ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
CARL OTTO LENZ
της 9ης Νοεμβρίου 1989 ( *1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι οικαανές,
Α — Πραγματικά περιστατικά
1.
Η επιχείρηση Corman, ενάγουσα της κύριας δίκης, ζητεί από τον αρμόδιο οργανισμό παρεμβάσεως την καταβολή επιστροφών λόγω εξαγωγής και νομισματικών εξισωτικών ποσών για ένα προϊόν ονομαζόμενο βουτυρέ-λαιο ( « butteroil » ), το οποίο εξήγε από Ιούλιο 1975 μέχρι Μάρτιο 1977 προς τη Γαλλία, το Ηνωμένο Βασίλειο και ορισμένες χώρες εκτός της Κοινότητας.
2.
Η ενάγουσα ελάμβανε το βουτυρέλαιο από τη μεταποίηση ενός προϊόντος, του « nutrix », αποτελούμενο από 84 ο/ο λιπαρές ουσίες, 2 ο/ο κακάο και 12 % αλεύρι. Το « nutrix » είχε εισαχθεί από τη Γαλλία στο Βέλγιο ως προϊόν της Κοινότητας υπό τη δασμολογική κλάση 18.06 Δ II γ) 2, ενώ επρόκειτο στη πραγματικότητα για προϊόν προελεύσεως Αυστρίας που είχε εισαχθεί εσφαλμένα στη Γαλλία υπό την εσφαλμένη κλάση 19.02 Β II β) η εσφαλμένη αυτή κατάταξη είχε ως συνέπεια την είσπραξη εισφοράς κατώτερης από εκείνη που θα προέκυπτε από την ορθή δασμολογική κατάταξη.
3.
Στη διαφορά που εκκρεμεί ενώπιον των βελγικών δικαστηρίων, το cour d'appel των Βρυξελλών, με προδικαστική απόφαση της 14ης Απριλίου 1987, έκρινε μεταξύ άλλων ότι το βουτυρέλαιο δεν πληρούσε τα κριτήρια του άρθρου 5 του κανονισμού 802/68 περί του κοινού ορισμού της εννοίας της καταγωγής των εμπορευμάτων ( 1 ), καθόσον η μεταποίηση από την οποία προέκυπτε το προϊόν αυτό δεν μπορούσε να θεωρηθεί ως ουσιώδης μεταποίηση ή κατεργασία ή ότι κατέληγε στην παρασκευή ενός νέου προϊόντος ή ότι αντιπροσώπευε σημαντικό στάδιο παραγωγής. Από την κρίση αυτή του παραπέμποντος Δικαστηρίου συνάγεται επομένως ότι το βουτυρέλαιο δεν είναι προϊόν κοινοτικής καταγωγής.
4.
Το cour d'appel υπέβαλε, εξάλλου, στο Δικαστήριο τέσσερα ερωτήματα, που θέτουν κατ' ουσία το ζήτημα βάσει ποιων διατάξεων πρέπει να καταβάλλονται επιστροφές λόγω εξαγωγής και νομισματικά εξισωτικά ποσά για την εξαγωγή βουτυρελαίου και αν, ενόψει της εσφαλμένης δασμολογικής κατατάξεως που εφαρμόστηκε, τα καταβολλόμενα ποσά πρέπει να περιορίζονται στο ύψος των εισφορών που πράγματι εισπράχθηκαν κατά την εισαγωγή.
5.
Στο πλαίσιο της διατυπώσεως της γνώμης μου θα εξετάσω τα επιχειρήματα των διαδίκων, καθόσον αυτό είναι αναγκαίο. Κατά τα λοιπά, και ιδίως για την ακριβή διατύπωση των προδικαστικών ερωτημάτων, παραπέμπω στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση.
Β — Η γνώμη μου επί της υποθέσεως
6.
Θα παρατηρήσω προκαταρκτικά ότι, όπως συνάγεται από την έγγραφη και προφορική διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου, τόσο η ενάγουσα της κυρίας δίκης, όσο και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, έχουν την πεποίθηση ότι οι γραπτοί κανόνες του κοινοτικού δικαίου δεν παρέχουν κανένα έρεισμα για την αξίωση της ενάγουσας περί καταβολής επιστροφών λόγω εξαγωγής. Εξάλλου, οι διάδικοι συμφωνούν ότι υφίσταται βασίμως αξίωση περί καταβολής νομισματικών εξισωτικών ποσών.
