ΈΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ ΣΥΖΉΤΗΣΗ
στην υπόθεση C-372/88 ( *1 )
Ι — Νομικό πλαίσιο
1. Εθνικές διατάξεις
1.
Ο Milk Marketing Board της Αγγλίας και της Ουαλλίας, ενάγων της κυρίας δίκης ( στο εξής: Board), είναι δημόσιος οργανισμός ιδρυθείς κατ' εφαρμογή του Agricultural Marketing Act του 1931, που τροποποιήθηκε το 1958. Οι κύριες δραστηριότητες του είναι η αγορά, η χονδρική πώληση και η μέσω της θυγατρικής του εμπορικής εταιρίας Dairy Crest Limited λιανική πώληση γάλακτος προοριζομένου για ανθρώπινη κατανάλωση, καθώς και η παραγωγή και πώληση διαφόρων γαλακτοκομικών προϊόντων.
2.
Η εμπορία του γάλακτος που παράγεται στην Αγγλία και στην Ουαλλία διέπεται από το Milk Marketing Scheme του 1933, που θεσπίστηκε δυνάμει του προαναφερθέντος νόμου, όπως ισχύει σήμερα. Το καθεστώς αυτό επιβάλλει στον Board, πλην ορισμένων περιπτώσεων, να αγοράζει το γάλα μέσης ποιότητας που επιθυμούν να του πωλήσουν οι εγγεγραμμένοι στους οικείους καταλόγους παραγωγοί και- του παρέχει τη δυνατότητα να απαιτεί από τους εν λόγω παραγωγούς να του πωλούν το γάλα αυτό. Κατά το ίδιο καθεστώς, υπό την επιφύλαξη ορισμένων εξαιρέσεων, απαγορεύεται στους παραγωγούς να πωλούν το γάλα τους αν δεν έχουν εγγραφεί ή δεν τους έχει χορηγηθεί σχετική απαλλαγή. Ο Board αγοράζει από τους παραγωγούς το ακατέργαστο γάλα σε ενιαία τιμή ( pool price ) και το μεταπωλεί σε διάφορες τιμές αναλόγως του προορισμού του. Η ενιαία τιμή αντιστοιχεί στον μέσον όρο' των τιμών που εφαρμόζει ο Board κατά τη μεταπώληση, κατόπιν αφαιρέσεως των γενικών εξόδων. Ο Board διανέμει στους παραγωγούς το σύνολο των εσόδων του.
Κατά το Milk Marketing Scheme, μπορεί να επιτρέπεται, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, σε δύο κατηγορίες παραγωγών να εξαιρούν το γάλα τους από την πώληση στο Board και να το εμπορεύονται με δικά τους μέσα. Χάριν διατηρήσεως της αποτελεσματικότητας του έργου του Board, το εν λόγω καθεστώς του παρέχει εξουσία κανονιστικής ρυθμίσεως των σχετικών ζητημάτων καθώς και εξουσία επιβολής ορισμένων εισφορών εις βάρος των παραγωγών αυτών. Οι δύο κατηγορίες παραγωγών που μπορούν να εξαιρούν το γάλα τους από την πώληση στον Board είναι, αφενός μεν, οι παραγωγοί λιανοπωλητές, στους οποίους ο Board έχει χορηγήσει άδεια εμπορίας, αφετέρου δε, οι παραγωγοί μεταποιητές, οι οποίοι έχουν συνάψει συμφωνία περί εξαιρέσεως με τον Board. Οι εισφορές που οφείλουν να καταβάλλουν οι παραγωγοί αυτοί καθορίζονται με υπολογισμό της διαφοράς μεταξύ της τιμής στην οποία ο Board πωλεί το γάλα στην αγορά ρευστού γάλακτος και της μέσης ενιαίας τιμής που καταβάλλει ο Board στους παραγωγούς, αυξημένης κατά τα έξοδα μεταφοράς.
2. Κοινοτικές διατάξεις
1.
Μετά την προσχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου στις Ευρωπαϊκές Κοινότητες, ο κανονισμός (ΕΟΚ) 1421/78 του Συμβουλίου, της 20ής Ιουνίου 1978, περί τροποποιήσεως του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 804/68 περί κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων, επέτρεψε την αναγνώριση των Milk Marketing Boards που λειτουργούν στο Ηνωμένο Βασίλειο όσον αφορά τα προνόμια των οποίων απολαύουν ως προς την εμπορία του γάλακτος, ιδίως το αποκλειστικό τους δικαίωμα να αγοράζουν το γάλα των εγκατεστημένων στην περιοχή τους παραγωγών. Η δυνατότητα αυτή δημιουργήθηκε με την τροποποίηση του άρθρου 25 του κανονισμού 804/68, το οποίο έχει ως εξής:
« 1.
Κατόπιν αιτήσεως του, ένα κράτος μέλος δύναται να έχει το δικαίωμα να χορηγεί σε οργάνωση που αντιπροσωπεύει τουλάχιστον το 80 ο/ο του αριθμού και τουλάχιστον το 50 ο/ο της παραγωγής των γαλακτοπαραγωγών που είναι εγκατεστημένοι στην περιοχή στην οποία η οργάνωση ασκεί τις δραστηριότητες της:
α)
το αποκλειστικό δικαίωμα, εντός των ορίων που καθορίζονται σύμφωνα με την παράγραφο 3, να αγοράζει από τους παραγωγούς που είναι εγκατεστημένοι στην ενδιαφερομένη περιοχή το γάλα που παράγεται και πωλείται ως έχει από αυτούς αν ανταποκρίνεται στις ελάχιστες απαιτήσεις που θα καθορισθούν. Στο δικαίωμα αυτό αντιστοιχεί η υποχρέωση της εν λόγω οργανώσεως να αγοράζει το γάλα που πληροί τις ελάχιστες αυτές απαιτήσεις και που προσφέρεται σ' αυτήν από ενδιαφερόμενο παραγωγό·
β)
το δικαίωμα να προβαίνει σε εξομοίωση των τιμών που καταβάλλονται στους παραγωγούς χωρίς να λαμβάνει υπόψη τον προορισμό του γάλακτος που αγοράζεται από κάθε ένα από αυτούς.
2.
Δικαίωμα, κατά την έννοια της παραγράφου 1, δύναται να χορηγείται μόνον αν το Συμβούλιο κατόπιν προτάσεως της Επιτροπής, με ειδική πλειοψηφία, διαπιστώσει ότι η ποσότητα του γάλακτος που χρησιμοποιήθηκε στο εν λόγω κράτος μέλος για άμεση ανθρώπινη κατανάλωση υπό μορφή πλήρους γάλακτος ή άλλων νωπών προϊόντων αντιπροσωπεύει:
α)
ως προς το γάλα που παράγεται και διατίθεται στο εμπόριο στο εν λόγω κράτος μέλος ποσοστό τουλάχιστον ίσο προς το 150 0/0 της αντίστοιχης αναλογίας που διαπιστώνεται για το σύνολο της Κοινότητος, και
β)
κατανάλωση η οποία, κατά κεφαλή του πληθυσμού του εν λόγω κράτους μέλους, είναι μεγαλύτερη της κατά κεφαλή καταναλώσεως η οποία διαπιστώνεται για το σύνολο της Κοινότητος.
Το δικαίωμα αυτό δύναται να διατηρηθεί μόνον εφόσον πληρούνται αυτοί οι όροι.
3.
Ταυτόχρονα με τη διαπίστωση που αναφέρεται στην παράγραφο 2 και σύμφωνα με την ίδια διαδικασία, το Συμβούλιο καθορίζει για κάθε ιδιαίτερη περίπτωση τους γενικούς κανόνες για τη χορήγηση και διατήρηση των δικαιωμάτων που αναφέρονται στην παράγραφο 1.
Οι κανόνες αυτοί προβλέπουν ιδίως διατάξεις:
α)
που εξασφαλίζουν ότι η άσκηση των εν λόγω δικαιωμάτων:
—
συμβιβάζεται με τις γενιΚές αρχές της Συνθήκης και κυρίως με την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων καθώς και τη μη διάκριση μεταξύ των παραγωγών που πωλούν το γάλα τους στην οργάνωση και των ενδιαφερομένων που επιθυμούν να αγοράσουν γάλα από αυτή,
—
δεν θίγει, παρά μόνον εντός των απολύτως αναγκαίων ορίων, τον ανταγωνισμό στον γεωργικό τομέα, και
—
δεν διακυβεύει την ομαλή λειτουργία της κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων, ιδίως σε ό,τι αφορά το καθεστώς τιμών και παρεμβάσεως'
β)
σχετικές με τις περιστάσεις κατά τις οποίες ανακαλείται δικαίωμα που αναφέρεται στην παράγραφο 1 ·
γ)
που επιτρέπουν, αν πρόκειται για μία οργάνωση που υπάρχει ήδη, τη σταδιακή προσαρμογή της στους κοινοτικούς κανόνες, εντός περιόδου που θα καθορισθεί, κατ' ανώτατο όριο· εντούτοις, οι διατάξεις αυτές δεν δύνανται να θίγουν τις αρχές που αναφέρονται υπό α ) πρώτη περίπτωση.
4.
... »
2.
Με βάση το άρθρο 25, παράγραφοι 2 και 3, του κανονισμού 804/68, το Συμβούλιο εξέδωσε τον κανονισμό ( ΕΟΚ ) 1422/78, της 20ής Ιουνίου 1978, περί της χορηγήσεως ορισμένων ειδικών δικαιωμάτων σε οργανώσεις παραγωγών γάλακτος στο Ηνωμένο Βασίλειο ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/021, σ. 213). Το άρθρο 1, παράγραφος 2, του κανονισμού αυτού προβλέπει ότι είναι δυνατόν, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, το Ηνωμένο Βασίλειο
«... να έχει το δικαίωμα να παραχωρεί στις ακόλουθες οργανώσεις παραγωγών τα δικαιώματα που προβλέπονται στο άρθρο 25, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 804/68:
—
Milk Marketing Board of England and Wales,
—
Scottish Milk Marketing Board,
—
Aberdeen and District Milk Marketing Board,
—
North of Scotland Milk Marketing Board,
—
Milk Marketing Board for Northern Ireland ».
