ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
JEAN MISCHO
της 21ης Μαρτίου 1991 ( *1 )
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι οικαοτές,
1.
Η εταιρία Cargill BV ( στο εξής: Cargill ), με άμεση προσφυγή (υπόθεση C-248/89) ζητεί την ακύρωση του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 1358/89 της Επιτροπής, της 18ης Μαΐου 1989, για τροποποίηση του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 735/85 για τόν καθορισμό του ποσού της ενισχύσεως στον τομέα των ελαιούχων σπόρων ( ΕΕ 1989, L 135, σ. 22). Το παραδεκτό της προσφυγής αυτής δεν αμφισβητήθηκε ούτε είναι αμφισβητήσιμο.
2.
Εξάλλου, με προδικαστική παραπομπή (υπόθεση C-365/89), το College van Beroep voor het Bedrijfsleven te 1 s-Gravenhage ( Κάτω Χώρες) ερωτά το Δικαστήριο ως προς το κύρος του ίδιου κανονισμού 1358/89, το κύρος του κανονισμού 735/85, καθώς και τις συνέπειες που απορρέουν από την ακυρότητα του ενός ή και των δύο προαναφερθέντων κανονισμών.
3.
Ο κανονισμός 1358/89 έχει ως μοναδικό αντικείμενο την τροποποίηση του παραρτήματος III του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 735/85 ( 1 )στον οποίο παρεισέφρησε τυπογραφικό λάθος όσον αφορά τις τιμές μετατροπής του ECU.
4.
Η Επιτροπή αντελήφθη αμέσως το λάθος αυτό και την επομένη εξέδωσε τον κανονισμό ( ΕΟΚ ) 756/85 ( 2 ), περί αναστολής του προκαθορισμού της ενισχύσεως.
5.
Το ίδιο παραπέμπον δικαστήριο είχε υποβάλει ήδη προδικαστικό ερώτημα και το Δικαστήριο, με απόφαση της 28ης Φεβρουαρίου 1989, υπόθεση 201/87, Cargill (Συλλογή 1989, σ. 489), έκρινε ότι:
«1.
0 κανονισμός 756/85 της Επιτροπής είναι ανίσχυρος ενόψει του άρθρου 8, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 1594/83 του Συμβουλίου.
2.
Ενόσω δεν έχει διαπιστωθεί το ανίσχυρο του κανονισμού 735/85 της Επιτροπής, το ανίσχυρο του κανονισμού 756/85 της Επιτροπής συνεπάγεται την υποχρέωση του Produktschap να εκδώσει αναδρομικώς στην Cargill τα αιτηθέντα στις 22 Μαρτίου 1985 πιστοποιητικά με προκαθορισμό και να της καταβάλει την ενίσχυση κατά το οριζόμενο με τον κανονισμό 735/85 της Επιτροπής ποσό. »
6.
Το άρθρο 8, παράγραφος 1, του προαναφερθέντος κανονισμού 1594/83 ( 3 ) όπως ίσχυσε κατά τον χρόνο των περιστατικών, όριζε:
« Σε περίπτωση ανωμάλου καταστάσεως στην αγορά των σπόρων εντός της Κοινότητας, ιδίως όταν ο όγκος των αιτήσεων για εκ των προτέρων καθορισμό της ενισχύσεως δεν φαίνεται να είναι ανάλογος με την κανονική διάθεση των σπόρων που έχουν συγκομισθεί εντός της Κοινότητας, είναι δυνατό να αποφασίζεται, σε περίπτωση που το πιστοποιητικό που αναφέρεται στο άρθρο 4 δεν έχει ακόμη εκδοθεί, η τροποποίηση του ποσού ενισχύσεως και η αναστολή του εκ των προτέρων καθορισμού του ποσού αυτού στο μέτρο που είναι αναγκαίο για την αποκατάσταση της ισορροπίας μεταξύ της αγοράς της Κοινότητας και της διεθνούς αγοράς. »
7.
Το Δικαστήριο έκρινε ότι ο κανονισμός 756/85 ήταν άκυρος για τους ακολούθους λόγους:
« (...) η Επιτροπή δεν μπορούσε να αποφασίσει εγκύρως την αναστολή του προκαθορισμού παρά μόνον αν η κοινοτική αγορά των ελαιούχων σπόρων αντιμετώπιζε, όντως, ανώμαλη κατάσταση διαταράξεως της ισορροπίας» (σκέψη 17),
« (... ) ένα τυπογραφικό λάθος δεν συνιστά, αυτό καθεαυτό, ανώμαλη κατάσταση της αγοράς και δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκη αφεαυτού τον κίνδυνο επελεύσεως μιας τέτοιας καταστάσεως, όπως το αποκαλύπτει η υπό κρίση υπόθεση » ( σκέψη 18 ).
8.
Το Δικαστήριο προσέθεσε, obiter dictum, ότι:
«... ως προς τον κανονισμό 735/85 της Επιτροπής, ο οποίος, κατά τα λεγόμενα των διαδίκων, περιέχει τυπογραφικό λάθος, πρέπει να θεωρείται έγκυρος ενόσω δεν έχει διαπιστωθεί η ακυρότητα του. Το ζήτημα του κύρους του τελευταίου αυτού κανονισμού δεν εγέρθηκε στο πλαίσιο της παρούσας προδικαστικής διαδικασίας» (σκέψη 21 ).
9.
Το αντικείμενο της διαφοράς που εκκρεμεί ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου αφορά πάντοτε την υποχρέωση του εθνικού οργανισμού να εκδώσει αναδρομικά στην Cargill τα πιστοποιητικά προκαθορισμού που ζήτησε στις 22 Μαρτίου 1985 και να της καταβάλει το ποσό της ενισχύσεως που προκύπτει από τα παραρτήματα του κανονισμού 735/85.
10.
Θεωρώ χρήσιμο να εξετάσω, κατ' αρχάς, το ζήτημα του κύρους του κανονισμού 735/85 (δεύτερο υποβληθέν ερώτημα) και, εν συνεχεία να εξετάσω το ζήτημα του κύρους του κανονισμού 1358/89. Η μέθοδος αυτή επιβάλλεται από τη μέριμνα τηρήσεως της χρονολογίας και από το γεγονός ότι το κύρος του κανονισμού 1358/89 μπορεί να εξαρτάται, τουλάχιστον εν μέρει, από την ενδεχόμενη έλλειψη κύρους του κανονισμού 735/85.
Ως προς το κύρος του κανονισμού 735/85
11.
Το δεύτερο ερώτημα στην υπόθεση C-365/89 είναι διατυπωμένο ως εξής:
« Είναι ανίσχυρος ο κανονισμός ( ΕΟΚ ) 735/85 της Επιτροπής, της 21ης Μαρτίου 1985, επειδή δεν είναι ορθές οι προβλεπόμενες ισοτιμίες μετατροπής στο νόμισμα του κράτους μέλους της μεταποιήσεως, εφόσον το κράτος αυτό δεν είναι το ίδιο με το κράτος μέλος της παραγωγής και, επομένως, ο κανονισμός αυτός δεν μπορεί να αποτελέσει τη νομική βάση για τη χορήγηση της ενισχύσεως που ζήτησε η προσφεύγουσα; »
12.
