ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΊΑ
CARL OTTO LENZ
της 10ης Ιανουαρίου 1990 ( *1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
Α — Πραγματικά περιστατικά
1.
Η παρούσα υπόθεση αφορά προσφυγή ακυρώσεως που άσκησαν, δυνάμει του άρθρου 173 της Συνθήκης ΕΟΚ, τρεις γαλλικές εταιρίες οι οποίες παρασκευάζουν προϊόντα ζαχαροπλαστικής. Πρόκειται για τις: 1 ) Société française des Biscuits Delacre, ανώνυμη εταιρία με έδρα τη Nieppe (Γαλλία), 2) Etablissements J. Le Scao, ανώνυμη εταιρία με έδρα το Briec-de-ľ Odet ( Γαλλία ) και 3 ) Biscuiterie de 1' Abbaye, εταιρία περιορισμένης ευθύνης με έδρα το Lonlay-L' Abbaye (Γαλλία) (στο εξής: προσφεύγουσες ).
2.
Οι προσφεύγουσες μετέσχαν σε διαρκή διαγωνισμό για τη χορήγηση ενισχύσεως στο βούτυρο σύμφωνα με τις διατάξεις του κανονισμού 570/88 για την πώληση σε μειωμένη τιμή βουτύρου και τη χορήγηση ενισχύσεως στο βούτυρο και το συμπυκνωμένο βούτυρο που προορίζονται για την παρασκευή προϊόντων ζαχαροπλαστικής, παγωτών και άλλων προϊόντων διατροφής ( 1 ).
3.
Με απόφαση της 30ής Σεπτεμβρίου 1988 απευθυνόμενη στα κράτη μέλη η Επιτροπή καθόρισε το ανώτατο ύψος ενισχύσεως για τον διαγωνισμό αριθ. 8, με αποτέλεσμα ν' αποκλειστούν οι προσφορές των προσφευγουσών ( 2 ). Το επιτρεπόμενο σύμφωνα με την απόφαση ανώτατο ύψος της ενισχύσεως ήταν κατώτερο τόσο από το επίπεδο των προηγουμένων διαγωνισμών όσο και από το ύψος της ενισχύσεως που προέτειναν οι προσφεύγουσες στις προσφορές τους. Από τον διαγωνισμό αριθ. 4 ( 3 ) τον Ιούλιο μέχρι τον επίδικο διαγωνισμό αριθ. 8 τον Σεπτέμβριο του 1988, το επίπεδο του ανωτάτου ύψους της ενισχύσεως μειωνόταν συνεχώς. Από 167 Ecu ανά χλγ. βουτύρου η ενίσχυση μειώθηκε σε 166, 163,159 έως 154 Ecu τον Σεπτέμβριο του 1988 και μάλιστα κατά τον διαγωνισμό αριθ. 9 μειώθηκε και πάλι κατά 4 Ecu και έφθασε τα 150 Ecu.
4.
Η μείωση των αποθεμάτων βουτύρου κλόνισε όλη τη δομή των τιμών στην αγορά του βουτύρου. Οι κατώτατες τιμές πωλήσεως βουτύρου δημοσίων αποθεμάτων σημείωσαν σταθερή άνοδο κατά το δεύτερο ήμισυ του έτους 1988. Διαπιστώθηκε επίσης σημαντική αύξηση της τιμής του βουτύρου στην αγορά.
5.
Η αύξηση της τιμής αγοράς και η μείωση συγχρόνως του ύψους των ενισχύσεων που χορηγούνται για την αγορά βουτύρου αγοράς είχαν ως αποτέλεσμα την κατά 50 ο/ο περίπου αύξηση των εξόδων εφοδιασμού σε βούτυρο. Από την εξέλιξη αυτή εθίγησαν και οι προσφεύγουσες, που κάλυπταν τακτικά τις ανάγκες τους με βούτυρο αγοράς.
6.
Οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι η Επιτροπή ενήργησε παράνομα, διότι μείωσε σχετικά αιφνίδια το ύψος της ενισχύσεως, χωρίς να ενημερώσει προηγουμένως τις επιχειρήσεις μεταποιήσεως. Η απόφαση της 30ής Σεπτεμβρίου 1988 είναι εξάλλου για πολλούς λόγους παράνομη. Οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν καταρχάς ότι υπήρξε παράβαση ουσιωδών τύπων, διότι η απόφαση δεν είναι δεόντως αιτιολογημένη κατά την έννοια του άρθρου 190 της Συνθήκης ΕΟΚ. Έπρεπε να περιλαμβάνει τη γνώμη της επιτροπής διαχειρίσεως και να αιτιολογεί τη μείωση του ύψους της ενισχύσεως. Εκτός αυτού οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι παραβιάστηκαν οι γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου. Παραβιάστηκαν οι αρχές της αναλογικότητας, της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης καθώς και της απαγορεύσεως των διακρίσεων.
7.
Οι προοφεύγονοες ζητούν από το Δικαστήριο:
—
να κάνει δεκτή τύποις την προσφυγή·
—
να ακυρώσει την προσβαλλόμενη απόφαση·
—
να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
8.
