Σημαντική ανακοίνωση νομικού περιεχομένου
Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Van Gerven της 30ης Μαΐου 1989. - DANIEL CORNEE, JEAN-CLAUDE OLLIVIER, JEAN-FRANCOIS SEGER ΚΑΙ ΛΟΙΠΟΙ ΚΑΤΑ COOPERATIVE AGRICOLE LAITIERE DE LOUDEAC (COPALL) ET LAITERIE COOPERATIVE DU TRIEUX. - ΑΙΤΗΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΠΡΟΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΑΠΟΦΑΣΕΩΣ: COUR D'APPEL DE RENNES - ΓΑΛΛΙΑ. - ΓΕΩΡΓΙΑ - ΣΥΜΠΛΗΡΩΜΑΤΙΚΗ ΕΙΣΦΟΡΑ ΓΑΛΑΚΤΟΣ. - ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΟΜΕΝΕΣ ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ 196/88, 197/88 ΚΑΙ 198/88.
Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου 1989 σελίδα 02309
Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1. Για να αποκατασταθεί η ισορροπία στο γαλακτοκομικό τομέα, που χαρακτηρίζεται από σημαντικά διαρθρωτικά πλεονάσματα, το Συμβούλιο, στις 31 Μαρτίου 1984, εξέδωσε τους κανονισμούς 856 και 857/84 που καθιέρωσαν, για αρχική περίοδο πέντε ετών, εισφορά επί των ποσοτήτων γάλακτος που συλλέγονται πέραν ενός ορίου εγγυήσεως (1). Το Δικαστήριο απάντησε ήδη σε πολλά προδικαστικά ερωτήματα σχετικά με συγκεκριμένες πλευρές αυτής της αυστηρής ρυθμίσεως (2). Στις παρούσες υποθέσεις το Cour d' appel της Rennes ερωτά το Δικαστήριο σχετικά με τις ειδικές διατάξεις που αφορούν τους κατόχους σχεδίου αναπτύξεως.
Το κανονιστικό πλαίσιο
2. Τα ερωτήματα του παραπέμποντος δικαστηρίου αφορούν τα δύο πρώτα έτη εφαρμογής του καθεστώτος ελέγχου της γαλακτοκομικής παραγωγής. Μπορώ έτσι να περιοριστώ στην έκθεση του κανονιστικού πλαισίου που ίσχυε κατά τον υπό κρίση χρόνο.
Η κοινοτική ρύθμιση
3. Κατά τις διατάξεις του άρθρου 5γ του κανονισμού 804/68 του Συμβουλίου (3), όπως συμπληρώθηκε από τον προαναφερθέντα κανονισμό 856/84, επιβάλλεται εισφορά επί των ποσοτήτων γάλακτος που παραδόθηκαν και υπερβαίνουν μία καθορισμένη ποσότητα αναφοράς. Η εισφορά αυτή οφείλεται είτε από τους παραγωγούς γάλακτος (εναλλακτική λύση Α) είτε από τους αγοραστές γάλακτος (τα γαλακτοκομεία) που τη μετακυλίουν μόνο στους παραγωγούς που αύξησαν τις παραδόσεις τους, ανάλογα με τη συμβολή τους στην υπέρβαση της ποσότητας αναφοράς του αγοραστή (εναλλακτική λύση Β).
Ο τρόπος υπολογισμού της ποσότητας αναφοράς, δηλαδή της ποσότητας που απαλλάσσεται από την εισφορά, καθορίζεται με τον προαναφερθέντα κανονισμό 857/84. Ορίζεται ότι σε περίπτωση εφαρμογής της εναλλακτικής λύσεως Β:
η εισφορά καθορίζεται σε 100% της ενδεικτικής τιμής του γάλακτος (4),
η ποσότητα αναφοράς είναι καταρχήν ίση με την ποσότητα γάλακτος που αγόρασε ένας αγοραστής κατά το ημερολογιακό έτος 1981, προσαυξημένη κατά 1% (5),
τα κράτη μέλη μπορούν ωστόσο να δεχθούν ως βάση την ποσότητα γάλακτος που αγοράστηκε κατά το ημερολογιακό έτος 1982 ή 1983, μειωμένη κατά ποσοστό που καθορίζεται κατά τρόπο ώστε να μην ξεπεραστεί η εγγυημένη ποσότητα αναφοράς για το οικείο κράτος μέλος (6).
Το καθεστώς ελέγχου της γαλακτοκομικής παραγωγής στηρίζεται έτσι στη χορήγηση σε κάθε υπαγόμενο σ' αυτό ποσότητας αναφοράς που καθορίζεται βάσει των παραδόσεων που πραγματοποίησε κατά το επιλεγέν έτος αναφοράς. Σ' αυτή την έννοια ατομικής ποσότητας αναφοράς προστίθεται εκείνη της συνολικής εγγυημένης ποσότητας κατά κράτος μέλος. Αυτή η τελευταία ποσότητα αντιστοιχεί στο σύνολο των ατομικών ποσοτήτων αναφοράς. Αποτελεί δε απαραβίαστο όριο (7).
4. Αποκλίσεις από το γενικό αυτό σύστημα προβλέπονται ή μπορούν να προβλεφθούν (βλέπε κατωτέρω αριθ. 15) για να ληφθούν υπόψη ορισμένες ιδιαίτερες καταστάσεις, ιδίως αυτή των κατόχων σχεδίου αναπτύξεως (8). Το κοινοτικό καθεστώς των τελευταίων καθορίστηκε με την οδηγία 72/159/ΕΟΚ του Συμβοθλίου (9). Η οδηγία αυτή επέβαλε στα κράτη μέλη, την υποχρέωση να θεσπίσουν ένα σύστημα ενθαρρύνσεως των γεωργικών εκμεταλλεύσεων που είναι σε θέση, εφαρμόζοντας ορθολογικές μεθόδους παραγωγής, να εξασφαλίσουν εύλογο εισόδημα και ικανοποιητικές συνθήκες εργασίας για τα πρόσωπα που εργάζονται σ' αυτές (10). Σύμφωνα με την οδηγία, όσοι επιθυμούν να υπαχθούν στα μέτρα ενθαρρύνσεως πρέπει να συνοδεύουν την αίτησή τους με σχέδιο αναπτύξεως, κλιμακούμενο σε έξι έτη κατ' ανώτατο όριο, στο οποίο να αναφέρονται ιδίως η παραγωγή που έχει τεθεί ως στόχος και οι απαραίτητες επενδύσεις για το σκοπό αυτό. Οταν το σχέδιο αναπτύξεως εγκριθεί από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους, οι κάτοχοι των σχεδίων αυτών μπορούν να λάβουν ενίσχυση, ιδίως υπό τη μορφή μειωμένου επιτοκίου για τα δάνεια που συνήψαν για την πραγματοποίηση των προβλεπομένων αναδιαρθρώσεων.
5. Οι διατάξεις που θέσπισε το Συμβούλιο για να ληφθεί υπόψη η ιδιαίτερη κατάσταση αυτών των κατόχων σχεδίου αναπτύξεως είναι οι ακόλουθες.
Κεντρική διάταξη είναι αυτή του άρθρου 3, σημείο 1, εδάφιο 1, του κανονισμού 857/84, που ορίζει ότι:
" Αρθρο 3
Για τον καθορισμό των ποσοτήτων αναφοράς που αναφέρονται στο άρθρο 2 και στα πλαίσια της εφαρμογής των εναλλακτικών λύσεων Α και Β, λαμβάνονται υπόψη ορισμένες ιδιαίτερες καταστάσεις υπό τους εξής όρους:
1) Οι παραγωγοί που προσυπέγραψαν ένα σχέδιο ανάπτυξης της γαλακτοκομικής παραγωγής με βάση την οδηγία 72/159/ΕΟΚ, το οποίο κατατέθηκε πριν από την 1η Μαρτίου 1984, μπορούν να επιτύχουν, σύμφωνα με την απόφαση του κράτους μέλους:
- εάν το σχέδιο βρίσκεται ακόμη στο στάδιο της εκτελέσεως, ειδική ποσότητα αναφοράς που λαμβάνει υπόψη τις ποσότητες γάλακτος και γαλακτοκομικών προϊόντων που προβλέπει το σχέδιο ανάπτυξης,
- εάν το σχέδιο έχει εκτελεστεί μετά την 1η Ιανουαρίου 1981, ειδική ποσότητα αναφοράς που λαμβάνει υπόψη τις ποσότητες γάλακτος και γαλακτοκομικών προϊόντων που παραδόθηκαν το έτος κατά τη διάρκεια του οποίου περατώθηκε το σχέδιο."
Το άρθρο 5 του κανονισμού 857/84 προβλέπει όμως ότι συμπληρωματικές ποσότητες αναφοράς μπορούν να χορηγηθούν στους παραγωγούς που προβλέπονται στα άρθρα 3 και 4 (11) μόνο μέχρι τη συνολική εγγυημένη ποσότητα για το οικείο κράτος μέλος. Στο άρθρο αυτό διευκρινίζεται εξάλλου ότι αυτές οι συμπληρωματικές ποσότητες λαμβάνονται από την εφεδρική ποσότητα που έχει συστήσει το κράτος μέλος στα πλαίσια αυτής της συνολικής εγγυημένης ποσότητας.
Αυτή η "εθνική εφεδρική ποσότητα" μπορεί να τροφοδοτηθεί από πολλές πηγές.
Το άρθρο 2, παράγραφος 3, του κανονισμού 857/84 επιτρέπει στα κράτη μέλη να προσαρμόσουν το ποσοστό για τον καθορισμό των ποσοτήτων αναφοράς, ώστε να μπορέσουν να χορηγήσουν συμπληρωματικές ποσότητες αναφοράς στους παραγωγούς που προβλέπονται στα άρθρα 3 και 4. Η διάταξη αυτή επιτρέπει επομένως την καθιέρωση συστήματος αλληλεγγύης, σύμφωνα με το οποίο επιβάλλονται μειώσεις στο σύνολο των παραγωγών για να χορηγηθούν συμπληρωματικές ποσότητες σε ορισμένους παραγωγούς που βρίσκονται σε κατάσταση που δικαιολογεί ιδιαίτερη ενίσχυση.
