ΕΚΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠ' ΑΚΡΟΑΤΗΡΙΟΥ ΣΥΖΗΤΗΣΗ
στις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C-51/89, C-90/89 και C-94/89 ( *1 )
Ι — Νομικό πλαίσιο και πραγματικά περιστατικά
1.
Το άρθρο 128 της Συνθήκης ΕΟΚ ορίζει τα εξής:
« Το Συμβούλιο, προτάσει της Επιτροπής και κατόπιν διαβουλεύσεως με την Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή, θεσπίζει τις γενικές αρχές για την εφαρμογή κοινής πολιτικής επαγγελματικής εκπαιδεύσεως, ικανής να συμβάλει στην αρμονική ανάπτυξη τόσο των εθνικών οικονομιών όσο και της κοινής αγοράς ».
Βάσει του άρθρου αυτού το Συμβούλιο εξέδωσε την απόφαση 63/266/ΕΟΚ, της 2ας Απριλίου 1963, περί θεσπίσεως των γενικών αρχών για την εφαρμογή κοινής πολιτικής επαγγελματικής καταρτίσεως ( ΕΕ ειδ. έκδ. 05/001, σ. 12 ). Σύμφωνα με τη δεύτερη από τις δέκα αρχές που καθιερώνει η απόφαση αυτή, η κοινή πολιτική επαγγελματικής καταρτίσεως πρέπει να αποβλέπει, μεταξύ άλλων, στους εξής βασικούς σκοπούς:
« β)
την έγκαιρη οργάνωση των καταλλήλων εκπαιδευτικών μέσων ώστε να εξασφαλισθεί το αναγκαίο εργατικό δυναμικό για τους διαφόρους τομείς της οικονομικής δραστηριότητας·
γ)
την επίτευξη, στο πλαίσιο της γενικής εκπαιδεύσεως, αρκετά ευρείας επαγγελματικής καταρτίσεως, ώστε να ευνοηθεί η αρμονική ανάπτυξη του ατόμου και να ικανοποιηθούν οι απαιτήσεις που απορρέουν από την τεχνική πρόοδο, τις καινοτομίες στην οργάνωση της παραγωγής και την κοινωνική και οικονομική εξέλιξη·
(...)
στ)
τη διευκόλυνση, κατά τη διάρκεια των διαφόρων φάσεων του επαγγελματικού βίου, της προσήκουσας επαγγελματικής καταρτίσεως και επιμορφώσεως και, ενδεχομένως, της μεταστροφής και επαναπροσαρμογής·
(...)
η)
την καθιέρωση όσο το δυνατό στενοτερων σχέσεων μεταξύ των διαφόρων τόπων επαγγελματικής καταρτίσεως και των οικονομικών τομέων, ώστε αφενός η επαγγελματική κατάρτιση να ανταποκρίνεται όσο το δυνατό καλύτερα στις ανάγκες της οικονομικής δραστηριότητας και στα συμφέροντα των εκπαιδευομένων και αφετέρου οι οικονομικοί και επαγγελματικοί φορείς να αποδίδουν στα προβλήματα που θέτει η επαγγελματική κατάρτιση τη δέουσα σημασία. »
Η δε έκτη αρχή έχει ως εξής:
« Η Επιτροπή ευνοεί, σε συνεργασία με τα κράτη μέλη, κάθε άμεση ανταλλαγή εμπειριών στον τομέα της επαγγελματικής καταρτίσεως, που δύναται να προσφέρει στις αρμόδιες για την επαγγελματική κατάρτιση υπηρεσίες, καθώς και στους ειδικούς σ' αυτόν τον τομέα, τη δυνατότητα να γνωρίσουν και να μελετήσουν τα επιτεύγματα και τις καινοτομίες των άλλων χωρών της Κοινότητας, σχετικά με το αντικείμενο αυτό.
Αυτές οι ανταλλαγές πραγματοποιούνται κυρίως με σεμινάρια σπουδών και προγράμματα επισκέψεων και παραμονής στους φορείς επαγγελματικής καταρτίσεως. »
Στις δύο πρώτες παραγράφους της έβδομης αρχής προβλέπονται τα εξής:
« Η προσήκουσα κατάρτιση του διδακτικού και εκπαιδευτικού προσωπικού, του οποίου πρέπει να αυξηθεί ο αριθμός και να αναπτυχθούν οι τεχνικές και οι παιδαγωγικές ικανότητες, συνιστά ένα από τα βασικά στοιχεία κάθε αποτελεσματικής πολιτικής επαγγελματικής καταρτίσεως.
Τα κράτη μέλη ενθαρρύνουν, κατά περίπτωση με τη συνδρομή της Επιτροπής, όλα τα μέτρα που δύνανται να συντελέσουν στη βελτίωση και την ανάπτυξη αυτής της καταρτίσεως, και κυρίως εκείνα που από τη φύση τους εξασφαλίζουν διαρκή προσαρμογή στις προόδους που σημειώνονται στον οικονομικό και τεχνικό τομέα. »
Στη συνέχεια η δεύτερη παράγραφος της ένατης γενικής αρχής ορίζει τα εξής:
« Αυτές οι πρωτοβουλίες και τα προγράμματα πρέπει να αποσκοπούν στην ταχεία κατάρτιση των ενηλίκων, καθώς και στην επαγγελματική μεταστροφή και επαναπροσαρμογή,
λαμβάνοντας υπόψη τις καταστάσεις που έχουν προκύψει από την οικονομική άνοδο ή οπισθοδρόμηση [οικονομική ανάπτυξη ή ύφεση], τους τεχνολογικούς και διαρθρωτικούς μετασχηματισμούς και τις ιδιαίτερες ανάγκες ορισμένων επαγγελμάτων, επαγγελματικών τάξεων ή συγκεκριμένων περιοχών. »
Η δέκατη γενική αρχή, τέλος, προβλέπει τα εξής:
« Κατά την εφαρμογή των γενικών αρχών της κοινής πολιτικής επαγγελματικής καταρτίσεως, δίδεται ιδιαίτερη προσοχή στα ειδικά προβλήματα που απασχολούν ορισμένους τομείς δραστηριότητας ή κατηγορίες ατόμων. Ιδιαίτερες ενέργειες δύνανται να αναληφθούν γι' αυτό τον σκοπό. Οι ενέργειες που αναλαμβάνονται, για να πραγματοποιηθούν οι στόχοι της κοινής πολιτικής επαγγελματικής καταρτίσεως, δύνανται να αποτελέσουν αντικείμενο κοινής χρηματοδοτήσεως. »
2.
Βάσει των άρθρων 128 και 235 της Συνθήκης, καθώς και της αποφάσεως 63/266, το Συμβούλιο εξέδωσε στις 24 Ιουλίου 1986 την απόφαση 86/365/ΕΟΚ, για την έγκριση του προγράμματος συνεργασίας μεταξύ των πανεπιστημίων και των επιχειρήσεων όσον αφορά την κατάρτιση στον τομέα της τεχνολογίας ( Comett ) ( EE L 222, σ. 17 ). Η προσθήκη του άρθρου 235 ως νομίμου ερείσματος της αποφάσεως αυτής εξηγείται στη δεύτερη αιτιολογική σκέψη ως εξής:
« εκτιμώντας ότι δεν είναι βέβαιο ότι η Συνθήκη προέβλεψε όλες τις εξουσίες δράσης που είναι απαραίτητες για την έκδοση της παρούσας απόφασης, η οποία είναι απαραίτητη για την υλοποίηση, στο πλαίσιο της λειτουργίας της κοινής αγοράς, των στόχων της Κοινότητας και ιδίως [ για ] την αρμονική ανάπτυξη των οικονομικών δραστηριοτήτων στο σύνολο του εδάφους της· ότι φαίνεται νόμιμο, για λόγους ασφαλείας δικαίου, να γίνει προσφυγή και στο άρθρο 235 της Συνθήκης ».
Κατά το πρώτο άρθρο της αποφάσεως αυτής, σκοπός του εγκριθέντος με την απόφαση προγράμματος (στο εξής: Comett Ι) ήταν η ενίσχυση και η τόνωση της συνεργασίας στο εσωτερικό της Κοινότητας μεταξύ πανεπιστημίων και επιχειρήσεων, όσον αφορά την κατάρτιση στον τομέα της τεχνολογίας, συμπεριλαμβανομένης της συνεχούς καταρτίσεως, για περίοδο τεσσάρων ετών από την 1η Ιανουαρίου 1986. Το πρόγραμμα αυτό θα περιελάμβανε δύο φάσεις: μία φάση προπαρασκευής ( 1986 ) και μία φάση λειτουργίας (1987-1989).
Το άρθρο 6 της αποφάσεως 86/365 προέβλεπε ότι πριν από τις 31 Οκτωβρίου 1988 η Επιτροπή θα υπέβαλλε στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή έκθεση σχετικά με την πείρα που θα είχε αποκτηθεί κατά την εκτέλεση του προγράμματος, η οποία θα συνοδευόταν ενδεχομένως από πρόταση σχετική με τη μεθόδευση της συνεχίσεως του προγράμματος. Πράγματι, η Επιτροπή υπέβαλε στο Συμβούλιο στις 26 Ιουλίου 1988 πρόταση για την εκπόνηση της δεύτερης φάσης του προγράμματος ( ΕΕ C 239, σ. 3, στο εξής: Comett II).
Το Συμβούλιο εξέδωσε τελικά στις 16 Δεκεμβρίου 1988 την απόφαση 89/27/ΕΟΚ ( στο εξής: προσβαλλόμενη απόφαση ), για την έγκριση της δεύτερης φάσης του κοινοτικού προγράμματος συνεργασίας μεταξύ πανεπιστημίων και επιχειρήσεων όσον αφορά την κατάρτιση στον τομέα της τεχνολογίας ( Comett II ). Αντίθετα από την απόφαση 86/365, η προσβαλλόμενη απόφαση βασίστηκε μόνο στο άρθρο 128 της Συνθήκης ΕΟΚ και στην απόφαση 63/266 (και ιδίως στη δεύτερη, έκτη, έβδομη, ένατη και δέκατη γενική αρχή), και όχι στο άρθρο 235.
Η προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε από το Συμβούλιο παρά την αντίθετη ψήφο τριών αντιπροσωπειών, και συγκεκριμένα του Ηνωμένου Βασιλείου, της Γαλλίας και της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, ενώ η Δανία απέσχε της ψηφοφορίας.
3.
Κατά την πρώτη παράγραφο του άρθρου 3 της προσβαλλόμενης απόφασης, το πρόγραμμα Comett Η, το οποίο εγκρίθηκε για περίοδο πέντε ετών από την 1η Ιανουαρίου 1990, στοχεύει στην
« ενίσχυση της επιμόρφωσης στις ιδιαίτερα προηγμένες τεχνολογίες, της ανάπτυξης του ανθρώπινου δυναμικού με υψηλά προσόντα και κατ' αυτόν τον τρόπο στην ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της ευρωπαϊκής βιομηχανίας. Επικεντρώνεται στις εξελισσόμενες ανάγκες των επιχειρήσεων και του προσωπικού τους, ανάγκες που απαιτούν συμπληρωματική δράση τόσο στα κράτη μέλη, όσο και στο επίπεδο της Κοινότητας. Συμβάλλει, με την υποστήριξη δράσεων επιμόρφωσης, στη χρησιμοποίηση και εκμετάλλευση των αποτελεσμάτων, μεθόδων και εργαλείων της τεχνολογίας που αναπτύσσονται από την κοινοτική πολιτική έρευνας και ανάπτυξης. Ευνοεί τις καινοτομίες και τη μεταφορά τεχνολογίας καθώς και την ισόρροπη οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη της Κοινότητας ».
