ΈΚΘΕΣΗ ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ
στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C-363/88 και C-364/88 ( *1 )
Ι — Περιστατικά και διαδικασία
1.
Λαμβάνοντας υπόψη την παράταση της κρίσης στην ευρωπαϊκή βιομηχανία σιδήρου και χάλυβα, η Επιτροπή εξέδωσε, κατά τα τέλη του 1983 και τις αρχές του 1984, μια σειρά αποφάσεων που αποσκοπούσαν στην ενίσχυση του αποτελέσματος των μέτρων που είχαν ληφθεί προηγουμένως και συνίσταντο κυρίως στον κώδικα ενισχύσεων (απόφαση 2320/81/ΕΚΑΧ της Επιτροπής, της 7ης Αυγούστου 1981, ΕΕ L 228, σ. 14), και στο σύστημα των ποσοστώσεων παραγωγής (απόφαση 2177/83/ΕΚΑΧ της Επιτροπής, της 28ης Ιουλίου 1983, ΕΕ L 208, σ. 1 ) οι αποφάσεις αυτές τροποποιήθηκαν στη συνέχεια επανειλημμένα.
Η Επιτροπή έτσι εξέδωσε στις 23 Δεκεμβρίου 1983 την απόφαση 3715/83/ΕΚΑΧ, για τον καθορισμό ελαχίστων τιμών για ορισμένα προϊόντα σιδήρου και χάλυβα, και την απόφαση 3716/83/ΕΚΑΧ, για τη θέσπιση συστήματος εγγυήσεως για ορισμένα προϊόντα σιδήρου και χάλυβα καθώς και συστήματος ελέγχου των ελαχίστων τιμών ( ΕΕ L 373, σ. 1 και 5 αντίστοιχα ).
Επιπλέον, η Επιτροπή εξέδωσε στις 23 Δεκεμβρίου 1983 την απόφαση 3717/83/ΕΚΑΧ για την καθιέρωση, για τις επιχειρήσεις σιδήρου και χάλυβα και τους εμπόρους χάλυβα, πιστοποιητικού παραγωγής και συνοδευτικού εγγράφου των παραδόσεων ορισμένων προϊόντων ( ΕΕ L 373, ο. 9 ). Η απόφάση αυτή εκδόθηκε βάσει του άρθρου 95 της Συνθήκης ΕΚΑΧ, κατόπιν σύμφωνης γνώμης του Συμβουλίου, με σκοπό να εξασφαλιστεί η επιτήρηση του συνήθους ρου των συναλλαγών χάρη σε πλήρη και ακριβή εξακρίβωση και καταγραφή της εμπορικής κινήσεως των προϊόντων σιδήρου και χάλυβα στο εσωτερικό της Κοινότητας.
Αυτό το σύστημα επιτηρήσεως συμπληρώθηκε με την καθιέρωση, στο πλαίσιο της αποφάσεως 234/84/ΕΚΑΧ της Επιτροπής, της 31ης Ιανουαρίου 1984, για παράταση του συστήματος επιτήρησης και ποσοστώσεων παραγωγής για ορισμένα προϊόντα των επιχειρήσεων της βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα ( ΕΕ L 29, σ. 1 ), μιας νέας αρχής, συγκείμενης στην υποχρέωση τηρήσεως του συνήθους ρου των συναλλαγών για τα προϊόντα των κατηγοριών Ια ( φαρδιές ταινίες θερμής ελάσεως ), Ιβ (λαμαρίνες ψυχρής ελάσεως), Η (λαμαρίνες quarto και μεγάλα πλατέα) και III (βαρείς μορφοχάλυβες ).
Όπως προκύπτει από την αιτιολογική σκέψη 9 της εν λόγω αποφάσεως, κατά τη γνώμη του Συμβουλίου,
« η σταθερότητα των παραδοσιακών ρευμάτων των προϊόντων σιδήρου και χάλυβα στην Κοινότητα αποτελεί ουσιώδες στοιχείο, το οποίο πρέπει να διατηρηθεί για να πραγματοποιηθεί η αναδιάρθρωση του τομέα της βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα μέσα σε ανταγωνιστικό πλαίσιο συμβιβάσιμο με την αλληλεγγύη που επιβάλλεται από το σύστημα των ποσοστώσεων παραγωγής ».
Το άρθρο 15 Β της προαναφερθείσας αποφάσεως 234/84 έχει ως εξής:
«1.
Κάθε κράτος μέλος μπορεί να υποβάλει καταγγελία στην Επιτροπή, όταν διαπιστώσει ότι, κατά τη διάρκεια ενός τριμήνου, οι παραδόσεις προϊόντων μιας από τις κατηγορίες Ια, Ιβ, II και III έχουν τροποποιηθεί σε σημαντικό βαθμό σε σχέση με τις συνηθισμένες παραδόσεις.
2.
Η καταγγελία που αναφέρεται στην παράγραφο 1 πρέπει να υποβληθεί το αργότερο οκτώ εβδομάδες μετά το τέλος του σχετικού τριμήνου.
3.
Η Επιτροπή ελέγχει το βάσιμο της καταγγελίας αυτής στηριζόμενη στα μηνιαία στατιστικά στοιχεία που της διαβιβάζουν τα κράτη μέλη κατ' εφαρμογή της απόφασης 3717/83/ΕΚΑΧ. Κατά την εκτίμηση του ζητήματος λαμβάνει υπόψη όλες τις σχετικές με αυτό περιστάσεις.
4.
Εφόσον η Επιτροπή θεωρήσει βάσιμη την καταγγελία, ζητεί τη γνώμη των ενδιαφερομένων κρατών μελών για το εν λόγω θέμα. Καλεί τις σχετικές επιχειρήσεις να αναλάβουν γραπτά την υποχρέωση να διορθώσουν, κατά το επόμενο τρίμηνο, τη διαφορά που σημειώθηκε στις συνηθισμένες παραδόσεις τους.
5.
Σε περίπτωση που μια επιχείρηση δεν αναλάβει την ανωτέρω υποχρέωση ή δεν την τηρήσει, η Επιτροπή μπορεί να μειώσει, για το επόμενο τρίμηνο, το τμήμα της ποσόστωσης που μπορεί να διατεθεί στην κοινή αγορά από την επιχείρηση αυτή κατά ποσότητα ίση, κατ' ανώτατο όριο, με εκείνη που προκάλεσε την ανισορροπία στις συνηθισμένες παραδόσεις.
6.
Η Επιτροπή ενημερώνει τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη σχετικά με τη συνέχεια που δόθηκε στην καταγγελία. »
Πρέπει να προστεθεί ότι το άρθρο 15 Β της αποφάσεως 3485/85/ΕΚΑΧ της Επιτροπής, της 27ης Νοεμβρίου 1985, για παράταση του συστήματος επιτήρησης και ποσοστώσεων παραγωγής για ορισμένα προϊόντα της βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα ( ΕΕ L 340, σ. 5 ), η οποία άρχισε να ισχύει την 1η Ιανουαρίου 1986, αποτελούσε επανάληψη των προπαρατεθεισών διατάξεων του άρθρου 15 Β της αποφάσεως 234/84, πλην της παραγράφου 5, η οποία καταργήθηκε.
Τέλος, κατόπιν της βελτιώσεως της καταστάσεως της βιομηχανίας σιδήρου και χάλυβα, το άρθρο 15 Β της αποφάσεως 3485/85 καταργήθηκε από την 1η Ιανουαρίου 1987 από το άρθρο 1 της αποφάσεως 3746/86/ΕΚΑΧ της Επιτροπής, της 5ης Δεκεμβρίου 1986, η οποία τροποποίησε την ανωτέρω απόφαση ( ΕΕ L 348, σ. 1 ).
2.
Εν προκειμένω πρέπει να τονιστεί ότι μια ένωση χαλυβουργικών επιχειρήσεων, η EISA, είχε ζητήσει από το Δικαστήριο, κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, να διατάξει την αναστολή εκτελέσεως του άρθρου 15 Β της αποφάσεως 234/84. Η αίτηση αυτή απορρίφθηκε με Διάταξη της 28ης Μαρτίου 1984, 45/84 R, EISA (Συλλογή 1984, σ. 1759). Στη Διάταξη αυτή εκτίθεται ότι η προϋπόθεση του επείγοντος θα έπρεπε κανονικά να θεωρηθεί ότι συντρέχει, αλλ' ότι οι δεσμεύσεις που ανέλαβε η Επιτροπή ως προς την εφαρμογή του άρθρου 15 Β εξαφανίζουν την απειλή που αντιμετώπιζαν οι επιχειρήσεις και η οποία θα μπορούσε να δικαιολογήσει την αναστολή εκτελέσεως. Κατά τη διάρκεια δηλαδή της διαδικασίας των ασφαλιστικών μέτρων η Επιτροπή ανέλαβε τις εξής δεσμεύσεις, όπως εκτίθενται στην ανωτέρω Διάταξη: « Πρώτον, το άρθρο 15 Β δεν θα εφαρμοστεί, αν απλώς διαπιστωθεί τροποποίηση των συνηθισμένων παραδόσεων· θα εφαρμοστεί μόνο εφόσον η τροποποίηση των συνηθισμένων παραδόσεων θα οφείλεται σε ενέργεια των επιχειρήσεων που χρησιμοποιούν μεθόδους οι οποίες αντίκεινται στο κοινοτικό δίκαιο· δεύτερον, το γεγονός και μόνο ότι η ενδιαφερόμενη επιχείρηση λαμβάνει ενίσχυση που έχει εγκρίνει η Επιτροπή δεν θα μπορεί να οδηγήσει σε μείωση της ποσοστώσεως, σύμφωνα με το άρθρο 15 Β· τρίτον, αν από την έρευνα της Επιτροπής προκύψουν παραβάσεις άλλων διατάξεων του κοινοτικού δικαίου, όπως παραβάσεις που αφορούν τις τιμές, τις ποσοστώσεις, τον ανταγωνισμό ή τις κρατικές ενισχύσεις, η Επιτροπή θα εφαρμόσει, καταρχάς, τις κυρώσεις που προβλέπονται γι' αυτές τις παραβάσεις. »
3.
Με έγγραφα της 30ής Νοεμβρίου 1984 και της 25ης Φεβρουαρίου 1985 η Ιταλική Κυβέρνηση ζήτησε από την Επιτροπή να λάβει τα διορθωτικά μέτρα που προβλέπει το άρθρο 15 Β της προαναφερθείσας αποφάσεως 234/84, λόγω της σημαντικής μεταβολής των παραδόσεων προϊόντων σιδήρου και χάλυβα στην Ιταλία, κατά τη διάρκεια των διαφόρων τριμήνων του έτους 1984, σε σχέση με τις συνήθεις παραδόσεις. Το ίδιο αίτημα υπέβαλε και η Associazione industrie siderurgiche italiane (στο εξής: Assider) με έγγραφο της 18ης Φεβρουαρίου 1985.
Τα αιτήματα αυτά απορρίφθηκαν σιωπηρώς, κατά δε της σιωπηρής αυτής απορριπτικής αποφάσεως ασκήθηκε προσφυγή ενώπιον του Δικαστηρίου από την Ιταλική Δημοκρατία και την Assider.