To άρθρο 5, παράγραφος 1, του κανονισμού 1422/78 ορίζει ότι κάθε δραστηριότητα των Milk Marketing Boards στον τομέα της επεξεργασίας του γάλακτος για άμεση ανθρώπινη κατανάλωση και της μεταποιήσεως του γάλακτος αποτελεί αντικείμενο χωριστής οικονομικής και διοικητικής διαχειρίσεως, προκειμένου να λειτουργούν επί ίσοις όροις οι επιχειρήσεις μεταποιήσεως και οι άλλες, ανεξάρτητες, επιχειρήσεις. Το άρθρο 5, παράγραφος 3, του ιδίου κανονισμού προβλέπει ότι η υπό των Milk Marketing Boards επιβολή εισφορών στους παραγωγούς πρέπει να γίνεται μόνον κατά το μέτρο που είναι απαραίτητο για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που απορρέουν από το καταστατικό και ότι πρέπει να είναι ανάλογη προς τις υπηρεσίες που παρασχέθηκαν, όταν πρόκειται για εισφορές εις βάρος παραγωγών λιανοπωλητών κατά το άρθρο 8, παράγραφος 2, στοιχείο γ ), του ιδίου κανονισμού.
3.
Τα άρθρα 7 και 8 του κανονισμού 1422/78 έχουν ως εξής:
« Άρθρο 7
1. Τα δικαιώματα που προβλέπονται στο άρθρο 25, παράγραφος 1, του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 804/68 δεν αναφέρονται στις ποσότητες γάλακτος που ο παραγωγός εξαιρεί από την πώληση στις ΜΜΒ, είτε κατόπιν συμφωνίας με την οργάνωση αυτή, είτε ενόψει:
α)
εμπορίας, ως έχουν ή υπό μορφή μεταποιημένων προϊόντων σε άλλο κράτος μέλος ή σε τρίτη χώρα, ή·
β)
μεταποιήσεως σε βούτυρο, ή σε αποκορυφωμένο γάλα εις κόνιν που προορίζονται να πωληθούν στον οργανισμό παρεμβάσεως, στην περίπτωση που διαπιστώνεται ότι η τιμή που καταβάλλεται στον παραγωγό από τη ΜΜΒ είναι, για μία περίοδο που θα καθορισθεί, κάτω του επιπέδου που θα είχε προκύψει από τις τιμές παρεμβάσεως που ισχύουν κατά την ίδια περίοδο, λαμβανομένης υπόψη της καταστάσεως της αγοράς.
2. Οι παραγωγοί δύνανται να σχηματίζουν ομάδες και να προσφεύγουν σε μεσολαβούντες προκειμένου να πραγματοποιήσουν τις πράξεις που προβλέπονται στην παράγραφο 1, υπό α) και β ).
3. Οι λεπτομέρειες εφαρμογής του παρόντος άρθρου καθορίζουν ιδίως τα μέτρα ελέγχου που θα θεσπισθούν.
Άρθρο 8
1. Επιπλέον, τα δικαιώματα που προβλέπονται στο άρθρο 25, παράγραφος 1, του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 804/68 δεν εφαρμόζονται:
α)
στις ποσότητες γάλακτος που παράγονται από παραγωγό λιανοπωλητή που ορίζεται στην παράγραφο 2 ·
β)
στις ποσότητες γάλακτος που πωλούνται σε παραγωγό λιανοπωλητή από άλλους παραγωγούς μέσα στα όρια που προβλέπονται στην παράγραφο 3, υπό β ).
2. Θεωρείται ως παραγωγός λιανοπωλητής, κατά την ένννοια της παραγράφου 1, ο μεμονωμένος παραγωγός:
α)
του οποίου η ολική παραγωγή δεν έχει υπερβεί μία μέση ετήσια ποσότητα 100000 χιλιόγραμμων κατά την περίοδο των τριών ημερολογιακών ετών που προηγούνται της ημερομηνίας καταθέσεως της δηλώσεως που προβλέπεται στο σημείο γ )
β)
ο οποίος πωλεί το γάλα που προέρχεται από τις αγελάδες του, τις οποίες έχει στην εκμετάλλευση του, κατευθείαν στον τελικό καταναλωτή υπό μορφή γάλακτος καταναλώσεως, και
γ)
ο οποίος δήλωσε στην ενδιαφερόμενη ΜΜΒ ότι επιθυμεί να εξαιρεθεί, για περίοδο τουλάχιστον πέντε ετών, από κάθε υποχρέωση και κάθε δικαίωμα πωλήσεως στη ΜΜΒ.
3. Ο παραγωγός λιανοπωλητής δύναται εντούτοις:
α)
να πωλεί 25 ο/ο κατ' ανώτατο όριο της ετησίας παραγωγής του σε άλλους αγοραστές εκτός των τελικών καταναλωτών
β)
να πωλεί σε τελικούς καταναλωτές, υπό μορφή γάλακτος καταναλώσεως, ποσότητα γάλακτος που αγοράσθηκε από άλλους παραγωγούς και η οποία δεν υπερβαίνει το 25 % της δικής του ετησίας παραγωγής. »
4.
Αφού οι πέντε Milk Marketing Boards οργάνωσαν σφυγμομέτρηση μεταξύ των παραγωγών γάλακτος η οποία έδειξε την αντιπροσωπευτικότητα του κάθε Board κατά την έννοια του άρθρου 25 του κανονισμού 804/68, η Επιτροπή εξέδωσε τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1565/79, της 25ης Ιουλίου 1979, περί καθορισμού των λεπτομερειών εφαρμογής του κανονισμού 1422/78 περί της χορηγήσεως ορισμένων ειδικών δικαιωμάτων σε οργανώσεις παραγωγών γάλακτος στο Ηνωμένο Βασίλειο ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/025, σ. 243 ). Το άρθρο 1 του κανονισμού αυτού επιτρέπει στο Ηνωμένο Βασίλειο να χορηγήσει τα δικαιώματα που αναφέρονται στο άρθρο 25, παράγραφος 1, του κανονισμού 804/68, υπό τους όρους που προβλέπει ο κανονισμός 1422/78, καθώς και ο ίδιος ο κανονισμός 1565/79. Τα άρθρα 3 έως 5 του τελευταίου κανονισμού καθορίζουν τις λεπτομέρειες εφαρμογής των άρθρων 7 και 8 του κανονισμού 1422/78, ιδίως τις διαδικασίες κοινοποιήσεως που πρέπει να τηρούν οι παραγωγοί όταν επιθυμούν να εξαιρεθεί το γάλα από την πώληση στον οικείο Board. Οι παραγωγοί οφείλουν να προσδιορίζουν επακριβώς το διάστημα κατά το οποίο θα διακοπούν οι παραδόσεις και να διευκρινίζουν αν η διακοπή θα αφορά ολόκληρη την ποσότητα του παραγομένου γάλακτος ή μόνον ένα μέρος της.
Στις 7 Απριλίου 1981, ο υπουργός γεωργίας, τροφίμων και αλιείας και ο υπουργός για την Ουαλλία χορήγησαν, σύμφωνα με το άρθρο 1 του κανονισμού 1565/79, τα δικαιώματα που αναφέρονται στο άρθρο 25, παράγραφος 1, του κανονισμού 804/68.
II — Περιστατικά και διαδικασία της κυρίας δίκης
1.
Η Cricket St Thomas Estate, εναγομένη της κυρίας δίκης (στο εξής: Cricket St Thomas), είναι προσωπική εταιρία με σκοπό την εκμετάλλευση εκτάσεως η οποία περιλαμβάνει τέσσερις εκμεταλλεύσεις γαλακτοκομικής παραγωγής με 150 περίπου αγελάδες η καθεμία. 'Εχει εγκαταστάσεις για την αποθήκευση του γάλακτος χύμα και την παστερίωση του. Το γάλα που παστεριώνεται στα γαλακτοκομεία αυτά δεν προέρχεται μόνο από τα ποίμνια της εν λόγω εταιρίας, αλλά της το πωλεί και ο Board. Η Cricket St Thomas πωλεί το παστεριωμένο αυτό γάλα τόσο απευθείας σε καταναλωτές όσο και μέσω διανομέων, καταστημάτων και υπεραγορών. Έχει άδεια παραγωγού λιανοπωλητή και πωλεί γάλα ως παραγωγός μεταποιητής μέσω μεσαζόντων δυνάμει συμφωνίας που συνήψε με τον Board το 1981, σύμφωνα με τις διαταξεις του Milk Marketing Scheme.
2.
To 1984η Cricket St Thomas έπαυσε να καταβάλλει εισφορές στον Board, που το 1986 άσκησε αγωγή ζητώντας να του καταβληθούν τα ποσά αυτά. Η αγωγή αφορά εισφορές τις οποίες μπορεί να οφείλει ένας εγγεγραμμένος παραγωγός δυνάμει του Milk Marketing Scheme, δηλαδή τις « capital contributions », οι οποίες υπολογίζονται βάσει της συνολικής ποσότητας του πωλουμένου γάλακτος και προορίζονται για τη χρηματοδότηση των επενδύσεων του Board, τις « producer retailer ( PR ) contributions », που οφείλονται επί τη βάσει των αδειών παραγωγού λιανοπωλητή, και τις « producer processor ( PP ) contributions », που οφείλονται βάσει της συμφωνίας μεταποιήσεως που συνήψε με τον Board η Cricket St Thomas ως παραγωγός μεταποιητής, καθώς και πρόστιμα και αποζημιώσεις οφειλόμενα βάσει του ιδίου καθεστώτος εμπορίας του γάλακτος, τα οποία επιβάλλει πειθαρχική επιτροπή σε περίπτωση παραβάσεως των σχετικών υποχρεώσεων, ιδίως λόγω παραλείψεως υποβολής των καταστάσεων που εμφαίνουν τη μη παραδοθείσα στον Board ποσότητα γάλακτος.
3.
