ΈΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ ΣΥΖΉΤΗΣΗ
στην υπόθεση C-295/88 ( *1 )
Ι — Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
1. Ιοτορικό νης διαφοράς νης κύριας δίκης
1)
Μεταξύ Ιουλίου 1975 και Μαρτίου 1977, η βελγική εταιρία Corman, που ειδικεύεται στη μεταποίηση των λιπαρών ουσιών του γάλακτος, εξήγαγε στη Γαλλία, στο Ηνωμένο Βασίλειο και εκτός της Κοινότητας βουτυρέλαιο προερχόμενο από τη μεταποίηση ενός προϊόντος ονομαζόμενου « nutrix », που είχε προηγουμένως εισαχθεί στη Γαλλία υπό τη δασμολογική κλάση 18.06 Δ II γ) 2, το οποίο και οι δύο διάδικοι της κυρίας δίκης θεωρούν εμπόρευμα μη αναφερόμενο στο παράρτημα II της Συνθήκης. Για την εξαγωγή αυτή η Corman εισέπραξε, αρχικά, επιστροφές και νομισματικά εξισωτικά ποσά λόγω εξαγωγής.
Το « nutrix », που αρχικά θεωρήθηκε γαλλικής καταγωγής, αποδείχθηκε, ύστερα από έρευνα των βελγικών και γαλλικών τελωνειακών αρχών, ότι ήταν καταγωγής Αυστρίας, από όπου είχε εισαχθεί στη Γαλλία με την ονομασία « colar » υπό εσφαλμένη δασμολογική κλάση [ 19. 02 Β II β)], πράγμα που είχε ως συνέπεια την είσπραξη εισφοράς κατώτερης από εκείνη που θα προέκυπτε από την ορθή δασμολογική του κατάταξη. Κατά συνέπεια, η αρμόδια βελγική αρχή, εν προκειμένω το Office central des contingents et licences (στο εξής: OCCL), ανέστειλε την καταβολή των επιστροφών και των νομισματικών εξισωτικών ποσών.
2)
Η Corman προσέφυγε κατά της αποφάσεως αυτής ενώπιον του tribunal de première instance των Βρυξελλών, ενώπιον του οποίου οι αρχές του Βελγίου και του Λουξεμβούργου, καθώς και το OCCL άσκησαν επίσης αγωγή, αμφισβητώντας το δικαίωμα της Corman για τα ποσά που είχε εισπράξει πριν από την απόφαση περί αναστολής της καταβολής.
Κατά της αποφάσεως του tribunal de première instance των Βρυξελλών, η Corman άσκησε έφεση ενώπιον του cour d'appel των Βρυξελλών το οποίο έκρινε, με απόφαση της 14ης Απριλίου 1987, ότι δεν είχε αποδειχθεί ότι η μεταποίηση του εκ μέρους της Corman του « nutrix », ιδίως σε βουτυρέλαιο, συνιστούσε καταστρατήγηση των κοινοτικών κανόνων που εφαρμόζονται στις εισαγωγές βουτύρου προελεύσεως τρίτων χωρών, ούτε ότι η Corman γνώριζε την εξωκοινοτική καταγωγή του εν λόγω προϊόντος. Επιπλέον έκρινε ότι το βουτυρέλαιο που ελήφθη από το « nutrix » δεν μπορούσε να θεωρηθεί κοινοτικής καταγωγής κατά την έννοια του άρθρου 5 του κανονισμού 802/68 του Συμβουλίου της 27ης Ιουνίου 1968 (ΕΕ ειδ. έκδ. 02/001, σ. 20), δεδομένου ότι η μεταποίηση του « nutrix » δεν ανταποκρινόταν τα κριτήρια που προβλέπονται στην εν λόγω διάταξη. Αναγνώρισε, τέλος, το δικαίωμα της ενάγουσας για τα ενδοκοινοτικά νομισματικά ποσά και τα αντισταθμιστικά ποσά « εντάξεως» την καταβολή των οποίων ζητούσε. Κατά συνέπεια, το cour ď appel των Βρυξελλών ανήγαγε τη διαφορά της κύριας δίκης αποκλειστικά στο πρόβλημα του δικαιώματος της Corman για την καταβολή επιστροφών και νομισματικών εξισωτικών ποσών για την εξαγωγή του βουτυρελαίου εκτός της Κοινότητας.
3)
Όσον αφορά το δικαίωμα για τις επιστροφές, η επιχειρηματολογία των διαδίκων της κύριας δίκης στρέφεται γύρω από διάφορες προσεγγίσεις.
Κατά μία πρώτη προσέγγιση, οι εθνικές αρχές θεώρησαν ότι, αν το « nutrix » έπρεπε να θεωρηθεί ώς « συγκεκαλυμμένο βασικό προϊόν », καθόσον αυτό καθεαυτό δεν παρουσιάζει ενδιαφέρον, από οικονομικής απόψεως, αλλ' η αξία του συνίσταται μόνο στη μεταποίηση των βουτύρων που περιέχει, θα έπρεπε να εφαρμοστεί το άρθρο 7 του κανονισμού (ΕΟΚ) 876/68 του Συμβουλίου της 28ης Ιουνίου 1968 (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/003, σ. 105). Κατά την Corman η διάταξη αυτή δεν μπορεί να εφαρμοστεί σε εμπόρευμα μη αναγραφόμενο στο παράρτημα II της Συνθήκης ΕΟΚ, που χρειάστηκε ακριβώς να μεταποιηθεί προκειμένου να αποτελέσει προϊόν που εμπίπτει στο εν λόγω παράρτημα.
