ΈΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ ΣΥΖΉΤΗΣΗ
στην υπόθεση C-357/88 ( *1 )
Ι — Πραγματικά περιστατικά και διαδικασία
Η εταιρία Oberhausener Kraftfutterwerk Wilhelm Hopermann GmbH, προσφεύγουσα της κύριας δίκης (στο εξής: προσφεύγουσα), απολαύει ως παρασκευάστρια ζωοτροφών των ειδικών κοινοτικών μέτρων για τα πίσα, τα κουκιά και τα φούλια.
Η διαφορά της κύριας δίκης αφορά τις ποσότητες πίσων και φουλιών (παρτίδες υπ' αριθ. 83815 μέχρι 83824), για τις οποίες ζητήθηκε ενίσχυση ύψους 166127 γερμανικών μάρκων. Η είσοδος των προϊόντων αυτών στην επιχείρηση της προσφεύγουσας αποτέλεσε αντικείμενο ανακοινώσεων προς το Bundesanstalt für landwirtschaftliche Marktordnung (ομοσπονδιακό οργανισμό οργανώσεως γεωργικών αγορών), καθού της κύριας δίκης (στο εξής: καθού). Από τις ανακοινώσεις αυτές προκύπτει ότι τα εν λόγω προϊόντα εισήλθαν στην επιχείρηση μεταξύ Μαρτίου και Ιουνίου 1983. Η προσφεύγουσα συμπλήρωσε τις στήλες των εντύπων που εμφαίνουν ότι οι ανακοινώσεις αυτές επείχαν επίσης θέση αιτήσεων για θέση υπό έλεγχο. Ούτε οι ίδιες οι ανακοινώσεις ούτε οι αιτήσεις ενισχύσεως φέρουν ημερομηνία. Όλα τα συμπληρωθέντα έντυπα περιήλθαν στον καθού στις 8 Ιουλίου 1983. Ο τελευταίος αρνήθηκε τις ζητούμενες ενισχύσεις για τον λόγο ότι η έγγραφη ανακοίνωση της εισόδου των προϊόντων που αναφέρεται στο άρθρο 18, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2192/82 δεν πραγματοποιήθηκε κατά την ημερομηνία εισόδου των εν λόγω εμπορευμάτων στην επιχείρηση της προσφεύγουσας.
Δεν αμφισβητείται μεταξύ των διαδίκων ότι η προσφεύγουσα τήρησε τη διάταξη του άρθρου 22, παράγραφος 1, του προαναφερθέντος κανονισμού, που ορίζει ότι η αίτηση για θέση υπό έλεγχο και η αίτηση ενισχύσεως πρέπει να υποβληθούν συγχρόνως.
Με διάταξη της 10ης Νοεμβρίου 1988 το Verwaltungsgericht της Φρανκφούρτης επί του Μάιν αποφάσισε, κατ' εφαρμογήν του άρθρου 77 της Συνθήκης ΕΟΚ, να αναστείλει τη διαδικασία, μέχρις ότου το Δικαστήριο αποφανθεί προδικαστικός επί του εξής ερωτήματος:
« Αποτελεί η τήρηση της προθεσμίας ανακοινώσεως περί της εισόδου των προϊόντων στην επιχείρηση, κατά το άρθρο 18, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2192/82 της Επιτροπής της 6ης Αυγούστου 1982 ( ΕΕ L 233, σ. 5 ), και κατά το άρθρο 18, όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό ( ΕΟΚ ) 3322/82 της Επιτροπής της 10ης Δεκεμβρίου 1982 (ΕΕ L 351, σ. 27 ), προϋπόθεση για τη χορήγηση της ενισχύσεως; »
Το εθνικό δικαστήριο θεωρεί ότι η υποχρέωση ανακοινώσεως της εισόδου των προϊόντων στην επιχείρηση δεν πρέπει να εξετάζεται μεμονωμένα. Από της ανακοινώσεως αυτής αρχίζει να τρέχει η προθεσμία των τριάντα ημερών που προβλέπεται για την υποβολή της αιτήσεως για θέση υπό έλεγχο (άρθρο 18, παράγραφος 3α, εδάφιο 2 και 3, του κανονισμού 2192/82)· κατά την είσοδο των προϊόντων καθορίζεται το βάρος τους και γίνεται δειγματοληψία (άρθρο 28, παράγραφος Ι)· από την ημερομηνία υποβολής της αιτήσεως για θέση υπό έλεγχο αρχίζει να τρέχει η προθεσμία των 150ημερών για την μεταποίηση ( άρθρο 20, παράγραφος 1 ).