Η δεύτερη παράγραφος του άρθρου αυτού προσθέτει ότι οι στόχοι του Comett II είναι οι εξής:
« i)
να βελτιωθεί η προσφορά επιμόρφωσης στις ιδιαίτερα προηγμένες τεχνολογίες στα διάφορα ενεχόμενα επίπεδα, βελτιώνοντας έτσι τη συμβολή της επιμόρφωσης στην οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη της Κοινότητας·
ii)
να προωθηθεί η από κοινού ανάπτυξη προγραμμάτων επιμόρφωσης και η ανταλλαγή εμπειριών, καθώς και η άριστη χρησιμοποίηση των δυνατοτήτων επιμόρφωσης σε κοινοτικό επίπεδο, ιδίως με τη συγκρότηση διεθνικών τομεακών και περιφερειακών δικτύων σχεδίων επιμόρφωσης στις ιδιαίτερα προηγμένες τεχνολογίες·
iii)
να ικανοποιηθούν οι ειδικές ανάγκες των μικρομεσαίων επιχειρήσεων για προσωπικό με τα απαραίτητα επαγγελματικά προσόντα, λαμβάνοντας υπόψη τα μέτρα προτεραιότητας που αναφέρονται στο παράρτημα·
iv)
να προωθηθεί η ισότητα ευκαιριών ανδρών και γυναικών στην αρχική και συνεχή επιμόρφωση στις ιδιαίτερα προηγμένες τεχνολογίες·
ν)
να δοθεί ευρωπαϊκή διάσταση στη συνεργασία μεταξύ πανεπιστημίων και επιχειρήσεων στον τομέα της αρχικής και διαρκούς επιμορφώσεως στις τεχνολογίες, στις εφαρμογές και στη μεταφορά τους ».
Η δεύτερη παράγραφος του άρθρου 4 της προσβαλλόμενης απόφασης επισημαίνει ότι το αναγκαίο για την εκτέλεση του Comett II ποσό υπολογίζεται σε 200 εκατομμύρια ECU για την περίοδο από 1η Ιανουαρίου 1990 μέχρι 31 Δεκεμβρίου 1994.
Κατά το άρθρο 5, παράγραφος 1, η Επιτροπή εφαρμόζει το πρόγραμμα Comett ΙΙ σύμφωνα με τις διατάξεις του παραρτήματος. Το σημείο 1 του παραρτήματος ορίζει ότι το πρόγραμμα Comett II αποτελείται από μια σειρά διεθνικών δράσεων που αποσκοπούν στην ενίσχυση και ενθάρρυνση της συνεργασίας, σε ευρωπαϊκά πλαίσια, μεταξύ πανεπιστημίων και επιχειρήσεων στον τομέα της αρχικής και διαρκούς επιμόρφωσης στις ιδιαίτερα προηγμένες τεχνολογίες, σε απάντηση των τεχνολογικών και κοινωνικών αλλαγών, στα πλαίσια της υλοποίησης της εσωτερικής αγοράς και της ενίσχυσης της οικονομικής και κοινωνικής συνοχής της. Το σημείο 4 του παραρτήματος αναφέρει ότι στο πλαίσιο του Comett II θα εφαρμοστούν τα ακόλουθα μέτρα:
« Α —
Ευρωπαϊκό δίκτυο: ανάπτυξη και ενίσχυση των συμπράξεων συνεργασίας πανεπιστημίωνεπιχειρήσεων για την επιμόρφωση ( ΣΠΕΕ ) καθώς και επέκταση του ευρωπαϊκού δικτύου, σε περιφερειακό και τομεακό επίπεδο, προκειμένου να προωθηθεί περισσότερο η διεθνική συνεργασία, η δε Κοινότητα θα χορηγήσει οικονομικές ενισχύσεις για τις δραστηριότητες με ευρωπαϊκή διάσταση καθώς και για τη λειτουργία των ΣΠΕΕ.
Β —
Διακρατικές ανταλλαγές: ειδικές ενισχύσεις για την ενθάρρυνση, προς όφελος όλων των κρατών μελών, των διακρατικών ανταλλαγών μέσω της χορηγήσεως υποτροφιών στους σπουδαστές και σε άτομα που έχουν ολοκληρώσει την αρχική τους εκπαίδευση.
Γ —
Κοινά προγράμματα συνεχούς επιμορφώσεως στις τεχνολογίες, και ιδιαίτερα στις προηγμένες τεχνολογίες, και επιμορφώσεως εξ αποστάσεως μέσω πολλαπλών μέσων επικοινωνίας.
Δ —
Συμπληρωματικά μέτρα προωθήσεως και πλαισιώσεως ( ανταλλαγές πληροφοριών, οργάνωση εκδηλώσεων, μελέτες για την εκτίμηση των προγραμμάτων ). »
Το ποσό των 200 εκατομμυρίων ECU που προβλέπεται συνολικά για το πρόγραμμα Comett II κατανέμεται ως εξής: 12 ο/ο για τα αναφερόμενα υπό Α μέτρα, 40 % για τα μέτρα υπό Β, 40 % για τα μέτρα υπό Γ και 8 % για τα αναφερόμενα υπό Δ.
ΙΙ — Έγγραφη διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων
4.
Η προσφυγή του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας στην υπόθεση C-51/89 πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 23 Φεβρουαρίου 1989.
Με δύο Διατάξεις της 6ης Ιουλίου 1989 το Δικαστήριο επέτρεψε στο Βασίλειο της Ισπανίας και την Επιτροπή να παρέμβουν υπέρ του Συμβουλίου.
Η προσφυγή της Γαλλικής Δημοκρατίας στην υπόθεση C-90/89 πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 17 Μαρτίου 1989.
Με Διατάξεις της 6ης Ιουλίου και της 4ης Οκτωβρίου 1989, το Δικαστήριο επέτρεψε στην Επιτροπή και το Βασίλειο της Ισπανίας να παρέμβουν υπέρ του Συμβουλίου.
Η προσφυγή της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας στην υπόθεση C-94/89 πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 21 Μαρτίου 1989.
Με δύο Διατάξεις της 4ης Οκτωβρίου 1989 το Δικαστήριο επέτρεψε στο Βασίλειο της Ισπανίας και την Επιτροπή να παρέμβουν υπέρ του Συμβουλίου.
Με Διάταξη της 4ης Ιουλίου 1990 το Δικαστήριο αποφάσισε τη συνεκδίκαση των τριών υποθέσεων προς διευκόλυνση της προφορικής διαδικασίας και έκδοση κοινής αποφάσεως.
Η έγγραφη διαδικασία και στις τρεις υποθέσεις εξελίχθηκε κανονικά. Το Δικαστήριο, κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων.
5.
Το Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και Βόρειας Ιρλανοίας, η Γαλλική Δημοκρατία και η Ομοπονόιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ζητούν από το Δικαστήριο:
—
να ακυρώσει την απόφαση 89/27/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 1988, για την έγκριση της δεύτερης φάσης του κοινοτικού προγράμματος συνεργασίας μεταξύ πανεπιστημίων και επιχειρήσεων όσον αφορά την κατάρτιση στον τομέα της τεχνολογίας ( Comett II )·
—
να καταδικάσει το Συμβούλιο στα δικαστικά έξοδα.
Το Συμβούλιο και οι παρεμβαίνοντες ζητούν από το Δικαστήριο:
—
να απορρίψει τις προσφυγές ως αβάσιμες·
—
να καταδικάσει τα προσφεύγοντα κράτη στα δικαστικά έξοδα.
III — Λόγοι ακυρώσεως και επιχειρήματα των διαδίκων
6.
Τα προσφεύγοντα κράτη προβάλλουν ως κύριο λόγο ακυρώσεως την ανεπάρκεια της νομικής βάσεως που επέλεξε το Συμβούλιο για την προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή του άρθρου 128 της Συνθήκης και της αποφάσεως 63/266. Το Ηνωμένο Βασίλειο ισχυρίζεται συγκεκριμένα ότι, αν και οι διαφορές μεταξύ της αποφάσεως για την έγκριση του προγράμματος Comett Ι και της προσβαλλόμενης απόφασης είναι από πολλές απόψεις σημαντικές, εντούτοις καμία δεν δικαιολογεί την επιλογή διαφορετικής νομικής βάσης. Ειδικότερα, κανένα από τα διαφορετικά χαρακτηριστικά της προσβαλλόμενης απόφασης δεν δικαιολογεί την ενέργεια του Συμβουλίου να βασίσει την απόφαση του στο άρθρο 128 αποκλείοντας το άρθρο 235 της Συνθήκης ΕΟΚ.
Συνεπώς το Ηνωμένο Βασίλειο φρονεί ότι το Συμβούλιο, βασίζοντας την προσβαλλόμενη απόφαση στο άρθρο 128, έλαβε την απόφαση του κατά παράβαση αφενός της Συνθήκης και αφετέρου ουσιώδους τύπου, η πρόθεση του δε ήταν η αποφυγή της εφαρμογής του άρθρου 235, το οποίο απαιτεί την ομοφωνία του Συμβουλίου.
Το Συμβούλιο δεν αμφισβητεί την ορθότητα του ισχυρισμού των προσφευγόντων ότι η απόφαση 63/266 δεν μπορεί ούτε να αποτελεί νομική βάση για την προσβαλλόμενη απόφαση ανεξάρτητα από τη Συνθήκη ούτε να διευρύνει το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 128. Το συμπέρασμα αυτό συνάγεται, κατά το Συμβούλιο, από το ότι η ίδια η απόφαση 63/266 βασίζεται στο άρθρο 128.
Το αντικείμενο της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων είναι συνεπώς αν το άρθρο 128 επαρκεί ως νομική βάση της προσβαλλόμενης απόφασης.
7.
Τα προσφεύγοντα κράτη υποστηρίζουν ότι το άρθρο 128 της Συνθήκης, αναφερόμενο στη θέσπιση των γενικών αρχών για την εφαρμογή κοινής πολιτικής επαγγελματικής εκπαιδεύσεως, επιτρέπει στην Επιτροπή να συντονίσει μέχρι ορισμένο βαθμό την πολιτική των κρατών μελών, αλλά δεν της επιτρέπει να αναλαμβάνει τη διοργάνωση αυτόνομων κύκλων εκπαιδεύσεως στο πλαίσιο προγραμμάτων σαν το προβλεπόμενο από την προσβαλλόμενη απόφαση. Τα προσφεύγοντα κράτη ισχυρίζονται ότι το επίμαχο πρόγραμμα έχει λειτουργικό χαρακτήρα, ότι έχει σοβαρές επιπτώσεις επί του προϋπολογισμού και των δημοσίων οικονομικών και ότι βαίνει πέραν των ορίων της επαγγελματικής καταρτίσεως, κυρίως επειδή αφορά και τον τομέα της έρευνας.
