ΈΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ ΣΥΖΉΤΗΣΗ
στην υπόθεση C-159/88 ( *1 )
Ι — Περιστατικά και διαδικασία
Τον Ιούλιο του 1987, η επιχείρηση Van Sillevoldt εισήγαγε στις Κάτω Χώρες μια παρτίδα 1000 κιλών όρυζας καταγωγής Ταϋλάνδης που έφερε την ένδειξη « thai white broken rice » (θραύσματα λευκανθείσας όρυζας καταγωγής Ταϋλάνδης). Για λόγους οφειλόμενους στη χρησιμοποιηθείσα τεχνική για τον διαχωρισμό των ολόκληρων κόκκων από τα θραύσματα, η παρτίδα αυτή περιείχε επίσης ορισμένο ποσοστό ολόκληρων κόκκων ατελούς ωριμάνσεως.
Από της θεσπίσεως της κοινής οργανώσεως αγοράς όρυζας το 1967, οι εισαγωγές όρυζας καταγωγής τρίτης χώρας υπόκεινται σε εισφορά. Η εισφορά που επιβάλλεται στα θραύσματα όρυζας είναι μικρότερη από την επιβαλλόμενη στην όρυζα σε ολόκληρους κόκκους διότι τα θραύσματα όρυζας έχουν μικρότερο κόστος από την όρυζα σε ολόκληρους κόκκους.
Εν προκειμένω, το Hoofdproduktschap voor Akkerbouwprodukten επέβαλε στην παρτίδα της εισαχθείσας όρυζας την εισφορά που εφαρμόζεται στην όρυζα σε ολόκληρους κόκκους. Η απόφαση αυτή ελήφθη κατ' εφαρμογήν του άρθρου 2, παράγραφος 2, δεύτερη περίπτωση, του κανονισμού 2729/75 του Συμβουλίου, της 29ης Οκτωβρίου 1975, περί των εισφορών κατά την εισαγωγή που εφαρμόζονται στα μείγματα σιτηρών, ορύζης και θραυσμάτων ορύζης ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/013, σ. 175, στο εξής: κανονισμός περί των εισφορών ). Κατά τη διάταξη αυτή, η εισφορά που επιβάλλεται στα μείγματα που αποτελούνται από όρυζα και θραύσματα όρυζας είναι η εισφορά που επιβάλλεται στο συνθετικό που υπόκειται στην υψηλότερη εισφορά, αν κανένα από τα συνθετικά δεν αντιπροσωπεύει τουλάχιστον το 90 ο/ο του βάρους του μείγματος.
Σύμφωνα με ανάλυση που διενήργησαν οι ολλανδικές τελωνειακές αρχές, τα θραύσματα όρυζας αντιπροσώπευαν 83 % και οι ολόκληροι κόκκοι 17 ο/ο του βάρους της σχετικής παρτίδας όρυζας. Οι τελωνειακές αρχές κατέληξαν στο ποσοστό 83 % θραυσμάτων όρυζας εφαρμόζοντας τις διατάξεις του παραρτήματος Α του κανονισμού 1418/76 του Συμβουλίου, της 21ης Ιουνίου 1976, περί κοινής οργανώσεως αγοράς της ορύζης ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/015, σ. 127, στο εξής: βασικός κανονισμός ). Κατά το σημείο 3 του παραρτήματος αυτού, θραύσματα όρυζας θεωρούνται μόνον τα τεμάχια κόκκων, των οποίων το μήκος είναι ίσο ή κατώτερο των τριών τετάρτων του μέσου μήκους του ολόκληρου κόκκου.
Προκειμένου να προσδιορίσουν αυτό το μέσο μήκος, οι τελωνειακές αρχές, κατ' εφαρμογήν του σημείου 2, στοιχείο γ ), του ίδιου παραρτήματος, μέτρησαν το μέσο μήκος των ολόκληρων κόκκων που περιλαμβάνονταν σε αντιπροσωπευτικό δείγμα της σχετικής παρτίδας. Λόγω της ατελούς ωριμάνσεώς τους, το μήκος των κόκκων αυτών ήταν μειωμένο. Κατά συνέπεια, μέρος των θραυσμάτων όρυζας που περιλαμβάνονταν στη σχετική παρτίδα υπερέβαινε τα τρία τέταρτα του μέσου μήκους των ολόκληρων κόκκων και, επομένως, δεν μπορούσαν να θεωρηθούν ως θραύσματα όρυζας κατά την έννοια του σημείου 3 του παραρτήματος.
