ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
GIUSEPPE TESAURO
της 6ης Μαρτίου 1990 ( *1 )
Κύριε Πρόεορε,
Κύριοι δικαστές,
1.
To Court of Appeal του Λονδίνου υπέβαλε στο Δικαστήριο πέντε προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία ορισμένων διατάξεων του κανονισμού (ΕΟΚ) 3796/81 του Συμβουλίου, της 29ης Δεκεμβρίου 1981, περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των προϊόντων αλιείας ( 1 ) (εφεξής: βασικός κανονισμός), του κανονισμού (ΕΟΚ) 2202/82 του Συμβουλίου, της 28ης Ιουλίου 1982, για τη θέσπιση των γενικών κανόνων σχετικά με τη χορήγηση χρηματικής αντισταθμίσεως για ορισμένα προϊόντα αλιείας ( 2 ), καθώς και του κανονισμού (ΕΟΚ) 3137/82 της Επιτροπής, της 19ης Νοεμβρίου 1982, περί θεσπίσεως των λεπτομερειών εφαρμογής των σχετικών με τη χορήγηση χρηματικής αντισταθμίσεως για ορισμένα αλιευτικά προϊόντα ( 3 ).
2.
Δεν προτίθεμαι να μακρηγορήσω περιγράφοντας λεπτομερώς την επίδικη κανονιστική ρύθμιση, η οποία, άλλωστε, παρατίθεται ευρέως στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση στην οποία και παραπέμπω συναφώς.
Εντούτοις, για την ορθή εκτίμηση των υποβληθέντων στο Δικαστήριο ερωτημάτων δεν μπορεί να μη χωρήσει ακριβής καθορισμός, έστω και κατά συνοπτικό τρόπο, των γενικών κατευθύνσεων του συστήματος των αγορών στον τομέα των αλιευτικών προϊόντων, καθώς και των επιδιωκομένων στόχων.
3.
Το σημείο εκκινήσεως της κανονιστικής ρυθμίσεως που μας απασχολεί έγκειται στη διαπίστωση ότι, προκειμένου να βελτιωθεί η αποδοτικότητα της παραγωγής στον αλιευτικό τομέα, είναι αναγκαίο να ασκείται στην αγορά αυτή θεμιτός ανταγωνισμός μεταξύ προϊόντων καλής ποιότητας που είναι τυποποιημένα (τέταρτη αιτιολογική σκέψη του βασικού κανονισμού ).
Προς τον σκοπό αυτό, ο βασικός κανονισμός προβλέπει τη θέσπιση κοινών προδιαγραφών εμπορίας ( τίτλος Ι ), επιβάλλοντας στα κράτη μέλη την υποχρέωση να υποβάλλουν σε έλεγχο τα προϊόντα για τα οποία έχουν καθοριστεί κοινές προδιαγραφές εμπορίας, προκειμένου να διαπιστώνουν αν συνάδουν προς τις εν λόγω προδιαγραφές, και να θεσπίζουν κατάλληλα μέτρα για την επιβολή κυρώσεων κατά ενδεχομένων παραβάσεων ( άρθρο 4 ).
4.
Λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιομορφίες της αγοράς των αλιευτικών προϊόντων, εκτιμήθηκε ότι η δημιουργία οργανώσεων παραγωγών που θα επέβαλλαν στα μέλη τους την υποχρέωση να συμμορφώνονται προς τις διατάξεις σχετικά με θέματα παραγωγής και εμπορίας θα μπορούσε να συμβάλει στην επίτευξη των αναφερομένων στόχων (έκτη αιτιολογική σκέψη του βασικού κανονισμού).
Προς διευκόλυνση της συστάσεως και λειτουργίας των οργανισμών αυτών, ο βασικός κανονισμός επιτρέπει στα κράτη μέλη να χορηγούν ενισχύσεις, ένα μέρος της χρηματοδοτήσεως των οποίων εξασφαλίζει η Κοινότητα ( έβδομη αιτιολογική σκέψη και τίτλος II ).
5.
