Σημαντική ανακοίνωση νομικού περιεχομένου
Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Van Gerven της 15ης Ιουνίου 1989. - FRANCIS ΚΑΙ INGEBORG OLBRECHTS ΚΑΤΑ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΙΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ. - ΥΠΑΛΛΗΛΟΙ - ΥΠΑΛΛΗΛΟΣ ΤΕΛΩΝ ΣΕ ΑΔΕΙΑ ΑΝΕΥ ΑΠΟΔΟΧΩΝ - ΚΑΛΥΨΗ ΤΩΝ ΚΙΝΔΥΝΩΝ ΑΣΘΕΝΕΙΑΣ ΑΠΟ ΤΟ ΚΟΙΝΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΣ ΑΣΘΕΝΕΙΑΣ ΛΟΓΩ ΥΠΑΓΩΓΗΣ ΣΤΟ ΣΥΣΤΗΜΑ ΤΟΥ ΣΥΖΥΓΟΥ. - ΥΠΟΘΕΣΗ 58/88.
Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου 1989 σελίδα 02643
Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1. Στην παρούσα υπόθεση, το ζήτημα που τίθεται είναι το αν ένας υπάλληλος που βρίσκεται σε άδεια για προσωπικούς λόγους (στο εξής: ΑΠΛ) μπορεί να καλύπτεται από το κοινό καθεστώς υγειονομικής ασφαλίσεως των οργάνων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (στο εξής: ΚΚΥΑ), χωρίς να υποχρεούται να καταβάλλει εισφορές, όταν ο σύζυγος του είναι επίσης υπάλληλος.
Στην προκειμένη περίπτωση δεν έγινε δεκτό το αίτημα περί καλύψεως της Οlbrechts υπαλλήλου σε άδεια για προσωπικούς λόγους, από το ΚΚΥΑ, βάσει αποκλειστικώς ιδιότητάς της ως συζύγου υπαλλήλου.
Με την προσφυγή τους οι προσφεύγοντες ζητούν την ακύρωση της αποφάσεως της Επιτροπής η οποία εξαρτά την υπαγωγή της Οlbrechts στο ασφαλιστικό σύστημα από την καταβολή των εισφορών που προβλέπονται στο άρθρο 40, παράγραφος 3, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως.
Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως, η εξέλιξη της διαδικασίας και οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα των διαδίκων. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται εδώ παρά μόνο καθόσον απαιτείται για τη λογική θεμελίωση.
Επί του παραδεκτού
2. Προς εξακρίβωση του αν η προσφυγή ασκήθηκε εμπροθέσμως πρέπει να καθοριστεί ποια είναι η βλαπτική για τους προσφεύγοντες πράξη.
Συμμερίζομαι την άποψη της Επιτροπής ότι το σημείωμα του προϊσταμένου του τμήματος "Ασφάλιση ασθενείας και ατυχημάτων" το οποίο αυτός απηύθυνε στην Οlbrechts φροντίδι του Οlbrechts, στις 6 Φεβρουαρίου 1987, είναι η βλαπτική πράξη. Το σημείωμα αυτό στάλθηκε ύστερα από διάβημα του Οlbrechts με σκοπό την ανάληψη των εξόδων χειρουργικής επεμβάσεως στην οποία επρόκειτο να υποβληθεί η σύζυγός του τις επόμενες ημέρες. Πράγματι, βεβαίωση περί αναλήψεως των εξόδων αυτών χορηγήθηκε από το γραφείο εκκαθαρίσεως εξόδων των Βρυξελλών, το οποίο εντούτοις επεσήμανε ότι η Οlbrechts υποχρεούτο να καταβάλλει εισφορές, εάν ήθελε να συνεχιστεί η κάλυψή της από το ΚΚΥΑ. Στο σημείωμά του της 6ης Φεβρουαρίου 1987, ο υπεύθυνος του γραφείου εκκαθαρίσεως εξόδων εξέθεσε τους λόγους για τους οποίους το σύστημα ασφαλίσεως ασθενείας δεν καλύπτει επίσης τον σύζυγο που βρίσκεται σε ΑΠΛ παρά μόνο κατόπιν καταβολής εισφορών από τον τελευταίο. Με το σημείωμα αυτό κάλεσε ρητά την Οlbrechts να τακτοποιήσει την κατάστασή της, καταβάλλοντας τις εισφορές που θεωρούνταν ως απαραίτητες. Επομένως, το γραφείο εκκαθαρίσεως εξόδων εξέφρασε στο σημείωμα αυτό μια αιτιολογημένη απόφαση που μπορούσε να βλάψει την ενδιαφερόμενη.