Όπως προκύπτει από το παρατιθέμενο πιο πάνω απόσπασμα, το Δικαστήριο, με την απάντηση στο δεύτερο ερώτημα στην προαναφερθείσα υπόθεση 201/87, σαφώς άφησε ανοικτό το ζήτημα κύρους του κανονισμού 735/85 μολονότι αναγνώρισε, obiter dictum, ότι ο κανονισμός αυτός, κατά τα λεγόμενα των διαδίκων, περιέχει τυπογραφικό λάθος (σκέψη 21). Επομένως, μπορούμε να θεωρήσουμε ότι η ύπαρξη του τυπογραφικού αυτού λάθους είναι δεδομένη. Κατά τη διάρκεια της παρούσας διαδικασίας επιβεβαιώθηκε ότι το λάθος βρισκόταν στο παράρτημα III του κανονισμού, με τίτλο « τιμές ECU που πρέπει να χρησιμοποιηθούν για τη μετατροπή των τελικών ενισχύσεων στο νόμισμα της χώρας μεταποιήσεως όταν αυτή δεν είναι η χώρα παραγωγής. »
13.
Επιβάλλεται εν προκειμένω να υπομνηστεί ότι το άρθρο 33 του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 2681/83 της Επιτροπής, της 21ης Σεπτεμβρίου 1983, για τις λεπτομέρειες εφαρμογής του καθεστώτος ενίσχυσης για τους ελαιούχους σπόρους ( ΕΕ L 266, σ. 1 ), όπως ο κανονισμός αυτός τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1814/84 της Επιτροπής, της 28ης Ιουνίου 1984 ( ΕΕ L 170, σ. 44 ), επιβάλλει στην Επιτροπή τις ακόλουθες υποχρεώσεις:
« 2.
Η Επιτροπή δημοσιεύει στην Επίσημη Εφημερίόα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, σειρά L, αμέσως μετά τον καθορισμό τους:
—
το ποσό της ενίσχυσης σε ECU,
—
το ποσό της τελικής ενίσχυσης, που προκύπτει από τη μετατροπή, σε καθένα από τα εθνικά νομίσματα, του ανωτέρω ποσού, πολλαπλασιασμένο ή μειωμένο κατά το διαφορικό ποσό, που χορηγείται για 100 χιλιόγραμμα σπόρων.
Το ποσό της τελικής ενίσχυσης εκφρασμένο στο νόμισμα κράτους μέλους εφαρμόζεται στους σπόρους που έχουν συλλέγει και μεταποιηθεί σε αυτό το κράτος μέλος.
3.
Ταυτόχρονα με τα ποσά της τελικής ενίσχυσης, η Επιτροπή δημοσιεύει στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, σειρά L, τις συναλλαγματικές ισοτιμίες τοις μετρητοίς και επί προθεσμία του ECU σε εθνικά νομίσματα, καθορισμένα σύμφωνα με το άρθρο 4 του κανονισμού (ΕΟΚ) 1813/84. Οι συναλλαγματικές ισοτιμίες επί προθεσμία καθορίζονται για τους επόμενους μήνες σε σχέση με αυτόν ο οποίος διανύεται, και για τους οποίους η ενίσχυση είναι δυνατόν να καθοριστεί εκ των προτέρων.
4.
Στην περίπτωση κατά την οποία ο σπόρος έχει συλλέγει σε κράτος μέλος και μεταποιηθεί σε άλλο κράτος μέλος, η ενίσχυση που χορηγείται είναι ίση με την τελική ενίσχυση εκφρασμένη στο ποσό του κράτους μέλους παραγωγής και αναφέρεται στην παράγραφο 2, εκφρασμένη στο νόμισμα του κράτους μέλους μεταποίησης, βάσει της ισοτιμίας που καθορίζεται με διμερή συμφωνία και προκύπτει από τις συναλλαγματικές ισοτιμίες που αναφέρονται στην παράγραφο 3.
Οι συναλλαγματικές ισοτιμίες που χρησιμοποιούνται είναι αυτές που ισχύουν (... ) »
14.
Εν προκειμένω, το καθαυτό ποσό της ενισχύσεως, το οποίο υπολογίστηκε σύμφωνα με την ανωτέρω παράγραφο 2 και, όσον αφορά τους σπόρους ηλιάνθου, δημοσιεύθηκε στο παράρτημα II του κανονισμού 735/85, δεν αμφισβητήθηκε πραγματικά, αυτό δε παρά τις παρατηρήσεις που υπέβαλε η Cargill σχετικά με το υπερβολικό περιθώριο εκτιμήσεως που, κατά τη γνώμη της, διαθέτει η Επιτροπή για την κατασκευή της « τιμής της διεθνούς αγοράς » κατά το άρθρο 27 του κανονισμού 136/66/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 22ας Σεπτεμβρίου 1966, περί δημιουργίας κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των λιπαρών ουσιών ( 4 ) (στο εξής: βασικός κανονισμός).
15.
Μπορώ, επομένως, να εκκινήσω από την αρχή ότι η ενίσχυση αυτή ήταν σύμφωνη με το άρθρο 27, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού, που έχει ως εξής:
« Όταν η ενδεικτική τιμή που ισχύει για ένα είδος σπόρου είναι ανώτερη της τιμής της διεθνούς αγοράς, που καθορίζεται για το είδος αυτό σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 29, χορηγείται ενίσχυση για τους σπόρους του εν λόγω είδους που έχουν συγκομισθεί και μεταποιηθεί εντός της Κοινότητος' με την επιφύλαξη των εξαιρέσεων (...) η ενίσχυση αυτή είναι ίση με τη διαφορά μεταξύ των τιμών αυτών. »
16.
Αντίθετα, όταν πρόκειται για σπόρους που έχουν συγκομισθεί σε ένα κράτος μέλος και μεταποιηθεί σε άλλο κράτος μέλος εφαρμόζονται οι συναλλαγματικές ισοτιμίες που καθορίστηκαν σύμφωνα με τις παραγράφους 3 και 4 του προαναφερθέντος άρθρου 33 και δημοσιεύθηκαν στο παράρτημα III των κανονισμών περί καθορισμού του ποσού των ενισχύσεων. Όταν οι ισοτιμίες αυτές καθορίστηκαν κατά τρόπο εσφαλμένο, η ενίσχυση που έλαβε ο επιχειρηματίας δεν ανταποκρίνεται πλέον στη διαφορά μεταξύ της ενδεικτικής τιμής και της τιμής της διεθνούς αγοράς, κατά παράβαση του άρθρου 27, παράγραφος 1, του βασικού κανονισμού.
17.
Αυτό συνέβη εν προκειμένω, καθόσον οι συναλλαγματικές ισοτιμίες που περιλαμβάνονται στο παράρτημα III δεν καθορίστηκαν σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 33 του κανονισμού 2681/83.
18.