Η εν λόγω κανονιστική ρύθμιση προβλέπει επίσης τον καθορισμό τιμής αποσύρσεως, κάτω από την οποία οι οργανώσεις παραγωγών έχουν τη δυνατότητα να παρεμβαίνουν, αποσύροντας από την αγορά τα προϊόντα των μελών τους που δεν έχουν επιτύχει την ενδεδειγμένη τιμή, λαμβάνοντας παράλληλα χρηματική αντιστάθμιση (η οποία επιβαρύνει τελικά τον προϋπολογισμό της Κοινότητας) για τις αποσυρόμενες ποσότητες ( άρθρα 9, 12 και 13 του βασικού κανονισμού).
Όπως προκύπτει από τη δέκατη πέμπτη αιτιολογική σκέψη του επιδίκου κανονισμού, η προβλεπόμενη χρηματική αντιστάθμιση αποσκοπεί στο να ενθαρρύνει τη συμμετοχή των αλιέων ως μελών οργανώσεων παραγωγών.
6.
Το άρθρο 13, παράγραφος 3, του βασικού κανονισμού προβλέπει, τέλος, μείωση της χρηματικής αντισταθμίσεως σε συνάρτηση με τον όγκο των αποσυρόμενων ποσοτήτων, ώστε οι αλιείς να προτρέπονται να προσαρμόζουν τις προσφερόμενες ποσότητες στις ανάγκες της αγοράς (δέκατη έβδομη αιτιολογική σκέψη).
7.
Η ανωτέρω συνθετική παρουσίαση, μολονότι κατ' ανάγκη σύντομη και επιλεκτική, νομίζω ότι αποσαφηνίζει επαρκώς την ουσία και τον σκοπό του κοινοτικού συστήματος, και συγκεκριμένα την επιδίωξη της σταθεροποιήσεως των αγορών μέσω κυρίως των οργανώσεων των παραγωγών.
8.
Έρχομαι, λοιπόν, να συνοψίσω τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς που αποτελεί αντικείμενο της κυρίας δίκης.
Περί τα τέλη του 1985, ο Intervention Board for Agricultural Produce (εφεξής: IBAP) [βρετανικός οργανισμός παρεμβάσεως] εξέδωσε απόφαση με την οποία αρνήθηκε να χορηγήσει σε δύο οργανώσεις παραγωγών, και συγκεκριμένα τις Fish Producers' Organization Ltd και Grimsby Fish Producers' Organization Ltd, οποιασδήποτε χρηματική αντιστάθμιση, αφορώσα ως επί το πλείστον τα είδη που αποσύρθηκαν κατά το χρονικό διάστημα από Σεπτέμβριο 1983 έως Δεκέμβριο 1985. Η άρνηση αυτή ήταν συνέπεια της διαπιστώσεως ότι οι ιχθείς που διέθεσαν προς πώληση οι εν λόγω οργανώσεις κατά την ανωτέρω περίοδο, με εξαίρεση του ιχθείς που αποσύρθηκαν και για τους οποίους είχε ζητηθεί η καταβολή αντισταθμίσεως, δεν πληρούσαν σε μεγάλο βαθμό τις προδιαγραφές εμπορίας της κοινοτικής κανονιστικής ρυθμίσεως.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο έκανε δεκτή αγωγή των δύο οργανώσεων παραγωγών, στη συνέχεια δε ο ΙΒΑΡ άσκησε έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης.
Με Διάταξη της 7ης Ιουνίου 1988, το Court of Appeal ανέστειλε τη διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο τα προδικαστικά ερωτήματα που αποτελούν αντικείμενο της παρούσας δίκης, κρίνοντας ότι το ζήτημα επικεντρώνεται στην υφισταμένη αλληλεξάρτηση μεταξύ των κοινοτικών διατάξεων περί ελέγχου της ποιότητας και εκείνων που αφορούν τη χρηματική αντιστάθμιση.
9.