Βέβαια, το γραφείο εκκαθαρίσεως εξόδων δεν έχει την ιδιότητα της ΑΔΑ. Εντούτοις η τελευταία δεν είναι το μόνο όργανο των Κοινοτήτων το οποίο μπορεί να λάβει αποφάσεις που μπορούν να βλάπτουν τους ενδιαφερόμενους και κατά των οποίων μπορούν να υποβληθούν ενστάσεις. Ετσι, το Δικαστήριο έχει δεχθεί ότι μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο ενστάσεως ιδίως: η έκθεση κρίσεως (? )ή μία απόφαση της γενικής διευθύνσεως οικονομικού ελέγχου που αρνείται την καταβολή επιδόματος αποδημίας (2). Με απόφαση της 5ης Ιουλίου 1984 (3), το Δικαστήριο ακύρωσε ακριβώς μία απόφαση ενός γραφείου εκκαθαρίσεως εξόδων κατά της οποίας η προσφεύγουσα είχε υποβάλει ένσταση και κατόπιν άσκησε προσφυγή.
Συνεπώς, οι προσφεύγοντες όφειλαν, εντός τριών μηνών από της κοινοποιήσεως του σημειώματος της 6ης Φεβρουαρίου 1987, να υποβάλουν ένσταση υπό την έννοια του άρθρου 90, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, εάν ήθελαν να προσφύγουν κατόπιν στο Δικαστήριο.
3. Εντούτοις, η Επιτροπή δεν διευκρινίζει ούτε την ημερομηνία κοινοποιήσεως του σημειώματος της 6ης Φεβρουαρίου 1987, ούτε την ημέρα κατά την οποία η Οlbrechts, ο παραλήπτης του σημειώματος, έλαβε πράγματι γνώση αυτού. Οταν ερωτήθηκαν επί του σημείου αυτού κατά τη συνεδρίαση, οι εκπρόσωποι της Επιτροπής βασίστηκαν απλώς στη σιωπή των προσφευγόντων που δεν αμφισβητούν το ότι έλαβαν το σημείωμα και οι οποίοι δεν επικαλούνται ούτε ενδεχόμενη καθυστέρηση κοινοποιήσεώς του. Εντούτοις, δεν μπόρεσαν να προσκομίσουν αποδείξεις για το ότι η βλαπτική απόφαση κοινοποιήθηκε σε μια συγκεκριμένη ημερομηνία.
Επ' αυτού το Δικαστήριο, ακολουθώντας την προηγουμένη νομολογία (4), έκρινε στην απόφασή του της 11ης Μαΐου 1989 (Μaurisseu και λοιποί., 193 και 194/87, Συλλογή 1989, σ. 1045), ότι
"ναι μεν μια απόφαση κοινοποιείται προσηκόντως κατά την έννοια της Συνθήκης, αφ' ης στιγμής γνωστοποιείται στον αποδέκτη της και αυτός είναι σε θέση να λάβει γνώση του περιεχομένου της,... το βάρος όμως της αποδείξεως του χρόνου κοινοποίησης της απόφασης το φέρει ο διάδικος που επικαλείται το εκπρόθεσμο της προσφυγής" (σκέψη 46).
Επομένως, αφού δεν απέδειξε την ημερομηνία κοινοποιήσεως της βλαπτικής αποφάσεως, η Επιτροπή δεν μπορεί να ισχυριστεί, κατά τη γνώμη μου, ότι η ένσταση έπρεπε να είχε υποβληθεί το αργότερο στις 5 Μαΐου 1987 και ότι οι προσφεύγοντες ενήργησαν εκπρόθεσμα αποτεινόμενοι στην ΑΔΑ με έγγραφο της 27ης Μαΐου 1987.
4. Οι προσφεύγοντες έδωσαν στο προαναφερθέν έγγραφο της 27ης Μαΐου 1987 τη μορφή αιτήσεως κατά την έννοια του άρθρου 90, παράγραφος 1, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως.
Η Επιτροπή χαρακτήρισε ορθά, κατά τη γνώμη μου, αυτό το αίτημα ως ένσταση υπό την έννοια του άρθρου 90, παράγραφος 2, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως. Πράγματι, το άρθρο 90, παράγραφος 1, εφαρμόζεται μόνο στην περίπτωση που καμία απόφαση δεν ελήφθη έναντι του ενδιαφερομένου.