Οι εθνικές αρχές προέβαιναν επίσης σε μια δεύτερη προσέγγιση κατά την οποία, αν το « nutrix » αποτελούσε εμπόρευμα μη αναγραφόμενο στο παράρτημα II, θα έπρεπε να εφαρμοστεί το άρθρο 9 του κανονισμού 2682/72 του Συμβουλίου της 12ης Δεκεμβρίου 1972 ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/008, σ. 196 ), κατά το οποίο η επιστροφή δεν χορηγείται για τα εμπορεύματα τα οποία έχουν προηγουμένως τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία κατά την έννοια του άρθρου 10 της Συνθήκης ΕΟΚ και εξάγονται είτε ως έχουν, είτε μεταποιημένα. Η Corman υποστήριξε εντούτοις ότι, αφού ο προαναφερθείς κανονισμός εφαρμόζεται μόνο στις εξαγωγές προϊόντων μη αναγραφομένων στο παράρτημα II, καμιά κοινοτική διάταξη δεν αποκλείει από το ευεργέτημα της επιστροφής ένα βασικό προϊόν που προέρχεται από τη μεταποίηση εμπορεύματος, όπως συμβαίνει στην περίπτωση του βουτυρελαίου.
Οι εθνικές αρχές θεώρησαν τέλος ότι, αν το άρθρο 9 του προαναφερθέντος κανονισμού 2682/72 δεν εφαρμοζόταν στις εξαγωγές βουτυρελαίου, καμία κοινοτική διάταξη δεν θα ρύθμιζε αυτή την περίπτωση. Με αφετηρία την ίδια αυτή διαπίστωση, η ενάγουσα της κύριας δίκης υποστήριξε ότι δεν ισχύει κανένας περιορισμός, επικουρικά δε πρότεινε να εφαρμοστεί αναλογικώς το άρθρο 7 του κανονισμού 876/68.
Στην τελευταία αυτή περίπτωση, ο περιορισμός των επιστροφών θα έπρεπε, κατά την Corman, να αφορά με τις επιβαρύνσεις που έπρεπε να εισπραχθούν κατά την εισαγωγή του « nutrix » στην Κοινότητα, κατά δε τις εθνικές αρχές, τις επιβαρύνσεις που πράγματι εισπράχθηκαν.
4)
Ως προς τα εξωκοινοτικά νομισματικά ποσά οι διάδικοι της κύριας δίκης παραπέμπουν στους κανόνες που εφαρμόζονται για τις επιστροφές, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 6 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1380/75 της Επιτροπής της 29ης Μαΐου 1975 ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/013, σ. 14).
Όπως και με τις επιστροφές λόγω εξαγωγής, οι διάδικοι διαφωνούν επίσης επί του ζητήματος αν, σε περίπτωση που εφαρμόζεται περιορισμός, πρόκειται για περιορισμό των επιβαρύνσεων που πράγματι εισπράχθηκαν κατά την είσοδο του επίδικου προϊόντος στην Κοινότητα ή των επιβαρύνσεων που έπρεπε να εισπραχθούν για το λόγο αυτόν.
2. Νομικό πλαίοιο
α) Επιστροφές λόγω εξαγωγής
Το βουτυρέλαιο είναι προϊόν μεταποιήσεως του βουτύρου υπαγόμενο στη δασμολογική κλάση 04.03 Β και εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων που θεσπίστηκε με τον κανονισμό ( ΕΟΚ ) 804/68 του Συμβουλίου της 27ης Ιουνίου 1968 (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/003, σ. 82). Το άρθρο Ι, στοιχείο γ ), του εν λόγω κανονισμού διέπει πράγματι, μεταξύ άλλων προϊόντα υπαγόμενα στη δασμολογική κλάση 04.03, η οποία αναφέρεται στο βούτυρο ως βασικό προϊόν και υπό μορφή βουτυρελαίου.
Τό άρθρο 17 του προαναφερθέντος κανονισμού προβλέπει τη δυνατότητα χορηγήσεως επιστροφών λόγω εξαγωγής, κατά το μέτρο που απαιτείται για να καταστεί δυνατή η εξαγωγή των προϊόντων που αναφέρονται στο άρθρο 1, είτε ως έχουν είτε υπό μορφή εμπορευμάτων μη αναγραφομένων στο παράρτημα II της Συνθήκης ΕΟΚ, εφόσον πρόκειται, ειδικότερα, για προϊόντα αναφερόμενα στο άρθρο 1, στοιχείο γ).