Ενώπιον του High Court, η Cricket St Thomas υποστήριξε ότι όλα αυτά τα αιτήματα ήταν αντίθετα προς το κοινοτικό δίκαιο. Ισχυρίστηκε ότι το αποκλειστικό δικαίωμα αγοράς του Board δεν καταλαμβάνει και το γάλα το οποίο παστεριώνει ο παραγωγός, λόγω του ότι η παστερίωση αποτελεί μεταποίηση κατά την έννοια του άρθρου 25, παράγραφος 1, του κανονισμού 804/68, δεδομένου ότι το γάλα δεν παραμένει « ως έχει ». Εξάλλου, η Cricket St Thomas τόνισε ότι ο Board δεν έχει, στο πλαίσιο του κοινοτικού δικαίου, εξουσία να επιβάλλει εισφορές στους παραγωγούς που αρνούνται να του παραδίδουν το γάλα τους. Εξάλλου, ισχυρίστηκε ότι τα απαιτούμενα ποσά είναι υπέρογκα.
4.
To High Court of Justice ( Queen' s Bench Division) υπέβαλε στο Δικαστήριο, με Διάταξη της 3ης Νοεμβρίου 1988, τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
« 1)
Καταλαμβάνει το αποκλειστικό δικαίωμα που προβλέπει το άρθρο 25, παράγραφος 1, στοιχείο α), του κανονισμού (ΕΟΚ) 804/68, όπως έχει τροποποιηθεί με τον κανονισμό ( ΕΟΚ ) 1421/78, το παστεριωμένο γάλα και, αν ναι, υπό ποιες προϋποθέσεις;
2)
α )
Δικαιούται κατά το κοινοτικό δίκαιο ο Milk Marketing Board στην Αγγλία και στην Ουαλλία και, αν ναι, υπό ποιες προϋποθέσεις, να ζητεί από τους παραγωγούς που παράγουν παστεριωμένο γάλα στην Αγγλία και στην Ουαλλία, όπου και το πωλούν (όχι στον Board), να καταβάλλουν στον Board εισφορά επί του γάλακτος αυτού, κατά τρόπον ώστε ο παραγωγός να αντιμετωπίζεται καταρχήν ως να είχε πωλήσει το γάλα του στον Board στην τιμή παραγωγού και να το είχε αγοράσει πάλι στην κανονική τιμή πωλήσεως την οποία εφαρμόζει ο Board;
β)
'Εχει ο Board το δικαίωμα αυτό και, αν ναι, σε ποιες περιπτώσεις, αν πρόκειται για μη παστεριωμένο γάλα;
3)
Διαφέρει η απάντηση στο ερώτημα 2 αναλόγως του αν το γάλα πωλείται λιανικώς, ημιχονδρικώς ή χονδρικώς;
4)
Αν το Milk Marketing Scheme, όπως έχει τροποποιηθεί, δεν παρέχει ρητώς στον Board εξουσία να επιβάλλει την εισφορά στους παραγωγούς μεταποιητές, μπορεί, παρά ταύτα, ο Board να την επιβάλλει στους παραγωγούς μεταποιητές δυνάμει εξουσίας που έχει, ενδεχομένως, κατά το κοινοτικό δίκαιο, σύμφωνα με τις απαντήσεις στα ανωτέρω ερωτήματα 1 και 2;
5)
Εν πάση περιπτώσει, δικαιούται ο Board, κατά το κοινοτικό δίκαιο, να απαιτεί από τους αναφερομένους στο ερώτημα 2 παραγωγούς να του καταβάλλουν επιπλέον ποσά ως:
α)
κύριες εισφορές βάσει των άρθρων 51, παράγραφος 2, και 71, παράγραφος 2, του Milk Marketing Scheme·
β)
αποζημίωση βάσει του άρθρου 10 του Agricultural Marketing Act και του άρθρου 77, παράγραφος 6, του Milk Marketing Scheme·
γ)
Πρόστιμα βάσει του άρθρου 77 του Milk Marketing Scheme. »
Η Διάταξη περί παραπομπής πρωτοκολλήθηε στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 23 Δεκεμβρίου 1988.
5.
Σύμφωνα με το άρθρο 20 του Πρωτοκόλλου περί του Οργανισμού του Δικαστηρίου της ΕΟΚ, γραπτές παρατηρήσεις κατέθεσαν ο ενάγων της κυρίας δίκης, εκπροσωπούμενος από τους Wedlake Bell, solicitors, η εναγομένη της κυρίας δίκης, εκπροσωπούμενη από τους J. Β. Havenhand, solicitor, D. Vaughan, QC, M. McEwan και D. Anderson, barristers, η κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, εκπροσωπουμένη από τη Susan J. Hay, Treasury Solicitor's Departement, και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενη από τον Ρ. Oliver.
6.
Κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, το Δικαστήριο αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων, ανέθεσε δε την υπόθεση στο έκτο τμήμα.
III — Γραπτές παρατηρήσεις κατατεθείσες ενώπιον του Δικαστηρίου
1.
Ο ενάγων νης κυρίας δίκης ισχυρίζεται ότι τα προνόμια των Milk Marketing Boards όσον αφορά το αποκλειστικό δικαίωμά τους να αγοράζουν το γάλα των εγκατεστημένων στην περιοχή τους παραγωγών είναι απαραίτητα για την εύρυθμη λειτουργία των οργανισμών αυτών. Αν η ερμηνεία του αποκλειστικού δικαιώματος του Board εξαιρούσε της εφαρμογής των προνομίων αυτών το γάλα που οι παραγωγοί προορίζουν για παστερίωση, το εν λόγω δικαίωμα θα περιοριζόταν σε τέτοιο βαθμό ώστε να τίθεται σε κίνδυνο η επέλευση των θετικών οικονομικών αποτελεσμάτων, τα οποία κατά τον κανονισμό 1421/78 θεωρούνται ως αναμενόμενα από τη λειτουργία του Board και το εν λόγω καθεστώς εμπορίας. Κατά τον Board, ανακύπτει, επομένως, το ερώτημα αν το άρθρο 25, παράγραφος 1, του κανονισμού 804/68 πρέπει να ερμηνευθεί κατά τρόπον ώστε να τίθεται σε κίνδυνο η πραγματοποίηση του σκοπού του κανονισμού αυτού.
Όσον αφορά το κείμενο των κανονισμών 1421/78 και 1422/78 στις διάφορες γλώσσες, ο Board παρατηρεί ότι υπό τον όρο « processing », ο οποίος χρησιμοποιείται στο αγγλικό κείμενο, πρέπει να νοηθεί η μεταποίηση του γάλακτος σε άλλο προϊόν. Κατά την άποψη του, σε όλες τις άλλες γλωσσικές αποδόσεις των κανονισμών αυτών γίνεται διάκριση μεταξύ προϊόντος που μπορεί ακόμα να χαρακτηρίζεται ως γάλα και των λοιπών προϊόντων που είναι παράγωγα του γάλακτος, συνάγεται δε ότι το αποκλειστικό δικαίωμα του Board ασκείται επί της πρώτης κατηγορίας. Ο Board υπογραμμίζει ότι το παστεριωμένο γάλα εξακολουθεί να είναι γάλα και ότι δεν πρόκειται για άλλο προϊόν που προήλθε από το γάλα κατόπιν επεξεργασίας ή μεταποιήσεως. Κατά τον Board, η παστερίωση ούτε προσθέτει ούτε αφαιρεί τίποτε από το μη παστεριωμένο προϊόν η μόνη αλλαγή είναι ότι με την επεξεργασία διά θερμάνσεως σκοτώνονται τα βλαβερά βακτηρίδια.
Ως προς το αν ο Board μπορεί κατά το κοινοτικό δίκαιο, να απαιτήσει από τους παραγωγούς την καταβολή των εισφορών, ο ενάγων της κύριας δίκης θεωρεί ότι τόσο οι παραγωγοί λιανοπωλητές όσο και οι παραγωγοί μεταποιητές εξαιρούν το γάλα από την πώληση στον Board κατόπιν συμφωνίας με αυτόν και επομένως εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 7, παράγραφος 1, του κανονισμού 1422/78. Κατά την άποψη του, ο κανονισμός αυτός αναγνωρίζει ρητώς την ανάγκη προσδιορισμού των περιπτώσεων στις οποίες οι παραγωγοί μπορούν να εξαιρούν το γάλα από την ως άνω πώληση χωρίς να τίθεται σε κίνδυνο η εύρυθμη λειτουργία των Milk Marketing Boards. Κατά συνέπεια, το ζήτημα αν η καταβολή των εισφορών αυτών αποτελεί νόμιμο όρο της εξαιρέσεως διέπεται από το κοινοτικό δίκαιο. Ο Board υποστηρίζει ότι το κοινοτικό δίκαιο επιτρέπει να περιλαμβάνονται στις συμφωνίες περί εξαιρέσεως διατάξεις ανταποκρινόμενες, σε λογικό βαθμό, στον σκοπό της κανονιστικής ρυθμίσεως ή στις γενικές αρχές του κοινοτικού δικαίου, δηλώνει δε ότι οι όροι των συμφωνιών αυτών και οι εν λόγω εισφορές συμφωνούν προς τις επιταγές αυτές, ιδίως του άρθρου 25, παράγραφος 3, του κανονισμού 804/68.
Κατά τον Board, οι επίμαχες εισφορές είναι λογικές και θέτουν τους παραγωγούς λιανοπωλητές και τους παραγωγούς μεταποιητές σε κατάσταση γενικώς ανάλογη προς την των εμπορικών γαλακτοπωλείων. Αν παρέλειπε να περιλάβει στις συμφωνίες περί αποκλεισμού τη ρήτρα περί καταβολής των εισφορών αυτών, ο Board θα παραβίαζε την ισχύουσα στο κοινοτικό δίκαιο αρχή της ίσης μεταχειρίσεως και θα εφάρμοζε διάκριση εις βάρος των παραγωγών που του πωλούν το γάλα τους και των επιθυμούντων να αγοράσουν γάλα από αυτόν, κατά το μέτρο που θα ευνοούσε αδικαιολόγητα τους παραγωγούς λιανέμπορους και τους παραγωγούς μεταποιητές.