Με το πρώτο ερώτημα, το αιτούν δικαστήριο ερωτά αν οι διατάξεις της Συνθήκης ΕΟΚ, του βασικού κανονισμού, του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 2202/82 του Συμβουλίου και του κανονισμού (ΕΟΚ) 3137/82 της Επιτροπής έχουν την έννοια ότι επιβάλλουν στα κράτη μέλη την υποχρέωση να καταβάλλουν σε οργάνωση παραγωγών τις χρηματικές αντισταθμίσεις που προβλέπονται για αποσυρθείσες ποσότητες ιχθύων που έχουν καταταχθεί σε κατηγορίες και διατεθεί στο εμπόριο σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 103/76 του Συμβουλίου ( 4 ), ενώ ο εν λόγω οργανισμός παρέλειψε σε μεγάλο βαθμό να συμμορφωθεί προς τις κοινές προδιαγραφές εμπορίας που θεσπίστηκαν με τον εν λόγω κανονισμό, σε σχέση με άλλα αλιεύματα από τα αποσυρθέντα είδη που διατέθηκαν προς πώληση αλλά δεν αποσύρθηκαν κατά την αυτή χρονική περίοδο.
10.
Σημειώνω ευθύς εξαρχής ότι, ήδη σε επίπεδο αυστηρής λογικής, φαίνεται τουλάχιστον παράδοξος ο ισχυρισμός εκείνου, ο οποίος, αφενός, νοθεύει τους μηχανισμούς της αγοράς, εμπορευόμενος προϊόν που δεν πληροί τις ποιοτικές προδιαγραφές — με συνέπεια αύξηση της προσφοράς και πτώση των τιμών — και, αφετέρου, ζητεί αντιστάθμιση γαι τη συγκεκριμένη ποσότητα προϊόντος, σύμφωνα με τις κοινές προδιαγραφές εμπορίας.
Αν γινόταν δεκτός ο μηχανισμός αυτός, οι αλιείς θα είχαν πάντοτε περισσότερα κίνητρα να διαθέτουν στην αγορά ιχθείς κατώτερης ποιότητας και να αποσύρουν ιχθείς που πληρούν τις ποιοτικές προδιαγραφές. Θα επρόκειτο τελικά για πολύ ειδική εφαρμογή του περίφημου « νόμου του Gresham », σύμφωνα με τον οποίο « la moneta cattiva caccia la buona » ( το κακό νόμισμα εκδιώκει το καλό ), εφόσον θα υπήρχε η τάση οι ιχθείς κατώτερης ποιότητας να εκτοπίζουν από την αγορά τους ιχθείς καλύτερης ποιότητας.
11.
Ερχόμενος στη συνέχεια στο υπό στενή έννοια νομικό πεδίο της ερμηνείας των επιδίκων διατάξεων, πρέπει καταρχάς να υπογραμμίσω ότι η επιχειρηματολογία των οργανώσεων παραγωγών που έγκειται στην ερμηνεία της ανωτέρω κανονιστικής ρυθμίσεως, ως επιτρέπουσας τη χορήγηση σ' αυτές των αιτουμένων χρηματικών αντισταθμίσεων, δεν φαίνεται καθόλου πειστική.
Οι εν λόγω οργανώσεις υποστηρίζουν στην πραγματικότητα ότι η καταβολή της χρηματικής αντισταθμίσεως για τους αποσυρόμενους από την αγορά ιχθείς εξαρτάται αποκλειστικά και μόνο από τις προϋποθέσεις που θέτει ρητώς το άρθρο 13, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού και επαναλαμβάνει το άρθρο 3 του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 2202/82 του Συμβουλίου, προϋποθέσεις που πληρούνται στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Οι εν λόγω οργανώσεις προσθέτουν ότι υπό τις περιστάσεις αυτές η μη αναγνώριση του δικαιώματός τους θα προσέθετε κατ' απόλυτα αθέμιτο τρόπο νέα προϋπόθεση — μη προβλεπόμενη από την κοινοτική κανονιστική ρύθμιση — για τη χορήγηση της χρηματικής αντισταθμίσεως.
Επ' αυτού, υπενθυμίζεται περαιτέρω η υποχρέωση που επιβάλλει ο βασικός κανονισμός στα κράτη μέλη να μεριμνούν για την τήρηση των κοινών προδιαγραφών εμπορίας και να προβλέπουν ειδικές κυρώσεις σε περίπτωση παραβάσεως τους ( άρθρο 4 ).