Πράγματι, όπως αναφέρει η Επιτροπή ( 5 ),
« όσον αφορά την τιμή του ECU τοις μετρητοίς, τα στοιχεία που δημοσιεύθησαν στις 21 και 22 Μαρτίου στη σειρά C της Επίσημης Εφημερίδας των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ( 6 ) φωτίζουν αναμφίβολα το προφανές λάθος που περιέχει το παράρτημα III του κανονισμού 735/85. Η τιμή του ECU σε γαλλικά φράγκα όπως δημοσιεύθηκε, επομένως, γνωστή σε κάθε επιχειρηματία της Κοινότητας, ήταν περίπου 6,82 FF για ένα ECU, ενώ η τιμή που περιλαμβανόταν στο παράρτημα III ήταν 6,02 FF, ήτοι, λάθος άνω του 10 %. Η ζημία την οποία επικαλείται η Cargill προκύπτει απευθείας και αποκλειστικά από το προφανές αυτό λάθος ως προς τις συναλλαγματικές ισοτιμίες του ECU σε γαλλικά φράγκα, καθόσον τα ποσά της ενισχύσεως που καθορίστηκαν στο παράρτημα II ήταν ακριβή. Πράγματι, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 33, παράγραφος 4, πρώτο εδάφιο, του προαναφερθέντος κανονισμού 2681/83, το ποσό της ενισχύσεως που προκύπτει από την εφαρμογή της εσφαλμένης αυτής τιμής ανέρχεται σε:
120,69 FF ήτοι 52,04 HFL ανά 100 χιλιόγραμμα (120,69: 6,025 x 2,598150 = 52,04), ενώ η εφαρμογή της ορθής τιμής της παρέχει δικαίωμα ενισχύσεως που ανέρχεται σε:
120,69 FF ήτοι 44,68 HFL ανά 100 χιλιόγραμμα ( 120,69: 6,802180 χ 2,51827 = 44,68)
Η διαφορά αυτή μεταξύ του εσφαλμένου ποσού της τελικής ενισχύσεως και του ορθού ποσού, ήτοι 7,36 HFL ή 2,92 ECU (7,36: 2,51827 = 2,923 ), είναι σημαντική ».
19.
Η Επιτροπή προσθέτει ότι, για εταιρία όπως η Cargill, η διαφορά αυτή ισοδυναμούσε σχεδόν με το κόστος μεταποιήσεως των σπόρων για τους οποίους πρόκειται. Το παράρτημα III του κανονισμού 735/85 ήταν επομένως παράνομο και η εφαρμογή του είχε ως αποτέλεσμα ότι οι ίδιες οι ενισχύσεις ήταν παράνομες.
20.
Ωστόσο, η Cargill ισχυρίζεται ότι, ακόμη και αν ο κανονισμός 735/85 ήταν άκυρος, αυτό δεν θα είχε συνέπειες ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, διότι μια δημόσια αρχή (εν προκειμένω ο Produktschap) δεν μπορούσε να αντιτάξει την ακυρότητα μιας κανονιστικής ρυθμίσεως που θεσπίστηκε από την ίδια αυτή αρχή ή, ενδεχομένως, μιας κανονιστικής ρυθμίσεως η οποία έχει εφαρμογή στην ίδια τη δημόσια αρχή, στον ενδιαφερόμενο πολίτη ο οποίος της ζητεί να τηρήσει την εν λόγω κανονιστική ρύθμιση. Η επιχειρηματολογία αυτή δεν μπορεί προφανώς να γίνει δεκτή διότι η ακυρότητα ενός κανονισμού υπάρχει κατ' ανάγκη έναντι πάντων.
21.
Όσον αφορά το δεύτερο ερώτημα που υπέβαλε το College van Beroep, καταλήγω στο συμπέρασμα ότι το παράρτημα III του κανονισμού 735/85 είναι άκυρο και, συνεπώς, δεν μπορούσε να αποτελέσει τη βάση για τη χορήγηση της ενισχύσεως που ζήτησε η προσφεύγουσα, η οποία ενίσχυση θα συνεπαγόταν ακριβώς τη χρησιμοποίηση των συναλλαγματικών ισοτιμιών του ECU που περιλαμβάνονταν στο παράρτημα αυτό.
22.
Όπως περιέγραψα μόλις προηγουμένως την έκταση του διαπραχθέντος λάθους, θα ήθελα ευθύς αμέσως να εξετάσω εμπεριστατωμένα το ζήτημα αυτό, καθώς και το ζήτημα αν η Cargill έπρεπε κατ' ανάγκη να αντιληφθεί αυτό το λάθος ή, αντιθέτως, μπορούσε θεμιτώς να δώσει πίστη στους αριθμούς του παραρτήματος III.
23.
Σχετικώς, επιβάλλεται η παρατήρηση ότι στο παράρτημα III του κανονισμού ο οποίος είχε προηγηθεί αμέσως του κανονισμού 735/85, δηλαδή του κανονισμού 672/85, της 14ης Μαρτίου 1985 ( ΕΕ L 74, σ. 79 ), η τιμή τοις μετρητοίς του γαλλικού φράγκου σε σχέση με το ECU είχε καθοριστεί σε 6,799470. Η διαφορά μεταξύ της τιμής αυτής και της εσφαλμένης τιμής που περιλαμβάνεται στον κανονισμό 735/85, δηλαδή 6,025450, δεν θα μπορούσε να εξηγηθεί παρά μόνον αν στο μεταξύ είχε γίνει υποτίμηση του γαλλικού φράγκου της τάξεως του 11 ο/ο. Στην περίπτωση αυτή θα επρόκειτο για « ανταγωνιστική υποτίμηση », πολύ σημαντικότερη από τις υποτιμήσεις οι οποίες πραγματοποιήθηκαν κατά τις προηγούμενες νομισματικές προσαρμογές. Όμως, όλοι οι υπάλληλοι της εταιρίας Cargill οι οποίοι ήταν επιφορτισμένοι με τις αγορές ή τις πωλήσεις όφειλαν να γνωρίζουν ότι μια τέτοια υποτίμηση του γαλλικού φράγκου, ούτε και μικρότερη υποτίμηση, δεν είχε πραγματοποιηθεί από την προηγούμενη εβδομάδα. Επομένως, δεν μπορούσε να τους διαφύγει ότι το παράρτημα III του κανονισμού 735/85 περιελάμβανε σημαντικά λάθη και ότι η εφαρμογή του κατ' ανάγκη θα οδηγούσε στη χορήγηση ενισχύσεως με ποσά ασυμβίβαστα με τα κριτήρια που καθιέρωνε η κοινοτική κανονιστική ρύθμιση στον τομέα αυτόν. Εξάλλου, η Επιτροπή ανέφερε ότι οι εκπρόσωποι πολλών εταιριών, μεταξύ των οποίων ένας υπάλληλος της Cargill-Amsterdam, της είχαν τηλεφωνήσει για να επισημάνουν τα λάθη και να της ζητήσουν τι επρόκειτο να πράξει. Λαμβάνοντας υπόψη την κατάσταση, ορισμένες άλλες εταιρίες φαίνεται ότι παραιτήθηκαν από το να ζητήσουν πιστοποιητικό προκαθορισμού στις 22 Μαρτίου 1985 και εταιρίες οι οποίες είχαν ζητήσει πιστοποιητικό φαίνεται ότι δεν κίνησαν τη δικαστική διαδικασία όταν δεν έλαβαν τέτοιο πιστοποιητικό.
24.