Με την απόφαση της 9ης Απριλίου 1987, 167/85 και 212/85, Assider και Ιταλία (Συλλογή 1987, σ. 1701 ), το Δικαστήριο δέχθηκε ότι, παρά το περιθώριο εκτιμήσεως που διαθέτει η Επιτροπή, δυνάμει της παραγράφου 3 του προαναφερθέντος άρθρου 15 Β, όταν κρίνει αν η καταγγελία ενός κράτους μέλους πρέπει να θεωρηθεί βάσιμη, η Επιτροπή, « όπως προκύπτει από τη διατύπωση της παραγράφου 4, του άρθρου 15 Β, στην περίπτωση που (...), κατόπιν του ελέγχου που διενήργησε, κρίνει βάσιμη την καταγγελία που της υποβλήθηκε, οφείλει να καλέσει τις σχετικές επιχειρήσεις να αναλάβουν την οριζόμενη από αυτές τις διατάξεις υποχρέωση». Στην υπόθεση εκείνη, δεδομένου ότι η καταγγελία της Ιταλικής Κυβερνήσεως είχε κριθεί βάσιμη από την Επιτροπή ήδη από το τέταρτο τρίμηνο 1984, η Επιτροπή όφειλε να καλέσει τις υπεύθυνες επιχειρήσεις να αναλάβουν την υποχρέωση να διορθώσουν, από το πρώτη ήδη τρίμηνο του 1985, τη διαφορά που είχε σημειωθεί στις συνηθισμένες παραδόσεις τους. Κατόπιν αυτού το Δικαστήριο ακύρωσε τη σιωπηρή απόφαση της Επιτροπής περί αρνήσεως λήψεως των μέτρων που προβλέπονταν στο άρθρο 15 Β, παράγραφος 4, της αποφάσεως 234/84.
4.
Κατόπιν της αποφάσεως αυτής η Assider και τα μέλης της ( δηλαδή ο όμιλος Italsider-Finsider και η εταιρία Falck ) ζήτησαν από την Επιτροπή να τις αποζημιώσει για τη ζημία που είχαν υποστεί από τη μη εφαρμογή του άρθρου 15 Β, όχι μόνο κατά τη διάρκεια του έτους 1984, αλλά και κατά τα έτη 1985 και 1986, κατά τα οποία η Επιτροπή εξακολούθησε να παραμένει αδρανής παρά τη συνεχιζόμενη σημαντική μεταβολή των συνήθων παραδόσεων. Το αίτημα αυτό, το οποίο διατυπώθηκε με έγγραφο της 29ης Μαΐου 1987, επαναλήφθηκε στις 30 Ιουλίου 1987. Το ίδιο αίτημα υποβλήθηκε από την Ιταλική Κυβέρνηση με επιστολές της 8ης Ιουλίου, της 30ής Οκτωβρίου, της 7ης Νοεμβρίου και της 10ης Νοεμβρίου 1987.
Σε συναντήσεις που πραγματοποιήθηκαν το 1988, η Επιτροπή πρότεινε στις ενάγουσες ορισμένα ανταλλάγματα, υπό μορφή χορηγήσεως πρόσθετων ποσοστώσεων στην κατηγορία Ια, και ειδικότερα στον τομέα των ημικατεργασμένων προϊόντων που προορίζονται για την παραγωγή μικρών συγκολλημένων σωλήνων.
Παρά την απόρριψη της προτάσεως αυτής από την Ιταλική Κυβέρνηση, η Επιτροπή την επανέλαβε με το έγγραφο που απέστειλε στις 16 Απριλίου 1988 στην Ιταλική Κυβέρνηση και με το έγγραφο που απέστειλε στις 31 Μαΐου 1988 στην Assider.
Κατόπιν αυτού οι εταιρίες Finsider και Italsider αφενός και η εταιρία Falck αφετέρου υπέβαλαν στην κρίση του Δικαστηρίου την παρούσα διαφορά.
5.
Οι αγωγές, που κατατέθηκαν στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 14 Δεκεμβρίου 1988, ασκήθηκαν κατ' εφαρμογή των άρθρων 34, δεύτερο εδάφιο, και 40, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚΑΧ.
Με Διάταξη της 4ης Ιουνίου 1991, το Δικαστήριο αποφάσισε να συνεκδικάσει τις δύο αγωγές προς διευκόλυνση της προφορικής διαδικασίας και έκδοση κοινής αποφάσεως.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, το Δικαστήριο αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.
II — Αιτήματα των διαδίκων
1.
Οι ενάγουσες εταιρίες ζητούν από το Δικαστήριο:
—
να αναγνωρίσει ότι οι Ευρωπαϊκές Κοινότητες, και συνεπώς η Επιτροπή, ευθύνονται για τη ζημία που υπέστησαν λόγω της μειώσεως των παραδόσεων προϊόντων των κατηγοριών Ια, Ιβ και II εντός της εθνικής αγοράς κατά τα έτη 1984, 1985 και 1986,
—
να υποχρεώσει τις Ευρωπαϊκές Κοινότητες, και συνεπώς την Επιτροπή, να καταβάλουν αποζημίωση για την ανωτέρω ζημία, αφού ενδεχομένως διατάξει τη διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης,
—
να υποχρεώσει τις Ευρωπαϊκές Κοινότητες, και συνεπώς την Επιτροπή, να καταβάλουν τόκους επί της αποζημιώσεως αυτής από την ημέρα της δημοσιεύσεως της αποφάσεως που θα αναγνωρίζει την ευθύνη τους,
—
να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
2.
Η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να απορρίψει τις αγωγές,
—
να καταδικάσει τις ενάγουσες στα δικαστικά έξοδα.
III — Ισχυρισμοί και επιχειρήματα των διαδίκων
Α — Επί τον ιστορικού της διαφοράς
1.
Οι ενάγουσες παρατηρούν ότι το σύστημα διασφαλίσεως του συνήθους ρου των παραδόσεων, το οποίο καθιερώθηκε με το άρθρο 15 Β της αποφάσεως 234/84, ήταν διαμορφωμένο κατά τρόπο ώστε η τήρηση και η λειτουργία του να εξαρτώνται αποκλειστικά και μόνο από την Επιτροπή. Μόνο η Επιτροπή διέθετε τον πλήρη πίνακα των παραδόσεων των επιχειρήσεων ΕΚΑΧ εντός κάθε εθνικής αγοράς και μπορούσε να εφαρμόσει τα αναγκαία μέτρα για την αποκατάσταση του συνήθους ρου, εφόσον είχαν σημειωθεί υπερβάσεις κατά το προηγούμενο τρίμηνο ή τα προηγούμενα τρίμηνα. Κατά τα τρία όμως έτη 1984, 1985 και 1986η Επιτροπή, μολονότι διαπίστωσε σημαντικές υπερβάσεις των παραδόσεων εντός της ιταλικής αγοράς, δεν εφάρμοσε ούτε τα μέτρα που προβλέπονται στην παράγραφο 4 του άρθρου 15 Β, τα οποία δεν έχουν τον χαρακτήρα κυρώσεως, ούτε κατά μείζονα λόγο τις κυρώσεις που προβλέπει η παράγραφος 5 του ίδιου άρθρου.
Κατά την άποψη των εναγουσών, η Επιτροπή δεν μπορεί να υποστηρίζει ότι έπρεπε να εφαρμόζει με σύνεση τις διατάξεις του άρθρου 15 Β. Πρώτον, αν ήθελε να επιδείξει σύνεση κατά την εφαρμογή των διατάξεων αυτών, απλώς δεν θα τις είχε εφαρμόσει. Δεύτερον, παρά τους ισχυρισμούς που προβάλλει τώρα η εναγομένη, η σύνεση αυτή δεν δικαιολογούνταν ούτε από τη Διάταξη που εξέδωσε το Δικαστήριο στις 28 Μαρτίου 1984 στην προαναφερθείσα υπόθεση 45/84 R ούτε από τις αμφιβολίες που είχε τότε η Επιτροπή σχετικά με τη νομιμότητα των διατάξεων αυτών. Ομοίως, κακώς η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι δίνει στο άρθρο 15 Β « συσταλτική » ή « καταργητική » ερμηνεία, καθόσον η ερμηνεία αυτή αντιβαίνει στην προαναφερθείσα απόφαση του Δικαστηρίου της 9ης Απριλίου 1987 και δεν βρίσκει κανένα έρεισμα στη δήλωση στην οποία προέβη το Συμβούλιο κατά την 901η συνεδρίαση του στις 22 Δεκεμβρίου 1983, όταν εξέδωσε σύμφωνη γνώμη για την προσθήκη του άρθρου αυτού στη ρύθμιση περί ποσοστώσεων.
Κατά τις ενάγουσες, η Επιτροπή δεν επιτρέπεται να τις κατηγορεί ότι έχουν στατική και άκαμπτη, αντί για δυναμική, αντίληψη του συστήματος περί συνήθων παραδόσεων. Η αγωγή στηρίζεται στα επίσημα στοιχεία που έχουν παρασχεθεί και δημοσιευθεί από την ίδια την Επιτροπή και στις εκτιμήσεις της Επιτροπής όσον αφορά τις υπερβάσεις των συνήθων παραδόσεων. Ομοίως, η προσπάθεια της Επιτροπής να επιβάλλει μια συσταλτική ερμηνεία του άρθρου 15 Β βάσει της αρχής της αλληλεγγύης είναι αλυσιτελής, καθόσον το άρθρο αυτό, όχι μόνο δεν είναι αντίθετο προς την αρχή της αλληλεγγύης, αλλά αποτελεί άμεση εκδήλωση της αρχής αυτής.
Η Επιτροπή δεν επιτρέπεται να υποστηρίζει ούτε ότι η διατήρηση των συνήθων παραδόσεων αποτελούσε δευτερεύουσα αρχή σε σχέση με το δικαίωμα των επιχειρήσεων να αυξάνουν εντός ορισμένων ορίων, σύμφωνα με το άρθρο 10, παράγραφος 1, της αποφάσεως 234/84, τις ποσοστώσεις τους για τα προϊόντα της κατηγορίας Ια που χρησιμοποιούνται για την παραγωγή μικρών συγκολλημένων σωλήνων που παραδίδονται εντός της κοινής αγοράς. Συναφώς οι ενάγουσες παρατηρούν ότι η αρχή των συνήθων παραδόσεων έπρεπε να τηρείται ακόμη και για τα προϊόντα αυτά, όπως προκύπτει από το γράμμα του άρθρου 15 Β και επιβεβαιώνεται από την άποψη που εξέφραζε τότε η Επιτροπή.
Ομοίως, κακώς η Επιτροπή επιδιώκει να δικαιολογήσει τη στάση της επικαλούμενη δήθεν δυσχέρειες ερμηνείας του άρθρου 15 Β καθώς και τις δυσκολίες που συνάντησε για να πείσει τις επιχειρήσεις, τις ενώσεις επιχειρήσεων και τα κράτη για την ορθότητα του κανόνα που θέτει το άρθρο αυτό. Κατά τις ενάγουσες, πρώτον, το σύστημα του άρθρου 15 Β δεν παρουσιάζει καμία ασάφεια, η δε ερμηνεία του δεν προκαλεί καμία δυσχέρεια ούτε δημιουργεί αμφιβολίες ή αβεβαιότητες αν η Επιτροπή συνάντησε δυσχέρειες ερμηνείας, αυτό οφειλόταν αποκλειστικά στην προσπάθειά της να ερμηνεύσει συσταλτικά το άρθρο 15 Β, προκειμένου να περιορίσει το πεδίο εφαρμογής του και να το καταστήσει κενό περιεχομένου. Δεύτερον, η Επιτροπή, ως αμερόληπτο εκτελεστικό όργανο, δεν έπρεπε να ενδώσει στις πιέσεις ορισμένων επιχειρήσεων που ήσαν αντίθετες στην εφαρμογή του άρθρου 15 Β κατά τις ενάγουσες, το άρθρο 15 Β καθιέρωσε ένα υποχρεωτικό και όχι εθελοντικό σύστημα για τις επιχειρήσεις και η εφαρμογή του δεν μπορούσε να εξαρτάται από την ύπαρξη ομοφωνίας μεταξύ όλων των ενδιαφερομένων ως προς την ερμηνεία του.
