ΈΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ ΣΥΖΉΤΗΣΗ
στην υπόθεση C-301/88 ( *1 )
Ι — Το κανονιστικό πλαίσιο
Η κοινή οργάνωση αγοράς στον τομέα των προϊόντων αλιείας, όπως καθιερώθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3796/81 (εφεξής: βασικός κανονισμός ), χαρακτηρίζεται από κοινές προδιαγραφές εμπορίας για τα συναφή προϊόντα, δημιουργία οργανώσεων παραγωγών για τα μέλη των οποίων προβλέπεται η υποχρέωση συμμορφώσεως τους προς ορισμένους κανόνες, ιδίως σε θέματα παραγωγής και εμπορίας, και σύστημα τιμών, στα πλαίσια του οποίου προβλέπεται η δυνατότητα των οργανώσεων παραγωγών να καθορίζουν τιμή αποσύρσεως, κάτω από την οποία δεν πωλούν τα προϊόντα που φέρουν τα μέλη τους, και η καταβολή στις εν λόγω οργανώσεις αντισταθμίσεως για τους αποσυρόμενους από την αγορά ιχθείς. Οι αντισταθμίσεις αυτές χρηματοδοτούνται από τα κοινοτικά ταμεία.
1. Διατάξεις περί των προδιαγραφών εμπορίας
Κατά την τέταρτη αιτιολογική σκέψη του βασικού κανονισμού, η εφαρμογή κοινών προδιαγραφών εμπορίας στα αλιευτικά προϊόντα «πρέπει να έχει ως αποτέλεσμα την απομάκρυνση των προϊόντων μη ικανοποιητικής ποιότητος από την αγορά και τη διευκόλυνση των εμπορικών σχέσεων, βάσει ενός θεμιτού ανταγωνισμού, που θα συμβάλει με τον τρόπο αυτόν στην αποδοτικότητα της παραγωγής».
Τις κοινές προδιαγραφές εμπορίας καθορίζει το Συμβούλιο και, σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού, « οι προδιαγραφές αυτές μπορούν ιδίως να αναφέρονται στην ταξινόμηση κατά κατηγορία ποιότητος, μεγέθους ή βάρους, στη συσκευασία, στην εμφάνιση και στην επισήμανση ». Η παράγραφος 2 ορίζει:
«Εφόσον έχουν θεσπισθεί προδιαγραφές, τα προϊόντα στα οποία αυτές εφαρμόζονται μπορούν να εκτίθενται προς πώληση, να εκποιούνται, να πωληθούν ή να τεθούν στην εμπορία κατά οποιονδήποτε άλλον τρόπο, μόνον αν τα προϊόντα αυτά ανταποκρίνονται στις εν λόγω προδιαγραφές, με την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεων που είναι δυνατόν να θεσπιστούν για τις συναλλαγές με τις τρίτες χώρες. »
Περαιτέρω, ο κανονισμός (ΕΟΚ) 103/76 του Συμβουλίου, της 19ης Ιανουαρίου 1976, περί καθορισμού κοινών προδιαγραφών εμπορίας για ορισμένους ιχθείς νωπούς ή διατηρημένους δι' απλής ψύξεως ( ΕΕ ειδ. έκδ. 04/001, σ. 71 ), όπως τροποποιήθηκε για τελευταία φορά με τον κανονισμό ( ΕΟΚ ) 33/89 του Συμβουλίου, της 5ης Ιανουαρίου 1989 (ΕΕ L 5, σ. 18), προβλέπει στο άρθρο 2 ότι ορισμένοι ιχθείς θαλάσσιας αλιείας διατίθενται στο εμπόριο προς ανθρώπινη κατανάλωση μόνο αν πληρούν τις προδιαγραφές εμπορίας που καθορίζονται για συγκεκριμένες κατηγορίες φρεσκότητας και μεγέθους, εκτός αν πρόκειται για « μικρές ποσότητες ιχθύων που διατίθενται απευθείας από τους παράκτιους αλιείς στο λιανικό εμπόριο ή τους καταναλωτές ».
Κατά το άρθρο 4, παράγραφοι Ι και 2, του βασικού κανονισμού, τα κράτη μέλη υποβάλλουν σε έλεγχο τα προϊόντα για τα οποία έχουν καθοριστεί κοινές προδιαγραφές εμπορίας και λαμβάνουν όλα τα κατάλληλα μέτρα για την επιβολή κυρώσεων σε περίπτωση παραβάσεως των εν λόγω κανόνων.
Με τους Sea Fish ( Marketing Standard) Regulations rov 1986 (S. I. 1986, αριθ. 1272) — κανόνες περί των προδιαγραφών εμπορίας των ιχθύων θαλασσίων υδάτων — οποιαδήποτε παραβίαση του βασικού κανονισμού συνιστά ποινικό αδίκημα στο Ηνωμένο Βασίλειο.
2. Διατάξεις περί των οργανώσεων παραγωγών
Το άρθρο 5, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού είναι διατυπωμένο ως εξής:
«1.
Κατά την έννοια του παρόντος κανονισμού, ως “ οργάνωση παραγωγών ” νοείται κάθε αναγνωρισμένη οργάνωση ή ένωση τέτοιων οργανώσεων, η οποία συνεστήθη με πρωτοβουλία των παραγωγών με σκοπό τη λήψη των κατάλληλων μέτρων για την εξασφάλιση της ορθολογικής ασκήσεως της αλιευτικής δραστηριότητας και τη βελτίωση των όρων πωλήσεως της παραγωγής τους.
Τα μέτρα αυτά, που αποσκοπούν ιδίως στην προώθηση της εφαρμογής αλιευτικών προγραμμάτων, στη συγκέντρωση της προσφοράς και στη ρύθμιση των τιμών, πρέπει να περιλαμβάνουν για τα μέλη την υποχρέωση:
—
να διαθέτουν, μέσω της οργανώσεως, το σύνολο της παραγωγής του ή των προϊόντων για το οποίο ή για τα οποία έχουν προσχωρήσει στην οργάνωση η οργάνωση μπορεί να αποφασίζει ότι η προαναφερθείσα υποχρέωση δεν ισχύει, εφόσον η διάθεση πραγματοποιείται σύμφωνα με κοινούς κανόνες που έχουν προηγουμένως θεσπιστεί
—
να εφαρμόζουν στην παραγωγή και στην εμπορία τους κανόνες που θεσπίσθηκαν από την οργάνωση παραγωγών, με σκοπό ιδίως τη βελτίωση της ποιότητας των προϊόντων και την προσαρμογή του όγκου της προσφοράς στις απαιτήσεις της αγοράς ».
Ο κανονισμός ( ΕΟΚ ) 105/76 του Συμβουλίου, της 19ης Ιανουαρίου 1976, περί της αναγνωρίσεως των οργανώσεων των παραγωγών στον τομέα της αλιείας ( ΕΕ ειδ. έκδ. 04/001, σ. 81 ), προέβλεπε στο άρθρο 1 ότι τα κράτη μέλη αναγνωρίζουν τις οργανώσεις παραγωγών υπό την επιφύλαξη ότι οι οργανώσεις αυτές πληρούν ορισμένες προϋποθέσεις, μεταξύ των οποίων οι παρατιθέμενες στο άρθρο 5 του προαναφερθέντος βασικού κανονισμού [ οι οποίες αναφέρονταν επίσης και στον προηγούμενο βασικό κανονισμό — κανονισμός (ΕΟΚ) 100/76 του Συμβουλίου, της 19ης Ιανουαρίου 1976 (ΕΕ ειδ. έκδ. 04/001, σ. 43)]. Δυνάμει του άρθρου 4 του ιδίου κανονισμού, εφόσον οι ανωτέρω προϋποθέσεις δεν πληρούνταν πλέον, ήταν δυνατή, ιδίως, η ανάκληση της αναγνωρίσεως.
Το περιεχόμενο των διατάξεων αυτών προσδιορίστηκε με τον κανονισμό ( ΕΟΚ ) 2062/80 της Επιτροπής, της 31ης Ιουλίου 1980, περί καθορισμού των προϋποθέσεων και της διαδικασίας χορηγήσεως και ανακλήσεως της αναγνωρίσεως των οργανώσεων παραγωγών του τομέα των αλιευτικών προϊόντων και των ενώσεων τους ( ΕΕ ειδ. έκδ. 04/001, σ. 203 ), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1995/84 της Επιτροπής, της 12ης Ιουλίου 1984 (EEL 186, σ. 23).
Τα άρθρα 8 και 9, παράγραφος 1, είναι διατυπωμένα ως εξής:
«Άρθρο 8
Τα κράτη μέλη ασκούν διαρκή έλεγχο στη λειτουργία των οργανώσεων των παραγωγών και των ανεγνωρισμένων ενώσεων, κυρίως όσον αφορά την εφαρμογή του άρθρου 4 του κανονισμού (ΕΟΚ) 105/76 και του άρθρου 5 του παρόντος κανονισμού.
Άρθρο 9
1. Με την επιφύλαξη των λόγων που ορίζονται στο άρθρο 4 του κανονισμού (ΕΟΚ) 105/76, η αναγνώριση μιας ενώσεως παραγωγών ή μιας ενώσεως ανακαλείται, εφόσον η οργάνωση ή η ένωση αυτή παραμελεί τις υποχρεώσεις της όσον αφορά την τήρηση των κοινών κανόνων παραγωγής και εμπορίας. »
3. Διατάξεις περί του συστήματος των τιμών
Σύμφωνα με τη δωδέκατη και δέκατη τρίτη αιτιολογική σκέψη του βασικού κανονισμού, «... είναι αναγκαίο να καθοριστεί για κάθε ένα από τα προϊόντα αυτά μια τιμή προσανατολισμού αντιπροσωπευτική των ζωνών παραγωγής της Κοινότητος, που θα χρησιμεύει στον καθορισμό του επιπέδου τιμών για τις παρεμβάσεις στην αγορά » και « ... για να σταθεροποιηθούν οι τιμές, είναι επιθυμητό να έχουν τη δυνατότητα οι οργανώσεις παραγωγών να παρεμβαίνουν στην αγορά, εφαρμόζοντας ειδικότερα τιμή αποσύρσεως εντός ορισμένων ορίων, ώστε να λαμβάνονται υπόψη οι εποχιακές διακυμάνσεις των τιμών της αγοράς ».