7.
Συμμερίζομαι τις δύο αυτές απόψεις, τις οποίες θεωρώ δικαιολογημένες για τους εξής λόγους:
Το βουτυρέλαιο, ως προϊόν υπαγόμενο στη δασμολογική κλάση 04.03 Β, εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτομικών προϊόντων ( 2 ), το άρθρο 17 του οποίου προβλέπει τη χορήγηση επιστροφών λόγω εξαγωγής υπό ορισμένες προϋποθέσεις. Βάσει του άρθρου αυτού το Συμβούλιο εξέδωσε τον κανονισμό 876/68, περί καθορισμού στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων των γενικών κανόνων για τη χορήγηση επιστροφών κατά την εξαγωγή και τα κριτήρια καθορισμού του ύψους τους ( 3 ). Κατά το άρθρο 6 του τελευταίου αυτού κανονισμού για την καταβολή της επιστροφής απαιτείται, μεταξύ άλλων, τα προϊόντα να είναι κοινοτικής καταγωγής (εκτός από την περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 7 ). Το άρθρο 7 του κανονισμού 876/68 επιτρέπει την καταβολή επιστροφής για προϊόντα εισαχθέντα από τρίτες χώρες και επανεξαγόμενα προς τρίτες χώρες μόνον αν το προϊόν που πρόκειται να εξαχθεί ταυτίζεται με το προϊόν που είχε εισαχθεί προηγουμένως και αν είχε εισπραχθεί εισφορά κατά την εισαγωγή του προϊόντος αυτού.
8.
Κατά τις διαπιστώσεις του παραπέμποντος δικαστηρίου, το « βουτυρέλαιο » που εξήχθη από την ενάγουσα της κύριας δίκης δεν είναι κοινοτικό προϊόν, έτσι ώστε δεν είναι δυνατή η καταβολή επιστροφής λόγω εξαγωγής κατ' εφαρμογή του άρθρου 6 του κανονισμού 876/68. Εξάλλου, ούτε η εξαίρεση του άρθρου 7 έχει εφαρμογή, επειδή το εξαχθέν προϊόν, το βουτυρέλαιο, δεν ταυτίζεται με το προϊόν που είχε εισαχθεί στην Κοινότητα, ( το « nutrix » ): το τελευταίο αυτό προϊόν δεν υπάγεται στο παράρτημα II της Συνθήκης, ενώ το εξαχθέν προϊόν αποτελεί « προϊόν του παραρτήματος II».
9.
Καθόσον η ενάγουσα της κύριας δίκης θεωρεί ότι συνιστά απαγορευμένη διάκριση το γεγονός ότι αποκλείεται η καταβολή επιστροφών λόγω εξαγωγής προϊόντων εξωκοινοτικής καταγωγής και καθόσον αναφέρεται σχετικά στις αποφάσεις Quellmehl και Gritz αραβοσίτου της 19ης Οκτωβρίου 1977 ( 4 ) η άποψη της δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Η διαφορετική μεταχείρηση μεταξύ των προϊόντων δικαιολογείται πράγματι από το γεγονός ότι η κοινή γεωργική πολιτική έχει ως σκοπό να ευνοήσει τους παραγωγούς στο εσωτερικό της Κοινότητας. Τέλος, το Δικαστήριο έκρινε ήδη με την απόφαση του της 1ης Οκτωβρίου 1974 επί της υποθέσεως 14/74, ότι στα πλαίσια της οργανώσεως των γεωργικών αγορών προβλέπονται μηχανισμοί τιμών που έχουν ως σκοπό να παράσχουν στους γεωργούς ορισμένες εγγυήσεις για το εισόδημα τους, προβλέποντας σε περίπτωση εξαγωγής προς τρίτες χώρες τη χορήγηση επιστροφών μέσω των κοινοτικών πόρων. Κατά το Δικαστήριο, το ευεργέτημα των μέτρων αυτών αφορά καταρχήν μόνον τα προϊόντα της Κοινότητας, « δηλαδή τις χώρες που συμμετέχουν στη χρηματοδότηση της κοινής γεωργικής πολιτικής » ( 5 ).
