ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
GIUSEPPE TESAURO
της 11ης Ιανουαρίου 1990 ( *1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι αικαανές,
1.
Με την παρούσα αίτηση για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως, το βρετανικό δικαστήριο ερωτά το Δικαστήριο σχετικά με τη νομιμότητα, από πλευράς κοινοτικών κανόνων, ορισμένων ρυθμίσεων του καθεστώτος των βρετανικών Milk Marketing Boards ( στο εξής: ΜΜΒ ).
Το σχετικό κανονιστικό πλαίσιο εκτίθεται στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση, στην οποία και παραπέμπω. Εδώ θα υπενθυμίσω απλώς τα γενικής φύσεως στοιχεία που ακολουθούν κατωτέρω.
2.
Οι ΜΜΒ είναι οργανώσεις παραγωγών γάλακτος, οι οποίες ιδρύθηκαν κατά τη δεκαετία του'30. Στο πλαίσιο των διαδικασιών των σχετικών με τη συμμετοχή των διαφόρων κατηγοριών εμπόρων της αγοράς γάλακτος και γαλακτοκομικών προϊόντων, οι ΜΜΒ παίζουν καθοριστικό ρόλο κατά τον καθορισμό των τιμών των προϊόντων αυτών και, επομένως, των εσόδων των ενδιαφερομένων κατηγοριών.
Για να μπορούν οι ΜΜΒ να επιτελούν τη λειτουργία της ρυθμίσεως της αγοράς, η βρετανική νομοθεσία τους αναγνωρίζει ορισμένα θεμελιώδη προνόμια. Το σημαντικότερο από αυτά είναι το αποκλειστικό δικαίωμα αγοράς του γάλακτος που παράγεται στο Ηνωμένο Βασίλειο. Το κατ' αυτόν τον τρόπο συλλεγόμενο γάλα πωλείται κατόπιν και πάλι με βάση μια πολιτική τιμών διαφοροποιούμενων αναλόγως του εμπορικού προορισμού του γάλακτος αυτού: έτσι, η τιμή είναι υψηλότερη για το γάλα που προορίζεται προς ανθρώπινη κατανάλωση, ενώ εφαρμόζονται χαμηλότερες τιμές για το γάλα που χρησιμοποιείται προς μεταποίηση σε άλλα προϊόντα. Η τιμή στην οποία πωλούν το γάλα οι παραγωγοί είναι μια μέση τιμή σε σχέση με τις τιμές που εφαρμόζουν οι ΜΜΒ κατά τη μεταπώληση, πράγμα που σημαίνει ότι τα έσοδα από την εμπορική δραστηριότητα των ΜΜΒ κατανέμονται από κοινού μεταξύ των παραγωγών γάλακτος.
Με δύο λόγια, συνεπώς, η πολιτική τιμών — η οποία, όπως είπα, είναι και εισοδηματική πολιτική — που ακολουθούν οι ΜΜΒ στηρίζεται σε δύο βασικά στοιχεία: εξίσωση των τιμών κατά το πρώτο στάδιο και διαφοροποίησή τους κατά το επόμενο. Το έργο αυτό δεν θα μπορούσε, φυσικά, να ασκηθεί αν οι οργανισμοί αυτοί δεν είχαν μονοπώλιο εκ του νόμου όσον αφορά την αγορά του γάλακτος που παράγεται στο Ηνωμένο Βασίλειο.
3.
Το τυπικά διευθυντικό και, ας μου επιτραπεί να προσθέσω, συντεχνιακό αυτό καθεστώς ενσωματώθηκε στην κοινή οργάνωση της αγοράς του γάλακτος όταν εισήλθε στην Κοινότητα το Ηνωμένο Βασίλειο.
Σχετικώς, σε δήλωση προσαρτημένη στη Συνθήκη προσχωρήσεως τονιζόταν ήδη ότι ο κανονισμός 804/68 ( 1 ) — ο βασικός κανονισμός στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων — δεν επηρεάζει την ελευθερία κάθε οργανώσεως παραγωγών «να παραδίδει, με δική της πρωτοβουλία, γάλα στον τόπο της επιλογής της προκειμένου να επιτύχει την καλύτερη δυνατή απόδοση για τα μέλη της, να δημιουργήσει κοινό ταμείο κερδών και να αμείψει τα μέλη της κατά το δοκούν » ( 2 ).