Βάσει του άρθρου 17, παράγραφος 3, του κανονισμού 804/68, το Συμβούλιο θέσπισε για τον τομέα του γάλακτος και των γαλακτο-μικών προϊόντων, με τον προαναφερθέντα κανονισμό 876/68 της 28ης Ιουνίου 1968, που τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2429/72 (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/008, σ. 176), τους γενικούς κανόνες για τη χορήγηση επιστροφών λόγω εξαγωγής και τα κριτήρια καθορισμού του ύψους τους. Ο κανονισμός αυτός εφαρμόζεται στα προϊόντα που εξάγονται ως έχουν και αναφέρονται στο άρθρο 1 του προαναφερθέντος κανονισμού 804/68. Το άρθρο 6, παράγραφος 1, του κανονισμού εξαρτά την καταβολή της επιστροφής από την απόδειξη ότι τα προϊόντα έχουν εξαχθεί εκτός της Κοινότητας και είναι « κοινοτικής καταγωγής, εκτός της περιπτώσεως εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 7 ». Το τελευταίο αυτό άρθρο αποκλείει από το ευεργέτημα της επιστροφής την εξαγωγή των προϊόντων που αναφέρονται στο άρθρο 1 του κανονισμού 804/68, τα οποία εισήχθησαν προηγουμένως από τρίτες χώρες, κατόπιν δε επανεξήχθησαν προς αυτές, εκτός αν ο εξαγωγέας αποδείξει ότι το προς εξαγωγή προϊόν ταυτίζεται με το προϊόν που είχε εισαχθεί αρχικά, καθώς και ότι εισπράχθηκε η εισφορά κατά την αρχική εισαγωγή. Στην τελευταία αυτή περίπτωση το ύψος των επιστροφών δεν μπορεί να υπερβεί τις εισφορές που καταβλήθηκαν κατά την εισαγωγή. Η καταγωγή ενός προϊόντος προσδιορίζεται συγκεκριμένα από το άρθρο 5 του προαναφερθέντος κανονισμού 802/68 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1968, κατά το οποίο ένα εμπόρευμα, στην παραγωγή του οποίου παρεμβάλλονται δύο ή περισσότερες χώρες, θεωρείται ως καταγόμενο από τη χώρα όπου έγινε η τελευταία ουσιώδης μεταποίηση ή κατεργασία, οικονομικώς δικαιολογημένη, που πραγματοποιήθηκε σε επιχείρηση εξοπλισμένη για το σκοπό αυτόν και που κατέληξε στην κατασκευή ενός νέου προϊόντος ή ενός προϊόντος αντιπροσωπεύοντος σημαντικό στάδιο παραγωγής.
β) Εξωκοινοτικά νομισματικά εξισωτικά ποσά
Το άρθρο 6 του κανονισμού 1380/75 της Επιτροπής, της 29ης Μαΐου 1975, περί του τρόπου εφαρμογής των νομισματικών εξισωτικών ποσών (ΕΕ ειδ. έκδ. 03/013, σ. 14) προβλέπει ότι: « στις συναλλαγές με τρίτες χώρες, οι διατάξεις περί χορηγήσεως επιστροφής κατά την εξαγωγή, περί εισπράξεως δασμών ή εισφορών κατά την εισαγωγή εφαρμόζονται στα νομισματικά εξισωτικά ποσά. Αν, σε μία εξαγωγή, το νομισματικό εξισωτικό ποσό που θα εισπραχθεί είναι ανώτερο από το ποσό της επιστροφής ή αν η επιστροφή δεν έχει ορισθεί, το μέρος του νομισματικού εξισωτικού ποσού που είναι ανώτερο από την επιστροφή ή, ενδεχομένως, το σύνολο του νομισματικού εξισωτικού ποσού είναι απαιτητό κατά τη στιγμή της εκπληρώσεως των τελωνειακών διατυπώσεων εξαγωγής ».
Το άρθρο 12, παράγραφος 1, τελευταίο εδάφιο, διευκρινίζει ότι« αν, συνεπεία εξαγωγής από ένα κράτος μέλος προς ένα άλλο κράτος μέλος, ένα προϊόν επανεξάγεται σε μία τρίτη χώρα ή σε ένα άλλο κράτος μέλος, το εξισωτικό ποσό εφαρμόζεται κατά την έξοδο από το κράτος μέλος επανεξαγωγής, μόνο αν είχε εφαρμοσθεί κατά την είσοδο του σ' αυτό το κράτος μέλος, ή αν έγινε χρήση για λογαριασμό του κράτους αυτού της ευχέρειας που προβλέπεται στο άρθρο 2α του κανονισμού (ΕΟΚ) αριθ. 974/71 ».
γ) Προϊόντα « εκτός παραρτήματος II »
Κατά το χρόνο των επίδικων εξαγωγών το άρθρο 9 του κανονισμού 2682/72 του Συμβουλίου της 12ης Δεκεμβρίου 1972, που εφαρμόζεται σε ορισμένα « προϊόντα βάσεως » μεταξύ των οποίων και το βούτυρο (παράρτημα Α ), καθώς και στα προϊόντα που προκύπτουν από τη μεταποίηση του, εφόσον τα διάφορα αυτά προϊόντα εξάγονται υπό μορφή εμπορευμάτων που δεν υπάγονται στο παράρτημα II της Συνθήκης και απαριθμούνται, στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων στο παράρτημα II του κανονισμού 804/68 (παραρτήματα Β και Γ του κανονισμού 2682/72 ), όριζε ότι οι επιστροφές λόγω εξαγωγής δεν χορηγούνται « για τα εμπορεύματα τα οποία έχουν προηγουμένως τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία κατά την έννοια του άρθρου 10, παράγραφος 1, της Συνθήκης και εξάγονται είτε μεταποιημένα είτε ως έχουν ». Εξάλλου, ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1059/69 του Συμβουλίου, της 28ης Μαΐου 1969, περί καθορισμού του καθεστώτος συναλλαγών που εφαρμόζεται σε ορισμένα εμπορεύματα προερχόμενα από τη μεταποίηση γεωργικών προϊόντων ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/004, σ. 148 ), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό 2670/76 του Συμβουλίου της 25ης Οκτωβρίου 1976 ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/016, σ. 149), προέβλεπε ότι τα εμπορεύματα που δεν υπάγονται στον παράρτημα II της Συνθήκης, στην παρασκευή των οποίων υπεισέρχονται ένα ή περισσότερα βασικά προϊόντα, μεταξύ των οποίων ιδίως το βούτυρο, υπόκεινται κατά την εισαγωγή στην Κοινότητα στην επιβάρυνση που προβλέπεται στο κοινό δασμολόγιο, η οποία αποτελείται από ένα δασμό κατ' αξία και από ένα μεταβλητό στοιχείο, όπως αυτό καθορίζεται στο άρθρο 5, παράγραφος 1, και υπολογίζεται βάσει των άρθρων 6 και 7 του κανονισμού.