Το άρθρο 12, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού προβλέπει ότι καθορίζεται κοινοτική τιμή αποσύρσεως σε συνάρτηση με τη φρεσκότητα, το μέγεθος ή το βάρος και την παρουσίαση του προϊόντος. Οι τιμές αποσύρσεως υπολογίζονται ποσοστιαίως επί της τιμής προσανατολισμού που καθορίζει το Συμβούλιο για κάθε προϊόν. Οι οργανώσεις των παραγωγών μπορούν, βάσει του άρθρου 9, να καθορίζουν τις τιμές αποσύρσεως και να χορηγούν αποζημίωση στους παραγωγούς που είναι μέλη τους για τις ποσότητες ιχθύων που αποσύρονται από την αγορά.
Επιπλέον, ο βασικός κανονισμός προβλέπει τη χορήγηση στις οργανώσεις των παραγωγών χρηματικών αντισταθμίσεων για τις αποσυρόμενες από την αγορά ποσότητες. Η συναφής αιτιολογική βάση του κανονισμού έχει ως εξής:
« Εκτιμώντας:
ότι η πείρα έδειξε ότι σε ορισμένες περιπτώσεις το επίπεδο της χρηματικής αντισταθμίσεως που καταβάλλεται στις οργανώσεις αυτές δεν προσφέρεται να ενθαρρύνει την προσχώρηση των αλιέων στις οργανώσεις αυτές ότι πρέπει συνεπώς να αυξηθεί η χρηματική αντιστάθμιση
ότι η κτηθείσα πείρα κατέδειξε την ανάγκη εισαγωγής κάποιας ελαστικότητας στην εφαρμογή των μηχανισμών παρεμβάσεως, με τον καθορισμό κοινοτικών τιμών αποσύρσεως κατά τρόπο που να επιτρέπει στις οργανώσεις να πραγματοποιούν εντός ορισμένων ορίων τις αποσύρσεις από την αγορά, ακολουθώντας τις διαπιστούμενες διακυμάνσεις της αγοράς ότι για να προτραπούν οι αλιείς να προσαρμόσουν καλύτερα τις προσφορές τους στις ανάγκες της αγοράς, πρέπει να προβλεφθεί μια διαφοροποίηση των ποσών της χρηματικής αντισταθμίσεως σε συνάρτηση με τον όγκο των αποσυρόμενων ποσοτήτων από την αγορά ».
Το άρθρο 13 του βασικού κανονισμού ορίζει ιδίως:
«1.
Τα κράτη μέλη χορηγούν χρηματική αντιστάθμιση στις οργανώσεις παραγωγών οι οποίες πραγματοποιούν, στα πλαίσια του άρθρου 9, παρεμβάσεις για τα προϊόντα που αναφέρονται στο παράρτημα Ι σημεία Α και Δ υπό τον όρο ότι:
α)
η τιμή αποσύρσεως που εφαρμόζεται από τις οργανώσεις αυτές είναι η κοινοτική τιμή αποσύρσεως που καθορίζεται σύμφωνα με το άρθρο 12, με αποδεκτό ωστόσο περιθώριο ανοχής 10 ο/ο κάτω έως 5 ο/ο πάνω από την τιμή αυτή, για να λαμβάνονται υπόψη ιδίως οι εποχιακές διακυμάνσεις των τιμών της αγοράς'
β)
τα αποσυρόμενα προϊόντα είναι σύμφωνα με τις προδιαγραφές που έχουν θεσπιστεί κατά το άρθρο 2
γ)
η αποζημίωση που χορηγείται στους παραγωγούς μέλη για τις ποσότητες προϊόντων που αποσύρθηκαν από την αγορά:
—
δεν υπερβαίνει το ποσό που προκύπτει από την εφαρμογή στις ποσότητες αυτών των τιμών αποσύρσεως που ορίζονται σύμφωνα με το άρθρο 12,
και
—
είναι τουλάχιστον ίσο για τα διάφορα τμήματα αποσυρόμενων ποσοτήτων προς το ποσοστό της τιμής αποσύρσεως της παραγράφου 3, αυξημένο κατά 2,5 ο/ο
δ)
για κάθε συγκεκριμένη κατηγορία προϊόντος εφαρμόζεται τιμή αποσύρσεως τουλάχιστον ίση προς την τιμή που αναφέρεται στο άρθρο 12. Ωστόσο, μια οργάνωση παραγωγών που, στα πλαίσια των μέτρων που αναφέρονται στο άρθρο 5, παράγραφος 1, προβαίνει σε απαγόρευση διαθέσεως ορισμένων κατηγοριών προϊόντων, δεν υποχρεούται να εφαρμόζει την κοινοτική τιμή αποσύρσεως που αφορά αυτές τις κατηγορίες προϊόντων.
2.
Η χρηματική αντιστάθμιση χορηγείται μόνο όταν τα προϊόντα που αποσύρονται από την αγορά διατίθενται για σκοπούς διαφόρους της ανθρωπίνης καταναλώσεως, υπό τέτοιους όρους, ώστε να μη παρεμποδίζουν την κανονική διάθεση των προϊόντων που αναφέρονται στο άρθρο 12.
Ωστόσο, η αντιστάθμιση δεν χορηγείται αν τα προϊόντα που αποσύρθηκαν στη διάρκεια μιας ημέρας δεν καλύπτουν μια ελάχιστη ποσότητα ή μια ελάχιστη αξία, που θα καθοριστεί.
3.
Το ποσό της χρηματικής αντισταθμίσεως είναι ίσο προς:
—
85 % της τιμής αποσύρσεως για τις ποσότητες που αποσύρθηκαν από την αγορά από μια οργάνωση παραγωγών και που δεν υπερβαίνουν το 5 %,
—
70 ο/ο της τιμής αποσύρσεως για τις ποσότητες που αποσύρθηκαν από την αγορά από μια οργάνωση παραγωγών και που είναι ανώτερες του 5 ο/ο και δεν υπερβαίνουν το 10 %,
—
55 ο/ο της τιμής αποσύρσεως για τις ποσότητες που αποσύρθηκαν από την αγορά από μια οργάνωση παραγωγών και που είναι ανώτερες του 10 ο/ο και δεν υπερβαίνουν το 15 ο/ο,
—
40 ο/ο της τιμής αποσύρσεως για τις ποσότητες που αποσύρθηκαν από την αγορά από μια οργάνωση παραγωγών και που είναι ανώτερες του 15 ο/ο και δεν υπερβαίνουν το 20 ο/ο,
—
0 ο/ο της τιμής αποσύρσεως για τις ποσότητες που αποσύρθηκαν από την αγορά από μια οργάνωση παραγωγών και υπερβαίνουν το 20 ο/ο,
των ετησίων ποσοτήτων του συγκεκριμένου προϊόντος που τέθηκαν στο εμπόριο σύμφωνα με το άρθρο 5, παράγραφος 1. Οι αποσυρόμενες από την αγορά ποσότητες λαμβάνονται υπόψη για τη χρηματική αντιστάθμιση κατά χρονολογική σειρά αποσύρσεως.
... »
Επίσης, ο κανονισμός (ΕΟΚ) 2202/82, ο οποίος έθεσε γενικούς κανόνες για τη χορήγηση κοινοτικής αντισταθμίσεως, αναφέρει στην πέμπτη αιτιολογική σκέψη του ότι η χρηματική αντιστάθμιση πρέπει να χορηγείται μόνο « για τα προϊόντα τα οποία, επειδή είχαν διατεθεί προς πώληση υπό τους συνήθεις όρους, δεν βρήκαν αγοραστή με την κοινοτική τιμή απόσυρσης ». Οι διατάξεις των άρθρων 2, 3 και 4 του ανωτέρω κανονισμού, που άπτονται της υπό κρίση υποθέσεως, είναι διατυπωμένες ως εξής:
«Άρθρο 2
1. Η καταβολή της χρηματικής αντιστάθμισης υπόκειται στον όρο ότι η οργάνωση παραγωγών, καθ' όλη τη διάρκεια της αλιευτικής περιόδου, έχει εφαρμόσει την κοινοτική τιμή απόσυρσης σύμφωνα με το άρθρο 13, παράγραφος Ι, σημεία α) και δ), του βασικού κανονισμού.
2. Αν η οργάνωση επιτρέπει στα μέλη της να διαθέτουν τα προϊόντα τους σύμφωνα με τους κοινούς κανόνες που αναφέρονται στο άρθρο 5, παράγραφος 1, πρώτη περίπτωση, του βασικού κανονισμού και τους οποίους έχει θεσπίσει η οργάνωση αυτή, ο όρος που καθορίζεται στην παράγραφο 1 θεωρείται ότι εκπληρώνεται από την εν λόγω οργάνωση, αν τα μέλη της τηρούν την κοινοτική τιμή απόσυρσης που αναφέρεται στην ίδια παράγραφο ...