Στηριζόμενο στη ανάλυση των τελωνειακών αρχών, το Hoofdproduktschap, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 2, παράγραφος 2, δεύτερη περίπτωση, του κανονισμού περί εισφορών, επέβαλε την υψηλότερη εισφορά που προβλέπεται για τη λευκανθείσα όρυζα σε μακρούς κόκκους. Η Van Sillevoldt προσέβαλε την απόφαση αυτή ενώπιον του College van Beroep voor het Bedrijfsleven της Χάγης.
Κατά την Van Sillevoldt, οι τελωνειακές αρχές έπρεπε να λάβουν υπόψη το μέσο μήκος των ολόκληρων κόκκων της σχετικής ποικιλίας όρυζας, δηλαδή τη λευκανθείσα όρυζα σε μακρούς κόκκους καταγωγής Ταϋλάνδης. Οι αρχές της Ταϋλάνδης πιστοποίησαν ότι το μήκος αυτό ανέρχεται σε 7 χιλιοστόμετρα. Οι ολλανδικές τελωνειακές αρχές έλαβαν υπόψη μέσο μήκος 5,7 χιλιοστομέτρων, διότι αυτό αντιστοιχούσε στο μέσο μήκος των. ολόκληρων κόκκων που περιλαμβάνονταν στο αντιπροσωπευτικό δείγμα της σχετικής παρτίδας.
Η Van Sillevoldt παρατηρεί ότι, αν οι τελωνειακές αρχές είχαν λάβει υπόψη το μέσο μήκος των 7 χιλιοστομέτρων, 97 Vo των θραυσμάτων όρυζας της σχετικής παρτίδας δεν θα υπερέβαιναν τα τρία τέταρτα του μήκους αυτού και θα είχαν θεωρηθεί ως θραύσματα όρυζας κατά την έννοια του σημείου 3 του παραρτήματος. Εφόσον τα θραύσματα αποτελούσαν περισσότερο από 90 % του βάρους της εισαχθείσας παρτίδας, το Hoofdproduktschap έπρεπε να επιβάλει τη μειωμένη εισφορά που προβλέπεται για τα θραύσματα.
Το Hoofdproduktschap δήλωσε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου ότι το 1986 υπέβαλε ερώτημα στον πρόεδρο της επιτροπής διαχειρίσεως σιτηρών και όρυζας παρά τη Επιτροπή επί του ζητήματος μετρήσεως των ολόκληρων κόκκων. Αυτός απάντησε ότι έπρεπε να μετρώνται οι ολόκληροι κόκκοι που περιλαμβάνονται στην εισαχθείσα παρτίδα όρυζας για τον υπολογισμό του μέσου μήκους των ολόκληρων κόκκων κατά την έννοια του σημείου 3 του παραρτήματος Α.