3. Προδικαστικά ερωτήματα
Θεωρώντας ότι η διαφορά συνεπάγεται ερμηνεία της εφαρμοστέας κοινοτικής νομοθεσίας, το cour d'appel των Βρυξελλών (έβδομο τμήμα ), με παρεμπίπτουσα απόφαση της 29ης Σεπτεμβρίου 1988, αποφάσισε, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης της ΕΟΚ, να αναστείλει τη διαδικασία, μέχρις ότου το Δικαστήριο αποφανθεί επί των εξής προδικαστικών ερωτημάτων:
« 1)
Στην περίπτωση κατά την οποία,
ί)
εμπόρευμα μη αναγραφόμενο στο παράρτημα II που προβλέπεται από το άρθρο 38, παράγραφος 1, της Συνθήκης, του οποίου η σύνθεση περιέχει 84 0/0 λιπαρές ουσίες βουτύρου, 2 % αποβουτυρωμένο κακάο και 12 % σιτάλευρο, εισήχθη στην ΕΟΚ — κράτος μέλος Α — υπό εσφαλμένη δασμολογική κλάση [ 19.02 Β II β ), ενώ υποτιθέμενη ορθή δασμολογική κλάση είναι η 18.06] και σ' αυτό το εμπόρευμα επιβλήθηκε επιβάρυνση, λόγω της εισαγωγής, κατ' εφαρμογή του κανονισμού 1059/69,
ii)
το εν λόγω εμπόρευμα εισήχθη περαιτέρω σε άλλο κράτος μέλος (κράτος μέλος Β) υπό ορθή δασμολογική κλάση και αγοράστηκε — καλόπιστα — από επιχείρηση αυτού του κράτους μέλους Β, ως εμπόρευμα καταγόμενο από το κράτος μέλος Α και ευρισκόμενο σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός της ΕΟΚ,
iii)
αυτό το εμπόρευμα αποτέλεσε περαιτέρω αντικείμενο μεταποιήσεως, εκ μέρους αυτής της επιχειρήσεως, συνισταμένης ιδίως στη λήψη από αυτό το εμπόρευμα μιας λιπαράς ουσίας που αποκαλείται βουτυρέλαιο, δηλαδή βασικού προϊόντος υπαγομένου στο παράρτημα II της Συνθήκης και το οποίο επανεξήχθη περαιτέρω εν μέρει εκτός της ΕΟΚ,
iv)
κρίθηκε ότι αυτή η επεξεργασία δεν έχει χαρακτήρα ουσιώδους μεταποιήσεως ή κατεργασίας και δεν κατέληξε στην παραγωγή νέου προϊόντος ή προϊόντος αντιπροσωπεύοντος σημαντικό στάδιο παραγωγής κατά την έννοια του άρθρου 5 του κανονισμού 802/68, έτσι ώστε το εν λόγω προϊόν να μη μπορεί να θεωρηθεί ως προϊόν καταγωγής του κράτους μέλους Β,
είναι ικανές αυτές οι περιστάσεις να προσδώσουν στο αρχικώς εισαχθέν μη αναγραφόμενο στο παράρτημα II εμπόρευμα, το χαρακτήρα βασικού προϊόντος, ιδίως προκειμένου να εφαρμοστούν μετέπειτα οι κανόνες περί χορηγήσεως επιστροφών λόγω εξαγωγής και εξισωτικών ποσών, ιδίως εξωκοινοτικών, κατά την εξαγωγή του βασικού προϊόντος που έχει προκύψει απ' αυτό το εμπόρευμα με μεταποίηση;
2)
Στην περίπτωση που στο πρώτο ερώτημα δοθεί η απάντηση ότι τα εν λόγω προϊόντα πρέπει να θεωρηθούν ως εμπορεύματα μη αναγραφόμενα στο παράρτημα II, τα εμπορεύματα δε αυτά τέθηκαν σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός της ΕΟΚ και επανεξήχθησαν, κατόπιν μεταποιήσεως, ποια είναι η εφαρμοστέα ρύθμιση ως προς το βασικό προϊόν που έχει προέλθει απ' αυτή τη μεταποίηση; με άλλα λόγια, ποια είναι, μεταξύ των ακολούθων ερμηνειών, η ερμηνεία που πρέπει να γίνει δεκτή για την εφαρμογή του κανονισμού 2682/72 της 12ης Δεκεμβρίου 1972:
i)
το άρθρο 9 του εν λόγω κανονισμού αποκλείει την επιστροφή που προβλέπεται στο άρθρο 1, παράγραφος 1, τόσο για τα εμπορεύματα όσο και για τα βασικά προϊόντα που προέρχονται από την ανωτέρω μεταποίηση,
ii)
ή το εν λόγω άρθρο 9 δεν αποκλείει την επιστροφή παρά μόνο για τα εμπορεύμανα‘τα μη αναγραφόμενα στο παράρτημα II ’ που έχουν περιέλθει από μια τέτοια μεταποίηση;
3)
Στην περίπτωση που στο δεύτερο ερώτημα δοθεί η απάντηση ότι πρέπει να θεωρηθεί ότι το άρθρο 9 του κανονισμού 2682/72 δεν αποκλείει την επιστροφή λόγω εξαγωγής για το βασικό προϊόν που προέρχεται από τη μεταποίηση εμπορεύματος μη αναγραφομένου στο παράρτημα ΙΙ, που είχε εισαχθεί προηγουμένως, βάσει ποιων αρχών ή κανόνων κοινοτικού δικαίου πρέπει να προσδιοριστούν:
i)
οι επιστροφές λόγω εξαγωγής εκτός της Κοινότητας, που οφείλονται ενδεχομένως στον εξαγωγέα αυτού του βασικού προϊόντος,