10.
Εντούτοις, αντίθετα από ότι συμβαίνει με τις επιστροφές λόγω εξαγωγής, τα νομισματικά εξισωτικά ποσά μπορούν να καταβάλλονται και για προϊόντα εξωκοινοτικής καταγωγής, δεδομένου ότι από τις εφαρμοστέες κοινοτικές διατάξεις δεν συνάγεται κανένας αντίστοιχος περιορισμός για τα εμπορεύματα κοινοτικής καταγωγής.
11.
Κατά το άρθρο 1, παράγραφος 2, του κανονισμού 974/71 του Συμβουλίου της 12ης Μαΐου 1971 ( 6 ), η είσπραξη ή χορήγηση εξισωτικών ποσών μπορεί να αποφασισθεί υπό ορισμένες προϋποθέσεις για τα προϊόντα για τα οποία προβλέπονται μέτρα παρεμβάσεως στο πλαίσιο της κοινής οργανώσεως των γεωργικών αγορών, καθώς και για τα προϊόντα των οποίων η τιμή εξαρτάται από την τιμή των προαναφερθέντων προϊόντων. Το σύστημα αυτό διέπεται λεπτομερώς από τον κανονισμό 1380/75 της Επιτροπής, της 29ης Μαΐου 1975, περί του τρόπου εφαρμογής των νομισματικών εξισωτικών ποσών ( 7 ).
Επί των ερωτημάτων vov cour d'appel
12.
Προχωρώντας στη συνέχεια στην εξέταση των διαφόρων ερωτημάτων που υπέβαλε το cour d'appel των Βρυξελλών, δεν μπορώ να μη διατυπώσω ορισμένες αμφιβολίες ως προς το ότι όλα τα ερωτήματα αυτά είναι ουσιώδη για την παρούσα διαδικασία.
1. Επί τον πρώτον ερωτήματος
13.
Το πρώτο ερώτημα θέτει κατ' ουσία το ζήτημα αν εμπόρευμα μη αναγραφόμενο στο παράρτημα II της Συνθήκης ΕΟΚ μπορεί, εντούτοις, να θεωρηθεί υπό ορισμένες συνθήκες, ως βασικό προϊόν, προκειμένου ιδίως να χορηγηθούν επιστροφές λόγω εξαγωγής και νομισματικά εξισωτικά ποσών.
14.
Όσον αφορά τη χορήγηση επιστροφών λόγω εξαγωγής, δεν θεωρώ αναγκαίο να δοθεί ρητή απάντηση στο εν λόγω ερώτημα. Το παραπέμπον δικαστήριο έκρινε ότι το εξαχθέν βουτυρέλαιο δεν ήταν κοινοτικής καταγωγής και αυτό αρκεί ήδη για να μη χορηγηθούν τέτοιες επιστροφές. Δεν χρειάζεται, επομένως, να εξεταστεί αν το βουτυρέλαιο μπορεί να θεωρηθεί βασικό προϊόν ή προϊόν μεταποιήσεως. Αν έπρεπε, αντίθετα, να γίνει δεκτό ότι το βουτυρέλαιο είναι κοινοτικό προϊόν, τότε θα έπρεπε να καταβάλλονται επιστροφές λόγω εξαγωγής του, και δεν θα είχε πλέον σημασία το ότι το βασικό προϊόν « βουτυρέλαιο » είχε αρχικά προκύψει από προϊόν μεταποιήσεως.
15.
Παρέλκει η απάντηση στο πρώτο ερώτημα, όσον αφορά τα νομισματικά εξισωτικά ποσά, αφού είναι βέβαιο ότι το βουτυρέλαιο εξήχθη ως βασικό προϊόν υπό την έννοια του παραρτήματος II της Συνθήκης ΕΟΚ.