Υποστηρίζεται ότι η ανωτέρω διάταξη, σε συνδυασμό με την επιβαλλόμενη στα κράτη μέλη εκ του άρθρου 9 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2062/80 της Επιτροπής ( 5 ) υποχρέωση ανακλήσεως της αναγνωρίσεως των οργανώσεων παραγωγών που δεν τηρούν τις κοινές προδιαγραφές εμπειρίας, αποδεικνύει ότι ο νομοθέτης προέβλεψε για τις εν λόγω παραβάσεις ειδικές κυρώσεις, γεγονός που κατά μείζονα λόγο θα οδηγούσε στο συμπέρασμα ότι αποκλείεται η επιβολή κυρώσεως μη ειδικώς προβλεπομένης, όπως είναι η άρνηση καταβολής της χρηματικής αντισταθμίσεως.
12.
Παρόμοια επιχειρήματα, αν και εκ πρώτης όψεως δεν στερούνται εντελώς βάσεως, δεν λαμβάνουν επαρκώς υπόψη, κατ' εμέ, τη συστηματική ερμηνεία των επικληθέντων κανόνων.
Πράγματι, γεγονός είναι ότι η τήρηση εκ μέρους των οργανώσεων των παραγωγών των διατάξεων περί εμπορίας των προϊόντων δεν αποτελεί, κατά το άρθρο 13 του βασικού κανονισμού, ειδική προϋπόθεση για τη χορήγηση της αντισταθμίσεως, αλλ' είναι εξίσου αληθές ότι η τήρηση των εν λόγω κανόνων συνιστά γενικότερη προϋπόθεση, αναγκαία για τη διασφάλιση της εύρυθμης λειτουργίας του κοινοτικού συστήματος, όπως προεξετέθη, ένα βασικό σημείο αναφοράς του οποίου είναι οι οργανώσεις παραγωγών.
13.
Από προσεκτικότερη ανάλυση ορισμένων διατάξεων που αφορούν το κοινοτικό καθεστώς των αγορών ιχθύων προβάλλει εναργέστερα η ορθότητα του συμπεράσματος αυτού.
Καταρχάς, η εμπορία προϊόντων που δεν πληρούν τις ποιοτικές προδιαγραφές νοθεύει όλο το σύστημα των κοινοτικών τιμών.
Πράγματι, η τιμή προσανατολισμού καθορίζεται, κατά το άρθρο 10, παράγραφος 2, του βασικού κανονισμού, με βάση τον μέσο όρο των τιμών που διαπιστώθηκαν στις αντιπροσωπευτικές αγορές χονδρικής πωλήσεως ή στα αντιπροσωπευτικά λιμάνια κατά τη διάρκεια των τριών τελευταίων αλιευτικών περιόδων.
Αλλ' η οφειλόμενη στη διάθεση στην αγορά προϊόντων κατώτερης ποιότητας αύξηση της προσφοράς συνεπάγεται αρνητικές επιπτώσεις επί των τιμών αγοράς και, συνακόλουθα, επί της τιμής προσανατολισμού.
Αλλά και η ίδια η τιμή αποσύρσεως, η οποία καθορίζεται, κατά το άρθρο 12 του βασικού κανονισμού, με βάση την τιμή προσανατολισμού, υφίσταται τελικά την εν λόγω αρνητική επίπτωση και καθορίζεται σε χαμηλότερο επίπεδο.
Γεγονός είναι, όπως ισχυρίζονται οι εμπλεκόμενες οργανώσεις παραγωγών, ότι η κοινοτική κανονιστική ρύθμιση επιβάλλει στα ίδια τα κράτη μέλη την υποχρέωση να διασφαλίζουν την τήρηση των προδιαγραφών εμπορίας των επιδίκων προϊόντων, αληθεύει όμως επίσης ότι, όπως διευκρίνισα παραπάνω, οι οργανώσεις παραγωγών είναι συνυπεύθυνες για την τήρηση των προδιαγραφών αυτών, η σχετική δε υποχρέωση συνιστά τον κύριο λόγο υπάρξεως τους.