Το άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο α), του κανονισμού 857/84 επιτρέπει στα κράτη μέλη να χορηγήσουν αποζημίωση στους παραγωγούς που αναλαμβάνουν την υποχρέωση να εγκαταλείψουν οριστικά την παραγωγή γάλακτος. Δυνάμει της παραγράφου 2 του ίδιου άρθρου, οι ποσότητες αναφοράς που αποδεσμεύονται κατά τον τρόπο αυτό προστίθενται, εφόσον υπάρχει ανάγκη, στην εθνική εφεδρική ποσότητα.
Ας υπογραμμισθεί τέλος ότι το άρθρο 4α του κανονισμού 857/84 (12) επιτρέπει στα κράτη μέλη να καθιερώσουν σύστημα αντισταθμίσεως σε περιφερειακό ή εθνικό μάλιστα επίπεδο. Δυνάμει της διατάξεως αυτής τα κράτη μέλη μπορούν να παραχωρούν τις ποσότητες αναφοράς που δεν χρησιμοποιήθηκαν σε άλλους παραγωγούς ή αγοραστές, που ενδεχομένως υπερέβησαν το δικό τους όριο παραδόσεων. Οι ποσότητες αυτές πρέπει να παραχωρούνται, κατά προτεραιότητα, εντός της ίδιας περιοχής. Αν παραμένουν ποσότητες διαθέσιμες, αυτές μπορούν στη συνέχεια να παραχωρηθούν σε άλλες περιοχές.
Η γαλλική ρύθμιση
6. Τα μέτρα που έλαβε η Γαλλία για τη θέση της κοινοτικής ρυθμίσεως σε εφαρμογή στηρίζονται στο διάταγμα 84-661 της 17ης Ιουλίου 1984 (13), καθώς και, για τα δύο πρώτα έτη εφαρμογής στα οποία αναφέρεται το παραπέμπον δικαστήριο, στις αποφάσεις της 22ας Νοεμβρίου 1984 (14) και της 10ης Ιουλίου 1985 (15).
7. Οσον αφορά την εφαρμογή του γενικού συστήματος, μπορώ να περιοριστώ να αναφέρω τις δύο βασικές επιλογές της Γαλλίας.
Ως προς την επιλογή της εναλλακτικής λύσεως, η Γαλλία προέκρινε τη λύση Β (16). Ετσι οι αγοραστές, δηλαδή τα γαλακτοκομεία, οφείλουν εισφορά επί της ποσότητας γάλακτος που τους παραδόθηκε καθ' υπέρβαση της ποσότητας αναφοράς που τους χορηγήθηκε από την αρμόδια αρχή, στην προκειμένη περίπτωση το Οffice national interprofessionnel du lait et des produits laitiers (εθνικό διεπαγγελματικό οργανισμό γάλακτος και γαλακτοκομικών προϊόντων) στο εξής καλούμενο "Οnilait".
Ως προς το έτος αναφοράς, η Γαλλία επέλεξε το έτος 1983. Οι ποσότητες αναφοράς αυτού του έτους παραγωγής μειώνονται ανάλογα με την περίοδο εφαρμογής, ως εξής.
- Για την περίοδο από 2 Απριλίου 1984 έως 31 Μαρτίου 1985, η αρχική ποσότητα αναφοράς κάθε αγοραστή υπολογίζεται βάσει της ποσότητας του γάλακτος που συγκεντρώθηκε το 1983, μειωμένης κατά 2% (1% στις ορεινές περιοχές) (17). Οι αγοραστές υποχρεούνται να χορηγούν στους παραγωγούς που τους παραδίδουν γάλα βασική ποσότητα αναφοράς ίση το πολύ προς 98% (99% στις ορεινές περιοχές) των παραδόσεων που πραγματοποιήθηκαν το 1983 (18).
- Για την περίοδο από 1ης Απριλίου 1985 μέχρι 31 Μαρτίου 1986, οι ποσότητες αναφοράς της προηγούμενης περιόδου, μειωμένες κατά 1% (εκτός των ορεινών περιοχών), λαμβάνονται υπόψη, όσον αφορά τόσο τους αγοραστές, όσο και τους παραγωγούς που τους παραδίδουν γάλα (19).
Αξίζει να υπογραμμισθούν τα σχετικώς χαμηλά ποσοστά, τα οποία εφαρμόζονται στις ποσότητες που παραδόθηκαν κατά το έτος 1983, ώστε να καθοριστούν οι ποσότητες αναφοράς των αγοραστών. Αν και δεν διαθέτω εν προκειμένω αριθμητικά στοιχεία, νομίζω ότι τα ποσοστά αυτά καθορίστηκαν κυρίως με το σκοπό να αποφευχθεί η υπέρβαση της συνολικής εγγυημένης ποσότητας, σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 2, του κανονισμού 857/84 (20). Ετσι, η γαλλική κυβέρνηση επέλεξε να κάνει πολύ περιορισμένη χρήση της δυνατότητας που προβλέπεται στο άρθρο 2, παράγραφος 3, του κανονισμού 857/84, το οποίο επιτρέπει την προσαρμογή των ποσοτήτων αναφοράς των παραγωγών γενικά, ώστε να αυξηθεί ο όγκος των συμπληρωματικών ποσοτήτων αναφοράς υπέρ των παραγωγών που έχουν προτεραιότητα (21). Από αυτό προκύπτει ότι στη Γαλλία η εθνική εφεδρική ποσότητα τροφοδοτήθηκε κυρίως από τις ποσότητες που ελευθερώθηκαν έπειτα από οριστικές εγκαταλείψεις της παραγωγής.
8. Το καθεστώς των παραγωγών που προσυπέγραψαν ένα σχέδιο αναπτύξεως καθορίστηκε με το διάταγμα 83-442 της 1ης Ιουνίου 1983 (22) για την εκτέλεση της προαναφερθείσας οδηγίας 72/159/ΕΟΚ. Το διάταγμα αυτό εξαρτά το ευεργέτημα της ενισχύσεως για επενδύσεις ιδίως από την υποχρέωση του γεωργού να πραγματοποιήσει ένα πρόγραμμα εκσυγχρονισμού εντός της προθεσμίας (συνήθως έξι έτη) που προβλέπει το σχέδιο αναπτύξεώς του.
9. Το διάταγμα 84-661 χαράσσει το γενικό πλαίσιο, εντός του οποίου οι αγοραστές χορηγούν, πέραν της βασικής ποσότητας αναφοράς που υπολογίζεται όπως αναφέρθηκε προηγουμένως, συμπληρωματική ποσότητα αναφοράς σε ορισμένες κατηγορίες παραγωγών που βρίσκονται σε ιδιαίτερη κατάσταση και τους οποίους στο εξής θα αποκαλώ "παραγωγούς που έχουν προτεραιότητα". Οι παραγωγοί που πραγματοποιούν σχέδιο αναπτύξεως βάσει του διατάγματος της 1ης Ιουνίου 1983 αποτελούν μία από τις κατηγορίες παραγωγών που μπορούν με τον τρόπο αυτό να λάβουν συμπληρωματικές ποσότητες αναφοράς (23). Αποκλείονται πάντως οι παραγωγοί που κατά το 1983 παρέδωσαν περισσότερα από 200 000 λίτρα γάλακτος. Πλην της περιπτώσεως ατομικής εξαιρέσεως, δεν είναι δυνατόν να τους χορηγηθούν συμπληρωματικές ποσότητες πριν από την 1η Απριλίου 1986. Στην επ' ακροατηρίου συζήτηση οι εκπρόσωποι της γαλλικής κυβερνήσεως διευκρίνισαν ότι ο καθορισμός ενός τέτοιου ανωτάτου ορίου επέτρεπε να ελευθερωθούν επαρκείς διαθέσιμες ποσότητες υπέρ του μεγαλύτερου αριθμού των παραγωγών που έχουν προτεραιότητα, χωρίς να θιγεί η συνολική εγγυημένη ποσότητα.
Το διάταγμα 84-661 ορίζει επίσης ότι οι ποσότητες αναφοράς που ελευθερώνονται από τους παραγωγούς που έλαβαν πριμοδότηση λόγω οριστικής εγκαταλείψεως της γαλακτοκομικής παραγωγής διατίθενται εν όλω ή εν μέρει στην εθνική εφεδρική ποσότητα υπό όρους που καθορίζονται με υπουργική απόφαση (24).
10. Για την πρώτη περίοδο εφαρμογής (Απρίλιος 1984 - Μάρτιος 1985), η απόφαση της 22ας Νοεμβρίου 1984 συγκεκριμενοποιεί ως εξής το γενικό αυτό πλαίσιο.
Προβλέπεται ότι το 90% των ποσοτήτων αναφοράς που ελευθερώνονται έπειτα από εγκατάλειψη της παραγωγής παραμένει στα γαλακτοκομεία, ενώ το 10% των ποσοτήτων αυτών πρέπει να διατεθεί στην εθνική εφεδρική ποσότητα (25).
Εντός των ορίων των ποσοτήτων αναφοράς που μπορούν να διαθέσουν, οι αγοραστές υποχρεούνται να χορηγούν συμπληρωματικές ποσότητες αναφοράς στους παραγωγούς που έχουν προτεραιότητα. Πρέπει συγκεκριμένα να χορηγούν κατ' αποκοπή 9 500 λίτρα στους παραγωγούς που προσυπέγραψαν σχέδιο αναπτύξεως το οποίο εγκρίθηκε μετά την 1η Απριλίου 1978 και πριν από την 31η Μαρτίου 1985 (26). Πάντως δεν μπορούν να λάβουν συμπληρωματικές ποσότητες αναφοράς οι παραγωγοί των οποίων η βασική ποσότητα αναφοράς υπερβαίνει τα 200 000 λίτρα ή το 98 % (99 % στις ορεινές περιοχές) των παραδόσεων που έχουν τεθεί ως στόχος για την περίοδο εμπορίας 1984/1985 (27).
Αυτή η κατ' αποκοπή χορήγηση μπορεί να συμπληρωθεί με συμπληρωματική ποσότητα αναφοράς, αν υπάρχει σημαντική διαφορά μεταξύ της συνολικής ποσότητας αναφοράς που χορηγήθηκε και των παραδόσεων που έχουν τεθεί ως στόχος για την περίοδο εμπορίας 1984/1985 (28). Μπορεί μάλιστα να χορηγηθεί συμπληρωματική ποσότητα στους κατόχους σχεδίου αναπτύξεως που παρέδωσαν κατά το 1983 περισσότερα από 200 000 λίτρα (29). Αυτές οι δύο συμπληρωματικές ποσότητες μπορούν πάντως να χορηγηθούν μόνον αν οι αγοραστές διαθέτουν μη χρησιμοποιηθείσες ποσότητες αναφοράς.
