Avis juridique important
ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΟΥ ΠΡΟΕΔΡΟΥ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΤΗΣ 13ΗΣ ΙΟΥΛΙΟΥ 1988. - FEDERATION EUROPEENNE DE LA SANTE ANIMALE, DISTRIVET SA ΚΑΙ PITMAN-MOORE INC. ΚΑΤΑ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟΥ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΙΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ. - ΑΠΑΓΟΡΕΥΣΗ ΧΡΗΣΗΣ ΟΡΙΣΜΕΝΩΝ ΟΥΣΙΩΝ ΜΕ ΟΡΜΟΝΙΚΗ ΔΡΑΣΗ ΣΤΗΝ ΚΤΗΝΟΤΡΟΦΙΑ. - ΥΠΟΘΕΣΗ 160/88 R.
Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου 1988 σελίδα 04121
Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Διατακτικό
++++
Διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων - Προϋποθέσεις παραδεκτού - Παραδεκτό της κύριας προσφυγής - Δεν εξετάζεται - 'Ορια
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρα 185 και 186 κανονισμός διαδικασίας, άρθρο 83, παράγραφος 1)
ΠερίληψηΑν είναι γεγονός ότι το πρόβλημα του παραδεκτού της προσφυγής στην κύρια υπόθεση δεν πρέπει καταρχήν να εξετάζεται στο πλαίσιο της διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων, διότι άλλως προδικάζεται η απόφαση επί της κυρίας υποθέσεως, ωστόσο, όταν προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι η κύρια προσφυγή με την οποία συνδέεται η αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων είναι προδήλως απαράδεκτη, είναι αναγκαίο να αποδεικνύεται η ύπαρξη ορισμένων στοιχείων από τα οποία μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι εκ πρώτης όψεως η προσφυγή είναι παραδεκτή. Αυτή η άποψη επιβάλλεται ακόμη περισσότερο στην περίπτωση που ο αιτών είναι ιδιώτης που ζητεί την ακύρωση πράξεως γενικής ισχύος, ώστε να μην είναι δυνατόν, μέσω της διαδικασίας λήψεως ασφαλιστικών μέτρων, να επιτευχθεί η αναστολή της εκτελέσεως μιας πράξεως που δεν θ' ακυρωθεί εν συνεχεία από το Δικαστήριο λόγω του απαραδέκτου της προσφυγής.
ΔιάδικοιΣτην υπόθεση 160/88 R,
Federation eyropeenne de la sante animale, ένωση με σκοπό μη κερδοσκοπικό εδρεύουσα στις Βρυξέλλες, 1, rue Defacquz,
Distrivert SA, εταιρία γαλλικού δικαίου, με έδρα το Παρίσι, 35, boulevard des Invalides,
Pitman-Moore, Inc., εταιρία αμερικανικού δικαίου, με έδρα το Northbrook του Illinois,
εκπροσωπούμενες από τους Christofer Carr, Queen' s Counsel, και T. Sharpe, Barristers-at-Law στους δικηγορικούς συλλόγους της Αγγλίας και της Ουαλλίας, και από τον E. Marissens, δικηγόρο Βρυξελλών, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο το δικηγόρο Y. Prussen, 15, Cote d' Eich,
αιτούσες,
κατά
Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπουμένου από την M. Sims, μέλος της νομικής του υπηρεσίας, και τον B. Hoff-Nielsen, νομικό σύμβουλο της ίδιας υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον J. Kaeser, διευθυντή της νομικής υπηρεσίας της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων, 100, boulevard Konrad Adenauer,
καθού,
που έχει ως αντικείμενο αίτηση με την οποία οι αιτούσες ζητούν, είτε δυνάμει του άρθρου 185 της Συνθήκης ΕΟΚ, είτε δυνάμει του άρθρου 186 της Συνθήκης ΕΟΚ, κυρίως να ανασταλεί η εκτέλεση της οδηγίας 88/146 του Συμβουλίου, της 7ης Μαρτίου 1988, για την απαγόρευση της χρησιμοποίησης ορισμένων ουσιών με ορμονική δράση στην κτηνοτροφική παραγωγή (ΕΕ L 70, σ. 16),
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ
ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ
εκδίδει την ακόλουθη
Διάταξη
Σκεπτικό της απόφασης1 Με δικόγραφο που κατέθεσαν στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 2 Ιουνίου 1988, η Federation europeenne de la sante animale (στο εξής: FΕDΕSΑ), η ανώνυμη εταιρία Distrivet (στο εξής: Distrivet), και η εταιρία Ditman-Moore, (στο εξής: Pitman Moore) άσκησαν, δυνάμει του άρθρου 173, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ, προσφυγή με την οποία ζητούν την ακύρωση της οδηγίας 88/146 του Συμβουλίου, της 7ης Μαρτίου 1988, για την απαγόρευση της χρησιμοποίησης ορισμένων ουσιών με ορμονική δράση στην κτηνοτροφική παραγωγή (ΕΕ L 70, σ. 16).