α) Επί τον λειτουργικού χαρακτήρα τον προγράμματος Comett II
Κατά τη Γαλλική Κυβέρνηση, το μόνο που επιτρέπει το άρθρο 128 είναι η θέσπιση γενικών αρχών σε επίπεδο Κοινότητας, ενώ δεν προβλέπει τη δυνατότητα αυτόνομων κοινοτικών προγραμμάτων. Η διάταξη αυτή αποβλέπει απλώς στην εξασφάλιση ορισμένου συντονισμού των προγραμμάτων των κρατών μελών βάσει γενικών αρχών που καθορίζονται σε κοινοτικό επίπεδο. Η Γαλλική Κυβέρνηση φρονεί ότι η φράση «θεσπίζει τις γενικές αρχές για την εφαρμογή κοινής πολιτικής » ( που δεν χρησιμοποιείται σε καμία άλλη διάταξη της Συνθήκης ) σημαίνει κατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ κρατών και Κοινότητας: το έργο των κρατών συνίσταται στην εφαρμογή της πολιτικής επαγγελματικής καταρτίσεως, ενώ το έργο της Κοινότητας στη θέσπιση κριτηρίων που να εξασφαλίζουν τον συντονισμό της πολιτικής των κρατών. Κατά την άποψη του Ηνωμένου Βασιλείου, το άρθρο 128 συνεπώς δεν δίνει την εξουσία εκπονήσεως πολυετών προγραμμάτων που να συνεπάγονται σημαντικές δαπάνες για την Κοινότητα το άρθρο αυτό προβλέπει απλώς την εκπόνηση γενικών αρχών, οι οποίες ενδέχεται να δεσμεύουν τα κράτη μέλη, οι εθνικές αρχές όμως θα εξακολουθήσουν να έχουν ευρεία διακριτική εξουσία.
Κατά τη Γαλλική Κυβέρνηση, η προσβαλλόμενη απόφαση προβλέπει αντίθετα ένα λειτουργικό πρόγραμμα, το οποίο αποτελείται από μια σειρά διακρατικών μέτρων εφαρμογής για την ενίσχυση και την προώθηση, σε ευρωπαϊκό επίπεδο, της συνεργασίας μεταξύ πανεπιστημίων και επιχειρήσεων σε σχέση με την κατάρτιση στις προηγμένες τεχνολογίες: συνεπώς δίδεται στην Επιτροπή η δυνατότητα να προωθήσει την εφαρμογή μιας δέσμης συναφών μέτρων, τα οποία βαίνουν πολύ πέραν της θεσπίσεως γενικών αρχών με την απόφαση αυτή δηλαδή δημιουργείται ένα νέο πεδίο για κοινοτικά μέτρα στον τομέα της καταρτίσεως ( το πεδίο της συνεργασίας πανεπιστημίωνεπιχειρήσεων ).
Το Ηνωμένο Βασίλειο ισχυρίζεται ότι το ίδιο συμπέρασμα συνάγεται και από την ερμηνεία των διατάξεων της Συνθήκης ΕΟΚ εντός του όλου πλαισίου τους. Δεν είναι δυνατόν δηλαδή να είχαν οι συντάκτες της Συνθήκης την πρόθεση παραχωρήσεως γενικής εξουσίας εκπονήσεως με απλή πλειοψηφία, κατ' εφαρμογή του άρθρου 128, συγκεκριμένων προγραμμάτων επαγγελματικής εκπαιδεύσεως, ενώ για τον συντονισμό της επαγγελματικής εκπαιδεύσεως στο πλαίσιο της κοινής γεωργικής πολιτικής ( άρθρο 41 ) και για την επαγγελματική εκπαίδευση που χρηματοδοτείται από το Ευρωπαϊκό Κοινωνικό Ταμείο (άρθρο 125) απαιτείται τουλάχιστον ειδική πλειοψηφία.
Το Ηνωμένο Βασίλειο τονίζει επιπλέον ότι το άρθρο 128 δεν προβλέπει διαβούλευση με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και ότι από την άποψη αυτή επίσης διαφέρει από τα άρθρα 41 και 125. Οι συντάκτες της Συνθήκης δεν είναι δυνατόν να είχαν την πρόθεση να προβλέψουν γενική εξουσία εκπονήσεως συγκεκριμένων προγραμμάτων επαγγελματικής εκπαιδεύσεως χωρίς προηγούμενη διαβούλευση με το Κοινοβούλιο, ενώ παράλληλα επιβάλλουν τη διαβούλευση αυτή για τον συντονισμό των προσπαθειών που καταβάλλονται στον τομέα της επαγγελματικής εκπαιδεύσεως σε ορισμένους ειδικούς τομείς ή σε σχέση με ορισμένα ειδικά χρηματοδοτικά μέσα, κατ' εφαρμογή των άρθρων 41 και 125.
Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου τονίζει εξάλλου ότι το Συμβούλιο, βασίζοντας την προσβαλλόμενη απόφαση στο άρθρο 128 μόνο και όχι και στο άρθρο 235, απομακρύνθηκε από την πρακτική που είχε εφαρμόσει προηγουμένως κατά την έκδοση ιδιαιτέρως συναφών πράξεων' μολονότι η εγκατάλειψη προηγούμενης πρακτικής δεν αποτελεί καθαυτή παράβαση της Συνθήκης, οδηγεί έμμεσα στο συμπέρασμα ότι συντρέχει παράβαση της Συνθήκης, εφόσον η προηγούμενη πρακτική ήταν νόμιμη.
Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου τονίζει ότι στο προοίμιο της προσβαλλόμενης απόφασης αναφέρονται, εκτός από την απόφαση του Συμβουλίου της 24ης Ιουλίου 1986, για την έγκριση του προγράμματος Cometí Ι, η οποία στηρίζεται στα άρθρα 128 και 235, και άλλες αποφάσεις του Συμβουλίου, οι οποίες στηρίζονται είτε στα άρθρα 128 και 235, όπως η απόφαση 87/327/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 15ης Ιουνίου 1987, για τη θέσπιση του κοινοτικού προγράμματος δράσης σχετικά με την κινητικότητα των φοιτητών (Erasmus), είτε αποκλειστικά στο άρθρο 235, όπως η απόφαση 83/624/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 25ης Νοεμβρίου 1983, περί του κοινοτικού στρατηγικού προγράμματος για την καινοτομία και τη μεταφορά τεχνολογίας (Sprint). Από όλα δηλαδή τα μέτρα που αναφέρονται στο προοίμιο της προσβαλλόμενης απόφασης, μόνον ένα στηρίζεται αποκλειστικά στο άρθρο 128, και συγκεκριμένα η απόφαση 87/569/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 1ης Δεκεμβρίου 1987, για την έγκριση προγράμματος δράσης για την επαγγελματική κατάρτιση των νέων και την προετοιμασία τους για τη ζωή του ενήλικου και την επαγγελματική ζωή.
Από τα ανωτέρω η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου συνάγει το συμπέρασμα ότι, εκτός από την περίπτωση της τελευταίας αυτής αποφάσεως, το Συμβούλιο στηρίχθηκε πάγια, κατά την έκδοση των συναφών νομοθετικών πράξεων, στο άρθρο 235 μόνο ή στο άρθρο αυτό σε συνδυασμό με το άρθρο 128.
Η Γαλλική Κυβέρνηση εμμένει επίσης, με το υπόμνημα απαντήσεως, στο γεγονός ότι η φράση του άρθρου 128 « θεσπίζει τις γενικές αρχές για την εφαρμογή (... ) πολιτικής επαγγελματικής εκπαιδεύσεως» σημαίνει ότι οι αρμοδιότητες « κατανέμονται » μεταξύ των κρατών της Κοινότητας, αφού το έργο των κρατών συνίσταται στην εφαρμογή της πολιτικής της επαγγελματικής εκπαιδεύσεως, ενώ το έργο της Κοινότητας συνίσταται στη θέσπιση κριτηρίων που να εξασφαλίζουν τον συντονισμό της πολιτικής των κρατών. Κατά την άποψη της Γαλλικής Κυβερνήσεως, με την απόφαση της 30ής Μαΐου 1989, 242/87, Erasmus (Συλλογή 1989, σ. 1425), το Δικαστήριο έκρινε ότι το άρθρο 128 « παρέχει στο Συμβούλιο τη δυνατότητα να εκδίδει νομικές πράξεις που να προβλέπουν κοινοτική δράση στον τομέα της επαγγελματικής εκπαιδεύσεως και να επιβάλλουν στα κράτη μέλη ανάλογες υποχρεώσεις συνεργασίας»: η διατύπωση αυτή εντάσσεται πλήρως στη λογική της « κατανομής » αρμοδιοτήτων μεταξύ Κοινότητας και κρατών μελών, οι δε « υποχρεώσεις συνεργασίας» που επιβάλλονται στα κράτη αυτά δικαιολογούνται, καθόσον τα κράτη αυτά είναι τα μόνα αρμόδια για τη συγκεκριμένη εφαρμογή των θεσπιζόμενων κοινοτικών μέτρων.
Κατά τη Γαλλική Κυβέρνηση, η προσβαλλόμενη απόφαση βαίνει πέραν της « κατανομής » αυτής που προβλέπει το άρθρο 128 της Συνθήκης, καθόσον με την ανωτέρω απόφαση δίνεται σημαντική εξουσία διαχειρίσεως στην Επιτροπή, η οποία διαθέτει, μεταξύ άλλων, τη δυνατότητα να χρηματοδοτεί τις συμπράξεις συνεργασίας πανεπιστημίωνεπιχειρήσεων (ΣΠΕΕ) σε ποσοστό 50 % ή και 100 %. Η Γαλλική Κυβέρνηση φρονεί ότι τα ποσά αυτά βαίνουν πέραν των απλών κοινοτικών μέτρων προωθήσεως, καθόσον το γεγονός ότι η Επιτροπή διαθέτει πλέον τη δυνατότητα παροχής αποφασιστικών κινήτρων και προνομιακό πεδίο δράσεως θα μπορούσε να αναιρέσει τον κανόνα ότι η πολιτική της επαγγελματικής εκπαιδεύσεως ασκείται από τα κράτη μέλη.
β) Επί των επιπτώσεων τον προγράμματος Comett II επί του προϋπολογισμού και των δημοσίων οικονομικών
Κατά την άποψη των προσφευγόντων κρατών, η έγκριση από το Συμβούλιο ενός πολυετούς προγράμματος, το οποίο συνεπάγεται τις δαπάνες που προβλέπει το άρθρο 4 της προσβαλλόμενης απόφασης, βαίνει προφανώς πέραν των ορίων της απλής «θεσπίσεως γενικών αρχών » κατά το άρθρο 128. Κατά τη Γαλλική Κυβέρνηση, δύσκολα θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι η διάταξη αυτή επιτρέπει στο Συμβούλιο να λαμβάνει αποφάσεις με άμεσες επιπτώσεις επί του προϋπολογισμού ή των δημοσίων οικονομικών, ενώ τα άρθρα 126 και 127 περιέχουν ειδικές διατάξεις που δεν καλύπτουν το άρθρο 128, το οποίο άλλωστε δεν περιέχει καμία μνεία τέτοιας εξουσίας. Η Κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας φρονεί ότι το άρθρο 128, αντίθετα από τα παραπάνω άρθρα, δεν περιέχει καμία ρητή εξουσιοδότηση για τη διάθεση των αναγκαίων κονδυλίων, η δε έλλειψη τέτοιας εξουσιοδοτήσεως εξηγείται ακριβώς από το γεγονός ότι οι εκδιδόμενες κατά το άρθρο 128 αποφάσεις επιτρέπεται να αφορούν μόνο τον συντονισμό της πολιτικής των κρατών μελών και όχι αυτοτελή ή ανεξάρτητη κοινοτική πολιτική για συγκεκριμένη δράση.