Άρθρο 3
Θεωρούνται ως ποσότητες που αποτελούν αντικείμενο χρηματικής αντιστάθμισης μόνο οι αποσυρόμενες από την αγορά ποσότητες, οι οποίες:
α)
αλιεύθηκαν από μέλος οργάνωσης παραγωγών
β)
διατέθηκαν προς πώληση:
—
μέσω της οργάνωσης παραγωγών,
ή
—
από ένα μέλος σύμφωνα με τους κοινούς κανόνες που θεσπίστηκαν από την οργάνωση παραγωγών και αναφέρονται στο άρθρο 5, παράγραφος 1, πρώτη περίπτωση, του βασικού κανονισμού,
μετά από κατάταξη σύμφωνα με τους κανόνες εμπορίας που αναφέρονται στο άρθρο 2 του βασικού κανονισμού και που συμφωνούν με την κατάταξη αυτή τη στιγμή της απόσυρσης
γ)
πριν από την απόσυρση και σύμφωνα με τα ήθη και έθιμα του τόπου και της περιφέρειας, διατέθηκαν προς πώληση, προσιτή για κάθε ενδιαφερόμενο αγοραστή, κατά τη διάρκεια της οποίας διαπιστώθηκε ότι δεν βρίσκεται αγοραστής στην τιμή που ορίστηκε σύμφωνα με το άρθρο 13, παράγραφος 1, σημείο α), του βασικού κανονισμού.
...
Άρθρο 4
1. Για τον καθορισμό του ποσού της χρηματικής αντισταθμίσεως λαμβάνονται υπόψη οι ποσότητες:
α)
ανά προϊόν, εκ των προτέρων καταταγμένες σύμφωνα με τους κανόνες εμπορίας που αναφέρονται στο άρθρο 2 του βασικού κανονισμού, οι οποίες διατέθηκαν προς πώληση κατά τη διάρκεια της αλιευτικής περιόδου μέσω της οργάνωσης παραγωγών ή από ένα μέλος της, σύμφωνα με τους κοινούς κανόνες της που αναφέρονται στο άρθρο 5, παράγραφος 1, πρώτη περίπτωση, του βασικού κανονισμού και θεσπίστηκαν από αυτή
β)
οι οποίες αποσύρονται από την αγορά κατά τη διάρκεια της ίδιας περιόδου και οι οποίες αναφέρονται στο άρθρο 3, εξαιρέσει των ποσοτήτων που είναι κατώτερες από τις ελάχιστες ποσότητες που ορίζονται δυνάμει του άρθρου 13, παράγραφος 2, του βασικού κανονισμού... »
Τέλος, ο κανονισμός (ΕΟΚ) 3137/82, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3165/84 της Επιτροπής, της 14ης Νοεμβρίου 1984 (ΕΕ L 297, σ. 14), προβλέπει ότι, για τους σκοπούς της χορηγήσεως της χρηματικής αντισταθμίσεως, κάθε οργάνωση παραγωγών τηρεί μητρώο των αποσυρομένων από την αγορά ποσοτήτων και ότι, προκειμένου να ελέγχεται αν τα στοιχεία του μητρώου ανταποκρίνονται στις ποσότητες που διατίθενται πραγματικά προς πώληση και αποσύρονται, κάθε κράτος μέλος καθιερώνει σύστημα ελέγχου.
Σύμφωνα με την ενδέκατη αιτιολογική σκέψη του ανωτέρω κανονισμού, «... σε περίπτωση παραβάσεως περιορισμένης σημασίας στο καθεστώς της χρηματικής αντισταθμίσεως — λαμβανομένου υπόψη του καινοτόμου χαρακτήρα του εν λόγω καθεστώτος — πρέπει το ελάχιστο χρηματικό πλεονέκτημα που συνεπάγεται αυτή η παράβαση να μη συνεπάγεται την πλήρη κατάργηση του δικαιώματος στη χρηματική αντιστάθμιση αλλά μόνο μια κατ' αποκοπή μείωση αυτής ».
Το άρθρο 13, παράγραφος 1, του κανονισμού είναι διατυπωμένο ως εξής:
«1.
Στην περίπτωση που μια παράβαση στο καθεστώς της χρηματικής αντισταθμίσεως, περιορισμένης σημασίας, διαπράχθηκε από μια οργάνωση παραγωγών ή ένα μέλος της και αποδείχθηκε από αυτή την οργάνωση παραγωγών, με ικανοποιητικό τρόπο για το αντίστοιχο κράτος μέλος, ότι αυτή η παράβαση διαπράχθηκε χωρίς πρόθεση απάτης ή σοβαρή αμέλεια, το κράτος μέλος παρακρατεί ένα ποσό ίσο με το 10 % της κοινοτικής τιμής αποσύρσεως που εφαρμόζεται στις αντίστοιχες ποσότητες, οι οποίες αποσύρθηκαν και δεν περιορίστηκαν στην πριμοδότηση μεταφοράς. »
II — Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
Το Υπουργείο Γεωργίας, Αλιείας και Τροφίμων αναγνωρίζει την Fish Producers' Organization Ltd ως οργάνωση παραγωγών εκπροσωπούσα τους πλοιοκτήτες αλιευτικών σκαφών στο Grimsby και Hull. Η Grimsby Fish Producers' Organization Ltd αναγνωρίστηκε ως οργάνωση παραγωγών εκπροσωπούσα τους πλοιοκτήτες νηολογημένων στο Grimsby σκαφών παράκτιας αλιείας και αλιείας με δίκτυ.
Στις 7 Σεπτεμβρίου 1983 το εν λόγω υπουργείο απηύθυνε στις δύο οργανώσεις παραγωγών έγγραφο στο οποίο ανέφερε ότι, σύμφωνα με πληροφορίες που είχε λάβει, « η μέθοδος κατατάξεως που ακολουθούν τα μέλη σας στην περιοχή όπου ασκείτε τη δραστηριότητά σας δεν φαίνεται να πληροί τις κοινοτικές προδιαγραφές... ». Την αιτίαση αυτή, η οποία δεν αμφισβητήθηκε, επανέλαβε το εν λόγω υπουργείο με σειρά εγγράφων και επ' ευκαιρία ορισμένων συσκέψεων κατά τα έτη 1983, 1984 και 1985, ενώ ο Intervention Board for Agricultural Produce (εφεξής: IBAP) [οργανισμός παρεμβάσεως ] την επανέλαβε με έγγραφα που απηύθυνε στις προαναφερθείσες οργανώσεις παραγωγών κατά τη διάρκεια του αυτού χρονικού διαστήματος. Την 1η Αυγούστου 1985, το υπουργείο ενημέρωσε ιδίως την Grimsby Fish Producers' Organization Ltd για επίσκεψη στο Grimsby του Derham, αρχιελεγκτή αλιείας και διευθυντή της επιθεωρήσεως θαλασσίων αλιευμάτων, κατά τη διάρκεια της οποίας ο τελευταίος υπογράμμισε ότι « δεν έγινε καμιά προσπάθεια κατατάξεως των ιχθύων στις κατηγορίες μεγέθους που προβλέπει ο κοινοτικός κανονισμός, με συνέπεια οι κατηγορίες μεγέθους των δειγμάτων που εξετάστηκαν να είναι μάλλον ανάμικτες παρά ομοιογενείς». Εξάλλου, η Επιτροπή προσθέτει ότι τον Απρίλιο του 1987 απέστειλε στο Grimsby δικούς της υπαλλήλους προκειμένου να ελέγξουν τις δραστηριότητες της Grimsby Fish Producers' Organization Ltd, λόγω δε των παρατυπιών που διαπιστώθηκαν, η Επιτροπή πρότεινε στο Ηνωμένο Βασίλειο να ανακαλέσει την αναγνώριση της εν λόγω οργανώσεως.
Επειδή ο ΙΒΑΡ αποφάσισε περί τα τέλη του 1985 να μη χορηγήσει στις δύο οργανώσεις παραγωγών καμιά χρηματική αντιστάθμιση για τα περισσότερα είδη και για το χρονικό διάστημα από τον Σεπτέμβριο του 1983 έως τον Δεκέμβριο του 1985, οι εν λόγω οργανώσεις παραγωγών άσκησαν προσφυγή ακυρώσεως της σχετικής αποφάσεως. Στις 12 Ιουνίου 1987, ο δικαστής Macpherson τις δικαίωσε. Κατόπιν αυτού, ο ΙΒΑΡ άσκησε έφεση ενώπιον του Court of Appeal.
Όπως προκύπτει από τη Διάταξη περί παραπομπής, με εξαίρεση τις αποσυρθείσες από την αγορά ποσότητες ιχθύων για τις οποίες ζητήθηκε αντιστάθμιση ύψους περίπου 80000 λιρών στερλινών, οι όροι διαθέσεως προς πώληση των ιχθύων εκ μέρους των δύο οργανώσεων παραγωγών κατά τη διάρκεια της κρίσιμης περιόδου αποκλίνουν σημαντικά από τις προδιαγραφές εμπορίας που καθόρισε η κοινοτική ρύθμιση.