2 Με δικόγραφο που κατέθεσαν στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 17 Ιουνίου 1988, οι αιτούσες υπέβαλαν, δυνάμει των άρθρων 185 και 186 της Συνθήκης ΕΟΚ και του άρθρου 83 του κανονισμού διαδικασίας, αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων, ζητώντας, κυρίως, από το Δικαστήριο να υποχρεώσει το Συμβούλιο, είτε με τη μορφή αναστολής της εκτελέσεως, είτε με τη μορφή προσωρινών μέτρων, να αναστείλει την εφαρμογή της οδηγίας 88/146 του Συμβουλίου μέχρις ότου το Δικαστήριο αποφανθεί επί της κυρίας προσφυγής κατά το μέτρο που η εν λόγω οδηγία απαγορεύει:
i) τη χορήγηση από τους κτηνοτρόφους, εντός της Κοινότητας, των εξής αρμονικών ουσιών: οιστραδιόλης 17/β, προγεστερόνης, τεστοστερόνης, τρεμπολόνης και ζερανόλης, οι οποίες είναι ορμονικές ουσίες για την πάχυνση των ζώων
ii) τη διάθεση στην αγορά του κρέατος ζώων που έχουν εκτραφεί με τη χρήση των εν λόγω ορμονών στο σύνολο της κοινής αγοράς
iii) την εισαγωγή στα κράτη μέλη κρέατος ζώων που έχουν παχυνθεί με τη χρήση των εν λόγω ορμονών στις τρίτες χώρες
και, επικουρικώς, να ληφθούν οποιαδήποτε άλλα προσωρινά μέτρα που το Δικαστήριο θα κρίνει ενδεδειγμένα.
3 Το καθού κατέθεσε τις γραπτές παρατηρήσεις του την 1η Ιουλίου 1988. Δεδομένου ότι η έγγραφη ανάπτυξη των θέσεων των διαδίκων περιείχε όσες πληροφορίες ήταν αναγκαίες για τη λήψη αποφάσεως επί της αιτήσεως λήψεως ασφαλιστικών μέτρων, κρίθηκε ότι παρέλκει η ακρόαση των διαδίκων.
4 Προτού εξεταστεί το βάσιμο της παρούσας αιτήσεως λήψεως ασφαλιστικών μέτρων, φαίνεται σκόπιμο να υπομνηστούν συνοπτικά τα πραγματικά περιστατικά και το νομικό πλαίσιο της εν λόγω υποθέσεως.
5 Η FΕDΕSΑ είναι μια ένωση όλων των μεγάλων διεθνών εταιριών που ασχολούνται με την έρευνα στην Ευρώπωη, παρασκευάζουν και διανέμουν κτηνιατρικά προϊόντα, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι πέντε ορμόνες που αναφέρονται στην οδηγία 88/146 του Συμβουλίου. Η Distrivet και η Pitman Moore είναι εταιρίες των οποίων η δραστηριότητα συνίσταται στην παρασκευή και τη διανομή, στο έδαφος της κοινής αγοράς, κτηνιατρικών φαρμάκων, ιδίως ουσιών με ορμονική δράση που χρησιμοποιούνται, για θεραπευτικούς ή μη σκοπούς, κατά την εκτροφή ζωών που προορίζονται για την κατανάλωση.