Ο ενάγων παρατηρεί, περαιτέρω, ότι, αν δεν προβλέπονταν εισφορές, ένας παραγωγός που παύει να παραδίδει το γάλα του προκειμένου να το πωλεί στην αγορά ρευστού γάλακτος πλεονεκτεί αδικαιολόγητα έναντι των παραγωγών που πωλούν στον Board και των εμπορικών γαλακτοπωλείων που αγοράζουν γάλα από τον Board για να το πωλήσουν στην αγορά αυτί], ανεξαρτήτως του αν παστεριώνει ή όχι το γάλα. Επομένως, η εισφορά δικαιολογείται σε συνάρτηση προς τη συνολική ποσότητα του μη παραδιδομένου γάλακτος που προορίζεται προς πώληση στην αγορά ρευστού γάλακτος.
Όσον αφορά το τρίτο ερώτημα, ο ενάγων θεωρεί ότι το μόνο κριτήριο που μπορεί να εφαρμοστεί προς δικαιολόγηση της εισφοράς αφορά το αν το γάλα που εξαιρείται από την πώληση στον Board προορίζεται τελικώς προς πώληση στην αγορά του ρευστού γάλακτος. Κατά την άποψη του οι λεπτομέρειες σχετικά με την παράδοση από τον παραγωγό του γάλακτος είναι άνευ σημασίας.
Όσον αφορά το τέταρτο ερώτημα, ο ενάγων υποστηρίζει ότι η δικαιολόγηση των εις βάρος των παραγωγών μεταποιητών επιβαλλομένων εισφορών είναι ζήτημα που διέπεται από το κοινοτικό δίκαιο. Δεδομένης της νομιμότητας των εισφορών αυτών κατά το κοινοτικό δίκαιο, δεν είναι απαραίτητο να προβλέπεται ρητώς στην εθνική νομοθεσία η εξουσία προς θέσπιση τους.
Όσον αφορά το πέμπτο ερώτημα, ο ενάγων παρατηρεί ότι από το άρθρο 5 του κανονισμού 1422/78 προκύπτει ότι οι Milk Marketing Boards μπορούν να επιβάλλουν εισφορές στους παραγωγούς λιανοπωλητές και στους παραγωγούς μεταποιητές κατά το μέτρο που είναι απαραίτητο για την εκπλήρωση των καταστατικών τους αρμοδιοτήτων, όπως η χρηματοδότηση ορισμένων επενδύσεων δυνάμει του Milk Marketing Scheine. Εν συνεχεία αναφέρει ότι οι παραγωγοί οφείλουν να υποβάλλουν καταστάσεις εμφαίνουσες τις μη παραδοθείσες στον Board ποσότητες γάλακτος και να καταβάλλουν τις εισφορές που αντιστοιχούν στις ποσότητες αυτές. Κατά τη γνώμη του, δεν υπάρχει κανένα νομικό κώλυμα που να αντιτάσσεται στην είσπραξη των εισφορών αυτών μέσω διαδικασίας διαιτησίας εκ του νόμου σε περίπτωση μη τηρήσεως της υποχρεώσεως ανακοινώσεως των στοιχείων αυτών. Ο ενάγων παρατηρεί ότι, προκειμένου να εξασφαλίσει τη συμμόρφωση προς την υποχρέωση αυτή, ο Board δικαιούται, βάσει του Milk Marketing Scheme, να επιβάλλει πρόστιμα στους παραγωγούς που παραβαίνουν τις διατάξεις του καθεστώτος αυτού. Η πειθαρχική αυτή διαδικασία έχει ως σκοπό να εξασφαλίσει την υπαγωγή στο εν λόγω καθεστώς εμπορίας και να διευκολύνει τον Board κατά την άσκηση των καταστατικών του αρμοδιοτήτων.
2.
Κατά την εναγομένη της κυρίας δικης, η υπόθεση αφορά το αν ο Board δικαιούται, κατά το κοινοτικό δίκαιο, να επιβάλλει τις επίμαχες εισφορές στους παραγωγούς που παρακρατούν το γάλα που που παράγουν με σκοπό να το παστεριώσουν. Η εναγομένη ισχυρίζεται ότι δεν είναι δυνατή η αναζήτηση όλων αυτών των εισφορών, δεδομένου ότι είναι παράνομες κατά το κοινοτικό δίκαιο και την κοινή οργάνωση της αγοράς του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων ως υπέρμετρες και δυσανάλογες.
Η εναγομένη εξηγεί ότι ένα από τα ανακύπτοντα προβλήματα αφορά τη χρησιμοποίηση της σχετικής με το γάλα ορολογίας. Έτσι, ως « γάλα » πρέπει να νοείται το γάλα αγελάδας ως « ακατέργαστο γάλα » το ευρισκόμενο στην κατάσταση και υπό τις συνθήκες που χαρακτηρίζουν το γάλα κατά τη στιγμή της αμέλξεως, ως « παστεριωμένο γάλα » δε το γάλα που έχει υποστεί παστερίωση, έχει τύχει επεξεργασίας και έχει συσκευαστεί ώστε να πωληθεί ως « πλήρες γάλα », ομογενοποιημένο ή όχι.
Η εναγομένη παρατηρεί ότι, αφότου τέθηκε σε εφαρμογή η οδηγία 85/397/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 5ης Αυγούστου 1985, για τα υγειονομικά προβλήματα και την υγειονομική πολιτική κατά τις ενδοκοινοτικές συναλλαγές του θερμικώς επεξεργασμένου γάλακτος (ΕΕ L 226, σ. 13 ), μπορεί να εισάγεται στο Ηνωμένο Βασίλειο παστεριωμένο γάλα χωρίς να καταβάλλεται εισφορά ή άλλο αντισταθμιστικό τέλος για το εντός άλλου κράτους μέλους παραγόμενο αυτό γάλα. Κατά συνέπεια, αν όφειλε να καταβάλει εισφορά, η Cricket St Thomas θα ετίθετο, από άποψη ανταγωνισμού, σε μειονεκτική θέση έναντι των παραγωγών που παστεριώνουν το γάλα σε άλλα κράτη μέλη και το διαθέτουν στην αγορά του Ηνωμένου Βασιλείου.
Η εναγομένη υποστηρίζει ότι, ως παραγωγός παστεριωμένου γάλακτος, δεν εμπίπτει στα προνόμια του Board κατά το άρθρο 25, παράγραφος 1, του κανονισμού 804/68. Κατά την άποψη της, η διάταξη αυτή καθιερώνει αποκλειστικό δικαίωμα αγοράς μόνο για το γάλα που παράγεται και πωλείται « ως έχει ». Κατά την Cricket St Thomas, η παστερίωση του γάλακτος στον τόπο της γεωργικής εκμεταλλεύσεως καθώς κα οι συναφείς εργασίες διαχωρισμού, ομογενοποιήσεως και επεξεργασίας και συσκευασίας αποτελούν « processing » κατά την έννοια του άρθρου 25, παράγραφος 1, του κανονισμού 804/68. Υπογραμμίζει ότι ο όρος « processing » στο κείμενο των σχετικών κανονισμών περιλαμβάνει την παστερίωση και τις συναφείς εργασίες που γίνονται στο γαλακτοκομείο της Cricket St Thomas. Δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι ο όρος « processing » χρησιμοποιήθηκε ως αφορών αποκλειστικώς και μόνο τις εργασίες μετατροπής και μεταποιήσεως του γάλακτος σε άλλο προϊόν, όπως βούτυρο ή τυρί. Οι όροι « το γάλα που παράγεται και πωλείται ως έχει », οι οποίοι χρησιμοποιούνται στο άρθρο 25, παράγραφος 1, του κανονισμού 804/68, υπονοούν, κατά τη γνώμη της, ότι το γάλα είναι δυνατόν να πωλείται ως γάλα που έχει υποστεί επεξεργασία.
Η εναγομένη στηρίζεται, επίσης, στη διάκριση που κάνει το άρθρο 7, παράγραφος 1, του κανονισμού 1422/78 μεταξύ της εμπορίας του γάλακτος ως έχει ή υπό μορφή μεταποιημένων προϊόντων, αφενός, και της μεταποιήσεως του γάλακτος σε βούτυρο ή αποκορυφωμένο γάλα σε σκόνη, αφετέρου. Κατά τη διάταξη αυτή, το γάλα που έχει υποστεί επεξεργασία θεωρείται γάλα, ενώ στην περίπτωση μεταποιήσεως του γάλακτος σε άλλο προϊόν χρησιμοποιείται διαφορετικός όρος. Η Cricket St Thomas επικαλείται, εξάλλου, το άρθρο 3, παράγραφος 1, του κανονισμού 1565/79, κατά το οποίο οι παραγωγοί που προτίθενται να ασκήσουν το δικαίωμα εξαιρέσεως του γάλακτος που παράγουν από την πώληση στον Board υποχρεούνται να πληροφορούν σχετικώς τον εν λόγω οργανισμό, αναφέροντας υπό ποια μορφή το κατακρατούμενο γάλα θα πωληθεί εκτός του Ηνωμένου Βασιλείου.
H εναγομένη παρατηρεί, επομένως, ότι δεν είναι σύμφωνο προς τον σκοπό της κοινοτικής κανονιστικής ρυθμίσεως να περιοριστεί η έννοια του όρου « processing » στη μεταποίηση σε άλλα προϊόντα εκτός του γάλακτος. Η συστηματική χρησιμοποίηση του όρου « processed » στο αγγλικό κείμενο επιβεβαιώνει ότι ο εν λόγω όρος περιλαμβάνει την παστερίωση και δεν αφορά αποκλειστικώς και μόνον τις εργασίες από τις οποίες δημιουργείται διαφορετικό προϊόν.