Όσον αφορά το ζήτημα αν δικαιολογείται από απόψεως διοικητικής τεχνικής το ότι η τήρηση της προθεσμίας ανακοινώσεως της εισόδου των προϊόντων αποτελεί προϋπόθεση θεμελιώσεως του δικαιώματος, υπό την έννοια αποκλειστικής προθεσμίας, το εθνικό δικαστήριο παρατηρεί ότι με τους κανονισμούς (ΕΟΚ) 3322/82 και 1956/83 αναγνωρίζεται η ανάγκη να χορηγηθεί προς το συμφέρον των επιχειρήσεων προθεσμία 30, στη συνέχεια δε 80ημερών, μεταξύ της ανακοινώσεως της εισόδου των προϊόντων στην επιχείρηση και του καθορισμού του τρόπου μεταποιήσεως ( αίτηση για θέση υπό έλεγχο ). Το μέτρο αυτό εντάσσεται στο σύστημα των κανονισμών, καθόσον προέχον πρέπει να θεωρηθεί το χρονικό σημείο της υποβολής της αιτήσεως για θέση υπό έλεγχο, από το οποίο αρχίζει η υποχρέωση της επιχειρήσεως προς μεταποίηση των προϊόντων, δηλαδή η ημερομηνία από την οποία πρέπει να εξετάζονται οι ουσιαστικές και νομικές προϋποθέσεις γενέσεως του δικαιώματος ενισχύσεως (άρθρο 29, παράγραφος 2, του κανονισμού 2192/82 ).
Κατά το άρθρο 20 του πρωτοκόλλου περί του οργανισμού του Δικαστηρίου της ΕΟΚ γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν η προσφεύγουσα, εκπροσωπούμενη από τους Modest, Gündisch, Landry και Σία, δικηγόρους Αμβούργου, και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Jürgen Grunwald, μέλος της νομικής της υπηρεσίας.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και μετά από ακρόαση του γενικού εισαγγελέα το Δικαστήριο αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων και να αναθέσει την υπόθεση στο τρίτο τμήμα.
II — Νομικό πλαίοιο
Ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1431/82 του Συμβουλίου, της 18ης Μαΐου 1982, περί ειδικών μέτρων για τα πίσα, κουκιά και τα φούλια ( ΕΕ L 162, σ. 28 ), ορίζει, στο άρθρο 3, παράγραφος 1, ότι χορηγείται ενίσχυση για τα προϊόντα που συγκομίζονται στην Κοινότητα και χρησιμοποιούνται για την παρασκευή ζωοτροφών. Κατά το άρθρο 3, παράγραφος 3, πρώτη περίπτωση, η ενίσχυση χορηγείται μόνο σε εκείνους που χρησιμοποιούν τα ανωτέρω προϊόντα και « πληρούν τις αναγκαίες προϋποθέσεις για την απόκτηση του δικαιώματος ενισχύσεως ».
