ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
GIUSEPPE TESAURO
της 23ης Ιανουαρίου 1990 ( *1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι οικαατές,
1.
Με δύο χωριστές διατάξεις περί παραπομπής, που πρωτοκολλήθηκαν στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 12 Δεκεμβρίου 1988, το Verwaltungsgericht της Φρανκφούρτης επί του Μάιν ζητεί από το Δικαστήριο να ερμηνεύσει δύο διατάξεις που περιέχονται στον κανονισμό 2192/82 της Επιτροπής, της 6ης Αυγούστου 1982, περί των λεπτομερειών εφαρμογής των ειδικών μέτρων για τα πίσα, τα κουκιά και τα φούλια ( 1 ), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 3322/82 της Επιτροπής της 10ης Οκτωβρίου 1982 ( 2 ).
Τα δύο υποβληθέντα ερωτήματα περιέχουν, όπως θα αναφερθεί κατωτέρω, αξιοσημείωτα σημεία συγκλίσεως και, εξάλλου, οι ερμηνευτέες διατάξεις ανήκουν στο ίδιο κανονιστικό πλαίσιο· για λόγους οικονομίας θα αναπτύξω, επομένως, κοινές προτάσεις και για τις δύο υποθέσεις.
2.
Το κανονιστικό πλαίσιο. Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1431/82 του Συμβουλίου, της 18ης Μαΐου 1982, περί ειδικών μέτρων για τα πίσα, τα κουκιά και τα φούλια ( 3 ), προβλέπει τη χορήγηση ενισχύσεως για τα προϊόντα που συγκομίζονται στην Κοινότητα και χρησιμοποιούνται για την παρασκευή ζωοτροφών ( άρθρο 3. παράγραφος 1 ).
3.
Βάσει του άρθρου 3, παράγραφος 5, και του άρθρου 4 του προαναφερθέντος κανονισμού, το Συμβούλιο εξέδωσε στις 19 Ιουλίου 1982 τον κανονισμό 2036/82 περί θεσπίσεως των γενικών κανόνων σχετικά με τα ειδικά μέτρα για τα πίσα, τα κουκιά και τα φούλια ( 4 ).
Δυνάμει του άρθρου 5, παράγραφος 1, του τελευταίου αυτού κανονισμού, η ενίσχυση χορηγείται σε κάθε χρήστη, υπό τον όρον ότι καταθέτει στον αρμόδιο οργανισμό αίτηση, καθώς και πιστοποιητικό που βεβαιώνει ότι ο παραγωγός έλαβε την κατώτατη τιμή και ότι η ποσότητα που αναφέρεται στο εν λόγω πιστοποιητικό χρησιμοποιήθηκε πράγματι, μετά τη θέση της υπό έλεγχο, στην οικεία επιχείρηση.
Η θέση υπό έλεγχο καθορίζεται στο άρθρο 3, παράγραφος 4, ως η ενέργεια του αρμόδιου οργανισμού του κράτους μέλους, μετά από αίτηση του προσώπου που χρησιμοποιεί τα προϊόντα, για τον καθορισμό της ποσότητας και της ποιότητας των προϊόντων που προορίζονται για τη διατροφή των ανθρώπων ή των ζώων.
Τέλος, το άρθρο 11, παράγραφος 2, ορίζει ότι ο καθορισμός του βάρους των προϊόντων, καθώς και η δειγματοληψία, πραγματοποιούνται κατά την είσοδο των εν λόγω εμπορευμάτων στις επιχειρήσεις όπου πράγματι χρησιμοποιούνται.
4.
Κατά την εφαρμογή του άρθρου 3, παράγραφος 7, του κανονισμού 1431/82, η Επιτροπή εξέδωσε τον κανονισμό 2192/82, η ερμηνεία του οποίου αποτελεί αντικείμενο της παρούσας δίκης.
Το άρθρο 18 του εν λόγω κανονισμού, όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των περιστατικών στα οποία αναφέρονται τα υπό κρίση προδικαστικά ερωτήματα, προέβλεπε ότι κατά την άφιξη των προϊόντων στην επιχείρηση ο ενδιαφερόμενος πληροφορεί αμέσως γραπτώς τον αρμόδιο οργανισμό του κράτους μέλους. Η πληροφόρηση αυτή επείχε θέση αιτήσεως για να τεθούν αυτά υπό έλεγχο.
Προβλεπόταν ωστόσο ότι ο ενδιαφερόμενος μπορούσε να καθυστερήσει τη θέση υπό έλεγχο του προϊόντος που εισήχθη στην επιχείρηση. Στην περίπτωση αυτή ο επιχειρηματίας διέθετε επιπλέον προθεσμία 30 εργασίμων ημερών για να ανακοινώσει στον αρμόδιο οργανισμό την ποσότητα που σκόπευε να θέσει πράγματι υπό έλεγχο και να χρησιμοποιήσει, επομένως, στην επιχείρηση του.