Όσον αφορά την απόδοση της εν λόγω κανονιστικής ρυθμίσεως στις άλλες γλώσσες εκτός της αγγλικής, η εναγομένη θεωρεί ότι οι κανονισμοί 1421/78, 1422/78 και 1565/79 έχουν εξαιρετικό χαρακτήρα, υπό την έννοια ότι θεσπίστηκαν, όπως αναφέρεται ρητώς, με σκοπό να επιτρέψουν τη λειτουργία ενός φορέα που υπάρχει στο Ηνωμένο Βασίλειο χωρίς αντίστοιχη περίπτωση στα άλλα κράτη μέλη. Υπογραμμίζει ότι η ανάγνωση, η εφαρμογή και η επίκληση του κανονισμού που διέπουν τις σχέσεις μεταξύ των Milk Marketing Boards και των παραγωγών γάλακτος του Ηνωμένου Βασιλείου γίνεται αποκλειστικώς με βάση το αγγλικό τους κείμενο. Γι' αυτό και η υποχρέωση εξετάσεως του κειμένου τους σε όλες τις γλώσσες χάριν ομοιόμορφης ερμηνείας σε κάθε κράτος μέλος είναι λιγότερο επιτακτική — αν υφίσταται καν. Αντίθετα, η ανάγκη της ασφαλείας του δικαίου απαιτεί, κατά την άποψη της, τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα τα οποία έχουν σχέση με το αντικείμενο των κανονισμών αυτών, δηλαδή, στην πράξη, οι Milk Marketing Boards, οι παραγωγοί και τα δικαστήρια του Ηνωμένου Βασιλείου, από τα οποία κανένα δεν είναι γενικώς σε θέση να προβεί σε σύγκριση εννέα διαφορετικών γλωσσικών αποδόσεων, να μπορούν να στηριχθούν και μόνο στη γλωσσική εκείνη απόδοση που, σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις, χρησιμοποιείται στην πράξη. Στην εξαιρετική περίπτωση κατά την οποία μια κοινοτική κανονιστική ρύθμιση αποσκοπεί αποκλειστικώς στη ρύθμιση ζητημάτων που ενδιαφέρουν ένα μόνο κράτος μέλος, η γλώσσα αυτού του κράτους μέλους πρέπει να έχει προτεραιότητα όσον αφορά την ερμηνεία της κανονιστικής αυτής ρυθμίσεως. Η Cricket St Thomas προσθέτει ότι η έννοια του αγγλικού κειμένου του άρθρου 25, παράγραφος 1, του κανονισμού 804/68, θεωρουμένου στο πλαίσιο του συνόλου των σχετικών κανονιστικών ρυθμίσεων, είναι απολύτως σαφής και ότι η υποχρέωση αναδρομής σε άλλες γλωσσικές αποδόσεις γεννάται μόνον όταν η έννοια του κειμένου στην οικεία γλώσσα είναι αμφίβολη.
Η εναγομένη παρατηρεί ότι, ακόμα και αν οι διάφορες γλωσσικές αποδόσεις αντιφάσκουν μεταξύ τους, πρέπει να γίνεται επιλογή μεταξύ αυτών λαμβανομένου υπόψη του σκοπού και της εν γένει οικονομίας της κανονιστικής ρυθμίσεως για την οποία πρόκειται. Η Cricket St Thomas θεωρεί ότι εσκοπείτο ο περιορισμός του αποκλειστικού δικαιώματος μιας αγοράς σε σχέση με τα δικαιώματα που είχε παλαιότερα ο Board βάσει του Milk Marketing Scheme. Κατά την άποψη της, ο περιορισμός του αποκλειστικού δικαιώματος αγοράς δυνάμει του κανονισμού 1421/78 έχει ως συνέπεια την πλήρη απαγόρευση της ασκήσεως του δικαιώματος αυτού μόνον εάν ο παραγωγός γάλακτος προτίθεται να παστεριώσει το γάλα πριν το πωλήσει. Κατ' αυτόν τον τρόπο, η σχετική με το δικαίωμα αυτό ρύθμιση ευθυγραμμίζεται προς την πρακτική που ακολουθούν οι Milk Marketing Boards από το 1933, δηλαδή να αγοράζουν μόνο το ακατέργαστο γάλα το οποίο ο παραγωγός δεν προτίθεται να παστεριώσει ή να υποβάλει σε άλλου είδους επεξεργασία πριν το πωλήσει.
Η ενάγουσα παρατηρεί ότι το κοινοτικό δίκαιο όχι μόνο δεν επιτρέπει να της επιβληθούν οι επίμαχες εισφορές, αλλά το απαγορεύει. Το αποκλειστικό δικαίωμα του Board δεν καταλαμβάνει το γάλα που παστεριώνουν οι παραγωγοί και επομένως δεν μπορεί να θεμελιωθεί στην κοινοτική νομοθεσία υποχρέωση καταβολής των απαιτουμένων εισφορών. Η Cricket St Thomas αναφέρει, εξάλλου, ότι το άρθρο 7 του κανονισμού 1422/78 δεν επιτρέπει οι συμφωνίες περί εξαιρέσεως να περιλαμβάνουν και την καταβολή εισφορών. Αν οι εισφορές ήταν απαραίτητες προκειμένου να αποφευχθούν οι διακρίσεις ή ο αθέμιτος ανταγωνισμός, ο εν λόγω κανονισμός θα τις προέβλεπε ρητώς.
Η εναγομένη υποστηρίζει ότι, ελλείψει σχετικής ρητής προβλέψεως σε κοινοτική διάταξη, δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι επιτρέπεται σιωπηρώς η επιβολή εισφορών, ιδίως κατά το μέτρο που η επιβολή αυτή συνεπάγεται οικονομική επιβάρυνση για τους εμπόρους, εισάγει εξαίρεση σε μια κοινή οργάνωση αγοράς ή επηρεάζει τον μηχανισμό σχηματισμού των τιμών κατά το στάδιο της παραγωγής και της εμπορίας.
Η εναγομένη ισχυρίζεται ότι η άδεια επιβολής εισφορών νοθεύει αφεαυτής τον ανταγωνισμό μεταξύ των παραγωγών που δεν παραδίδουν το γάλα τους και των λοιπών παραγωγών οι οποίοι παστεριώνουν το γάλα τους, δημιουργώντας δυσμενή διάκριση εις βάρος των πρώτων. Η ελευθερία που παρέχει στους παραγωγούς το άρθρο 7 του κανονισμού 1422/78 να συνάπτουν συμφωνίες περί εξαιρέσεως με τον Board θα καθίστατο κενή περιεχομένου αν στο πλαίσιο της συμφωνίας αυτής ο Board είχε τη δυνατότητα να επιβάλλει εισφορές έχουσες τις ίδιες ακριβώς οικονομικές συνέπειες με αυτές που θα επέρχονταν αν ο παραγωγός ήταν υποχρεωμένος να πωλεί το γάλα του στον Board και να το ξανααγοράζει στην τιμή πωλήσεως στον πρώτο αγοραστή την οποία εφαρμόζει ο Board.
Η εναγομένη συμπεραίνει ότι ούτε η Συνθήκη ούτε οι σχετικοί κανονισμοί επιτρέπουν την επιβολή των επίμαχων εισφορών εις βάρος των παραγωγών που εξαιρούν το γάλα τους από την πώληση στον Board. Κατά την άποψη της, το κοινοτικό δίκαιο απαγορεύει και την απαίτηση αποζημιώσεως ή την επιβολή προστίμων αντί των εισφορών αυτών. Δεν έχει σημασία αν κατόπιν το κατακρατούμενο γάλα πωλείται, παστεριωμένο ή χωρίς να τύχει επεξεργασίας, και αν κατόπιν πωλείται λιανικώς, ημι-χονδρικώς ή χονδρικώς.
Η εναγομένη υποστηρίζει ότι, και αν ακόμα υποτεθεί ότι οι εν λόγω εισφορές είναι νόμιμες, το ύψος τους, πάντως, είναι υπερβολικό και παράλογο. Ο δυσανάλογος αυτός χαρακτήρας τους αποκλείει κάθε δικαιολόγηση τους. Η Cricket St Thomas εξηγεί ότι το ύψος των εισφορών αντικατοπτρίζει την πολιτική που ακολουθεί ο Board επιδοτώντας τις πωλήσεις γάλακτος προς τους μεταποιητές και πωλώντας το γάλα αυτό σε σημαντικά μειωμένη τιμή. Αν αυτό το γάλα επωλείτο στους μεταποιητές στην ίδια τιμή όπως και στην αγορά ρευστού γάλακτος, το ποσό της εισφοράς θα ήταν μηδενικό ή, το πολύ, αμελητέο. Αν θεωρηθεί ότι το ποσό της εισφοράς αντικατοπτρίζει την αξία των υπηρεσιών που παρέχει ο Board απευθείας και ατομικώς στους παραγωγούς που εξαιρούν το γάλα τους από την πώληση ή τον βαθμό στον οποίο είναι αναγκαία η επίβλεψη της εκτελέσεως από τον Board των (εκ του νόμου) καταστατικών αρμοδιοτήτων του, και πάλι η εισφορά θα ήταν, το πολύ πολύ, ασήμαντη.
Η εναγομένη υπογραμίζει ότι ο Board δεν ισχυρίζεται πως οι εισφορές, όπως και τα πρόστιμα και οι αποζημιώσεις, αντιπροσωπεύουν την αξία των υπηρεσιών που τυχόν παρέχει αμέσως ή εμμέσως στην Cricket St Thomas. Προσθέτει ότι οι εισφορές που έχουν ως προορισμό τη χρηματοδότηση των επενδύσεων χρησιμοποιούνται για τη χρηματοδότηση της αγοράς εξοπλισμού και καλύπτουν διάφορες δαπάνες όπως το κόστος των εγκαταστάσεων ή των μηχανημάτων που χρησιμοποιούνται για τις εμπορικές δραστηριότητες του Board, δηλαδή τις δραστηριότητες της Dairy Crest Limited, οι οποίες πρέπει να είναι αντικείμενο χωριστής οικονομικής διαχειρίσεως και διοικήσεως. Κατά συνέπεια, δεν πρέπει να υπάρχουν εισφορές για τη χρηματοδότηση των επενδύσεων ή, εν πάση περιπτώσει, οι εισφορές δεν πρέπει να υπερβαίνουν το μέτρο κατά το οποίο, κατά τα έτη που πρέπει να ληφθούν υπόψη, ο Board τις χρησιμοποίησε πράγματι προς εκπλήρωση των εκ του νόμου καταστατικών αρμοδιοτήτων του και όχι για τις εμπορικές του δραστηριότητες.