ii)
τα εξισωτικά ποσά που πρέπει να καταβληθούν, στην περίπτωση εξαγωγής προϊόντων προς τρίτες χώρες;
4)
Στην περίπτωση που τα εξισωτικά ποσά και οι επιστροφές, που οφείλονται κατ' εφαρμογή των κανόνων που θα διατυπωθούν για την απάντηση στο τρίτο ερώτημα θα έπρεπε να υποστούν περιορισμό, ιδίως κατά τους προβλεπόμενους στο άρθρο 12 του κανονισμού 1380/75 όρους, πρέπει να θεωρηθεί, προκειμένου περί προϊόντων ευρισκομένων σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός της Κοινότητας κατά το άρθρο 10 της Συνθήκης, ότι οι επιβαρύνσεις και οι εισφορές που πρέπει να ληφθούν υπόψη για τον περιορισμό του ποσού των επιστροφών και των εξωκοινοτικών εξισωτικών ποσών είναι οι σταθερές και μεταβλητές επιβαρύνσεις τις οποίες προβλέπει ο κανονισμός 1059/69, όπως θα έπρεπε να εισπραχθούν κατά την εισαγωγή στην Κοινότητα, σύμφωνα με την ορθή δασμολογική κλάση, ή ο περιορισμός πρέπει να υπολογιστεί σε σχέση με τις πράγματι εισπραχθείσες επιβαρύνσεις — έστω και επί εσφαλμένης βάσεως — κατά την εισαγωγή στην Κοινότητα; »
4. Η δαόικασία ενώπιον νου Δικαστηρίου
Η Διάταξη περί παραπομπής πρωτοκολλήθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 11 Οκτωβρίου 1988.
Κατά το άρθρο 20 του πρωτοκόλλου περί του οργανισμού του Δικαστηρίου της ΕΟΚ, γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν στις 19 Δεκεμβρίου 1988 η βελγική κυβέρνηση και η λουξεμβουργιανή κυβέρνηση, εναγόμενες της κύριας δίκης, εκπροσωπούμενες από τους Pierre Legros και Serge Duftene, δικηγόρους Βρυξελλών, στις 21 Δεκεμβρίου 1988 η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Patrick Hetsch, μέλος της νομικής της υπηρεσίας, και στις 27 Δεκεμβρίου 1988 η ανώνυμη εταιρία Nicolas Corman et fils, εφεσείουσα της κύριας δίκης, εκπροσωπούμενη από τους Pierre Van Ommeslaghe και Bernard van de Walle de Ghelcke, δικηγόρους Βρυξελλών.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετά από ακρόαση του γενικού εισαγγελέα, το Δικαστήριο αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.
Κατ' εφαρμογή του άρθρου 95, παράγραφοι 1 και 2, του κανονισμού διαδικασίας, το Δικαστήριο με απόφαση της 7ης Ιουνίου 1989 ανέθεσε την εκδίκαση της υποθέσεως στο πρώτο τμήμα.
II — Γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου
1. Επί τον πρώτον ερωτήματος
Με το πρώτο προδικαστικό ερώτημα τίθεται το ζήτημα άν, ενόψει των περιστάσεων που διευκρινίζονται στην απόφαση περί παραπομπής, το « nutrix », μολονότι τυπικά μη αναγραφόμενο στο παράρτημα II εμπόρευμα θα μπορούσε, εντούτοις, να θεωρηθεί βασικό προϊόν. Η Corman, ενάγουσα της κύριας δίκης, είναι της γνώμης ότι στο ερώτημα αυτό προσήκει αρνητική απάντηση, επειδή η έννοια του « συγκεκαλυμμένου προϊόντος βάσεως », δεν υφίσταται στο κοινοτικό δίκαιο, εκτός περιπτώσεων καταστρατηγήσεως. Η Corman ισχυρίζεται συναφώς ότι το γεγονός ότι η διαδικασία διαχωρισμού των βουτύρων και των λοιπών συστατικών με βάση το « nutrix » δεν συνιστά ουσιώδη μεταποίηση ή κατεργασία και δεν καταλήγει σε νέο προϊόν, κατά την έννοια του άρθρου 5 του κανονισμού 802/68, δεν μπορεί, κατά τη γνώμη της, να προσδώσει σε εμπόρευμα μη αναγραφόμενο στο παράρτημα II το χαρακτήρα βασικού προϊόντος, με το πρόσχημα ότι ένα βασικό προϊόν λαμβάνεται από το εμπόρευμα αυτό. Η μόνη συνέπεια αυτού του γεγονότος είναι, κατά την Corman, ότι το βουτυρέλαιο δεν μπορεί να θεωρηθεί κοινοτικής καταγωγής. Η Corman ισχυρίζεται ωστόσο ότι οι περιστάσεις που αναφέρονται στην απόφαση περί παραπομπής δεν μπορούν να προσδώσουν στο προαναφερθέν μη αναγραφόμενο στο παράρτημα II εμπόρευμα χαρακτήρα βασικού προϊόντος, συγκεκαλυμμένου ή μη, και επομένως το άρθρο 7 του κανονισμού 876/68 δεν έχει εφαρμογή.