Υπ' αυτή την προοπτική εκδόθηκε ο κανονισμός 1421/78 του Συμβουλίου ( 3 ) με τον οποίο τροποποιήθηκε ο κανονισμός 804/68. Η δεύτερη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 1421/78 έχει ως εξής:
« ότι ορισμένες δραστηριότητες των Milk Marketing Boards που υπάρχουν στο Ηνωμένο Βασίλειο συνετέλεσαν στον προσανατολισμό του μεγαλυτέρου μέρους της ποσότητος γάλακτος που παράγεται σ' αυτό το κράτος μέλος για ανθρώπινη άμεση κατανάλωση· ότι οι οργανώσεις αυτές χαρακτηρίζονται από ορισμένα προνόμια, των οποίων απολαύουν και τα οποία εξασφαλίζουν την ομαλή λειτουργία τους· ότι πρόκειται ιδίως περί του αποκλειστικού τους δικαιώματος να αγοράζουν το γάλα από τους παραγωγούς που είναι εγκατεστημένοι στην περιοχή ».
Με βάση την αιτιολογία αυτή, το άρθρο 1 του κανονισμού αυτού, το οποίο τροποποιεί το άρθρο 25 του κανονισμού 804/68, καθιερώνει την αρχή ότι οι ΜΜΒ συμβιβάζονται προς το κοινοτικό καθεστώς, αναγνωρίζοντας, μεταξύ άλλων, στους εν λόγω οργανισμούς τόσο το αποκλειστικό δικαίωμα αγοράς της συνολικής ποσότητας γάλακτος που παράγεται στην οικεία περιοχή, όσο και το δικαίωμα να προβαίνουν σε εξίσωση των τιμών που καταβάλλουν στους παραγωγούς, χωρίς να λαμβάνουν υπόψη τον προορισμό του γάλακτος που πωλεί κάθε παραγωγός.
4.
Με βάση τις διευκρινίσεις αυτές μπορούν τώρα να εξεταστούν τα ερωτήματα που υπέβαλε το εθνικό δικαστήριο. Τα ερωτήματα αυτά αφορούν, κατ' ουσίαν, δύο ζητήματα: την έκταση, ratione matériáé, του μονοπωλίου αγοράς των ΜΜΒ και τη νομιμότητα, από κοινοτικής απόψεως, μιας δέσμης εισφορών — και των αντιστοίχων κυρώσεων — που επιβάλλει στους παραγωγούς γάλακτος η βρετανική νομοθεσία.
Όσον αφορά το πρώτο ζήτημα, πρέπει να αναφερθεί ότι το αγγλικό κείμενο του άρθρου 25, παράγραφος 1, στοιχείο α), του κανονισμού 804/68, όπως έχει τροποποιηθεί με τον κανονισμό 1421/78, προβλέπει ότι το αποκλειστικό δικαίωμα που μπορεί να χορηγείται σε οργανισμούς όπως οι ΜΜΒ αφορά, ratione matériáé, το γάλα που παράγεται και πωλείται « without processing ».
5.
Η εναγομένη της κυρίας δίκης, η οποία πραγματοποίησε απευθείας πωλήσεις παστεριωμένου γάλακτος σε διάφορες κατηγορίες αγοραστών ( τελικούς καταναλωτές, γαλακτοπώλες, γαλακτοπωλεία και υπεραγορές ), υποστηρίζει ότι η παστερίωαη αποτελεί μεταποίηση (process) κατά την έννοια της προαναφερθείσας διάταξης. Κατά συνέπεια, το γάλα που είναι το αντικείμενο των πωλήσεων αυτών δεν καλύπτεται, κατά την άποψή της, από το μονοπώλιο που αναγνωρίζεται στους ΜΜΒ.
6.
Νομίζω ότι είναι σκόπιμο να αναφερθεί σχετικώς ότι, κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου, « η ανάγκη ομοιόμορφης ερμηνείας των κοινοτικών κανονισμών αποκλείει τη θεώρηση του κειμένου αυτού μεμονωμένου, επιβάλλει δε την ερμηνεία του υπό το φως της αποδόσεως του στις άλλες γλώσσες... » ( 4 ). Εξάλλου, η ερμηνεία των κοινοτικών κανόνων πρέπει, ως γνωστόν, να γίνεται και βάσει συστηματικών και τελεολογικών κριτηρίων ( 5 ).
7.