2. Επί τον όεντέρον ερωτήματος
Με το ερώτημα αυτό ζητείται η ερμηνεία του άρθρου 9 του κανονισμού 2682/72 του Συμβουλίου της 12ης Δεκεμβρίου 1972 ( 8 ). Ο κανονισμός αυτός αφορά, εντούτοις, κατά το άρθρο 1, τη χορήγηση επιστροφών που εφαρμόζονται στις εξαγωγές βασικών προϊόντων, εφόσον αυτά εξάγονται υπό μορφή προϊόντων μη υπαγομένων στο παράρτημα II της Συνθήκης. 'Οπως διαπιστώθηκε όμως, το βουτυρέ-λαιο αποτελεί προϊόν που υπάγεται στο εν λόγω παράρτημα. Ο κανονισμός 2682/72 του Συμβουλίου δεν εφαρμόζεται, επομένως, στην εξαγωγή βουτυρελαίου. Κατά συνέπεια, το ερώτημα σχετικά με την ερμηνεία του άρθρου 9 είναι άνευ αντικειμένου.
3. Επί του τρίτον ερωτήματος
16.
Καθόσον το τρίτο ερώτημα θέτει το ζήτημα βάσει ποιων αρχών ή διατάξεων του κοινοτικού δικαίου πρέπει να καθορίζονται οι επιστροφές λόγω εξαγωγής, πρέπει να παρατηρηθεί, και εδώ επίσης, ότι για την εξαγωγή βουτυρελαίου που δεν έχει κοινοτική καταγωγή δεν χρειάζεται να καθορισθούν επιστροφές λόγω εξαγωγής και ότι, επομένως, το ερώτημα είναι άνευ αντικειμένου.
17.
Καθόσον το τρίτο ερώτημα αφορά τον καθορισμό νομισματικών εξισωτικών ποσών, μπορώ να επαναλάβω αυτό που ήδη ανέφερα· η χορήγηση νομισματικών εξισωτικών ποσών διέπεται από τις διατάξεις των κανονισμών 974/71 και 1380/75.
4. Επί του τετάρτου ερωτήματος
18.
Το τέταρτο ερώτημα αφορά το ζήτημα αν τα νομισματικά εξισωτικά ποσά ή οι επιστροφές λόγω εξαγωγής που ενδεχομένως οφείλονται πρέπει να περιορισθούν σε συνάρτηση προς τις επιβαρύνσεις που πράγματι εισπράχθηκαν κατά την εισαγωγή ή σε συνάρτηση προς τις επιβαρύνσεις που έπρεπε να εισπραχθούν σύμφωνα με την ορθή δασμολογική κλάση.
19.
Όσον αφορά τις επιστροφές λόγω εξαγωγής, το ερώτημα αυτό έχει σημασία μόνο για την περίπτωση την οποία αφορά το άρθρο 7 του κανονισμού 876/68, όταν δηλαδή το εισαγόμενο προϊόν ταυτίζεται προς το ειξα-χθέν. Αυτό όμως δεν συμβαίνει, όπως προαναφέρθηκε, και επομένως παρέλκει η ρητή απάντηση στο εν λόγω ερώτημα.
20.
Ως προς την καταβολή των νομισματικών εξισωτικών ποσών το άρθρο 12, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, του κανονισμού 1380/75 προβλέπει μόνο ότι το εξισωτικό ποσό εφαρμόζεται κατά την έξοδο από το κράτος μέλος επανεξαγωγής, μόνον αν είχε εφαρμοστεί κατά την είσοδο του σ' αυτό το κράτος μέλος ή αν έγινε χρήση για λογαριασμό του κράτους αυτού της ευχέρειας που προβλέπεται στο άρθρο 2 του κανονισμού 974/71 (πράγμα που δεν φαίνεται να συνέβη εν προκειμένω ).
21.
Οι εναγόμενοι της κύριας δίκης υποστήριξαν ότι επιβάλλεται περιορισμός και αυτό δε σε συνάρτηση προς τις επιβαρύνσεις που πράγματι εισπράχθηκαν κατά την εισαγωγή. Δεν διευκρίνησαν ωστόσο σε ποια διάταξη έπρεπε να στηριχθεί ο περιορισμός αυτός κατά τη χορήγηση νομισματικών εξισωτικών ποσών. Και η Επιτροπή επίσης περιορίστηκε ως προς το ζήτημα των εξισωτικών ποσών να παραπέμψει στην εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 12, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, του κανονισμού 1380/75, χωρίς να αναφέρει την ανάγκη περιορισμού.
22.