Δυνάμει του άρθρου 29, παράγραφος 2, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1, παράγραφος 13, του κανονισμού 3322/82, η ενίσχυση καταβάλλεται στον χρήστη που κατέθεσε την αίτηση υπό τον όρο να έχει καταθέσει στον οργανισμό που υποδεικνύεται από το κράτος μέλος το πιστοποιητικό περί καταβολής της κατωτάτης τιμής στον παραγωγό και ότι ο οργανισμός που έχει αναλάβει τον έλεγχο έχει προηγουμένως εξετάσει ότι η ποσότητα που αναφέρεται στο πιστοποιητικό έχει πράγματι χρησιμοποιηθεί εντός της προθεσμίας των 150ημερών από της ημερομηνίας καταθέσεως της αιτήσεως για θέση υπό έλεγχο.
Τέλος, το άρθρο 22, παράγραφος 1, του κανονισμού 2192/82, όπως ίσχυε κατά τον χρόνο των περιστατικών της παρούσας υπόθεσης, προέβλεπε ότι η αίτηση ενισχύσεως του άρθρου 5, παράγραφος 1, του κανονισμού 2036/82 κατατίθεται το αργότερο την πρώτη εργάσιμη ημέρα μετά την ημερομηνία καταθέσεως της αιτήσεως για θέση υπό έλεγχο.
5.
Με τα υπό κρίση προδικαστικά ερωτήματα το παραπέμπον δικαστήριο ζητεί κατ' ουσίαν από το Δικαστήριο να καθορίσει τη φύση των υποχρεώσεων που απορρέουν από το άρθρο 18, παράγραφος 1, και το άρθρο 22, παράγραφος 1, του κανονισμού 2192/82, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 3322/82.
Ακριβέστερα, στην υπόθεση 357/88 το Verwaltungsgericht της Φρανκφούρτης επί του Μάιν θέτει το ζήτημα αν η τήρηση της προθεσμίας ανακοινώσεως της εισόδου των προϊόντων στην επιχείρηση κατά το άρθρο 18, παράγραφος 1, συνιστά προϋπόθεση χορηγήσεως της ενισχύσεως, ενώ στην υπόθεση 358/88 το παραπέμπον δικαστήριο ερωτά αν η προθεσμία καταθέσεως της αιτήσεως ενισχύσεως κατά το άρθρο 22, παράγραφος 1, είναι αποκλειστική.
6.
Θα απαντήσω πρώτα στο τελευταίο ερώτημα, παρατηρώντας ότι ο ανατρεπτικός χαρακτήρας της προθεσμίας του άρθρου 22, παράγραφος 1, προκύπτει με επαρκή σαφήνεια από το εν γένει σύστημα των σχετικών διατάξεων.
Πρέπει να επισημανθεί καταρχάς ότι μόνο με την υποβολή της αιτήσεως ενισχύσεως διευκρινίζει ο χρήστης αν ζητεί την ενίσχυση που καθορίζεται βάσει του άρθρου 3, παράγραφος 1 ( χρήση για την παρασκευή ζωοτροφών ), ή κατά το άρθρο 3, παράγραφος 2 (χρήση για την ανθρώπινη διατροφή) του κανονισμού 1431/82 (βλέπε άρθρο 22, παράγραφος 3, του κανονισμού 2192/82 ).
Εξάλλου, το ποσό της ενισχύσεως που πρέπει να χορηγηθεί είναι εκείνο που ισχύει την ημέρα κατά την οποία ο ενδιαφερόμενος καταθέτει την αίτηση ( βλέπε άρθρο 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 2036/82).
Σε περίπτωση, όμως, που η προβλεπόμενη προθεσμία εθεωρείτο απλώς ενδεικτική, αυτό θα σήμαινε ότι ο νομοθέτης θέλησε απλώς να χορηγήσει στους επιχειρηματίες τη δυνατότητα να τηρούν στάση αναμονής, ώστε να μπορούν, ενδεχομένως, να επωφελούνται της εξελίξεως των τιμών και να αντλούν έτσι επιπλέον κέρδος, πράγμα προφανώς αντίθετο προς τον σκοπό της εν λόγω νομοθεσίας, που συνίσταται στην προώθηση της παραγωγής των πίσων, των κουκιών και των φουλιών και όχι στη χορήγηση πλεονεκτημάτων σε ορισμένους επιχειρηματίες ( 5 ).