6 Η θέσπιση μιας κοινοτικής πολιτικής στον τομέα των ουσιών με ορμονική και θυρεοστατική δράση υλοποιήθηκε αρχικά με την έκδοση, στις 31 Ιουλίου 1981, της οδηγίας 81/602 του Συμβουλίου περί απαγορεύσεως ορισμένων ουσιών με ορμονική ή θυρεοστατική δράση (ΕΕ L 222, σ. 32). Το άρθρο 2 της εν λόγω οδηγίας περιέχει, ως προς τις ουσίες με θυρεοστατική και ορμονική δράση, μια απαγόρευση αρχής που συνεπάγεται ότι απαγορεύεται η χορήγηση των ουσιών αυτών στα ζώα εκμεταλλεύσεως, καθώς και η διάθεση στην αγορά των ζώων στα οποία έχουν χορηγηθεί οι ίδιες αυτές ουσίες καθώς και του κρέατος των εν λόγω ζώων. Στο άρθρο 4, παράγραφος 1, προβλέπεται ότι, κατά παρέκκλιση από την αρχή αυτή, τα κράτη μέλη μπορούν να επιτρέψουν τη χορήγηση στα ζώα εκμεταλλεύσεως ουσιών με ορμονική δράση για λόγους θεραπευτικούς ή ζωοτεχνικούς.
7 Για τη χορήγηση πέντε ουσιών, εν προκειμένω της οιστραδιόλης 17/Β, προγεστερόνης, τεστοστερόνης, τρεμπολόνης και ζερανόλης, το άρθρο 5 της εν λόγω οδηγίας προέβλεψε ειδική ρύθμιση. Η διάταξη αυτή προβλέπει, στο πρώτο και δεύτερο εδάφιο, ότι το Συμβούλιο αποφασίζει το συντομότερο δυνατό περί της χορηγήσεως των εν λόγω ουσιών στα ζώα με σκοπό την πάχυνση και διευκρινίζει ότι, μέχρι να ληφθεί αυτή η απόφαση, εξακολουθούν να εφαρμόζονται οι ισχύουσες εθνικές ρυθμίσεις. Στο τρίτο εδάφιο ορίζει ότι τα κράτη μέλη δεν μπορούν, κατά τη διάρκεια της εν λόγω μεταβατικής περιόδου, να επιτρέψουν τη χρήση νέων ουσιών.
8 Η κοινοτική ρύθμιση συπληρώθηκε με την προαναφερθείσα οδηγία 85/649 του Συμβουλίου, της 31ης Δεκεμβρίου 1985, για την απαγόρευση της χρησιμοποίησης ορισμένων ουσιών με ορμονική δράση στην κτηνοτροφική παραγωγή (ΕΕ L 382, σ. 228), στην οποία περιελήφθη η χορήγηση ουσιών με ορμονική δράση, συμπεριλαμβανομένων των πέντε ουσιών που αναφέρθηκαν στη σκέψη 7 της παρούσας Διατάξεως, με σκοπό την πάχυνση των ζώων εκμεταλλεύσεως εντός της Κοινότητας, εκτός εάν συντρέχει θεραπευτικός λόγος. Εξάλλου, η οδηγία αυτή απαγορεύει τη διάθεση στην αγορά, το ενδοκοινοτικό εμπόριο και την εισαγωγή από τρίτες χώρες ζώων στα οποία έχουν χορηγηθεί οι εν λόγω ουσίες καθώς και κρεάτων που προέρχονται από τα ζώα αυτά. Το άρθρο 10 ορίζει ότι η γενική απαγόρευση των ουσιών με ορμονική δράση, στην οποία αναφέρεται, πρέπει να μεταφερθεί από τα κράτη μέλη στην εσωτερική τους έννομη τάξη το αργότερο την 1η Ιανουαρίου 1988.