Βάσει του άρθρου 3, παράγραφος 5, και του άρθρου 4 του ίδιου κανονισμού, το Συμβούλιο εξέδωσε τον κανονισμό (ΕΟΚ) 2036/82 της 19ης Ιουλίου 1982, περί θεσπίσεως των γενικών κανόνων σχετικά με τα ειδικά μέτρα για τα πίσα, τα κουκιά και τα φούλια (ΕΕ L 219, σ. 1 ). Βάσει του άρθρου 5, παράγραφος 1, του τελευταίου αυτού κανονισμού, η ενίσχυση χορηγείται σε κάθε φυσικό πρόσωπο υπό τον όρον ότι καταθέτει στον αρμόδιο εθνικό οργανισμό αίτηση, καθώς και πιστοποιητικό που βεβαιώνει ότι ο παραγωγός έλαβε την κατώτατη τιμή για την ποσότητα που παραδόθηκε και ότι «η ποσότητα που αναφέρεται στο πιστοποιητικό χρησιμοποιήθηκε πράγματι, μετά τη θέση της υπό έλεγχο, στην επιχείρηση όπου χρησιμοποιήθηκε». Το άρθρο 3, παράγραφος 4, ορίζει τη θέση υπό έλεγχο ως εξής:
« ενέργεια του αρμόδιου οργανισμού του κράτους μέλους, μετά από αίτηση του προσώπου που χρησιμοποιεί τα προϊόντα, για τον καθορισμό της ποιότητας και της ποσότητας των προϊόντων που προορίζονται για τη διατροφή των ανθρώπων ή των ζώων ».
Εξάλλου, το άρθρο 14, παράγραφος 1, ορίζει ότι « τα κράτη μέλη στο έδαφος των οποίων χρησιμοποιούνται τα προϊόντα προβαίνουν στη δημιουργία καθεστώτος ελέγχου που εξασφαλίζει τη χορήγηση της ενισχύσεως μόνο στα προϊόντα που την δικαιούνται ».
Το άρθρο 11, παράγραφος 2, ορίζει, εξάλλου, ότι:
«ο καθορισμός του βάρους των προϊόντων, καθώς και η δειγματοληψία, πραγματοποιούνται κατά την είσοδο των εν λόγω προϊόντων στις επιχειρήσεις όπου πράγματι χρησιμοποιούνται. »
Κατ' εφαρμογήν του άρθρου 3, παράγραφος 7, του κανονισμού 1431/82η Επιτροπή εξέδωσε τον κανονισμό 2192/82. Δεδομένου ότι τα εν λόγω προϊόντα εισήχθησαν στην επιχείρηση της προσφεύγουσας μεταξύ Μαρτίου και Ιουνίου 1983, πρέπει να αναφερθεί ότι κατά τον χρόνο εκείνο το άρθρο 18, παράγραφοι 1 και 3α, του τελευταίου αυτού κανονισμού, που έχει εφαρμογή εν προκειμένω, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1, παράγραφοι 7 και 8, του κανονισμού 3322/82, περί δευτέρας τροποποιήσεως του κανονισμού 2192/82, είχε ως εξής:
«1.
Το αργότερο κατά την είσοδο των προϊόντων στην επιχείρηση ο ενδιαφερόμενος ενημερώνει αμέσως σχετικά εγγράφως τον αρμόδιο οργανισμό του κράτους μέλους.
3 a.
Η πληροφόρηση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 επέχει θέση αιτήσεως για θέση υπό έλεγχο. Εντούτοις, ο ενδιαφερόμενος μπορεί να καθυστερήσει τη θέση υπό έλεγχο προϊόντος που εισήλθε στην επιχείρηση, όταν η πραγματική χρησιμοποίηση του συνόλου των εν λόγω προϊόντων στην επιχείρηση δεν προσδιορίστηκε ακόμη. Στην περίπτωση αυτή χορηγείται προθεσμία 30 εργασίμων ημερών στον ενδιαφερόμενο για να διευκρινίσει στον αρμόδιο οργανισμό του κράτους μέλους την ποσότητα την οποία προτίθεται να θέσει πράγματι υπό έλεγχο και, κατά συνέπεια, να χρησιμοποιήσει στην επιχείρηση του και την ποσότητα που σχεδιάζει να βγάλει από την επιχείρηση. Η θέση υπό έλεγχο δεν δύναται εντούτοις να λάβει χώρα μετά την πραγματική χρήση του προϊόντος. »
Ο κανονισμός 3322/82, όπως αναφέρεται στην έκτη αιτιολογική του σκέψη, κατάργησε την απαίτηση της χρονικής συμπτώσεως της ανακοινώσεως της εισόδου των προϊόντων στην επιχείρηση και της αιτήσεως για θέση υπό έλεγχο, χορηγώντας στους εμπόρους συμπληρωματική προθεσμία για τον καθορισμό των πραγματικών ποσοτήτων που πρέπει να τεθούν υπό έλεγχο και που θα χρησιμοποιηθούν στις επιχειρήσεις τους.