Πέραν του επιπέδου των αγοραστών, προβλέπονται δύο ακόμη επίπεδα παρεμβάσεως.
Εάν οι ποσότητες που διαθέτει ο αγοραστής δεν του επιτρέπουν να ικανοποιήσει τις ανάγκες των συνδεόμενων με αυτόν παραγωγών που έχουν προτεραιότητα, μπορεί να στραφεί προς την εθνική εφεδρική ποσότητα που διαχειρίζεται ο Οnilait (30).
Περαιτέρω, βάσει της δυνατότητας που προσφέρει το άρθρο 4α του κανονισμού 857/84, ένας μηχανισμός περιφερειακής/εθνικής αντισταθμίσεως καθιστά δυνατή την αντιστάθμιση των καθ' υπέρβαση πλεονασμάτων των αγοραστών με τις μη χρησιμοποιηθείσες ποσότητες αναφοράς των αγοραστών που δεν εξάντλησαν τις "ποσοστώσεις" τους.
Σύμφωνα με όσα ανέφεραν οι εκπρόσωποι της γαλλικής κυβερνήσεως κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, το σύνολο των μέτρων αυτών είχε συγκεκριμένα ως αποτέλεσμα ότι στη Γαλλία κατέστη δυνατό να αποφευχθεί η επιβολή εισφοράς σε βάρος των παραγωγών και των αγοραστών για την περίοδο εμπορίας 1984/1985.
11. Διαφορετική είναι η ρύθμιση της αποφάσεως της 10ης Ιουλίου 1985 για τη δεύτερη περίοδο εφαρμογής (Απρίλιος 1985-Μάρτιος 1986).
Οσον αφορά τις διαθέσιμες ποσότητες των αγοραστών, το τμήμα των ποσοτήτων που ελευθερώνονται και παραμένουν στα γαλακτοκομεία περιορίστηκε στο 80 % (90 % προηγουμένως), ενώ το τμήμα που περιέρχεται στην εθνική εφεδρική ποσότητα αυξήθηκε σε 20 % (31).
Οπως και κατά τη διάρκεια της προηγούμενης περιόδου εφαρμογής, οι αγοραστές υποχρεούνται να χορηγούν, εντός των ορίων της ποσότητας αναφοράς που διαθέτουν, συμπληρωματικές ποσότητες σε ορισμένους παραγωγούς που έχουν προτεραιότητα, μεταξύ των οποίων είναι και οι κάτοχοι σχεδίου αναπτύξεως (32). Η απόφαση της 10ης Ιουλίου 1985 δεν επιβάλλει όμως πλέον τη χορήγηση κατ' αποκοπή ποσότητας στους τελευταίους. Περιορίζεται να προβλέπει ότι οι Επίτροποι της Δημοκρατίας κάθε περιφέρειας μπορούν να καθορίσουν τα κριτήρια χορηγήσεως των εν λόγω συμπληρωματικών ποσοτήτων αναφοράς (33). Πάντως, όπως και η προηγούμενη απόφαση, αποκλείει από το ευεργέτημα των συμπληρωματικών ποσοτήτων τους παραγωγούς των οποίων η ποσότητα αναφοράς υπερβαίνει τα 200 000 λίτρα ή το 97 % (99 % στις ορεινές περιοχές) των παραδόσεων που έχουν τεθεί ως στόχος στο σχέδιο αναπτύξεως (34).
Στην επ' ακροατηρίου συζήτηση οι εκπρόσωποι της γαλλικής κυβερνήσεως διευκρίνισαν ότι οι οδηγίες που δόθηκαν στις περιφερειακές αρχές δεν αφορούσαν τη χορήγηση κατ' αποκοπή ποσότητας στους παραγωγούς που διαθέτουν σχέδιο αναπτύξεως. Αντίθετα, δόθηκε η σύσταση να ληφθεί υπόψη η παραγωγή που έχει τεθεί ως στόχος σε κάθε σχέδιο αναπτύξεως.
Η απόφαση της 10ης Ιουλίου 1985 ρυθμίζει ειδικά τον προορισμό των ποσοτήτων που ελευθερώνονται από τους παραγωγούς που έλαβαν πριμοδότηση για οριστική εγκατάλειψη της γαλακτοκομικής παραγωγής (35). Οι ποσότητες αυτές χρησιμοποιούνται κατά προτεραιότητα από τους αγοραστές ώστε να φθάσει η ποσότητα αναφοράς κάθε παραγωγού στο 97 % (99 % στις ορεινές περιοχές) των ποσοτήτων που παραδόθηκαν το 1983, αρχίζοντας από τους παραγωγούς με τις μικρότερες ποσότητες αναφοράς και εξαιρουμένων των παραγωγών των οποίων η ποσότητα αναφοράς υπερβαίνει τα 200 000 λίτρα. Το τυχόν υπόλοιπο κατανέμεται, το κείμενο όμως δεν είναι σαφές ως προς το αν οι παραγωγοί που βρίσκονται σε ιδιαίτερη κατάσταση είναι οι μόνοι που μπορούν να ωφεληθούν από το υπόλοιπο αυτό.
Οι κανόνες που διέπουν τη λειτουργία της εθνικής εφεδρικής ποσότητας είναι επίσης διαφορετικοί, σε σχέση με εκείνους της προηγούμενης περιόδου εφαρμογής. Προβλέπεται ότι ο Οnilait, αφού κρατήσει ορισμένη ποσότητα για ορισμένους νέους καλλιεργητές και για καλλιεργητές που άσκησαν παραδεκτώς προσφυγές, χορηγεί το υπόλοιπο στους αγοραστές των ορεινών περιοχών και στους αγοραστές στους οποίους αντιστοιχεί ιδιαίτερα σημαντικό ποσοστό παραγωγών που έχουν προτεραιότητα, στους οποίους χορηγήθηκαν ποσότητες αναφοράς που απομακρύνονται πολύ από τις παραδόσεις που έχουν τεθεί ως στόχος στα σχέδια αναπτύξεως (36).
Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 4α του κανονισμού 857/84, εφαρμόστηκε εκ νέου ένας μηχανισμός περιφερειακής/εθνικής αντισταθμίσεως (37).
Η γαλλική κυβέρνηση παρατήρησε ότι το σύνολο των μέτρων αυτών κατέστησε δυνατή την ευρύτερη απαλλαγή από την εισφορά εκείνων από τους παραγωγούς που έχουν προτεραιότητα οι οποίοι μπόρεσαν να διατηρήσουν τις παραδόσεις τους εντός των ορίων των ποσοτήτων που είχαν θέσει ως στόχο. Παρατήρησε επίσης ότι τα μέτρα αυτά επέτρεψαν να μην εξαρτάται η διανομή συμπληρωματικών ποσοτήτων αναφοράς στους παραγωγούς που έχουν προτεραιότητα από τη μικρότερη ή μεγαλύτερη διαθεσιμότητα ποσοτήτων που ελευθερώθηκαν στα αντίστοιχα γαλακτοκομεία.
Οι διαφορές στην κύρια δίκη
12. Στις διαφορές στην κύρια δίκη 15 παραγωγοί γάλακτος του διοικητικού διαμερίσματος Cotes du Nord, κάτοχοι όλοι σχεδίου αναπτύξεως που προσυπογράφηκε μεταξύ 1980 και 1983, αμφισβητούν την εισφορά στην οποία προέβη το γαλακτοκομείο τους για την περίοδο εμπορίας 1985/1986. Ας παρατηρηθεί ότι κανείς από τους εφεσείοντες στην κύρια δίκη δεν εκτέλεσε το σχέδιο αναπτύξεώς του το 1981 ή το 1982. Ας παρατηρηθεί επίσης ότι όλοι οι εφεσείοντες στην κύρια δίκη είχαν παραγάγει, κατά την περίοδο που λαμβάνεται υπόψη, ποσότητα γάλακτος ανώτερη των 200 000 λίτρων.
13. Στο πλαίσιο των διαφορών αυτών το Cour d' appel της Rennes υπέβαλε τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
"1) Επιτρέπει το άρθρο 3 του κανονισμού 857/84 του Συμβουλίου στα κράτη μέλη να χορηγούν ποσότητα κατ' αποκοπή σε όλους τους κατόχους σχεδίων αναπτύξεως που βρίσκονται ακόμα στο στάδιο της εκτελέσεως, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι στόχοι κάθε σχεδίου, και να επιλέξουν το έτος 1983 ως το μόνο έτος αναφοράς, χωρίς να προβλέπεται παρέκκλιση για τους παραγωγούς που προσυπέγραψαν σχέδιο ανάπτυξης, το οποίο περατώθηκε κατά τη διάρκεια των ετών 1981 και 1982;
2) Αντιτίθεται το άρθρο 40, παράγραφος 3, της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας στη θέσπιση, με τις υπουργικές αποφάσεις της 22ας Νοεμβρίου 1984 και 10ης Ιουλίου 1985, σειράς προτεραιότητας για τις χορηγήσεις συμπληρωματικών ποσοτήτων αναφοράς, σε συνάρτηση με τις ελευθερωθείσες ποσότητες, σε κάθε μία επιχείρηση, ενώ το χορηγούμενο πλεονέκτημα εξαρτάται έτσι από τις διαθέσιμες ποσότητες του αγοραστή;
3) Υφίσταται εκ μέρους της εθνικής αρχής, με την έκδοση ιδίως της υπουργικής αποφάσεως της 10ης Ιουλίου 1985 που περιόρισε τη δυνατότητα αυξήσεως για την περίοδο εμπορίας 1985/1986 στο 1 % της προηγούμενης περιόδου εμπορίας, προσβολή της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, δεδομένου ότι οι κάτοχοι σχεδίου μπορούσαν να υπολογίζουν στη σταθερότητα των αναληφθεισών προηγουμένως υποχρεώσεων για την αύξηση της παραγωγικότητας της επιχειρήσεώς τους;"
Εξέταση του πρώτου ερωτήματος
14. Το πρώτο ερώτημα έχει δύο σκέλη. Τα αντιλαμβάνομαι ως εξής:
1) Επιτρέπει το άρθρο 3 του κανονισμού 857/84 τη χορήγηση συμπληρωματικής ποσότητας αναφοράς κατ' αποκοπή στους κατόχους σχεδίου αναπτύξεως;
2) Επιτρέπει το ίδιο άρθρο την επιλογή μόνο του έτους 1983 για τον καθορισμό της ποσότητας αναφοράς παραγωγού που περάτωσε σχέδιο αναπτύξεως κατά το 1981 ή το 1982;
Η χορήγηση κατ' αποκοπή ποσότητας αναφοράς
15. Για να δοθεί απάντηση στο ερώτημα αυτό πρέπει προηγουμένως να ερευνηθεί αν το άρθρο 3 του κανονισμού 857/84 επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση χορηγήσεως συμπληρωματικής ποσότητας αναφοράς στους κατόχους σχεδίου αναπτύξεως ή περιορίζεται να προβλέπει τη σχετική δυνατότητα.