Η Επιτροπή, καθής η προσφυγή, ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να απορρίψει την προσφυγή ως αβάσιμη·
—
να καταδικάσει τις προσφεύγουσες στα δικαστικά έξοδα.
9.
Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναπτύσσονται διεξοδικώς οι λεπτομέρειες των πραγματικών περιστατικών καθώς και τα επιχειρήματα των διαδίκων. Τα πραγματικά περιστατικά εκτίθενται μόνον καθόσον απαιτείται για τη θεμελίωση των προτάσεων μου.
Β — Η γνώμη μου επί της υποθέσεως
Ι — Επί τον παραδεκτού
10.
Το παραδεκτό της προσφυγής πρέπει να εξεταστεί αυτεπαγγέλτως ( 4 ). Το ζήτημα αυτό δημιουργεί προβλήματα διότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν απευθυνόταν στις προσφεύγουσες, αλλά στα κράτη μέλη. Κατά το άρθρο 173, εδάφιο 2, της Συνθήκης ΕΟΚ τα νομικά πρόσωπα μπορούν να ασκήσουν προσφυγή κατά των αποφάσεων που, αν και εκδίδονται ως αποφάσεις που απευθύνονται σε άλλο πρόσωπο, τα αφορούν άμεσα και ατομικά. Το ζήτημα επομένως είναι αν η προσβαλλόμενη απόφαση αφορά τις προσφεύγουσες άμεσα και ατομικά.
11.
Στη διαδικασία του διαρκούς διαγωνισμού οι οργανισμοί παρεμβάσεως παίζουν εν μέρει ρόλο μεσάζοντος. Συγκεντρώνουν τις προσφορές που τους περιέρχονται σε ορισμένο χρονικό διάστημα και τις διαβιβάζουν στην Επιτροπή. Στη συνέχεια η Επιτροπή, λαμβάνοντας υπόψη τις προσφορές απ' όλη την Κοινότητα, καθορίζει την κατώτατη τιμή πωλήσεως βουτύρου παρεμβάσεως και το ανώτατο ύψος της ενισχύσεως για την αγορά βουτύρου αγοράς. Οι καθορισμοί αυτοί αποτελούν το αντικείμενο αποφάσεως που απευθύνεται στα κράτη μέλη και δεσμεύουν τους οργανισμούς παρεμβάσεως στο πλαίσιο του _ αντίστοιχου ειδικού διαγωνισμού.
12.
Η Επιτροπή αποφασίζει ουσιαστικά αν θα γίνει κατακύρωση στον προσφεύγοντα ή αν θα του χορηγηθεί ενίσχυση, διότι οι οργανισμοί παρεμβάσεως δεν έχουν τη διακριτική ευχέρεια να αποκλίνουν από τους καθορισμούς τιμών της Επιτροπής. Η ανακοίνωση με την οποία οι οργανισμοί παρεμβάσεως ανακοινώνουν στους προσφέροντες ότι η προσφορά τους αποκλείστηκε από τον ειδικό διαγωνισμό αποτελεί απόφαση δεσμιας αρμοδιότητας, χωρίς αυτόνομη αξιολόγηση του οργανισμού παρεμβάσεως.
13.
Ο αποκλεισμός των προσφευγουσών, που έγινε με ανακοίνωση της 3ης Οκτωβρίου 1988, καθορίστηκε επομένως μόνον από την προσβαλλόμενη απόφαση της 30ής Σεπτεμβρίου 1988. Με τον τρόπο αυτό η απόφαση της Επιτροπής, παρόλον ότι εκδόθηκε με τη μορφή αποφάσεως που απευθύνεται στα κράτη μέλη και δι' αυτών στους οργανισμούς παρεμβάσεως, ήταν άμεσα καθοριστική για την αποδοχή ή απόρριψη κάθε προσφοράς που υποβλήθηκε στο πλαίσιο του διαγωνισμού αριθ. 8. Επειδή επομένως στην πραγματικότητα επρόκειτο για διαγωνισμό που αφορούσε ολόκληρη την Κοινότητα, για τον οποίο αποφάσισε η Επιτροπή, χωρίς να μπορεί να επηρεαστεί η απόφαση από τη διαδικαστική μεσολάβηση των οργανισμών παρεμβάσεως, η προσβαλλόμενη απόφαση αφορά τις προσφεύγουσες άμεσα και ατομικά ( 5 ). Τις αφορά ατομικά διότι εξατομικεύθηκαν με τη συμμετοχή τους στον διαγωνισμό διά της υποβολής προσφοράς. Επομένως η προσφυγή είναι παραδεκτή.
14.
Υπέρ του συμπεράσματος αυτού συνηγορεί και το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν άσκησε ένσταση απαράδεκτου.
II — Επί του βασίμου της προσφυγής
1) Έλλειψη αιτιολογίας κατά το άρθρο 190 της Συνθήκης ΕΟΚ
15.