Η εταιρία Cargill υπέβαλε αιτήσεις προκαθορισμού της ενισχύσεως για ποσότητα 10000 τόννων σπόρων ηλιάνθου. Αναφέρει ότι την ίδια ημέρα συνήψε όχι μόνο συμβάσεις αγοράς αλλά και συμβάσεις πωλήσεως που αφορούσαν 10700 τόννους περίπου.
25.
Όμως, θεωρώ ότι, όπως προκύπτει από ό,τι εξέθεσα προηγουμένως, οι σοβαρές πλημμέλειες που περιείχε το παράρτημα III ήταν τόσο προφανείς για κάθε κατ' επάγγελμα επιχειρηματία, ώστε να απέκλειαν ότι οποιαδήποτε εταιρία μπορούσε να δώσει πίστη στη νομιμότητα της πράξεως αυτής.
26.
Επιπροσθέτως, κάθε εμπορική εταιρία πρέπει να γνωρίζει ότι η υποβολή της αιτήσεως για την έκδοση πιστοποιητικού προκαθορισμού δεν παρέχει αυτοδικαίως δικαίωμα ενισχύσεως: το δικαίωμα αυτό γεννάται μόνο με την έκδοση του πιστοποιητικού. Εξάλλου, η κανονιστική ρύθμιση προβλέπει ρητά τη δυνατότητα αναστολής των προκαθορισμών. Επομένως, κανένας συνετός και πληροφορημένος επιχειρηματίας δεν συνάπτει συμβάσεις αγοράς ή πωλήσεως πριν λάβει πραγματικά το αιτηθέν πιστοποιητικό προκαθορισμού. Κατά μείζονα λόγο θα αποφύγει να το πράξει όταν οι δημοσιευθείσες τιμές του ECU προϋποθέτουν ότι πραγματοποιήθηκε μεγάλη υποτίμηση ενώ κανένας δεν είχε ακούσει κάτι τέτοιο.
27.
Η Cargill, στο σημείο 27 του υπομνήματος απαντήσεως στην υπόθεση C-248/89, υποστηρίζει ακόμη ότι
« οι ισχυρισμοί της Επιτροπής σχετικά με το ότι το λάθος που αυτή διέπραξε προέκυπτε από την πρώτη ανάγνωση της Επίσημης Εφημερίδας είναι επιπλέον χωρίς ενδιαφέρον διότι τα πρόσωπα τα οποία, στις επιχειρήσεις όπως η Cargill, ασκούν λογιστικά καθήκοντα δεν στηρίζονται στις δημοσιεύσεις στην Επίσημη Εφημερίδα (η οποία εν πάση περιπτώσει κυκλοφορεί πολύ αργά ) αλλά στις δημοσιεύσεις των εθνικών εκτελεστικών οργανισμών, στις οποίες αναδημοσιεύονται οι τιμές της Επιτροπής. 'Ετσι, κάθε φορά, η MVO δημοσιεύει τα “ καθαρά ποσά των ενισχύσεων στις Κάτω Χώρες” που υπολογίζονται από την MVO βάσει των συντελεστών ενισχύσεως και των συντελεστών μετατροπής που αναφέρονται στην Επίσημη Εφημερίδα. Τα πρόσωπα τα οποία ασκούν λογιστικά καθήκοντα δίνουν πίστη στη δημοσίευση αυτή. Τα ποσά των ενισχύσεων που αναφέρονται στη δημοσίευση αυτή κυμαίνονται αισθητά και τακτικά. Το ποσό της ενισχύσεως σε HFL που δημοσιεύθηκε στις 22 Μαρτίου 1985 ήταν σημαντικά υψηλότερο από το ποσό που είχε εφαρμογή προηγουμένως. Πάντως, η μεταβολή δεν ήταν καθόλου δραματική ή εξαιρετική ».
28.
Πρέπει σχετικώς να υπομνηστεί ότι από τη νομολογία προκύπτει ότι οι κατ' επάγγελμα επιχειρηματίες δεν πρέπει να δίνουν πίστη σε ορισμένα έγγραφα που δημοσιεύονται σε ορισμένα κράτη μέλη, όπως το εν χρήσει γερμανικό δασμολόγιο, αλλά οφείλουν να εξακριβώνουν τις ενδείξεις που περιλαμβάνονται σ' αυτά συγκρίνοντας τις με αυτές της Επίσημης Εφημερίδας ( 7 ).
29.
Εξάλλου, αποδεικνύεται ότι το έγγραφο που προσαρτάται στο υπόμνημα απαντήσεως της Cargill δεν περιλαμβάνει μόνον τα προαναφερθέντα καθαρά ποσά των ενισχύσεων για τους σπόρους που αγοράστηκαν στη Γαλλία και μεταποιήθηκαν στις Κάτω Χώρες, αλλά, σε χωριστό πίνακα, και τις εσφαλμένες τιμές ECU, όπως αυτές περιλαμβάνονταν στο παράρτημα III του κανονισμού 735/85. Διαπιστώνοντας ότι τα καθαρά ποσά της ενισχύσεως σε HFL για τους σπόρους αυτούς ήταν εξαιρετικά υψηλά, η Cargill μπορούσε επομένως να διαπιστώσει ευχερώς, ακόμη και αν δεν συμβουλευόταν την ολλανδική αυτή δημοσίευση, ότι τα ποσά αυτά μπορούσε να εξηγηθούν από τις εσφαλμένες συναλλαγματικές ισοτιμίες, οι οποίες επίσης αναδημοσιεύονταν.
30.
Επομένως, είναι καθόλα προφανές ότι η Cargill δεν μπορεί να επικαλείται στις υποθέσεις αυτές τις αρχές της ασφαλείας δικαίου και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.
Ως προς το κύρος του κανονισμού 1358/89
31.
Η άμεση προσφυγή που άσκησε η Cargill αποβλέπει στο να διαπιστωθεί η ακυρότητα του κανονισμού 1358/89. Άλλωστε, το πρώτο ερώτημα που υπέβαλε το College van Beroep είναι διατυπωμένο ως εξής:
« Είναι ανίσχυρος ο κανονισμός ( ΕΟΚ ) 1358/89 της Επιτροπής, της 18ης Μαΐου 1989, αν ληφθούν υπόψη όσα αναπτύσσονται σχετικά στην παρούσα απόφαση; »
32.
Η Cargill προβάλλει τρεις λόγους για να υποστηρίξει την ακυρότητα του κανονισμού αυτού, ήτοι, την παράβαση του άρθρου 8 του κανονισμού 1594/83, την κατάχρηση εξουσίας, καθώς και την παραβίαση των αρχών της ασφαλείας δικαίου και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης.
Επί της παραβάσεως του άρθρου 8 του κανονισμού 1594/83
33.
Όσον αφορά τα επιχειρήματα που ανέπτυξε η Cargill προς στήριξη της αιτιάσεως αυτής ας μου επιτραπεί να παραπέμψω στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση στην προδικαστική υπόθεση (υπόθεση C-365/89, II, πρώτο προδικαστικό ερώτημα, σημείο 1 ).
34.