Υπενθυμίζω τις σχετικές διατάξεις:
" Αρθρο 3
Για τον καθορισμό των ποσοτήτων αναφοράς που αναφέρονται στο άρθρο 2 ... λαμβάνονται υπόψη ορισμένες ιδιαίτερες καταστάσεις υπό τους εξής όρους:
1) Οι παραγωγοί που προσυπέγραψαν ένα σχέδιο ανάπτυξης ... μπορούν να επιτύχουν, σύμφωνα με την απόφαση του κράτους μέλους:
...
Μπορούν επίσης να ληφθούν υπόψη, αν το κράτος μέλος διαθέτει επαρκείς πληροφορίες, οι επενδύσεις που πραγματοποιήθηκαν χωρίς σχέδιο ανάπτυξης.
2) Τα κράτη μέλη μπορούν να χορηγήσουν στους νέους καλλιεργητές ... ειδική ποσότητα αναφοράς.
3) Οι παραγωγοί των οποίων η γαλακτοκομική παραγωγή ... έχει επηρεασθεί αισθητά από εξαιρετικά γεγονότα ... επιτυγχάνουν, ύστερα από αίτησή τους, να ληφθεί υπόψη ένα άλλο ημερολογιακό έτος αναφοράς ..." (δικές μου οι υπογραμμίσεις)
Οι εφεσείοντες στην κύρια δίκη επικαλούνται την έκφραση "λαμβάνονται υπόψη" στη πρώτη φράση του άρθρου 3 για να υποστηρίξουν ότι τα κράτη μέλη υποχρεούνται να θεσπίσουν ειδικό καθεστώς υπέρ των κατόχων σχεδίου αναπτύξεως. Δεν συμμερίζομαι την άποψη αυτή.
Κατά τη γνώμη μου, η πρώτη φράση του άρθρου 3 πρέπει να ερμηνευτεί λαμβάνοντας υπόψη ότι το καθεστώς ελέγχου της παραγωγής που καθιερώθηκε το 1984 προβλέπει ευρύ περιθώριο εκτιμήσεως για τα κράτη μέλη, τόσο για τον καθορισμό του όγκου των συμπληρωματικών ποσοτήτων αναφοράς που μπορούν να χορηγηθούν σε παραγωγούς που έχουν προτεραιότητα, όσο και για τον καθορισμό των κατηγοριών των παραγωγών που έχουν προτεραιότητα οι οποίοι μπορούν να λάβουν τις ποσότητες αυτές, εφόσον τα λαμβανόμενα μέτρα δεν συνεπάγονται υπέρβαση του ορίου της συνολικής εγγυημένης ποσότητας. Αυτή η ελευθερία που παρέχεται στα κράτη μέλη εκφράζεται σαφώς στο άρθρο 2, παράγραφος 3, του κανονισμού 857/84, κατά το οποίο
"Τα κράτη μέλη μπορούν να προσαρμόσουν τα ποσοστά που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 για να εξασφαλίσουν την εφαρμογή των άρθρων 3 και 4." (δική μου η υπογράμμιση)
Εκφράζεται επίσης στην τρίτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 857/84, σύμφωνα με την οποία:
"πρέπει να επιτραπεί στα κράτη μέλη να προσαρμόσουν τις ποσότητες αναφοράς, ώστε να ληφθεί υπόψη η ιδιαίτερη κατάσταση ορισμένων παραγωγών ..." (δική μου η υπογράμμιση).
Ενόψει των προηγουμένων, το πρώτο εδάφιο του άρθρου 3 έχει, νομίζω, την έννοια ότι περιορίζεται στο να επιτρέπει στα κράτη μέλη να προσαρμόσουν τις ποσότητες αναφοράς για να εξασφαλίσουν την εφαρμογή των σημείων 1 έως 3 του άρθρου 3, χωρίς να αναφέρει αν αυτή η εφαρμογή είναι υποχρεωτική ή προαιρετική. Η απάντηση σ' αυτό το τελευταίο ερώτημα βρίσκεται στα σημεία 1 έως 3 του άρθρου 3, όπου γίνεται διάκριση μεταξύ τεσσάρων καταστάσεων: 1) αυτής των κατόχων σχεδίου αναπτύξεως (σημείο 1, πρώτο εδάφιο), 2) αυτής των παραγωγών που πραγματοποίησαν επενδύσεις χωρίς σχέδιο αναπτύξεως (σημείο 1, δεύτερο εδάφιο), 3) αυτής των νέων καλλιεργητών (σημείο 2) και 4) αυτής των παραγωγών που επηρεάστηκαν από εξαιρετικά γεγονότα (σημείο 3). Οπως επιβεβαίωσε το Δικαστήριο στην απόφασή του της 28ης Απριλίου 1988 (Τhevenot και λοιποί, 61/87, που δεν έχει ακόμη δημοσιευτεί στη Συλλογή, σκέψη 18), η διατύπωση του σημείου 3 επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να λάβουν υπόψη τους την κατάσταση των παραγωγών που αναφέρονται σ' αυτό. Αντίθετα, από τη διατύπωση των σημείων 1 και 2 (βλέπε ανωτέρω τους υπογραμμισμένους όρους) προκύπτει σαφώς ότι τα κράτη μέλη έχουν τη δυνατότητα να προβλέπουν ειδικά μέτρα, ώστε να ληφθεί υπόψη η κατάσταση των τριών άλλων κατηγοριών παραγωγών που βρίσκονται σε ιδιαίτερη κατάσταση.
16. Εφόσον δίνεται έτσι η απάντηση ότι τα μέτρα που προβλέπονται στο άρθρο 3, σημείο 1, του κανονισμού 857/84 εντάσσονται στο πλαίσιο μιας δυνατότητας που παρέχεται στα κράτη μέλη, επιτρέπεται, νομίζω, να συναχθεί το συμπέρασμα ότι τα κράτη μέλη μπορούν επίσης να καθορίσουν ένα ανώτατο όριο, πέρα από το οποίο δεν μπορεί να χορηγηθεί καμία συμπληρωματική ποσότητα αναφοράς. Ο καθορισμός ενός τέτοιου ανωτάτου ορίου μπορεί να επιβάλλεται στο πλαίσιο των κατανομών ποσοτήτων στις οποίες πρέπει να προβούν τα κράτη μέλη μεταξύ παραγωγών που έχουν προτεραιότητα και αυτών που δεν έχουν, μάλιστα δε μεταξύ των κατηγοριών των παραγωγών που έχουν προτεραιότητα, ώστε να μην υπάρξει υπέρβαση του ορίου της συνολικής εγγυημένης ποσότητας.
Ας υπενθυμιστεί σχετικά ότι η γαλλική κυβέρνηση επέλεξε να κάνει πολύ περιορισμένη χρήση της δυνατότητας που παρέχεται στα κράτη μέλη να προσαρμόσουν τις ποσότητες αναφοράς των παραγωγών γενικά, ώστε να αυξηθεί ο όγκος των συμπληρωματικών ποσοτήτων αναφοράς υπέρ των παραγωγών που έχουν προτεραιότητα (βλέπε αριθ. 7). Κάνοντας αυτή την επιλογή η γαλλική κυβέρνηση υποχρεώθηκε να προβεί σε κατανομές μεταξύ των παραγωγών που είχαν προτεραιότητα, λαμβάνοντας υπόψη τις διαθέσιμες ποσότητες αναφοράς. Στο πλαίσιο αυτό, απέκλεισε τους κατόχους σχεδίου αναπτύξεως, των οποίων η παραγωγή υπερέβαινε τα 200 000 λίτρα, ώστε να μπορέσει να χορηγήσει σημαντικές συμπληρωματικές ποσότητες σε όσο το δυνατόν μεγαλύτερο αριθμό μικρότερων παραγωγών που είχαν προτεραιότητα. Νομίζω ότι η γαλλική κυβέρνηση ενήργησε κατά τρόπο σύμφωνο προς την κοινοτική ρύθμιση. Πράγματι, το κριτήριο που έγινε δεκτό για τη διάκριση μεταξύ παραγωγών που έχουν προτεραιότητα είναι αντικειμενικό κριτήριο, το βάσιμο του οποίου αναγνωρίστηκε εξάλλου ρητά στο πλαίσιο του άρθρου 2, παράγραφος 2, του κανονισμού 857/84 (38). Εξάλλου, ο επιδιωκόμενος με τον τρόπο αυτό σκοπός είναι σύμφωνος προς την κοινοτική ρύθμιση.