Κατά την άποψη των προσφευγουσών η προσβαλλόμενη απόφαση δεν πληροί τις προϋποθέσεις της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως κατά το άρθρο 190 της Συνθήκης ΕΟΚ, διότι δεν περιλαμβάνει αφενός τη γνωμοδότηση της επιτροπής διαχειρίσεως και αφετέρου εξηγήσεις για τη μεταβολή του ύψους της ενισχύσεως.
16.
Στο άρθρο 18 του κανονισμού 570/88 ρυθμίζεται η διαδικασία για τον καθορισμό της κατωτάτης τιμής πωλήσεως του βουτύρου και του ανωτάτου ύψους της ενισχύσεως. Το άρθρο αυτό παραπέμπει στο άρθρο 30 του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 804/68 ( 6 ), που ρυθμίζει τη διαδικασία της επιτροπής διαχειρίσεως.
17.
Οι προσφεύγουσες ορθώς υποστηρίζουν ότι η προβλεπόμενη διαδικασία πρέπει απαρεγκλίτως να τηρείται. Αμφισβητείται αν η αιτιολογία της εν λόγω αποφάσεως πρέπει να περιλαμβάνει έκθεση των διαφόρων σταδίων της διαδικασίας ή αν αρκεί η απλή αναφορά των σχετικών διατάξεων που ρυθμίζουν τη διαδικασία. Η έκταση της υποχρεώσεως αιτιολογήσεως μίας αποφάσεως δεν μπορεί να καθοριστεί αφηρημένα, αλλά εξαρτάται από το περιεχόμενο και την έκταση εφαρμογής της αποφάσεως.
18.
Κατά πάγια βέβαια νομολογία του Δικαστηρίου ( 7 ), από την απαιτούμενη αιτιολογία πρέπει να προκύπτει, κατά τρόπο σαφή και μη αμφιλεγόμενο, η συλλογιστική της κοινοτικής αρχής, η οποία εξέδωσε την αμφισβητούμενη πράξη, κατά τρόπον ώστε να καθιστά δυνατό στους μεν ενδιαφερόμενους να γνωρίζουν τη δικαιολογητική βάση του ληφθέντος μέτρου για να υπερασπίσουν τα δικαιώματά τους, στο δε Δικαστήριο να ασκεί τον έλεγχό του.
19.
Κατά τη συγκεκριμένη κρίση των προσβαλλομενων αποφάσεων, το Δικαστήριο έλαβε πάντοτε υπόψη του το νομικό πλαίσιο και την έκταση εφαρμογής της αποφάσεως ( 8 ). Επομένως, κατά την άποψη του Δικαστηρίου δεν απαιτείται να αναφέρει η αιτιολογία όλα τα κρίσιμα πραγματικά και νομικά στοιχεία. Διότι η αιτιολογία πρέπει να κρίνεται όχι μόνο βάσει της διατυπώσεώς της, αλλά και βάσει των συμφραζομένων, καθώς και του συνόλου των κανόνων δικαίου που διέπουν το σχετικό θέμα ( 9 ).
20.
Αν η προσβαλλόμενη απόφαση ενταχθεί στο γενικό πλαίσιο των ρυθμίσεων για τη μείωση του πλεονάσματος βουτύρου και ιδίως στο πλαίσιο του κανονισμού 570/88, καθίσταται σαφές ότι ο καθορισμός των μεγίστων ποσών ενισχύσεων και των κατωτάτων τιμών αποτελεί ομοιόμορφη, συνεχώς επαναλαμβανόμενη διαδικασία, στο πλαίσιο της οποίας οι αποφάσεις δεν διαφέρουν ουσιωδώς ούτε ως προς τον τρόπο εκδόσεως τους ούτε ως προς το περιεχόμενό τους.
21.
Οι αποφάσεις καθορίζονται εξάλλου και από πραγματικές συνθήκες που δεν εμπίπτουν στο πεδίο επιρροής της αρχής που τις λαμβάνει. Η Επιτροπή αποφασίζει αφού λάβει όλες τις προσφορές που υποβλήθηκαν για τον συγκεκριμένο διαγωνισμό, λαμβάνοντας υπόψη την έκταση των αποθεμάτων, την τιμή αγοράς και την εξέλιξη της αγοράς. Τα στοιχεία που επηρεάζουν την απόφαση είναι τόσο περιορισμένα, ώστε κατά κανόνα είναι αρκετή ως αιτιολογία η αναφορά στις εφαρμοστέες νομικές βάσεις, λαμβανομένου υπόψη του πλαισίου των πραγματικών περιστατικών.
22.
α)
Η συγκεκριμένη αιτίαση, ότι από την απόφαση δεν προκύπτει η γνώμη της επιτροπής διαχειρίσεως, είναι κατ' ουσίαν αβάσιμη, διότι στις αιτιολογικές σκέψεις της αποφάσεως της 30ής Σεπτεμβρίου 1988 ( 10 ), όπως κοινοποιήθηκε στη μόνιμη αντιπροσωπεία της Γαλλίας, αναφέρεται ρητά: « considérant que le comité de gestion du lait et des produits laitiers n' a pas émis ď avis dans les délais impartis par son président... » [ H επιτροπή διαχειρίσεως του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων δεν διατύπωσε γνώμη εντός της προθεσμίας που καθόρισε ο πρόεδρός της... ].