Η ιδιαίτερη σημασία που θέλησε να προσδώσει ο νομοθέτης στην τήρηση της εν λόγω προθεσμίας προκύπτει, εξάλλου, και από τη διαπίστωση ότι το άρθρο 23 του κανονισμού 2192/82 ορίζει μέχρι και την οριακή ώρα καταθέσεως της αιτήσεως.
7.
Όσον αφορά, στη συνέχεια, την τήρηση της υποχρεώσεως άμεσης ανακοίνωσης της εισόδου των προϊόντων στην επιχείρηση κατά το άρθρο 18, παράγραφος 1, του κανονισμού 2192/82, πρέπει να παρατηρηθεί ότι η μη τήρηση της υποχρεώσεως αυτής διακυβεύει επίσης την τήρηση της διατάξεως του άρθρου 11, παράγραφος 2, του κανονισμού 2036/82 του Συμβουλίου, κατά το οποίο ο καθορισμός του βάρους των προϊόντων, καθώς και η δειγματοληψία, που καθιστούν δυνατόν τον έλεγχο της ποιότητας και της περιεκτικότητας του εμπορεύματος σε υγρασία, πρέπει να πραγματοποιούνται κατά την είσοδο των εν λόγω προϊόντων στην επιχείρηση.
Εξάλλου, ακριβώς από της πρώτης αυτής ανακοινώσεως αρχίζει να τρέχει η προθεσμία για τη θέση του εμπορεύματος υπό έλεγχο, επομένως, και η άλλη προθεσμία που προβλέπεται για την κατάθεση της αιτήσεως ενισχύσεως.
Η τήρηση της προθεσμίας των 150ημερών, που ορίζεται ως όριο για την πραγματική χρησιμοποίηση του εμπορεύματος και τρέχει από της ημερομηνίας καταθέσεως της αιτήσεως για θέση υπό έλεγχο, δύσκολα μπορεί να ελεχθεί, ελλείψει πραγματικής βεβαιότητος ως προς το πρώτο σημείο αναφοράς, που είναι ακριβώς εκείνο της ανακοινώσεως της εισόδου των προϊόντων στην επιχείρηση.
8.
Με άλλους λόγους, σε ένα σύστημα όπως αυτό της εν λόγω νομοθεσίας που αποβλέπει στην εξασφάλιση, μέσω οργανωμένου συστήματος ελέγχων, της ορθής χρησιμοποιήσεως της προβλεπομένης ενισχύσεως, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι οι προβλεπόμενες προθεσμίες έχουν απλώς ενδεικτικό χαρακτήρα, καθόσον η μη τήρηση τους στερεί την όλη διαδικασία από την απαραίτητη αυστηρότητα, πράγμα που έχει σοβαρές συνέπειες όχι μόνο από πλευράς ορθής διοικητικής τεχνικής, αλλά και ως προς την αποτελεσματικότητα των ελέγχων και τον καθορισμό του ύψους της ενισχύσεως που πρέπει να χορηγηθεί.
9.
Δεν θεωρώ, εξάλλου, ότι αυτή η ερμηνεία των εν λόγω κανόνων είναι αντίθετη προς την αρχή της αναλογικότητας, στην οποία επανειλημμένα αναφέρθηκε το Δικαστήριο, ούτε ότι καθίσταται έτσι δυνατό στην Επιτροπή να θεσπίσει συμπληρωματικές προϋποθέσεις για τη χορήγηση της ενισχύσεως, υπερβαίνοντας, με τον τρόπο αυτό, τις εξουσίες που της έχουν χορηγηθεί.
10.
Ως προς το πρώτο σημείο, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι προκειμένου να διαπιστωθεί αν μια διάταξη του κοινοτικού δικαίου συμβιβάζεται προς την αρχή της αναλογικότητας, πρέπει να εξακριβωθεί αν τα μέσα που μετέρχεται είναι κατάλληλα για την επίτευξη του σκοπού στον οποίον αποβλέπει και μήπως τα μέσα αυτά βαίνουν πέραν του απαραίτητου για την επίτευξη του μέτρου ( 6 ).
Από τα προεκτεθέντα θεωρώ ότι προκύπτει με επαρκή σαφήνεια ότι η κύρωση που συνίσταται στην απώλεια του δικαιώματος ενισχύσεως λόγω μη τηρήσεως των υποχρεώσεων που προβλέπονται από τις εν λόγω διατάξεις δεν συνιστά για τους διοικούμενους δυσανανάλογη θυσία, διότι, όπως προανέφερα, η αυστηρή τήρηση των εν λόγω υποχρεώσεων είναι απαραίτητη, προκειμένου να εξασφαλιστεί η εύρυθμη λειτουργία του συστήματος ενισχύσεων που θεσπίστηκε από τα κοινοτικά όργανα.