Υπό τις συνθήκες αυτές, το εθνικό δικαστήριο αποφάσισε να αναστείλει τη διαδικασία και να υποβάλει στο Δικαστήριο τρία προδικαστικά ερωτήματα ως προς την ερμηνεία του σημείου 3 του παραρτήματος Α του βασικού κανονισμού. Τα ερωτήματα είναι διατυπωμένα ως εξής:
« 1)
Πρέπει το σημείο 3 του παραρτήματος Α του κανονισμού 1418/76 να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι, για την εφαρμογή του κανόνα των τριών τετάρτων πόυ θεσπίζει, το “ μέσο μήκος του ολόκληρου κόκκου ” νοείται ως το μέσο μήκος τού ολόκληρου κόκκου που περιλαμβάνεται στο οικείο δείγμα ή στην οικεία παρτίδα, περιλαμβανομένων και των ολόκληρων κόκκων ατελούς ωριμάνσεως;
2)
Σε περίπτωση αρνητικής απαντήσεως στο πρώτο ερώτημα, μήπως πρέπει η εν λόγω διάταξη να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι, για την εφαρμογή του κανόνα των τριών τετάρτων, οι αρμόδιες αρχές των κρατών μελών είναι ελεύθερες να θεωρούν ως “ μέσο μήκος του ολόκληρου κόκκου ” οποιοδήποτε εξωτερικό στοιχείο αναφοράς που ασκεί επιρροή και, αν ναι, μέχρι ποιου σημείου οφείλουν να λαμβάνουν υπόψη, όταν προβαίνουν στην επιλογή τους, τις τυποποιημένες μετρήσεις που γίνονται δεκτές στις διεθνείς συναλλαγές;
3)
Σε περίπτωση απαντήσεως πλήρως ή εν μέρει καταφατικής στο πρώτο ερώτημα, η αναφερόμενη σ' αυτό διάταξη συμβιβάζεται με το σύστημα εισφοράς που θεσπίστηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1418/76 και με την αρχή της ασφάλειας του δικαίου και/ή με την αρχή της ισότητας; »
Κατά το άρθρο 20 του πρωτοκόλλου περί του οργανισμού του Δικαστηρίου της ΕΟΚ, γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν, στις 24 Αυγούστου 1988, η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον νομικό της σύμβουλο Fischer στις 29 Αυγούστου 1988, το Hoofdproduktschap voor Akkerbouwproducten, εκπροσωπούμενο από τον πρόεδρο του Kleijwegf στις 2 Σεπτεμβρίου 1988, οι εταιρίες Van Sillevoldt, Euryza και De Erven de Weduwe J. Van Nelle, εκπροσωπούμενες από τους Braakman και Glazener, δικηγόρους Ρόττερνταμ· στις 8 Σεπτεμβρίου 1988, η ιταλική κυβέρνηση, εκπροσωπούμενη από τον Favaro, avvocato dello Stato.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, το Δικαστήριο αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.
II — Γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου
Α — Επί του προσήκοντος των ερωτημάτων που υπέβαλε το εθνικό όικαστήριο
Η ιταλική κυβέρνηση υπογραμμίζει ότι τα θραύσματα όρυζας προορίζονται κανονικά για βιομηχανική χρήση, αλλά στις Κάτω Χώρες τα θραύσματα όρυζας υψηλής ποιότητας, δηλαδή αυτά που υπερβαίνουν ορισμένο μήκος, εισάγονται επίσης με σκοπό την ανθρώπινη κατανάλωση. Εν προκειμένω, η Van Sillevoldt εισήγαγε μείγμα θραυσμάτων και ολόκληρων κόκκων όρυζας. To Hoofdproduktschap ορθώς της επέβαλε την υψηλότερη εισφορά που επιβάλλεται στην όρυζα σε ολόκληρους κόκκους. Ο κανόνας που περιλαμβάνεται στο άρθρο 2, παράγραφος 2, δεύτερη περίπτωση, του κανονισμού περί εισφορών συνιστά ακριβώς κανόνα « κατά της αποφυγής της εισφοράς »: έχει ως σκοπό να αποκλείει όπως μείγματα όρυζας προοριζόμενα για την ανθρώπινη κατανάλωση επιβαρύνονται με τη μειωμένη εισφορά που εφαρμόζεται στα θραύσματα. Μόνο για τον κανόνα αυτόν μπορεί να γίνεται λόγος εν προκειμένω. Επομένως, τα προδικαστικά ερωτήματα τα οποία αφορούν την ερμηνεία του σημείου 3 του παραρτήματος Α του βασικού κανονισμού δεν είναι προφανώς τα προσήκοντα για την επίλυση της διαφοράς. Μπορεί να γίνει λόγος για τον κανόνα των « τριών τετάρτων του μέσου μήκους του ολόκληρου κόκκου », που αναφέρεται στο σημείο αυτό, μόνον όταν η παρτίδα περιλαμβάνει αποκλειστικώς θραύσματα.