17. Νομίζω ότι από τα προηγούμενα συνάγεται η απάντηση που μπορεί να δοθεί επωφελώς στο παραπέμπον δικαστήριο για τη λύση των διαφορών στην κύρια δίκη. Πράγματι, υπενθυμίζω ότι όλοι οι εφεσείοντες στην κύρια δίκη παρήγαγαν, κατά την περίοδο εμπορίας 1985/1986, ποσότητα που υπερέβαινε τα 200 000 λίτρα γάλακτος. Στο μέτρο που ο αποκλεισμός αυτής της κατηγορίας παραγωγών από το ευνοϊκό ειδικό καθεστώς για τους κατόχους σχεδίου αναπτύξεως είναι σύμφωνος προς την κοινοτική ρύθμιση, το ερώτημα ως προς το κύρος της χορηγήσεως κατ' αποκοπή ποσότητας αναφοράς δεν παρουσιάζει πλέον ενδιαφέρον για τους εφεσείοντες στην κύρια δίκη. Διερωτώμαι εξάλλου αν η γαλλική ρύθμιση για την περίοδο εμπορίας 1985/1986 προβλέπει πράγματι μια τέτοια κατ' αποκοπή χορήγηση υπέρ των κατόχων σχεδίου αναπτύξεως. Καίτοι η απόφαση της 22ας Νοεμβρίου 1984 προέβλεψε πράγματι κατ' αποκοπή χορήγηση 9 500 λίτρων σε όλους τους ενδιαφερομένους, των οποίων η παραγωγή ήταν κατώτερη από 200 000 λίτρα, στην απόφαση της 10ης Ιουλίου 1985, που καθορίζει τους κανόνες βάσει των οποίων τα γαλακτοκομεία επιβαρύνουν με εισφορά τους εφεσείοντες στην κύρια δίκη, δεν προβλέπεται πλέον τέτοια κατ' αποκοπή ποσότητα. Οι εκπρόσωποι της γαλλικής κυβερνήσεως διευκρίνισαν κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση ότι η κατ' αποκοπή ποσότητα των 9 500 λίτρων εγκαταλείφθηκε για την περίοδο εμπορίας 1985/1986 και αντικαταστάθηκε από τη σύσταση να ληφθεί υπόψη η παραγωγή που τέθηκε ως στόχος σε κάθε σχέδιο αναπτύξεως (βλέπε ανωτέρω αριθ. 11).
18. Σε περίπτωση πάντως που το Δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να απαντήσει στο ερώτημα που αφορά τη χορήγηση κατ' αποκοπή ποσότητας αναφοράς, η άποψή μου είναι η εξής.
Στην εξεταζόμενη περίπτωση το κράτος μέλος επέλεξε να κάνει χρήση της δυνατότητας που προβλέπει το άρθρο 3, σημείο 1, του κανονισμού 857/84 υπέρ συγκεκριμένης κατηγορίας κατόχων σχεδίου αναπτύξεως, στην προκειμένη περίπτωση εκείνων των οποίων το σχέδιο βρίσκεται στο στάδιο της εκτελέσεως και η παραγωγή τους είναι κατώτερη των ορίων που αναφέρθηκαν προηγουμένως. Στην περίπτωση αυτή οι θεσπιζόμενες διατάξεις οφείλουν, βέβαια, να ανταποκρίνονται προς τους όρους που προβλέπει ο κανονισμός.
Ας υπενθυμιστεί η σχετική διάταξη:
"εάν το σχέδιο βρίσκεται ακόμη στο στάδιο της εκτελέσεως, ειδική ποσότητα αναφοράς που λαμβάνει υπόψη τις ποσότητες γάλακτος και γαλακτοκομικών προϊόντων που προβλέπει το σχέδιο ανάπτυξης" (δική μου η υπογράμμιση).
Η διατύπωση της διατάξεως αυτής εμποδίζει, κατά τη γνώμη μου, τη χορήγηση συμπληρωματικής ποσότητας αναφοράς κατ' αποκοπή στους κατόχους σχεδίου αναπτύξεως που βρίσκεται στο στάδιο της εκτελέσεως. Εφόσον το κράτος μέλος επέλεξε να θεσπίσει ειδικό καθεστώς υπέρ των τελευταίων, πρέπει κατά συνέπεια να λάβει υπόψη του τις ατομικές καταστάσεις, μη θίγοντας για παράδειγμα τη σχέση μεταξύ της συμπληρωματικής ποσότητας αναφοράς που πρέπει να χορηγηθεί και της παραγωγής που θέτει ως στόχο κάθε σχέδιο αναπτύξεως.
Από τα προηγούμενα δεν προκύπτει πάντως υποχρέωση των κρατών μελών να καθορίσουν την ποσότητα αναφοράς που χορηγούν στους ενδιαφερομένους στο ύψος της γαλακτοκομικής παραγωγής που προβλέπει κάθε σχέδιο αναπτύξεως. Τα κράτη μέλη μπορούν, κατά τη γνώμη μου, να καθορίζουν ελεύθερα αλλά αντικειμενικά το ή τα επίπεδα της συμπληρωματικής ποσότητας αναφοράς που χορηγούν επιπλέον της βασικής ποσότητας αναφοράς, αρκεί, αφενός, τα επίπεδα αυτά να καθορίζονται ανάλογα ή σε σχέση με την παραγωγή που θέτουν ως στόχο τα σχέδια αναπτύξεως, αφετέρου, οι χορηγούμενες συμπληρωματικές ποσότητες να παραμένουν εντός των ορίων της συνολικής εγγυημένης ποσότητας.
Η επιλογή του έτους 1983 ως του μόνου έτους αναφοράς
19. Διερωτώμαι επίσης αν το ερώτημα σχετικά με την επιλογή του έτους 1983 ως έτους αναφοράς, χωρίς να προβλέπεται παρέκκλιση για τους κατόχους σχεδίου αναπτύξεως που περατώθηκε κατά τη διάρκεια των ετών 1981 ή 1982, είναι αναγκαίο στο πλαίσιο των διαφορών στην κύρια δίκη. Πράγματι, κανείς από τους εφεσείοντες στην κύρια δίκη δεν περάτωσε το σχέδιο αναπτύξεώς του κατά το 1981 ή 1982.
Σε περίπτωση πάντως που το Δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να απαντήσει σ' αυτό το δεύτερο σκέλος του πρώτου ερωτήματος, η άποψή μου είναι η εξής.
20. Νομίζω ότι το άρθρο 3, σημείο 1, δεύτερη περίπτωση, του κανονισμού 857/84 θεσπίστηκε πρωτίστως για να ρυθμίσει την περίπτωση ορισμένων κατόχων σχεδίου αναπτύξεως, των οποίων η εκμετάλλευση βρίσκεται σε κράτος μέλος που επέλεξε το έτος 1981 ως έτος αναφοράς. Στην περίπτωση αυτή είναι λογικό να επιτραπεί στο οικείο κράτος μέλος να χορηγήσει συμπληρωματικές ποσότητες αναφοράς στους παραγωγούς που περάτωσαν το σχέδιο αναπτύξεώς τους μετά την 1η Ιανουαρίου 1981, δεδομένου ότι η βασική ποσότητα αναφοράς τους καθορίστηκε τότε βάσει γαλακτοκομικής παραγωγής που επρόκειτο να αυξηθεί, χωρίς να ληφθεί υπόψη "ο αρμονικός ρυθμός" παραγωγής που έπρεπε να επιτευχθεί με το πέρας του σχεδίου αναπτύξεως.
Τι έννοια έχει η διάταξη στην περίπτωση κράτους μέλους που επέλεξε το έτος 1983 ως έτος αναφοράς; Στην περίπτωση αυτή νομίζω ότι η διάταξη στερείται πλέον αντικειμένου, όσον αφορά τους κατόχους σχεδίου αναπτύξεως που περατώθηκε κατά το 1981 ή 1982. Πράγματι, η βασική ποσότητα αναφοράς των ενδιαφερομένων καθορίζεται στην περίπτωση αυτή σ' ένα χρονικό σημείο, κατά το οποίο έχουν μπορέσει να πραγματοποιήσουν την παραγωγή που είχε θέσει ως στόχο το σχέδιο αναπτύξεώς τους. Ετσι, αυτή η βασική ποσότητα αναφοράς λαμβάνει αναγκαστικά υπόψη την παραγωγή των ενδιαφερομένων κατά τη διάρκεια του έτους περατώσεως του σχεδίου.
21. Εν πάση περιπτώσει ο κανονισμός 857/84 δεν επιτρέπει, νομίζω, να λαμβάνεται υπόψη υπέρ των κατόχων σχεδίου αναπτύξεως έτος αναφοράς διαφορετικό από αυτό που επέλεξε το κράτος μέλος για τους παραγωγούς γενικά. Το άρθρο 2 του κανονισμού επιβάλλει στα κράτη μέλη να επιλέξουν ένα έτος αναφοράς μεταξύ των ημερολογιακών ετών 1981 έως 1983. Αφού γίνει η επιλογή αυτή, μπορεί ακόμη να ληφθεί υπόψη διαφορετικό έτος αναφοράς υπέρ των παραγωγών που εθίγησαν από εξαιρετικά γεγονότα (άρθρο 3, σημείο 3). Αντίθετα, ο κανονισμός 857/84 δεν επιτρέπει παρεκκλίσεις ως προς το έτος αναφοράς που επέλεξε το κράτος μέλος υπέρ των κατόχων σχεδίου αναπτύξεως. Το Δικαστήριο το δέχτηκε ρητά στην απόφαση του της 17ης Μαΐου 1988 (Εrpelding, 84/87, Συλλογή 1988, σ. 2674):
"το άρθρο 3, σημείο 3, του κανονισμού 857/84 του Συμβουλίου, ... αποτελεί τη μόνη διάταξη η οποία επιτρέπει στους παραγωγούς να επιλέξουν διαφορετικό έτος αναφοράς από αυτό που έχει επιλέξει το συγκεκριμένο κράτος μέλος μέσα στην περίοδο 1981 ως 1983," (σκέψη 19)
Εξέταση του δεύτερου ερωτήματος
22. Με το δεύτερο ερώτημα, όπως το αντιλαμβάνομαι, το Cour d' appel de Rennes ερωτά το Δικαστήριο αν η κοινοτική ρύθμιση δεν επιτρέπει τη διατήρηση στα γαλακτοκομεία ενός μέρους των ατομικών ποσοτήτων αναφοράς που ελευθερώνονται από τους παραγωγούς που συνδέονται με αυτά και που εγκατέλειψαν οριστικά την παραγωγή (90 % δυνάμει της αποφάσεως της 22ας Νοεμβρίου 1984, 80 % δυνάμει της αποφάσεως της 10ης Ιουλίου 1985), ενώ η εθνική εφεδρική ποσότητα τροφοδοτείται μόνον από το υπόλοιπο.
23. Η απάντηση στο ερώτημα αυτό συνάγεται, νομίζω, από το άρθρο 4, παράγραφος 2, του κανονισμού 857/84:
"2. Οι ποσότητες αναφοράς που αποδεσμεύονται προστίθενται, εφόσον υπάρχει ανάγκη, στην εφεδρική ποσότητα που αναφέρεται στο άρθρο 5." (δική μου η υπογράμμιση)
Στην απόφασή του της 25ης Νοεμβρίου 1986 (Κlensch και λοιποί, 201 και 202/85, Συλλογή 1986, σ. 3477) το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι:
"Ο κανονισμός 857/84 του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 1984, δεν επιτρέπει σ' ένα κράτος μέλος που έχει επιλέξει την εναλλακτική λύση Β να υπολογίσει την ατομική ποσότητα αναφοράς ενός παραγωγού που έχει σταματήσει τη δραστηριότητά του στην ποσότητα αναφοράς του αγοραστή, στον οποίο ο εν λόγω παραγωγός παρέδιδε γάλα κατά το χρόνο που σταμάτησε τη δραστηριότητά του, αντί να υπολογίσει την ποσότητα αυτή στην εθνική εφεδρική ποσότητα."