Επικουρικά, για την περίπτωση που το «nutrix» θα έπρεπε να θεωρηθεί ως βασικό προϊόν, η Corman υποστηρίζει ότι πρέπει τότε να κριθεί ότι το προϊόν που πρόκειται να εξαχθεί ταυτίζεται με το προϊόν που είχε εισαχθεί προηγουμένως και ότι, κατά συνέπεια, εφαρμόζεται η εξαίρεση που προβλέπεται σχετικά στο άρθρο 7 του κανονισμού 876/68.
Η βφική κυβέρνηοη και η Αουξεμβουργιανή κυβέρνηση προτείνουν στις παρατηρήσεις τους να δοθεί καταφατική απάντηση στο πρώτο ερώτημα, επειδή το εμπόρευμα που εισήχθη αρχικά στην Κοινότητα δεν έχει αξία ως εμπόρευμα και, επειδή δεν μπορούσε να αγορασθεί ως εμπόρευμα, είναι εύλογο να θεωρηθεί ότι η μοναδική του αξία συνίσταται στα βασικά προϊόντα που περιέχει. Ο δικαστής της ουσίας, στον οποίο απόκειται να καθορίσει αν αυτό συμβαίνει εν προκειμένω, πρέπει να αποφανθεί λαμβάνοντας υπόψη όλα τα κρίσιμα αντικειμενικά στοιχεία, όπως η σύγκριση της τιμής που προτείνεται για την πώληση του προϊόντος σε σχέση με την τιμή του συνόλου των βασικών προϊόντων που περιέχει ή ακόμη το γεγονός ότι το εν λόγω εμπόρευμα δεν παρουσιάζει αυτό καθεαυτό αποδεδειγμένη χρησιμότητα ή δυνατότητα να διατεθεί στο εμπόριο.
Η Επιτροπή παρατηρεί ότι το « nutrix » δεν περιλαμβάνεται στον πίνακα των προϊόντων που αποτελούν το αντικείμενο του παραρτήματος II της Συνθήκης και ότι το προϊόν αυτό απαριθμείται στο ως παράρτημα του κανονισμού 804/68 ως εμπόρευμα μη υπαγόμενο στο παράρτημα II της Συνθήκης. Οι περιστάσεις που αναφέρονται από το παραπέμπον δικαστήριο στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα, μεταγενέστερες της παρασκευής του « nutrix », δεν μπορούν να μεταβάλουν τη φύση του, όπως αυτή προκύπτει από την αρχική του σύνθεση, και να του προσδώσουν χαρακτήρα προϊόντος υπαγόμενο στο παράρτημα II.
Ως προς το άρθρο 7 του κανονισμού 876/68, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η εξαίρεση που προβλέπεται για την περίπτωση ταυτότητας μεταξύ του εξαγόμενου προϊόντος και του προϊόντος που είχε αρχικά εισαχθεί πρέπει να ερμηνεύεται στενά, ως εξαίρεση από την προϋπόθεση της κοινοτικής καταγωγής που θεσπίζει το άρθρο 6, δηλαδή από τη θεμελιώδη αρχή ότι μόνο τα προϊόντα που κατάγονται από την Κοινότητα δικαιολογούν δικαίωμα εισπράξεως επιστροφών. Επομένως, δεν μπορεί να θεωρείται ότι η προϋπόθεση της ταυτότητας μεταξύ του, καταγωγής τρίτης χώρας, εισαγομένου και του επανεξαγομένου προϊόντος πληρούται εκτός αν αλλοιωθεί η έννοια της, όταν το επανεξαγόμενο γεωργικό προϊόν προέκυψε, όπως εν προκειμένω, από τη μεταποίηση εμπορεύματος εισαχθέντος από τρίτη χώρα.
2. Επί του δευτέρου ερωτήματος
Η Corman είναι της γνώμης ότι το άρθρο 9 του κανονισμού 2682/72 μπορεί να αφορά παρά μόνο τα γεωργικά προϊόντα που εξάγονται υπό μορφή εμπορευμάτων μη υπαγομένων στο παράρτημα Π, είτε ως έχουν είτε μεταποιημένων, εννοείται δε, ενόψει της εκτάσεως εφαρμογής του κανονισμού ότι ο όρος « μεταποιημένα » αφορά μόνο τη μεταποίηση σε άλλα προϊόντα της ίδιας κατηγορίας. Το προαναφερθέν άρθρο 9 δεν αποκλείει επομένως, κατά την Corman, το δικαίωμα εισπράξεως των επιστροφών που οφείλονται λόγω της εξαγωγής του βουτυρελαίου.