9 Προκειμένου να μην εκλείψουν αποτόμως οι δυνατότητες εσωτερικής διαθέσεως για τα ζώα που δεν είχαν ακόμη σφαγεί την 1η Ιανουαρίου 1988, στα οποία έχουν νόμιμα χορηγηθεί ορμόνες, καθώς και για τα κρέατα που προέρχονταν από τα ζώα αυτά και δεν είχαν ακόμα καθ' ολοκληρία διατεθεί κατά την ημερομηνία αυτή, το Συμβούλιο, κατόπιν προτάσεως της Επιτροπής, έκρινε αναγκαίο να εκδώσει, στις 18 Νοεμβρίου 1987, την απόφαση 87/561 για τα μεταβατικά μέτρα σχετικά με την επέκταση της απαγόρευσης χορήγησης ορισμένων ουσιών με ορμονική δράση στα ζώα εκμετάλλευσης (ΕΕ L 339, σ. 70).
10 Το άρθρο 1, παράγραφος 3, της αποφάσεως αυτής επιβεβαιώνει ότι, όσον αφορά τη νέα παραγωγή, η ρύθμιση της απόλυτης απαγορεύσεως που θεσπίστηκε με την προαναφερθείσα οδηγία 85/649 του Συμβουλίου εφαρμόζεται από 1ης Ιανουαρίου 1988. Η παράγραφος 1 της διατάξεως αυτής προβλέπει ότι, όσον αφορά την εμπορία της υπάρχουσας παραγωγής, τα κράτη μέλη διατηρούν έως τις 31 Δεκεμβρίου 1988 το καθεστώς των ισχυουσών εθνικών διατάξεων, τόσον όσον αφορά τη διάθεση στην αγορά όσο και την πρόσβαση στο ενδοκοινοτικό εμπόριο
και διευκρινίζει ότι το μεταβατικό αυτό μέτρο εφαρμόζεται επίσης στην εισαγωγή των κρεάτων αυτών από τρίτες χώρες.
11 Με Διάταξη της 27ης Ιανουαρίου 1988, ο πρόεδρος του Δικαστηρίου απέρριψε ως απαράδεκτη αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων που είχε υποβληθεί υπό την Distrivet με αίτημα να ανασταλεί η εκτέλεση της αποφάσεως 87/561 του Συμβουλίου με την αιτιολογία ότι η κύρια προσφυγή, με την οποία συνδεόταν η αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων, ήταν, εκ πρώτης όψεως, προδήλως απαράδεκτη (βλέπε Διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου, της 27ης Ιανουαρίου 1988, στην υπόθεση 376/87-R, Distrivet SΑ κατά Συμβουλίου.
12 Με απόφαση της 23ης Φεβρουαρίου 1988 ( Ηνωμένο Βασίλειο κατά Συμβουλίου, 68/86, Συλλογή 1988, σ. 855), το Δικαστήριο, κατόπιν προσφυγής του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας δυνάμει του άρθρου 173, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ, ακύρωσε την οδηγία 85/649 με την αιτιολογία ότι το Συμβούλιο παρέβη έναν ουσιώδη τύπο, επειδή δεν τήρησε τη διαδικασία του άρθρου 6, παράγραφος 1, του εσωτερικού κανονισμού του Συμβουλίου.
13 Στις 7 Μαρτίου 1988, το Συμβούλιο εξέδωσε την οδηγία 88/146, η οποία είναι ταυτόσημη, ως προς το περιεχόμενό της, με την οδηγία 85/649.
14 Κατά το άρθρο 185 της Συνθήκης ΕΟΚ, οι προσφυγές στο Δικαστήριο δεν έχουν ανασταλτικό αποτέλεσμα. Πάντως, το Δικαστήριο μπορεί, αν κρίνει ότι επιβάλλεται από τις περιστάσεις, να διατάξει την αναστολή εκτελέσεως της προσβαλλομένης πράξεως.
15 Κατά το άρθρο 186 της Συνθήκης ΕΟΚ, στις υποθέσεις που εκκρεμούν ενώπιόν του, το Δικαστήριο μπορεί να διατάσσει τα αναγκαία προσωρινά μέτρα.