Η εναγομένη παρατηρεί ότι, δεδομένου ότι η κοινή οργάνωση της αγοράς του γάλακτος και των γαλακτοκομικών προϊόντων καθιερώθηκε με τον κανονισμό 804/68, κατά μείζονα δε λόγο όταν στηρίζεται σε κοινό σύστημα τιμών, απαγορεύεται στα κράτη μέλη να λαμβάνουν μέτρα ικανά να οδηγήσουν σε εξαιρέσεις από την κοινή αυτή ογάνωση. Η καθιέρωση εισφοράς επενεργεί επί του σχηματισμού των τιμών, διότι αυξάνει την τιμή της πρώτης ύλης των παραγωγών που εξαιρούν το γάλα τους από την πώληση ( στον Board ). Η ενδεχόμενη ανάγκη αποφυγής διακρίσεων εις βάρος των παραγωγών που πωλούν τα γάλα τους στον Board δεν μπορεί να δικαιολογήσει τη μονομερή καθιέρωση εισφορών ως αντιστάθμισμα υποτιθεμένων πλεονεκτημάτων, όπως και τα υποτιθέμενα μειονεκτήματα δεν δικαιολογούν τη χορήγηση επιδοτήσεως ως αντιστάθμισμά τους.
Η εναγομένη υπογραμμίζει ότι το επιχείρημα περί αναγκαιότητας των εισφορών για την εύρυθμη λειτουργία του Board στερείται παντελώς πραγματικού ερείσματος. Η μη ύπαρξη εισφορών θα είχε αμελητέες μόνον επιπτώσεις επί των δραστηριοτήτων του Board και μικρή μόνο σημασία για τους άλλους παραγωγούς. Η Cricket St Thomas εκθέτει λεπτομερώς τους λόγους για τους οποίους οι παραγωγοί που εξαιρούν το γάλα τους από την πώληση ( στον Board ) δεν μπορούν να συγκριθούν με παραγωγούς άλλων κατηγοριών.
Η εναγομένη υπογραμμίζει ότι οι επίμαχες εισφορές δεν ενθαρρύνουν την πώληση ή την κατανάλωση του γάλακτος. Δεν είναι απαραίτητες ως αντιστάθμισμα για τα πλεονεκτήματα των οποίων υποτίθεται ότι απολαύουν οι παραγωγοί μεταποιητές. Τα πλεονεκτήματα των οποίων απολαύουν ενδεχομένως όσον αφορά την τιμή της πρώτης ύλης βαρύνουν πολύ λιγότερο απ' ό,τι τα μειονεκτήματα που εξέθεσε η Cricket St Thomas. Τέλος, παρατηρεί ότι ουδόλως θα ετίθετο σε κίνδυνο η λειτουργία του εν λόγω συστήματος εμπορίας αν έλειπαν οι εισφορές. Επομένως, η Cricket St Thomas προτείνει να δοθεί η εξής απάντηση στα υποβληθέντα ερωτήματα:
« Ο Board δεν δικαιούται να ασκεί το αποκλειστικό δικαίωμα αγοράς που προβλέπει το άρθρο 25, παράγραφος 1, του κανονισμού 804/68, όπως έχει τροποποιηθεί με τον κανονισμό 1421/78, όσον αφορά το γάλα που ο παραγωγός εξαιρεί από την πώληση σ' αυτόν, είτε το γάλα αυτό παρακρατείται προς παστερίωση είτε όχι, ούτε δικαιούται, στην περίπτωση αυτή, να επιβάλλει εισφορά στον παραγωγό αυτό, ανεξαρτήτως του αν το γάλα πωλείται κατόπιν λιανικώς, ημιχονδρικώς ή χονδρικώς.
Ο Board δεν δικαιούται να επιβάλλει στους παραγωγούς που εξαιρούν το γάλα τους από την πώληση σ' αυτόν εισφορές προοριζόμενες για χρηματοδότηση των επενδύσεων και κάλυψη των αποζημιώσεων ή των προστίμων στα οποία αναφέρεται το πέμπτο ερώτημα. »
3.
Κατά τη γνώμη του Ηνωμένου Βασιλείου, το αποκλειστικό δικαίωμα αγοράς του Board το οποίο προβλέπει το άρθρο 25, παράγραφος 1, του κανονισμού 804/68 μπορεί να ασκείται ως προς τη συνολική ποσότητα του γάλακτος που οι παραγωγοί πωλούν ως γάλα, συμπεριλαμβανομένου του παστεριωμένου γάλακτος. Αν η διάταξη αυτή ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι το παστεριωμένο γάλα εξαιρείται του μονοπωλίου του Board τίθεται σε κίνδυνο ο σκοπός του κανονισμού αυτού.
Η κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου εξηγεί ότι, αν το αποκλειστικό δικαίωμα του Board δεν κατελάμβανε και το παστεριωμένο γάλα, οι παραγωγοί θα μπορούσαν να παρακάμπτουν τον Board και να πωλούν απευθείας σε χονδρεμπόρους, σε λιανοπωλητές ή σε τελικούς καταναλωτές. Αν οι παραγωγοί είχαν τη δυνατότητα να παρακρατούν το γάλα, να το παστεριώνουν και να το πωλούν μέσω δικών τους γαλακτοπωλείων, θα μπορούσαν να πωλούν το ρευστό γάλα στην τιμή πωλήσεως του Board, ενώ οι παραγωγοί που πωλούν στον Board θα συνέχιζαν να πωλούν μόνο στην ενιαία τιμή. Έτσι, οι παραγωγοί που εξαιρούν το γάλα τους από την πώληση στον Board θα πλεονεκτούσαν έναντι των εμπορικών γαλακτοπωλείων που αγοράζουν το προοριζόμενο για ανθρώπινη κατανάλωση γάλα στην τιμή του Board για το ρευστό γάλα. Αυτό θα οδηγούσε σε αύξηση των παραγωγών λιανοπωλητών και των παραγωγών μεταποιητών, οι οποίοι είτε παστεριώνουν το γάλα που παράγουν οι ίδιοι είτε έρχονται σε επαφή με άλλους παραγωγούς για την από κοινού παστερίωση του γάλακτος, καθώς και σε ενίσχυση των αμέσων σχέσων μεταξύ των εμπορικών γαλακτοπωλείων και των παραγωγών γάλακτος που έχουν τη δυνατότητα να χρησιμοποιούν εξοπλισμό παστεριώσεως. Κατά συνέπεια, η ποσότητα του εξαιρουμένου από την πώληση στον Board γάλακτος θα αύξανε και η αποτελεσματικότητα του συστήματος σχηματισμού των τιμών του Board θα μειωνόταν εις βάρος του συνόλου των παραγωγών και ιδίως εκείνων που, λόγω της γεωγραφικής τους θέσεως, θα βρίσκονταν σε μειονεκτική θέση όσον αφορά την άμεση ή έμμεση προσφορά γάλακτος στην αγορά ρευστού γάλακτος.
Κατά τη βρετανική κυβέρνηση, ο όρος « processing» δεν περιλαμβάνει την παστερίωση' πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ των εργασιών που έχουν ως αντικείμενο το αγελαδινό γάλα και καταλήγουν στη δημιουργία προϊόντος διαφορετικού από το γάλα αυτό, αφενός, και των εργασιών με τις οποίες γίνεται επεξεργασία και μόνο του γάλακτος, μετά τις οποίες το γάλα εξακολουθεί να είναι αγελαδινό γάλα, αφετέρου. Η βρετανική κυβέρνηση εξηγεί ότι ο όρος «processing» κατά την έννοια του άρθρου 25, παράγραφος 1, του κανονισμού 804/68 περιλαμβάνει την πρώτη κατηγορία πράξεων, δηλαδή τη μεταποίηση ή τη μετατροπή του γάλακτος σε διαφορετικό προϊόν. Αντιθέτως, με την παστερίωση δεν γίνεται ούτε μεταποίηση ούτε μετατροπή του γάλακτος σε διαφορετικό προϊόν. Η παστερίωση δεν είναι, κατά τη γνώμη της, παρά μία μορφή θερμικής επεξεργασίας ή επεξεργασίας σε ορισμένη θερμοκρασία, που μπορεί να θεωρηθεί ανάλογη προς την ψύξη του γάλακτος.
Η βρετανική κυβέρνηση υποστηρίζει ότι από την ανάγνωση άλλων διατάξεων των σχετικών κοινοτικών κανονισμών προκύπτει ότι οι όροι « processing » ή « process », οι οποίοι χρησιμοποιούνται στο αγγλικό κείμενο των διατάξεων αυτών, αναφέρονται, στο πλαίσιο διαφόρων συμφραζομένων, στις πράξεις και των δύο προαναφερθεισών κατηγοριών. Ισχυρίζεται, εντούτοις, ότι αν εξεταστούν οι άλλες γλωσσικές αποδόσεις των κανονισμών 1421/78 και 1422/78 αίρεται η ενδεχομένη ασάφεια του αγγλικού κειμένου. Η βρετανική κυβέρνηση εξετάζει τις άλλες γλωσσικές αποδόσεις και καταλήγει στο συμπέρασμα ότι διακρίνουν σαφώς τις ως άνω δύο κατηγορίες πράξεων και ότι ο όρος « processing » στο άρθρο 25, παράγραφος 1, του κανονισμού 804/68 περιλαμβάνει τη μεταποίηση ή μετατροπή σε άλλο προϊόν.
Κατά συνέπεια, η βρετανική κυβέρνηση θεωρεί ότι το αποκλειστικό δικαίωμα αγοράς του Board αφορά το γάλα που δεν έχει μεταποιηθεί ή μετατραπεί σε διαφορετικό προϊόν. Με την παστερίωση το γάλα δεν μεταποιείται ή μετατρέπεται σε διαφορετικό προϊόν, αλλά απλώς καθίσταται καταλληλότερο προς ανθρώπινη κατανάλωση. Επομένως, το αποκλειστικό δικαίωμα του Board καταλαμβάνει και το παστεριωμένο γάλα.