23.
Η όλη αιτιολογία δεν περιέχεται βέβαια στη δημοσίευση των αποτελεσμάτων της αποφάσεως στην ΕΕ 1988 C 259. Η συντετμημένη όμως μορφή της δημοσιεύσεως θα μπορούσε να καταστήσει παράνομη την απόφαση μόνον αν η δημοσίευση ήταν απαραίτητη για τη θέση της αποφάσεως σε ισχύ και ήταν επομένως καθοριστική η επιλεγείσα μορφή δημοσιεύσεως.
24.
Η προσβαλλόμενη απόφαση όμως απευθύνεται στα κράτη μέλη, έστω κι αν αναπτύσσει άμεση ισχύ για τις προσφεύγουσες. Επομένως, κατά το άρθρο 191, εδάφιο 2, της Συνθήκης ΕΟΚ κατέστη ενεργός με την κοινοποίηση της. Η δημοσίευση εξυπηρετεί μόνο τη γενική ενημέρωση, διότι και οι προσφέροντες που μετέχουν στη διαδικασία του διαγωνισμού ενημερώνονται άμεσα από τον οργανισμό παρεμβάσεως για το αποτέλεσμα της συμμετοχής τους.
25.
Η συντετμημένη δημοσίευση στηρίζεται εξάλλου σε μία ανακοίνωση της Επιτροπής ( 11 ), με την οποία ανακοινώνεται η απλοποίηση των καθαρά δηλωνικού χαρακτήρα δημοσιεύσεων. Αυτό φαίνεται ορθό, αν ληφθούν υπόψη η ομοιομορφία και η συχνότητα των αποφάσεων που ήδη περιέγραψα.
26.
Παραδέχομαι ότι το γεγονός ότι οι προσφέροντες δεν διαθέτουν αμέσως μετά την έκδοση των αποφάσεων την πλήρη αιτιολογία τους δεν εξυπηρετεί την άμυνά τους. Το αποτέλεσμα αυτό αποτελεί μειονέκτημα που πρέπει, κατά κάποιον τρόπο, να γίνει ανεκτό και απορρέει μόνο από τη νομική κατάσταση που διαμορφώνεται λόγω του ότι οι προσφέροντες προσβάλλουν απόφαση μη απευθυνόμενη στους ίδιους. Το πραγματικό όμως αυτό μειονέκτημα δεν πρέπει να φθάνει να θέτει σε κίνδυνο τα δικαιώματα άμυνας των προσφερόντων.
27.
Η δυνατότητα ασκήσεως προσφυγής κατά το άρθρο 173, εδάφιο 2, της Συνθήκης ΕΟΚ επιβάλλει τη δυνατότητα προσβάσεως σε μια απόφαση που απευθύνεται σε άλλο πρόσωπο, αν και θίγει άμεσα και ατομικά τον ενδιαφερόμενο, διότι διαφορετικά εμποδίζεται η αποτελεσματική έννομη προστασία. Επομένως, οι προσφέροντες πρέπει, αν παραστεί ανάγκη, να έχουν τη δυνατότηα να λάβουν, κατόπιν αιτήσεώς τους, πλήρη γνώση της αποφάσεως που τους θίγει.
28.
Η παρατήρηση που διατυπώθηκε κατά τη διαδικασία, ότι οι προσφέροντες μπορούν να συγκεντρώσουν περαιτέρω πληροφορίες δεν εξουδετερώνει εντελώς τις αντιρρήσεις αυτές, διότι στην απαίτηση παροχής πληροφοριών πρέπει να αντιστοιχεί και υποχρέωση πληροφορήσεως, για να ικανοποιούνται οι απαιτήσεις της εννόμου προστασίας. Η μέθοδος που περιγράφηκε στη διαδικασία, σύμφωνα με την οποία οι προσφεύγουσες ζήτησαν πληροφορίες από το γαλλικό οργανισμό παρεμβάσεως Onilait, χωρίς όμως να λάβουν απάντηση, δεν είναι ικανοποιητική από πλευράς εννόμου προστασίας.
29.
Εντούτοις η διαδικαστική αυτή πλημμέλεια δεν μπορεί, στην προκειμένη περίπτωση, να καταστήσει την απόφαση παράνομη, διότι είναι βέβαιον ότι στην πραγματικότητα δεν υφίσταται η προβαλλόμενη έλλειψη αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως, όσον αφορά τη γνώμη της επιτροπής διαχειρίσεως.
30.
β )
Στο μέτρο που η αιτίαση της ελλείψεως αιτιολογίας στηρίζεται στη μη παροχή εξηγήσεων για τη μείωση του ανωτάτου ύψους της ενισχύσεως, η επιχειρηματολογία της προσφεύγουσας δεν ευσταθεί. Η μεταβολή των κατωτάτων τιμών και ανωτάτων ποσών της ενισχύσεως αποτελεί έκφανση του ίδιου του συστήματος ( 12 ). Ο διαρκής διαγωνισμός, που οδηγεί στη διενέργεια συγκεκριμένων διαγωνισμών διάρκειας 14 περίπου ημερών, επιδιώκει ακριβώς να επιτύχει μία αντίδραση που να μπορεί εύκολα να προσαρμοστεί στην κατάσταση της αγοράς, την έκταση των αποθεμάτων και τις υποβληθείσες προσφορές. Το μεταβλητό του καθορισμού των τιμών ανήκει από τη φύση του στον μηχανισμό, οπότε δεν χρειάζεται ιδιαίτερη αιτιολογία.