Ο κανονισμός 1956/83 της Επιτροπής, της 15ης Ιουλίου 1983, περί εβδόμης τροποποιήσεως του κανονισμού 2192/82 ( ΕΕ 1983, L 192, σ. 26 ), αύξησε την προθεσμία του προαναφερθέντος άρθρου 18, παράγραφος 3α, από 30 σε 80 εργάσιμες ημέρες.
Δυνάμει του άρθρου 29, παράγραφος 2, πρώτη και δεύτερη περίπτωση, του κανονισμού 2192/82, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1, παράγραφος 13, του κανονισμού 3322/82, η ενίσχυση καταβάλλεται στον χρήστη που κατέθεσε την αίτηση υπό τον όρο να έχει καταθέσει στον οργανισμό που υποδεικνύεται από το κράτος μέλος το πιστοποιητικό περί καταβολής της κατωτάτης τιμής στον παραγωγό και ότι ο οργανισμός που έχει αναλάβει τον έλεγχο έχει εξετάσει ότι η ποσότητα που αναφέρεται στο πιστοποιητικό έχει πράγματι χρησιμοποιηθεί εντός της προθεσμίας των 150ημερών από της ημερομηνίας καταθέσεως της αιτήσεως για θέση υπό έλεγχο.
Τέλος, το άρθρο 22, παράγραφος 1, του κανονισμού 2192/82, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1, παράγραφος 11, του κανονισμού 3322/82, ορίζει ότι:
« 1.
Η αίτηση ενισχύσεως που αναφέρεται στο άρθρο 5, παράγραφος 1, του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 2036/82 κατατίθεται από τον ενδιαφερόμενο στο κράτος μέλος όπου θα χρησιμοποιηθούν πραγματικά τα προϊόντα, το αργότερο την ημέρα της καταθέσεως της αιτήσεως για θέση υπό έλεγχο.
Εντούτοις, εάν η αίτηση ενισχύσεως υποβάλλεται την πρώτη εργάσιμη ημέρα από την ημέρα καταθέσεως της αιτήσεως για θέση υπό έλεγχο, η αίτηση αυτή ενισχύσεως θεωρείται ως υποβληθείσα την ίδια ημέρα με την αίτηση για θέση υπό έλεγχο. »
III — Παρατηρήσεις που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου
Η προοφεϋγονσα ισχυρίζεται, καταρχήν, ότι οι μόνες προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται για να τύχει της ενισχύσεως για τα όσπρια είναι οι προβλεπόμενες στο άρθρο 5, παράγραφος 1, του κανονισμού 2036/82, και ότι αυτές πληρούνται εν προκειμένω. Πράγματι, δεν αμφισβητείται στο πλαίσιο της κύριας δίκης ότι η προσφεύγουσα κατέθεσε το πιστοποιητικό περί καταβολής της κατωτάτης τιμής στον παραγωγό και ότι η ποσότητα που αναφέρεται στο πιστοποιητικό αυτό χρησιμοποιήθηκε πράγματι.