Κατόπιν τούτων, πρέπει να αναγνωριστεί ότι ο όρος « without processing » δεν είναι καθεαυτόν μονοσήμαντος. Μπορεί να σημαίνει είτε τη μεταποίηση του γάλακτος σε παράγωγο προϊόν είτε απλώς και μόνον την επεξεργασία του με σκοπό τη συντήρηση. Με την πρώτη σημασία — όπως προκύπτει από τη σύγκριση προς τις άλλες γλωσσικές αποδόσεις — φαίνεται ότι χρησιμοποιείται ο όρος, παραδείγματος χάριν, στο άρθρο 10, παράγραφος 2, στοιχεία α) και β), του κανονισμού 1422/78 ( 6 ) και στο άρθρο 3, παράγραφος 1, στοιχείο γ), του κανονισμού 1565/79 ( 7 )· αντίθετα, τη δεύτερη σημασία φαίνεται ότι έχει στο άρθρο 5, παράγραφος 1, του κανονισμού 1422/78, όπως προκύπτει, και πάλι, από τη σύγκριση προς τις άλλες γλωσσικές αποδόσεις.
8.
Προκειμένου να προσδιοριστεί με ποια σημασία χρησιμοποιείται ο όρος αυτός στο άρθρο 25, παράγραφος 1, στοιχείο α), του κανονισμού 804/68, πρέπει πρώτα να γίνει σύγκριση με τις άλλες γλωσσικές αποδόσεις.
Στο γερμανικό κείμενο, ο όρος « without processing » αποδίδεται με την έκφραση « in unverarbeitetem Zustand », πράγμα που δείχνει με αρκετή σαφήνεια ότι το γάλα δεν πρέπει να έχει υποβληθεί σε διαδικασία μεταποιήσεως, δηλαδή ότι δεν πρέπει να έχει μεταποιηθεί σε προϊόν διαφορετικό από εμπορική άποψη και όχι δε ότι δεν πρέπει να έχει υποστεί απλή επεξεργασία, όπως είναι ακριβώς η παστερίωση.
Στις άλλες γλώσσες χρησιμοποιούνται γενικότερες εκφράσεις που είναι δυνατόν, περισσότερο ή λιγότερο, να αναφέρονται τόσο στο μη μεταποιημένο γάλα όσο και στο γάλα που απλώς δεν έχει υποστεί επεξεργασία. Έτσι, η αντίστοιχη έκφραση στα γαλλικά είναι « en l'état », στα ιταλικά « nello stato in cui si trova », στα ολλανδικά « ongewijzigde staat », στα δανικά « uforarbejdet stand », στα ισπανικά « en su estado natural », στα πορτογαλικά « em natureza » και στα ελληνικά « ως έχει ».
9.
Κατόπιν τούτων, επιβάλλονται δύο παρατηρήσεις συστηματικής φύσεως. Πρώτον, όταν στους κανονισμούς αυτούς σκοπείται να γίνει αναφορά ειδικώς στην επεξεργασία — όπως στο άρθρο 5, παράγραφος 1, του κανονισμού 1422/78 —, χρησιμοποιείται πάντοτε, στις άλλες γλώσσες εκτός της αγγλικής ( όπου χρησιμοποιείται, επαναλαμβάνω, αδιακρίτως ο όρος processing ), ένας ειδικός όρος ο οποίος, προ παντός, δεν ταυτίζεται με τους προαναφερθέντες όρους που χρησιμοποιούνται στις διάφορες γλωσσικές αποδόσεις του άρθρου 25, παράγραφος 1, στοιχείο α), του κανονισμού 804/68 προς προσδιορισμό του γάλακτος που δεν καταλαμβάνεται από το μονοπώλιο των ΜΜΒ.
Δεύτερον, στις διάφορες γλωσσικές αποδόσεις εκτός της αγγλικής, η έκφραση που περιέχεται στο άρθρο 25, παράγραφος 1, στοιχείο α), του κανονισμού 804/68 φαίνεται ότι χρησιμοποιείται σταθερά, όταν επαναλαμβάνεται σε άλλες διατάξεις για να γίνει διάκριση μεταξύ του μη μεταποιημένου γάλακτος και των μεταποιημένων προϊόντων. Αυτό συμβαίνει στο άρθρο 7, παράγραφος 1, στοιχείο α), και στο άρθρο 10, παράγραφος 2, στοιχείο β), του κανονισμού 1422/78. Αυτό σημαίνει ότι η εν λόγω έκφραση χρησιμοποιείται μονοσήμαντα σε όλες τις γλωσσικές αποδόσεις, εκτός της αγγλικής, για να προσδιοριστεί ακριβώς το γάλα που πωλείται ως τοιούτο, όχι όμως το γάλα που έχει μεταποιηθεί σε άλλα γαλακτοκομικά προϊόντα.