16 Για να καταστεί δυνατή η λήψη παρόμοιων μέτρων όταν ζητηθούν, το άρθρο 83, παράγραοφς 2, του κανονισμού διαδικασίας απαιτεί οι αιτήσεις για τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων να προσδιορίζουν τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει το επείγον της υποθέσεως, καθώς και τους πραγματικούς και νομικούς ισχυρισμούς που δικαιολογούν, εκ πρώτης όψεως, τη λήψη του προσωρινού μέτρου το οποίο ζητείται.
17 Εκ προοιμίου, προτού προσδιοριστεί αν είναι αναγκαία η εξέταση των επιχειρημάτων που προέβαλαν οι αιτούσες για να αποδείξουν ότι η αίτησή τους περί λήψεως ασφαλιστικών μέτρων πληροί τις προϋποθέσεις για την αναστολή και για το προσωρινό μέτρο που ζητούν, φαίνεται σκόπιμο να εξεταστεί ένα ζήτημα που έθεσε το καθού και αφορά το παραδεκτό της κύριας προσφυγής.
18 Πράγματι, το καθού προβάλλει ότι η κύρια προσφυγή, με την οποία συνδέεται η αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων, είναι προδήλως απαράδεκτη, για να υποστηρίξει ότι η υπό κρίση αίτηση είναι, συνεπώς, προδήλως απαράδεκτη.
19 Προς στήριξη της θέσεώς του, ισχυρίζεται, πρώτον, ότι από αυτό τούτο το γράμμα του άρθρου 173, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ προκύπτει ότι τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα μπορούν να ασκήσουν προσφυγή ακυρώσεως μόνο κατά των αποφάσεων που απευθύνονται σ' αυτά ή κατά αποφάσεων που, αν και εκδίδονται ως κανονισμοί ή αποφάσεις που απευθύνονται σε άλλο πρόσωπο, τα αφορούν άμεσα και ατομικά. Δεδομένου ότι το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 173 της Συνθήκης ΕΟΚ δεν κάνει οποιαδήποτε αναφορά σε οδηγίες, έπεται ότι αυτή η κατηγορία υποκειμένων του δικαίου δεν διαθέτει το ένδικο μέσο της προσφυγής ακυρώσεως κατά τέτοιων πράξεων.
20 Στη συνέχεια, προβάλλει ότι, εν πάση περιπτώσει, η οδηγία 88/146 του Συμβουλίου δεν μπορεί να αφορά άμεσα και ατομικά τις αιτούσες-προσφεύγουσες. Φρονεί ότι δεν συντρέχει εν προκειμένω η προϋπόθεση της υπάρξεως ατομικού συμφέροντος, ιδίως για το λόγο ότι η οδηγία 88/146 αποτελεί, από τη φύση της και από τη διατύπωσή της, πράξη γενικής ισχύος, απευθυνόμενη στα κράτη μέλη, τα οποία, προκειμένου να συμμορφωθούν με την οδηγία αυτή, οφείλουν να εκδώσουν, όταν θελήσουν, εθνικούς νόμους που εφαρμόζονται και οι ίδιοι κατά τρόπο γενικό και αφηρημένο και, συνεπώς, μια τέτοια κοινοτική πράξη παράγει έννομες συνέπειες έναντι ορισμένων κατηγοριών προσώπων γενικώς και αφηρημένως. Προσθέτει ότι η οδηγία 88/146 δεν χάνει το χαρακτήρα της πράξεως γενικής ισχύος από το γεγονός ότι, κατά το χρόνο της εκδόσεώς της, ήταν δυνατόν να προσδιοριστεί με μεγαλύτερη ή μικρότερη ακρίβεια ο αριθμός ή η ταυτότητα ορισμένων από τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα, δεδομένου ότι το γεγονός αυτό είναι συνέπεια της αντικειμενικής - πραγματικής ή νομικής - καταστάσεως την οποία αφορά η εν λόγω οδηγία. Εξάλλου, οι αιτούσες δεν κατόρθωσαν να αποδείξουν ότι η οδηγία 88/146 τις αφορά άμεσα.