Β — Επί του πρώτου ερωτήματος
Η Van Sillevoldt αμφισβητεί ότι το μέσο μήκος του ολόκληρου κόκκου, για το οποίο γίνεται λόγος στο σημείο 3 του παραρτήματος Α, είναι το μήκος των ολόκληρων κόκκων που περιλαμβάνονται σε αντιπροσωπευτικό δείγμα της σχετικής παρτίδας για την οποία γίνεται λόγος στο σημείο 2, στοιχείο γ), του ίδιου αυτού παραρτήματος. Αν το Συμβούλιο είχε την πρόθεση να επιβάλει τη μέθοδο υπολογισμού που προβλέπεται στο σημείο 2, στοιχείο γ ), προκειμένου να προσδιοριστεί αν τα θραύσματα όρυζας είναι θραύσματα υπό την έννοια του σημείου 3, θα μεριμνούσε ώστε αυτό να προκύπτει σαφέστερα.
To Hoofdproduktschap δέχεται ότι η διατύπωση του παραρτήματος Α δεν είναι πολύ σαφής. Υπενθυμίζει ότι με το τηλετύπημα της Επιτροπής το 1986 παραμερίστηκαν οι αμφιβολίες του όσον αφορά τον τρόπο με τον οποίο έπρεπε να εφαρμόσει το σημείο 3 του παραρτήματος αυτού. Κατά το τηλετύπημα αυτό, πρέπει να εφαρμόζεται η μέθοδος μετρήσεως η οποία προβλέπεται στο σημείο 2, στοιχείο γ ), του παραρτήματος, προκειμένου να προσδιοριστεί αν τα θραύσματα όρυζας είναι θραύσματα του σημείου 3 του ίδιου παραρτήματος.
Η ιταλική κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η Επιτροπή ορθώς έκανε τη διευκρίνιση αυτή με το τηλετύπημα το 1986. Η μέθοδος μετρήσεως που προβλέπεται στο σημείο 2, στοιχείο γ ), η οποία επιβάλλει τη λήψη αντιπροσωπευτικού δείγματος της σχετικής παρτίδας, είναι η μόνη αξιόπιστη μέθοδος.
Η Επιτροπή προβάλλει ότι μόνον οι ολόκληροι κόκκοι που περιλαμβάνονται στη σχετική παρτίδα μπορούν να αποτελέσουν τη βάση αναφοράς προκειμένου να προσδιοριστεί το ποσοστό θραυσμάτων της ίδιας αυτής παρτίδας. Δέχεται ότι θα ήταν προτιμότερο το σημείο 3 να παραπέμπει ρητά στο σημείο 2, στοιχείο γ ), αλλά η έλλειψη της παραπομπής αυτής εξηγείται από το γεγονός ότι το Συμβούλιο θεώρησε τη σχέση μεταξύ των δύο αυτών σημείων ως προφανή.
Το επιχείρημα ότι ο εισαγωγέας μπορεί ελεύθερα να επιλέξει άλλη βάση αναφοράς από την περιλαμβανόμενη στο σημείο 2, στοιχείο γ), δεν έχει κανένα έρεισμα στην κοινοτική κανονιστική ρύθμιση. Εν πάση περιπτώσει, αν ο εισαγωγέας μπορούσε να επιλέξει ελεύθερα άλλη βάση, όπως το μέσο μήκος των ολόκληρων κόκκων της ποικιλίας της όρυζας για την οποία γίνεται λόγος, θα ήταν αναγκαίο να θεσπιστούν κοινοτικοί κανόνες που επιτρέπουν να εξακριβώνεται η ακρίβεια των στοιχείων τα οποία παρέχουν οι αρχές των χωρών καταγωγής των σχετικών παρτίδων όρυζας.
Η Επιτροπή αναγνωρίζει ότι, σε περίπτωση εφαρμογής του σημείου 2, στοιχείο γ), του παραρτήματος Α, υπάρχει κίνδυνος ορισμένες παρτίδες θραυσμάτων όρυζας που περιέχουν ολόκληρους κόκκους ατελούς ωριμάνσεως να θεωρηθούν ως παρτίδες ολόκληρης όρυζας. Πάντως, ο εισαγωγέας μπορεί να προστατευθεί κατά του κινδύνου αυτού μεταθέτοντας τον στον αλλοδαπό προμηθευτή του με τις κατάλληλες συμβατικές ρήτρες. Επίσης, θα μπορούσε να ζητήσει όπως οι κόκκοι ατελούς ωριμάνσεως διαχωριστούν από τους άλλους ολόκληρους κόκκους σε στάδιο μεταγενέστερο από αυτό της διαλογής με την οποία οι ολόκληροι κόκκοι διαχωρίζονται από τα θραύσματα.