Τέλος, οι ενάγουσες αμφισβητούν ότι η Επιτροπή τους πρότεινε να τους παράσχει « σημαντικά ανταλλάγματα » κατ' εκτέλεση της προαναφερθείσας αποφάσεως του Δικαστηρίου της 9ης Απριλίου 1987. Η Επιτροπή δήλωσε απλώς ότι ήταν διατεθειμένη να αυξήσει τις ποσότητες αναφοράς στην κατηγορία Ια, όσον αφορά τα ημικατεργασμένα προϊόντα που προορίζονταν για την κατασκευή μικρών συγκολλημένων σωλήνων. Η προσφορά αυτή δεν ήταν συμφέρουσα για τις ενάγουσες, καθόσον η αύξηση των ποσοστώσεων παραγωγής και παραδόσεως στην υποκατηγορία αυτή αποτελούσε, όπως ομολόγησε η ίδια η Επιτροπή, δικαίωμα παρεχόμενο από το άρθρο 10, παράγραφος 1, της αποφάσεως 234/84, για το δικαίωμα δε αυτό δεν επιβλήθηκε κανείς περιορισμός και καμία προϋπόθεση μετά την κατάργηση του συστήματος των συνήθων παραδόσεων. Οι ενάγουσες προσθέτουν ότι, αν και η Επιτροπή ισχυρίζεται, με το υπόμνημα αντικρούσεως που κατέθεσε στο Δικαστήριο, ότι η πρόσθετη ποσόστωση αυτή θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί για την κατασκευή άλλων προϊόντων, εντούτοις κατά τις συναντήσεις που πραγματοποιήθηκαν πριν από την άσκηση της προσφυγής είχε εκφράσει την αντίθετη άποψη.
2.
Η Επιτροπή υπενθυμίζει καταρχάς ότι η σύνεση κατά την εφαρμογή του άρθρου 15 Β επιβαλλόταν από την προαναφερθείσα Διάταξη της 28ης Μαρτίου 1984, 45/84 R, με την οποία το Δικαστήριο είχε εκφράσει αμφιβολίες ως προς τη νομιμότητα του άρθρου αυτού. Εξάλλου, η ίδια η Επιτροπή ήταν πεπεισμένη για το ενδεχόμενο ελλείψεως νομιμότητας του άρθρου αυτού και κατά τη διάρκεια της ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασίας που προηγήθηκε της εκδόσεως της ανωτέρω Διατάξεως είχε αναφερθεί στο άρθρο 15 Β ως « όπλο αποτροπής », το οποίο πρέπει να χρησιμοποιείται στην « εσχάτη των περιπτώσεων ». Αυτή ήταν άλλωστε και η άποψη του Συμβουλίου, το οποίο, κατά την 901η συνεδρίαση του δήλωσε ότι, σε περίπτωση μεταβολής του συνήθους ρου, η Επιτροπή θα μπορούσε να προβεί στις αναγκαίες διορθώσεις, « αν δεν μπορούσε να βρεθεί καμία άλλη λύση », δηλαδή σε περίπτωση ανεπάρκειας των κυρώσεων που θα επέβαλλε στις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις. Η Επιτροπή πάντως θεωρεί ότι δεν είναι δίκαιες οι κατηγορίες που εκτοξεύουν κατ' αυτής οι ενάγουσες. Δεν είναι ορθό ούτε ότι παρέλειψε πλήρως να εφαρμόσει το άρθρο 15 Β — αφού διεξήγαγε η ίδια έρευνες, μετά το πέρας των οποίων επέβαλε κυρώσεις στις επιχειρήσεις που δεν είχαν λάβει υπόψη τη ρύθμιση περί τιμών — ούτε ότι προέβη σε εσφαλμένη ερμηνεία, « συσταλτική » ή « καταργητική », του άρθρου αυτού — αφού το μόνο που έπραξε ήταν να λάβει υπόψη της τις ενδείξεις που παρέσχε το ίδιο το Δικαστήριο με την προαναφερθείσα Διάταξη. Κατά την Επιτροπή, το Δικαστήριο δεν προέβη, με την απόφαση της 9ης Απριλίου 1987, σε συνολική ερμηνεία του άρθρου 15 Β.
Στη συνέχεια η Επιτροπή εξηγεί τους λόγους για τους οποίους η αρχή των συνήθων παραδόσεων, την οποία καθιερώνει το άρθρο 15 Β, που επιβάλλει την εκ μέρους των επιχειρήσεων τήρηση των μεριδίων αγοράς που ελέγχουν εντός των διαφόρων εθνικών αγορών, αντίκειται σε μεγάλο βαθμό στην αρχή της αλληλεγγύης, κατά την οποία επιβάλλεται να λαμβάνεται υπόψη, κατά την παραχώρηση των ποσοστώσεων, η συνολική ζήτηση εντός της κοινοτικής αγοράς. Κατά την Επιτροπή, η αρχή της αλληλεγγύης αποτελεί τη θεμελιώδη αρχή που διέπει το σύστημα των ποσοστώσεων. Κατά συνέπεια, η αρχή των συνήθων παραδόσεων μπορεί να ερμηνεύεται μόνο ως δευτερεύουσας σημασίας αρχή, πράγμα που εξάλλου επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι δεν ισχύει για όλα τα προϊόντα. Το σύστημα των συνήθων παραδόσεων αποτέλεσε ένα μέσο διατηρήσεως και εξασφαλίσεως του ανταγωνισμού, κυρίως κατά την περίοδο αναδιαρθρώσεως, κατά την οποία ορισμένες επιχειρήσεις θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν τις δημόσιες ενισχύσεις για να μεταβάλλουν, κατά παράβαση των συνήθων όρων ανταγωνισμού, τις αγορές που ελέγχουν κατά παράδοση και να κατακτήσουν νέες αγορές, πωλώντας ενδεχομένως τα προϊόντα τους επί ζημία. Ήταν επομένως αναγκαία η « δυναμική » και όχι η « στατική » αντίληψη της έννοιας των συνήθων παραδόσεων, ώστε να λαμβάνονται υπόψη, μεταξύ άλλων, οι συγκυριακές μεταβολές στις διάφορες αγορές σε σχέση με την περίοδο αναφοράς, με σκοπό την εξασφάλιση της ισορροπίας μεταξύ αγοράς και ζητήσεως σε κάθε αγορά.
Η Επιτροπή προσθέτει ότι το γεγονός ότι η αρχή των συνήθων παραδόσεων είναι δευτερεύουσα επιβεβαιώνεται από το άρθρο 10, παράγραφος 1, της αποφάσεως 234/84, το οποίο προβλέπει, εντός του συστήματος των ποσοστώσεων, ένα ειδικό σύστημα, φιλελεύθερης εμπνεύσεως, για τα ημικατεργασμένα προϊόντα που προορίζονται για την παραγωγή μικρών συγκολλημένων σωλήνων. Κατά την Επιτροπή, πρόθεση του Συμβουλίου ήταν, όπως διατυπώνεται στα πρακτικά της 901ης συνεδριάσεώς του, η εξαίρεση των προϊόντων αυτών από το πεδίο εφαρμογής των μέτρων έλεγχου του συνήθους ρου των συναλλαγών κατά το άρθρο 15 Β. Η Επιτροπή προχώρησε ακόμη περισσότερο, καθόσον δεν εξαίρεσε στην πραγματικότητα τα εν λόγω ημικατεργασμένα προϊόντα από την εφαρμογή του άρθρου 15 Β, χωρίς πάντως οι προσπάθειες της να στεφθούν από επιτυχία. Η Επιτροπή τονίζει εν παρόδω ότι οι ενάγουσες υποπίπτουν σε αντίφαση. Οι ενάγουσες δεν μπορούν να αμφισβητούν το δικαίωμα των άλλων επιχειρήσεων να αυξάνουν τις ποσοστώσεις τους, κατ' εφαρμογή του άρθρου 10, παράγραφος 1, παρά την υπέρβαση των συνήθων παραδόσεων, και ταυτόχρονα να αρνούνται τα ανταλλάγματα που τους πρόσφερε η Επιτροπή υπό μορφή αυξήσεως των ποσοστώσεων τους, με το πρόσχημα ότι η αύξηση αυτή αποτελούσε δικαίωμά τους.
Εξάλλου, η Επιτροπή επιμένει ότι κατέβαλε προσπάθειες για να επιλύσει τα προβλήματα σχετικά με τον συνήθη ρου των συναλλαγών και για να εφαρμόσει το άρθρο 15 Β. Προς τούτο, η Επιτροπή προσκομίζει και σχολιάζει διάφορα έγγραφα ( επιστολές, πρακτικά συνεδριάσεων, εσωτερικά υπηρεσιακά σημειώματα κ. λ. π. ), από τα οποία προκύπτει ότι κατά το 1984 και το 1985 είχε προσπαθήσει να επιτύχει την εφαρμογή του άρθρου 15 Β και να πείσει τις επιχειρήσεις, τις ενώσεις επιχειρήσεων και τα κράτη για την ορθότητα του κανόνα που καθιερώνει το άρθρο αυτό. Για την εφαρμογή όμως του άρθρου αυτού υπήρχαν εγγενείς δυσχέρειες, καθόσον προϋπόθεση της εφαρμογής αυτής στην πράξη, αν όχι και από νομική άποψη, ήταν η ύπαρξη γενικής συμφωνίας μεταξύ επιχειρήσεων, κρατών και Επιτροπής ως προς την ερμηνεία του επίμαχου άρθρου και καθόσον ειδικότερα οι διαταράξεις που είχαν σημειωθεί στην ιταλική αγορά αφορούσαν τα ημικατεργασμένα προϊόντα για τα οποία ίσχυε η φιλελεύθερη ρύθμιση του άρθρου 10, παράγραφος 1. Επιπλέον, η Επιτροπή προσέκρουσε σε σθεναρή αντίσταση, ειδικότερα των επιχειρήσεων σιδήρου και χάλυβα των χωρών Benelux. Δεν ευσταθεί το συμπέρασμα των εναγουσών ότι η Επιτροπή ενέδωσε στις πιέσεις και δεν εκπλήρωσε τις υποχρεώσεις που υπείχε ως αμερόληπτο εκτελεστικό όργανο. Στην πραγματικότητα, ενόψει των τεχνικών και νομικών δυσχερειών για την εφαρμογή του άρθρου 15 Β και ενόψει των αντιφάσεων μεταξύ του άρθρου αυτού και των άρθρων 2 και 4 της Συνθήκης ΕΚΑΧ αφενός και του συστήματος των ποσοστώσεων αφετέρου, η Επιτροπή προσπάθησε να διαμορφώσει μια μέθοδο εφαρμογής που να καθιστά δυνατή την, μερική έστω, άρση των δυσχερειών και των αντιφάσεων αυτών, στο πλαίσιο της τηρήσεως των υποχρεώσεων που είχε αναλάβει ενώπιον του Δικαστηρίου στην υπόθεση 45/84 R. Η Επιτροπή, επειδή δεν μπόρεσε να επιβάλει στις επιχειρήσεις ένα σύστημα υποποσοστώσεων παραδόσεων για κάθε χώρα της Κοινότητας, έκρινε ότι έπρεπε να εφαρμόσει χαλαρά το σύστημα ελέγχου των συνήθων συναλλαγών, με βάση την ευρύτερη δυνατή συναίνεση τόσο των επιχειρήσεων όσο και των κρατών μελών. Κατά την εναγομένη, αντίθετα από τους ισχυρισμούς των εναγουσών, η παράγραφος 4 του άρθρου 15 Β δεν είχε δεσμευτικό χαρακτήρα και επομένως, μολονότι η Επιτροπή όφειλε να ζητήσει από τις υπεύθυνες επιχειρήσεις να αναλάβουν την υποχρέωση να αποκαταστήσουν την ισορροπία στις συνήθεις παραδόσεις τους, οι επιχειρήσεις αυτές μπορούσαν να αποφασίσουν, σε εθελοντική βάση, να αναλάβουν ή να μην αναλάβουν τη σχετική δέσμευση και να εκπληρώσουν ή να μην εκπληρώσουν τις δεσμεύσεις τους.