Κατά την προαναφερθείσα διάταξη η μόνη προϋπόθεση καταβολής του νομισματικού εξισωτικού ποσού είναι ότι εισπράχθηκε εξισωτικό ποσό κατά την εισαγωγή. Αυτό συνέβη εν προκειμένω, αφού εφαρμόστηκαν νομισματικά εξισωτικά ποσά κατά την εισαγωγή του« nutnx » στο Βέλγιο. Δεδομένου, εξάλλου, ότι κατά την εισαγωγή στο Βέλγιο η δασμολογική κατάταξη, και επομένως, ο καθορισμός των εισφορών που εισπράχθηκαν λόγω της εισαγωγής ήταν ορθός, δεν τίθεται ζήτημα διακρίσεως μεταξύ των επιβαρύνσεων εισφορών που κανονικά οφείλονταν και εκείνων που πράγματι καταβλήθηκαν. Εξάλλου, από το άρθρο 12 του κανονισμού 1380/75 δεν συνάγεται καμία περιοριστική διάταξη, όπως, για παράδειγμα, εκείνη που προβλέπεται, στο άρθρο 7, παράγραφος 2, του κανονισμού 876/68 για τη χορήγηση επιστροφών λόγω εξαγωγής γάλακτος και γαλακτοκομικών προϊόντων.
Γ — Συμπέρασμα
23.
Προτείνω, επομένως, προς το Δικαστήριο να απαντήσει στην αίτηση του cour d'appel των Βρυξελλών για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως εξής:
« 1)
Το άρθρο 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 876/68 πρέπει να ερμηνευθεί, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 7, υπό την έννοια ότι λόγω εξαγωγής προϊόντων που αναφέρονται μεν στο άρθρο 1 του κανονισμού 804/68, δεν είναι όμως κοινοτικής καταγωγής, δεν χορηγούνται επιστροφές λόγω εξαγωγής.
2)
Κατά την εξαγωγή προς τρίτες χώρες προϊόντος υπαγόμενου στον κανονισμό 804/68 μπορούν να χορηγηθούν νομισματικά εξισωτικά ποσά και για προϊόντα που δεν είναι κοινοτικής καταγωγής, υπό τις προϋποθέσεις του κανονισμού 974/71 και του άρθρου 12, παράγραφος 1, τρίτο εδάφιο, του κανονισμού 1380/75. »
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.
( 1 ) ΕΕ ειδ. έκδ. 02/001, σ. 20.
( 2 ) Κανονισμός 804/68 tou Συμβουλίου της 27ης Ιουνίου 1968 (EE ειδ. έκδ.03/004, σ. 82).
( 3 ) ΕΕ ειδ. έκδ. 03/003, σ. 105.
( 4 ) Αποφάσεις της 19ης Οκτωβρίου 1977, Albert Ruckdcschel & Co και λοιποί κατά Hauptzollamt Hamburg-St. Annen και λοιποί (117/76 και 16/77, Slg. 1977, σ. 1753), και SA Moulins et huileries de Pont-à-Mousson και λοιποί κατά Office national interprofessionnel des céréales ( 124/76 και 20/77, Slg. 1977, σ. 1795).
( 5 ) Απόφαση της 1ης Οκτωβρίου 1974, Norddeutsches Viehund Fleischkontor GmbH κατά Hauptzollamt Hamburg-Jonas ( 14/74, Slg. 1974, σσ. 899,909 ).
( 6 ) Κανονισμός (ΕΟΚ) 974/71 του Συμβουλίου, περί ορισμένων μέτρων συγκυριακής πολιτικής που πρέπει να ληφθούν στο γεωργικό τομέα σαν συνέπεια της προσωρινής διευρύνσεως των περιθωρίων διακυμάνσεως των νομισμάτων ορισμένων κρατών μελών (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/006, σ. 192).
( 7 ) ΕΕ ειδ. έκδ. 03/013, σ. 14.
( 8 ) Κανονισμός ( ΕΟΚ) 2682/72 του Συμβουλίου, της 12ης Δεκεμβρίου 1972, περί καθορισμού των γενικών κανόνων που αφορούν τη χορήγηση των επιστροφών αυτών κατά την εξαγωγή και των κριτηρίων προσδιορισμού του ύψους αυτών, για ορισμένα γεωργικά προϊόντα εξαγόμενα υπό μορφή εμπορευμάτων μη υπαγομένων στο παράρτημα II της Συνθήκης (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/008, σ. 196).
Top