10.
Το συμπέρασμα αυτό, στο οποίο οδηγεί η γραμματική και η συστηματική ερμηνεία των διατάξεων, επιβεβαιώνεται με την εξέταση της λογικής που διέπει το άρθρο 25, παράγραφος 1, στοιχείο α), του κανονισμού 804/68.
Πράγματι, το μονοπώλιο των ΜΜΒ αναγνωρίζεται καθόσον είναι απαραίτητο για να εξασφαλιστεί η αποτελεσματικότητα της πολιτικής διαφοροποιήσεως και εξισώσεως των τιμών την οποία εφαρμόζουν οι οργανισμοί αυτοί. Ήδη ανέφερα ότι, όσον αφορά το γάλα που προορίζεται προς ανθρώπινη κατανάλωση, οι ΜΜΒ εφαρμόζουν τιμή διατιμήσεως υψηλότερη από την ισχύουσα για το γάλα που έχει άλλο προορισμό. Εξάλλου, ή τιμή αυτή είναι υψηλότερη από τη μέση τιμή στην οποία πωλούν κατά το προηγούμενο στάδιο οι παραγωγοί γάλακτος στους ΜΜΒ. Επομένως, είναι προφανές το συμφέρον να γίνονται πωλήσεις μάλλον απευθείας στην αγορά παρά μέσω των ΜΜΒ· και είναι επίσης σαφές ότι είναι αναγκαία η αποφυγή, ή τουλάχιστον ο αυστηρός έλεγχος, της δυνατότητας διενεργείας τέτοιων απευθείας πωλήσεων, ώστε να μην τεθεί σοβαρώς σε κίνδυνο η πολιτική τιμών διατιμήσεως και διαφοροποιημένων τιμών.
11.
Αν αυτή είναι όμως η οικονομική δικαιολόγηση της αναγνωρίσεως του μονοπωλίου των ΜΜΒ, συνάγεται το συμπέρασμα ότι το αποκλειστικό αυτό δικαίωμα πρέπει να καταλαμβάνει κάθε είδους γάλα δυνάμενο να πωληθεί με προορισμό την ανθρώπινη κατανάλωση, χωρίς να έχει καμία σημασία αν το γάλα αυτό έχει ή όχι υποστεί παστερίωση ή άλλου είδους επεξεργασία προς συντήρηση. Με άλλα λόγια, το ρευστό γάλα υπάγεται στο μονοπώλιο των ΜΜΒ εφόσον μπορεί να έχει ως προορισμό την ανθρώπινη κατανάλωση ( οπότε ισχύει η υψηλότερη τιμή διατιμήσεως ) και το εν λόγω μονοπώλιο δεν μπορεί να περιορίζεται αναλόγως της ειδικής επεξεργασίας η οποία ουδόλως επιδρά επί του προορισμού αυτού. Εξάλλου, όπως παρατηρήθηκε ορθώς — ως επιχείρημα εξ αντιδιαστολής — αν δεν γίνει δεκτή αυτή η ερμηνεία, κάθε παραγωγός γάλακτος θα μπορούσε αρκετά εύκολα να διαφεύγει του αποκλειστικού δικαιώματος των ΜΜΒ υποβάλλοντας το γάλα σε επεξεργασία με σκοπό τη συντήρηση, εν συνεχεία δε να το μεταπωλεί απευθείας προς ανθρώπινη κατανάλωση επωφελούμενος της υψηλότερης τιμής διατιμήσεως.
12.
Αντίθετα — όπως υπογράμμισε ο εμπειρογνώμων της Επιτροπής κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση —, φαίνεται λογικό το μονοπώλιο των ΜΜΒ να μην καταλαμβάνει το γάλα που χρησιμοποιείται απευθείας προς μεταποίηση σε άλλα προϊόντα. Πράγματι, κάθε παραγωγός είναι εντελώς ελεύθερος να μην παραδίδει το γάλα στους ΜΜΒ αν επιθυμεί να το χρησιμοποιήσει προς μεταποίηση, παραδείγματος χάρη, σε βούτυρο ή τυρί. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι οι τιμές πωλήσεως που εφαρμόζουν οι ΜΜΒ για το γάλα το οποίο προορίζεται στις χρήσεις αυτές είναι, όπως σημείωσα ήδη, χαμηλότερες· επομένως, η πολιτική τιμών των ΜΜΒ δεν διακυβεύεται λόγω της απευθείας χρησιμοποιήσεως του γάλακτος για τη μεταποίηση αυτή. Αντιθέτως, πρέπει να γίνει δεκτό ότι οι παραγωγοί γάλακτος θα έχουν συνήθως συμφέρον να το παραδίδουν στους ΜΜΒ, στην τιμή εξισώσεως του μέσου επιπέδου, κατόπιν δε να το ξαναγοράζουν από αυτούς στη χαμηλότερη από τις τιμές στις οποίες πωλούν για να παραγάγουν παράγωγα προϊόντα.