Η προσφεύγουσα παρατηρεί ότι η τήρηση προθεσμίας που μπορεί να είναι αναγκαία ή χρήσιμη για τον έλεγχο των ενισχύσεων δεν αναφέρεται στο άρθρο 18, παράγραφος 1, του κανονισμού 2192/82. Επειδή όμως πρόκειται για κανονισμό της Επιτροπής περί των λεπτομερειών εφαρμογής, ο εν λόγω κανονισμός δεν μπορεί να προσθέτει προϋποθέσεις περιορίζουσες τη χορήγηση ενισχύσεων στις ήδη προβλεπόμενες στο άρθρο 5 του προαναφερθέντος κανονισμού του Συμβουλίου. Εξάλλου, το γεγονός ότι μέχρι την 1η Ιουνίου 1983 ο κανονισμός 2192/82 αποτέλεσε αντικείμενο έξι τροποποιήσεων είναι ενδεικτικό για τις πρακτικές δυσχέρειες στις οποίες προσέκρουσαν τόσο οι αρχές όσο και οι οικονομικοί κύκλοι κατά την εφαρμογή των διατάξεων για τις εν λόγω ενισχύσεις. Οι συχνές τροποποιήσεις του καθορισμού της επίμαχης προθεσμίας δεν επιτρέπουν, επομένως, να θεωρηθεί η προθεσμία αυτή ως αποκλειστική ή ως προϋπόθεση χορηγήσεως της ενισχύσεως. Δεν μπορεί, εξάλλου, να υποστηριχθεί ότι ο χαρακτήρας της εν λόγω προθεσμίας ως αποκλειστικής συνάγεται από το άρθρο 29, παράγραφος 2, του κανονισμού 2192/82, διότι η εν λόγω διάταξη αρκείται να επαναλάβει, με κάπως διαφορετική διατύπωση, τις προϋποθέσεις χορηγήσεως της ενισχύσεως του άρθρου 5, παράγραφος 1, του κανονισμού 2036/82.
Η προσφεύγουσα ισχυρίζεται, εξάλλου, ότι εφαρμόζοντας την αρχή της αναλογικότητας καταλήγει κανείς στο ίδιο συμπέρασμα. Κατά τη γνώμη της, ο σκοπός της ενισχύσεως για τα όσπρια, που συνίσταται στην εξασφάλιση επαρκώς υψηλής τιμής στους παραγωγούς, καθώς και στη διάθεση ακριβών οσπρίων στην εθνική αγορά, επιτυγχάνεται, εφόσον τηρηθούν οι δύο κύριες υποχρεώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 5 του κανονισμού 2036/82. Θα ήταν επομένως νομικά εσφαλμένη, καθότι δυσανάλογη, η επιβολή της αυστηρής κυρώσεως της μη χορηγήσεως της ενισχύσεως λόγω μη τηρήσεως μιας προφανώς δευτερεύουσας υποχρέωσης που θεσπίστηκε για καθαρά διοικητικούς λόγους, όπως η υποχρέωση ανακοινώσεως στον οργανισμό παρεμβάσεως αμέσως μετά την είσοδο των προϊόντων στην επιχείρηση.
Προς στήριξη του συμπεράσματος αυτού η προσφεύγουσα επικαλείται τη νομολογία του Δικαστηρίου, όπως προκύπτει ιδίως από τις αποφάσεις της 20ής Φεβρουαρίου 1979, SA Buitoni κατά Fonds d'orientation et de régularisation des marchés agricoles ( 122/78, Slg. 1979, σ. 677 ), και της 21ης Ιουνίου 1979, Atalanta Amsterdam BV κατά Produktschap voor Vee en Vlees ( 240/78, Slg. 1979, σ. 2137 ). Στην υπόθεση 122/78 το Δικαστήριο χαρακτήρισε δυσανάλογη την κατ' αποκοπήν κύρωση που προβλεπόταν σε περίπτωση μη τηρήσεως της προθεσμίας που είχε ορισθεί για την προσκόμιση ορισμένων αποδεικτικών στοιχείων. Μολονότι, ενόψει των δυσχερειών που συνεπάγεται η καθυστερημένη προσκόμιση αποδείξεων, η Επιτροπή μπορούσε να καθορίσει μια τέτοια προθεσμία, έπρεπε να προβλέψει για την περίπτωση της μη τηρήσεως της την επιβολή στους διοικούμενους κυρώσεως αισθητά ελαφρύτερης από την ολική απώλεια της εγγυήσεως και καλύτερα προσαρμοσμένης στα πρακτικά αποτελέσματα της εν λόγω παραλείψεως. Στην υπόθεση 240/78 το Δικαστήριο θεώρησε ότι μια διάταξη κανονισμού της Επιτροπής, δυνάμει της οποίας οι καταβληθείσες εγγυήσεις καταπίπτουν σε περίπτωση καθυστερημένης υποβολής των πιστοποιητικών αποθηκεύσεως χοιρείου κρέατος, αντέβαινε, λόγω του αυτοματισμού της, στην αρχή της αναλογικότητας, καθόσον δεν επέτρεπε την προσαρμογή της προβλεπομένης κυρώσεως στο μέτρο κατά το οποίο δεν εκτελέστηκαν οι συμβατικές υποχρεώσεις ή στη βαρύτητα της παραβάσεως των εν λόγω υποχρεώσεων.