Γ — Επί του όεΰτερου ερωτήματος
Η Van Sillevoldt υποστηρίζει ότι το σημείο 3 του παραρτήματος Α του βασικού κανονισμού πρέπει να ερμηνευθεί αφού ληφθεί υπόψη η ισχύουσα πρακτική στο διεθνές εμπόριο. Το ίδιο το Συμβούλιο αναγνώρισε κάτι τέτοιο. Κατά την τελευταία αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 1553/71, της 19ης Ιουλίου 1971, που τροποποίησε τον κανονισμό 359/67/ΕΟΚ, περί κοινής οργανώσεως αγοράς της όρυζας ( JO L 164, σ. 5 ), « είναι σκόπιμο να αναθεωρηθούν οι ορισμοί σχετικά με την όρυζα, ώστε να πλησιάζουν κατά το δυνατό ... τους ορισμούς που χρησιμοποιούνται στο διεθνές εμπόριο ».
Η Van Sillevoldt αναφέρεται στην ύπαρξη σχεδίου του διεθνούς προτύπου που ανέπτυξε ο Διεθνής Οργανισμός Τυποποιήσεως ( ISO ), καθώς και στα ταϋλανδέζικα και αμερικάνικα πρότυπα τα οποία καθορίζουν όλα την έννοια των θραυσμάτων σε σχέση με το μέσο μήκος των ολόκληρων κόκκων της σχετικής ποικιλίας της όρυζας και όχι σε σχέση με το μέσο μήκος των κόκκων της οικείας παρτίδας θραυσμάτων.
Για το Hoofdproduktschap, την ιταλική κνβέρνηοη και την Επιτροπή, που θεωρούν ότι ο κανόνας μετρήσεως που προβλέπεται στο άρθρο 2, στοιχείο γ), του παραρτήματος Α έχει εφαρμογή, το δεύτερο ερώτημα είναι άνευ αντικειμένου.
Δ — Επί τον τρίτον ερωτήματος
— Το σύστημα εισφοράς που θεσπίζεται με τον βασικό κανονισμό
Η Van Sillevoldt θεωρεί ότι η επιβολή της εισφοράς για την ολόκληρη όρυζα στις εισαχθείσες από αυτήν παρτίδες θραυσμάτων όρυζας είναι αντίθετη προς το σύστημα εισφοράς που θεσπίζεται με τον βασικό κανονισμό. Παρατηρεί ότι στη σχετική παρτίδα όρυζας είχε αναγραφεί — στην Ταϋλάνδη — η ένδειξη « thai white broken rice ». Υπό τις προϋποθέσεις αυτές, η επιβαλλόμενη εισφορά δεν καλύπτει τη διαφορά μεταξύ της διεθνούς τιμής και της κοινοτικής τιμής των θραυσμάτων όρυζας, αλλά τη διαφορά μεταξύ της διεθνούς τιμής των θραυσμάτων όρυζας και της κοινοτικής τιμής της ολόκληρης όρυζας.
Το Hoofdproduktschap συμμερίζεται την άποψη της Van Sillevoldt. Παρατηρεί ότι η επιβολή της υψηλότερης εισφοράς στην εισαγωγή θραυσμάτων όρυζας υψηλής ποιότητας περιέχει ακόμη τον κίνδυνο να εξαφανιστούν οι εισαγωγές αυτές.
Κατά την Επιτροπή, δεν έχει σημασία αν η οικεία παρτίδα χαρακτηρίστηκε ως θραύσματα όρυζας στο διεθνές εμπόριο. Πράγματι, από την ανάλυση που πραγματοποίησαν οι τελωνειακές αρχές προκύπτει ότι τα θραύσματα όρυζας που περιείχε η παρτίδα αυτή ανέρχονταν τουλάχιστον σε 90 ο/ο. Υπό τις προϋποθέσεις αυτές, το άρθρο 2, παράγραφος 2, δεύτερη περίπτωση, του κανονισμού περί εισφορών ορίζει ότι επιβάλλεται εισφορά η οποία προβλέπεται για την ολόκληρη όρυζα.
