί η προτεραιότητα που προσδίδει στους στόχους ως προς την υγεία και την ασφάλεια των προσώπων σε σχέση με άλλους επιδιωκόμενους στόχους, οι περιορισμοί που προκύπτουν από την υποχρέωση ελέγχου των προδιαγραφών ως προς την υγεία και την ασφάλεια θα μπορούσαν να αυξηθούν, χωρίς οι αυξημένοι αυτοί περιορισμοί να θεωρηθούν ως αδικαιολόγητα εμπόδια. Εν προκειμένω, η υποχρέωση ελέγχου καθιερώνεται κατά τρόπο πολύ γενικό και χωρίς η ίδια η διάταξη να διακρίνει μεταξύ των διαφόρων επιδιωκόμενων στόχων. Εξάλλου, η διάταξη δεν αφορά τα φαρμακευτικά προϊόντα τα οποία διέπονται από ειδικό κώδικα (βλέπε υποσημείωση στο τέλος του σημείου 7). Επομένως, δεν χρειάζεται η οικεία διάταξη να διακρίνει αναλόγως του αν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 30 ή του άρθρου 36 της Συνθήκης ΕΟΚ.
Προτεινόμενη απάντηση
22. Εν συμπεράσματι, προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει ως εξής στα προδικαστικά ερωτήματα:
"Τα άρθρα 30 και 36 της Συνθήκης ΕΟΚ δεν εμποδίζουν την καθιέρωση ή τη διατήρηση της υποχρεώσεως που επιβάλλεται στον εισαγωγέα προϊόντων κοινοτικής καταγωγής - επ' απειλή εφαρμογής αυστηρότερου καθεστώτος όσον αφορά την ποινική ευθύνη από εκείνο που εφαρμόζεται στο διανομέα των εγχώριων προϊόντων - να εξακριβώνει, πριν από τη διάθεση των προϊόντων στην αγορά της χώρας εισαγωγής και σύμφωνα με ό,τι επιβάλλεται στον κατασκευαστή εγχώριων προϊόντων, ότι τα προϊόντα αυτά ανταποκρίνονται προς τις εθνικές προδιαγραφές, μη εναρμονισμένες στο κοινοτικό δίκαιο, που αφορούν την υγεία και την προστασία των προσώπων, την εντιμότητα των εμπορικών συναλλαγών και την προστασία των καταναλωτών, κατά το μέτρο που ο εισαγωγέας μπορεί να εκπληρώσει την υποχρέωση αυτή βασιζόμενος στα πιστοποιητικά που εκδόθηκαν από τον ή με πρωτοβουλία του αλλοδαπού κατασκευαστή, όταν τα πιστοποιητικά αυτά επιτρέπουν να γίνεται η εν λόγω εξακρίβωση και ο εισαγωγέας δεν έχει λόγο να αμφιβάλλει για την αλήθεια του περιεχομένου τους."
(*) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
(1) Ο σύμβουλος της γαλλικής κυβερνήσεως διευκρίνισε κατά την προφορική διαδικασία ότι η διάταξη αφορούσε όλα τα προϊόντα, με εξαίρεση τα φαρμακευτικά προϊόντα τα οποία διέπονται από ειδικό κώδικα.
Top