Η Επιτροπή υπενθυμίζει, καταρχήν, ότι κατά το άρθρο 3, παράγραφος 3, του κανονισμού 1431/82η ενίσχυση χορηγείται μόνο στους χρήστες οι οποίοι «πληρούν τις αναγκαίες προϋποθέσεις για την απόκτηση της ενισχύσεως». Υποστηρίζει ότι στις προϋποθέσεις αυτές περιλαμβάνεται, δυνάμει του άρθρου 18, παράγραφος 1, του κανονισμού 2192/82, η υποχρέωση ενημερώσεως του αρμοδίου οργανισμού κατά την είσοδο των προϊόντων στην επιχείρηση. Κατά τη γνώμη της, ο ενδιαφερόμενος πρέπει να εκπληρώσει την υποχρέωση αυτή αυθημερόν κατά την ημέρα της εισόδου των προϊόντων για να μπορέσει να προβεί, σύμφωνα με το άρθρο 11, παράγραφος 2, του κανονισμού 2036/82, κατά την εν λόγω είσοδο, στον καθορισμό του βάρους, καθώς και στη δειγματοληψία, που καθιστούν δυνατό τον έλεγχο της ποιότητας και της υγρασίας.
Η Επιτροπή υπενθυμίζει, εξάλλου, ότι, όταν ο ενδιαφερόμενος δεν κάνει χρήση της δυνατοτητας που του παρέχει το άρθρο 18, παράγραφος 3α, του κανονισμού 2192/82, να καθυστερήσει επί 30 εργάσιμες ημέρες τη θέση υπό έλεγχο, η ανακοίνωση της εισόδου των προϊόντων επέχει συγχρόνως θέση αιτήσεως για θέση υπό έλεγχο. Αν, αντίθετα, κάνει χρήση της δυνατότητας καθυστερήσεως, η ανακοίνωση της εισόδου των προϊόντων προσδιορίζει την ημερομηνία από την οποία αρχίζει να τρέχει η προαναφερθείσα συμπληρωματική προθεσμία.
Κατά την Επιτροπή, και στις δύο περιπτώσεις η ανακοίνωση της εισόδου των προϊόντων αποτελεί επιτακτική υποχρέωση, η μη τήρηση της οποίας καθιστά αδύνατη τη νομότυπη θέση σε εφαρμογή της διαδικασίας. Εν προκειμένω, πρέπει να γίνει δεκτό, ενόψει των προθέσεων της προσφεύγουσας και του περιεχομένου των εγγράφων που συμπλήρωσε, ότι οι ανακοινώσεις πρέπει να επέχουν συγχρόνως θέση αιτήσεων για θέση υπό έλεγχο. Τα μη χρονολογημένα έγγραφα που περιήλθαν στο καθού στις 8 Ιουλίου 1983 ως ανακοινώσεις της εισόδου των προϊόντων και αιτήσεις για θέση υπό έλεγχο περιείχαν εσφαλμένες ενδείξεις, καθόσον τα εν λόγω προϊόντα δεν εισήλθαν στην επιχείρηση της προσφεύγουσας στις 8 Ιουλίου 1983, αλλά μεταξύ Μαρτίου και Ιουνίου 1983. Κατά τη γνώμη της Επιτροπής, υπό τις συνθήκες αυτές ήταν αδύνατος ο έλεγχος της ποιότητας και της υγρασίας των προϊόντων.
Η Επιτροπή συμπεραίνει ότι, τόσο για πραγματικούς όσο και για νομικούς λόγους, δεν είναι δυνατή εν προκειμένω η επίκληση της αρχής της αναλογικότητας.
J. C Moitinho de Almeida
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.
Top