14.
Δεύτερον, το ίδιο καθεστώς υπολογισμού και καταβολής της χρηματικής αντισταθμίσεως προϋποθέτει ότι όλοι οι διατιθέμενοι προς πώληση και μη αποσυρθέντες ιχθείς αποτέλεσαν αντικείμενο ορθής κατατάξεως τους σε κατηγορίες.
Πράγματι, το άρθρο 13, παράγραφος 3, του βασικού κανονισμού ορίζει το ύψος της αντισταθμίσεως, αναφερόμενο στην επί τοις εκατό αποτίμηση της σχέσεως μεταξύ των αποσυρθέντων ιχθύων και των ετησίων ποσοτήτων του συγκεκριμένου προϊόντος που τέθηκαν προς πώληση σύμφωνα με τις κοινές προδιαγραφές εμπορίας.
Εξάλλου, δεν νομίζω ότι μπορώ να δεχθώ την άποψη που υποστηρίζουν οι οργανώσεις παραγωγών ότι, προς διασφάλιση της τηρήσεως της διατάξεως του προαναφερθέντος κανόνα, αρκεί ο υπολογισμός της χρηματικής αντισταθμίσεως σε συνάρτηση με τις συνολικές ποσότητες συγκεκριμένου είδους ιχθύος που διατέθηκαν προς πώληση, μειωμένες κατά ένα τέτοιο ποσοστό, ώστε να αντιστοιχούν προς τις ποσότητες του αυτού είδους που διατέθηκαν προς πώληση χωρίς να έχουν τηρηθεί οι κοινές προδιαγραφές εμπορίας.
Χωρίς να αναφερθώ στα ζητήματα του βάρους της αποδείξεως, θεωρώ ότι η προτεινόμενη λύση, μολονότι μπορεί prima facie να εκληφθεί ως ελκυστική, δεν είναι ικανή να εγγυηθεί την εύρυθμη λειτουργία του συστήματος, ούτε να διασφαλίσει εν πάση περιπτώσει ότι, σε περίπτωση πιστής τηρήσεως του κοινοτικού συστήματος, στην πραγματικότητα οφειλόμενο θα ήταν το ποσό της αντισταθμίσεως.
Αρκεί να παρατηρηθεί συναφώς ότι η διάθεση στο εμπόριο μεγαλύτερης ποσότητας ιχθύων οδηγεί στη μείωση των τιμών και, συνακόλουθα, στην αύξηση του όγκου των αποσυρόμενων ποσοτήτων.
Με άλλους λόγους, η μη τήρηση των προδιαγραφών εμπορίας που νοθεύει την οργάνωση της αγοράς καθιστά ανέφικτο τον ορθό υπολογισμό του ύψους της χρηματικής αντισταθμίσεως που πρέπει να καταβάλλεται στις οργανώσεις παραγωγών.
15.
Παρατηρείται επίσης ότι, και άλλες διατάξεις της επίδικης κανονιστικής ρύθμισης, όπως για παράδειγμα το άρθρο 6 του κανονισμού 3137/82 της Επιτροπής, το οποίο προβλέπει την υποχρέωση των οργανώσεων των παραγωγών να τηρούν βιβλία όπου αναφέρονται, εκτός των αποσυρόμενων από την αγορά ποσοτήτων, και εκείνες που διατίθενται προς πώληση μηνιαίως κατά την αλιευτική περίοδο, προϋποθέτουν σαφώς ότι οι διατιθέμενες στο εμπόριο ποσότητες συνάδουν προς τους κανόνες που θέτουν τις ποιοτικές προδιαγραφές των οικείων προϊόντων.
16.
Τέλος, όσον αφορά την πρόβλεψη ειδικών κυρώσεων σε περίπτωση παραβάσεως της διατάξεως περί υποχρεώσεως τηρήσεως των προδιαγραφών εμπορίας και ειδικότερα όσον αφορά τη διάταξη περί ανακλήσεως της αναγνωρίσεως ενώσεως που ευθύνεται για την εν λόγω παράβαση, θεωρώ ότι, ενόψει των προηγηθεισών σκέψεων, το γεγονός αυτό ενδέχεται να συνεπάγεται για τις εθνικές αρχές την υποχρέωση να χορηγούν χρηματική αντιστάθμιση ακόμη και όταν παραβιάζονται ευρέως οι εν λόγω κανόνες.