Τέλος, η Επιτροπή δίνει εξηγήσεις για τις προτάσεις της προς τις ενάγουσες σχετικά με την αποζημίωση που θα τους κατέβαλε κατόπιν της αποφάσεως της 9ης Απριλίου 1987. Η Επιτροπή θεώρησε ότι η προτεινόμενη αποζημίωση έπρεπε να κινείται εντός του πλαισίου του συστήματος των ποσοστώσεων. Το γεγονός ότι πρότεινε να τους χορηγήσει πρόσθετες ποσοστώσεις στην κατηγορία Ια για τα ημικατεργασμένα προϊόντα που προορίζονται για την παραγωγή μικρών συγκολλημένων σωλήνων οφείλεται στο ότι οι σημαντικότερες υπερβάσεις των συνήθων παραδόσεων είχαν σημειωθεί στην υποκατηγορία αυτή. Η προσφορά αυτή της Επιτροπής δεν ήταν ασύμφορη για τις ενάγουσες, καθόσον θα μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν τις ποσότητες αναφοράς που τους ανήκαν κατά παράδοση, στο πλαίσιο της κατηγορίας Ια, ακόμη και για άλλες χρήσεις. Επομένως, η κατηγορηματικά αρνητική στάση των εναγουσών είναι αδικαιολόγητη και ενδέχεται να γεννά ευθύνη τους.
Β — Επί νης βάσεως των αγωγών
1.
Οι ενάγουσες υποστηρίζουν ότι οι αγωγές τους στηρίζονται στο άρθρο 34, δεύτερο εδάφιο, και στο άρθρο 40, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚΑΧ και όχι μόνο στο πρώτο από τα δύο αυτά άρθρα.
Η ζημία τους οφείλεται όχι μόνο στη σιωπηρή απόφαση που ακύρωσε το Δικαστήριο με την απόφαση της 9ης Απριλίου 1987, αλλά και σε ένα σύνολο ενεργειών της Επιτροπής που συνίστανται σε προηγούμενες, σύγχρονες και μεταγενέστερες, έναντι της σιωπηρής αυτής αποφάσεως, πράξεις και παραλείψεις της.
Κακώς η Επιτροπή αναφέρεται στην απόφαση του Δικαστηρίου της 10ης Ιουνίου 1986, 81/85 και 119/85, Usinor ( Συλλογή 1986, σ. 1777 ), η οποία αφορούσε μια υπόθεση στην οποία είχε απορριφθεί η προσφυγή ακυρώσεως ορισμένων αποφάσεων της Επιτροπής και επομένως είχε κηρυχθεί απαράδεκτη η αγωγή αποζημιώσεως που είχε ασκηθεί βάσει του άρθρου 34 προς αποκατάσταση της ζημίας που είχε προκληθεί από τις αποφάσεις αυτές. Στην προκειμένη υπόθεση η παρούσα αγωγή μπορεί να στηριχθεί, βάσει του άρθρου 34 της Συνθήκης ΕΚΑΧ, στην απόφαση της 9ης Απριλίου 1987, με την οποία ακυρώθηκε η μόνη απόφαση της Επιτροπής που αφορά άμεσα τις ενάγουσες. Κατά τα λοιπά, η αγωγή αποζημιώσεως δεν στηρίζεται στην έλλειψη νομιμότητας πράξεων που τις αφορούν άμεσα, αλλά στην όλη στάση που τήρησε συνεχώς η Επιτροπή, πράγμα που τους δίνει το δικαίωμα να ζητήσουν την εφαρμογή του άρθρου 40 (απόφαση της 14ης Ιουλίου 1961, 9/60 και 12/60, Vloeberghs, Race. 1961, σ. 391 ). Έτσι, η παράλειψη της Επιτροπής να επιβάλει τις κυρώσεις που προβλέπει το άρθρο 15 Β, παράγραφος 5, μπορεί να ληφθεί υπόψη βάσει του άρθρου 40 της Συνθήκης ΕΚΑΧ, ακόμη και αν, όπως υποστηρίζει η Επιτροπή, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη βάσει του άρθρου 34 της Συνθήκης αυτής.
Κατά τις ενάγουσες, η αγωγή τους στηρίζεται επομένως στην από κοινού και συμπληρωματική εφαρμογή των δύο αυτών διατάξεων της Συνθήκης. Κατά τα λοιπά, ο νομικός χαρακτηρισμός των αγωγών εναπόκειται στο Δικαστήριο.
2.
Με τα υπομνήματα αντικρούσεως η Επιτροπή καταλογίζει στις ενάγουσες ότι δεν προσδιόρισαν επαρκώς, με τα δικόγραφα των αγωγών τους, τους νομικούς κανόνες στους οποίους στηρίζουν την απαίτηση αποζημιώσεως τους. Η Επιτροπή κρίνει ότι η απαίτηση αυτή εμπίπτει αναγκαστικά στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 34, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΚΑΧ, καθόσον η υπέρ του άρθρου αυτού επιφύλαξη που περιέχεται στο άρθρο 40, πρώτο εδάφιο, προϋποθέτει ότι η αποκατάσταση της ζημίας που προκαλεί μια απόφαση ή μια σύσταση δεν μπορεί να ζητηθεί παρά μόνο βάσει του άρθρου 34. Η Επιτροπή προσθέτει ότι εν προκειμένω η απαίτηση των εναγουσών δεν μπορεί παρά να αφορά τις ενδεχόμενες συνέπειες της ακυρώσεως, κατόπιν της αποφάσεως της 9ης Απριλίου 1987, της αποφάσεως της Επιτροπής να μη λάβει τα μέτρα που προβλέπει το άρθρο 15 Β, παράγραφος 4, και όχι τις συνέπειες ενδεχομένης παραβάσεως του άρθρου 15 Β, παράγραφος 5, επί της οποίας δεν έχει αποφανθεί το Δικαστήριο (προαναφερθείσα απόφαση της 10ης Ιουνίου 1986, Usinor ).
Με τα υπομνήματα ανταπαντήσεως η Επιτροπή υποστηρίζει ότι από την απόφαση της 14ης Ιουλίου 1961, Vloeberghs, την οποία παραθέτουν οι ενάγουσες, προκύπτει ότι δεν επιτρέπεται η εναλλακτική ή σωρευτική επίκληση των άρθρων 34 και 40 της Συνθήκης και ότι, αν ένα από τα δύο αυτά άρθρα έχει εφαρμογή, δεν μπορεί να γίνει επίκληση του άλλου. Έτσι, το άρθρο 34 αποτελεί ειδικό κανόνα: όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, αποκλείεται η εφαρμογή του γενικού κανόνα του άρθρου 40. Η ορθότητα της απόψεως αυτής επιβεβαιώνεται από άλλες αποφάσεις του Δικαστηρίου (απόφαση της 15ης Δεκεμβρίου 1961, 19/60, 21/60, 2/61 και 3/61, Fives Lille Caii, Race. 1961, σ. 559 ), καθώς και από τη θεωρία. Κατά συνέπεια, η απαίτηση των εναγουσών στην προκειμένη υπόθεση πρέπει να εξεταστεί αποκλειστικά και μόνο βάσει του άρθρου 34.
Γ — Επί τον πταίσματος της Επιτροπής
1.
Κατά τις ενάγουσες, το πταίσμα της Επιτροπής αποδεικνύεται τόσο από την παράλειψη της να ενεργήσει όσο και από τις πράξεις στις οποίες προέβη.
Όσον αφορά την παράλειψη της Επιτροπής να ενεργήσει, οι ενάγουσες τονίζουν, πρώτον, ότι συντρέχει παράβαση της υποχρεώσεως που της επέβαλλε η παράγραφος 4 του άρθρου 15 Β. Όπως αναγνώρισε το Δικαστήριο με την απόφαση της 9ης Απριλίου 1987, η Επιτροπή παρέβη τις διατάξεις αυτές σε σχέση με το έτος 1984. Στη συνέχεια ( το 1985 και το 1986 ) η Επιτροπή εξακολούθησε να μην εκπληρώνει την υποχρέωσή της και να παραβιάζει έτσι τις αρχές της επιμέλειας και της αποτελεσματικότητας κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της ως προς την επίβλεψη και τον έλεγχο. Δεύτερον, η παράνομη παράλειψη της Επιτροπής στοιχειοθετείται από τη μη επιβολή των κυρώσεων που προβλέπει η παράγραφος 5 του άρθρου 15 Β. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι στον σχετικό τομέα η Επιτροπή διαθέτει διακριτική εξουσία. Στην προκειμένη όμως υπόθεση οι συνθήκες υπό τις οποίες την άσκησε συνιστούν κατάχρηση εξουσίας, όπως τόνισε ο γενικός εισαγγελέας με τις προτάσεις που ανέπτυξε πριν από την έκδοση της αποφάσεως της 9ης Απριλίου 1987. Επιπλέον, η Επιτροπή δεν έλαβε υπόψη τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη που είχαν οι επιχειρήσεις σιδήρου και χάλυβα σχετικά με το ότι η Επιτροπή θα τηρούσε και θα επέβαλλε την τήρηση του κανόνα που περιείχε μια από τις γενικές αποφάσεις της.
Όσον αφορά τις παράνομες πράξεις στις οποίες προέβη η Επιτροπή, οι ενάγουσες τονίζουν ότι, αν και η Επιτροπή μπορούσε, δυνάμει του άρθρου 10 της αποφάσεως 234/84, να παραχωρήσει πρόσθετες ποσοστώσεις παραγωγής για τα ημικατεργασμένα προϊόντα που προορίζονται για την κατασκευή μικρών συγκολλημένων σωλήνων, η εξουσία της αυτή μπορούσε να ασκηθεί μόνο σύμφωνα με το σύστημα, μεταξύ άλλων, της τηρήσεως του συνήθους ρου των συναλλαγών. Η Επιτροπή όμως παραχώρησε μαζικά πρόσθετες ποσοστώσεις για τα προϊόντα αυτά, τα οποία πλημμύρισαν την ιταλική αγορά κατά τα έτη 1984-1986, και έτσι ενθάρρυνε, με την ενεργητική και εσκεμμένη αυτή συμπεριφορά της, τη σημαντική υπέρβαση των συνήθων παραδόσεων.
Με τα υπομνήματα απαντήσεως οι ενάγουσες ανασκευάζουν τα αμυντικά επιχειρήματα της Επιτροπής.
Πρώτον, απαντώντας στο επιχείρημα ότι δεν συντρέχει πταίσμα για κάθε παράνομη πράξη, οι ενάγουσες υποστηρίζουν ότι εν προκειμένω συντρέχει οπωσδήποτε πταίσμα της Επιτροπής που γεννά ευθύνη της, πράγμα που επιβεβαιώνεται από τα ακόλουθα στοιχεία:
—
Με την απόφαση της 9ης Απριλίου 1987 το Δικαστήριο αναγνώρισε ότι η Επιτροπή είχε παραβεί την υποχρέωση της να ενεργήσει αμελλητί· εξάλλου, ακόμη και αν τούτο δεν συνέβαινε, το Δικαστήριο θα μπορούσε στην προκειμένη υπόθεση να εκτιμήσει κατά πόσο συντρέχει πταίσμα της Επιτροπής.
—
Από τις προτάσεις που ανέπτυξε ο γενικός εισαγγελέας σε σχέση με την προαναφερθείσα υπόθεση απορρέει ότι συντρέχει υπαίτια, εσκεμμένη, συστηματική και αδικαιολόγητη παράβαση των υποχρεώσεων που προβλέπουν οι παράγραφοι 4 και 5 του άρθρου 15 Β.
—
Το σύστημα του άρθρου 15 Β στηρίζεται στις αρχές της αλληλεγγύης και της εξασφαλίσεως κανονικών όρων ανταγωνισμού· κατά συνέπεια, η μη εφαρμογή του συνιστά παραβίαση των υπέρτερων αυτών αρχών.