Κατά την άποψη της Γαλλικής Κυβερνήσεως, από το πνεύμα και το γράμμα της Συνθήκης, ιδίως δε από τις διατάξεις που αφορούν το περιεχόμενο των « ολοκληρωμένων » κοινών πολιτικών ( βλ. τα άρθρα 20, 21, 28, 33, 111 και 113 σε σχέση με την κοινή εμπορική πολιτική, 43 και 44 σε σχέση με την κοινή γεωργική πολιτική και το άρθρο 75 σε σχέση με την κοινή πολιτική μεταφορών), καθώς και από τον τίτλο III του τρίτου μέρους, το οποίο αφορά την κοινωνική πολιτική ( όπου οι εξουσίες του Συμβουλίου στους τομείς που έχουν επιπτώσεις επί του προϋπολογισμού καθορίζονται σαφώς με τα προαναφερθέντα άρθρα 126 και 127 ), συνάγεται το συμπέρασμα ότι σε σχέση με τον προϋπολογισμό και τα δημόσια οικονομικά δεν τεκμαίρεται η ύπαρξη εξουσίας του Συμβουλίου και ότι σκοπός του άρθρου 128 δεν ήταν η απονομή τέτοιας εξουσίας στο εν λόγω όργανο.
Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου φρονεί ότι, σε τελική ανάλυση, θα ήταν αντίθετο προς την εν γένει οικονομία της Συνθήκης να θεωρηθεί ότι το άρθρο 128 επιτρέπει στο Συμβούλιο να εκδίδει με απλή πλειοψηφία αποφάσεις, για την εφαρμογή των οποίων είναι αναγκαία κονδύλια από τον προϋπολογισμό που δεν μπορούν να εγκριθούν παρά μόνο με ειδική πλειοψηφία, όπως επίσης θα ήταν αντίθετο με τη Συνθήκη να μην προβλέπεται η διαβούλευση με το Κοινοβούλιο, ενώ για την έγκριση κονδυλίων με τον προϋπολογισμό είναι αναγκαία η συμμετοχή του Κοινοβουλίου.
Με το υπόμνημα απαντήσεως η Γαλλική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι, κατόπιν της αποφάσεως του Δικαστηρίου της 30ής Μαΐου 1989, Erasmus, πρέπει να δοθεί απάντηση σε δύο ερωτήματα. Πρώτον, στο ερώτημα αν πρέπει να θεωρηθεί ότι η προσβαλλόμενη απόφαση προβλέπει μόνο, όπως και στην περίπτωση της αποφάσεως για την έγκριση του προγράμματος Erasmus (βλ. σκέψη 19 της αποφάσεως της 30ής Μαΐου 1989 ), κοινοτικές ενέργειες ενημερώσεως και προωθήσεως και επιβάλλει στα κράτη μέλη υποχρεώσεις συνεργασίας. Κατά την άποψη της Γαλλικής Κυβερνήσεως, δεν συμβαίνει αυτό εν προκειμένω, καθόσον η προσβαλλόμενη απόφαση ενέχει στοιχεία αυτοτελούς κοινοτικής δράσεως.
Κατά τη Γαλλική Κυβέρνηση, πρέπει στη συνέχεια να εξεταστεί αν η « θέσπιση γενικών αρχών » επιτρέπει την εκτέλεση κοινών προγραμμάτων χωρίς να υπάρχει ανώτατο όριο κόστους. Η Γαλλική Κυβέρνηση φρονεί ότι το πρόγραμμα Erasmus θα μπορούσε, λόγω του σχετικά χαμηλού ύψους των προβλεφθεισών δαπανών ( 85 εκατομμύρια ECU ), να θεωρηθεί ότι δεν έβαινε πέραν του πλαισίου του συντονισμού, το οποίο προδιαγράφεται στο άρθρο 128. Αντίθετα, στην περίπτωση του προγράμματος Cometí II δεν μπορεί να γίνει και πάλι λόγος για συντονισμό, ενόψει του ύψους των διακυβευόμενων κονδυλίων ( 200 εκατομμύρια ECU ). Η Γαλλική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι, στο πλαίσιο της Συνθήκης ΕΟΚ, πρέπει να επιδιώκεται η επίτευξη ισορροπίας, όταν λαμβάνονται υπόψη αφενός τα συμφέροντα κάθε κράτους μέλους και αφετέρου το ειδικό βάρος των συμφερόντων αυτών, η καθιέρωση δε ενός συστήματος ειδικής πλειοψηφίας, κατά το οποίο οι ψήφοι των κρατών μελών σταθμίζονται ανάλογα με το μέγεθος των κρατών αυτών, αποβλέπει στο να λαμβάνεται υπόψη η σπουδαιότητα της ολοκληρώσεως που πραγματοποιείται βάσει των κοινοτικών Συνθηκών.
Η Γαλλική Κυβέρνηση τονίζει ότι το άρθρο 128 είναι ένα από τα λίγα άρθρα της Συνθήκης ΕΟΚ για τα οποία ισχύει ο κανόνας της απλής πλειοψηφίας. Κατά την άποψη της, θα αντέβαινε προς τις ισορροπίες στις οποίες αποβλέπει η Συνθήκη αυτή η δυνατότητα επιβολής επί των κρατών μελών που φέρουν το μεγαλύτερο βάρος της χρηματοδοτήσεως των Κοινοτήτων προγραμμάτων, για το κόστος των οποίων να μη μπορεί να επιβληθεί κανένα όριο.
γ) Επί τον πεδίον της επαγγελματικής εκπαιδεύσεως
Τα προσφεύγοντα κράτη τονίζουν, με τα υπομνήματα απαντήσεως, ότι το Δικαστήριο δέχθηκε, με την απόφαση της 30ής Μαΐου 1989, Erasmus, ότι το άρθρο 128 δεν επιτρέπει στο Συμβούλιο να θεσπίζει μέτρα που εξέρχονται του πεδίου της επαγγελματικής εκπαιδεύσεως και ότι το Συμβούλιο δεν ήταν αρμόδιο να θεσπίσει δυνάμει μόνο του άρθρου 128 ορισμένα τουλάχιστον από τα μέτρα που προβλέπονταν στην απόφαση 87/327/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 15ης Ιουνίου 1987, για την έγκριση του προγράμματος Erasmus, και αφορούσαν την επιστημονική έρευνα.
Κατά την άποψη των προσφευγόντων κρατών, από την απόφαση αυτή ( ιδίως δε από τις σκέψεις 36 και 37 ) προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι άκυρη, καθόσον ορισμένα τουλάχιστον από τα μέτρα που προβλέπει αφορούν τόσο τον τομέα της επαγγελματικής εκπαιδεύσεως όσο και τον τομέα της προωθήσεως της επιστημονικής έρευνας.
Η Γαλλική Δημοκρατία φρονεί ότι οι ίδιοι λόγοι για τους οποίους έγινε δεκτό ότι η απόφαση του Συμβουλίου για την έγκριση του προγράμματος Erasmus δεν μπορούσε να στηριχθεί μόνο στο άρθρο 128 ισχύουν και στην περίπτωση της προσβαλλόμενης απόφασης.
Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου εκθέτει ότι, κατά το άρθρο 3 της προσβαλλόμενης απόφασης, το πρόγραμμα Comett II συμβάλλει, με την υποστήριξη προγραμμάτων επιμορφώσεως, στη χρησιμοποίηση και την αξιοποίηση των αποτελεσμάτων, μεθόδων και εργαλείων της τεχνολογίας που αναπτύσσεται από την κοινοτική πολιτική έρευνας και ανάπτυξης, ενώ συγχρόνως προωθεί τις καινοτομίες και τη μεταφορά τεχνολογίας. Η κυβέρνηση αυτή θεωρεί ότι το πρόγραμμα Comett II δεν θα μπορούσε να διευκολύνει τις καινοτομίες, αν δεν προέβλεπε σε ορισμένο βαθμό και έρευνα.
Η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου παρατηρεί ότι η σχέση μεταξύ της προσβαλλόμενης απόφασης και των άλλων κοινοτικών μέτρων έρευνας και ανάπτυξης και μεταφοράς τεχνολογίας είναι τόσο στενή, ώστε το άρθρο 5, παράγραφος 10, υποχρεώνει την Επιτροπή να « μεριμνά ώστε το Comett II να εναρμονίζεται με τις άλλες κοινοτικές δράσεις έρευνας και ανάπτυξης που έχουν ήδη προγραμματισθεί ». Συνεπώς, με τη διάταξη αυτή το πρόγραμμα Comett II χαρακτηρίζεται ουσιαστικά ως πρόγραμμα έρευνας και ανάπτυξης. Ομοίως, κατά το σημείο 2 του παραρτήματος, για την επιλογή των σχεδίων στα πλαίσια του προγράμματος Comett II πρέπει να λαμβάνεται υπόψη « η εξέλιξη του προγράμματοςπλαισίου τεχνολογικής έρευνας και ανάπτυξης, προκειμένου να προωθηθούν οι δράσεις επιμόρφωσης που θα προκύψουν από την κοινοτική έρευνα, αποφεύγοντας τις περιττές διπλές εργασίες ».
Κατά το Ηνωμένο Βασίλειο, τόσο από τις αιτιολογικές σκέψεις της προσβαλλόμενης απόφασης όσο και από το παράρτημα προκύπτει ότι σκοπός των ανταλλαγών μεταξύ πανεπιστημίων και επιχειρήσεων τις οποίες προβλέπει το πρόγραμμα Comett II είναι όχι μόνο η βελτίωση της εκπαιδεύσεως στον τομέα των υφισταμένων τεχνολογιών, αλλά και η προώθηση της τελειοποιήσεως και εφαρμογής προηγμένων τεχνολογιών. 'Ετσι, η όγδοη αιτιολογική σκέψη κάνει λόγο για πρωτοβουλίες « που σκοπό έχουν να αξιοποιήσουν το πλήρες δυναμικό των ανθρώπινων πόρων και των επενδύσεων στον τομέα της βιομηχανικής πολιτικής, της έρευνας, της ανάπτυξης και της καινοτομίας, καθώς και της μεταφοράς τεχνολογίας (... ) ». Κατά τη δέκατη τρίτη αιτιολογική σκέψη, « το Comett συμβάλλει στην ενδυνάμωση των επιστημονικών και τεχνολογικών βάσεων της ευρωπαϊκής βιομηχανίας (... ) ».
Επιπλέον, η χορήγηση των υποτροφιών που προβλέπονται στο σημείο 4 Β του παραρτήματος αφορά προφανώς την επιστημονική έρευνα, ενόψει ιδίως της γενικότερης τάσης για επιλογή καινοτόμων σχεδίων.
Κατά την άποψη του Ηνωμένου Βασιλείου, πρέπει συνεπώς να συναχθεί το συμπέρασμα ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιορίζεται μόνο στην επαγγελματική εκπαίδευση, αλλ' έχει πολύ ευρύτερο πεδίο εφαρμογής, και ότι εν πάση περιπτώσει ορισμένα από τα προγράμματα στο πλαίσιο του Comett II αφορούν εργασίες επιστημονικής έρευνας.
Η Γερμανική Κυβέρνηση ισχυρίζεται, με το υπόμνημα απαντήσεως, ότι, αν και ο ορισμός που έδωσε το Δικαστήριο με τις αποφάσεις της 13ης Φεβρουαρίου 1985, 293/83, Gravier ( Συλλογή 1985, σ. 593 ), της 2ας Φεβρουαρίου 1988, 24/86, Blaizot ( Συλλογή 1988, σ. 379 ), και της 30ής Μαΐου 1989, Erasmus, πρέπει οπωσδήποτε να ερμηνευθεί ευρέως και δεν αποκλείει καταρχήν τις ανώτερες σπουδές, εφόσον δεν έχουν τον χαρακτήρα γενικής εκπαιδεύσεως, το Δικαστήριο εντούτοις δεν έχει αποφανθεί μέχρι σήμερα επί του ζητήματος αν τα μέτρα « συνεχούς επιμορφώσεως » θα μπορούσαν καθαυτά να χαρακτηριστούν ως μέτρα « επαγγελματικής εκπαιδεύσεως » κατά την έννοια του άρθρου 128. Κατά την άποψη της Γερμανικής Κυβερνήσεως, μολονότι βαθμιαία καθιερώνεται η κοινή πολιτική επαγγελματικής εκπαιδεύσεως κατά την έννοια του άρθρου 128, τα μέτρα συνεχούς επαγγελματικής επιμορφώσεως δεν καλύπτονται από την έννοια της « επαγγελματικής εκπαιδεύσεως » που μνημονεύεται στο άρθρο αυτό.