Όσον αφορά το δεύτερο ερώτημα, η βρετανική κυβέρνηση αναφέρει, προκαταρκτικώς, ότι η απάντηση στο ερώτημα αν επιτρέπεται η θέσπιση εθνικών διατάξεων προβλεπουσών την καταβολή εισφορών για το κατόπιν συμβάσεως εξαιρούμενο από την πώληση γάλα υπαγορεύεται από τις αρχές του κοινοτικού δικαίου. Κατά τη γνώμη της, η καταβολή των εισφορών αυτών είναι απαραίτητη προκειμένου να επιτευχθούν οι στόχοι των σχετικών κοινοτικών κανονισμών και να τηρηθούν οι αρχές της κοινοτικής εννόμου τάξεως.
Η βρετανική κυβέρνηση παρατηρεί ότι η επιβολή εισφορών εις βάρος των παραγωγών λιανοπωλητών και των παραγωγών μεταποιητών αποσκοπεί στο να μην απολαύουν οι παραγωγοί που εξαιρούν το γάλα τους από την πώληση στον Board και το πωλούν ελεύθερα δυσαναλόγων πλεονεκτημάτων σε σχέση με τους παραγωγούς γάλακτος γενικώς και με τα γαλακτοκομεία που αγοράζουν το γάλα από τον Board. Έτσι, οι παραγωγοί λιανοπωλητές και οι παραγωγοί μεταποιητές τίθενται γενικώς στην κατάσταση στην οποία θα βρίσκονταν αν είχαν πωλήσει το γάλα τους στον Board στην τιμή παραγωγού και το είχαν ξαναγοράσει στην τιμή στην οποία πωλεί ο Board για να το πωλήσουν πάλι ως ρευστό γάλα προοριζόμενο προς κατανάλωση. Εξάλλου, όλοι οι εγγεγραμμένοι παραγωγοί επωφελούνται των εγκαταστάσεων του Board, οι οποίες του επιτρέπουν να δέχεται όλο το γάλα που του προσφέρεται, συμπεριλαμβανομένων των προσφορών γάλακτος που υπερβαίνουν τις ανάγκες των παραγωγών λιανοπωλητών και των παραγωγών μεταποιητών. Αν δεν επιβάλλονταν εισφορές, οι παραγωγοί λιανοπωλητές και οι παραγωγοί μεταποιητές θα πλεονεκτούσαν αδικαιολόγητα σε σχέση με τα γαλακτοπωλεία που αγοράζουν από τον Board σε θεωρητική τιμή μεταβιβάσεως. Κατά τη βρετανική κυβέρνηση, ένα τόσο αδικαιολόγητο πλεονέκτημα αποτελεί παράνομη διάκριση εις βάρος των προσώπων που αγοράζουν γάλα από τον Board. Επομένως, οι εισφορές είναι απαραίτητες προκειμένου να αποφευχθεί αυτή η διάκριση.
Η βρετανική κυβέρνηση παρατηρεί ότι αν δεν επιβάλλονταν εισφορές οι παραγωγοί θα είχαν κίνητρα να εξαιρούν το γάλα τους από την πώληση στον Board προκειμένου να το παστεριώσουν και να το πωλήσουν στην αγορά του ρευστού γάλακτος. Μια τέτοια εξέλιξη θα έθετε σε κίνδυνο την πολιτική διαφοροποιημένων τιμών του Board, την οποία επιτρέπει το άρθρο 9, παράγραφος 1, του κανονισμού 1422/78. Αν ο Board δεν περιελάμβανε την καταβολή εισφορών μεταξύ των όρων της συμβατικής εξαιρέσεως του γάλακτος από την πώληση ď αυτόν, θα παραβίαζε την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως, παρέχοντας αδικαιολόγητο πλεονέκτημα στους παραγωγούς λιανοπωλητές και στους παραγωγούς μεταποιητές και εφαρμόζοντας διάκριση εις βάρος των παραγωγών που πωλούν στον Board και των προσώπων που επιθυμούν να αγοράσουν από τον Board.
Όσον αφορά το τρίτο ερώτημα, η βρετανική κυβέρνηση υποστηρίζει ότι οι εισφορές επιτρέπονται ανεξαρτήτως του αν ο παραγωγός λιανοπωλητής ή ο παραγωγός μεταποιητής πωλεί το γάλα που δεν παραδίδει λιανικώς, ημιχον-δρικώς ή χονδρικώς. Τα αδικαιολόγητα πλεονεκτήματα που θα είχαν, αν δεν επιβάλλονταν εισφορές, οι παραγωγοί αυτοί έναντι των παραγωγών που πωλούν στον Board και των προσώπων που αγοράζουν απ' αυτόν δεν επηρεάζονται από τον ειδικότερο τρόπο με τον οποίο ο παραγωγός λιανοπωλητής ή ο παραγωγός μεταποιητής διαθέτει το γάλα του.
Όσον αφορά το τέταρτο ερώτημα, η δικαιολόγηση των εισφορών αποτελεί ζήτημα προς επίλυση από πλευράς κοινοτικού δικαίου, το οποίο της επιτρέπει προς εξυπηρέτηση των σκοπών των κοινοτικών κανονισμών στον τομέα αυτό. Κατά συνέπεια, κατά την κυβέρνηση αυτή, δεν απαιτείται καμιά χωριστή προηγουμένη άδεια βάσει της εθνικής νομοθεσίας.
Όσον αφορά το πέμπτο ερώτημα, η βρετανική κυβέρνηση υποστηρίζει ότι δεν υπάρχει κανένας λόγος να απαλλάσσονται οι παραγωγοί λιανοπωλητές και οι παραγωγοί μεταποιητές από την καταβολή των εισφορών που προορίζονται για τη χρηματοδότηση των επενδύσεων του Board. Αναφέρει ότι, αν οι παραγωγοί λιανοπωλητές και οι παραγωγοί μεταποιητές απαλλάσσονταν από την υποχρέωση καταβολής εισφορών, οι άλλοι παραγωγοί θα ετίθεντο αδικαιολόγητα σε μειονεκτική θέση, ενώ οι παραγωγοί λιανοπωλητές και οι παραγωγοί μεταποιητές θα εξακολουθούσαν να επωφελούνται των δραστηριοτήτων του Board.
Τέλος, η βρετανική κυβέρνηση υποστηρίζει ότι οι αποζημιώσεις και τα πρόστιμα που προβλέπει το εν λόγω καθεστώς εμπορίας του γάλακτος έχουν ως σκοπό να καταστήσουν δυνατόν στον Board να ασκεί τις καταστατικές αρμοδιότητες του. Υποχρεώσεις — όπως, παραδείγματος χάρη, η υποχρέωση υποβολής καταστάσεων — των οποίων η μη εκπλήρωση δεν επισύρει κυρώσεις θα ήταν μικρής μόνο αποτελεσματικότητος. Η βρετανική κυβέρνηση αναφέρει ότι τα πρόστιμα είναι μετρίου μεγέθους καιδεν είναι δυσανάλογα σε σχέση με τους σκοπούς της κανονιστικής ρυθμίσεως για την οποία πρόκειται. Κατά τη γνώμη της, το εν λόγω καθεστώς εμπορίας του γάλακτος είναι, επομένως, σύμφωνο προς το κοινοτικό δίκαιο.
4.
Η Επιτροπή παρατηρεί ότι το πρώτο ερώτημα αφορά το αν η παστερίωση αποτελεί μεταποίηση κατά την έννοια του άρθρου 25, παράγραφος 1, του κανονισμού 804/68, ώστε να μην καλύπτεται από το αποκλειστικό δικαίωμα του Board.
Όσον αφορά την απόδοση του όρου αυτού στις άλλες γλώσσες, η Επιτροπή θεωρεί ότι, παρ' όλον ότι ο αγγλικός όρος « processing », με τον οποίο αποδίδεται η μεταποίηση, σημαίνει την υποβολή σε ορισμένη επεξεργασία και η παστερίωση είναι είδος επεξεργασίας, η απάντηση στο εν λόγω ερώτημα δεν μπορεί να δοθεί με βάση μία τόσο απλουστευμένη γλωσσική προσέγγιση. Κατά την άποψη της, από την ανάγνωση του γαλλικού κειμένου της επίμαχης διατάξεως προκύπτει ότι δεν έχει ακριβώς το ίδιο νόημα όπως το αγγλικό κείμενο. Η Επιτροπή θεωρεί ότι η διαφορά αυτή φαίνεται ακόμα σαφέστερα αν γίνει σύγκριση μεταξύ του αγγλικού, του γαλλικού, και του γερμανικού κειμένου της διατάξεως αυτής καθώς και ορισμένων διατάξεων του κανονισμού 1422/78 που θα έπρεπε να χρησιμοποιούν την ίδια ορολογία. Η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι στην κοινοτική γεωργική νομοθεσία ο όρος « processing » αντιστοιχεί συχνά στον γαλλικό όρο « transformation » και στον γερμανικό « Verarbeitung ».
Κατά την Επιτροπή η φράση « the milk which they produce and market without processing » του αγγλικού κειμένου του άρθρου 25, παράγραφος 1, του κανονισμού αντιστοιχεί στη φράση « le lait produit et mis en vente en l'état » του γαλλικού κειμένου και στη φράση «die... erzeugte und in unverarbeitetem Zustand auf den Markt gebrachte Milch» (ελληνική διατύπωση: «το γάλα που παράγεται και πωλείται ως έχει»). Θεωρούμενη μεμονωμένη, η γαλλική διατύπωση εννοεί, κατά τη γνώμη της, σαφώς το γάλα που πωλείται ως γάλα προς κατανάλωση σε αντιδιαστολή προς κάθε άλλο γαλακτοκομικό προϊόν. Επομένως, μπορεί να γίνει επίκληση του γαλλικού κειμένου προς στήριξη της απόψεως κατά την οποία το μονοπώλιο του Board καταλαμβάνει το παστεριωμένο γάλα.