Εκτιμώντας ότι η ουσία της διαφοράς ανάγεται στο κατά πόσον οι διατάξεις του κοινοτικού δικαίου περί ποιοτικού ελέγχου συνδέονται προς τις διατάξεις περί αντισταθμίσεως, με Διάταξη του της 7ης Ιουνίου 1988 το Court of Appeal ανέστειλε τη διαδικασία και υπέβαλε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
«1)
Έχουν οι διατάξεις της Συνθήκης, του κανονισμού (ΕΟΚ) 3796/81 του Συμβουλίου, του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 2202/82 του Συμβουλίου και του κανονισμού (ΕΟΚ) 3137/82 της Επιτροπής την έννοια ότι τα κράτη μέλη υποχρεούνται να καταβάλουν σε οργάνωση παραγωγών όλες τις χρηματικές αντισταθμίσεις που αφορούν απόσυρση στην κοινοτική τιμή αποσύρσεως ποσοτήτων ιχθύων που έχουν ταξινομηθεί ορθά σε κατηγορίες και διατεθεί στο εμπόριο σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 103/76 του Συμβουλίου, στην περίπτωση που η εν λόγω οργάνωση παραγωγών παρέλειψε σε μεγάλο βαθμό να συμμορφωθεί προς τις κοινοτικές προδιαγραφές περί εμπορίας που θέτει ο κανονισμός αυτός, όσον αφορά άλλους ιχθείς από τα αποσυρθέντα είδη που διατέθηκαν προς πώληση αλλά δεν αποσύρθηκαν κατά την αυτή χρονική περίοδο;
2)
Αν η απάντηση στο πρώτο ερώτημα είναι ότι η χρηματική αντιστάθμιση πρέπει να καταβληθεί σε οργάνωση παραγωγών, η αντιστάθμιση αυτή υπολογίζεται:
α)
βάσει της συνολικής ποσότητας ιχθύων του συγκεκριμένου είδους που διατέθηκε προς πώληση, ακόμη και αν μέρος της ποσότητας αυτής των ιχθύων του συγκεκριμένου είδους διατέθηκε προς πώληση κατά παράβαση των κοινοτικών προδιαγραφών εμπορίας, ή
β)
βάσει της συνολικής ποσότητας ιχθύων του συγκεκριμένου είδους που διατέθηκε προς πώληση, μειωμένη κατά την ποσότητα ιχθύων του είδους αυτού που διατέθηκε προς πώληση κατά παράβαση των κοινοτικών προδιαγραφών εμπορίας;
3)
Αν η απάντηση στο δεύτερο ερώτημα είναι ότι η αντιστάθμιση πρέπει να υπολογίζεται βάσει της ποσότητας ιχθύων, μειωμένης κατά το μέρος που διατέθηκε προς πώληση κατά παράβαση των κοινοτικών προδιαγραφών περί εμπορίας, οφείλει το κράτος μέλος να αποδείξει την έκταση της παραβάσεως εκ μέρους της οργανώσεως παραγωγών ή οφείλει η οργάνωση παραγωγών να αποδείξει σε ποιο βαθμό συμμορφώθηκε προς τις διατάξεις;
4)
Μέχρι ποιο βαθμό ενδεχομένως η μη ορθή εκ μέρους οργανώσεως παραγωγών ταξινόνηση σε κατηγορία των διατεθέντων προς πώληση ιχθύων που δεν αποσύρθηκαν κατά παράβαση των κοινοτικών προδιαγραφών εμπορίας μπορεί να θεωρηθεί ως “περιορισμένης σημασίας παράβαση του καθεστώτος της χρηματικής αντισταθμίσεως ”, κατά την έννοια του άρθρου 13 του κανονισμού (ΕΟΚ) 3137/82 της Επιτροπής;
5)
Αν το άρθρο 13 του κανονισμού (ΕΟΚ) 3137/82 της Επιτροπής μπορεί να εφαρμοστεί στην περίπτωση μη ορθής ταξινομήσεως των διατεθέντων προς πώληση ιχθύων, οφείλει το κράτος μέλος, πριν αρνηθεί την καταβολή αντισταθμίσεως:
α)
να εξετάσει καταρχάς αν η παράβαση είναι περιορισμένης σημασίας και ως εκ τούτου,
β)
να λάβει υπόψη τις ποσότητες ιχθύων του συγκεκριμένου είδους που, χωρίς να έχουν ταξινομηθεί ορθά, διατέθηκαν προς πώληση και δεν αποσύρθηκαν; »
Η Διάταξη παραπομπής πρωτοκολλήθηκε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 13 Οκτωβρίου 1988.
Σύμφωνα με το άρθρο 20 του πρωτοκόλλου περί του οργανισμού του Δικαστηρίου ΕΟΚ, γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν οι Fish Producers' Organization Ltd και Grimsby Fish Producers' Organization Ltd, ενάγουσεςεφεσίβλητες στην κύρια δίκη, εκπροσωπούμενες από τον Alan Pardoe, QC, του δικηγορικού γραφείου των Row & Maw, solicitors, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και Βόρειας Ιρλανδίας, εκπροσωπούμενη από την J. Α. Gensmantel, Treasury Solicitor, και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Peter Oliver, μέλος της νομικής υπηρεσίας της.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετά από ακρόαση του γενικού εισαγγελέα, το Δικαστήριο αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.
III — Γραπτές παρατηρήσεις που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο
Επί του πρώτον ερωτήματος
Οι εφεσίβλητες της κυρίας δίκης ισχυρίζονται ότι η καταβολή της χρηματικής αντισταθμίσεως για τους αποσυρόμενους ιχθείς εξαρτάται αποκλειστικώς και μόνο από τις προϋποθέσεις που τάσσει ρητώς το άρθρο 13, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού, όπως επαναλαμβάνονται στο άρθρο 3 του κανονισμού 2202/82. Υπογραμμίζουν ότι στην προκειμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι εν λόγω προϋποθέσεις όσον αφορά τις αποσυρθείσες ποσότητες ιχθύων για τις οποίες υποβλήθηκαν αιτήσεις χορηγήσεως αντισταθμίσεως.
Οι εφεσίβλητες παρατηρούν ότι καμιά από τις διατάξεις της ισχύουσας ρύθμισης δεν καθιστά δυνατή τη συλλογιστική του ΙΒΑΡ ως προς το άρθρο 13 του βασικού κανονισμού. Κατά τον ΙΒΑΡ, η αντιστάθμιση χορηγείται μόνο αν η οργάνωση παραγωγών αποδείξει ότι το σύνολο των πωληθέντων από τα μέλη της ιχθύων, που ανήκουν στο αυτό είδος με εκείνο για το οποίο η οργάνωση παρενέβη κατά τη διάρκεια του επιδίκου έτους, συμφωνούσε με τις προδιαγραφές που θεσπίστηκαν σύμφωνα με το άρθρο 2 του ανωτέρω κανονισμού. Κατά την αποψή τους, ο συλλογισμός αυτός ισοδυναμεί με νέα προϋπόθεση που προστίθεται στο άρθρο 13 του βασικού κανονισμού, είναι εντελώς αδικαιολόγητη και οφείλεται σε πλάνη περί το δίκαιο. Πράγματι, η υποστηριζόμενη από τον ΙΒΑΡ άποψη οδηγεί στο ότι, επειδή κάποιο μη προσδιοριζόμενο τμήμα από συγκεκριμένο είδος ιχθύων που πώλησε οργάνωση παραγωγών στο Hull ή στο Grimsby δεν συμφωνεί προς τις προδιαγραφές κατατάξεως, η οργάνωση αυτή δεν πρέπει να λάβει καμία αντιστάθμιση για τους ιχθείς που αποσύρθηκαν σε κάποιο λιμένα, έστω και αν οι αποσυρθέντες ιχθείς στο σύνολό τους που διατέθηκαν προς πώληση πληρούσαν απολύτως τις προδιαγραφές κατατάξεως και έστω και αν δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ότι μεγάλο μέρος των πωληθέντων ιχθύων (ενδεχομένως σε άλλους λιμένες ) κατατάχθηκε επίσης σύμφωνα με τις εν λόγω προδιαγραφές. Αντιστρόφως, όπως προκύπτει από την ίδια άποψη, αν η ποσότητα ιχθύων προσκομίστηκε και πωλήθηκε από μέλη άλλων οργανώσεων παραγωγών στο Hull ή στο Grimsby, οι άλλες αυτές οργανώσεις στερούνται οποιουδήποτε δικαιώματος για τη λήψη αντισταθμίσεως όσον αφορά το σύνολο των αποσυρθέντων ιχθύων που ανήκουν στο αυτό είδος με εκείνο που πωλήθηκε στο Hull ή στο Grimsby, ανεξάρτητα από τον λιμένα από τον οποίο αποσύρθηκαν.
Κατά τις εφεσίβλητες της κύριας δίκης, οι επιπτώσεις αυτές, οι οποίες, άλλωστε, όπως αναγνώρισε ο ΙΒΑΡ, απορρέουν από τη συλλογιστική του, παρακωλύουν την επίτευξη των στόχων του άρθρου 39, παράγραφος 1, της Συνθήκης. Απειλούν το επίπεδο ζωής των αλιέων, αποσταθεροποιούν την αγορά ιχθύων και δεν εγγυώνται υπέρ του καταναλωτή τη διοχέτευση στην αγορά ιχθύων σε λογικές τιμές.
Επιπλέον, υποστηρίζουν ότι η επίτευξη του στόχου που έγκειται στη ρύθμιση της αγοράς ιχθύων επιδιώκεται με δύο χωριστές πολιτικές, και συγκεκριμένα, αφενός, με τη ρύθμιση των προδιαγραφών ταξινομήσεως και, αφετέρου, με μηχανισμό στηρίξεως των τιμών. Μολονότι οι δύο αυτές πολιτικές είναι αλληλένδετες, εφόσον οι προδιαγραφές ταξινομήσεως είναι ώς ένα βαθμό αναγκαίες για τη λειτουργία του μηχανισμού στηρίξεως των τιμών, ο μηχανισμός αυτός δεν μπορεί να νοηθεί ως γενικής φύσεως για την υλοποίηση των προδιαγραφών ταξινομήσεως. Πράγματι, ο μηχανισμός στηρίξεως των τιμών, ο οποίος συνίσταται στη χορήγηση αντισταθμίσεως μέσω παρεμβάσεως, μπορεί να λειτουργεί μόνο έναντι των παραγωγών που αποτελούν μέλη οργανώσεως παραγωγών, ενώ οι προδιαγραφές ταξινομήσεως ισχύουν υποχρεωτικά για όλους τους παραγωγούς, ανεξάρτητα από το αν αποτελούν ή όχι μέλη παρόμοιας οργάνωσης. Η υλοποίηση των προδιαγραφών ταξινομήσεως πρέπει συνεπώς να συνδυάζεται με ποινικές κυρώσεις γενικής ισχύος ανεξάρτητα από τις οργανώσεις παραγωγών. , Η ενδεδειγμένη κύρωση σε βάρος οργανώσεως παραγωγών που δεν εφαρμόζει στις πωλήσεις της τις κοινοτικές προδιαγραφές ταξινομήσεως έγκειται στην ανάκληση της αναγνωρίσεως εκ μέρους του κράτους μέλους, σύμφωνα με το άρθρο 9 του κανονισμού 2062/80.