13.
Το συμπέρασμα που συνάγεται από τα ανωτέρω είναι, κατά τη γνώμη μου, ότι τόσο το γράμμα όσο και ο σκοπός των διατάξεων οδηγούν στην άποψη ότι το αποκλειστικό δικαίωμα αγοράς του οποίου απολαύουν οι ΜΜΒ καταλαμβάνει το ρευστό γάλα το οποίο μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως έχει προς ανθρώπινη κατανάλωση, επομένως δε τόσο το μη παστεριωμένο γάλα όσο και το γάλα που έχει υποστεί αυτήν ή άλλη επεξεργασία προς συντήρηση, μη ικανή να αλλοιώσει τα εμπορικά του χαρακτηριστικά.
14.
Μετά την αρνητική απάντηση στο πρώτο ερώτημα του εθνικού δικαστηρίου, πρέπει να εξετασθούν τα υπόλοιπα ερωτήματα, τα οποία αφορούν το ζήτημα αν συμβιβάζονται προς το κοινοτικό δίκαιο ορισμένες εισφορές επιβαλλόμενες στους παραγωγούς γάλακτος δυνάμει του καθεστώτος των ΜΜΒ καθώς και οι διαδικασίες και οι κυρώσεις που προβλέπονται σε περίπτωση μη καταβολής των εν λόγω εισφορών.
15.
Διευκρινίζω εξαρχής, προκειμένου να ληφθεί υπόψη ειδικώς το τρίτο από τα ερωτήματα του εθνικού δικαστηρίου, ότι η νομιμότητα των εν λόγω εισφορών πρέπει να κριθεί βάσει των χαρακτηριστικών τους και της φύσεως τους, ανεξαρτήτως του σταδίου εμπορίας (χονδρικού ή λιανικού εμπορίου) στο οποίο ανήκει η δραστηριότητα των υπόχρεων προς καταβολή των εισφορών παραγωγών.
16.
Κατόπιν τούτου, υπενθυμίζω ότι, όπως προκύπτει από τη Διάταξη περί παραπομπής, οι εν λόγω εισφορές υπάγονται σε διάφορες κατηγορίες. Καταρχάς, υπάρχουν οι « capital contributions » τις οποίες οφείλουν κατ' έτος όλοι οι παραγωγοί επί τη βάσει της συνολικής ποσότητος του πωληθέντος γάλακτος (δεν απαιτούνται πλέον από τις 31 Μαρτίου 1986). Σ' αυτές προστίθενται άλλες εισφορές, οι « producers processors contributions » ( PP contributions ) και οι « producers retailers contributions » ( PR contributions ), των οποίων η ιδιαιτερότητα συνίσταται στο γεγονός ότι βαρύνουν όχι όλους αδιακρίτως τους παραγωγούς αλλά μόνον εκείνους οι οποίοι, δυνάμει συμφωνίας με τους ΜΜΒ, απαλλάσσονται, για ορισμένη ποσότητα και για ορισμένο διάστημα, από την υποχρέωση να παραδίδουν το γάλα στους οργανισμούς αυτούς. Επομένως, οι παραγωγοί αυτοί έχουν, βάσει συμφωνίας, τη δυνατότητα να πραγματοποιούν απευθείας πωλήσεις στην αγορά. Οι εισφορές που οφείλουν να καταβάλλουν υπολογίζονται κατά τρόπον ώστε να καλύπτεται η διαφορά μεταξύ της υψηλότερης τιμής που επιτυγχάνουν πωλώντας απευθείας στην αγορά και της μέσης — και χαμηλότερης — τιμής στην οποία θα πωλούσαν στους ΜΜΒ. Με άλλα λόγια, ο ρόλος των εισφορών αυτών είναι να τίθενται στην ίδια μοίρα τόσο αυτοί που πωλούν γάλα στους ΜΜΒ σε σχέση με τους παραγωγούς στους οποίους επιτρέπεται, βάσει συμβάσεως, να πραγματοποιούν απευθείας πωλήσεις, όσο και αυτοί που αγοράζουν από τους ΜΜΒ σε σχέση με αυτούς που ήταν σε θέση να αγοράσουν απευθείας από τους παραγωγούς.