Το ουσιαστικό επιχείρημα της Cargill συνίσταται στον ισχυρισμό ότι μετά την επελθούσα το 1986 τροποποίηση του άρθρου 8, με την οποία καταργήθηκε η διάταξη ως προς τη μεταβολή της ενισχύσεως, η αναστολή του προκαθορισμού είναι η μόνη θεραπεία που διαθέτει η Επιτροπή όταν διαπράττεται τυπογραφικό λάθος στα ποσά των ενισχύσεων που δημοσιεύει. Κατά την Cargill, η Επιτροπή δεν νομιμοποιείται να προσαρμόσει τα ποσά της ενισχύσεως.
35.
Υπενθυμίζω, κατ' αρχάς, ότι οι δύο πρώτες παράγραφοι της νέας διατυπώσεως του άρθρου 8 έχουν ως εξής ( 8 ):
« 1.
Σε περίπτωση ανώμαλης κατάστασης, η οποία έχει σαν αποτέλεσμα ή ενδέχεται να έχει σαν αποτέλεσμα διατάραξη της κοινοτικής αγοράς των ελαιούχων σπόρων, είναι δυνατόν να αποφασιστεί αναστολή του προκαθορισμού της ενίσχυσης για την περίοδο που είναι αναγκαία για την αποκατάσταση της ισορροπίας της αγοράς.
2.
Η αναστολή που αναφέρεται στην παράγραφο 1 μπορεί να αφορά και τα σχετικά με τον προκαθορισμό μέρη των πιστοποιητικών που αναφέρονται στο άρθρο 4, για τα οποία έχει υποβληθεί αίτηση αλλά που δεν έχουν ακόμη εκδοθεί στην περίπτωση:
α)
που υπάρχει τυπογραφικό λάθος στο ποσό της ενίσχυσης που δημοσιεύθηκε,
β)
που ορισμένοι παράγοντες μπορούν να δημιουργήσουν στρέβλωση των νομισματικών σχέσεων μεταξύ των κρατών μελών, και όταν αυτές οι περιπτώσεις μπορούν να δημιουργήσουν διακρίσεις μεταξύ των ενδιαφερομένων μερών. »
36.
Επομένως, από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, σε περίπτωση τυπογραφικού λάθους ως προς το ποσό της ενισχύσεως και όταν συντρέχουν ορισμένες άλλες προϋποθέσεις, η αναστολή του προκαθορισμού μπορεί να επεκταθεί στα πιστοποιητικά τα οποία έχουν ζητηθεί και δεν έχουν εκδοθεί ακόμη. Μήπως αυτό σημαίνει επίσης ότι η Επιτροπή δεν έχει ποτέ το δικαίωμα να επανορθώσει το τυπογραφικό λάθος που παρατηρήθηκε, ιδίως όταν το λάθος αυτό δεν αφορά το καθαυτό ποσό της ενισχύσεως αλλά τις τιμές ECU που δημοσιεύθηκαν στο παράρτημα III;
37.
Δεν το νομίζω. Σημειώνω, κατ' αρχάς, ότι οι τρεις πίνακες που επισυνάπτονται στον επίδικο κανονισμό περιλαμβάνουν μια στήλη « τρέχων μήνας » όπου ορίζεται η ενίσχυση που πρέπει να χορηγηθεί ή η τιμή ECU που πρέπει να χρησιμοποιηθεί την ίδια ημέρα, δηλαδή στις περιπτώσεις όπου δεν έχει ζητηθεί κανένας προκαθορισμός. Όμως, η αναστολή του προκαθορισμού δεν μπορεί σε καμιά περίπτωση να παράσχει τη δυνατότητα θεραπείας των αρνητικών συνεπειών οι οποίες απορρέουν από λάθος που ασκεί επιρροή στις στήλες « τρέχων μήνας ».
38.
Άλλωστε, το κοινοτικό όργανο έχει πάντοτε την εξουσία να τροποποιεί μία από τις πράξεις του τηρώντας την αρχή του « παραλληλισμού των τύπων ». Αυτό έπραξε η Επιτροπή εν προκειμένω. Πράγματι, ο κανονισμός 1358/89 ουδόλως βασίζεται στο άρθρο 8 του κανονισμού 1594/83, αλλά στις ίδιες διατάξεις στις οποίες βασιζόταν ο κανονισμός 735/85 που έπρεπε να διορθωθεί. Τίθεται μόνον ένα πρόβλημα όταν η τροποποίηση αυτή έχει αναδρομικό αποτέλεσμα: στην περίπτωση αυτή η δικαιολογημένη εμπιστοσύνη των ενδιαφερομένων πρέπει να γίνει σεβαστή, υπό την προϋπόθεση ότι μπορεί να γίνει επίκληση της αρχής αυτής. Όμως, όπως έχω αναφέρει ήδη, κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει εν προκειμένω.
39.
Το επιχείρημα ως προς την παράβαση του άρθρου 8 του κανονισμού 1594/83 δεν μπορεί επομένως να γίνει δεκτό.
Επί της καταχρήσεως εξουσίας
40.
Δεύτερον, η Cargill προσάπτει στην Επιτροπή ότι, με την έκδοση του κανονισμού 1358/89, θέλησε να διατηρήσει τη νομική κατάσταση που είχε δημιουργήσει με τον κανονισμό 756/85. Η Επιτροπή δεν είχε τώρα καμιά δυνατότητα να επιτύχει με άλλο μέσο το ίδιο αποτέλεσμα με εκείνο το οποίο επιδίωξε να επιτύχει με τον κανονισμό περί αναστολής του προκαθορισμού, ο οποίος κρίθηκε άκυρος. Επομένως, η συμπεριφορά της Επιτροπής δεν συνιστά τίποτε άλλο παρά προσπάθεια να αποστερήσει από την απόφαση που εξέδωσε το Δικαστήριο στην υπόθεση 201/87 την πρακτική της αποτελεσματικότητα' έτσι, η Επιτροπή υπερέβη τις αρμοδιότητες της, πράγμα που συνεπάγεται την ακυρότητα του κανονισμού 1358/89.
41.
Με την πρόσφατη απόφαση της 13ης Νοεμβρίου 1990, υπόθεση C-331/88, Fedesa ( Συλλογή 1990, σ. Ι-4023 ), το Δικαστήριο υπέμνησε τον ορισμό της καταχρήσεως εξουσίας:
« (... ) όπως προκύπτει από παγία νομολογία του Δικαστηρίου ( βλ. ιδίως τις αποφάσεις της 21ης Φεβρουαρίου 1984, 140/82, 146/82, 221/82 και 226/82, Walzstahl-Vereinigung και Thyssen, Συλλογή 1984, σ. 951, σκέψη 27, και της 21ης Ιουνίου 1984, 69/83, Lux κατά Ελεγκτικού Συνεδρίου, Συλλογή 1984, σ. 2447, σκέψη 30 ), μια απόφαση εκδίδεται κατά κατάχρήση εξουσίας όταν από αντικειμενικές, κρίσιμες και συγκλίνουσες ενδείξεις προκύπτει ότι εκδόθηκε με αποκλειστικό ή, τουλάχιστον, πρωταρχικό σκοπό άλλο εκτός του υπ' αυτής αναφερομένου ή την καταστρατήγηση της διαδικασίας που προβλέπεται ειδικά στη Συνθήκη για την αντιμετώπιση των οικείων περιστάσεων » ( σκέψη 24 ).