—
Παραχωρώντας πρόσθετες ποσοστώσεις για προϊόντα που θα συνέβαλλαν εν γνώσει της στην υπέρβαση των συνήθων παραδόσεων στην Ιταλία, η Επιτροπή εκδήλωσε ανοικτά και εσκεμμένα την πρόθεση της να μη λάβει υπόψη το σύστημα του άρθρου 15 Β. Η συμπεριφορά της Επιτροπής είναι επιπλέον αδικαιολόγητη για τον λόγο ότι η ίδια δήλωνε πάντα ότι τα ημικατεργασμένα προϊόντα που προορίζονται για την κατασκευή μικρών συγκολημμένων σωλήνων εμπίπτουν στο σύστημα των συνήθων παραδόσεων.
Δεύτερον, κατά τις ενάγουσες, η Επιτροπή δεν μπορεί να αποφύγει τη γένεση ευθύνης της ούτε με τη δήλωση ότι κατέβαλε κάθε δυνατή προσπάθεια για την εφαρμογή του άρθρου 15 Β ( το επιχείρημα αυτό ανασκευάστηκε ήδη από τις ενάγουσες, βλ. ανωτέρω τίτλο III, παράγραφος Α, σημείο 1 ) ούτε με το επιχείρημα ότι αναγκάστηκε να προβεί στις ενέργειες αυτές από την προαναφερθείσα Διάταξη του Δικαστηρίου της 28ης Μαρτίου 1984, 45/84 R. Με τη Διάταξη αυτή, η οποία είχε καθαρά προσωρινό χαρακτήρα, το Δικαστήριο δεν αναγνώρισε το βάσιμο της συσταλτικής ερμηνείας του άρθρου 15 Β, την οποία υποστήριζε η Επιτροπή, αλλά απλώς έλαβε υπό σημείωση ορισμένες δηλώσεις της. Εξάλλου, ακόμη και αν γινόταν δεκτή η συσταλτική αυτή ερμηνεία, αυτό δεν θα σήμαινε ότι η συμπεριφορά της Επιτροπής δεν συνιστά βαρεία αμέλεια και αδικαιολόγητο πταίσμα. Κατά την ερμηνεία αυτή δηλαδή, τα μέτρα που προβλέπει το άρθρο 15 Β θα μπορούσαν να ληφθούν μόνο εφόσον οι υπερβάσεις των συνηθισμένων παραδόσεων οφείλονταν σε αντίθετες προς το κοινοτικό δίκαιο ενέργειες των επιχειρήσεων, π. χ. σε σχέση με τις τιμές. Η Επιτροπή όμως, μολονότι είχε διαπιστώσει παραβάσεις σε σχέση με τις τιμές και είχε επιβάλει για τον λόγο αυτό πρόστιμα (ασήμαντα πάντως), παρέλειψε να εφαρμόσει τη διαδικασία επείγοντος που περιγράφεται στο άρθρο 15 Β.
2.
Η Επιτροπή ισχυρίζεται καταρχάς ότι το πταίσμα και συνεπώς το δικαίωμα αποζημιώσεως δεν μπορούν να συνάγονται αυτόματα από ακυρωτική απόφαση του Δικαστηρίου, καθόσον κάθε παράνομη συμπεριφορά δεν είναι και υπαίτια.
Στην προκειμένη υπόθεση το Δικαστήριο ακύρωσε βέβαια, με την απόφαση της 9ης Απριλίου 1987, τη σιωπηρή απορριπτική απόφαση της Επιτροπής, αλλά δεν διαπίστωσε πταίσμα που να γεννά ευθύνη της Επιτροπής. Κατά την
Επιτροπή, η εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 15 Β, παράγραφος 4, δεν οφείλεται σε πταίσμα της, αλλ' ίσως σε σφάλμα ερμηνείας της διατάξεως αυτής κατόπιν της Διατάξεως του Δικαστηρίου της 28ης Μαρτίου 1984. Από την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει όμως ότι τα σφάλματα ερμηνείας των κανόνων δικαίου δεν έχουν αυτομάτως τα χαρακτηριστικά πταίσματος και, κατά μείζονα λόγο, δεν γεννούν ευθύνη της Κοινότητας (π.χ. απόφαση της 28ης Μαΐου 1970, 19/69, 20/69, 25/69 κσι 30/69, Richez-Parise, Race. 1970, σ. 325 ). Δεν θα συνέβαινε το ίδιο, αν το σφάλμα ήταν αδικαιολόγητο, πράγμα που πρέπει να εκτιμάται σε συνάρτηση με τις συγκεκριμένες περιστάσεις κάθε υποθέσεως και με το βαθμό δυσχέρειας των νομικών ζητημάτων ερμηνείας του επίμαχου κανόνα ( απόφαση της 13ης Ιουλίου 1961, 14/60, 16/60, 17/60, 20/60, 24/60, 26/60, 27/60 και 1/61, Meroni, Racc. 1961, σ. 319). Στην προκειμένη υπόθεση οι περιστάσεις υπό τις οποίες έπρεπε να δράσει η Επιτροπή ήσαν ιδιαιτέρως δυσχερείς, τόσο από νομική όσο και από πρακτική άποψη, δεδομένου μάλιστα ότι η Επιτροπή δεν μπορούσε να ερμηνεύσει τη Διάταξη της 28ης Μαρτίου 1984 παρά μόνο ως σημαντικό περιορισμό της διακριτικής ευχέρειάς της κατά την εφαρμογή του άρθρου 15 Β. Κατά τα λοιπά, ακόμη και αν το σφάλμα της έπρεπε να θεωρηθεί αδικαιολόγητο, θα επρόκειτο για πολύ ελαφρύ πταίσμα και δεν θα μπορούσε να γεννηθεί υποχρέωση αποζημιώσεως. Η Επιτροπή προσθέτει ότι, αν και δεν ζήτησε από τις επιχειρήσεις που είχαν υπερβεί τις συνήθεις παραδόσεις τους να αναλάβουν τη δέσμευση να αντισταθμίσουν την υπέρβαση αυτή, εντούτοις τους ζήτησε με εμμονή να σεβαστούν τον συνήθη ρου και, όταν διαπίστωσε την άρνηση τους να αναλάβουν ή να τηρήσουν τις δεσμεύσεις τους, εξέτασε την όλη κατάσταση και προχώρησε στη φάση που προβλέπει η παράγραφος 5 του άρθρου 15 Β. Κατά συνέπεια, η έλλειψη επιμέλειας της Επιτροπής κατά την εφαρμογή της παραγράφου 4 του άρθρου αυτού ήταν οπωσδήποτε αδύνατον να ζημιώσει τις ενάγουσες.
Τέλος, η Επιτροπή ανασκευάζει τα αντεπιχειρήματα των εναγουσών:
—
Οι προτάσεις του γενικού εισαγγελέα, τις οποίες επικαλούνται οι ενάγουσες, δεν έγιναν δεκτές με την απόφαση της 9ης Απριλίου 1987.
—
Η Επιτροπή δεν παρέλειψε να εφαρμόσει το άρθρο 15 Β κατά παραβίαση της αρχής της αλληλεγγύης.
—
Η Επιτροπή προσπάθησε να ρυθμίσει τα προβλήματα που οφείλονταν στη σύγκρουση μεταξύ του άρθρου 10, παράγραφος 1, και του άρθρου 15 Β.
—
Η Επιτροπή δεν παρερμήνευσε τη λειτουργία και το περιεχόμενο της Διατάξεως του Δικαστηρίου της 28ης Μαρτίου 1984.
—
Η Επιτροπή μπορούσε να εφαρμόσει την παράγραφο 5 του άρθρου 15 Β, σύμφωνα με τις δεσμεύσεις που είχε αναλάβει ενώπιον του Δικαστηρίου πριν από την έκδοση της Διατάξεως της 28ης Μαρτίου 1984, μόνο κατόπιν διαπιστώσεως παραβάσεως άλλων κανόνων του κοινοτικού δικαίου και κατόπιν της επιβολής προστίμων στις υπεύθυνες επιχειρήσεις. Τα πρόστιμα που επιβλήθηκαν εν προκειμένω δεν κατέστη δυνατό να παραγάγουν όλα τα αποτελέσματα τους, καθόσον επιβλήθηκαν τρεις μόνο μήνες πριν από την κατάργηση της παραγράφου 5 του άρθρου 15 Β. Η Επιτροπή προσθέτει ότι η παράγραφος 5 τής παρείχε διακριτική εξουσία για τη μείωση των ποσοστώσεων, οι δε ενάγουσες δεν απέδειξαν ότι η εκ μέρους της άσκηση της εξουσίας αυτής ήταν παράνομη.
Δ — Επί των χαρακτηριστικών της ζημίας
1.
Κατά τις ενάγουσες, η ύπαρξη ζημίας αναγνωρίστηκε με την απόφαση του Δικαστηρίου της 9ης Απριλίου 1987 και από τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του πριν από την απόφαση αυτή. Αναγνωρίστηκε επίσης και από την Επιτροπή σε πολλά έγγραφα της, μεταξύ των οποίων τα πρακτικά μιας συσκέψεως της 8ης Ιανουαρίου 1988, τα οποία συνέταξε η Γενική Διεύθυνση Εσωτερικής Αγοράς και Βιομηχανικών Υποθέσεων της Επιτροπής.
Εξάλλου, η ύπαρξη ζημίας είναι συμφυής προς την παράβαση του συστήματος των συνήθων παραδόσεων. Σκοπός του συστήματος αυτού ήταν να εξασφαλιστούν όροι ανταγωνισμού που να συμβιβάζονται με τη φάση της αναδιαρθρώσεως των επιχειρήσεων, ώστε να αποφευχθεί το ενδεχόμενο να αποσπάσουν ορισμένες επιχειρήσεις, επωφελούμενες της καταστάσεως άλλων επιχειρήσεων, επιπλέον μερίδια της αγοράς από τις τελευταίες αυτές. 'Ετσι, κατά τις ενάγουσες, η συστηματική παράβαση και η μη εφαρμογή του συστήματος αυτού είχε αναγκαστικά ως συνέπεια να ζημιωθούν οι επιχειρήσεις στην προστασία των οποίων απέβλεπε το σύστημα αυτό.
Η προσπάθεια της Επιτροπής να ελαχιστοποιήσει το μέγεθος της ζημίας των εναγουσών είναι μάταιη. Αντίθετα από ό,τι υποστηρίζει η εναγομένη,
—
οι επιχειρήσεις δεν μπόρεσαν να αντισταθμίσουν, εν μέρει έστω, τις απώλειες παραδόσεων που υπέστησαν στην ιταλική αγορά με αύξηση των παραδόσεών τους στις άλλες εθνικές αγορές της Κοινότητας,
—
η ικανότητα παραγωγής των ιταλικών επιχειρήσεων μπορούσε να έχει ως συνέπεια τη διατήρηση των αντίστοιχων ποσοστών τους στην ιταλική αγορά ενόψει αυξήσεως της ζητήσεως,
—
η απώλεια μεριδίων αγοράς που υπέστησαν οι ιταλικές επιχειρήσεις δεν οφείλεται στην αύξηση των εισαγωγών από τις τρίτες χώρες, αλλά στην εκ μέρους των επιχειρήσεων της Κοινότητας υπερβάσεις των συνηθισμένων παραδόσεων.
Οι ενάγουσες τονίζουν εξάλλου ότι εν προκειμένω πληρούται η προϋπόθεση να είναι συγκεκριμένη η ζημία, αφού οι επιχειρήσεις του ομίλου Finsider και η επιχείρηση Falck είναι οι μόνες ιταλικές επιχειρήσεις παραγωγής προϊόντων των κατηγοριών Ια, Ιβ και II (τα ποσοστά παραγωγής τους είναι 90 ο/ο και 10 ο/ο αντίστοιχα). Οι ενάγουσες προσθέτουν ότι πρέπει να γίνει δεκτό ότι πληρούται η προϋπόθεση αυτή, ακόμη και αν θεωρηθεί ότι, προκειμένου να γεννηθεί ευθύνη της Επιτροπής, πρέπει να υφίσταται ειδικός κανόνας για την προστασία των επιχειρήσεων που έχουν υποστεί ζημία. Πράγματι, αυτός ακριβώς είναι ο σκοπός του άρθρου 15 Β, που απέβλεπε στην προστασία, κατά τη φάση της αναδιαρθρώσεως, της σχετικής θέσεως των επιχειρήσεων στις διάφορες αγορές.