Κατά τις εφεσίβλητες της κύριας δίκης, η προηγηθείσα ανάλυση επιβεβαιώνεται από τον βασικό κανονισμό. Το γεγονός ότι οι οργανώσεις παραγωγών ουδόλως αναφέρονται στον τίτλο Ι του κανονισμού αυτού επιτρέπει τη συναγωγή του συμπεράσματος ότι δεν έχουν ως προορισμό να διαδραματίζουν κάποιο ρόλο στη ρύθμιση σχετικά με τις προδιαγραφές εμπορίας. Αντίθετα, διαδραματίζουν κεντρικό ρόλο στη στήριξη των τιμών, η οποία αποτελεί αντικείμενο του τίτλου III. Από όλες τις διατάξεις του κανονισμού, τα μοναδικά σημεία αλληλεπιδράσεως μεταξύ των προδιαγραφών εμπορίας και της στηρίξεως των τιμών που έχουν σημασία απαντώνται στο άρθρο 13, παράγραφος 1, στοιχείο β), που αφορά τις αποσυρόμενες ποσότητες ιχθύων και στις διατάξεις ως προς τον υπολογισμό της αντισταθμίσεως.
Οι εφεσίβλητες της κύριας δίκης θεωρούν ότι, σε αντίθεση προς όσα υποστήριξε ενώπιον του Court of Appeal o IBAP, οι πραγματοποιούμενες, δυνάμει του άρθρου 13, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού πληρωμές δεν αποτελούν χρηματική στήριξη των οργανώσεων παραγωγών, αλλ' αντιστάθμιση για τους αποσυρόμενους από την πώληση ιχθείς ως συνέπεια του γεγονότος ότι, μολονότι ταξινομήθηκαν ορθά, δεν μπόρεσαν να διατεθούν στην αγορά στην κατώτατη κοινοτική τιμή.
Κατά τις εφεσίβλητες της κύριας δίκης, είναι περαιτέρω εσφαλμένος ο ισχυρισμός του ΙΒΑΡ ότι το σύστημα παρεμβάσεως σε θέματα τιμών αποσκοπεί στην « απαλλαγή της αγοράς από προϊόντα τρίτης διαλογής ». Η μαζική διοχέτευση ιχθύων που έχουν ταξινομηθεί σε υψηλότερη κατηγορία σε συγκεκριμένο λιμένα και σε κάποια λαϊκή αγορά δεν οδηγεί στην επίτευξη της τιμής αποσύρσεως για τους ιχθείς, οι οποίοι πρόκειται να πωληθούν στην παρέμβαση μέσω οργανώσεως παραγωγών.
Εξάλλου, κατά τις εφεσίβλητες της κύριας δίκης, ο ΙΒΑΡ δεν νομιμοποιείται περαιτέρω να υποστηρίζει ότι το σύστημα παρεμβάσεως σε θέματα τιμών συνδέεται προς τη ρύθμιση της δημόσιας υγείας. Στην πραγματικότητα, το ζήτημα αυτό ρυθμίζεται εντελώς ανεξάρτητα και αυστηρά, συνδυάζεται δε με ποινικές κυρώσεις.
Τέλος, οι εφεσίβλητες της κύριας δίκης υποστηρίζουν ότι η συλλογιστική του ΙΒΑΡ καταλήγει σε εντελώς παράλογο αποτέλεσμα. Πράγματι, οι διαπιστωθείσες ανωμαλίες ως προς την κατάταξη της τελευταίας εβδομάδας του έτους θα έθεταν σε ανεπανόρθωτο κίνδυνο την είσπραξη της αντισταθμίσεως για το σύνολο του έτους. Το αποτέλεσμα αυτό δεν συμβιβάζεται με το σύνολο των επιδίκων πολιτικών στόχων.
Η Βρετανική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι είναι αδύνατη η καταβολή αποζημιώσεως αν οργάνωση παραγωγών παρέλειψε σε σημαντικό βαθμό να συμμορφωθεί προς τις κοινοτικές προδιαγραφές εμπορίας όσον αφορά τα αποσυρθέντα, διατεθέντα προς πώληση, αλλά μη αποσυρθέντα, κατά τη διάρκεια της αυτής περιόδου για την οποία ζητείται η αντιστάθμιση, είδη ιχθύων.
Κατά τη Βρετανική Κυβέρνηση, το συμπέρασμα αυτό απορρέει από τα ουσιώδη χαρακτηριστικά γνωρίσματα του κοινοτικού συστήματος εμπορίας των ιχθύων. Πράγματι, σύμφωνα με τις διατάξεις περί ποιοτικού ελέγχου, απαγορεύεται σε οποιονδήποτε η διάθεση προς πώληση κάθε είδους ιχθύων που δεν πληροί τις λεπτομερείς προδιαγραφές ταξινομήσεως σχετικά με τη φρεσκότητα και το μέγεθος, ενώ προβλέπεται η διενέργεια επισήμου ελέγχου προς διασφάλιση της συμμορφώσεως. Περαιτέρω, η θέσπιση προδιαγραφών ενέχει ιδιαίτερη σημασία για τον καθορισμό των τιμών προσανατολισμού και των τιμών αποσύρσεως που καθορίζονται σε συνάρτηση με τις πρώτες. Υπό την έννοια αυτή, οι προδιαγραφές συνδέονται προς το σύστημα παρεμβάσεως μέσω της αποσύρσεως ιχθύων και, συνακόλουθα, προς τις διατάξεις που αφορούν τις αντισταθμίσεις.
Επί του θέματος της λειτουργίας των οργανώσεων των παραγωγών, η Βρετανική Κυβέρνηση υπογραμμίζει ότι η παραγωγή και εμπορία ελέγχονται και οργανώνονται μέσω αυτών, ενώ η προσφορά προσαρμόζεται στη ζήτηση. Μολονότι, όμως, είναι άξιες υποστηρίξεως εκ μέρους της Κοινότητας, επειδή συμβάλλουν στην πραγματοποίηση των κοινοτικών στόχων, αντίθετα, οι οργανώσεις δεν είναι άξιες υποστηρίξεως, όταν παρακωλύουν την επίτευξη των στόχων αυτών. Γεγονός είναι ότι, σε περίπτωση παραβιάσεως των κοινοτικών κανονισμών, οι βρετανικές αρχές έχουν τη δυνατότητα επιβολής ποινικών κυρώσεων ή ανακλήσεως της αναγνωρίσεως οργανώσεως παραγωγών. Πάντως, πρόκειται για δρακόντεια μέτρα που αντιστοιχούν σε σκοπό διάφορο από την άρνηση χορηγήσεως αντισταθμίσεως. Η αντιστάθμιση έχει ως αποστολή την ενθάρρυνση κατά τρόπο θετικό των παραγωγών να συμμορφώνονται προς τους κοινοτικούς κανόνες, ενώ η επιβολή ποινής ή η ανάκληση της αναγνωρίσεως, παρόλον ότι ενδέχεται να αποβλέπουν στην τήρηση των ανωτέρω κανόνων, δεν διαδραματίζουν θετικό ρόλο στην επίτευξη των κοινοτικών στόχων. Αν γινόταν δεκτό το επιχείρημα των εφεσίβλητων οργανώσεων ότι η άρνηση χορηγήσεως αντισταθμίσεως συνιστά κύρωση μη προβλεπόμενη από την κοινοτική ρύθμιση, θα καταλήγαμε στο παράδοξο αποτέλεσμα τα μέλη οργανώσεως παραγωγών να μπορούν να αποτελούν αντικείμενο ποινικών κυρώσεων, ενώ παράλληλα η οργάνωση παραγωγών της οποίας είναι μέλη να λαμβάνει αντιστάθμιση. Ως προς την ανάκληση της αναγνωρίσεως, αυτή μπορεί να λάβει χώρα σε έσχατη περίπτωση και μόνο αφού έχει ληφθεί υπόψη η επίτευξη των λοιπών λειτουργιών που επιτελεί η οργάνωση παραγωγών, δεδομένου ότι, σε περίπτωση ανακλήσεως της αναγνωρίσεως, ακόμη περισσότεροι επιχειρηματίες της βιομηχανίας ιχθύων θα εργάζονται εκτός του κοινοτικού συστήματος.