42.
Εξετάζω, πρώτον, αν ο σκοπός που επιδιώκεται με τον κανονισμό 1358/89 είναι διαφορετικός του αναφερομένου στον κανονισμό.
43.
Ο αναφερόμενος σκοπός είναι εκείνος που εκτίθεται στις αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού αυτού, όπου αναπτύσσεται ουσιαστικά η εξής συλλογιστική: το τυπογραφικό λάθος στους συντελεστές μετατροπής του ECU, που περιλαμβάνονται στο παράρτημα III του κανονισμού 735/85, θα οδηγούσε σε ενισχύσεις των οποίων το ποσό θα ήταν πάρα πολύ υψηλό ως προς ορισμένους επιχειρηματίες για να προληφθεί αυτό το αδικαιολόγητο και διακριτικό πλεονέκτημα η Επιτροπή εξέδωσε από της επομένης τον κανονισμό 756/85, περί αναστολής του προκαθορισμού, και τον κανονισμό 755/85, περί καθορισμού των διορθωμένων συναλλαγματικών συντελεστών ( 9 ) επειδή ο τελευταίος αυτός κανονισμός τέθηκε σε ισχύ μόλις στις 23 Μαρτίου 1985 και ο κανονισμός 756/85 ακυρώθηκε από το Δικαστήριο, έπρεπε να επαναφερθούν οι ορθοί συναλλαγματικοί συντελεστές που είχαν εφαρμογή στις αιτήσεις οι οποίες είχαν κατατεθεί στις 22 Μαρτίου 1985, αυτό δε, και πάλι, προκειμένου να αποφευχθεί η αδικαιολόγητη καταβολή ενισχύσεως σε ορισμένους επιχειρηματίες.
44.
Η Cargill κατά κανένα τρόπο δεν αμφισβήτησε ότι οι λόγοι που οδήγησαν την Επιτροπή να εκδώσει τον κανονισμό 1358/89 ήταν ακριβώς οι αναφερόμενοι. Με άλλα λόγια, δεν υπήρξε καμιά διαφορά μεταξύ του « αναφερομένου σκοπού » και του σκοπού που πράγματι επιδιωκόταν.
45.
Απομένει να εξακριβωθεί αν η Επιτροπή επιδίωξε « την καταστρατήγηση της διαδικασίας που προβλέπεται ειδικά στη Συνθήκη για την αντιμετώπιση των οικείων περιστάσεων » ή, εν προκειμένω, διαδικασία προβλεπόμενη ειδικά από τους κανονισμούς οι οποίοι έχουν εφαρμογή στον οικείο τομέα. Σχετικώς, δεν μπορεί να υπάρχει αμφιβολία ότι η Επιτροπή επιδίωξε, με την τροποποίηση των τιμών ΕCU, να επιτύχει τον ίδιο σκοπό με εκείνον που ήθελε να επιτύχει με την αναστολή του προκαθορισμού, δηλαδή να μη καταβληθεί σε επιχειρηματίες υψηλότερη ενίσχυση από εκείνη την οποία δικαιούνταν.
46.
Δεν είναι όμως ακριβής ο ισχυρισμός ότι, ενεργώντας κατ' αυτόν τον τρόπο, η Επιτροπή στέρησε την απόφαση που εξέδωσε το Δικαστήριο στην υπόθεση 201/87 από το πρακτικό της αποτέλεσμα. Με την απόφαση αυτή το Δικαστήριο ακύρωσε το μέτρο αναστολής του προκαθορισμού. Όμως, το μέτρο αυτό είναι και εξακολουθεί να είναι άκυρο. Αντίθετα, το Δικαστήριο δεν αποφάνθηκε επί του κύρους ή της ακυρότητας του κανονισμού 735/85, διότι το Δικαστήριο της παραπομπής δεν είχε υποβάλει σχετικό ερώτημα. Επομένως, η Επιτροπή μπορούσε να θεωρήσει τον κανονισμό αυτόν ως ( εν μέρει ) άκυρο και να χρησιμοποιήσει το δεύτερο μέσο που διαθέτει, δηλαδή την αναδρομική τροποποίηση ή τη μερική ανάκληση της πράξεως και την αντικατάσταση της, προκειμένου να θεραπεύσει την έλλειψη αυτή.
47.
Πράγματι, όπως έχω αναφέρει ήδη, κάθε κοινοτικό όργανο έχει πάντοτε το δικαίωμα να τροποποιήσει μια από τις πράξεις του, τηρώντας την αρχή του παραλληλισμού των τύπων, και να προβεί στην επανόρθωση αυτή αναδρομικά φροντίζοντας όμως να μη προσβάλει τη δικαιολογημένη εμπιστοσύνη των ενδιαφερομένων.
48.
Εξάλλου, η Επιτροπή μπορούσε να δώσει αναδρομικό αποτέλεσμα μιας ημέρας στον κανονισμό 755/85, της 22ας Μαρτίου 1985, με τον οποίο διορθώθηκε το παράρτημα III αναδρομικώς από 23 Μαρτίου 1985. Ο λόγος για τον οποίο δεν το έπραξε εξακολουθεί να αποτελεί μυστήριο. Εν πάση περιπτώσει, το γεγονός ότι χρησιμοποίησε πρώτα την αναστολή των προκαθορισμών δεν της στερεί το δικαίωμα να διορθώσει το σφάλμα. Χρησιμοποιώντας το δεύτερο αυτό μέσο, αφού το πρώτο αποδείχθηκε αναποτελεσματικό, κατόπιν της αποφάσεως του Δικαστηρίου, η Επιτροπή δεν « καταστρατήγησε τη διαδικασία », αλλά απλώς προσέφυγε σε άλλο μέσο που είχε στη διάθεση της για να επιτύχει νόμιμο σκοπό.
49.
Επομένως, προτείνω στο Δικαστήριο να απορρίψει την αιτίαση ως προς την κατάχρηση εξουσίας.
Επί της παραβιάσεως της αρχής της ασφαλείας δικαίου
50.
Η Cargill βάλλει επίσης κατά του κύρους του κανονισμού ισχυριζόμενη ότι, λόγω του αναδρομικού του αποτελέσματος, παραβιάζει την αρχή της ασφαλείας δικαίου.
51.
Σχετικώς, επιβάλλεται η υπόμνηση ότι, από παγία νομολογία του Δικαστηρίου, προκύπτει ότι,
« μολονότι, κατά γενικό κανόνα, η αρχή της ασφαλείας των εννόμων καταστάσεων αντιτίθεται στον καθορισμό ενάρξεως της χρονικής ισχύος των κοινοτικών πράξεων από ημερομηνία προγενέστερη της δημοσιεύσεως τους, επιτρέπεται κατ' εξαίρεση το αντίθετο όταν το επιβάλλει ο επιδιωκόμενος σκοπός και όταν η δικαιολογημένη εμπιστοσύνη των ενδιαφερομένων γίνεται πλήρως σεβαστή » ( 10 ).
52.