21 Οι αιτούσες υποστηρίζουν ότι η οδηγία 88/146 αποτελεί απόφαση που αφορά άμεσα και ατομικά την Distrivet και την Pitman Moore, επειδή καθεμία από τις εταιρίες αυτές παρασκεύαζε και διέθετε τις εν λόγω πέντε ορμόνες κατά το χρόνο ενάρξεως της ισχύος της οδηγίας 85/649 και της απαγορεύσεως που περιείχε, καθώς και τη FΕDΕSΑ ως εκπροσώπου των συμφερόντων των παρασκευαστών οι οποίοι ασκούν τη δραστηριότητά τους στην Ευρώπη και των εθνικών ενώσεων αυτών των παρασκευαστών. Οι αιτούσες εκπροσωπούν, συνεπώς, συλλογικά το σύνολο ή ένα πολύ μεγάλο μέρος του συνόλου μιας ορισμένης κατηγορίας παρασκευαστών και διανομέων, στους οποίους επιβάλλεται η απαγόρευση της οδηγίας 85/649. Προσθέτουν ακόμα ότι οι αιτούσες ήταν γνωστές στο Συμβούλιο κατά το χρόνο εκδόσεως της εν λόγω οδηγίας και ότι η οδηγία αυτή αφορούσε την κατάστασή τους. Υπογραμμίζουν ότι, προκειμένου να κριθεί το παραδεκτό της αιτήσεώς τους, πρέπει ακόμα να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Συμβούλιο και στα κράτη μέλη, εφιστώντας την προσοχή στις επιπτώσεις που μια τέτοια οδηγία θα είχε στην κατάστασή τους.
22 Αν και είναι γεγονός ότι το Δικαστήριο έχει ήδη τονίσει κατ' επανάληψη ότι το πρόβλημα του παραδεκτού της προσφυγής στην κύρια υπόθεση δεν πρέπει καταρχήν να εξετάζεται στο πλαίσιο της διαδικασίας ασφαλιστικών μέτρων, διότι άλλως προδικάζεται η απόφαση επί της κυρίας υποθέσεως (βλέπε κυρίως τη Διάταξη του Προέδρου του Δικαστηρίου, της 8ης Απριλίου 1987, στην υπόθεση 65/87 R, Pfizer κατά Επιτροπής, Συλλογή 1987, σ. 1591), ωστόσο όταν προβάλλεται ο ισχυρισμός, όπως στην προκειμένη περίπτωση, ότι η κύρια προσφυγή με την οποία συνδέεται η αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων είναι προδήλως απαράδεκτη, είναι αναγκαίο να αποδεικνύεται η ύπαρξη ορισμένων στοιχείων από τα οποία μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι εκ πρώτης όψεως η προσφυγή αυτή είναι παραδεκτή (βλέπε κυρίως τις Διατάξεις του προέδρου του Δικαστηρίου, της 16ης Οκτωβρίου 1986, στην υπόθεση 221/86 R, Ομάδα των Κομμάτων της Ευρωπαϊκής Δεξιάς και "Front national" κατά Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, και της 8ης Μαΐου 1987, στην υπόθεση 82/87 R, Autexpo κατά Επιτροπής, Συλλογή 1988, σ. 209).
23 Αυτή η άποψη επιβάλλεται ακόμη περισσότερο στην περίπτωση που πρόκειται για ιδιώτες, όπως είναι οι αιτούσες, που ζητούν την ακύρωση πράξεως γενικής ισχύος, ώστε να μην είναι δυνατόν, μέσω της διαδικασίας λήψεως ασφαλιστικών μέτρων, να επιτευχθεί η αναστολή εκτελέσεως μιας πράξεως που δεν θ' ακυρωθεί εν συνεχεία από το Δικαστήριο, εφόσον η προσφυγή τους κριθεί απαράδεκτη κατά την εξέτασή της επί της ουσίας.
24 Σχετικώς πρέπει να γίνει δεκτό ότι, εκ πρώτης όψεως, δεν υπάρχουν τα στοιχεία επιτρέποντα να συναχθεί το παραδεκτό αυτής της προσφυγής.