Η προσβαλλόμενη απόφαση όμως προβλέπει, όπως διαπιστώνει η Γερμανική Κυβέρνηση, μέτρα συνεχούς επιμορφώσεως, δηλαδή μέτρα επιμορφώσεως μετά την ολοκλήρωση της επαγγελματικής εκπαιδεύσεως.
8.
Το Συμβούλιο, υποστηριζόμενο από τους παρεμβαίνοντες, υποστηρίζει ότι το άρθρο 128 της Συνθήκης ΕΟΚ αποτελεί επαρκή νομική βάση για την προσβαλλόμενη απόφαση.
Το Συμβούλιο υποστηρίζει καταρχάς ότι, όταν πρόκειται να κριθεί αν μια πράξη εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 128, πρέπει να εξετάζονται δύο στοιχεία: οι σκοποί στους οποίους αποβλέπει η πράξη, προκειμένου να κριθεί αν οι σκοποί αυτοί μπορούν να θεωρηθούν ως στοιχεία της καθιερώσεως μιας « κοινής πολιτικής επαγγελματικής εκπαιδεύσεως », και το είδος της σχεδιαζόμενης κοινοτικής δράσης, προκειμένου να κριθεί αν η δράση αυτή εμπίπτει στην αρμοδιότητα του Συμβουλίου για τη θέσπιση « γενικών αρχών για την εφαρμογή » της πολιτικής αυτής.
Όσον αφορά, πρώτον, τους σκοπούς που επιδιώκονται με το πρόγραμμα Comett Η, το Συμβούλιο φρονεί ότι όλοι οι σκοποί αυτοί, οι οποίοι απαριθμούνται στο άρθρο 3 της προσβαλλόμενης απόφασης, αποτελούν τρόπους εφαρμογής μιας κοινής πολιτικής επαγγελματικής εκπαιδεύσεως. Κατά το Συμβούλιο, οι αμφιβολίες που ενδεχομένως υφίσταντο ως προς την έκταση της έννοιας της επαγγελματικής εκπαιδεύσεως έχουν αρθεί πλήρως κατόπιν της εκδόσεως των αποφάσεων του Δικαστηρίου της 13ης Φεβρουαρίου 1985, Gravier, κυρίως σκέψη 30, και ιδίως της 2ας Φεβρουαρίου 1988, Blaizot, και συγκεκριμένα σκέψεις 17 έως 20, με τις οποίες το Δικαστήριο έκρινε ότι η έννοια της επαγγελματικής εκπαιδεύσεως κατά τη Συνθήκη ΕΟΚ, και ειδικότερα κατά το άρθρο 128, καλύπτει καταρχήν και τις πανεπιστημιακές σπουδές. Το Συμβούλιο φρονεί ότι η αβεβαιότητα που εκφράζεται στη δεύτερη αιτιολογική σκέψη του προοιμίου της αποφάσεως 86/365, για την έγκριση του προγράμματος Comett Ι, κατά την οποία, για λόγους ασφαλείας δικαίου, θεωρήθηκε αναγκαίο να χρησιμοποιηθούν, ως διπλή νομική βάση, το άρθρο 128 και το άρθρο 235, εξηγείται από το γεγονός ότι κατά την έκδοση της αποφάσεως αυτής από το Συμβούλιο δεν είχε εκδοθεί ακόμη η απόφαση της 2ας Φεβρουαρίου 1988.
Αντίθετα, κατά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης η απόφαση της 2ας Φεβρουαρίου 1988 είχε ήδη καταστήσει σαφές ότι η εκπαίδευση στις τεχνολογίες που προέβλεπε το πρόγραμμα Comett ΙΙ, περιλαμβανομένων και των σπουδών σε πανεπιστήμια υπό την παραδοσιακή του όρου έννοια, εμπίπτει ως σύνολο στην επαγγελματική εκπαίδευση κατά την έννοια του άρθρου 128. Επιπλέον, οι σκοποί του προγράμματος Comett II δεν φαίνεται να καλύπτουν τους κύκλους σπουδών που απευθύνονται στα πρόσωπα τα οποία επιθυμούν να εμβαθύνουν μάλλον τις γενικές τους γνώσεις παρά να ασκήσουν κάποιο επάγγελμα.
Αυτοί είναι, κατά το Συμβούλιο, οι λόγοι για τους οποίους έκρινε ότι οι σκοποί του προγράμματος Comett II, αντίθετα από τους σκοπούς του προγράμματος Comett Ι, αφορούσαν τρόπους εφαρμογής κοινής πολιτικής επαγγελματικής εκπαιδεύσεως κατά την έννοια του άρθρου 128.
α) Επί τον λειτουργικού χαρακτήρα τον προγράμματος Comett II
Όσον αφορά την προγραμματιζόμενη δράση, το Συμβούλιο φρονεί ότι η θέσπιση γενικών αρχών για την εφαρμογή κοινής πολιτικής επαγγελματικής εκπαιδεύσεως, την οποία προβλέπει το άρθρο 128, συνεπάγεται την κατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ Κοινότητας και κρατών μελών. Η κατανομή αυτή έχει οριοθετηθεί ως εξής.
Αν το πρόγραμμα συμβάλλει στην υλοποίηση της πολιτικής επαγγελματικής εκπαιδεύσεως που ασκούν τα κράτη μέλη, αφήνοντας ταυτόχρονα στις εθνικές αρχές την αρμοδιότητα καθορισμού ( εντός του πλαισίου γενικών κοινοτικών κατευθυντήριων γραμμών) των βασικών στοιχείων της πολιτικής αυτής, πρόκειται για « συντονιστική δράση » και η ορθή νομική βάση είναι το άρθρο 128.
Αν αντίθετα το πρόγραμμα ορίζει άμεσα ή έμμεσα ορισμένα συγκεκριμένα στοιχεία πολιτικής επαγγελματικής εκπαιδεύσεως, με αποτέλεσμα να επιβάλλει ενδεχομένως στα κράτη μέλη την υποχρέωση να προσαρμόσουν, δυνάμει του άρθρου 5 της Συνθήκης ΕΟΚ, την εθνική τους πολιτική με σκοπό να την ευθυγραμμίσουν προς το πρόγραμμα αυτό, τότε πρόκειται για « αυτόνομη δράση της Κοινότητας » και το άρθρο 128 δεν αποτελεί επαρκή νομική βάση.
Από το ίδιο όμως το κείμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, όπως τονίζει το Συμβούλιο, ότι πρόθεση του ήταν να μην υποχρεώσει τα κράτη μέλη να μεταβάλουν τα βασικά στοιχεία της πολιτικής που ασκούν ως προς την επαγγελματική εκπαίδευση. Υπό τον τίτλο Β « Διακρατικές ανταλλαγές », το παράρτημα της προσβαλλόμενης απόφασης προβλέπει τη χορήγηση ειδικών ενισχύσεων για την ενθάρρυνση, προς όφελος όλων των κρατών μελών, των διακρατικών ανταλλαγών, μέσω της χορηγήσεως υποτροφιών στους σπουδαστές που θα εκπαιδεύονται επί τρεις έως δώδεκα μήνες σε επιχείρηση άλλου κράτους μέλους, ενώ ένα από τα σημαντικά κριτήρια για την επιλογή των υποβαλλομένων σχεδίων θα είναι η ανάληψη της υποχρεώσεως από το πανεπιστήμιο προελεύσεως να αναγνωρίσει την περίοδο αυτή εκπαιδεύσεως εντός της επιχειρήσεως ως αναπόσπαστο μέρος της εκπαιδεύσεως του σπουδαστή, « λαμβανομένων υπόψη των ιδιαιτεροτήτων των εθνικών εκπαιδευτικών συστημάτων και των σχετικών δυνατοτήτων τους ».
Μετά την υποβολή των υπομνημάτων αντικρούσεως του Συμβουλίου το Δικαστήριο εξέδωσε στις 30 Μαΐου 1989 τις αποφάσεις του στις υποθέσεις 242/87, Erasmus, και 56/88, Ηνωμένο Βασίλειο κατά Συμβουλίου (Συλλογή 1989, σ. 1615). Κατά την άποψη του Συμβουλίου, από τις αποφάσεις αυτές προκύπτουν σημαντικά στοιχεία που ενισχύουν την πεποίθηση του ότι η νομική βάση που επέλεξε για την προσβαλλόμενη απόφαση ήταν ορθή.
Το Συμβούλιο τονίζει ειδικότερα ότι το Δικαστήριο, με την απόφαση της 30ής Μαΐου 1989, Erasmus, σκέψη 11, αναγνώρισε ότι το Συμβούλιο έχει τη δυνατότητα να εκδίδει νομικές πράξεις που να προβλέπουν κοινοτική δράση στον τομέα της επαγγελματικής εκπαιδεύσεως και να επιβάλλουν στα κράτη μέλη ανάλογες υποχρεώσεις συνεργασίας. Στη σκέψη 19 της ίδιας αυτής αποφάσεως το Δικαστήριο αναγνώρισε επίσης ότι το πρόγραμμα Erasmus προβλέπει κοινοτική δράση που δεν υπερβαίνει τις εξουσίες που παρέχονται στο Συμβούλιο με το άρθρο 128, δηλαδή κοινοτικές ενέργειες σχετικά με την ενημέρωση και την προώθηση της κινητικότητας των φοιτητών οι οποίες επιβάλλουν στα κράτη μέλη υποχρεώσεις συνεργασίας.
Κατά την άποψη του Συμβουλίου, η ερμηνεία που έδωσε στο άρθρο 128 το Δικαστήριο με την απόφαση της 30ής Μαΐου 1989, Erasmus, ως προς το είδος των ενεργειών που μπορεί να αναλάβει το Συμβούλιο για την εφαρμογή κοινής πολιτικής επαγγελματικής εκπαιδεύσεως καλύπτει πλήρως όλες τις ενέργειες που προβλέπει η προσβαλλόμενη απόφαση. Πράγματι, κατά την εκπόνηση του προγράμματος Comett ΙΙ καταβλήθηκε μεγαλύτερη προσπάθεια απ' ό,τι κατά την εκπόνηση του προγράμματος Erasmus για την αποφυγή οποιασδήποτε παρεμβάσεως σε τομείς της πολιτικής επαγγελματικής εκπαιδεύσεως των κρατών μελών.
Το Συμβούλιο φρονεί ότι, όσον αφορά το πρόγραμμα Comett ΙΙ, μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι, αντίθετα απ' ό,τι συνέβαινε με το πρόγραμμα Comett Ι, το είδος των προβλεπόμενων από το πρόγραμμα κοινοτικών ενεργειών ενέπιπτε στην αρμοδιότητα που έχει να θεσπίζει γενικές αρχές για την εφαρμογή κοινής πολιτικής επαγγελματικής εκπαιδεύσεως, κατά την έννοια του άρθρου 128.