Η βελγική κυβέρνηοη και η Αουξεμβουργιανή κυβέρνηοη υποστηρίζουν ότι το προαναφερθέν άρθρο 9 αποκλείει το δικαίωμα εισπράξεως επιστροφών ανεξαρτήτως της φύσεως του είδους διατροφής που προκύπτει από τη μεταποίηση εμπορεύματος, δεδομένου ότι η εν λόγω διάταξη δεν διακρίνει αναλόγως του αν το είδος διατροφής που προκύπτει από το μεταποιημένο εμπόρευμα είναι βασικό προϊόν ή εμπόρευμα μη αναγραφόμενο στο παράρτημα Π.
Κατά την Επιτροπή, το βουτυρέλαιο που λαμβάνεται από προϊόν υπαγόμενο στο παράρτημα II της Συνθήκης δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού 2682/72. Το άρθρο 9 του εν λόγω κανονισμού, πρέπει, επομένως, να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι αποκλείει από κάθε επιστροφή μόνο τις εξαγωγές εμπορευμάτων μη αναγραφομένων στο παράρτημα II, είτε μεταποιημένων είτε ως έχουν, εφόσον τα εμπορεύματα αυτά είχαν εισαχθεί προηγουμένως, αυτά καθεαυτά, από τρίτες χώρες και τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός της Κοινότητας.
3. Επί τον τρίτον ερωτήματος
Οι επιστροφές λόγω εξαγωγής εκτός της Κοινότητας και τα εξισωτικά ποσά που καταβάλλονται σε έναν εξαγωγέα βασικού προϊόντος προερχομένου από εμπόρευμα μη αναγραφόμενο στο παράρτημα II που έχει εισαχθεί προηγουμένως πρέπει να υπολογίζονται, κατά την Corman, βάσει αναλογικής εφαρμογής των ισχυόντων κανονισμών που προβλέπουν την απεριόριστη καταβολή επιστροφών λόγω εξαγωγής.
Η βελγική κνβερνηοη και η Αονξεμβονργιανή κνβέρνηση, υποστηρίζουν αντίθετα ότι, ακόμη και αν το Δικαστήριο θεωρήσει, κατ' αντίθεση προς την άποψη τους, ότι το άρθρο 9 του κανονισμού 2682/72 δεν αποκλείει το ευεργέτημα της επιστροφής λόγω εξαγωγής εμπορεύματος που προέκυψε από τη μεταποίηση εμπορεύματος μη αναγραφομένου στο παράρτημα II που είχε εισαχθεί προηγουμένως, οι συναλλασσόμενοι δεν μπορούν να επικαλεστούν δικαίωμα εισπράξεως επιστροφών ή εξισωτικών ποσών, δεδομένου ότι ένα τέτοιο δικαίωμα πρέπει να στηρίζεται σε ρητή διάταξη.
Η Επιτροπή υπογραμμίζει, καταρχάς, ότι το δικαίωμα εισπράξεως επιστροφών γεννάται και ασκείται μόνον υπό τις προϋποθέσεις που καθορίζει η κοινοτική νομοθεσία.
Ως προς τις επιστροφές λόγω εξαγωγής η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το εφαρμοστέο για το βουτυρέλαιο καθεστώς πρέπει να αναζητηθεί στις ειδικές διατάξεις που ισχύουν για τον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων του κανονισμού 876/68, που δεν αποκλείουν την καταβολή επιστροφών για το προϊόν αυτό, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 5 του κανονισμού 802/68, περί του κοινού ορισμού της εννοίας της καταγωγής των εμπορευμάτων. Όταν, αντίθετα, το επίδικο προϊόν δεν μπορεί να θεωρηθεί κοινοτικής καταγωγής, όπως έκρινε εν προκειμένω το cour ď appel, δεν μπορεί να χορηγηθεί επιστροφή ούτε βάσει του άρθρου 6 ούτε βάσει του άρθρου 7 του προαναφερθέντος κανονισμού 876/68, χωρίς να χάσει κάθε πρακτική αποτελεσματικότητα το σύστημα που θεσπίζεται με τον κανονισμό αυτό.