Το Δικαστήριο αιτιολόγησε την απάντηση αυτή ως εξής:
"Ερμηνεία του κανονισμού κατά την οποία η ατομική ποσότητα αναφοράς ενός παραγωγού που έχει σταματήσει εκουσίως τη δραστηριότητά του θεωρείται κεκτημένη για τον αγοραστή θα δημιουργούσε διάκριση μεταξύ παραγωγών. Πράγματι, ο αγοραστής θα μπορούσε να χορηγήσει εκ νέου την ποσότητα αυτή στους παραγωγούς που συμβάλλονται με αυτόν, ευνοώντας έτσι αδικαιολόγητα τους τελευταίους αυτούς παραγωγούς σε σχέση με τους παραγωγούς που συμβάλλονται με άλλους αγοραστές. Επιπλέον, η ερμηνεία αυτή θα είχε ως αποτέλεσμα να δεσμεύσει τον αποχωρούντα παραγωγό, ο οποίος θα επιθυμούσε να επαναλάβει τη δραστηριότητά του, με τον προηγούμενο αγοραστή του και δεν θα του επέτρεπε να επιλέξει κατά τη στιγμή αυτή άλλον αγοραστή. Αντίθετα, το αποτέλεσμα αυτό μπορεί να αποφευχθεί αν οι προαναφερόμενες διατάξεις του κανονισμού 857/84 ερμηνευτούν υπό την έννοια ότι η προσαρμογή των ποσοτήτων αναφοράς εφαρμόζεται, κατ' αναλογία, στην περίπτωση κατά την οποία παραγωγός σταμάτησε εκουσίως τη δραστηριότητά του." (σκέψη 22)
24. Επομένως δυνάμει του άρθρου 4, παράγραφος 2, όπως ερμηνεύτηκε από την προαναφερθείσα απόφαση Κlensch, όλες οι ατομικές ποσότητες αναφοράς των παραγωγών που έχουν σταματήσει τη δραστηριότητά τους πρέπει να τροφοδοτούν την εθνική εφεδρική ποσότητα. Μία μόνο εξαίρεση βλέπω στον κανόνα αυτό, την περίπτωση δηλαδή κατά την οποία οι διαθέσιμες ποσότητες της εθνικής εφεδρικής ποσότητας, εκτός από αυτές που προέρχονται από εγκαταλείψεις της παραγωγής, θα ήταν αρκετές για να ικανοποιήσουν τις ανάγκες των παραγωγών που έχουν προτεραιότητα, όπως καθορίζονται από το κράτος μέλος κατ' εφαρμογή των άρθρων 3 και 4 του κανονισμού 857/84 (βλέπε την έκφραση "εφόσον υπάρχει ανάγκη" του άρθρου 4, παράγραφος 2). Εκτός από την περίπτωση αυτή, οι ποσότητες που ελευθερώνονται - για τις οποίες, το υπενθυμίζω, οι καλλιεργητές που εγκαταλείπουν την παραγωγή τους μπορούν να λάβουν αποζημίωση - πρέπει να κατανέμονται εκ νέου μόνο στους παραγωγούς που μπορούν, σύμφωνα με την απόφαση του κράτους μέλους, να λάβουν συμπληρωματικές ποσότητες αναφοράς. Εξάλλου, αυτή η εκ νέου κατανομή δεν μπορεί να δημιουργήσει διάκριση μεταξύ των παραγωγών που έχουν προτεραιότητα, εξαρτώντας τη χορηγούμενη συμπληρωματική ποσότητα αναφοράς από τον όγκο των ποσοτήτων που ελευθερώνονται στο επίπεδο των αγοραστών με τους οποίους αυτοί συνδέονται.
25. Η ερμηνεία όμως αυτή, που συνάγεται από την απόφαση Κlensch, δεν είναι, νομίζω, ασυμβίβαστη προς μια αποκεντρωμένη διαχείριση των ποσοτήτων αναφοράς που ελευθερώθηκαν σ' ένα κράτος μέλος που επέλεξε την εναλλακτική λύση Β. Ειδικότερα, οι διατάξεις που θεσπίστηκαν στη Γαλλία για την περίοδο εμπορίας 1985/1986, σύμφωνα με τις οποίες το 80 % των ποσοτήτων αναφοράς που ελευθερώνονται παραμένει στα γαλακτοκομεία και το υπόλοιπο μεταφέρεται στην εθνική εφεδρική ποσότητα, δεν είναι, νομίζω, αντίθετες προς την κοινοτική ρύθμιση, στο μέτρο που τηρούνται οι ακόλουθοι όροι. Καταρχάς, οι αγοραστές πρέπει να επανακατανέμουν τις ποσότητες που ελευθερώθηκαν και δεν μεταφέρθηκαν στην εθνική εφεδρική ποσότητα μόνο στους παραγωγούς που μπορούν να λάβουν συμπληρωματικές ποσότητες αναφοράς. Στη συνέχεια, η διατήρηση από τους αγοραστές ενός μέρους των ποσοτήτων που ελευθερώθηκαν πρέπει να έχει τον προσωρινό χαρακτήρα εκ των προτέρων. Με άλλα λόγια, αν το μέρος αυτό υπερβαίνει τις ποσότητες που είναι αναγκαίες για να χορηγηθούν, σύμφωνα με την απόφαση του κράτους μέλους, συμπληρωματικές ποσότητες αναφοράς στους οικείους παραγωγούς, το υπόλοιπο πρέπει να μεταφερθεί στην εθνική εφεδρική ποσότητα. Αντίστροφα, αν το μέρος αυτό δεν επαρκεί για να χορηγηθούν, σύμφωνα με την απόφαση του κράτους μέλους, οι συμπληρωματικές ποσότητες αναφοράς που προβλέπονται υπέρ των παραγωγών που έχουν προτεραιότητα και συνδέονται με τους αγοραστές, η δε εθνική εφεδρική ποσότητα αποδεικνύεται επίσης ανεπαρκής για το σκοπό αυτό, το καθεστώς αποκεντρωμένης διαχειρίσεως πρέπει να καθιστά δυνατή την εκ των υστέρων μείωση του ποσοστού των ποσοτήτων που ελευθερώθηκαν και παρέμειναν στους αγοραστές που μπόρεσαν να ικανοποιήσουν τις ανάγκες των παραγωγών που έχουν προτεραιότητα με τους οποίους συνδέονται, κατά τρόπο ώστε να εξουδετερωθούν αναδρομικά οι διαφορές μεταχειρίσεως των παραγωγών ανάλογα με τον αγοραστή με τον οποίο συνδέονται.
Είναι έργο του εθνικού δικαστηρίου να κρίνει αν οι εθνικές διατάξεις τηρούν τους προαναφερθέντες όρους. Αν αυτό συμβαίνει, οι σχετικές διατάξεις δεν είναι, νομίζω, αντίθετες προς τον κανονισμό 857/84 ούτε συνιστούν παραβίαση της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων.
Εξέταση του τρίτου ερωτήματος
26. Το άρθρο 5γ, παράγραφος 3, του κανονισμού 804/68 καθόρισε τη συνολική εγγυημένη ποσότητα για τα κράτη μέλη που έπρεπε να λαμβάνεται υπόψη ήδη κατά το δεύτερο έτος εφαρμογής σε κατώτερο επίπεδο από αυτό που είχε καθοριστεί για το πρώτο έτος εφαρμογής. Για το λόγο αυτό η γαλλική κυβέρνηση καθόρισε για την περίοδο εμπορίας 1985/1986 την ποσότητα αναφοράς των αγοραστών και των συνδεομένων με αυτούς παραγωγών στο επίπεδο που είχε καθοριστεί για την προηγούμενη περίοδο εμπορίας, μείον 1 % (εκτός των ορεινών περιοχών) (βλέπε ανωτέρω αριθ. 7) (39). Στο πλαίσιο αυτό, θεωρώ ότι το τρίτο ερώτημα που υπέβαλε το παραπέμπον δικαστήριο θίγει το πρόβλημα αν αυτή η ίδια η κοινοτική ρύθμιση συνιστά παραβίαση της αρχής της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.
Το τρίτο ερώτημα στηρίζεται εξάλλου στην εκτίμηση του Cour d' appel de Rennes, σύμφωνα με την οποία οι κάτοχοι σχεδίου αναπτύξεως πρέπει να μπορούν να υπολογίζουν "στη σταθερότητα των αναληφθεισών προηγουμένως υποχρεώσεων για την αύξηση της παραγωγικότητας της επιχειρήσεώς τους". Η εκτίμηση αυτή προϋποθέτει ότι υφίστανται μεταξύ της εθνικής αρχής και των κατόχων σχεδίου αναπτύξεως δεσμεύσεις, δυνάμει των οποίων οι τελευταίοι έχουν ένα είδος συμβατικού δικαιώματος να πραγματοποιήσουν τους παραγωγικούς στόχους που προβλέπει το σχέδιό τους. Πριν δοθεί επομένως απάντηση στο ερώτημα που αφορά την αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης πρέπει να ερευνηθεί αν οι κάτοχοι σχεδίου αναπτύξεως μπορούν να επικαλεστούν κεκτημένο δικαίωμα για την πραγματοποίηση των παραγωγικών στόχων που προβλέπονται στο σχέδιό τους. Βέβαια, η ερμηνεία του διατάγματος 83-442 της 1ης Ιουνίου 1983 που καθόρισε το καθεστώς των κατόχων σχεδίου αναπτύξεως στη Γαλλία δεν είναι έργο του Δικαστηρίου. Το ερώτημα αυτό πρέπει να εξετασθεί υπό το φως της προαναφερθείσας οδηγίας 72/159/ΕΟΚ, που καθόρισε το κοινοτικό καθεστώς των κατόχων σχεδίου αναπτύξεως.