Κατά την Επιτροπή, η αγγλική ορολογία χαρακτηρίζεται από ιδιαίτερη έλλειψη συνεπείας, πράγμα που δεν συμβαίνει στο γαλλικό και στο γερμανικό κείμενο. Στα γαλλικά, ο όρος « en l'état » χρησιμοποιείται πάντοτε ως αντίθετο του «transformé». Στο άρθρο 5, παράγραφος 1, του κανονισμού 1422/78, ο όρος « lait en l'état » σημαίνει το γάλα προς κατανάλωση και ο όρος « traitement » τη θερμική επεξεργασία ή κάθε άλλη επεξεργασία που επιτρέπει, πάντως, την πώληση του γάλακτος ως τοιούτου. Οι όροι « transformation » και «traitement» έχουν τους αντιστοίχους τους στο γερμανικό κείμενο, όπου ο όρος « unverarbeitet » χρησιμοποιείται συστηματικώς ως το αντίθετο του «verarbeitet». Η Επιτροπή επισημαίνει ότι ο όρος « verarbeitet» χρησιμοποιείται στο γερμανικό κείμενο όταν στο γαλλικό χρησιμοποιείται ο όρος «transformé», ενώ ο όρος «unverarbeitet » χρησιμοποιείται όταν στο γαλλικό κείμενο χρησιμοποιείται ο όρος « en l'état ». Στο άρθρο 5, παράγραφος 1, του κανονισμού 1422/78, ο γερμανικός νόμος « Bearbeitung », υπό τον οποίο νοείται επεξεργασία κατά τι ελάσσων της «Verarbeitung», αντιστοιχεί στον γαλλικό « traitement ». Η Επιτροπή εξηγεί ότι, αντιθέτως, στο αγγλικό κείμενο χρησιμοποιούνται αδιακρίτως οι όροι «processing », « manufacture », και « conversion ». Αν το άρθρο 5, παράγραφος 1, του κανονισμού 1422/78 χρησιμοποιούσε αντί του όρου « processing » τον όρο « treatment », θα ήταν ακόμα δυσκολότερο να υποστηριχθεί η ερμηνεία του άρθρου 25, παράγραφος 1, του κανονισμού 804/68 υπέρ της οποίας τάσσεται η Cricket St Thomas.
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι κατόπιν τούτων δεν είναι δυνατόν να δοθεί απάντηση στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα βάσει του αγγλικού κειμένου και μόνο. Από την ανάγνωση του γαλλικού και του γερμανικού κειμένου συνάγεται ότι η ορολογία την οποία χρησιμοποιεί καθένα από αυτά παρουσιάζει συνέπεια και ότι δεν υπάρχουν διαφορές μεταξύ τους. Το γαλλικό και το γερμανικό κείμενο συνηγορούν αναμφισβήτητα υπέρ της απόψεως ότι το αποκλειστικό δικαίωμα του Board καταλαμβάνει το γάλα όσο δεν έχει υποβληθεί σε επεξεργασία με την οποία μεταποιείται σε προϊόν που δεν μπορεί πλέον να θεωρηθεί ως γάλα.
Όσον αφορά το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται το άρθρο 25, παράγραφος 1, του κανονισμού 804/68, καθώς και τον σκοπό του, η Επιτροπή παρατηρεί ότι στο υποβληθέν ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση που προτείνει ο Board. Καταρχάς, δεδομένου ότι το αποκλειστικό δικαίωμα του Board καταλαμβάνει το γάλα που παράγουν οι παραγωγοί και το πωλούν ως έχει, δηλαδή χωρίς μεταποίηση, είναι, κατά την άποψη της, προφανές ότι, όταν ο παραγωγός πριν πωλήσει το γάλα το υποβάλλει σε επεξεργασία προς μεταποίηση, το εν λόγω μονοπώλιο δεν εφαρμόζεται. Ύστερα, το ίδιο πρέπει να ισχύει όταν ο παραγωγός συνεργάζεται με επιχείρηση μεταποιήσεως και εν συνεχεία πωλεί το τελικό προϊόν. Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το μόνο που δεν πρέπει να κάνει ο παραγωγός αν θέλει να υπαχθεί στην εξαίρεση από το μονοπώλιο του Board, η οποία συνδέεται προς τη μεταποίηση, είναι να πωλεί το γάλα στο γαλακτοκομείο πριν μεταποιηθεί' πρέπει, αντίθετα, να διατηρεί την κυριότητα επί του γάλακτος μέχρις ότου αυτό μεταποιηθεί.
Η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι, αν η παστερίωση αποτελούσε μεταποίηση κατά την έννοια του άρθρου 25, παράγραφος 1, του κανονισμού 804/68, οι παραγωγοί θα μπορούσαν να αποφεύγουν την υπαγωγή στο μονοπώλιο του Board παστεριώνοντας το γάλα που παράγουν ή στέλνοντάς το προς παστερίωση σε γαλακτοκομείο πριν το πωλήσουν. Στην περίπτωση αυτή θα ήταν αδύνατος ο χαρακτηρισμός των δικαιωμάτων αγοράς του Board ως αποκλειστικών. Προσθέτει ότι κατ' αυτόν τον τρόπο κάθε παραγωγός θα μπορούσε να αποφεύγει την υπαγωγή στο μονοπώλιο του Board, καθόσον μάλιστα το άρθρο 10, παράγραφος 2, του κανονισμού 1422/78 υποχρεώνει το Ηνωμένο Βασίλειο να καταργήσει τη δυνατότητα των Milk Marketing Boards να παρεμποδίζουν, μέσω συστήματος αδειών, την ελεύθερη εγκατάσταση των επιχειρήσεων μεταποιήσεως στην οικεία περιοχή.
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι η ύπαρξη των λεπτομερειών και περιοριστικών κανόνων που περιέχουν τα άρθρα 8 του κανονισμού 1422/78 και 5 του κανονισμού 1565/79 αντιτάσσεται στην ερμηνεία που προτείνει η Cricket St Thomas. Θέτει το ερώτημα γιατί το Συμβούλιο και η Επιτροπή θα ρύθμιζαν τόσο διεξοδικά τα δικαιώματα μη υπαγωγής στο εν λόγω σύστημα μιας μικρής ομάδας παραγωγών ασήμαντων από εμπορική άποψη, οι οποίοι σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσαν να προκαλέσουν σημαντική οικονομική ζημία στον Board αρνούμενοι να του πωλήσουν το γάλα τους, αν παραγωγοί πολύ σημαντικότεροι μπορούσαν να αποφασίζουν αυθαίρετα να εξαιρούν το γάλα τους από την πώληση στον Board χωρίς να υπόκεινται σε καμία από τις υποχρεώσεις που επιβάλλονται στους μικρούς παραγωγούς.
Η Επιτροπή θεωρεί ότι η πρόθεση του κοινοτικού νομοθέτη, η οποία εκφράζεται στις άλλες γλωσσικές αποδόσεις του άρθρου 25, παράγραφος 1, του κανονισμού 804/68, και τα δύο επιχειρήματα που αντλούνται από το πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται η διάταξη αυτή και από τον σκοπό της πρέπει να οδηγήσουν στο συμπέρασμα ότι η παστερίωση δεν αποτελεί μεταποίηση κατά την έννοια του άρθρου 25, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού. Επομένως, μια και το αποκλειστικό δικαίωμα αγοράς του έχει, κατά τα ανωτέρω, εφαρμογή ο Board δικαιούται να επιβάλλει ορισμένες εισφορές, τηρώντας το άρθρο 5, παράγραφος 3, του κανονισμού 1422/78.
Όσον αφορά το ύψος των εισφορών τις οποίες αφορά η παρούσα υπόθεση, η Επιτροπή αδυνατεί να κρίνει αν είναι εντός των ορίων που καθορίζει το άρθρο 5, παράγραφος 3, του κανονισμού 1422/78.
Όσον αφορά το πέμπτο από τα προδικαστικά ερωτήματα, η Επιτροπή είναι της γνώμης ότι, όταν ο παραγωγός εξαιρεί γάλα από την πώληση στον Board χωρίς σχετική συμφωνία και το γάλα αυτό καλύπτεται από το αποκλειστικό δικαίωμα αγοράς του Board, το κοινοτικό δίκαιο επιτρέπει στον Board να του επιβάλλει κυρώσεις λόγω παραβιάσεως του μονοπωλίου αυτού. Γεννάται, ωστόσο, περαιτέρω το ερώτημα αν κατά το κοινοτικό δίκαιο ο Board υποχρεούται να φροντίζει ώστε οι κυρώσεις αυτές να είναι ανάλογες προς τη φύση της παραβιάσεως του μονοπωλίου αγοράς παστεριωμένου γάλακτος.
Κατά συνέπεια, η Επιτροπή προτείνει να δοθεί η εξής απάντηση στα προδικαστικά ερωτήματα.·
« 1)
Το κατά το άρθρο 25, παράγραφος 1, του κανονισμού 804/68 αποκλειστικό δικαίωμα καταλαμβάνει κάθε είδους παστεριωμένο γάλα, καθόσον η παστερίωση δεν αποτελεί « μεταποίηση » κατά την έννοια της διατάξεως αυτής.
2)
Οσάκις χωρεί εφαρμογή του κατά το άρθρο 25, παράγραφος 1, του κανονισμού 804/68 αποκλειστικού δικαιώματος του, ο Board μπορεί να επιβάλλει εισφορές, μόνον όμως κατά το μέτρο που είναι αναγκαίο για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που απορρέουν από το καταστατικό, όπως προβλέπει το άρθρο 5, παράγραφος 3, του κανονισμού 1422/78.
3)
Οσάκις το γάλα καλύπτεται από το αποκλειστικό δικαίωμα του Board και ο παραγωγός του εξαιρεί από την πώληση στον Board χωρίς σχετική συμφωνία, ο Board δικαιούται να του επιβάλλει κυρώσεις. »
Diez de Velasco
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η αγγλική.
Top