2.
Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι η αγωγή αποζημιώσεως πρέπει να στηρίζεται στην ύπαρξη πραγματικής και συγκεκριμένης ζημίας που να οφείλεται σε πταίσμα (απόφαση της 4ης Φεβρουαρίου 1970, 13/69, Van Eick, Racc. 1970, σ. 3 ) και της οποίας πρέπει να αποδεικνύεται η ύπαρξη (βλ., μεταξύ άλλων, την απόφαση της 21ης Μαΐου 1976, 26/74, Roquette, Racc. 1976, σ. 677, και τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα).
Με την απόφαση όμως της 9ης Απριλίου 1987 το Δικαστήριο δεν αναγνώρισε την ύπαρξη ζημίας και απλώς έκανε λόγο για « τροποποιήσεις που έγιναν εις βάρος των Ιταλών παραγωγών ».
Εξάλλου, οι ίδιες οι ενάγουσες επικαλούνται δυνητική ζημία, και όχι πραγματική και συγκεκριμένη, αφού υποστηρίζουν ότι η ζημία τους συνίσταται στη διαφορά μεταξύ των παραδόσεων που θα « μπορούσαν » να πραγματοποιήσουν και των παραδόσεων που πράγματι πραγματοποίησαν.
Τέλος, ο ισχυρισμός των εναγουσών ότι η ίδια η Επιτροπή αναγνώρισε την ύπαρξη ζημίας είναι ανακριβής. Το έγγραφο στο οποίο αναφέρονται οι ενάγουσες συντάχθηκε βάσει των στοιχείων που είχαν παράσχει οι ίδιες.
Κατά τα λοιπά, μέ το υπόμνημα ανταπαντήσεως σχετικά με την αγωγή των εταιριών Finsider και Italsider, η Επιτροπή αναφέρει ότι κατόπιν προσφάτου ελέγχου αποδείχθηκε η ύπαρξη κρυφής παραγωγής των εναγουσών, η οποία υπερέβη το 1986 και το 1987 τους 200000 τόννους φαρδιών ταινιών. Οι ενάγουσες δέχθηκαν να καταβάλουν 93123 ECU ως πρόσθετη εισφορά, ενώ τους επιβλήθηκε πρόστιμο 100000 ECU για τη μη προσκόμιση των εγγράφων που είχαν ζητηθεί κατά τη διάρκεια του ελέγχου αυτού. Κατά την Επιτροπή επομένως, δεν μπορούν να θεωρηθούν αξιόπιστα τα στοιχεία που έδωσαν οι ενάγουσες όσον αφορά αφενός τον υπολογισμό της υπερβάσεως των συνήθων παραδόσεων και αφετέρου τον υπολογισμό της ζημίας που ισχυρίζονται ότι υπέστησαν.
Ε — Επί της αιτιώδους συνάφειας
1.
Οι ενάγουσες ισχυρίζονται ότι έχει αποδειχθεί η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της συμπεριφοράς της Επιτροπής και της ζημίας που υπέστησαν.
α)
Το γεγονός ότι δεν έγινε σεβαστή η συνήθης ροή των παραδόσεων στην ιταλική αγορά κατά τα έτη 1984 έως 1986 προκάλεσε ζημία στις ενάγουσες. Οι ενάγουσες δηλώνουν ότι εξέθεσαν ήδη το σημείο αυτό με τις παρατηρήσεις που ανάπτυξαν σχετικά με τη ζημία (βλ. ανωτέρω τίτλο III, παράγραφος Δ, σημείο 1 ).
β)
Υπαίτια για τον μη σεβασμό της συνήθους ροής είναι η Επιτροπή, η οποία δεν κατέστησε δυνατή την αποφυγή της παραβάσεως αυτής και μάλιστα την ενθάρρυνε ανοικτά με τις πράξεις και τις παραλείψεις της.
Επ' αυτού οι ενάγουσες υπενθυμίζουν ότι το σύστημα του άρθρου 15 Β έχει διαμορφωθεί κατά τρόπο ώστε η τήρηση του και η λειτουργία του να εξαρτώνται αποκλειστικά από την Επιτροπή. Μόνο η Επιτροπή διαθέτει τον πλήρη πίνακα όλων των παραδόσεων των επιχειρήσεων ΕΚΑΧ σε κάθε εθνική αγορά και διαθέτει τα αναγκαία μέσα για τον προσδιορισμό των αιτιών της υπερβάσεως των συνήθων παραδόσεων και για την αποκατάσταση της συνήθους ροής, όταν διαπιστώνει υπερβάσεις.
Κατά την άποψη των εναγουσών, τον ακρογωνιαίο λίθο του συστήματος αποτελεί το μέτρο που προβλέπει η παράγραφος 4 του άρθρου 15 Β. Η όχληση της Επιτροπής προς τις επιχειρήσεις, με σκοπό να αναλάβουν οι επιχειρήσεις αυτές τη δέσμευση να αποκαταστήσουν την ισορροπία στις συνήθεις παραδόσεις τους, επέβαλε συγκεκριμένη νομική υποχρέωση στις επιχειρήσεις αυτές, η παράβαση της οποίας δικαιολογούσε αφενός την επιβολή των κυρώσεων που προέβλεπε η παράγραφος 5 του άρθρου 15 Β και αφετέρου την άμεση αντίδραση των ζημιούμενων επιχειρήσεων.
Κατά τις ενάγουσες, η εκ μέρους της Επιτροπής μη εφαρμογή του μηχανισμού αυτού της παραγράφου 4 είχε ως συνέπεια ότι οι επιχειρήσεις που υπερέβησαν τις συνήθεις παραδόσεις τους δεν αποκατέστησαν, ούτε εκουσίως ούτε κατόπιν εξαναγκασμού, την αναγκαία ισορροπία στις παραδόσεις τους, αφού καμία τους δεν θεωρήθηκε υπεύθυνη για υπέρβαση. Επομένως, υπαίτια για τη μη αποκατάσταση της ισορροπίας αυτής και συνεπώς για τη ζημία που υπέστησαν οι ενάγουσες είναι η Επιτροπή, σύμφωνα με την ιταλική νομολογία, η οποία είναι παρεμφερής προς τη νομολογία των άλλων κρατών μελών σχετικά με την ευθύνη λόγω παραλείψεως.
Ομοίως, υφίσταται προφανής αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της εκ μέρους της Επιτροπής παραχωρήσεως πρόσθετων ποσοστώσεων, ύψους πλέον των 100000 τόννων ανά τρίμηνο, για τα ημικατεργασμένα προϊόντα που προορίζονται για την παραγωγή μικρών συγκολημμένων σωλήνων, και της υπερβάσεως των συνήθων παραδόσεων, η οποία προκάλεσε τη ζημία στις ενάγουσες. Η Επιτροπή δεν αγνοούσε — ή, εν πάση περιπτώσει, δεν έπρεπε να αγνοεί — ότι η πρόσθετη αυτή παραγωγή προοριζόταν για την ιταλική αγορά και θα συνέβαλλε στην αύξηση της υπερβάσεως που είχε διαπιστωθεί στην αγορά αυτή.
γ)
Οι ενάγουσες αμφισβητούν την ορθότητα του αμυντικού επιχειρήματος της Επιτροπής ότι η αύξηση των παραδόσεων στην ιταλική αγορά προϊόντων προελεύσεως άλλων κρατών μελών δεν σημαίνει κατ' ανάγκη ότι οι Ιταλοί παραγωγοί ζημιώνονται ανάλογα.
Πρώτον, είναι ανακριβής ο ισχυρισμός της Επιτροπής ότι οι Ιταλοί αγοραστές είχαν τη δυνατότητα να εφοδιάζονται από τρίτες χώρες. Το σύστημα των ποσοστώσεων παραγωγής και παραδόσεων και το σύστημα της τηρήσεως των συνήθων παραδόσεων προϋποθέτουν ότι ολόκληρη η εσωτερική αγορά αποτελεί σχεδόν στεγανή ζώνη και ότι οι εισαγωγές από τρίτες χώρες μπορούν να ελέγχονται και να προβλέπονται. Το σύστημα των ποσοστώσεων βασίζεται στο γεγονός ότι η αύξηση των ποσοστώσεων ορισμένων επιχειρήσεων συνεπάγεται την αυτόματη και μαθηματικώς ίση μείωση των ποσοστώσεων των άλλων επιχειρήσεων, πράγμα που εξάλλου έχει αναγνωρίσει η Επιτροπή σε πολλές άλλες περιπτώσεις και ελήφθη υπόψη από το Δικαστήριο κατά την έκδοση της Διατάξεως της 2ας Μαΐου 1988 επί της υποθέσεως 92/88 R, Assider ( Συλλογή 1988, σ. 2425 ). Όταν αυξάνουν οι παραδόσεις ορισμένων κοινοτικών επιχειρήσεων, μειώνονται καταρχήν ανάλογα οι παραδόσεις άλλων επιχειρήσεων, η ισορροπία δε αυτή δεν μπορεί να ανατραπεί από ανεξέλεγκτες και απρόβλεπτες εισαγωγές από τρίτες χώρες. Ομοίως, το σύστημα του άρθρου 15 Β βασίζεται στην αρχή της στενής συνάφειας μεταξύ των παραδόσεων των διαφόρων κοινοτικών επιχειρήσεων, διότι οι περιορισμοί που απορρέουν από την τήρηση της συνήθους ροής πρέπει να αποβαίνουν προς όφελος των κοινοτικών επιχειρήσεων και όχι των εισαγωγών από τις τρίτες χώρες. Το αντεπιχείρημα της Επιτροπής είναι επομένως αστήρικτο και δεν ανταποκρίνεται στις πραγματικές συνθήκες της αγοράς, αλλά βασίζεται σε υποθέσεις που αποτελούν προϊόν της φαντασίας της και είναι ασυμβίβαστες προς τη θεωρία της πρόσφορης αιτιότητας. Οι ενάγουσες προσθέτουν ότι ο ισχυρισμός της εναγομένης ότι οι Ιταλοί παραγωγοί σωλήνων είχαν την πρόθεση να εφοδιαστούν από παραγωγούς τρίτων χωρών στηρίζεται σε εσφαλμένη ερμηνεία των πρακτικών μιας συναντήσεως που πραγματοποιήθηκε στην Επιτροπή με έναν εκπρόσωπο της Italsider.
Δεύτερον, η Επιτροπή δεν μπορεί να υποστηρίζει ότι οι ενάγουσες συνέβαλαν, με τη συμπεριφορά τους, στην επέλευση της ζημίας. Εκτός του ότι η Επιτροπή δεν προσκομίζει καμία απόδειξη της αλήθειας των ισχυρισμών της, πρέπει να σημειωθεί ότι οι μαζικές υπερβάσεις των συνήθων παραδόσεων στην Ιταλία δεν οφείλονται, όπως υποστηρίζει σήμερα η εναγομένη, στην ανικανότητα των ιταλικών επιχειρήσεων να διατηρήσουν τα μερίδια τους στην αγορά, αλλά στη συστηματική παραβίαση του συστήματος τιμών από τις άλλες επιχειρήσεις. Τέλος, η εναγομένη δεν επιτρέπεται να τονίζει τις οικονομικές δυσκολίες της Finsider, καθόσον το επιχείρημα αυτό δεν είναι κρίσιμο εν προκειμένω και αποτελεί μάλλον επιβαρυντικό στοιχείο για την Επιτροπή.
2.