Αντίθετα, πρέπει να παρατηρηθεί ότι η ανάκληση της αναγνωρίσεως συνιστά υπερβολική κύρωση, η οποία για μια ακόμη φορά αποδεικνύει τη σημασία που αποδίδει ο νομοθέτης στην τήρηση των προδιαγραφών αυτών και στον ρόλο που καλούνται να διαδραματίσουν στο συγκεκριμένο πλαίσιο οι οργανώσεις των παραγωγών. Με την ανάκληση επιδιώκεται στην πράξη η εξαφάνιση οργανώσεως που αποδείχθηκε ανώφελη, αν όχι επικίνδυνη, εφόσον δεν εξεπλήρωσε το καθήκον της να μεριμνά για την εκπλήρωση του συγκεκριμένου σκοπού για τον οποίο συνεστήθη.
17.
Στο σημείο αυτό ας προστεθεί ότι η πρόβλεψη της καταβολής χρηματικής αντισταθμίσεως σε οργάνωση παραγωγών που, παραλείποντας σε μεγάλο βαθμό να τηρήσει τις κοινές προδιαγραφές εμπορίας, συμπεριεφέρθη κατά τρόπο ασυμβίβαστο προς τους επιδιωκομένους με το κοινοτικό σύστημα σκοπούς, θα σήμανε την εισαγωγή μιας νέας παραμέτρου διαταράξεως της αγοράς των αλιευτικών προϊόντων, δεδομένου ότι θα τιμωρούνταν με τον τρόπο αυτό οι λοιπές οργανώσεις που έφεραν το αναγκαίο για την εκ μέρους των μελών τους τήρηση των προδιαγραφών εμπορίας κόστος.
18.
Οι σκέψεις που ανέπτυξα επ' ευκαιρία του πρώτου ερωτήματος με απαλλάσσει από την εξέταση του δευτέρου και του τρίτου ερωτήματος του a quo δικαστή ( 6 ). Στρέφομαι, λοιπόν, στην εξέταση του τετάρτου και πέμπτου ερωτήματος, με τα οποία το Δικαστήριο ερωτάται αν και σε ποιο βαθμό η εκ μέρους οργανώσεως παραγωγών παράλειψη ορθής κατατάξεως των διατεθέντων προς πώληση αλλά μη αποσυρθέντων ιχθύων, κατά παράβαση των κοινών προδιαγραφών περί εμπορίας, μπορεί να θεωρηθεί ως « παράβαση του καθεστώτος της χρηματικής αντισταθμίσεως, περιορισμένης σημασίας» κατά την έννοια του άρθρου 13 του κανονισμού (ΕΟΚ) 3137/82 της Επιτροπής, και αν, προτού αρνηθεί την καταβολή οποιασδήποτε αντισταθμίσεως, το κράτος μέλος οφείλει, αν υποτεθεί ότι το ανωτέρω άρθρο μπορεί να τύχει εφαρμογής σε περίπτωση μη ορθής ταξινομήσεως των διατεθέντων προς πώληση ιχθύων: α ) να εξετάσει καταρχάς αν η παράβαση είναι περιορισμένης σημασίας και ως εκ τούτου β ) να λάβει υπόψη την ποσότητα ιχθύων του συγκεκριμένου είδους που διατέθηκε προς πώληση αλλά δεν αποσύρθηκε και που δεν ταξινομήθηκε ορθά.
19.
Σύμφωνα με τις διατάξεις στις οποίες αναφέρεται το αιτούν δικαστήριο, σε περίπτωση περιορισμένης σημασίας παραβιάσεως του συστήματος αντισταθμίσεως εκ μέρους μιας οργανώσεως παραγωγών ή εκ μέρους ενός από τα μέλη της και εφόσον η ανωτέρω οργάνωση αποδεικνύει ότι η παράβαση διαπράχθηκε χωρίς πρόθεση απάτης ή σοβαρή αμέλεια, το κράτος μέλος παρακρατεί ποσό ίσο με το 10o/ο της κοινοτικής τιμής αποσύρσεως που εφαρμόζεται στις αντίστοιχες ποσότητες που έχουν αποσυρθεί και που δεν προορίζονταν για πριμοδότηση λόγω μεταφοράς.