Για τους λόγους που εκτίθενται στο προηγούμενο σημείο, θεωρώ ότι δεν μπορεί να γίνει δεκτή η ένσταση περί απαραδέκτου η οποία στηρίζεται στο ότι η αίτηση που μετατράπηκε σε ένσταση υποβλήθηκε εκπρόθεσμα.
Επί της ουσίας
Οι σχετικές κανονιστικές διατάξεις
5. Θα υπενθυμίσω τις ήδη ισχύουσες διατάξεις (5), καταρχάς δε εκείνες που εφαρμόζονται γενικά για τους υπαλλήλους.
Το άρθρο 72, παράγραφος 1, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως προβλέπει ότι:
"... ο υπάλληλος, ο (η) σύζυγός του, εφόσον ο(η) τελευταίος(α) δεν μπορεί να επωφεληθεί παροχών της αυτής φύσης και του αυτού επιπέδου, κατ' εφαρμογή οιωνδήποτε άλλων νομοθετικών ή κανονιστικών διατάξεων, ... καλύπτονται κατά των κινδύνων ασθενείας".(η υπογράμμιση δική μου)
Η διάταξη αυτή διευκρινίστηκε στο άρθρο 3 της κανονιστικής ρυθμίσεως για την κάλυψη έναντι των κινδύνων ασθενείας των υπαλλήλων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (στο εξής: η ρύθμιση).
" Αρθρο 3 - Τα έμμεσα ασφαλισμένα πρόσωπα είναι:
1. ο/η σύζυγος του άμεσα ασφαλισμένου, εφόσον δεν είναι ο/η ίδιος/ίδια άμεσα ασφαλισμένος(η) στο παρόν καθεστώς και υπό τον όρο:
- ότι δεν ασκεί προσοδοφόρα επαγγελματική δραστηριότητα ή
- σε περίπτωση που ασκεί τέτοια δραστηριότητα, ότι καλύπτεται κατά των ιδίων κινδύνων κατ' εφαρμογή οποιωνδήποτε άλλων νομοθετικών ή κανονιστικών διατάξεων και ότι η επαγγελματική δραστηριότητά του/της δεν αποφέρει σ' αυτόν/αυτή ετήσια εισοδήματα που υπερβαίνουν τις βασικές ετήσιες αποδοχές υπαλλήλου βαθμού Β 4, τρίτου κλιμακίου ..." (δική μου η υπογράμμιση)
6. Θα υπενθυμίσω στη συνέχεια τις σχετικές διατάξεις που εφαρμόζονται για του υπαλλήλους που βρίσκονται σε ΑΠΛ.
Το άρθρο 40, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως προβλέπει ότι:
"(κατά τη διάρκεια της άδειας για προσωπικούς λόγους του υπαλλήλου) η συμμετοχή στο σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως που προβλέπεται στα άρθρα 72 και 73, καθώς και η κάλυψη έναντι των αντιστοίχων κινδύνων, αναστέλλονται".(6)
Δυνάμει του δευτέρου εδαφίου της ίδιας παραγράφου:
"... ο υπάλληλος που αποδεικνύει ότι δεν μπορεί να καλυφθεί από άλλο δημόσιο σύστημα κατά των κινδύνων που αναφέρονται στα άρθρα 72 και 73 μπορεί, με αίτησή του ... να συνεχίσει να απολαύει της κάλυψης που προβλέπεται σε αυτά τα άρθρα, με την επιφύλαξη καταβολής των (αναγκαίων για την κάλυψη αυτή)συνεισφορών ..."
Τέλος, το άρθρο 4, παράγραφος 2, της ρυθμίσεως, θέτει τον εξής κανόνα:
"2. Ο υπάλληλος που βρίσκεται σε άδεια για προσωπικούς λόγους είναι ασφαλισμένος όταν εκπληρώνει τους όρους του άρθρου 40, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού υπηρεσιακής κατάστασης".
Εκτίμηση
7. Θα πω εξαρχής ότι, με βάση τις ήδη ισχύουσες διατάξεις, η προσφυγή των προσφευγόντων μου φαίνεται βάσιμη. Θα εκθέσω κατωτέρω του συλλογισμούς που με οδηγούν στο να προτείνω στο Δικαστήριο να κάνει δεκτή την προσφυγή.