Εξάλλου, πρέπει να ληφθεί υπόψη, όσον αφορά ιδίως τις διατάξεις του άρθρου 22, παράγραφος 1, του κανονισμού 2192/82, ότι η απώλεια δικαιώματος συνεπεία καθυστερημένης υποβολής αιτήσεως αποτελεί, κατά γενικό κανόνα, τη συνήθη συνέπεια της παρόδου κάθε αποκλειστικής προθεσμίας ( 7 ), και όχι κύρωση.
11.
Όσον αφορά, αντίθετα, το άλλο επιχείρημα που προβλήθηκε από την προσφεύγουσα της κυρίας δίκης, κατά το οποίο, αν γινόταν δεκτό ότι η μη τήρηση όλων των προβλεπομένων προθεσμιών συνεπάγεται απώλεια του δικαιώματος, αυτό θα καθιστούσε δυνατό στην Επιτροπή να θεσπίζει με τον κανονισμό περί των λεπτομερειών εφαρμογής προϋποθέσεις για τη χορήγηση ενισχύσεων επιπλέον των προβλεπομένων στον κανονισμό 2036/82 του Συμβουλίου, θα παρατηρήσω απλώς ότι — όπως προκύπτει από τη νομολογία του Δικαστηρίου — όταν η Επιτροπή ασκεί τις εκτελεστικές αρμοδιότητες στο πλαίσιο των γεωργικών αγορών, έχει την εξουσία να θεσπίζει όλα τα αναγκαία ή πρόσφορα εκτελεστικά μέτρα για να θέτει σε εφαρμογή τη βασική ρύθμιση, εφόσον αυτά δεν αντιβαίνουν προς τη ρύθμιση αυτή ή προς τις εκτελεστικές διατάξεις του Συμβουλίου ( 8 ).
Εν προκειμένω είναι προφανές ότι ο καθορισμός προθεσμίας για την κατάθεση των αιτήσεων ενισχύσεως, όπως και η υποχρέωση έγκαιρης ενημέρωσης του αρμόδιου οργανισμού για την είσοδο των προϊόντων στην επιχείρηση, δεν αντίκεινται στις βασικές διατάξεις του Συμβουλίου, καθόσον οι εν λόγω λεπτομέρειες εφαρμογής εξυπηρετούν την ανάγκη εξασφαλίσεως της εύρυθμης λειτουργίας του συστήματος ενισχύσεων.
12.
Υπό το φως των προεκτεθέντων προτείνω, επομένως, στο Δικαστήριο να απαντήσει στα δύο ερωτήματα του Verwaltungsgericht της Φρανκφούρτης επί του Μάιν ότι η τήρηση της προθεσμίας του άρθρου 18, παράγραφος 1, του κανονισμού 2192/82, για την ενημέρωση του αρμόδιου οργανισμού περί της εισόδου των προϊόντων στην επιχείρηση συνιστά προϋπόθεση χορηγήσεως της ενισχύσεως και ότι η προθεσμία καταθέσεως της αιτήσεως ενισχύσεως που προβλέπεται στο άρθρο 22, παράγραφος 1, του ίδιου κανονισμού είναι αποκλειστική.
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ιταλική.
( 1 ) ΕΕ L 233, σ. 5.
( 2 ) EE L 351, o. 27.
( 3 ) EE L 162, σ. 28.
( 4 ) EE L 219, σ. 1.
( 5 ) Βλέπε πρώτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 1431/82.
( 6 ) Βλέπε, ιδίως τελευταία, την απόφαση της 30ής Ιουνίου 1987, Roquette Frères, σκέψη 19 (47/86, Συλλογή 1987, σ. 2889) απόφαση της 18ης Μαρτίου 1987, Société pour l'exportation des sucres, σκέψη 28 (56/86, Συλλογή 1987, σ. 1423 ), καθώς και την απόφαση της 14ης Ιανουαρίου 1987, Zuckerfabrik Bedburg, σκέψη 36 (291/84, Συλλογή 1987, σ. 49).
( 7 ) Βλέπε απόφαση της 22ας Ιανουαρίου 1986, Denkavit France, σκέψη 21 ( 266/84, Συλλογή 1986, σ. 149 ).
( 8 ) Βλέπε ιδιαιτέρως την απόφαση της 18ης Ιανουαρίου 1990, Butlerabsatz (C-345/88, Συλλογή 1990, σ. I-159)· απόφαση της 14ης Φεβρουαρίου 1989, Knoeckel ( 13/88, Συλλογή 1989, σ. 337)·
απόφαση της 18ης Οκτωβρίου 1988, Bayernwald Frflchtcverwertung GmbH (121/87, Συλλογή 1988, σ. 6273) και απόφαση της 15ης Μαΐου 1984, Zuckerfabrik GmbH (121/83, Συλλογή 1984, σ. 2039).
Top