Η Βρετανική Κυβέρνηση θεωρεί ότι εναπόκειται στις οργανώσεις παραγωγών να διασφαλίζουν την ορθή ταξινόμηση και για τον λόγο αυτόν οφείλουν να μη χορηγούν αποζημιώσεις στα μέλη τους σε περίπτωση μη τηρήσεως των κοινοτικών προδιαγραφών εμπορίας, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 9, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού. Η οργάνωση παραγωγών που συμμορφώνεται προς τις εν λόγω διατάξεις δεν υφίσταται καμία απώλεια όταν δεν λαμβάνει αντιστάθμιση από τον ΙΒΑΡ στον βαθμό που δεν καταβάλλει τίποτα στα μη συμμορφούμενα μέλη της. Ο ισχυρισμός των εφεσίβλητων οργανώσεων ότι η παντελής απώλεια αντισταθμίσεως είναι υπερβολική ακόμη και στην περίπτωση κατά την οποία ένα μέρος των τεθέντων προς πώληση προϊόντων ταξινομήθηκε με τον ενδεδειγμένο τρόπο δεν είναι ορθός, επειδή η κατάσταση αυτή ανακύπτει μόνο αν η οργάνωση παραγωγών χορηγεί αποζημίωση σε περιπτώσεις που δεν θα έπρεπε να το πράξει και στη συνέχεια επιδιώκει να επανακτήσει τα καταβληθέντα χωρίς λόγο ποσά, λαμβάνοντας αντιστάθμιση από τον ΙΒΑΡ.
Η Βρετανική Κυβέρνηση θεωρεί, περαιτέρω, ότι η καταβολή αποζημιώσεως σε όσους δεν τηρούν τις κοινοτικές προδιαγραφές εμπορίας παρεμπορίζει την επίτευξη των εξαγγελλόμενων στο άρθρο 39 της Συνθήκης ΕΟΚ στόχων καθώς και την υλοποίηση της κοινής αλιευτικής πολιτικής. Όπως προκύπτει από την απόφαση του Δικαστηρίου της 14ης Ιανουαρίου 1981 στην υπόθεση 819/79 (Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας κατά Επιτροπής, Συλλογή 1981, σ. 21 ), οι δαπάνες για την καταβολή αποζημιώσεων δεν πρέπει να επιβαρύνουν τα κοινοτικά ταμεία παρά μόνο εφόσον τηρούνται οι κανόνες που επιτρέπουν την καταβολή των συγκεκριμένων ποσών. Εξάλλου, όπως δέχθηκε το Δικαστήριο στην ανωτέρω απόφαση, « οι διατάξεις των κοινοτικών κανονισμών επιβάλλεται να εφαρμόζονται με ομοιόμορφο τρόπο σε όλα τα κράτη μέλη και να έχουν, καθόσον αυτό είναι δυνατό, το ίδιο αποτέλεσμα σε όλο το κοινοτικό έδαφος ». Συναφώς, η Βρετανική Κυβέρνηση θεωρεί ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση έχουν σημασία οι σκέψεις του Δικαστηρίου στην απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 1979 (υπόθεση 11/76, Κυβέρνηση του Βασιλείου των Κάτω Χωρών κατά Επιτροπής, ECR 1979, σ. 245 ), από τις οποίες συνάγεται κατ' ουσίαν ότι οι όροι αναλήψεως των γεωργικών δαπανών πρέπει να εφαρμόζονται αυστηρά, τυχόν δε διασταλτική ερμηνεία δεν γίνεται δεκτή, επειδή ευνοεί τους επιχειρηματίες κράτους μέλους σε βάρος εκείνων των λοιπών κρατών μελών. Πράγματι, η Βρετανική Κυβέρνηση θεωρεί ότι η καταβολή αντισταθμίσεως σε περίπτωση που οργανώσεις παραγωγών δεν εφαρμόζουν τις προδιαγραφές εμπορίας κατά τρόπο ικανοποιητικό είναι ασυμβίβαστη προς την αρχή του θεμιτού ανταγωνισμού και απηχεί δυσμενή διάκριση έναντι των οργανώσεων παραγωγών που, μη φειδόμενες των συναφών εξόδων, ελέγχουν αν τα μέλη τους ταξινομούν ορθά τις αποσυρόμενες ποσότητες ιχθύων. Η καταβολή της αντισταθμίσεως αυτής αντίκειται, συνεπώς, προς το άρθρο 40, παράγραφος 3, της Συνθήκης ΕΟΚ. Περαιτέρω, η Βρετανική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι το κράτος μέλος που καταβάλλει μέσω του οργανισμού παρεμβάσεως αντιστάθμιση σε οργάνωση παραγωγών η οποία δεν διασφαλίζει την τήρηση των κοινοτικών προδιαγραφών εμπορίας παραβαίνει τις υποχρεώσεις που υπέχει δυνάμει του άρθρου 5 της Συνθήκης ΕΟΚ.
Τέλος, κατά την άποψη της Βρετανικής Κυβερνήσεως, η ερμηνεία της κοινοτικής ρυθμίσεως που έγκειται στο ότι η αντιστάθμιση πρέπει να καταβάλλεται εφόσον οι αποσυρθείσες ποσότητες ιχθύων ταξινομήθηκαν ορθά αποστερεί το άρθρο 2, παράγραφος 2, του βασικού κανονισμού από την ουσία του. Πράγματι, εφόσον οι κανονισμοί αναφέρονται στις ετήσιες ποσότητες « που εκτίθενται προς πώληση » και έχουν « προηγουμένως ταξινομηθεί», πρέπει να ερμηνεύονται κατά τρόπο συμβιβαστό προς τις διατάξεις, οι οποίες προβλέπουν ότι κανένα προϊόν δεν μπορεί να διατεθεί προς πώληση αν δεν έχει ταξινομηθεί σύμφωνα με τις κοινοτικές προδιαγραφές εμπορίας. Συνεπώς, η αντιστάθμιση πρέπει να καταβάλλεται σε συνάρτηση με τον λόγο του αποσυρομένου προϊόντος προς τις ποσότητες του ιδίου προϊόντος που διατίθενται ετησίως προς πώληση, εξυπακουομένου ότι όλα τα προϊόντα αυτά ταξινομήθηκαν ορθά. Με άλλα λόγια, οι διατάξεις περί υπολογισμού της αντισταθμίσεως δεν πρέπει να ερμηνεύονται κατά τρόπο ώστε να ναρκοθετείται η θεμελιώδης επιταγή της ενδεδειγμένης ταξινομήσεως του συνόλου των διατεθέντων προς πώληση προϊόντων.
Από τα προηγηθέντα η Βρετανική Κυβέρνηση συνάγει ότι η απάντηση στο πρώτο ερώτημα πρέπει να είναι αρνητική.
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, όπως προκύπτει σαφώς από τη διατύπωση του άρθρου 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 2202/82, η μη ταξινόμηση των ποσοτήτων ιχθύων που πωλήθηκαν στην πραγματικότητα πρέπει να έχει χρηματικές συνέπειες για τις επίδικες οργανώσεις παραγωγών. Από τα ανωτέρω έπεται ότι η άποψη ότι η ταξινόμηση των αποσυρομένων ποσοτήτων ιχθύων αρκεί αφεαυτής για τη γένεση του δικαιώματος της λήψεως ολοκλήρου της χρηματικής αντισταθμίσεως είναι απολύτως αστήρικτη.
Επί του δευτέρου ερωτήματος
Οι εφεσίβλητες της κύριας δίκης υποστηρίζουν ότι η αντιστάθμιση πρέπει να υπολογίζεται σε συνάρτηση με τη συνολική ποσότητα του συγκεκριμένου είδους ιχθύων που τίθεται προς πώληση, μειωμένη pro tanto κατά την ποσότητα του ιδίου είδους ιχθύων που διατέθηκε προς πώληση κατά παράβαση των κοινοτικών προδιαγραφών εμπορίας. Πράγματι, δεδομένου ότι το άρθρο 13, παράγραφος 1, στοιχείο γ), του βασικού κανονισμού αναφέρεται στο άρθρο 13, παράγραφος 3, του αυτού κανονισμού, αυτό σημαίνει ότι, όσο σημαντικότερος είναι ο λόγος της ετήσιας ποσότητας των αποσυρθέντων ιχθύων προς την ετήσια ποσότητα του αυτού είδους ιχθύων που διατέθηκε προς πώληση σύμφωνα προς το άρθρο 5, παράγραφος 1, τόσο μικρότερη είναι η αντιστάθμιση. Επιπλέον, όπως προκύπτει από το άρθρο 4 του κανονισμού 2202/82, για την ορθή εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 13, παράγραφος 3, του βασικού κανονισμού είναι αναγκαία η σύγκριση μεταξύ των ποσοτήτων από κάθε είδος ιχθύων που διατέθηκαν προς πώληση κατά τη διάρκεια της αλιευτικής περιόδου και των ποσοτήτων που αποσύρθηκαν από την αγορά κατά τη διάρκεια της αυτής περιόδου.
Οι εφεσίβλητες της κύριας δίκης παρατηρούν ότι, για τους σκοπούς του υπολογισμού της χρηματικής αντισταθμίσεως, τήρησαν μητρώα στα οποία αναφέρονται οι ποσότητες των εν λόγω ειδών που διατέθηκαν προς πώληση ανά μήνα κατά τη διάρκεια της αλιευτικής περιόδου και οι ποσότητες των προϊόντων αυτών που αποσύρθηκαν ανά μήνα από την αγορά, σύμφωνα προς τις επιταγές του άρθρου 6 του κανονισμού 3137/82.