27. Καίτοι η οδηγία 72/159/ΕΟΚ επιβάλλει στα κράτη μέλη να μεριμνήσουν για την έγκριση των σχεδίων αναπτύξεως από τις αρμόδιες αρχές τους, η έγκριση αυτή δεν παρέχει στους ενδιαφερομένους το δικαίωμα να πραγματοποιήσουν τους παραγωγικούς στόχους που προβλέπονται στα σχέδια αυτά (40). Η έγκριση αυτή περιορίζεται, νομίζω, στο να δίνει στους κατόχους σχεδίου αναπτύξεως το δικαίωμα να λαμβάνουν ορισμένες ενισχύσεις, ιδίως υπό τη μορφή μειωμένου επιτοκίου, ενώ οι εν λόγω γεωργοί εξακολουθούν να φέρουν την οικονομική και χρηματοδοτική ευθύνη της εκμεταλλεύσεως (41).
Υπό τις συνθήκες αυτές νομίζω ότι οι κάτοχοι σχεδίου αναπτύξεως δεν μπορούν να περιμένουν ότι δεν θα υποβληθούν σ' ενδεχόμενους κανόνες που θεσπίζονται, κατά την εκτέλεση του σχεδίου τους, στο πλαίσιο της κοινής οργανώσεως των αγορών (42). Αυτό ισχύει, ακόμη περισσότερο, όταν η έλλειψη ισορροπίας στο γαλακτοκομικό τομέα υποχρεώνει το Συμβούλιο να θεσπίσει καθεστώς ελέγχου της παραγωγής που επιβάλλει αναγκαστικά να σταματήσει η ανάπτυξή της.
28. Πάντως, η οδηγία 72/159/ΕΟΚ ενθάρρυνε χωρίς αμφιβολία μεγάλο αριθμό γεωργών να πραγματοποιήσουν επενδύσεις για τον εκσυγχρονισμό της εκμεταλλεύσεώς τους με την προοπτική να αντλήσουν στο μέλλον επαρκές εισόδημα. Οταν επιβάλλεται στους καλλιεργητές αυτούς περιορισμός της παραγωγής βάσει έτους αναφοράς προηγούμενου του έτους περατώσεως του σχεδίου αναπτύξεώς τους - δηλαδή σ' ένα χρονικό σημείο κατά το οποίο η παραγωγή τους δεν έχει κανονικά φθάσει στο επίπεδο αποδοτικότητας που αναμένεται κατά την περάτωση του σχεδίου - είναι προφανές ότι ο περιορισμός αυτός έχει γι' αυτούς πιο σκληρά αποτελέσματα από ό,τι για τους παραγωγούς με αρμονικό ρυθμό παραγωγής. Επιβαλλόταν, έτσι, ιδιαιτέρως η τήρηση της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, πράγμα που είχε συνειδητοποιήσει το Συμβούλιο, όπως θα δούμε παρακάτω.
29. Στην απόφασή του της 16ης Μαΐου 1979 (Τomadini, 84/78, Rec.1979, σ. 1801) το Δικαστήριο υπενθύμισε την έκταση εφαρμογής της αρχής της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης:
"Στο πλαίσιο οικονομικών κανονιστικών ρυθμίσεων, όπως οι σχετικές με τις κοινές οργανώσεις των γεωργικών αγορών, η αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης απαγορεύει στα κοινοτικά όργανα ... να τροποποιούν την κανονιστική αυτή ρύθμιση χωρίς να τη συνοδεύουν με μέτρα μεταβατικού χαρακτήρα, εφόσον δεν αντιτίθεται στη θέσπιση τέτοιων μέτρων αναντίρρητο δημόσιο συμφέρον." (σκέψη 20).
Στην προκειμένη περίπτωση το Συμβούλιο ανέφερε στην τελευταία αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 857/84:
"εκτιμώντας ότι εξυπηρετεί αναντίρρητα το δημόσιο συμφέρον το να αρχίσει να ισχύει το καθεστώς από τις 2 Απριλίου 1984".
Με άλλα λόγια, το Συμβούλιο έκρινε ότι οι προϋποθέσεις που μπορούν να δικαιολογήσουν την έλλειψη μεταβατικών μέτρων σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου συνέτρεχαν στην προκειμένη περίπτωση και δεν έχω λόγους να αμφισβητήσω το βάσιμο της κρίσεως στην οποία προέβη το Συμβούλιο κατά την άσκηση της εξουσίας πολιτικής εκτιμήσεως που διαθέτει.
Πάντως, έστω κι αν αληθεύει ότι οι κανονισμοί 856 και 857/84 δεν περιλαμβάνουν μεταβατικές διατάξεις αυτές καθεαυτές, το Συμβούλιο θέσπισε πολλές διατάξεις με αποτέλεσμα αντίστοιχο προς μεταβατικά μέτρα:
- κατά το πρώτο έτος εφαρμογής της συμπληρωματικής εισφοράς λαμβάνεται υπόψη συνολική εγγυημένη ποσότητα που καθορίστηκε για την Κοινότητα σε 98,2 εκατομμύρια τόνους (97,2 εκατομμύρια τόνους από το δεύτερο έτος) (βλέπε την πέμπτη και έκτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 856/84)?
- αναγνωρίζεται στα κράτη μέλη η δυνατότητα να χορηγήσουν συμπληρωματικές ποσότητες αναφοράς στους παραγωγούς που βρίσκονται σε ιδιαίτερη κατάσταση και ιδίως στους κατόχους σχεδίου αναπτύξεως (άρθρα 2 έως 5 του κανονισμού 857/84)?
- αναγνωρίζεται στα κράτη μέλη η δυνατότητα θεσπίσεως καθεστώτος περιφερειακής/εθνικής αντισταθμίσεως (άρθρο 4α του κανονισμού 857/84).
Οι διατάξεις αυτές και η χρήση που τους έγινε στη Γαλλία είχαν συγκεκριμένα ως αποτέλεσμα να αποφευχθεί η επιβολή εισφοράς σε βάρος των γάλλων παραγωγών και αγοραστών για την περίοδο εμπορίας 1984/1985.
Υπό τις συνθήκες αυτές νομίζω ότι ούτε από απόψεως αρχής ούτε από απόψεως εφαρμογής έθιξε η κοινοτική ρύθμιση την αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.
30. Καταλήγοντας προτείνω να δοθεί η ακόλουθη απάντηση στα προδικαστικά ερωτήματα:
"1) α) Το άρθρο 3, σημείο 1, του κανονισμού ΕΟΚ 857/84 του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 1984, δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη να αποκλείουν τους παραγωγούς, των οποίων η γαλακτοκομική παραγωγή υπερβαίνει ένα επίπεδο που καθορίζεται σε απόλυτους αριθμούς, από το ευεργέτημα συμπληρωματικής ποσότητας αναφοράς υπέρ των παραγωγών που προσυπέγραψαν, με βάση την οδηγία 72/159/ΕΟΚ, σχέδιο αναπτύξεως που βρίσκεται στο στάδιο της εκτελέσεως.
β) Η διάταξη αυτή εμποδίζει τα κράτη μέλη να χορηγούν στους κατόχους σχεδίου αναπτύξεως που βρίσκεται στο στάδιο της εκτελέσεως, οι οποίοι αναφέρονται στο στοιχείο α), συμπληρωματική ποσότητα αναφοράς κατ' αποκοπή που δεν έχει σχέση προς την παραγωγή που θέτει το σχέδιο ως στόχο.
γ) Η διάταξη αυτή δεν επιτρέπει στα κράτη μέλη που προέκριναν το έτος 1983 ως έτος αναφοράς να επιλέξουν άλλο έτος αναφοράς για τον καθορισμό των ατομικών ποσοτήτων αναφοράς που χορηγούνται στους παραγωγούς που αναφέρονται στο στοιχείο α) και οι οποίοι περάτωσαν το σχέδιο αναπτύξεώς τους κατά το 1981 ή το 1982.
2) Ούτε ο κανονισμός 857/84 του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 1984, ούτε η απαγόρευση των διακρίσεων που θέτει το άρθρο 40, παράγραφος 3, εδάφιο 2 της Συνθήκης εμποδίζουν τα κράτη μέλη που επέλεξαν την εναλλακτική λύση Β να αναθέσουν στους αγοραστές τη μέριμνα να χορηγήσουν προσωρινά ένα τμήμα των ποσοτήτων που ελευθερώνονται από τους παραγωγούς που συνδέονται μ' αυτούς σε άλλους με αυτούς συνδεόμενους παραγωγούς, που βρίσκονται σε ιδιαίτερη κατάσταση, εφόσον αυτές οι χορηγούμενες ποσότητες μπορούν να προσαρμοστούν εκ των υστέρων, έτσι ώστε να εξουδετερωθούν οι διαφορές μεταχειρίσεως μεταξύ παραγωγών ανάλογα με τον αγοραστή με τον οποίο αυτοί συνδέονται.
3) Οι κανονισμοί ΕΟΚ 856 και 857/84 του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 1984, αναγκάζοντας τα κράτη μέλη να εφαρμόσουν ένα σύστημα ελέγχου της γαλακτοκομικής παραγωγής στους παραγωγούς που προσυπέγραψαν σχέδιο αναπτύξεως βάσει της οδηγίας 72/159/ΕΟΚ, ενώ τους επιτρέπουν να λάβουν υπόψη την κατάσταση των τελευταίων χορηγώντας τους συμπληρωματική ποσότητα αναφοράς, δεν θίγουν την αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης."
(*) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
(1) Κανονισμός 856/84 του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 1984, για την τροποποίηση του κανονισμού αριθ. 804/68 περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων (ΕΕ L 90, σ. 10).
Κανονισμός ΕΟΚ 857/84 του Συμβουλίου, της 31ης Μαρτίου 1984, περί γενικών κανόνων για την εφαρμογή της εισφοράς που αναφέρεται στο άρθρο 5γ του κανονισμού αριθ. 804/68 στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων (ΕΕ L 90, σ. 13).
(2) Απόφαση της 25ης Νοεμβρίου 1986 (Κlensch και λοιποί, 201 και 202/85, Συλλογή 1986, σ. 3477).Απόφαση της 28ης Απριλίου 1988 (Μulder, 102/86, Συλλογή 1988, σ. 2321).Απόφαση της 28ης Απριλίου 1988 (von Deetzen, 107/86, Συλλογή 1988, σ. 2355).Απόφαση της 28ης Απριλίου 1988 (Τhevenot και λοιποί, 61/87, Συλλογή 1988, σ. 2375).Απόφαση της 17ης Μαΐου 1988 (Εrpelding, 84/87, Συλλογή 1988, σ.2647).