Από το γράμμα του κανόνα και την ανάγνωση της προτελευταίας αιτιολογικής σκέψεως του εν λόγω κανονισμού, σύμφωνα με την οποία σε περίπτωση περιορισμένης σημασίας παραβιάσεως του καθεστώτος της χρηματικής αντισταθμίσεως και λαμβάνοντας υπόψη τον καινοτόμο χαρακτήρα του, πρέπει το ελάχιστον χρηματικό πλεονέκτημα που συνεπάγεται η σχετική παραβίαση να μη συνεπάγεται πλήρη κατάργηση του δικαιώματος για λήψη χρηματικής αντιστάθμισης, αλλά μόνο κατ' αποκοπήν μείωση της, με ωθούν στο συμπέρασμα ότι, σύμφωνα με όσα υποστήριξε η Επιτροπή, η μη τήρηση των προδιαγραφών εμπορίας εμπίπτει, λόγω του ότι έχει επιπτώσεις στο επίπεδο της χρηματικής αντισταθμίσεως, στην έννοια της « παραβάσεως στο καθεστώς της χρηματικής αντισταθμίσεως », στην οποία αναφέρεται η διάταξη.
20.
Με τα δεδομένα αυτά, ας μου επιτραπεί να προσθέσω ευθύς αμέσως ότι από τη διατύπωση των ερωτημάτων εξέρχομαι κάπως αμήχανος υπό την έννοια ότι το ίδιο το αιτούν δικαστήριο έκρινε ότι οι επίδικες οργανώσεις παρέλειψαν σε σημαντικό βαθμό να τηρήσουν τις κοινές προδιαγραφές εμπορίας και μου είναι δύσκολο να κατανοήσω πώς μια παράβαση μπορεί να είναι ταυτόχρονα σημαντική και περιορισμένης σημασίας.
Εν πάση περιπτώσει, ως παράβαση περιορισμένης σημασίας νομίζω ότι πρέπει να νοηθεί, σε περίπτωση μη τηρήσεως των ποιοτικών προδιαγραφών, παράλειψη που αφορά εξαιρετικά περιορισμένη ποσότητα εμπορευμάτων και που υπό την έννοια αυτή δεν μπορεί να θεωρηθεί ως στοιχείο διαταράξεως της αγοράς.
21.
Τέλος, όσον αφορά την έκταση της παραβάσεως, νομίζω ότι το βάρος της αποδείξεως δεν μπορεί να φέρουν οι εθνικές αρχές.
Στην πραγματικότητα, το άρθρο 13 του κανονισμού ( ΕΟΚ) 3137/82 της Επιτροπής εισάγει παρέκκλιση από τη γενική αρχή ότι παραβίαση του καθεστώτος της χρηματικής αντισταθμίσεως επιφέρει απώλεια του πλεονεκτήματος.
Εφόσον δηλαδή οι οικείες αρχές διαπίστωσαν ότι οργάνωση παραγωγών παρέλειψε να εφαρμόσει τις κοινές προδιαγραφές εμπορίας, εναπόκειται στην ίδια την οργάνωση να επικαλεστεί και να αποδείξει ότι η διαπραχθείσα παράβαση είναι περιορισμένης σημασίας.
22.