Η Βρετανική Κυβέρνηση εκτιμά ότι, για τους λόγους που εξέθεσε επί του πρώτου ερωτήματος, δεν συντρέχει λόγος απαντήσεως στο δεύτερο ερώτημα. Επικουρικώς, υποστηρίζει ότι, όσον αφορά το ερώτημα 2, στοιχείο β ), η καταβολή αντισταθμίσεως, ανεξάρτητα από το αν μια οργάνωση παραγωγών συνεμορφώθη ή όχι προς τους κοινοτικούς κανόνες, αντίκειται προς τους στόχους της ισχύουσας ρύθμισης. Συναφώς, υποστηρίζει ότι οι διατάξεις σχετικά με τον υπολογισμό της αντισταθμίσεως δεν νοείται ότι καθιερώνουν κλιμακούμενη μείωση της αντισταθμίσεως ανάλογα με την ποσότητα ιχθύων που διατέθηκε προς πώληση κατά παράβαση των κοινοτικών προδιαγραφών εμπορίας. Κατά την άποψη της, η προβλεπόμενη στο άρθρο 13, παράγραφος 3, του βασικού κανονισμού κλιμακούμενη μείωση αποσκοπεί αποκλειστικά και μόνο στη μείωση της αντισταθμίσεως, στο βαθμό που η διατιθέμενη προς πώληση, κατά τρόπο πλεονασματικό σε σχέση προς τη ζήτηση, ποσότητα ιχθύων αυξάνει. Εν πάση περιπτώσει, από το γράμμα του άρθρου 4, παράγραφος 1, του κανονισμού 2202/82 δεν συνάγεται ότι επιτρέπεται η καταβολή αποζημιώσεως αποσύροντας τους ιχθείς που διατέθηκαν προς πώληση αλλά δεν ταξινομήθηκαν με τον ενδεδειγμένο τρόπο, επειδή η αναφορά στο άρθρο 2 του βασικού κανονισμού που γίνεται στην εν λόγω διάταξη αποσκοπεί στο να τονίσει την τεκμαιρόμενη προϋπόθεση ότι έχουν τηρηθεί ot επιταγές ως προς την ταξινόμηση του εν λόγω άρθρου 2.
Η Επιτροπή παρατηρεί ότι η συλλογιστική του ερωτήματος 2, στοιχείο β), ότι, για τον υπολογισμό της συνολικής ποσότητας των διατεθέντων προς πώληση ιχθύων υφίσταται απλούστατα η ευχέρεια του μη συνυπολογισμού των παρτίδων που δεν τηρούν τις προδιαγραφές εμπορίας, δεν βρίσκει έρεισμα ούτε στο γράμμα ούτε στον σκοπό της επίδικης ρύθμισης.
Επειδή η μη τήρηση των κοινοτικών προδιαγραφών εμπορίας συνιστά σοβαρή παράβαση, λόγω ιδίως του γεγονότος ότι είναι δυνατό να προκαλέσει σημαντικές στρεβλώσεις της αγοράς, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως « παράβαση περιορισμένης σημασίας» κατά την έννοια του άρθρου 13, παράγραφος 1, του κανονισμού 3137/82. Επομένως, πρέπει να συνεπάγεται για τις οργανώσεις παραγωγών απώλεια ολόκληρης της χρηματικής αντισταθμίσεως για τα είδη ιχθύων και το έτος που αφορά.
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι οι ποσότητες συγκεκριμένου είδους ιχθύων που διατέθηκαν προς πώληση κατά τη διάρκεια ενός έτους πρέπει να θεωρούνται ως αδιαίρετο σύνολο. Η ερμηνεία αυτή επιβεβαιώνεται με το άρθρο 13, παράγραφος 3, του βασικού κανονισμού, το οποίο ορίζει ότι το ποσό της χρηματικής αντισταθμίσεως για τις αποσυρόμενες από την αγορά ποσότητες καθορίζεται σε συνάρτηση με ποσοστό επί τοις εκατό επί των « ετησίων ποσοτήτων του συγκεκριμένου προϊόντος που τέθηκαν στο εμπόριο ». Κατ' αυτήν, ο όρος « προϊόν » πρέπει να σημαίνει « είδος », εφόσον πρόκειται για έμμεση αναφορά στα « προϊόντα που αναφέρονται στο παράρτημα Ι σημεία Α και Δ », για τα οποία γίνεται λόγος στο προαναφερθέν άρθρο 13, παράγραφος 1. Κατά την Επιτροπή, ο όρος «προϊόν», που παρατίθεται στο άρθρο 4, παράγραφος 1, στοιχείο α), του κανονισμού 2202/82, πρέπει να έχει την αυτή σημασία. Εξάλλου, η Επιτροπή παρατηρεί ότι η διάταξη αυτή αναφέρεται στις ποσότητες « που τέθηκαν στο εμπόριο κατά τη διάρκεια της αλιευτικής περιόδου », δηλαδή κατά το αντίστοιχο ημερολογιακό έτος.
Η Επιτροπή θεωρεί ότι οι οργανώσεις παραγωγών δεν είναι ελεύθερες να αποφασίζουν, ανάλογα με τη φαντασία τους, αν τηρούν ή όχι τις προδιαγραφές εμπορίας και να ζητούν, συνακόλουθα, τη λήψη αντισταθμίσεως. Κατ' αυτήν, οι εν λόγω οργανώσεις οφείλουν πάντοτε να τηρούν τις προδιαγραφές εμπορίας, έστω και αν κάνουν χρήση του δικαιώματός τους να καθορίζουν τιμή αποσύρσεως υπερβαίνουσα τις καθοριζόμενες στο άρθρο 13, παράγραφος 1, στοιχείο α), του βασικού κανονισμού παραμέτρους και συνακόλουθα δεν δικαιούνται καμιάς αντισταθμίσεως.
Εξάλλου, η Επιτροπή παρατηρεί ότι, όπως προκύπτει σαφώς από την ενδεκάτη αιτιολογική σκέψη του κανονισμού 3137/82, καθώς και από το άρθρο 13, παράγραφος 1, αυτού, το καθεστώς χρηματικής αντισταθμίσεως λαμβάνει πλήρως υπόψη την αρχή της αναλογικότητας. Επιπλέον, η διάταξη αυτή συμπληρώνεται, όσον αφορά την ταξινόμηση, από το άρθρο 2 του κανονισμού (ΕΟΚ) 3703/85 της Επιτροπής, της 23ης Δεκεμβρίου 1985, για τη θέσπιση των λεπτομερειών εφαρμογής των κοινών προδιαγραφών εμπορίας για ορισμένα νωπά ψάρια ή διατηρημένα με απλή ψύξη ( ΕΕ L 351, σ. 63 ), το οποίο ορίζει:
« Μια παρτίδα θεωρείται ομοιογενής, κατά την έννοια του άρθρου 7, παράγραφος 1, και του άρθρου 8, παράγραφος 3, του κανονισμού 103/76, μόνο εάν περιέχει ποσότητα που δεν υπερβαίνει το 10 ο/ο της συνολικής ποσότητας της αμέσως χαμηλότερης ή/και ανώτερης κατηγορίας φρεσκάδας και μεγέθους από αυτήν που αναφέρεται για το εν λόγω κιβώτιο ή παρτίδα ».
Κατά την άποψη της Επιτροπής, είναι απόλυτα ορθό μια οργάνωση παραγωγών, η οποία δεν τήρησε τις προδιαγραφές ταξινομήσεως σε τέτοια αναλογία ώστε να μη μπορεί να επικαλεστεί καμιά από τις δύο παραπάνω εξαιρέσεις, να χάνει το πλεονέκτημα λήψεως οποιασδήποτε χρηματικής αντισταθμίσεως για το είδος και το έτος που αφορά.
Περαιτέρω, η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι, όπως προκύπτει από την απόφαση του Δικαστηρίου της 2ας Δεκεμβρίου 1982 στην υπόθεση 272/81 ( εταιρία RU-ΜΙ κατά Fonds d' orientation et de régularisation des marchés agricoles, Συλλογή 1982, σ. 4167), η αρχή της αναλογικότητας δεν μπορεί να παρεμποδίσει την Επιτροπή να αποφασίσει ότι συγκεκριμένος επιχειρηματίας χάνει το πλεονέκτημα της λήψεως ολόκληρης της ενισχύσεως, εφόσον διέπραξε έστω και ελαφρά παράβαση της προβλεπομένης για τη χορήγηση της κυρίας υποχρεώσεως. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, η υποχρέωση τηρήσεως των κοινοτικών προδιαγραφών εμπορίας δεν συνιστά απλώς την κυρία υποχρέωση για τη χορήγηση της χρηματικής ενισχύσεως. Πρόκειται για υποχρέωση επιβαλλομένη σε όλους όσους διαθέτουν προς πώληση ιχθείς εντός της Κοινότητας, ανεξάρτητα από τη χρηματική αντιστάθμιση, τη λήψη της οποίας ενδέχεται να επιδιώκουν ή να δικαιούνται.
Επί του τρίτον ερωτήματος
Οι εφεσίβλητες της κύριας δίκης εκτιμούν ότι εναπόκειται στο κράτος μέλος να καθορίσει την ποσότητα ιχθύων που διατέθηκαν προς πώληση κατά παράβαση των κοινοτικών προδιαγραφών εμπορίας. Συναφώς, υπογραμμίζουν την πρωταρχική σημασία του κατά το άρθρο 8 του κανονισμού 3137/82 συστήματος ελέγχου, όσον αφορά την ορθή διαχείριση του θεσμού της παρεμβάσεως στην κοινή αλιευτική πολιτική. Κατά την άποψή τους, ο ΙΒΑΡ δεν προσκόμισε κανένα αποδεικτικό στοιχείο αποδεικνύον ότι το Ηνωμένο Βασίλειο καθιέρωσε παρόμοιο σύστημα ελέγχου, γεγονός που εξηγεί ότι, όπως το Court of Appeal αναγνώρισε, « ο Board δεν παρέσχε καμιά λεπτομερή πληροφορία όσον αφορά τις ποσότητες των πωληθέντων ιχθύων, η ταξινόμηση των οποίων δεν πληροί τις κοινοτικές προδιαγραφές ». Ελλείψει ενός καταλλήλου συστήματος ελέγχου, δεν μπορεί να εναπόκειται, όπως φρονούν οι εφεσίβλητες της κύριας δίκης, στις ίδιες τις οργανώσεις παραγωγών να αμφισβητούν τις ποσότητες που παρατίθενται στα ίδια τους τα μητρώα. Συνεπώς, είναι αθέμιτη οποιαδήποτε μείωση της αιτούμενης αντιστάθμισης.