Στην περίπτωση όμως αυτή
« οι αποφάσεις που έχουν τέτοιο αποτέλεσμα πρέπει πάντως να περιέχουν στις αιτιολογικές τους σκέψεις μνεία των συνθηκών που δικαιολογούν το επιδιωκόμενο αναδρομικό αποτέλεσμα » ( 11 ).
53.
Με τις αιτιολογικές σκέψεις του κανονισμού 1358/89, η Επιτροπή ανέφερε ακριβώς τους λόγους οι οποίοι την οδήγησαν να προσδώσει στον κανονισμό αναδρομικό αποτέλεσμα. Οι λόγοι αυτοί, δηλαδή η αναγκαιότητα να αποφευχθεί η χορήγηση αδικαιολόγητου πλεονεκτήματος, είναι πλήρως πειστικοί.
54.
Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση που καθορίζει η νομολογία την οποία μόλις προηγουμένως παρέθεσα, δηλαδή ο σεβασμός της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης των ενδιαφερομένων, έχω εκθέσει ήδη πιο πάνω τους λόγους για τους οποίους θεωρώ ότι η Cargill δεν μπορούσε καλοπίστως να θεωρήσει ότι οι αριθμοί που περιλαμβάνονταν στο παράρτημα III του κανονισμού 735/85 ήταν ορθοί.
55.
Μπορεί επίσης να θεωρηθεί, όπως πράττει η Επιτροπή, ότι η νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με την ανάκληση των πράξεων έχει μάλλον εφαρμογή εν προκειμένω, έστω και αν η νομολογία αυτή αφορά την ανάκληση διοικητικών πράξεων (προσωπικής ισχύος) και όχι την ανάκληση πράξεων γενικής ισχύος. Απ' αυτό προκύπτει ότι
« η ανάκληση παρανόμου πράξεως επιτρέπεται εφόσον γίνεται εντός ευλόγου προθεσμίας, και εφόσον η Επιτροπή έλαβε επαρκώς υπόψη το πόσο ο προσφεύγων ενδεχομένως εβασίσθη στη νομιμότητα της πράξεως » ( 12 ).
56.
Υπενθυμίζω ότι κατέληξα ήδη στην έλλειψη κύρους του παραρτήματος III του κανονισμού 735/85. Επομένως, στην περίπτωση αυτή πρόκειται για ανάκληση παράνομης πράξεως.
57.
Η Cargill ισχυρίζεται ότι η Επιτροπή, λαμβάνοντας το μέτρο ανακλήσεως τέσσερα έτη μετά την έκδοση του κανονισμού αυτού, δεν τήρησε το κριτήριο της « εύλογης προθεσμίας ».
58.
Πάντως, είναι γεγονός ότι η Επιτροπή έλαβε αμέσως το μέτρο της αναστολής του προκαθορισμού ώστε οι επιχειρηματίες να μη επωφεληθούν από αδικαιολόγητο πλεονέκτημα που θα μπορούσε να προκύψει από τις εσφαλμένες συναλλαγματικές ισοτιμίες. Ανέφερε, ορθώς κατά τη γνώμη μου, ότι η αναγκαιότητα της εκ νέου παρεμβάσεως της προέκυψε μόνο μετά την απόφαση του Δικαστηρίου ( υπόθεση 201/87 ). Αρχικά είχε λάβει υπόψη τη δυνατότητα, την οποία άλλωστε υπέδειξε έμμεσα το Δικαστήριο, ότι το παραπέμπον ολλανδικό δικαστήριο θα υπέβαλλε νέο προδικαστικό ερώτημα στο Δικαστήριο, αυτή τη φορά ως προς το κύρος του κανονισμού 735/85. Επειδή δεν υπήρξε αμέσως δεύτερη προδικαστική παραπομπή επί του ζητήματος αυτού, η ίδια η Επιτροπή συνήγαγε τις συνέπειες της αποφάσεως με την οποία αναγνωρίστηκε η ακυρότητα του κανονισμού, αναστέλλοντας τον προκαθορισμό, και του διαπραχθέντος λάθους κατά την έκδοση του κανονισμού 735/85, εκδίδοντας στις 18 Μαΐου 1989 τον κανονισμό 1358/89. Ενόψει των περιστάσεων αυτών, θεωρώ ότι το χρονικό διάστημα που πρέπει να ληφθεί υπόψη δεν είναι εκείνο που παρεμβάλλεται μεταξύ των κανονισμών 735/85 και 1358/89, αλλά το μικρότερο των τριών μηνών χρονικό διάστημα — και συνεπώς καθόλα εύλογο — το οποίο παρήλθε από την έκδοση του τελευταίου αυτού κανονισμού έως την έκδοση της αποφάσεως του Δικαστηρίου.
59.
Θα ήθελα να προσθέσω ακόμα μια λέξη σχετικά με το επιχείρημα της Cargill ότι εσφαλμένως η Επιτροπή αναφέρεται, στην τελευταία αιτιολογική σκέψη του επίδικου κανονισμού, στην ανάγκη να μη λάβουν οι εμπορευόμενοι, των οποίων οι αιτήσεις πιστοποιητικών προκαθορισμού της ενισχύσεως ανεστάλησαν βάσει του κανονισμού 756/85, αδικαιολόγητη και « διακριτική ενίσχυση σε σχέση με τους άλλους εμπορευόμενους ».
60.
Η εταιρία παρατηρεί ότι άλλοι επιχειρηματίες, οι οποίοι δεν είχαν ζητήσει προκαθορισμό, έλαβαν « την ενίσχυση της ημέρας » που καθορίστηκε στο παράρτημα III του κανονισμού 735/85 ( στήλη « τρέχων μήνας » του παραρτήματος αυτού ) και ότι αυτή η ίδια θα ετύγχανε δυσμενούς διακρίσεως σε σχέση με τους επιχειρηματίες αυτούς αν ο εν λόγω κανονισμός δεν εφαρμοζόταν στην περίπτωση της.
61.
Αναγνωρίζω ότι είναι πιθανόν, κατ' αρχήν, ορισμένοι επιχειρηματίες να έλαβαν την αδικαιολόγητη « ενίσχυση της ημέρας », σχετικώς δε τίθεται ζήτημα αποδόσεως του αχρεωστήτως καταβληθέντος. Αυτό όμως δεν συνιστά επαρκή λόγο για να επεκταθεί το ίδιο αδικαιολόγητο πλεονέκτημα σε εταιρία η οποία είχε ζητήσει τον προκαθορισμό για τη σχετικά σημαντική ποσότητα των 10000 τόννων. Η Επιτροπή παρατήρησε εξάλλου — χωρίς να αντικρουστεί — ότι η ενίσχυση για τους ελαιούχους σπόρους ζητείται συνήθως με προκαθορισμό.
62.
Η Επιτροπή εξήγησε επίσης ότι με το εν λόγω απόσπασμα της τελευταίας αιτιολογικής σκέψεως αναφερόταν στους επιχειρηματίες οι οποίοι παραιτήθηκαν από το να ζητήσουν πιστοποιητικό προκαθορισμού στις 22 Μαρτίου 1985 και υπέβαλαν τις αιτήσεις τους την επομένη ημέρα λόγω των λαθών που περιείχε ο κανονισμός 735/85. Κατά τη γνώμη μου, αυτό συνιστά επαρκή λόγο για να θεωρηθεί ότι το σημείο αυτό της αιτιολογίας του κανονισμού δεν είναι προφανώς εσφαλμένο.