2) Αρχή της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης
31.
Οι προσφεύγουσες υποστηρίζουν ότι η υποχρέωση αιτιολογήσεως υφίστατο ακριβώς διότι ο καθορισμός της τιμής στην απόφαση της 30ής Σεπτεμβρίου 1988 συνιστούσε απόκλιση από προηγούμενη μακροχρόνια πρακτική.
32.
Αυτό θα ευσταθούσε μόνον αν ήταν δυνατό να γεννηθεί στους προσφέροντες δικαιολογημένη εμπιστοσύνη σχετικά με τη διατήρηση του άπαξ χορηγηθέντος ποσού ενισχύσεως ( 13 ).
33.
Καταρχήν επιδιώκεται, όπως αναφέρθηκε ήδη, το μεταβλητό του καθοριζομένου ύψους. Διαφορετικά θα ήταν δυνατό να ληφθεί άπαξ απόφαση που θα ίσχυε για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, οπότε στην περίπτωση αυτή οι παραγωγοί θα μπορούσαν να υπολογίζουν ότι το ύψος ενισχύσεως θα παραμείνει σταθερό.
34.
Το σύστημα όμως των κατωτάτων τιμών και των ενισχύσεων κατά τον κανονισμό 570/88 αποτελεί εξ ορισμού μεταβατικό σύστημα, που αποσκοπεί καταρχήν στην εξάλειψη των σημαντικών αποθεμάτων βουτύρου στην Κοινότητα. Στο πλαίσιο αυτό η ρύθμιση των ενισχύσεων για το βούτυρο αγοράς πρέπει να εμποδίσει την αύξηση των αποθεμάτων. Οι μειωμένες τιμές αγοράς για τις επιχειρήσεις μεταποιήσεως βουτύρου αποτελούν αντανακλαστική συνέπεια, η οποία είναι μεν ηθελημένη, δεν αποτελεί όμως σκοπό της ρυθμίσεως.
35.
Η εμπιστοσύνη στη διατήρηση των μέτρων που ευνοούν τη διάθεση του βουτύρου, η οποία δημιουργήθηκε από την έκδοση του κανονισμού 570/88, δεν κλονίστηκε, διότι διατηρήθηκε το σύστημα των ενισχύσεων. Μεταβλήθηκε μόνο το ύψος της ενισχύσεως.
36.
Εξάλλου η σημαντική αύξηση του κόστους οφείλεται εν μέρει μόνο στη μεταβολή του ύψους της ενισχύσεως. Εξίσου τουλάχιστον σημαντική ήταν η αύξηση της τιμής αγοράς. Η εξέλιξη της όμως δεν εμπίπτει στη σφαίρα άμεσης επιρροής της Επιτροπής, οπότε η Επιτροπή δεν μπορεί να θεωρηθεί υπεύθυνη για την αύξηση αυτή.
37.
Η Επιτροπή δεν οφείλει επίσης να εγγυάται τη διατήρηση σταθερής τιμής αγοράς για τους επιχειρηματίες. Στο μέτρο που η σημαντική αύξηση του κόστους φαίνεται δυσανάλογη, αυτό οφείλεται στη συνδρομή διαφόρων παραγόντων, η δε μείωση του ύψους της ενισχύσεως δεν είναι παρά ένας από αυτούς. Δεν μπορούσε να δημιουργηθεί άξια προστασίας εμπιστοσύνη σχετικά με τη διατήρηση του κόστους σταθερού, εμπιστοσύνη την οποία μάλιστα θα έπρεπε να εγγυηθεί η Επιτροπή. Τα πλεονεκτήματα που άντλησαν οι προσφεύγουσες επί μεγάλο χρονικό διάστημα από το σύστημα των μέτρων υπέρ της διαθέσεως του βουτύρου δεν προστατεύονται νομικά ως κεκτημένα δικαιώματα.
38.
Τέλος η εμπιστοσύνη των επιχειρηματιών δεν μπορεί να στηριχθεί ούτε στον κανονισμό (ΕΟΚ) 3206/88 ( 14 ). Ο κανονισμός αυτός επιτρέπει απλώς στα κράτη μέλη να χορηγούν ενίσχυση στην κατανάλωση βουτύρου. Δυνάμενοι να ωφεληθούν από τον κανονισμό αυτό είναι μόνο οι τελικοί καταναλωτές του ιδιωτικού τομέα, οπότε οι προσφεύγουσες δεν θα μπορούσαν σε καμία περίπτωση να ωφεληθούν από τη διάταξη.
3) Αρχή της αναλογικότητας
39.