Το Συμβούλιο απορρίπτει εξάλλου το επιχείρημα της Βρετανικής Κυβερνήσεως ότι, βασίζοντας την προσβαλλόμενη απόφαση στο άρθρο 128, απέστη της πρακτικής που ακολουθούσε μέχρι τότε για την έκδοση παρεμφερών πράξεων. Το Συμβούλιο θεωρεί ότι τη μεγαλύτερη συνάφεια με την προσβαλλόμενη απόφαση παρουσιάζει η προαναφερθείσα απόφαση 87/569, σχετικά με πρόγραμμα δράσης για την επαγγελματική κατάρτιση των νέων και την προετοιμασία τους για τη ζωή του ενηλίκου και την επαγγελματική ζωή, καθόσον από το κείμενο της προκύπτει ότι πρόκειται για συντονιστικό πρόγραμμα υπό ευρεία έννοια, το οποίο υποβοηθεί και συμπληρώνει τις εθνικές πολιτικές επαγγελματικής εκπαιδεύσεως, χωρίς να θίγει τα ουσιώδη στοιχεία τους. Το Συμβούλιο υπενθυμίζει συναφώς ότι το Δικαστήριο, με την απόφαση της 30ής Μαΐου 1989, Ηνωμένο Βασίλειο κατά Συμβουλίου, απέρριψε την προσφυγή που είχε ασκήσει κατά της αποφάσεως αυτής η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου.
Η Ισπανική Κυβέρνηση προσθέτει ότι το πρόγραμμα Comett II δεν περιέχει καμία διάταξη που να επιβάλει στα κράτη μέλη ορισμένο πρότυπο πολιτικής επαγγελματικής εκπαιδεύσεως. Το πρόγραμμα αυτό περιορίζεται απλώς στην ενθάρρυνση και προώθηση των προγραμμάτων και δραστηριοτήτων που μπορούν να εξυπηρετούν καλύτερα τα συμφέροντα της Κοινότητας στους τομείς των νέων τεχνολόγών. Από την άποψη αυτή οι ενέργειες που προβλέπει το πρόγραμμα Comett II καλύπτουν τα κενά τα οποία, όπως είναι φυσικό, δεν μπορούσαν να καλύψουν τα κράτη μέλη, καθόσον πρόκειται για πρωτοβουλίες για τις οποίες απαραίτητη προϋπόθεση είναι ο διασυνοριακός χαρακτήρας. Η Ισπανική Κυβέρνηση φρονεί ότι, σε τελική ανάλυση, ο μόνος σκοπός του προγράμματος είναι η θέσπιση γενικών αρχών για την Κοινότητα, στις οποίες θα μπορούσε να βασιστεί η επαγγελματική εκπαίδευση υψηλού επιπέδου.
Η Επιτροπή άλλωστε διευκρινίζει ότι δεν θεωρεί αναγκαία την επίλυση του ζητήματος αν οι ενέργειες που προβλέπει το πρόγραμμα Comett II ανήκουν στην κατηγορία των « συντονιστικών ενεργειών ». Ανεξάρτητα δηλαδή από τη χρησιμότητα της διακρίσεως μεταξύ των κοινοτικών ενεργειών που αποβλέπουν στον συντονισμό των προΰφισταμένων προγραμμάτων των κρατών μελών αφενός και των κοινοτικών ενεργειών ενημερώσεως και προωθήσεως αφετέρου, από την πρόσφατη νομολογία του Δικαστηρίου ( ιδίως δε από την απόφαση της 30ής Μαΐου 1989, Erasmus) προκύπτει ότι η διάκριση αυτή δεν ασκεί καμία επιρροή επί των εξουσιών που έχουν απονεμηθεί στην Κοινότητα δυνάμει του άρθρου 128 της Συνθήκης. Κατά την Επιτροπή, είναι πασίγνωστο ότι η απόφαση για την έγκριση του προγράμματος Erasmus προβλέπει ενέργειες που ανήκουν στη δεύτερη κατηγορία και ότι το Δικαστήριο έκρινε ότι το Συμβούλιο ήταν αρμόδιο να την εκδώσει βάσει του άρθρου 128, υπό τη μόνη προϋπόθεση ότι το πρόγραμμα αυτό δεν εξέρχεται των ορίων της επαγγελματικής εκπαιδεύσεως.
β) Επί των επιπτώσεων τον προγράμματος Comett ΙΙ επί τον προϋπολογισμού kou των δημοσίων οικονομικών
Το Συμβούλιο, υποστηριζόμενο από τους παρεμβαίνοντες, θεωρεί ότι τα επιχειρήματα των προσφευγόντων κρατών στηρίζονται και πάλι σε μια σύγχυση μεταξύ της δράσης που μπορεί να αναλάβει η Κοινότητα με σκοπό να συντονίσει τις εθνικές πολιτικές επαγγελματικής εκπαιδεύσεως, βάσει του άρθρου 128 της Συνθήκης ΕΟΚ, και της αυτόνομης κοινοτικής δράσης, η οποία δεν μπορεί να στηριχθεί σε αυτή μόνο τη νομική βάση. Μολονότι δηλαδή το άρθρο 128 δεν απονέμει ρητώς δημοσιονομικές αρμοδιότητες στο Συμβούλιο, εντούτοις το εξουσιοδοτεί να αναλαμβάνει συντονιστική δράση, η οποία ενδέχεται να έχει ορισμένες επιπτώσεις επί του προϋπολογισμού των Κοινοτήτων. Κατά την άποψη του Συμβουλίου, πρέπει να υπενθυμιστεί ότι τα αναγκαία για την εφαρμογή του προγράμματος Comett II κονδύλια θα προσδιοριστούν κατά τη διαδικασία που ακολουθείται για τον προϋπολογισμό, κατά την οποία το Συμβούλιο αποφασίζει με ειδική πλειοψηφία και ενεργεί σε στενή συνεργασία με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.
Το Συμβούλιο φρονεί ότι τα παρεμβαίνοντα κράτη δεν λαμβάνουν υπόψη, κατά την επιχειρηματολογία τους, τη βασική διάκριση μεταξύ της νομοθετικής εξουσίας και της εξουσίας επί του προϋπολογισμού, η οποία χαρακτηρίζει το θεσμικό σύστημα της Κοινότητας. Η επιχειρηματολογία αυτή απορρίφθηκε από το Δικαστήριο με την απόφαση της 30ής Μαΐου 1989, Erasmus.
Η Επιτροπή τονίζει ότι το ύψος της αναγκαίας χρηματοδοτήσεως για ένα πρόγραμμα δεν μπορεί να έχει συνέπειες επί της κατανομής αρμοδιοτήτων στον εν λόγω τομέα. Δεν μπορεί από νομική άποψη να υποστηριχθεί ότι μια ενέργεια αποτελεί ενέργεια προωθήσεως, μόνον υπό τον όρο ότι δεν είναι ιδιαίτερα αποτελεσματική. Κατά την Επιτροπή, δεν πρέπει να λησμονείται ότι η Κοινότητα έχει υποχρέωση « αποτελεσματικής ασκήσεως » κοινής πολιτικής επαγγελματικής εκπαιδεύσεως με συγκεκριμένους σκοπούς, με συγκεκριμένες αρχές και αυτοτελή μέσα δράσης.
γ) Επί τον πεδίον της επαγγελματικής εκπαιδεύσεως
Το Συμβούλιο, υποστηριζόμενο από τους παρεμβαίνοντες, επισημαίνει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση αφορά μόνο τα μέτρα που πρέπει να ληφθούν στον τομέα και μόνο της επαγγελματικής εκπαιδεύσεως κατά την έννοια του άρθρου 128 και δεν παρεμβαίνει καθόλου στον τομέα της έρευνας και της τεχνολογικής αναπτύξεως κατά την έννοια των άρθρων 130 ΣΤ μέχρι 130 Ο, μολονότι, όπως τονίζει η Επιτροπή, η ακριβής οριοθέτηση των δύο αυτών τομέων δεν είναι πάντοτε εύκολη από νομική άποψη.
'Ετσι, το Συμβούλιο ισχυρίζεται καταρχάς ότι το πρώτο άρθρο της προσβαλλόμενης απόφασης περιγράφει το πρόγραμμα Comett II ως πρόγραμμα ενδοκοινοτικής συνεργασίας μεταξύ πανεπιστημίων και επιχειρήσεων « όσον αφορά την αρχική και διαρκή επιμόρφωση στον τομέα της ιδιαίτερα προηγμένης τεχνολογίας». Το Συμβούλιο συνεπώς παρατηρεί ότι αναφέρεται ρητώς ότι ο στόχος της συνεργασίας είναι η επιμόρφωση και εκπαίδευση. Αντίθετα, στο πρώτο άρθρο της αποφάσεως Erasmus μνημονεύονται δύο διαφορετικοί σκοποί: πρώτον, ο σκοπός « να επιτευχθεί σημαντική αύξηση της κινητικότητας των φοιτητών στην Κοινότητα » και, δεύτερον, ο σκοπός « να προωθηθεί η στενότερη συνεργασία μεταξύ πανεπιστημίων ». Το Συμβούλιο φρονεί ότι, αφού η έρευνα αποτελεί μέρος του έργου των πανεπιστημίων και ένα ουσιώδες τμήμα του έργου του διδακτικού προσωπικού και ορισμένων φοιτητών, η μνεία της συνεργασίας μεταξύ πανεπιστημίων στο πρόγραμμα Erasmus χωρίς καμία άλλη διευκρίνιση πρέπει κανονικά να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι καλύπτει τόσο την έρευνα όσο και την επιμόρφωση και εκπαίδευση.
Η δε Επιτροπή προσθέτει ότι το πρόγραμμα Comett II δεν περιορίζεται μόνο στους πανεπιστημιακούς κύκλους: ο λόγος της εκπονήσεως του συνίσταται στην ανάπτυξη των σχέσεων μεταξύ πανεπιστημίων και βιομηχανίας, επιδιώκει δε ειδικότερα τον σκοπό της προωθήσεως της επαγγελματικής εκπαιδεύσεως στις προηγμένες τεχνολογίες. Το πρόγραμμα αυτό δεν προορίζεται μόνο για τους καθηγητές και τους φοιτητές πανεπιστημίων, αλλά απευθύνεται και σε όσους έχουν ήδη αποκτήσει τους επαγγελματικούς τους τίτλους, περιλαμβανομένων και όσων ήδη εργάζονται. Το πρόγραμμα προβλέπει επίσης την παρέμβαση των κοινωνικών εταίρων. Κατά την Επιτροπή, είναι επομένως εσφαλμένο να θεωρηθεί ότι ισχύει για το πρόγραμμα Comett Π, όπως υποστηρίζουν τα προσφεύγοντα κράτη κατόπιν της αποφάσεως του Δικαστηρίου της 30ής Μαΐου 1989, Erasmus, ένας συλλογισμός που δεν ισχύει παρά μόνο στην περίπτωση προγραμμάτων που αφορούν μόνο τον χώρο των πανεπιστημίων. Από τα ανωτέρω η Επιτροπή συνάγει ότι το πρόγραμμα Comett II, αντίθετα από το πρόγραμμα Erasmus, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι επηρεάζει την έρευνα.
Το Συμβούλιο εξηγεί, δεύτερον, ότι σε σχέση και με τους πέντε στόχους του προγράμματος Comett II, οι οποίοι μνημονεύονται στο άρθρο 3 της προσβαλλόμενης απόφασης, γίνεται λόγος είτε άμεσα είτε έμμεσα για εκπαίδευση ή επιμόρφωση. Ο πίνακας αυτός των στόχων πρέπει να συγκριθεί με τον πίνακα που περιλαμβάνει το άρθρο 2 της αποφάσεως Erasmus, από το οποίο δεν προκύπτει καθόλου, π.χ. σε σχέση με τον δεύτερο στόχο, ότι η « ευρεία και εντατική συνεργασία μεταξύ των πανεπιστημίων » θα αφορά μόνο τη διδασκαλία.