8. Καταρχάς πρέπει να καθοριστεί η έννοια του άρθρου 92, παράγραφος 1, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως. Κατά τη γνώμη μου η διάταξη αυτή δεν αφορά ρητά την περίπτωση του συζύγου υπαλλήλου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ο οποίος είναι και ο ίδιος υπάλληλος των Κοινοτήτων. Οι συντάκτες του κανονισμού αυτού είχαν προφανώς κατά νου την περίπτωση κατά την οποία ένας από τους δύο συζύγους έχει την ιδιότητα του υπαλλήλου. Αυτό εξηγεί το ότι το εν λόγω άρθρο θέτει, στην περίπτωση του συζύγου, την προϋπόθεση της μη καλύψεώς του κατά των κινδύνων ασθενείας από ένα άλλο σύστημα (βλέπε απόφαση της 8ης Μαρτίου 1988, Βrunotti κατά Επιτροπής, 339/85, Συλλογή 1988, σ. 1379, σκέψη 119).
9. Με βάση αυτή την προκαταρκτική απάντηση μπορεί ήδη από αυτό το στάδιο να απορριφθεί το επιχείρημα που προβάλλει επικουρικά η Επιτροπή και το οποίο στηρίζεται στο γράμμα του άρθρου 72, παράγραφος 1, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως. Δυνάμει της διατάξεως αυτής, ο σύζυγος δεν καλύπτεται κατά του κινδύνου ασθενείας παρά μόνο εάν "δεν μπορεί να επωφεληθεί παροχών της αυτής φύσης και του αυτού επιπέδου, κατ' εφαρμογή οιωνδήποτε άλλων νομοθετικών ή κανονιστικών διατάξεων". Η Επιτροπή θεωρεί ότι οι ανωτέρω υπογραμμιζόμενες λέξεις έχουν βαρύνουσα σημασία. Από το ότι ο υπάλληλος που βρίσκεται σε ΑΠΛ έχει τη δυνατότητα να καλύπτεται από το ΚΚΥΑ καταβάλλοντας εισφορές η Επιτροπή συνάγει ότι ο υπάλληλος δεν πληροί πλέον την προϋπόθεση που τίθεται από το άρθρο 72 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως, ώστε να έχει κάλυψη μέσω του συζύγου του.
Το επιχείρημα αυτό δεν με πείθει, διότι στηρίζεται στην ερμηνεία ενός άρθρου του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως το οποίο, όπως προανέφερα, δεν αφορά ρητά την περίπτωση του συζύγου ο οποίος είναι και ο ίδιος υπάλληλος.
10. Καίτοι το άρθρο 72 δεν αφορά ρητά την περίπτωση του συζύγου-υπαλλήλου, επιτρέπει, εντούτοις, να συναχθεί η αρχή βάσει της οποίας μπορεί να διευθετηθεί η περίπτωση αυτή στα πλαίσια της εκτελεστικής ρύθμισης. Οπως δέχτηκε το Δικαστήριο στην προαναφερθείσα απόφαση Βrunotti, το εν λόγω άρθρο βασίζεται στην αντίληψη ότι:
"το πεδίο υγειονομικής ασφαλίσεως των υπαλλήλων και των μελών των οικογενειών τους θα έπρεπε να περιοριστεί κατά τρόπο ώστε να αποφευχθούν, κατά το μέτρο του δυνατού, οι διπλές καλύψεις κατά των κινδύνων ασθενείας" (σκέψη 12).
Πολύ λογικά, το άρθρο 3 της ρυθμίσεως συγκεκριμενοποιεί αυτή την αρχή, ορίζοντας ότι ο σύζυγος ασφαλισμένου υπαλλήλου είναι και ο ίδιος ασφαλισμένος μέσω του τελευταίου "εφόσον δεν είναι ο ίδιος άμεσα ασφαλισμένος στο παρόν καθεστώς".
11. Ενόψει της διατυπώσεως του άρθρου 3 της ρυθμίσεως - μόνη διάταξη που προβλέπει ρητά την περίπτωση υπαγωγής στην κοινωνική ασφάλιση ενός ζεύγους υπαλλήλων - το ζήτημα είναι εάν ένας υπάλληλος που βρίσκεται σε ΑΠΛ καλύπτεται ή όχι από το καθεστώς της υγειονομικής ασφαλίσεως. Η απάντηση δίδεται στο άρθρο 40, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως.