Το αν η απόφαση της 30ής Σεπτεμβρίου 1988 ήταν σύμφωνη προς την αρχή της αναλογικότητας κρίνεται με αντιπαράθεση του επιδιωκόμενου σκοπού και των χρησιμοποιουμένων μέσων. Στον κανονισμό ( δεύτερη αιτιολογική σκέψη ) καθορίζεται ως εξής ο σκοπός της ρυθμίσεως:
« ότι κύριο χαρακτηριστικό της κατάστασης της αγοράς βουτυρου στην Κοινότητα είναι η ύπαρξη σημαντικών αποθεμάτων που έχουν δημιουργηθεί στη συνέχεια παρεμβάσεων ότι είναι αδύνατη η διάθεση υπό κανονικές συνθήκες του συνόλου του βουτύρου που αντιστοιχεί στα αποθέματα αυτά· ότι ο κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 1723/81 του Συμβουλίου, θεσπίζει τους γενικούς κανόνες σχετικά με τα μέτρα που αποσκοπούν στη διατήρηση του επιπέδου χρησιμοποίησης του βουτύρου αγοράς από ορισμένες κατηγορίες καταναλωτών και από τις βιομηχανίες· ότι, στις δύο αυτές περιπτώσεις, πρόκειται για μέτρα που μπορούν να ευνοήσουν τη διάθεση και τη χρησιμοποίηση του βουτύρου, την πώληση βουτύρου αποθέματος σε μειωμένη τιμή ή την καθιέρωση ενισχύσεων, οι οποίες ανάγουν την τιμή του βουτύρου αγοράς σε επίπεδο συγκρίσιμο με εκείνο που ισχύει για το βούτυρο αποθέματος, προς όφελος ορισμένων επιχειρήσεων μεταποίησης της Κοινότητας με σκοπό την παρασκευή προϊόντων ζαχαροπλαστικής, παγωτών και άλλων προϊόντων διατροφής ».
40.
Επομένως ο πρωταρχικά επιδιωκόμενος σκοπός είναι η διάθεση του βουτύρου, στην προσπάθεια δε αυτή η Κοινότητα χρησιμοποιεί, σε ορισμένη έκταση και υποστηρίζει οικονομικά, τις δυνάμεις που ευνοούν με κάθε τρόπο τη χρησιμοποίηση βουτύρου. Τα αποθέματα όμως βουτύρου στην Κοινότητα μειώθηκαν αισθητά κατά τη διάρκεια του έτους 1988, ενώ η εξέλιξη αυτή είχε ήδη αρχίσει από το 1986. Τον Σεπτέμβριο 1988 τα κοινοτικά αποθέματα είχαν μειωθεί σε λιγότερο από το ένα τρίτο των ποσοτήτων του Σεπτεμβρίου 1986 ( 1473000 τόνοι έναντι 439000 τόνων, πηγή: Eurostat).
41.
Όσον αφορά τα δημόσια αποθέματα, η εξέλιξη ήταν ακόμη πιο έντονη. Σύμφωνα με στοιχεία της Γενικής Διευθύνσεως Γεωργίας, τα αποθέματα μειώθηκαν στην περίπτωση αυτή από 1323000 τόνους τον Σεπτέμβριο 1986 σε 206000 τόνους τον Σεπτέμβριο 1988, δηλαδή σε λιγότερο από το ένα έκτο. Και μετά από το χρονικό αυτό διάστημα η εξέλιξη ακολούθησε διαρκώς καθοδική πορεία.
42.
Από τις αρχές του έτους 1988 και οι τιμές του βουτύρου και του συμπυκνωμένου βουτύρου γνώρισαν διαρκή αύξηση.
43.
Ενόψει αυτών των πραγματικών συνθηκών έπρεπε να επιτραπεί στην Επιτροπή να προσαρμόσει την πολιτική της σχετικά με τις ενισχύσεις στην πραγματική εξέλιξη. Όταν κρίνεται η συμφωνία προς την αρχή της αναλογικότητας, δεν πρέπει να παραγνωρίζεται το γεγονός ότι δεν επιβλήθηκε κάποιο μειονέκτημα στις προσφεύγουσες αλλ' απλώς τους χορηγήθηκε μικρότερο πλεονέκτημα ( 15 ).
44.
Τέλος, δεν είναι επικριτέα η έκταση της μειώσεως των ενισχύσεων σε σχέση με τη μεταβληθείσα κατάσταση της αγοράς. Οι προσφεύγουσες βέβαια αναφέρονται σε ξαφνική, απότομη και απρόβλεπτη μείωση των ενισχύσεων. Στην πραγματικότητα όμως το ύψος των ενισχύσεων γνώρισε συνεχή πτώση επί δέκα περίπου εβδομάδες σε έξι ειδικούς διαγωνισμούς ( 16 ). Η εκάστοτε μείωση κυμαινόταν μεταξύ ενός έως πέντε Ecu ανά 100 χλγ. βουτύρου.
45.