25 Πρέπει, εκ προοιμίου, να υπομνηστεί ότι το Δικαστήριο, με την απόφασή του της 16ης Ιουνίου 1970 (Alcan κατά Επιτροπής, 69/69, ΕCR 1970, σ. 385), έκρινε ότι το άρθρο 173, δεύτερο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ έχει ως σκοπό να διασφαλίζει την έννομη προστασία των ιδιωτών σε όλες τις περιπτώσεις κατά τις οποίες, χωρίς αυτοί να είναι αποδέκτες μιας αποφάσεως, θίγονται από μια κοινοτική πράξη, ασχέτως εξωτερικής μορφής της, η οποία τους αφορά άμεσα και ατομικά.
26 'Οπως προκύπτει από πάγια νομολογία (βλέπε κυρίως την απόφαση της 17ης Ιουνίου 1980, Calpak και λοιποί, 789-790/79, ΕCR 1980, σ. 1949), ο σκοπός αυτής της διατάξεως είναι ιδίως να μην μπορούν τα κοινοτικά όργανα, επιλέγοντας απλώς τη μορφή του κανονισμού, να αποκλείουν την προσφυγή ιδιώτη κατά αποφάσεως που τον αφορά άμεσα και ατομικά, και να καθίσταται έτσι σαφές ότι η επιλογή του τύπου δεν μπορεί να μεταβάλει τη φύση μιας πράξεως.
27 'Οπως επίσης προκύπτει από πάγια νομολογία, το κριτήριο για τη διάκριση μεταξύ πράξεως κανονιστικής φύσεως και αποφάσεως έγκειται στο κατά πόσον η εν λόγω πράξη έχει ή όχι γενική ισχύ.
28 Πρέπει, συνεπώς, να εξεταστεί η φύση της οδηγίας 88/146 του Συμβουλίου, καθώς και οι έννομες συνέπειες που αυτή έχει σκοπό να παραγάγει ή πράγματι παράγει. Στην προκειμένη περίπτωση επιβάλλεται η διαπίστωση ότι, εκ πρώτης όψεως, η εν λόγω οδηγία φαίνεται να αποτελεί, από τη φύση της, μέτρο γενικής ισχύος. Πράγματι, οι κανόνες που περιέχει, ιδίως η απόλυτη απαγόρευση παραδόσεως ουσιών με ορμονική δράση για την πάχυνση των ζώων εκμεταλλεύσεως εντός της Κοινότητας, εκτός αν συντρέχει θεραπευτικός λόγος, και η απαγόρευση διαθέσεως στην αγορά κρεάτων ζώων στα οποία έχουν χορηγηθεί οι εν λόγω ουσίες, διατυπώνονται κατά γενικό τρόπο και εφαρμόζονται, μέσω των εθνικών νομοθεσιών που θεσπίζουν τα κράτη μέλη για να συμμορφωθούν με την οδηγία αυτή, σε αντικειμενικά προσδιοριζόμενες καταστάσεις και επιφέρουν έννομες συνέπειες έναντι κατηγοριών προσώπων που αναφέρονται κατά τρόπο γενικό και αφηρημένο, δηλαδή έναντι των εταιριών που παράγουν και διανέμουν εντός της κοινής αγοράς ουσίες με ορμονική δράση, καθώς και έναντι του συνόλου των κτηνοτρόφων.
29 Εξάλλου, όπως προκύπτει από πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, η κανονιστική φύση μιας τέτοιας πράξεως δεν θίγεται από το γεγονός και μόνο ότι μπορεί να προσδιοριστεί ο αριθμός ή ακόμη και η ταυτότητα των υποκειμένων του δικαίου στα οποία έχει εφαρμογή.
30 Οι διαπιστώσεις αυτές αρκούν για να συναχθεί, εκ πρώτης όψεως, το απαράδεκτο της προσφυγής ακυρώσεως και, κατά συνέπεια, της αιτήσεως λήψεως ασφαλιστικών μέτρων.
ΔιατακτικόΓια τους λόγους αυτούς
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ
αποφαινόμενος κατά τη διαδικασία λήψεως προσωρινών μέτρων διατάσσει:
1) Απορρίπτει την αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων.
2) Επιφυλάσσεται ως προς τα δικαστικά έξοδα.
Λουξεμβούργο, 13 Ιουλίου 1988.
Top