Η Επιτροπή τονίζει ότι, για να μπορεί να καταβληθεί αποζημίωση, η ζημία πρέπει να είναι άμεση, δηλαδή πρέπει να υπάρχει άμεση σχέση αιτίου προς αιτιατό μεταξύ του πταίσματος και της ζημίας (βλ. προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Lagrange στην απόφαση της 9ης Δεκεμβρίου 1965, 29/63, 31/63, 36/63, 39/63 έως 47/63, 50/63 και 51/63, Usines de la Providence, Race. 1965, σ. 1123). Δεν υφίσταται αιτιώδης συνάφεια και επομένως δεν γεννάται ευθύνη, όταν το ίδιο αποτέλεσμα θα είχε επέλθει, ακόμη και αν η διοίκηση δεν είχε παραβεί τις υποχρεώσεις της (απόφαση της 14ης Ιουλίου 1967, 5/66, 7/66 και 13/66 έως 24/66, Kampffmeyer, Racc. 1967, σ. 317). Τούτο δε έχει επανειλημμένα επιβεβαιωθεί από το Δικαστήριο (απόφαση της 12ης Ιουλίου 1962, 18/60, Worms, Raccc. 1962, σ. 377 απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 1979, 64/76, 113/76, 167/78, 239/78, 27/79, 28/79 και 45/79, Dumortier, Racc. 1979, σ. 3091, και απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 1981, 197/80 έως 200/80, 243/80, 245/80 και 247/80, Walzmühle, Συλλογή 1981, σ. 3211).
Οι ενάγουσες αρκέστηκαν να ισχυριστούν, χωρίς όμως να το αποδείξουν, ότι η εφαρμογή και μόνο των μέτρων που προβλέπονται στην παράγραφο 4 του άρθρου 15 Β θα είχε ως αποτέλεσμα την αποκατάσταση της ισορροπίας των συνήθων παραδόσεων. Η Επιτροπή, αντικρούοντας εκ νέου τις αιτιάσεις ως προς την αμέλεια της κατά την εφαρμογή του άρθρου 15 Β και τη δήθεν « επιμέλεια » της κατά την εφαρμογή του άρθρου 10, παράγραφος 1, παρατηρεί, μεταξύ άλλων, ότι, αντίθετα απ' ό,τι ήθελαν οι ενάγουσες, δεν μπορούσε να προβεί άμεσα και αμέσως στη μείωση των ποσοστώσεων των επιχειρήσεων για να αντισταθμίσει την υπέρβαση των συνήθων παραδόσεων και ότι η παράγραφος 4 του άρθρου 15 Β δεν είναι ο « ακρογωνιαίος λίθος » του συστήματος των συνήθων παραδόσεων.
Εξάλλου, κατά την Επιτροπή, η αύξηση των παραδόσεων από άλλα κράτη μέλη δεν σημαίνει κατ' ανάγκη ότι οι Ιταλοί παραγωγοί υφίστανται αυτόματα ανάλογη ζημία. Αν δηλαδή η Επιτροπή είχε επιβάλει τη μείωση των παραδόσεων των άλλων επιχειρήσεων εντός της ιταλικής αγοράς, οι Ιταλοί παραγωγοί σωλήνων θα είχαν πιθανώς αυξήσει τις εισαγωγές τους από τρίτες χώρες (εν πάση περιπτώσει, από τα πρακτικά της προαναφερθείσας συναντήσεως μεταξύ εκπροσώπου της Επιτροπής και εκπροσώπου της Italsider προκύπτει ότι οι Ιταλοί παραγωγοί σωλήνων ήθελαν να επωφελούνται από τους ευνοϊκότερους δυνατούς όρους της αγοράς και δεν έκριναν σκόπιμο να εξαρτώνται από έναν και μόνο προμηθευτή). Εξάλλου, όταν στη συνέχεια έπαυσε να ισχύει το σύστημα των ποσοστώσεων, τα μερίδια αγοράς που έλεγχαν οι ενάγουσες εξακολούθησαν να μειώνονται προς όφελος των παραγωγών τρίτων χωρών. Κατά την Επιτροπή, είναι ανακριβής ο ισχυρισμός των εναγουσων ότι το σύστημα που διείπε τις εισαγωγές από τις τρίτες χώρες ήταν τόσο αυστηρό, ώστε θα ήταν αδύνατη η αύξηση των εισαγωγών αυτών. Προς αντίκρουση των ισχυρισμών αυτών, η Επιτροπή προβαίνει σε ανάλυση των σχέσεων μεταξύ της Κοινότητας και των τρίτων χωρών σε σχέση με τα προϊόντα σιδήρου και χάλυβα. Το συμπέρασμα της Επιτροπής είναι ότι το σύστημα των εισαγωγών από τις χώρες αυτές ήταν περισσότερο ελαστικό από το σύστημα των ποσοστώσεων και ότι, ακόμη και αν αφενός οι εισαγωγές δεν μπορούσαν να υπερβούν ορισμένες ποσότητες που καθορίζονταν με συμφωνίες και αφετέρου μπορούσαν ενδεχομένως να επιβάλλονται δασμοί αντιντάμπινγκ κατ' εφαρμογή των κανόνων της Γενικής Συμφωνίας Δασμών και Εμπορίου (GATT), οι Ιταλοί παραγωγοί σωλήνων θα μπορούσαν εντούτοις να εισαγάγουν ακόμη μεγαλύτερες ποσότητες από τις τρίτες χώρες απ' ό,τι πράγματι εισήγαγαν. Σε περίπτωση αυξήσεως των εισαγωγών αυτών, το μόνο που θα μπορούσε να κάνει η Επιτροπή θα ήταν να επιβάλει ακόμη μεγαλύτερο ποσοστό μειώσεως των ποσοστώσεων των κοινοτικών επιχειρήσεων. Η εναγομένη προσθέτει ότι, αν είχε περιορίσει τις παραδόσεις των κοινοτικών παραγωγών προς την ιταλική αγορά, θα ήταν ακόμη μεγαλύτερες οι πιθανότητες αυξήσεως των εισαγωγών από τις τρίτες χώρες, καθόσον καθ' όλη τη διάρκεια της περιόδου 1984-1986 οι ενάγουσες είχαν αρνηθεί, με εξαίρεση τον όμιλο Finsider-Italsider σε πολύ λίγες περιπτώσεις, να προσαρμόσουν τις τιμές τους προς τις τιμές που προσφέρονταν από ορισμένες τρίτες χώρες. Εξάλλου, οι ενάγουσες αποφάσισαν να εφαρμόζουν εν γένει μια πολιτική σχετικά υψηλών τιμών, μολονότι για τα ημικατεργασμένα προϊόντα που προορίζονταν για την κατασκευή μικρών συγκολημμένων σωλήνων ίσχυε σύστημα ελευθερίας τιμών.
Τέλος, η Επιτροπή τονίζει ότι οι ενάγουσες συνέβαλαν σημαντικά στην επέλευση της ζημίας που ισχυρίζονται ότι υπέστησαν και ότι με τη συμπεριφορά τους αυτή διέρρηξαν την ενδεχομένως υφισταμένη αιτιώδη συνάφεια. Αυτό ισχύει ειδικότερα για την εταιρία Finsider, η οποία, παρά τις σημαντικές προσπάθειες που καταβλήθηκαν για την αναδιάρθρωση της, δεν πέτυχε την εξυγίανση της, λόγω του ότι η βιομηχανική και εμπορική δομή της δεν ήταν επαρκώς ανταγωνιστική, σημειώθηκαν καθυστερήσεις στην πραγματοποίηση επενδύσεων και δεν υπήρχε αρκετά αυστηρή διαχείριση. Στην πραγματικότητα το γεγονός ότι η εταιρία αυτή έχασε ένα μέρος του ποσοστού της εθνικής αγοράς που ήλεγχε οφείλεται κυρίως σε δική της υπαιτιότητα, όσον αφορά τις συνθήκες παραγωγής και διανομής, την οργάνωση των πωλήσεων της και τη στρατηγική της στην αγορά.
ΣΤ — Επί νου ύψους της ζημίας
1.
Οι ενάγουσες παρέχουν συναφώς ορισμένα μόνο ουσιώδη κατ' αυτές στοιχεία και επιφυλάσσονται να παράσχουν λεπτομερέστερα στοιχεία είτε κατά τη νέα δίκη που θα αφορά το ύψος της ζημίας είτε κατά τη διεξαγωγή της πραγματογνωμοσύνης που θα μπορούσε ενδεχομένως να διατάξει το Δικαστήριο.
α)
Όσον αφορά το ύψος της ζημίας εκφραζόμενο σε τόννους, οι ενάγουσες αναφέρουν ότι η μείωση των παραδόσεων του ομίλου Finsider-Italsider είναι η εξής:
(σε τόννους)
1984
1985
1986
Κατηγορίες Ια + II
366 300
426 600
588 600
Κατηγορία Ιβ
93 600
70 200
55 800
Για τις παραδόσεις της εταιρίας Falck η μείωση είναι η εξής:
(as τόννονς)
1984
1985
1986
Κατηγορίες Ια + II
40 700
47 400
65 400
Κατηγορία Ιβ
10 400
7 800
6 200
Αντίθετα από ό,τι υποστηρίζει η Επιτροπή, οι μειώσεις αυτές δεν αντισταθμίζονται από τις, ελάχιστες άλλωστε, αυξήσεις παραδόσεων των εναγουσών προς άλλες αγορές της Κοινότητας, σύμφωνα με την αρχή της τηρήσεως της συνήθους ροής των παραδόσεων. Κατά τα λοιπά, κατά τη διάρκεια της επίμαχης περιόδου η εταιρία Falck δεν πραγματοποίησε παραδόσεις παρά μόνον εντός της ιταλικής αγοράς. Εξάλλου, ακόμη και αν γίνονταν δεκτά τα κριτήρια που προτείνει η εναγομένη, οι απώλειες παραδόσεων θα υπερέβαιναν ούτως ή άλλως τους 1300000 τόννους για την περίοδο 1984-1986.
Οι ενάγουσες προσθέτουν ότι, αντίθετα από ό,τι ισχυρίζεται η Επιτροπή, η ζημία δεν περιορίζεται μόνο στην υποκατηγορία των ημικατεργασμένων προϊόντων που προορίζονται για την κατασκευή μικρών συγκολημμένων σωλήνων. Ούτε δικαιολογείται η μείωση κατά 1 % των απολεσθέντων μεριδίων αγοράς (καθόσον θα έπρεπε να αντισταθμιστεί ολόκληρη η διαφορά την οποία προκάλεσε η υπέρβαση των συνήθων παραδόσεων) και ακόμη λιγότερο δικαιολογημένη είναι η μείωση κατά το ποσοστό αυτό του συνόλου των παραδόσεων των εναγουσών εντός της κοινοτικής αγοράς ( δεδομένου ότι έπρεπε να ληφθεί υπόψη μόνο η εθνική αγορά ).
Οι εταιρίες Finsider και Italsider τονίζουν ότι, ακόμη και αν η συγχώνευση της Finsider με την Itatubi και η ελευθέρωση της αγοράς των ημικατεργασμένων προϊόντων που προορίζονται για προϊόντα της κατηγορίας 1δ είχαν τις συνέπειες που αναφέρει η Επιτροπή στο υπόμνημα αντικρούσεως, οι συνέπειες αυτές είναι πράγματι τελείως ασήμαντες. Οι ενάγουσες υποστηρίζουν εξάλλου ότι νομιμοποιούνται να προβάλουν απαίτηση αποζημιώσεως για τη ζημία που υπέστησαν η LAF και η Itatubi πριν από την απορρόφηση τους από την Finsider. Η δε εταιρία Falck τονίζει ότι ποτέ δεν δραστηριοποιήθηκε στον τομέα της κατηγορίας 1δ και ότι επομένως η ελευθέρωση της κατηγορίας αυτής δεν μπορούσε να έχει καμία συνέπεια για την ίδια.