"(κατά τη διάρκεια της ΑΠΛ ενός υπαλλήλου) η συμμετοχή του στο σύστημα κοινωνικής ασφαλίσεως που προβλέπεται στα άρθρα 72 και 73, καθώς και η κάλυψη έναντι των αντιστοίχων κινδύνων, αναστέλλονται".
12. Κατά την Επιτροπή, η αναφορά, στην προαναφερθείσα διάταξη, της αναστολής της καλύψεως έναντι των οικείων κινδύνων, επιπλέον της αναστολής της υπαγωγής στην κοινωνική ασφάλιση, δεν θα είχε νόημα εάν οι συντάκτες του κανονισμού ήθελαν να διατηρηθεί δωρεάν η κάλυψη αυτή σε όφελος του υπαλλήλου που βρίσκεται σε ΑΠΛ και έχει την ιδιότητα του συζύγου ενός ασφαλισμένου υπαλλήλου.
Εάν το αντιλαμβάνομαι ορθά, το επιχείρημα της Επιτροπής, προϋποθέτει ότι το άρθρο 3 της ρυθμίσεως έχει την έννοια ότι ένας υπάλληλος, η υπαγωγή του οποίου στην κοινωνική ασφάλιση έχει ανασταλεί, είναι αυτοδικαίως ασφαλισμένος μέσω του επίσης υπαλλήλου συζύγου του. Η έκφραση "καθώς και η κάλυψη έναντι των αντίστοιχων κινδύνων", η οποία χρησιμοποιείται στο άρθρο 40, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως προστέθηκε, σύμφωνα με την άποψη αυτή, από τους συντάκτες του κανονισμού με σκοπό να αποφευχθεί ακριβώς η δυνατότητα καλύψεως κατά των κινδύνων ασθενείας ενός συζύγου που βρίσκεται σε ΑΠΛ, χωρίς να καταβάλλει εισφορές, κατ' εφαρμογή του εν λόγω άρθρου 3. Εντούτοις πιστεύω ότι η Επιτροπή δίνει με τον τρόπο αυτό στην προαναφερθείσα έκφραση μία έννοια την οποία δεν έχει στην πραγματικότητα. Εάν οι συντάκτες του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως ήθελαν να επιτευχθεί το αποτέλεσμα που αναφέρει η Επιτροπή, θα ήταν ασφαλώς πιο σαφείς. Κατά τη γνώμη μου είναι πιο συνεπές να δοθεί η εξής έννοια στο άρθρο 40, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως: κατά τη διάρκεια της ΑΠΛ ενός υπαλλήλου αναστέλλονται τα δύο κύρια αποτελέσματα της υπαγωγής στην κοινωνική ασφάλιση - η καταβολή εισφορών από τον υπάλληλο (αποτέλεσμα που αναφέρεται έμμεσα στη διάταξη) και η κάλυψη από τους κινδύνους (αποτέλεσμα που αναφέρεται ρητά).
13. Ολως επικουρικά η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το άρθρο 3 της ρυθμίσεως πρέπει να ερμηνευτεί έτσι ώστε να συμφωνεί προς τις διατάξεις του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως. Υπό το πρίσμα αυτό, θεωρεί ότι ο υπάλληλος που βρίσκεται σε ΑΠΛ συνεχίζει να υπάγεται στην κοινωνική ασφάλιση, έστω κι αν αναστέλλονται τα αποτελέσματα της υπαγωγής του αυτής, έτσι ώστε να μην μπορεί να εφαρμοστεί στην περίπτωσή του το άρθρο 3, παράγραφος 1, της ρυθμίσεως.
Παρατηρώ καταρχάς ότι η Επιτροπή ερμηνεύει με τον τρόπο αυτό το άρθρο 3 της ρυθμίσεως διαφορετικά σε σχέση με την ερμηνεία την οποία έλαβε ως βάση στο κύριο επιχειρημά της.(Βλέπε το προηγούμενο σημείο). Επιπλέον, η ερμηνεία που υποστηρίζει η Επιτροπή είναι ασυμβίβαστη προς το άρθρο 4, παράγραφος 2, της ρυθμίσεως, κατά το οποίο ο υπάλληλος που βρίσκεται σε ΑΠΛ είναι ασφαλισμένος μόνο όταν πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 40, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως. Τέλος, σύμφωνα με την υποστηριζόμενη από την Επιτροπή ερμηνεία, γίνεται μία τεχνητή διάκριση μεταξύ της ίδιας της υπαγωγής στην κοινωνική ασφάλιση και των αποτελεσμάτων της. Κατά την άποψή μου αντιβαίνει προς την κοινή λογική το να υποστηριχτεί ότι ένας υπάλληλος υπάγεται στην κοινωνική ασφάλιση, όταν δεν μπορεί να επωφεληθεί καμιάς παροχής από το ασφαλιστικό σύστημα.