— Η αρχή της ασφάλειας του δικαίου
Η Van Sillevoldt αναφέρει ότι η ακολουθούμενη από το Hoofdproduktschap πρακτική διατηρεί μέχρι τον χρόνο εισαγωγής την αβεβαιότητα ως προς το ζήτημα ποια εισφορά πρόκειται να επιβληθεί. Η αβεβαιότητα αυτή αυξάνεται ακόμη από το γεγονός ότι το μήκος των ολόκληρων κόκκων μπορεί να διαφέρει σημαντικά από μια παρτίδα όρυζας σε άλλη.
To Hoofdproduktschap δέχεται ότι η πρακτική του περιέχει τον κίνδυνο δημιουργίας απρόβλεπτων αποτελεσμάτων. Έτσι, η εξέταση δύο δειγμάτων της ίδιας παρτίδας όρυζας μπορεί να οδηγήσει σε διαφορετικά αποτελέσματα.
Η ιταλική κνβέρνηοη ισχυρίζεται ότι τα αποτελέσματα της χρησιμοποιούμενης μεθόδου υπολογισμού δεν είναι καθόλου απρόβλεπτα.
Η Επιτροπή παρατηρεί ότι ο εισαγωγέας πρέπει να μεριμνά ώστε η λήψη υπόψη των ολόκληρων κόκκων που περιλαμβάνονται στις παρτίδες όρυζας να μην οδηγεί σε απρόβλεπτα αποτελέσματα. Συγκεκριμένα, θα μπορούσε να επιβάλλει όρους στον προμηθευτή του όσον αφορά τη σύνθεση των παρτίδων αυτών.
— Η αρχή της ισότητας
Η Van Sillevoldt ισχυρίζεται ότι δυο παρτίδες θραυσμάτων που περιλαμβάνουν τεμάχια όρυζας του ίδιου μήκους μπορεί, ως αποτέλεσμα της εφαρμογής του σημείου 2, στοιχείο γ), του παραρτήματος Α, να υπόκεινται σε διαφορετικές εισφορές διότι οι ολόκληροι κόκκοι που περιέχονται στην πρώτη παρτίδα δεν έχουν κατ' ανάγκη το ίδιο μέσο μήκος με αυτούς της δεύτερης παρτίδας.
To Hoofdproduktschap συμμερίζεται την άποψη αυτή.
Η ιταλική κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι δεν μπορεί να προβληθεί σοβαρά καμιά δυσμενής διάκριση μεταξύ παραγωγών.
Κατά την Επιτροπή, η διάταξη περί παραπομπής δεν αναφέρει σαφώς πώς, κατά τις προσφεύγουσες της κύριας δίκης, παραβιάζεται η αρχή της ισότητας. Δεν αμφισβητεί ότι δύο παρτίδες όρυζας, χαρακτηριζόμενες ως θραύσματα όρυζας στο διεθνές εμπόριο, μπορεί να υπόκεινται σε διαφορετικές εισφορές. Πάντως, η έννοια των θραυσμάτων όρυζας — κατά το σημείο 3 του παραρτήματος Α — πρέπει να καθορίζεται όχι σε σχέση με τους χαρακτηρισμούς που εφαρμόζονται στο διεθνές εμπόριο, αλλά σε σχέση με το σημείο 2, στοιχείο γ ), του ίδιου αυτού παραρτήματος.
Εξάλλου, η Επιτροπή παρατηρεί ότι οι ολλανδοί εισαγωγείς θραυσμάτων όρυζας που πωλούνται προς ανθρώπινη κατανάλωση απολαύουν ανταγωνιστικού πλεονεκτήματος σε σχέση με τους πωλητές της ολόκληρης όρυζας όταν τα θραύσματα όρυζας τα οποία αυτοί εισάγουν πληρούν τις προϋποθέσεις για την επιβολή της χαμηλότερης εισφοράς. Είναι αληθές ότι οι ολλανδοί εισαγωγείς χάνουν το ανταγωνιστικό αυτό πλεονέκτημα όταν τα εν λόγω θραύσματα όρυζας δεν πληρούν αυτές τις προϋποθέσεις. Ωστόσο, δεν είναι θύματα δυσμενούς διακρίσεως.
R. Joliét
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ολλανδική.
Top