17.
Η εναγομένη της κυρίας δίκης αμφισβητεί κυρίως το σύμφωνο της δεύτερης κατηγορίας εισφορών (των ΡΡ contributions και των PR contributions ) προς το κοινοτικό δίκαιο. Υποστηρίζει ότι οι κανονισμοί δεν επιτρέπουν ρητώς στους ΜΜΒ να απαιτούν τέτοιου είδους παροχές, οι οποίες εν πάση περιπτώσει είναι παράνομες, καθόσον δεν εμφανίζονται ως αντιπαροχή έναντι προσφερομένων υπηρεσιών αλλ' ως επιβάρυνση στο πλαίσιο της πολιτικής ρυθμιζόμενων τιμών των ΜΜΒ που αποσκοπεί ειδικώς στην εξουδετέρωση του ανταγωνισμού τον οποίο ασκούν οι παραγωγοί που μπορούν να πωλούν απευθείας στην αγορά γάλακτος.
18.
Η άποψη αυτή δεν μου φαίνεται βάσιμη. Σχετικώς, υπενθυμίζω καταρχάς ότι ο κανονισμός 1421/78, διαπιστώνοντας ότι κατά βάση οι ΜΜΒ συμβιβάζονται προς τη διάρθρωση και τους σκοπούς της ΚΓΠ, αναγνωρίζει ότι « οι οργανώσεις αυτές χαρακτηρίζονται από ορισμένα προνόμια, των οποίων απολαύουν και τα οποία εξασφαλίζουν την ομαλή λειτουργία τους·... ιδίως... του αποκλειστικού τους δικαιώματος να αγοράζουν το γάλα από τους παραγωγούς που είναι εγκατεστημένοι στην περιοχή ».
Από το μονοπώλιο αυτό, το οποίο καθιερώνεται κατά τρόπο γενικό,προβλέπονται μόνο τρεις εξαιρέσεις: οι υπό στοιχεία α) και β) του άρθρου 7, παράγραφος 1, του κανονισμού 1422/78 και η του άρθρου 8 του ιδίου κανονισμού. Στις εξαιρέσεις αυτές — που είναι, εξάλλου, σαφώς οριοθετημένες — πρέπει να προστεθεί η περίπτωση την οποία προβλέπει πάντοτε το άρθρο 7 του κανονισμού 1422/78, κατά την οποία το αποκλειστικό δικαίωμα αναστέλλεται δυνάμει συμφωνίας μεταξύ του παραγωγού και των ΜΜΒ.
19.
Νομίζω ότι η ratio της τελευταίας αυτής διατάξεως είναι αρκετά σαφής: εφόσον αποσκοπεί στην εξασφάλιση της εύρυθμης λειτουργίας των ΜΜΒ, το αποκλειστικό δικαίωμα εμφανίζεται ως δικαίωμα επιδεχόμενο διαθέσεως, του οποίου ο δικαιούχος οργανισμός μπορεί, όταν το κρίνει σκόπιμο, και να παραιτηθεί.
Είναι προφανές, ωστόσο, ότι η παραίτηση αυτή αποτελεί ευχέρεια για τους ΜΜΒ, οι οποίοι συνεπώς είναι ελεύθεροι να αρνούνται να συμφωνήσουν για τη διενέργεια απευθείας πωλήσεων γάλακτος. Ομοίως, πρέπει επίσης να θεωρούνται — τουλάχιστον καταρχήν — ελεύθεροι να υποβάλλουν τη συμφωνία αυτή σε συγκεκριμένους όρους, χωρίς να χρειάζεται να επιτρέπεται ρητά κάτι τέτοιο.
20.
Δεν μπορεί, βεβαίως, να αποκλειστεί, καίτοι μια τέτοια υπόθεση μου φαίνεται κάπως ακαδημαϊκή, η δυνατότητα να θεωρηθεί παράνομη η επιβολή απολύτως αδικαιολόγητων όρων, υπό το φως μάλιστα των ορίων τα οποία οφείλουν να τηρούν οι ΜΜΒ κατά την άσκηση των δικαιωμάτων τους.
21.