Το γεγονός ότι οι πρακτικές επιπτώσεις των αποφάσεων έθιξαν, υπό την επίδραση άλλων παραγόντων, περισσότερο τις προσφεύγουσες δεν μπορεί να επηρεάσει την κρίση σχετικά με τη συμφωνία της προσβαλλομένης αποφάσεως προς την αρχή της αναλογικότητας και επομένως σχετικά με τη νομιμότητά της.
4) Αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων
46.
Κατά την άποψη των προσφευγουσών, η αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων παραβιάστηκε διττώς. Πρώτον, σύμφωνα με τη σχετική διάταξη της γαλλικής νομοθεσίας περί τροφίμων, τα προϊόντα με την ονομασία « βουτύρου« πρέπει να παρασκευάζονται με αποκλειστική χρησιμοποίηση βουτύρου, ενώ οι διατάξεις άλλων κρατών μελών επιτρέπουν τη χρησιμοποίηση και άλλων λιπαρών ουσιών.
47.
Δεύτερον, οι προσφεύγουσες θεωρούν άνιση μεταχείριση το γεγονός ότι, ως επιχειρήσεις εγκατεστημένες στη Γαλλία, ενημερώθηκαν μόνο για την κατάσταση των αποθεμάτων στη Γαλλία. Λόγω ανεπαρκούς ενημερώσεως δεν μπόρεσαν, όπως οι επιχειρήσεις άλλων κρατών μελών, να προμηθευθούν εγκαίρως βούτυρο σε μειωμένη τιμή.
48.
α)
Όσον αφορά την πρώτη αιτίαση, παραπέμπω στη θεωρία περί ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων. Οι αρνητικές συνέπειες των αυστηρότερων διατάξεων των κρατών μελών για τους ημεδαπούς επιχειρηματίες πρέπει να αντιμετωπίζονται όπως θα αντιμετωπιζόταν ένας κανόνας εμπορίας, ο οποίος δεν μπορεί βέβαια να εμποδίσει την πρόσβαση των εισαγομένων εμπορευμάτων στην αγορά, εφόσον κυκλοφόρησαν κανονικά στο εμπόριο στη χώρα παραγωγής τους. Το κοινοτικό όμως δίκαιο δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη να επιβάλλουν στους επιχειρηματίες αυστηρότερους κανόνες εμπορίας.
49.
Η Επιτροπή δικαίως εξάλλου υποστηρίζει ότι η διαφορετική έκταση των υποχρεώσεων που επιβάλλουν οι νομοθεσίες των κρατών μελών όσον αφορά την ονομασία των προϊόντων διατροφής δεν μπορεί ν' αποδοθεί στην προσβαλλόμενη απόφαση.
50.
β)
Όσον αφορά τη δεύτερη αιτίαση, καθοριστικό είναι μόνον το αν οι επιχειρηματίες μπορούν πράγματι να ενημερωθούν σφαιρικά από τους οργανισμούς παρεμβάσεων άλλων κρατών μελών για την κατάσταση των εκεί υπαρχόντων αποθεμάτων. Πρέπει να εξασφαλίζεται η δυνατότητα ενημερώσεως.
51.
Οι προσφεύγουσες δεν αμφισβήτησαν τον ισχυρισμό της Επιτροπής ότι με αφορμή τους διαγωνισμούς καταρτίστηκαν πλήρεις κατάλογοι σχετικά με την κατάσταση των αποθεμάτων. Η υποχρέωση χορηγήσεως πληροφοριών στηρίζεται στα άρθρα 13 και 15 του κανονισμού 570/88.
52.
Το γεγονός ότι η κατάσταση των αποθεμάτων μπορεί να είναι διαφορετική στα κράτη μέλη δεν μπορεί να θεωρηθεί δυσμενής διάκριση. Πρόκειται για πραγματικές συνθήκες και όχι για άνιση μεταχείριση. Ούτε το γεγονός ότι η κάλυψη των αναγκών σε άλλο κράτος μέλος μπορεί να είναι ενδεχομένως περισσότερο δαπανηρή αποτελεί δυσμενή διάκριση. Και ως προς αυτό η κατάσταση είναι η ίδια για όλους τους επιχειρηματίες. Όλοι οι παραγωγοί προϊόντων ζαχαροπλαστικής υπόκεινται στην ίδια έκταση στις γενικές διατάξεις περί διαγωνισμών. Δεν υφίσταται επομένως δυσμενής διάκριση.
III — Επί των δίκαστικών εξόδων
53.
Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του κανονισμού διαδικασίας ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα.
Γ — Πρόταση
54.
Τέλος προτείνω στο Δικαστήριο να αποφανθεί ως εξής:
« 1)
Απορρίπτει την προσφυγή.
2)
Καταδικάζει τις προσφεύγουσες στα δικαστικά έξοδα. »
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γερμανική.
( 1 ) ΕΕ 1988, L 55, σ. 31.
( 2 ) Αποτέλεσμα της αποφάσεως της Επιτροπής της 30ής Σεπτεμβρίου 1988, ΕΕ 1988, C 259, σ. 9.
( 3 ) Βλέπε απόφαση της Επιτροπής της 1ης Αυγούστου 1988, ΕΕ 1988, C 204, σ. 12.