Η Βρετανική Κυβέρνησηεκτιμά ότι παρέλκει η απάντηση επί του ερωτήματος αυτού, εκτός και αν, σε αντίθεση προς όσα προτείνει, το Δικαστήριο απαντήσει καταφατικά στις ερωτήσεις 1 και 2, στοιχείο β ).
Επικουρικώς, η Βρετανική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι εναπόκειται στις οργανώσεις των παραγωγών να αποδείξουν ότι η ετήσια ποσότητα ιχθύων που διατέθηκε προς πώληση, αλλά δεν αποσύρθηκε, ταξινομήθηκε σύμφωνα προς τις κοινοτικές προδιαγραφές εμπορίας. Συναφώς, υπενθυμίζει ότι οι διατάξεις του άρθρου 4, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού, του άρθρου 8 του κανονισμού 2062/80 και του άρθρου 8 του κανονισμού 3137/82 προβλέπουν έλεγχο του αν οι ποσότητες ιχθύων που διατίθενται προς πώληση είναι σύννομες, η δε μέριμνα της επαληθεύσεως ότι εφαρμόστηκαν οι κοινοτικές προδιαγραφές εμπορίας ανατίθεται στις οργανώσεις των παραγωγών. Επιπλέον, οι οργανώσεις των παραγωγών έχουν την υποχρέωση να τηρούν μητρώο, δυνάμει του άρθρου 6 του κανονισμού 3137/82. Η Βρετανική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι, επειδή οι επιθεωρητές που διενεργούν ελέγχους για λογαριασμό του ΙΒΑΡ δεν μπορούν να ελέγχουν κατ' απόλυτο τρόπο όλες τις παρτίδες ιχθύων που διατίθενται προς πώληση, το βάρος της αποδείξεως ότι πληρούνται οι κοινοτικές προδιαγραφές εμπορίας φέρουν οι οργανώσεις των παραγωγών.
Προς στήριξη του επιχειρήματος αυτού, η Βρετανική Κυβέρνηση παρατηρεί ότι, όπως προκύπτει από την απόφαση του Δικαστηρίου της 11ης Νοεμβρίου 1986 στην υπόθεση 254/85 [ Irish Grain Board ( Trading ) Limited κατά Υπουργείου Γεωργίας, Συλλογή 1986, σ. 3309 ], όσοι επιδιώκουν τη λήψη χρηματικής στηρίξεως εκ μέρους της Κοινότητας πρέπει να αποδεικνύουν ότι νομιμοποιούνται προς τον σκοπό αυτό.
Και η Επιτροπή θεωρεί ότι, λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που διατύπωσε απαντώντας επί του δευτέρου ερωτήματος, το τρίτο ερώτημα δεν τίθεται με τον τρόπο που είναι διατυπωμένο. Υποστηρίζοντας ότι, σε περίπτωση παραβιάσεως του καθεστώτος της χρηματικής αντισταθμίσεως εκ μέρους οργανώσεως παραγωγών, εναπόκειται στην οργάνωση αυτή να αποδείξει ότι η παράβαση είναι « περιορισμένης σημασίας », η Επιτροπή θίγει το ζήτημα του βάρους της αποδείξεως στο πλαίσιο του άρθρου 13, παράγραφος 1, του κανονισμού 3137/82 απλώς και μόνο για την πληρότητα του πράγματος. Κατά την άποψη της, όπως προκύπτει επίσης από την ανωτέρω διάταξη, εναπόκειται στην οργάνωση των παραγωγών να αποδείξει ότι η παράβαση διαπράχθηκε χωρίς πρόθεση απάτης ή σοβαρή αμέλεια.
Η Επιτροπή θεωρεί συναφώς ότι στην προκειμένη περίπτωση ενδείκνυται η κατ' αναλογίαν εφαρμογή της νομολογίας του Δικαστηρίου σε θέματα εκκαθαρίσεως των λογαριασμών του ΕΓΤΠΕ, δυνάμει της οποίας, σε περίπτωση που η Επιτροπή απέδειξε ότι κράτος μέλος παρέβη τους κανόνες της κοινής οργανώσεως των αγορών, εναπόκειται στο κράτος μέλος να προσκομίσει αποδεικτικά στοιχεία ότι η παράβαση είναι περισσότερο περιορισμένη απ' όσο υποστηρίζει η Επιτροπή ( βλέπε ιδίως απόφαση της 12ης Ιουλίου 1984 στην υπόθεση 49/83, Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Συλλογή 1984, σ. 2931, και απόφαση της 24ης Μαρτίου 1988 στην υπόθεση 347/85, Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και Βόρειας Ιρλανδίας κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, Συλλογή 1988, σ. 1749 ).
Επί του τετάρτου ερωτήματος
Οι εφεσίβλητες της κύριας δίκης ισχυρίζονται ότι, λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις τους επί των προηγουμένων ερωτημάτων, το γεγονός ότι δεν έγινε ορθή ταξινόμηση των διατεθέντων προς πώληση ιχθύων δεν μπορεί να οδηγήσει παρά σε μείωση της αντισταθμίσεως. Αν, αντίθετα προς το επιχείρημα αυτό, το συγκεκριμένο πραγματικό περιστατικό ερμηνευόταν ως συνεπαγόμενο ποινική κύρωση, θα έπρεπε να θεωρηθεί ως παραβίαση του καθεστώτος της χρηματικής αντισταθμίσεως, κατά την έννοια του άρθρου 13 του κανονισμού (ΕΟΚ) 3137/82. Το δε κράτος μέλος που ισχυρίζεται ότι συντρέχει παρόμοια παραβίαση πρέπει καταρχάς, κατ' εφαρμογήν του ανωτέρω άρθρου, να εξετάσει αν πρόκειται για παράβαση « περιορισμένης σημασίας ». Στην περίπτωση αυτή, αν η οργάνωση παραγωγών απέδειξε, προς ικανοποίηση του κράτους μέλους, « ότι η παράβαση αυτή διαπράχθηκε χωρίς πρόθεση απάτης ή σοβαρή αμέλεια», η κύρωση δεν πρέπει να υπερβαίνει ποσό ίσο προς το 10% της κοινοτικής τιμής αποσύρσεως που ισχύει για τις εν λόγω ποσότητες οι οποίες αποτέλεσαν αντικείμενο αποσύρσεως.
Η Βρετανική Κυβέρνηση παρατηρεί ότι, επειδή η ορθή ταξινόμηση των ιχθύων είναι κεφαλαιώδους σημασίας για την ορθολογική ανάπτυξη της αγοράς και τη σταθερότητα των τιμών και, συνακόλουθα, για τους βασικούς στόχους της κοινής αλιευτικής πολιτικής, η χαρακτηριστική παράλειψη ταξινομήσεως δεν μπορεί να θεωρηθεί ως περιορισμένης σημασίας. Η Βρετανική Κυβέρνηση υπογραμμίζει ότι, ενόψει των πραγματικών περιστατικών της υποθέσεως και λαμβάνοντας υπόψη ότι το Court of Appeal δέχθηκε ότι στην προκειμένη περίπτωση διαπράχθηκαν ουσιώδεις παραβάσεις, δεν τίθεται ζήτημα περιορισμένης σημασίας παραβάσεως.
Η Επιτροπή υποστηρίζει την ίδια άποψη και προσθέτει ότι το γεγονός ότι οι εφεσίβλητες οργανώσεις δεν έλαβαν υπόψη τις επανειλημμένες προειδοποιήσεις των αρμοδίων αρχών συνιστά τουλάχιστον σοβαρή αμέλεια κατά την έννοια του άρθρου 13, παράγραφος 1, του κανονισμού 3137/82.
Επί του πέμπτου ερωτήματος
Οι εφεσίβλητες της κύριας δίκης υποστηρίζουν ότι ουδέποτε το Ηνωμένο Βασίλειο ερεύνησε αν η εν λόγω παράβαση ήταν περιορισμένης σημασίας και υπό την έννοια αυτή ουδέποτε τους δόθηκε η δυνατότητα να αποδείξουν είτε ότι δεν είχαν την πρόθεση να εξαπατήσουν είτε ότι δεν υπέπεσαν σε σοβαρή αμέλεια. Από τα ανωτέρω συνάγουν ότι η παντελής άρνηση χορηγήσεως οποιασδήποτε αντισταθμίσεως ως κυρώσεως για παρόμοια παράβαση είναι παράνομη.
Η Βρετανική Κυβέρνηση εκτιμά ότι, λαμβάνοντας υπόψη τις προαναφερθείσες παρατηρήσεις, δεν συντρέχει λόγος απαντήσεως στο ερώτημα. Αν, αντίθετα προς όσα υποστηρίζει, το ερώτημα καθιστά αναγκαία την απάντηση του, η Βρετανική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι εναπόκειται στις αιτούμενες την εκ μέρους της Κοινότητας καταβολή αντισταθμίσεως οργανώσεις των παραγωγών να αποδείξουν την ποσότητα ιχθύων που διατέθηκε προς πώληση και ταξινομήθηκε νομότυπα καθώς και ότι οι παραβιάσεις των κοινοτικών προδιαγραφών εμπορίας είναι περιορισμένης σημασίας.
Η Επιτροπή δεν κατέθεσε παρατηρήσεις επί του ερωτήματος αυτού.
J. C. Moitinho de Almeida
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.
Top