Δεν μου φαίνεται όμως ότι έτσι έχει το πράγμα εν προκειμένω, μια και δεν αμφισβητείται ότι οι εν λόγω εισφορές έχουν ως σκοπό να αποφευχθεί το φαινόμενο οι παραγωγοί που πωλούν στους ΜΜΒ και αγοράζουν από αυτούς να ευρίσκονται σε μειονεκτική θέση σε σχέση με τους παραγωγούς στους οποίους επιτρέπεται κατ' εξαίρεση να συναλλάσσονται απευθείας στην αγορά, χωρίς δηλαδή να περνούν, όπως γίνεται κανονικά, μέσω των οργανισμών αυτών. Με άλλα λόγια, νομίζω ότι είναι σαφές πως, επιβάλλοντας τις εν λόγω εισφορές, οι ΜΜΒ παραμένουν εντός των ορίων και των σκοπών του αποκλειστικού δικαιώματος που τους αναγνωρίζει η κοινοτική νομοθεσία.
22.
Εξάλλου, πρέπει να σημειωθεί ότι η εναγομένη της κυρίας δίκης δεν αμφισβητεί ότι οι εισφορές που της επιβάλλονται είναι εξ ολοκλήρου συνάρτηση των προνομίων και των δικαιωμάτων που αναγνωρίζονται στους ΜΜΒ. Αυτό που φαίνεται να αμφισβητεί στην πραγματικότητα η εναγομένη της κύριας δίκης — όπως φάνηκε κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση — είναι η ίδια η ύπαρξη του αποκλειστικού δικαιώματος των ΜΜΒ και όχι ο τρόπος ασκήσεως του. Με άλλα λόγια, θεωρεί ανεπίτρεπτο να μην μπορεί να λειτουργεί ελεύθερος και πλήρης ανταγωνισμός έναντι των ΜΜΒ στην αγορά του γάλακτος που προορίζεται προς ανθρώπινη κατανάλωση.
23.
Το αν η απορρνθμιοη της αγοράς αυτής είναι ή όχι ευκταία εξαρτάται από τις πεποιθήσεις που μπορεί να έχει καθένας για τέτοιους οργανισμούς διευθυντικού χαρακτήρα. Δεν πρέπει, εννοείται, να λησμονείται ότι οι διαφοροποιήσεις που εφαρμόζουν οι ΜΜΒ όσον αφορά τις τιμές δεν μπορούν να εξομοιωθούν απλουστευτικά με μια οποιαδήποτε εκδήλωση δυνάμεως της αγοράς. Εντάσσονται, και πρέπει να εκτιμώνται, στο πλαίσιο ενός πολύ πιο συνθέτου συστήματος, κατά το μέτρο που είναι, μεταξύ άλλων, σε θέση να καταστήσουν δυνατή την εξίσωση των εισοδημάτων των παραγωγών γάλακτος. Επομένως, ενώ μερικές φορές μπορεί να μην εξυπηρετεί το συμφέρον ορισμένων επιχειρηματιών που επιθυμούν να έχουν μεγαλύτερο περιθώριο χειρισμού, η πολιτική αυτή αποτελεί όχι μόνον επαρκώς βεβαία οικονομική εγγύηση για την κατηγορία των παραγωγών γάλακτος θεωρουμένη στο σύνολο της αλλά και μέσο για να εξελιχθεί κάπως κανονικότερα η αγορά αυτή, η οποία, ως γνωστόν, εξακολουθεί γενικώς να χαρακτηρίζεται από διαρθρωτικές δυσκολίες.
24.
Πέρα όμως από αυτές τις γενικής φύσεως σκέψεις, απομένει, από αυστηρά νομική άποψη, ένα μόνο δεδομένο που είναι, νομίζω, αναμφισβήτητο: ότι ο κοινοτικός κανονισμός — του οποίου, εξάλλου, ουδείς αμφισβήτησε το κύρος — αναγνωρίζει πλήρως την οργάνωση των ΜΜΒ καθώς και τα δικαιώματα και τα προνόμια που αποτελούν απαραίτητη προϋπόθεση της λειτουργίας τους.
25.
Κατά συνέπεια, θεωρώ ότι, κατά το μέτρο που συμβαδίζουν με την πραγματική άσκηση των δικαιωμάτων αυτών, οι « ΡΡ contributions » και οι « PR contributions » συμβιβάζονται με το κοινοτικό δίκαιο.
26.