( 4 ) Βλέπε απόφαση της 6ης Μαρτίου 1979, επί της υποθέσεως 92/78, Simmenthal, Sλg. 1979, σ. 777, σκέψη 22.
( 5 ) Βλέπε υπόθεση 92/78, όπ.π. σκέψεις 23 έως 26.
( 6 ) Κανονισμός (ΕΟΚ) 804/68 του Συμβουλίου της 27ης Ιουνίου 1968, ΕΕ ειδ. έκδ. 03/003, σ. 82.
( 7 ) Απόφαση της 25ης Οκτωβρίου 1984 επί της υποθέσεως 185/83, Interfacultair Instituut Electroncnmicroscopie der Rijksuniversiteit te Groningen κατά Inspecteur der Invoerrechten en Accijnzen Groningen, Συλλογή 1984, σ. 3623, σκέψη 38.
( 8 ) Βλέπε απόφαση της 1ης Δεκεμβρίου 1965 επί της υποθέσεως 16/65, Firma C. Schwarze κατά Einfuhr- und Vorratsstelle für Getreide und Futtermittel, Slg. 1965, σ. 1081· απόφαση της 26ης Νοεμβρίου 1975 επί της υποθέσεως 73/74, Groupement des fabricants de papiers peints de Belgique ou Groupement national technique agricole (CNTA) SA κατά Επιτροπής, Sig. 1975, σ. 1491, σκέψεις 30-33· απόφαση της 26ης Νοεμβρίου 1981 επί της υποθέσεως 195/80, Bernard Michel κατά Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, Συλλογή 1981, σ. 2861, σκέψεις 20-27· απόφαση της 8ης Νοεμβρίου 1983 επί των συνεκδικαζομένων υποθέσεων 96/82 έως 102/82, 104/82, 105/82, 109/82 και 110/82, NV IAZ International Belgium και λοιποί κατά Επιτροπής, Συλλογή 1983, σ. 3369, σκέψη 37· απόφαση της 17ης Ιανουαρίου 1984 επί των συνεκδικαζομένων υποθέσεων 43/82 και 63/82, Vereniging ter Bevordering van het Vlaamse Boekwezen, VBVB, και λοιποί κατά Επιτροπής, Συλλογή 1984, σ. 19, σκέψεις 21 και 22.
( 9 ) Βλέπε απόφαση επί της υποθέσεως 185/83, όπ.π., σκέψη 38· απόφαση της 23ης Φεβρουαρίου 1978 επί της υποθέσεως 92/77, AN Bord Bainne Co-Operative κατά Υπουργού Γεωργίας, Sig. 1978, σ. 497, σκέψεις 36 και 37, και απόφαση της 25ης Οκτωβρίου 1978 επί της υποθέσεως 125/77, Koninklijke Scholten-Honig και De verenigde Zetmeelbedrijven « De Bijenkorf » BV κατά Hoofdproduktschap voor Akkerbouwprodukten, Slg. 1978, σ. 1991, σκέψεις 18 έως 22.
( 10 ) Απόφαση COM( 88) 1778.
( 11 ) ΕΕ 1982. L 360, σ. 43.
( 12 ) Βλέπε απόφαση της 5ης Μαΐου 1981 επί της υποθέσεως 112/80, Firma Anton Dürbeck κατά Hauptzollami Frankfurt am Main/Flughafen, Συλλογή 1981, σ. 1095, σκέψεις 47-50· απόφαση της 12ης Απριλίου 1984 επί της υποθέσεως 281/82, SARL Unifrex κατά Επιτροπής και ΣυμΡουλΙου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Συλλογή 1984, σ. 1969, σκέψεις 25 και 26· απόφαση της 7ης Μαΐου 1987 επί της υποθέσεως 258/84, Nippon Seiko KK κατά Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Συλλογή 1987, σ. 1923, σκέψεις 31 και 32, και απόφαση της 7ης Μαΐου 1987 επί της υποθέσεως 260/84, Mincbea Company Limited κατά Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Συλλογή 1987, σ. 1975, σκέψεις 26-28.
( 13 ) Βλέπε υποθέσεις 112/80,281/82,258/84 και 260/84.
( 14 ) Κανονισμός (ΕΟΚ) 3206/88 του Συμβουλίου της 17ης Οκτωβρίου 1988 περί τροποποιήσεως του κανονισμού 1307/85, ΕΕ L 286 της 20. 10. 1988, σ. 1.
( 15 ) Βλέπε απόφαση ης 27ης Σεπτεμβρίου 1979 επί της υποθέσεως 230/78, Eridania-Zuccherifici Nazionali και SpA Società italiana per 1' industria degli zuccheri κατά Υπουργού Γεωργίας και Δασών, Υπουργού Βιομηχανίας, Εμπορίου και Βιοτεχνίας και SpA Zuccherifici Meridionali, Slg. 1979, σ. 2749, σκέψη 22.
( 16 ) Από τον διαγωνισμό αριθ. 4, απόφαση της 1ης Αυγούστου 1988, μέχρι το διαγωνισμό αριθ. 9, απόφαση της 17ης Οκτωβρίου 1988.
Top