Τέλος, κατά τις ενάγουσες, η Επιτροπή δεν μπορεί να επικαλείται το γεγονός ότι οι ίδιες δεν είχαν εξαντλήσει ποτέ τις ποσοστώσεις τους εντός της κοινοτικής αγοράς ούτε χρησιμοποίησαν τις πρόσθετες ποσοστώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 10 της αποφάσεως 234/84. Το στοιχείο αυτό είναι εν μέρει ανακριβές και, εν πάση περιπτώσει, δεν ασκεί καμία επιρροή εν προκειμένω. Στην πραγματικότητα οι ενάγουσες ενήργησαν όσο καλύτερα μπορούσαν, παρά τις σοβαρότατες δυσχέρειες παραδόσεων που οφείλονταν στην εκ μέρους άλλων επιχειρήσεων συστηματική παραβίαση της ρυθμίσεως περί τιμών.
β)
Όσον αφορά το ύψος της ζημίας εκφραζόμενο σε χρήμα, οι ενάγουσες ισχυρίζονται ότι πρέπει να ληφθεί υπόψη το « περιθώριο συνεισφοράς », δηλαδή η εισοδηματική οριακή διαφορά που οφείλεται στην πρόσθετη ( οριακή ) παραγωγή και ισούται με τη διαφορά μεταξύ των εσόδων από τις πωλήσεις και των μεταβλητών στοιχείων του κόστους (άμεσο κόστος μεταποιήσεως συν κόστος των χρησιμοποιηθεισών πρώτων υλών). Αντίθετα, το κριτήριο που προέκρινε η Επιτροπή για τον υπολογισμό της, δηλαδή το κριτήριο του « καθαρού κέρδους », είναι απαράδεκτο, καθόσον έτσι το σύνολο των μισθών ( περιλαμβανομένων και των μισθών του προσωπικού που δεν έχει άμεση σχέση με την παραγωγή ) θεωρείται ως μεταβλητό στοιχείο του κόστους.
Κατά τις ενάγουσες, το « περιθώριο συνεισφοράς » που πρέπει να ληφθεί υπόψη είναι το εξής:
—
για τον όμιλο Finsider-Italsider:
σε Αίρες Ιταλίας ( LIT) ανά χιλιόγραμμο (kg)
1984
1985
1986
Κατηγορίες Ια + II
147,4
161,1
177,2
Κατηγορία Ιβ
228,5
203,4
253,9
—
για την εταιρία Falck:
(οε LIT ανά kg)
1984
1985
1986
Κατηγορίες Ια + II
109,8
107,6
236,3
Κατηγορία Ιβ
160,5
111,4
266
γ)
Η ζημία συνεπώς για την οποία πρέπει να καταβληθεί αποζημίωση ανέρχεται σε:
—
για τον όμιλο Finsider-Italsider:
(σε LIT)
1984
1985
1986
Κατηγορίες Ια + II
53 992 620 000
68 725 260 000
104 299 920 000
Κατηγορία Ιβ
21 387 600 000
14 278 680 000
14 167 620 000
—
για την εταιρία Falck:
(σε LIT)
1984
1985
1986
Κατηγορίες Ια + II
4 468 860 000
5 100 240 000
15 545 020 000
Κατηγορία Ιβ
1 669 200 000
868 920 000
1 649 200 000
Τα ποσά αυτά πρέπει να αυξηθούν σε συνάρτηση με την υποτίμηση της ιταλικής λίρας κατά τη διάρκεια των ετών αυτών και μέχρι τη δημοσίευση της αποφάσεως του Δικαστηρίου. Επί των ποσών αυτών πρέπει να καταβληθούν τόκοι από την ημέρα δημοσιεύσεως της ανωτέρω αποφάσεως.
2.
Η Επιτροπή δηλώνει ότι θα εξετάσει το ύψος της ζημίας τελείως επικουρικά.
α)
Με τα υπομνήματα αντικρούσεως η Επιτροπή παρέχει τα εξής στοιχεία:
Όσον αφορά τη ζημία εκφραζόμενη σε τόννους
Για τις κατηγορίες Ια και II η Επιτροπή θεωρεί ότι, για να εκτιμηθεί ορθά το ύψος της ζημίας που ισχυρίζονται ότι υπέστησαν οι ενάγουσες, είναι αναγκαίο να ληφθεί υπόψη το σύνολο των παραδόσεων των εναγουσών εντός της κοινής αγοράς (και όχι μόνο οι παραδόσεις που πραγματοποιήθηκαν εντός της ιταλικής αγοράς) και ότι αρκεί να ληφθούν υπόψη μόνο τα ημικατεργασμένα προϊόντα που προορίζονται για την κατασκευή μικρών συγκολλημένων σωλήνων, δεδομένου ότι οι συνήθεις παραδόσεις των άλλων προϊόντων δεν σημείωσαν σημαντικές μεταβολές κατά τη διάρκεια της επίμαχης περιόδου. Εξάλλου, κατά την Επιτροπή, η μεταβολή των συνήθων παραδόσεων πρέπει, για να χαρακτηρισθεί ως σημαντική, να υπερβαίνει ορισμένο ποσοστό μεριδίων αγοράς. Κατά συνέπεια, η απώλεια σε τόννους είναι η εξής:
—
για τον όμιλο Finsider-Italsider:
1984: 184000 τόννοι
1985: 119000 τόννοι
1986: 57000 τόννοι
Επιπλέον, τα αριθμητικά αυτά στοιχεία πρέπει να μειωθούν, προκειμένου να ληφθούν υπόψη η συγχώνευση με την Itatubi, που πραγματοποιήθηκε το τέταρτο τρίμηνο του 1985 (και είχε ως αποτέλεσμα ότι οι ενάγουσες έπαυσαν να δηλώνουν τις παραδόσεις τους προς την επιχείρηση αυτή ), και η ελευθέρωση από την 1η Ιανουαρίου 1986 της αγοράς των ημικατεργασμένων προϊόντων που προορίζονται για την παραγωγή λαμαρινών της κατηγορίας Ιδ.
—
για την εταιρία Falck:
1984: 52500 τόννοι
1985: 68000 τόννοι
1986: 40900 τόννοι
Η Επιτροπή προσθέτει πάντως ότι οι απώλειες που υπέστη στην αγορά η εταιρία Falck θα ήταν μικρότερες, αν η εταιρία αυτή είχε εξαντλήσει τις ποσοστώσεις της. Επιπλέον, όπως και για τις εταιρίες Finsider και Italsider, πρέπει να ληφθεί υπόψη η ελευθέρωση της αγοράς των ημικατεργασμένων προϊόντων που προορίζονται για την παραγωγή λαμαρινών της καταγορίας Ιδ.
Για την κατηγορία 1β, η Επιτροπή κρίνει σκόπιμο να ληφθεί υπόψη μόνο η ιταλική αγορά, επειδή δεν αυξήθηκαν οι συνήθεις παραδόσεις των ιταλικών επιχειρήσεων στις άλλες αγορές. Εντούτοις, δεν πρέπει να ληφθούν πλήρως υπόψη οι απώλειες που υπέστησαν όλες οι ιταλικές επιχειρήσεις στην ιταλική αγορά, προκειμένου να υπολογισθεί η ζημία των εναγουσών, καθόσον οι επιχειρήσεις LAF και Itatubi πραγματοποιούσαν σημαντικές παραδόσεις εντός της αγοράς αυτής πριν από την απορρόφηση τους από την Finsider, η οποία πραγματοποιήθηκε το πρώτο τρίμηνο 1986 και το τέταρτο τρίμηνο 1985 αντίστοιχα. Τέλος, και στην περίπτωση αυτή πρέπει να πραγματοποιηθεί μείωση κατά 1 %. Η ζημία επομένως ανέρχεται σε:
—
για τον όμιλο Finsider-Italsider:
1984: 48100 τόννους
1985: 37700 τόννους
1986: 37400 τόννους,
εκτός αν οι ενάγουσες ζητούν αποζημίωση και για τις ζημίες που είχαν υποστεί η LAF και η Itatubi πριν από την απορρόφηση τους.
—
για την εταιρία Falck:
1984: 5800 τόννους
1985: 3900 τόννους
1986: 2000 τόννους
Η Επιτροπή προσθέτει ότι οι ενάγουσες δεν έκαναν τίποτα για να περιορίσουν τη ζημία τους, αφού δεν εξάντλησαν τις ποσοστώσεις τους ως προς τις παραδόσεις εντός της κοινοτικής αγοράς για τις κατηγορίες Ια και 1β και δεν ζήτησαν την υπαγωγή τους στις ευεργετικές διατάξεις του άρθρου 10, παράγραφος 1. Τούτο σημαίνει ότι οι ενάγουσες έχουν εν μέρει ευθύνη για τη ζημία που υπέστησαν (αποφάσεις της 7ης Νοεμβρίου 1985, 145/83, Adams, Συλλογή 1985, σ. 3539 της 12ης Ιουνίου 1986, 229/84, Sommerlatte, Συλλογή 1986, σ. 1805).
Τέλος, η Επιτροπή τονίζει, πρώτον, ότι τα αριθμητικά στοιχεία για το έτος 1986 πρέπει να μεταβληθούν, διότι η αξιοποίηση των στατιστικών σχετικά με τις συνήθεις παραδόσεις δεν κατέστη δυνατή πριν από την κατάργηση του άρθρου 15 Β στις 31 Δεκεμβρίου 1986 και, δεύτερον, ότι το 1985 είχε αποφασίσει να επιβάλει κυρώσεις στις επιχειρήσεις που είχαν παραβεί το σύστημα ποσοστώσεων ή τιμών.
Όσον αφορά τη ζημία εκφραζόμενη σε χρηματική αξία
Κατά την Επιτροπή, το σημείο αναφοράς πρέπει να είναι τα μικτά κέρδη των επιχειρήσεων. Η επιχείρηση Italsider, που περιλαμβάνει τους κλάδους παραγωγής του ομίλου Finsider-Italsider, πραγματοποίησε πολύ χαμηλά μικτά κέρδη για το σύνολο των δραστηριοτήτων της. Αν ληφθεί δε υπόψη το γεγονός ότι τα ημικατεργασμένα προϊόντα για τους μικρούς συγκολλημένους σωλήνες καταλέγονται μεταξύ των χαμηλότερης αξίας προϊόντων, είναι σχεδόν βέβαιο ότι τα αποτελέσματα χρήσεως για τα προϊόντα αυτά ήταν αρνητικά. Επομένως, ο όμιλος Finsider-Italsider δεν υπέστη καμία ζημία. Όσον αφορά την εταιρία Falck, για παρεμφερείς προς τους ανωτέρω λόγους υπέστη ενδεχομένως ζημία μόνο το 1986, που ήταν εξάλλου ελάχιστη.
Η Επιτροπή παρατηρεί εξάλλου ότι οι ενάγουσες δεν συνυπολογίζουν τους μισθούς κατά την εκκαθάριση των μεταβλητών εξόδων. Η Επιτροπή δεν συμφωνεί με την πρακτική αυτή, καθόσον οι επιχειρήσεις έχουν τη δυνατότητα να μεταβάλλουν τη χρήση του εργατικού δυναμικού τους σε συνάρτηση με τις πραγματικές ανάγκες της παραγωγής. Εξάλλου, η Επιτροπή, όπως και η Ιταλική Κυβέρνηση, συμβάλλουν στη χρηματοδότηση της μερικής αυτής ανεργίας, σύμφωνα με το άρθρο 56 της Συνθήκης ΕΚΑΧ.
β)
Με τα υπομνήματα ανταπαντήσεως η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, αν το Δικαστήριο κρίνει ότι πρέπει να αποφανθεί επί της υπάρξεως και επί του ύψους της ζημίας, πρέπει οπωσδήποτε να διατάξει πραγματογνωμοσύνη. Η πραγματογνωμοσύνη αυτή είναι ιδιαίτερα αναγκαία για την εκκαθάριση των απαιτήσεων των εταιριών Finsider και Italsider, καθόσον, κατόπιν των αποτελεσμάτων της έρευνας που αναφέρθηκε ανωτέρω σχετικά με την παραγωγή των εταιριών αυτών, κανένα από τα στοιχεία που προσκόμισαν και καμία από τις δηλώσεις τους δεν μπορούν πλέον να ληφθούν υπόψη.
F. Grévisse
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η ιταλική.
Top