Ενόψει των παρατηρήσεων που προανέπτυξα, προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει τις ακόλουθες απαντήσεις στα προδικαστικά ερωτήματα του Court of Appeal:
«1)
Οι διατάξεις του κανονισμού (ΕΟΚ) 3796/81 του Συμβουλίου, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2202/82 του Συμβουλίου και του κανονισμού (ΕΟΚ) 3137/82 της Επιτροπής έχουν την έννοια ότι απαγορεύουν σε κράτος μέλος να καταβάλει σε οργάνωση παραγωγών χρηματική αντιστάθμιση για τους ιχθείς που αποσύρθηκαν στην τιμή αποσύρσεως της Κοινότητας, ταξινομηθηκαν σε κατηγορίες και διατέθηκαν στο εμπόριο σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 103/76 του Συμβουλίου, εφόσον η εν λόγω οργάνωση παραγωγών παρέλειψε σε μεγάλο βαθμό να συμμορφωθεί προς τις κοινές προδιαγραφές εμπορίας που θεσπίζει ο κανονισμός αυτός για άλλους ιχθείς των αποσυρομένων ειδών που διατέθηκαν προς πώληση αλλά δεν αποσύρθηκαν εντός της αυτής χρονικής περιόδου.
2)
Η εκ μέρους μιας οργανώσεως παραγωγών παράλειψη να ταξινομήσει ορθώς τους ιχθείς που διατέθηκαν προς πώληση αλλά δεν αποσύρθηκαν, κατά παράβαση των κοινών προδιαγραφών εμπορίας, μπορεί να θεωρηθεί ως “ παράβαση στο καθεστώς της χρηματικής αντισταθμίσεως περιορισμένης σημασίας ”, κατά την έννοια του άρθρου 13 του κανονισμού ( ΕΟΚ) 3137/82 της Επιτροπής μόνο αν αφορά μια εξαιρετικά μικρή ποσότητα του συγκεκριμένου προϊόντος, η οποία, πάντως, δεν είναι ικανή να διαταράξει την αγορά. Η μη τήρηση, σε μεγάλο βαθμό, των κοινών προδιαγραφών εμπορίας δεν μπορεί σε καμιά περίπτωση να αποτελέσει περιορισμένη παράβαση κατά την έννοια του προαναφερθέντος κανόνα.
3)
Το βάρος της αποδείξεως ότι η διαπραχθείσα παράβαση είναι “ περιορισμένης σημασίας ”, κατά την έννοια του άρθρου 13 του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 3137/82 της Επιτροπής, φέρουν οι οργανώσεις των παραγωγών. »
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ιταλική.
( 1 ) EE L 379, σ. 1.
( 2 ) ΕΕ L 235, σ. 1.
( 3 ) EE L 335, σ. 1.
( 4 ) ΕΕ ειδ. έκδ. 04/001, σ. 71.
( 5 ) ΕΕ ειδ. έκδ. 04/001, σ. 203.
( 6 ) Τα ερωτήματα που υποβλήθηκαν έχουν ως εξής:
«2)
Λν η απάντηση στο πρώτο ερώτημα είναι ότι η χρηματική αντιστάθμιση πρέπει να καταβληθεί σε οργάνωση παραγωγών, η αντιστάθμιση αυτή υπολογίζεται:
α)
βάσει της συνολικής ποσότητας ιχθύων του συγκεκριμένου είδους που διατέθηκε προς πώληση, ακόμη και αν μέρος της ποσότητας αυτής των ιχθύων του συγκεκριμένου είδους διατέθηκε προς πώληση κατά παράβαση των κοινοτικών προδιαγραφών εμπορίας, ή
β)
βάσει της συνολικής ποσότητας ιχθύων του συγκεκριμένου είδους που διατέθηκε προς πώληση, μειωμένη κατά την ποσότητα ιχθύων του είδους αυτού που διατέθηκε προς πώληση κατά παράβαση των κοινοτικών προδιαγραφών εμπορίας;
3)
Λν η απάντηση στο δεύτερο ερώτημα είναι ότι η αντιστάθμιση πρέπει να υπολογίζεται βάσει της ποσότητας ιχθύων, μειωμένης κατά το μέρος που διατέθηκε προς πώληση κατά παράβαση των κοινοτικών προδιαγραφών περί εμπορίας, οφείλει το κράτος μέλος να αποδείξει την έκταση της παραβάσεως εκ μέρους της οργανώσεως παραγωγών ή οφείλει η οργάνωση παραγωγών να αποδείξει σε ποιο βαθμό συμμορφώθηκε προς τις διατάξεις; »
Top