Το Συμβούλιο τονίζει, τρίτον, ότι όλες οι συγκεκριμένες ενέργειες που προβλέπονται στο παράρτημα της προσβαλλόμενης απόφασης αφορούν την εκπαίδευση ή επιμόρφωση. Έτσι, το ευρωπαϊκό δίκτυο που μνημονεύεται στο σημείο 4 Α του παραρτήματος αποτελεί ένα δίκτυο συμπράξεων συνεργασίας πανεπιστημίωνεπιχειρήσεων για την « επιμόρφωση », ενώ η πρώτη ενέργεια που αναφέρεται στο παράρτημα του προγράμματος Erasmus κάνει λόγο για ένα ευρωπαϊκό δίκτυο « πανεπιστημιακής συνεργασίας». Ομοίως, σκοπός των ανταλλαγών προσωπικού, στις οποίες αναφέρεται το σημείο 4 Β, στοιχείο α, τρίτη περίπτωση, του παραρτήματος της προσβαλλόμενης απόφασης, είναι να εμπλουτιστούν οι « δραστηριότητες επιμόρφωσης και επαγγελματικές πρακτικές » του φιλοξενούντος οργανισμού, ενώ οι αντίστοιχες διατάξεις του παραρτήματος της αποφάσεως Erasmus (βλ. ενέργεια 1, σημεία 3 και 4 ) έχουν διαφορετική διατύπωση και δεν αποκλείουν το ενδεχόμενο να αποτελεί η επιστημονική έρευνα έναν από τους στόχους των επισκέψεων και ανταλλαγών προσωπικού.
Το Συμβούλιο, υποστηριζόμενο από την Επιτροπή φρονεί, τέταρτον, ότι το επιχείρημα των προσφευγόντων κρατών ότι η ορθότητα της απόψεως τους αποδεικνύεται από τη στενή σχέση μεταξύ του προγράμματος Comett II και των διαφόρων προγραμμάτων έρευνας, ανάπτυξης και μεταφοράς τεχνολογιών, τα οποία εγκρίθηκαν από το Συμβούλιο δυνάμει του άρθρου 130 Ο ή του άρθρου 235 της Συνθήκης (άρθρο 5, παράγραφος 10, της προσβαλλόμενης απόφασης), είναι επίσης αβάσιμο. Το Συμβούλιο ισχυρίζεται ότι στην πραγματικότητα οι ενέργειες που προβλέπει η προσβαλλόμενη απόφαση για την προώθηση της επαγγελματικής εκπαιδεύσεως αποτελούν « παράλληλες προσπάθειες » για την υποστήριξη των προγραμμάτων αυτών ( πέμπτη αιτιολογική σκέψη στο προοίμιο) και επομένως πρέπει να εναρμονίζονται με αυτά ( βλ. επίσης άρθρο 5, παράγραφος 10 ), ενώ δεν πρέπει να ταυτίζονται με τα στοιχεία των προγραμμάτων αυτών που αφορούν την εκπαίδευση ή επιμόρφωση ( παράρτημα, σημείο 2, δεύτερο εδάφιο ).
Η Επιτροπή προσθέτει συναφώς ότι το πρόγραμμα Comett II έχει εκπονηθεί κατά τρόπο που να εναρμονίζεται με την πολιτική που ασκεί η Κοινότητα πέραν της επαγγελματικής εκπαιδεύσεως και ότι εξυπηρετεί ορισμένους γενικούς σκοπούς της Κοινότητας. Η Επιτροπή θεωρεί πάντως ότι υπάρχει μεγάλη διαφορά μεταξύ δύο ή πλειόνων « αλληλένδετων » πολιτικών και μιας ενιαίας πολιτικής. Δύο πολιτικές μπορούν να συγκλίνουν χωρίς να συγχέονται. Οι ίδιοι άλλωστε οι όροι « συνδέονται » και « αλληλένδετες » προϋποθέτουν κατ' ανάγκη την ύπαρξη χωριστών οντοτήτων. Κατά την Επιτροπή, το άρθρο 5, παράγραφος 10, της προσβαλλόμενης απόφασης αποτελεί μάλιστα χαρακτηριστικό παράδειγμα « ρητής επιφυλάξεως », κατά την έννοια της σκέψεως 36 της αποφάσεως του Δικαστηρίου της 30ής Μαΐου 1989, Erasmus. Μολονότι συνεπώς είναι βέβαιο ότι το πρόγραμμα Comett II αποσκοπεί, τόσο από την άποψη της εκπονήσεως του όσο και των κατευθυντηρίων γραμμών του και της εφαρμογής του, σε στόχους που εμπίπτουν όχι στην πολιτική της έρευνας, αλλά οπωσδήποτε στην εκπαιδευτική πολιτική, και ότι έχει την ανάλογη δομή δεν μπορεί, ενόψει της στενής και αναγκαίας σχέσης μεταξύ των δύο αυτών τομέων, να αποκλειστεί το ενδεχόμενο ότι για ορισμένες διατάξεις του προγράμματος, εφόσον ερμηνευθούν ανεξάρτητα από το ειδικό τους πλαίσιο, θα υπάρξει παρανόηση και θα θεωρηθεί ότι εμπίπτουν στην πολιτική έρευνας.
Λόγω του κινδύνου αυτού η Επιτροπή εξετάζει ορισμένες διατάξεις της Συνθήκης ΕΟΚ που αφορούν την έρευνα, προκειμένου να αποδείξει ότι το κανονιστικό τους περιεχόμενο σε σχέση με την πολιτική έρευνας δεν επηρεάζεται από το πρόγραμμα Comett II. Η Επιτροπή ισχυρίζεται συναφώς ότι, δυνάμει του άρθρου 130 Ζ, στοιχείο γ, η Επιτροπή θεσπίζει τα μέτρα που αφορούν τη « διάδοση και αξιοποίηση των αποτελεσμάτων των δραστηριοτήτων στον τομέα της κοινοτικής έρευνας, τεχνολογικής ανάπτυξης και επίδειξης» και ότι κατά το άρθρο 130 Ι, δεύτερο εδάφιο, το Συμβούλιο καθορίζει επίσης « τους τρόπους διάδοσης των γνώσεων που προέρχονται από τα ειδικά προγράμματα ». Κατά την άποψη της Επιτροπής, από το ιστορικό της θεσπίσεως των διατάξεων αυτών, και ειδικότερα από τον τρόπο διαρθρώσεως των προϋπαρχόντων κανόνων των Συνθηκών ΕΚΑΧ και Ευρατόμ, αποδεικνύεται ότι ως « διάδοση και αξιοποίηση » των αποτελεσμάτων της έρευνας νοείται όχι η οργάνωση της επαγγελματικής εκπαιδεύσεως, αλλά η παροχή εγγυήσεως προς όλες τις επιχειρήσεις και τους ενδιαφερόμενους επιχειρηματίες ότι θα έχουν πρόσβαση στα αποτελέσματα της έρευνας που χρηματοδοτεί η Κοινότητα. Εξάλλου, κατά το άρθρο 130 Ζ, στοιχείο δ, η Κοινότητα θεσπίζει τα μέτρα που αφορούν την « προώθηση της κατάρτισης και της κινητικότητας των ερευνητών της Κοινότητας ». Κατά την Επιτροπή, από τους στόχους στους οποίους αποβλέπει η έρευνα και οι οποίοι ορίζονται στα άρθρα 130 ΣΤ επ. προκύπτει ότι η έννοια « ερευνητές », στο πλαίσιο των διατάξεων αυτών, καλύπτει μόνο την περιορισμένη κατηγορία των ατόμων που ασχολούνται αποκλειστικά ή κυρίως με την έρευνα, ανεξαρτήτως του αν η έρευνα αυτή πραγματοποιείται εντός των επιχειρήσεων ή εντός ερευνητικών κέντρων ή πανεπιστημίων — με άλλα λόγια, καλύπτει όσους « είναι » ήδη ερευνητές. Το άρθρο 130 Ζ, στοιχείο δ, δεν αφορά την κατάρτιση με σκοπό την άσκηση του « επαγγέλματος » του ερευνητή, αλλά την κατάρτιση « των » ερευνητών. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή θεωρεί αυταπόδεικτο ότι ένα πρόγραμμα που προορίζεται για την επιμόρφωση και την τελειοποίηση της καταρτίσεως των ερευνητών περιέχει κατ' ανάγκην ορισμένα στοιχεία για την εξύψωση του ήδη υψηλού επιπέδου της καταρτίσεως τους.
Κατά την άποψη της Επιτροπής, είναι προφανές ότι ένα πρόγραμμα σαν το Comett ΙΙ, όπως επινοήθηκε, απευθύνεται όχι στους ερευνητές, αλλά σε όσους πρόκειται να εκπαιδευθούν από τους ερευνητές αυτούς. Σκοπός επομένως δεν είναι η εξύψωση του επιπέδου της καταρτίσεως των ερευνητών, αλλά η εξύψωση του επιπέδου επαγγελματικής εκπαιδεύσεως που προσφέρουν οι επιχειρήσεις και τα πανεπιστήμια, στους τομείς που εμπίπτουν στο πρόγραμμα, ώστε το επίπεδο αυτό να πλησιάσει το επίπεδο των ερευνητών. Αν στο πρόγραμμα μετάσχουν και ερευνητές, όπως θα συμβεί εν προκειμένω, τότε οι ερευνητές αυτοί δεν θα έχουν την ιδιότητα των εκπαιδευομένων, κατά την έννοια του άρθρου 130 Ζ, στοιχείο δ, αλλά την ιδιότητα των « εκπαιδευτών ».
Πέμπτον, απαντώντας στον ισχυρισμό της Κυβερνήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου ότι οι υποτροφίες που μνημονεύονται στο σημείο 4 Β, στοιχείο α, δεύτερη περίπτωση, του παραρτήματος της προσβαλλόμενης απόφασης αποτελούν κλασσικό παράδειγμα έρευνας και ανάπτυξης, η Επιτροπή αντιτείνει τέλος ότι οι υποτροφίες αυτές, καθώς και οι περίοδοι επιμορφώσεως των φοιτητών στην αλλοδαπή, έχουν τον χαρακτήρα εκπαιδεύσεως, πράγμα που τις διακρίνει από τα επιδόματα και τις υποτροφίες έρευνας που χορηγούνται στο πλαίσιο ερευνητικών και αναπτυξιακών προγραμμάτων συγκεκριμένων τομέων.
Τέλος, απαντώντας στη Γερμανική Κυβέρνηση, η οποία εξέφρασε αμφιβολίες ως προς την αρμοδιότητα του Συμβουλίου να θεσπίσει βάσει του άρθρου 128 μέτρα όχι μόνον αρχικής αλλά και « συνεχούς » επαγγελματικής εκπαιδεύσεως, το Συμβούλιο τονίζει ότι ένα πρόγραμμα επαγγελματικής εκπαιδεύσεως που δεν θα κάλυπτε τη συνεχή επιμόρφωση θα έχανε, εν μέρει τουλάχιστον, τη χρησιμότητά του. Πράγματι, το πρόγραμμα Comett II δεν θα μπορούσε να επιτύχει τον σκοπό του — να εξασφαλίσει δηλαδή στη βιομηχανία προσωπικό που να είναι στο ύψος της τεχνολογικής αναπτύξεως — αν δεν κάλυπτε, πέρα από την αρχική εκπαίδευση, και τη συνεχή επιμόρφωση.