(3) Κανονισμός 804/68 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1968, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/003, σ. 82).
(4) Αρθρο 1, παράγραφος 1.
(5) Αρθρο 2, παράγραφος 1.
(6) Αρθρο 2, παράγραφος 2.
(7) Αρθρο 5γ, παράγραφος 3, του κανονισμού 804/68.
(8) Οι άλλοι παραγωγοί που υπάγονται ή μπορούν να υπαχθούν σε ευνοϊκό καθεστώς παρεκκλίσεως είναι:
- οι παραγωγοί που πραγματοποίησαν επενδύσεις χωρίς σχέδιο αναπτύξεως, με την προϋπόθεση ότι το κράτος μέλος διαθέτει επαρκείς πληροφορίες (άρθρο 3, σημείο 1, εδάφιο 2, του κανονισμού 857/84),
- οι νέοι καλλιεργητές, που έχουν εγκατασταθεί μετά το 1980 (άρθρο 3, σημείο 2, του κανονισμού 857/84),
οι παραγωγοί των οποίων η γαλακτοκομική παραγωγή έχει επηρεασθεί αισθητά από εξαιρετικά γεγονότα κατά το έτος αναφοράς (άρθρο 3, σημείο 3, του κανονισμού 857/84),
- οι παραγωγοί που πραγματοποιούν σχέδιο αναπτύξεως που εγκρίθηκε μετά την 1η Απριλίου 1984, βάσει της οδηγίας 72/159/ΕΟΚ, υπό την προϋπόθεση ότι αυτό το σχέδιο ανταποκρίνεται σε ορισμένα κριτήρια ((άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο β), του κανονισμού 857/84)),
- άλλοι παραγωγοί που ασκούν το γεωργικό επάγγελμα ως κύρια απασχόληση, στο μέτρο που το ευνοϊκό καθεστώς παρεκκλίσεως εμπίπτει στο πλαίσιο της αναδιαρθρώσεως της γαλακτοκομικής τους παραγωγής ((άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο γ), του κανονισμού 857/84)).
(9) Οδηγία 72/159/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 17ης Απριλίου 1972, για τον εκσυγχρονισμό των γεωργικών εκμεταλλεύσεων (ΡΒ L 96, σ. 1).
(10) Βλέπε την πέμπτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας.
(11) Βλέπε ανωτέρω (αριθ. 4 και υποσημείωση 8) την απαρίθμηση των κατηγοριών παραγωγών που προβλέπονται στα άρθρα 3 και 4 του κανονισμού 857/84 και υπάγονται ή μπορούν να υπαχθούν σε ευνοϊκό καθεστώς παρεκκλίσεως.
(12) Η διάταξη αυτή προστέθηκε στον κανονισμό 857/84 με τον κανονισμό ΕΟΚ 590/85 του Συμβουλίου, της 26ης Φεβρουαρίου 1985 (ΕΕ L 68, σ. 1). Η ισχύς της διατάξεως, που προβλεπόταν αρχικά για την πρώτη περίοδο δώδεκα μηνών, παρατάθηκε για τη δεύτερη περίοδο δώδεκα μηνών με τον κανονισμό ΕΟΚ 1305/85 του Συμβουλίου, της 23ης Μαΐου 1985 (ΕΕ L 137, σ. 12).
(13) Διάταγμα 84-661, της 17ης Ιουλίου 1984, περί του ελέγχου της παραγωγής γάλακτος αγελάδος και του τρόπου εισπράξεως συμπληρωματικής εισφοράς που βαρύνει τους αγοραστές και τους παραγωγούς γάλακτος αγελάδος (JΟRF της 21.7.1984, σ. 2373).
(14) Απόφαση της 22ας Νοεμβρίου 1984 περί του καθορισμού των ποσοτήτων αναφοράς των αγοραστών γάλακτος για την περίοδο από 2 Απριλίου 1984 έως 31 Μαρτίου 1985 (JΟRF της 29.11.1984, σ. 3660).
(15) Απόφαση της 10ης Ιουλίου 1985 περί του καθορισμού των ποσοτήτων αναφοράς των αγοραστών γάλακτος για την περίοδο από 1ης Απριλίου 1985 έως 31 Μαρτίου 1986 (JΟRF της 14.7.1985, σ. 7979).
(16) Αρθρο 2 του διατάγματος 84-661.
(17) Αρθρο 17 του διατάγματος 84-661.
(18) Αρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο α), της αποφάσεως της 22ας Νοεμβρίου 1984.
(19) Αρθρα 2 και 3, παράγραφος 1, στοιχείο α της αποφάσεως της 10ης Ιουλίου 1985.
(20) Νομίζω ότι η γαλλική κυβέρνηση χρησιμοποίησε τον ακόλουθο τύπο: 1983 - 2% = 1981 + 1 %.
(21) Οι εκπρόσωποι της γαλλικής κυβερνήσεως διευκρίνισαν κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση ότι η ποσότητα αναφοράς των αγοραστών καθορίστηκε, στο τέλος της περιόδου εμπορίας 1984/1985, σε ελαφρά χαμηλότερο επίπεδο (-0,8 %) από αυτό που προβλέπεται στο διάταγμα 84-661 (1983 - 2 %), αυτό δε για να μπορέσουν να χορηγηθούν αυξημένες ποσότητες αναφοράς στους παραγωγούς που είχαν υποφέρει από θεομηνίες και μπορούσαν να ζητήσουν να ληφθεί υπόψη άλλο έτος αναφοράς.
(22) Διάταγμα 83-442, της 1ης Ιουνίου 1983, περί του εκσυγχρονισμού των γεωργικών εκμεταλλεύσεων (JΟRF της 3.6.1983). Το διάταγμα αυτό αντικατέστησε την προηγούμενη ρύθμιση που εχρονολογείτο από το 1974.
(23) Αρθρο 5 του διατάγματος 84-661. Οι υπόλοιποι παραγωγοί που έχουν προτεραιότητα και προβλέπονται στο άρθρο αυτό, είναι:
- οι παραγωγοί που λαμβάνουν ενίσχυση υπέρ των ευρισκομένων σε δυσχέρεια γεωργών, το σχέδιο αναδιαρθρώσεως των οποίων προβλέπει αύξηση της παραγωγής?
- οι νέοι καλλιεργητές που εγκαταστάθηκαν μετά την 31η Δεκεμβρίου 1980 και πληρούν ορισμένες προϋποθέσεις?
- οι παραγωγοί που προέβησαν πριν από την 1η Απριλίου 1984 σε επενδύσεις για να αναπτύξουν τη γαλακτοκομική τους παραγωγή και πληρούν ορισμένες προϋποθέσεις.
(24) Αρθρο 4, έκτο εδάφιο του διατάγματος 84-661.
(25) Αρθρο 2 της αποφάσεως της 22ας Νοεμβρίου 1984.
(26) Αρθρο 3, πρώτο εδάφιο, στοιχείο γ), της αποφάσεως της 22ας Νοεμβρίου 1984.
(27) Αρθρο 3, τελευταίο εδάφιο, της αποφάσεως της 22ας Νοεμβρίου 1984.
(28) Αρθρο 4, παράγραφος 3, της αποφάσεως της 22ας Νοεμβρίου 1984. Ορισμένοι νέοι γεωργοί καθώς και οι παραγωγοί που βρίσκονται σε ιδιαίτερα δύσκολη οικονομική και κοινωνική κατάσταση λαμβάνουν κατά προτεραιότητα αυτή την τυχόν συμπληρωματική ποσότητα αναφοράς.
(29) Αρθρο 5, παράγραφοι 2 και 3, της αποφάσεως της 22ας Νοεμβρίου 1984.
(30) Αρθρο 7 της αποφάσεως της 22ας Νοεμβρίου 1984.
(31) Αρθρο 2, πρώτο εδάφιο, της αποφάσεως της 10ης Ιουλίου 1985.
(32) Αρθρο 3, πρώτο εδάφιο, στοιχείο β), της αποφάσεως της 10ης Ιουλίου 1985.
(33) Αρθρο 3, δεύτερο εδάφιο, της αποφάσεως της 10ης Ιουλίου 1985.
(34) Αρθρο 3, τρίτο εδάφιο, της αποφάσεως της 10ης Ιουλίου 1985.
(35) Αρθρο 4 της αποφάσεως της 10ης Ιουλίου 1985.
(36) Αρθρο 5 της αποφάσεως της 10ης Ιουλίου 1985.
(37) Βλέπε την απόφαση της 4ης Ιουλίου 1986 περί του καθορισμού της εισφοράς σε βάρος των παραγωγών και των αγοραστών γάλακτος που υπερέβησαν την ποσότητα αναφοράς τους (JΟRF της 23.7.1986, σ. 9098).
(38) Κατά το άρθρο 2, παράγραφος 2, του κανονισμού 857/84, τα κράτη μέλη μπορούν να διαμορφώνουν το ποσοστό το οποίο εφαρμόζεται στην παραγωγή του έτους αναφοράς που έχει επιλεγεί, ανάλογα με το επίπεδο των παραδόσεων ορισμένων κατηγοριών παραγωγών.
(39) Είναι, νομίζω, εσφαλμένη η άποψη του παραπέμποντος δικαστηρίου ότι η απόφαση της 10ης Ιουλίου 1985 επιτρέπει, για την περίοδο εμπορίας 1985/1986, αύξηση της παραγωγής περιοριζόμενη σε 1 %.
(40) Ο σκοπός της εγκρίσεως αυτής εκτίθεται στην ένατη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 72/159/ΕΟΚ, σύμφωνα με την οποία η έγκριση αποσκοπεί στο να "εξασφαλίσει ότι οι δημόσιοι πόροι που προβλέπονται για την ανάπτυξη των εκμεταλλεύσεων χρησιμοποιούνται πράγματι για τις εκμεταλλεύσεις που πληρούν τις απαιτούμενες προϋποθέσεις ...".
(41) Βλέπε την ενδέκατη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας 72/159/ΕΟΚ.
(42) Βλέπε την απόφαση της 27ης Σεπτεμβρίου 1979 (Εridania, 230/78, Rec. σ. 2749, σκέψη 22).
Top