Ως προς τα νομισματικά εξισωτικά ποσά, η Επιτροπή διευκρινίζει ότι η εξαγωγή βουτυρε-λαίου εκτός της Κοινότητας μπορεί να θεμελιώσει τη χορήγηση τους υπό τις προϋποθέσεις του κανονισμού 974/71 και του κανονισμού 1380/75 της Επιτροπής, δεδομένου ότι το άρθρο 1, παράγραφος 2, του κανονισμού 974/71 περιέχει γενική παραπομπή στους κανόνες περί κοινής οργανώσεως των γεωργικών αγορών, όσον αφορά τον προσδιορισμό των προϊόντων που υπάγονται στο μηχανισμό των νομισματικών εξισωτικών ποσών (απόφαση της 4ης Ιουλίου 1978, Milchfutter, 5/78, Rec. 1978, σ. 1597). Η Επιτροπή υπογραμμίζει σχετικά ότι η παραπομπή του άρθρου 6 του κανονισμού 1380/75 στις διατάξεις περί επιστροφών δεν έχει ως σκοπό να εξαρτήσει τη χορήγηση νομισματικών εξισωτικών ποσών από τις ουσιαστικές προϋποθέσεις από τις οποίες εξαρτάται η καταβολή των επιστροφών, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η κοινοτική καταγωγή των εξαγομένων προϊόντων. Η παραπομπή στις διατάξεις αυτές πρέπει να θεωρηθεί, όπως έκρινε το Δικαστήριο στη προαναφερθείσα απόφαση της 4ης Ιουλίου 1978, ως παραπομπή στους γενικούς δημοσιονομικούς ή διοικητικούς κανόνες που εφαρμόζονται σχετικά. Εξάλλου, μολονότι η προϋπόθεση της κοινοτικής καταγωγής των προϊόντων είναι ουσιώδης στον τομέα των επιστροφών λόγω εξαγωγής, που έχουν ως σκοπό να καταστήσουν δυνατό στα προϊόντα κοινοτικής καταγωγής να ανταγωνίζονται τα προϊόντα τρίτων χωρών στις εξωτερικές αγορές, η καθοριστική προϋπόθεση χορηγήσεως νομισματικών εξισωτικών ποσών για τις εξαγωγές εκτός της Κοινότητας είναι, κατά την Επιτροπή, η ύπαρξη διακυμάνσεως της τιμής συναλλάγματος του νομίσματος του κράτους μέλους εξαγωγής'. Πρέπει επομένως, να χορηγούνται νομισματικά εξισωτικά ποσά για τα γεωργικά προϊόντα που, όπως το βουτυρέλαιο, υπάγονται σε κοινή οργάνωση αγοράς και έχουν τεθεί σε ελεύθερη κυκλοφορία εντός της Κοινότητας. Η τελευταία αυτή προϋπόθεση, που προβλέπεται στο άρθρο 12 του κανονισμού 1380/75 ως προς το ενδοκοινοτικό εμπόριο, έχει γενική εφαρμογή, όπως προκύπτει, κατά την Επιτροπή, από τη δεκάτη τρίτη αιτιολογική σκέψη του ίδιου κανονισμού.
4. Επί του τετάρτου ερωτήματος
Η Corman παρατηρεί, καταρχάς, ότι καμία διάταξη δεν προβλέπει περιορισμό των επιστροφών λόγω εξαγωγής βασικών προϊόντων που εξάγονται υπ' αυτή τη μορφή και προέρχονται αυτά καθεαυτά από εμπορεύματα μη αναγραφόμενα στο παράρτημα II.
Αν έπρεπε εντούτοις να θεωρηθεί ότι εφαρμόζεται κάποιος περιορισμός, αυτός θα μπορούσε να στηριχθεί μόνο στο άρθρο 7 του κανονισμού 876/68 ή στα άρθρα 6 και 12 του κανονισμού 1380/75. Στην περίπτωση αυτή οι επιστροφές και τα εξισωτικά ποσά θα έπρεπε να φθάνουν το ύψος των σταθερών και κυμαινόμενων επιβαρύνσεων που θα έπρεπε να έχουν εισπραχθεί κατά την εισαγωγή του « nutrix » στην Κοινότητα υπό την ορθή δασμολογική κλάση. Κάθε άλλη λύση που θα είχε ως σκοπό τον περιορισμό των επιστροφών στο ύψος των εισφορών που πράγματι εισπράχθηκαν θα εξαρτούσε την έκταση των δικαιωμάτων του εξαγωγέα από διοικητικές πρακτικές με τις οποίες δεν έχει καμία σχέση. Σε περίπτωση σφάλματος κατά την είσπραξη απόκειται στην αρμόδια αρχή να εισπράξει τις ενδεχομένως μη εισπραχθείσες επιβαρύνσεις από εκείνους, οι οποίοι θα τις έφεραν, χωρίς αυτό να επηρεάζει το δικαίωμα του εξαγωγέα να εισπράξει επιστροφές ή νομισματικά εξισωτικά ποσά.
Η άποψη της βεί,γικής κυβερνήσεως και της Αουξεμβουργιανής κυβερνήσεως είναι, εντούτοις, ότι πρέπει να εφαρμοστεί περιορισμός μόνο βάσει των ποσών που πράγματι εισπράχθηκαν κατά την είσοδο των εμπορευμάτων στην Κοινότητα. Κατά τις κυβερνήσεις αυτές, η διαφορά μεταξύ του ποσού που πράγματι εισπράχθηκε και του ποσού που έπρεπε να εισπραχθεί είναι ζήτημα ιδιωτικού δικαίου που δεν αφορά τις σχέσεις μεταξύ του εξαγωγέα και της αλυσίδας των συναλλασσομένων που μεσολάβησαν προηγουμένως για την εισαγωγή του προϊόντος στην Κοινότητα.
Ως προς τις επιστροφές λόγω εξαγωγής η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι το άρθρο 7 του κανονισμού 876/68 έχει ως σκοπό να εξουδετερώσει την επίδραση της εισφοράς λόγω εισαγωγής με την επαναχορήγησή της υπό μορφή επιστροφής και ότι, συνεπώς, η επιστροφή αυτή πρέπει να καλύπτει μόνο την εισφορά που πράγματι εισπράχθηκε. Σε αντίθετη περίπτωση δεν θα επρόκειτο για επιστροφή πραγματικής επιβαρύνσεως, αλλά για ενίσχυση της εξαγωγής μη κοινοτικού προϊόντος.
Όσον αφορά τα νομισματικά εξισωτικά ποσά η Επιτροπή περιορίζεται να αναφέρει ότι σε καμιά περίπτωση όπως η παρούσα πρέπει να εφαρμόζεται επίσης το άρθρο 12, παράγραφος 1, τελευταίο εδάφιο, του κανονισμού 1380/75.
G. C. Rodríguez Iglesias
εισηγητής δικαστής.
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γαλλική.
Top