14. Από τα προαναφερθέντα προκύπτει ότι ο υπάλληλος που βρίσκεται σε ΑΠΛ και η υπαγωγή του οποίου στην κοινωνική ασφάλιση έχει ανασταλεί δυνάμει του άρθρου 40, παράγραφος 3, πρώτο εδάφιο, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως πρέπει να θεωρηθεί, καταρχήν ότι δεν έχει την ιδιότητα του ασφαλισμένου (7). Επομένως αυτός ο υπάλληλος πληροί την πρώτη προϋπόθεση που προβλέπεται στο άρθρο 3, σημείο 1, της ρυθμίσεως, ώστε να μπορεί να είναι ασφαλισμένος μέσω της ασφαλίσεως του επίσης υπαλλήλου συζύγου του. Εφόσον πληροί επίσης τις άλλες προϋποθέσεις που προβλέπονται στη σχετική διάταξη (8), απολαύει αυτοδικαίως, κατά τη γνώμη μου, της καλύψεως κατά των κινδύνων ασθενείας μέσω απλώς της ιδιότητας του υπαλλήλου που έχει ο σύζυγός του.
15. Από αυτό προκύπτει επίσης ότι ο υπάλληλος ο οποίος βρίσκεται σε ΑΠΛ και πληροί τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στο άρθρο 3 της ρυθμίσεως δεν οφείλει να ζητήσει να τύχει του ευεργετήματος που παρέχει το προαιρετικό σύστημα που προβλέπει το άρθρο 40, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως. Κατά συνέπεια, ο σύζυγος που βρίσκεται σε ΑΠΛ δεν υποχρεούται να καταβάλλει εισφορές για να είναι ασφαλισμένος έναντι των κινδύνων ασθενείας.
16. Συμπεραίνοντας, προτείνω στο Δικαστήριο:
- να ακυρώσει την απόφαση με την οποία η Επιτροπή δεν έκανε δεκτό το αίτημα της προσφεύγουσας περί καλύψεώς της από το καθεστώς υγειονομικής ασφαλίσεως χωρίς καταβολή εισφορών?
- να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
(*) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
(?) Βλέπε πρόσφατα την απόφαση της 27ης Απριλίου 1989 (Τurner κατά Επιτροπής, 192/88, Συλλογή 1989, σ. 1017).
(2) Απόφαση της 9ης Μαρτίου 1978 (Ηerpels κατά Επιτροπής, 54/77, Rec. 1978, σ. 584).
(3) Απόφαση της 5ης Ιουλίου 1984 (Οoms κατά Επιτροπής, 115/83, Συλλογή 1984, σ. 2613).
(4) Απόφαση της 5ης Ιουνίου 1980 (Βelfiore, 108/79 Rec. 1980, σ. 1769)
(5) Κατά τη συνεδρίαση του Δικαστηρίου, οι εκπρόσωποι της Επιτροπής αναφέρθηκαν σε προπαρασκευαστικές εργασίες για την τροποποίηση των σχετικών διατάξεων, χωρίς όμως να διευκρινίσουν το περιεχόμενο των προτεινομένων τροποποιήσεων.
(6) Το άρθρο 73 του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως ρυθμίζει τα της καλύψεως του κινδύνου επαγγελματικής ασθένειας και ατυχήματος.
(7) Στην περίπτωση κατά την οποία ο υπάλληλος που βρίσκεται σε ΑΠΛ επιλέγει να κάνει χρήση της δυνατότητας που του παρέχεται από το άρθρο 40, παράγραφος 3, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως θεωρείται εκ νέου ότι υπάγεται στο ΚΚΥΑ, σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 2, της ρυθμίσεως.
(8) Αυτές οι άλλες προϋποθέσεις είναι: να μην ασκεί προσοδοφόρα επαγγελματική δραστηριότητα ή, εαν ασκεί μια τέτοια δραστηριότητα, να καλύπτεται από ένα δημόσιο σύστημα ασφαλίσεως, υπό την προϋπόθεση ότι η δραστηριότητα αυτή δεν αποφέρει εισοδήματα που υπερβαίνουν ένα ορισμένο όριο (Βλέπε σημείο 5 ανωτέρω).
Top