Όσον αφορά τις « capital contributions », νομίζω ότι, αντίθετα προς όσα υποστήριξε η εναγομένη της κυρίας δίκης, προορίζονται για τη χρηματοδότηση των δραστηριοτήτων που υπάγονται στις θεσμικές λειτουργίες των ΜΜΒ. Καταρχήν, δεν νομίζω να μπορεί πράγματι να αμφισβητηθεί ότι η εμπορική δραστηριότητα που ασκούν οι ΜΜΒ, έστω και μέσω οργανισμού τυπικώς χωριστού, τελεί σε αδιάσπαστη ενότητα με την ευρύτερη λειτουργία της μεσολαβήσεως και της διαχειρίσεως της αγοράς γάλακτος, την οποία τους αναγνώρισαν πρώτα ή βρετανική και στη συνέχεια η κοινοτική νομοθεσία.
27.
Όσον αφορά, τέλος, τις διαδικασίες και τις κυρώσεις που προβλέπει η βρετανική νομοθεσία, δεν φαίνεται να δικαιολογείται η ύπαρξη αμφιβολιών ως προς τη νομιμότητα τους, μια και έχουν ως σκοπό να εξασφαλίζουν τη συμμόρφωση προς υποχρεώσεις που συμβιβάζονται προς το κοινοτικό δίκαιο, υπό τον όρον ότι οι διαδικασίες και οι κυρώσεις αυτές δεν έχουν συνέπειες δυσαναλόγως επαχθείς σε σχέση με τους σκοπούς που επιδιώκουν. Εν συνεχεία, εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να εξακριβώνει αν υφίσταται η αναλογικότητα αυτή στη συγκεκριμένη περίπτωση, ενώ έχει και τη δυνατότητα να ερωτήσει σχετικώς το Δικαστήριο.
28.
Κατά συνέπεια, νομίζω ότι πρέπει να δοθεί η εξής απάντηση στο εθνικό δικαστήριο:
« 1)
Το αποκλειστικό δικαίωμα αγοράς που έχουν οι ΜΜΒ δυνάμει του άρθρου 25, παράγραφος 1, στοιχείο α), του κανονισμού 804/68, όπως έχει τροποποιηθεί με τον κανονισμό 1421/78, καταλαμβάνει το ρευστό γάλα το οποίο μπορεί, ως έχει, να προορίζεται προς εμπορία για ανθρώπινη κατανάλωση, συμπεριλαμβανομένου, επομένως, του παστεριωμένου γάλακτος ή του γάλακτος που έχει υποστεί άλλου είδους επεξεργασία προς συντήρηση μη ικανή να μεταβάλει τα εμπορικά του χαρακτηριστικά.
2)
Το κοινοτικό δίκαιο δεν αντιτίθεται στην επιβολή εισφορών όπως οι “ capital contributions ”, οι “ ΡΡ contributions ” και οι “ PR contributions ”, ούτε στην εφαρμογή των διαδικασιών και στην επιβολή των κυρώσεων που προβλέπονται σε περίπτωση μη καταβολής των εν λόγω εισφορών. »
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ιταλική.
( 1 ) Κανονισμός ( ΕΟΚ ) 804/68 του ΣυμΡουλΙου, της 27ης Ιουνίου 1968 ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/003, σ. 82 ).
( 2 ) Δηλώσεις περί του υγρού γάλακτος, του χοιρείου κρέατος και των αυγών, προσαρτημένες στη Συνθήκη Προσχωρήσεως: βλέπε Πράξεις περί nov προοχωρήοείον οτις Ευρωπαϊκές Κοινότητες, σ. 106.
( 3 ) Κανονισμός ( ΕΟΚ) 1421/78 του Συμβουλίου, της 20ής Ιουνίου 1978 ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/021, σ. 211 ).
( 4 ) Βλέπε απόφαση της 5ης Δεκεμβρίου 1967, Van der Vecht ( 19/67, Race. 1967, σ. 405), καθώς και απόφαση της 12ης Ιουλίου 1979, Koschniske ( 9/79, Racc. 1979, σ. 2717).
( 5 ) Βλέπε απόφαση της 27ης Οκτωβρίου 1977, Regina, ιδίως σκέψη 14 ( 30/77, Race. 1977, σ. 1999 ).
( 6 ) Κανονισμός ( ΕΟΚ ) 1422/78 του ΣυμΡουλΙου, της 20ής Ιουνίου 1978 ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/021, σ. 213 ).
( 7 ) Κανονισμός (ΕΟΚ) 1565/79 της Επιτροπής της 25ης Ιουλίου 1979 ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/025, σ. 243 ).
Top