Το Συμβούλιο φρονεί εξάλλου ότι η κοινοτική πρακτική ήταν πάντοτε η Ιδια, χωρίς ποτέ να αμφισβητηθεί (συναφώς το Συμβούλιο παραπέμπει ιδίως στην απόφαση του 63/266, στην οποία το Δικαστήριο έχει αναφερθεί με όλες τις αποφάσεις που έχει εκδώσει σχετικά με την κοινοτική πολιτική επαγγελματικής εκπαιδεύσεως, και ειδικότερα την έκτη αιτιολογική της σκέψη, την πρώτη αρχή, εδάφιο 3, τη δεύτερη αρχή, στοιχεία στ και ζ, και την ένατη αρχή, εδάφιο 2 ).
ΙV — Απαντήσεις στην ερώτηση που έθεσε το Δικαστήριο
9.
Το Δικαστήριο κάλεσε τα προσφεύγοντα κράτη να διευκρινίσουν την άποψη τους σε σχέση με τη νομική βάση που έπρεπε να έχει επιλεγεί για την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, ενόψει της αποφάσεως της 30ής Μαΐου 1989, Erasmus, η οποία δημοσιεύθηκε κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας.
Η Κυβέρνηση τον Ηνωμένου Βασιλείον απάντησε ότι ορισμένες από τις ενέργειες που προβλέπει η προσβαλλόμενη απόφαση συνεπάγονται την πραγματοποίηση επιστημονικής έρευνας και ότι επομένως, σύμφωνα με την απόφαση της 30ής Μαΐου 1989, Erasmus, η απόφαση αυτή έπρεπε να βασιστεί όχι μόνο στο άρθρο 128, αλλά και στο άρθρο 235 της Συνθήκης ΕΟΚ, καθόσον κανένα άλλο άρθρο της Συνθήκης δεν απονέμει τις αναγκαίες εξουσίες. Ειδικότερα, το άρθρο 130 Ο, παράγραφος 2, δεν μπορεί να εφαρμοστεί, αφού η προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ούτε υποστηρίζεται ότι είναι μέτρο που ανήκει στην κατηγορία την οποία αφορά το άρθρο αυτό.
Η ΓαΑΜκή Κυβέρνηση απάντησε ότι μετά την έναρξη της ισχύος της Ενιαίας Ευρωπαϊκής Πράξης, με την οποία προστέθηκε στη Συνθήκη ΕΟΚ ένας νέος τίτλος, που αφορά την έρευνα και την τεχνολογική ανάπτυξη, οι οποίες αποβλέπουν, μεταξύ άλλων, στην « προώθηση της κατάρτισης και της κινητικότητας των ερευνητών της Κοινότητας » ( άρθρο 130 Ζ ), οι πιθανές λύσεις είναι δύο.
Θα μπορούσε να θεωρηθεί, πρώτον, ότι τα στοιχεία του προγράμματος Comett Η που αφορούν την έρευνα εμπίπτουν στον νέο αυτό τίτλο της Συνθήκης ΕΟΚ: στην περίπτωση αυτή το πρόγραμμα αυτό θα έπρεπε να θεωρηθεί, πράγμα δύσκολο, ως πρόγραμμα που εκπονήθηκε στο πλαίσιο ενός τμήματος του πολυετούς προγράμματοςπλαισίου έρευνας της Κοινότητας, όπως προβλέπεται στο άρθρο 130 Ι της Συνθήκης ΕΟΚ. Η Γαλλική Κυβέρνηση θεωρεί συνεπώς ότι δεν πρέπει να γίνει δεκτή η λύση αυτή.
Η άλλη εναλλακτική λύση είναι να θεωρηθεί ότι τα στοιχεία του προγράμματος Comett II που αφορούν την έρευνα δεν εμπίπτουν στον νέο αυτό τίτλο της Συνθήκης ΕΟΚ και ότι συνεπώς έπρεπε να θεωρηθούν ως νομική βάση, όπως συνέβαινε πριν από την έναρξη της ισχύος της Ενιαίας Πράξης, τα άρθρα 128 και 235 της Συνθήκης ΕΟΚ.
Κατά την άποψη της Γαλλικής Κυβερνήσεως, η δεύτερη αυτή λύση είναι συνεπέστερη και στηρίζεται εξάλλου στο ίδιο το γράμμα της προσβαλλόμενης απόφασης, αφού όχι μόνο το άρθρο 5, παράγραφος 10, της αποφάσεως αυτής διευκρινίζει ότι η Επιτροπή μεριμνά ώστε το Comett II να εναρμονίζεται με τις « άλλες » κοινοτικές δράσεις έρευνας και ανάπτυξης που έχουν ήδη προγραμματιστεί, αλλά και το σημείο 2, παράγραφος 2, του παραρτήματος της επισημαίνει ότι για την επιλογή των σχεδίων στους διαφόρους τομείς θα ληφθεί υπόψη η εξέλιξη του προγράμματοςπλαισίου τεχνολογικής έρευνας και ανάπτυξης, προκειμένου να προωθηθούν οι δράσεις επιμορφώσεως που θα προκύψουν από την κοινοτική έρευνα, ενώ θα αποφευχθεί η επανάληψη προγραμμάτων με το ίδιο περιεχόμενο. Κατά συνέπεια, η κοινοτική δράση έρευνας και ανάπτυξης στο πλαίσιο του προγράμματος Comett II είναι παράλληλη και συμπληρωματική προς τη δράση της Κοινότητας στο πλαίσιο του τίτλου VI της Συνθήκης ΕΟΚ, ο οποίος αφορά την έρευνα και την τεχνολογική ανάπτυξη: συνεπώς, δεν φαίνεται να μπορεί να στηριχθεί στις διατάξεις του τίτλου VI της Συνθήκης ΕΟΚ, αλλά πρέπει να στηριχθεί, ελλείψει άλλης νομικής βάσεως, στο άρθρο 235.
Από όλες τις ανωτέρω σκέψεις συνάγεται το συμπέρασμα, κατά τη Γαλλική Κυβέρνηση, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έπρεπε να στηριχθεί συγχρόνως στα άρθρα 128 και 235 της Συνθήκης ΕΟΚ.
Τέλος, η Γερμανική Κυβέρνηση απάντησε ότι, κατόπιν της αποφάσεως που εκδόθηκε στις 30 Μαΐου 1989, Erasmus, ως νομική βάση της προσβαλλόμενης απόφασης, εκτός από το άρθρο 128 της Συνθήκης ΕΟΚ, θα μπορούσαν να εξεταστούν μόνο αφενός οι συνδυασμένες διατάξεις του άρθρου 130 Ο και του άρθρου 130 Ζ της Συνθήκης ΕΟΚ και αφετέρου το άρθρο 235 της Συνθήκης ΕΟΚ.
Η Γερμανική Κυβέρνηση είναι της γνώμης ότι, ακόμη και μετά την έναρξη της ισχύος της Ενιαίας Ευρωπαϊκής Πράξης, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν μπορούσε να στηριχθεί στις συνδυασμένες διατάξεις του άρθρου 130 Ο και του άρθρου 130 Ζ της Συνθήκης ΕΟΚ. Το άρθρο 130 Ζ της Συνθήκης ΕΟΚ συγκεκριμενοποιεί τις δράσεις που μπορούν να αναληφθούν για την ενίσχυση της ευρωπαϊκής βιομηχανίας και τη διευκόλυνση της αναπτύξεως της διεθνούς ανταγωνιστικότητας της. Ο στόχος συνίσταται στη συνεργασία σε θέματα έρευνας στο πλαίσιο αποκλειστικά και μόνο της βιομηχανίας.
Στο πλαίσιο όμως του προγράμματος Comett II η συνεργασία αυτή ως προς την έρευνα ορίζεται πολύ γενικότερα, στο πλαίσιο της γενικής συνεργασίας μεταξύ πανεπιστημίων. Ο σκοπός του προγράμματος συνίσταται στην εκπαίδευση στις τεχνολογίες, το ιδιαίτερο δε στοιχείο αποτελεί η αποφασιστική συμμετοχή των πανεπιστημίων. Τα πανεπιστήμια αυτά ασχολούνται κυρίως με τη βασική έρευνα. Στον τομέα αυτό η διακρατική συνεργασία μπορεί να βελτιωθεί με την κατά περιφέρειες και κατά τομείς διεύρυνση του ευρωπαϊκού δικτύου των πανεπιστημίων προς τον σκοπό της εκπαιδεύσεως. Το πρόγραμμα Comett II δεν προβλέπει καμία συνεργασία ως προς την έρευνα που να αποσκοπεί στην ενίσχυση των ευρωπαϊκών βιομηχανιών. Το γεγονός ότι στο πλαίσιο του προγράμματος Comett II η έρευνα δεν συσχετίζεται καθόλου με τη βιομηχανία έχει ως αποτέλεσμα ότι το άρθρο 130 Ο της Συνθήκης ΕΟΚ δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως νομική βάση της προσβαλλόμενης απόφασης.
Κατά την άποψη της Γερμανικής Κυβερνήσεως, η χρησιμοποίηση του άρθρου 130 Ο της Συνθήκης ΕΟΚ ως νομικής βάσεως προσκρούει επίσης σε ένα άλλο στοιχείο. Οι δράσεις που εμπίπτουν στο άρθρο 130 Ζ της Συνθήκης ΕΟΚ πρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 130 Θ της Συνθήκης ΕΟΚ, να προβλέπονται από πολυετή προγράμματαπλαίσια. Αν η συνεργασία ως προς την έρευνα στο πλαίσιο του προγράμματος Comett II καταλεγόταν μεταξύ των ενεργειών που καλύπτονται από το άρθρο 130 Ζ της Συνθήκης ΕΟΚ, τότε το πρόγραμμα Comett II θα έπρεπε επίσης να έχει ενταχθεί σε ένα πρόγραμμαπλαίσιο κατά την έννοια του άρθρου 130 Θ της Συνθήκης ΕΟΚ. Τούτο όμως αποκλείεται, καθόσον ο πρωταρχικός σκοπός της προσβαλλόμενης απόφασης είναι η βελτίωση της εκπαιδεύσεως. Ένα τέτοιο πρόγραμμα δράσεως δεν μπορεί να ενσωματωθεί στα προγράμματαπλαίσια για τα οποία γίνεται λόγος στο άρθρο 130 Θ της Συνθήκης ΕΟΚ. Επιπλέον, το ενδεχόμενο ενσωματώσεως του προγράμματος Comett ΙΙ σε ένα πρόγραμμαπλαίσιο κατά την έννοια του άρθρου 130 Θ της Συνθήκης ΕΟΚ ουδέποτε εξετάστηκε από το Ιδιο το Συμβούλιο. Αυτός άλλωστε είναι και ο λόγος για τον οποίο τα κονδύλια για τη χρηματοδότηση του προγράμματος Comett II δεν προέρχονται από κανένα τέτοιο πρόγραμμαπλαίσιο.
Κατά συνέπεια, η Γερμανική Κυβέρνηση θεωρεί ότι για την προσβαλλόμενη απόφαση δεν μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως νομική βάση, πέραν του άρθρου 128, παρά μόνο η γενική διάταξη του άρθρου 235 της Συνθήκης ΕΟΚ. Η προσβαλλόμενη απόφαση έπρεπε συνεπώς να στηριχθεί στη συνδυασμένη εφαρμογή των δύο αυτών διατάξεων.
G. C. Rodríguez Iglesias
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσες διαδικασίας: η αγγλική, η γαλλική και η γερμανική.
Top