63.
Για όλους τους προεκτεθέντες λόγους καταλήγω έτσι στην ακόλουθη διττή πρόταση:
—
η προσφυγή ακυρώσεως που άσκησε η Cargill κατά του κανονισμού 1358/89 της Επιτροπής είναι αβάσιμη·
—
από την εξέταση του πρώτου προδικαστικού ερωτήματος που υπέβαλε το College van Beroep voor het Bedrijfsleven δεν προέκυψε κανένα στοιχείο ικανό να επηρεάσει το κύρος του κανονισμού αυτού.
Ως προς τα πρόσθετα αιτήματα που υποβλήθηκαν ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου
64.
Επειδή ενώπιον του College van Beroep της Χάγης η εταιρία Cargill υπέβαλε αίτημα καταβολής αποζημιώσεως και τόκων υπερημερίας, το παραπέμπον δικαστήριο υποβάλλει στο Δικαστήριο ένα τρίτο ερώτημα, με δύο σκέλη, επί του ζητήματος αν εναπόκειται στο Δικαστήριο ή στο εθνικό δικαστήριο να αποφανθεί επί των αιτημάτων αυτών.
65.
Ωστόσο, και τα δύο σκέλη του ερωτήματος εντάσσονται στην περίπτωση κατά την οποία ο κανονισμός 1358/89 θα κρινόταν ως άκυρος. Μόλις προηγουμένως πρότεινα στο Δικαστήριο να κρίνει το αντίθετο και ουδόλως μπορώ να φανταστώ ότι το Δικαστήριο θα σχηματίσει διαφορετική κρίση.
66.
Ας μου επιτραπεί, επομένως, να μη λάβω θέση επί των ερωτημάτων αυτών επικουρικώς, συμμερίζομαι τις σχετικές παρατηρήσεις που υπέβαλε η Επιτροπή.
Συμπεράσματα
67.
Για όλους τους προεκτεθέντες λόγους, προτείνω στο Δικαστήριο, όσον αφορά την υπόθεση C-248/89, να απορρίψει την προσφυγή ακυρώσεως του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 1358/89 της Επιτροπής, της 18ης Μαΐου 1989, και να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα.
68.
Στην υπόθεση C-365/89 προτείνω στο Δικαστήριο να απαντήσει ως εξής στα ερωτήματα που υπέβαλε το College van Beroep voor het Bedrijfsleven te 's-Gravenhage:
« 1)
Από την εξέταση του προδικαστικού ερωτήματος δεν προέκυψε κανένα στοιχείο ικανό να επηρεάσει το κύρος του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 1358/89 της Επιτροπής, της 18ης Μαΐου 1989.
2)
Το παράρτημα III του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 735/85 της Επιτροπής, της 21ης Μαρτίου 1985, είναι άκυρο λόγω ανακριβείας των συναλλαγματικών ισοτιμιών που καθορίζει και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να αποτελέσει νομική βάση για τη χορήγηση της αιτηθείσας από την προσφεύγουσα ενισχύσεως.
3)
Ενόψει των απαντήσεων που δόθηκαν στα δύο πρώτα ερωτήματα, το τρίτο ερώτημα κατέστη άνευ αντικειμένου. »
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
( 1 ) Κανονισμός (ΕΟΚ) 735/85 της Επιτροπής, της 21ης Μαρτίου 1985, για τον καθορισμό του ποσού της ενισχύσεως στον τομέα των ελαιούχων σπόρων ( ΕΕ L 80, σ. 18).
( 2 ) Κανονισμός ( ΕΟΚ ) 756/85 της Επιτροπής, της 22ας Μαρτίου 1985, περί αναστολής του προκαθορισμού του ποσού της ενίσχυσης για τους κραμβόσπορους, τους γογγυλόσπορους και τους ηλιανθόσπορους ( ΕΕ L 81, σ. 38).
( 3 ) Κανονισμός ( ΕΟΚ) 1594/83 του Συμβουλίου, της 14ης Ιουνίου 1983, περί της ενισχύσεως για τους ελαιούχους σπόρους (EE L 163, σ. 44).
( 4 ) ΕΕ ειδ. έκδ. 03/002, σ. 33.
( 5 ) Σημείο 9 του υπομνήματος αντικρούσεως στην υπόθεση C-248/89.
( 6 ) ΕΕ C 76, σ. 1, και ΕΕ C 77, σ. 1, αντιστοίχως.
( 7 ) Απόφαση του Δικαστηρίου της 12ης Ιουλίου 1989, 161/88, Binder ( Συλλογή 1989, σ. 2415 ).
( 8 ) Κανονισμός 935/86 του Συμβουλίου, της 25ης Μαρτίου 1986, που τροποποιεί τον κανονισμό 1594/83 περί της ενισχύσεως για τους ελαιούχους σπόρους ( ΕΕ L 87, σ. 5, και σιορβωτίκό που δημοσιεύθηκε οτην ΕΕ L 181 της 12.8.1988, ο. 51).
( 9 ) Κανονισμός ( ΕΟΚ ) 755/85 της Επιτροπής, της 22ας Μαρτίου 1985, περί καθορισμού του ποσού της ενισχύσεως στον τομέα των ελαιούχων σπόρων ( ΕΕ L 81, σ. 36 ).
( 10 ) Αποφάσεις της 25ης Ιανουαρίου 1979, υπόθεση 98/78, Racke ( Rec. 1979, σ. 69, συγκεκριμένα σ. 86 ), και υπόθεση 99/78, Decker ( Rec. 1979, σ. 101, συγκεκριμένα σ. Ill )' απόφαση της 12ης Νοεμβρίου 1981, συνεκδικασθείσες υποθέσεις 212 έως 217/80, Salumi ( Συλλογή 1981, σ. 2735, συγκεκριμένα σ. 2751) απόφαση της 19ης Μαΐου 1982, υπόθεση 84/81, Staple Dairy Products (Συλλογή 1982, σ. 1763, συγκεκριμένα σ. 1777)' αποφάσεις της 30ής Σεπτεμβρίου 1982, υπόθεση 108/81, Amylutn κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1982, σ. 3107, συγκεκριμένα σ. 3130), υπόθεση 110/81, Roquette Frères κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1982, σ. 3159, συγκεκριμένα 3178), και υπόθεση 114/81, Tunnel Refineries κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1982, σ. 3189, συγκεκριμένα 3206) απόφαση της 14ης Ιουλίου 1983, υπόθεση 224/82, Meiko-Konservenfabrik κατά Γερμανίας (Συλλογή 1983, σ. 2539, συγκεκριμένασ. 2548).
( 11 ) Διάταξη της 1ης Φεβρουαρίου 1984, υπόθεση 1/84R, llford κατά Επιτροπής ( Συλλογή 1984, σ. 423, συγκεκριμένα σ. 431 ).
( 12 ) Απόφαση της 3ης Μαρτίου 1982, υπόθεση 14/81, Alpha Steel ( Συλλογή 1982, σ. 764, σκέψη 10).
Top