ΈΚΘΕΣΗ ΑΚΡΟΑΤΗΡΊΟΥ
στην υπόθεση C-58/89 ( *1 )
Ι — Νομοθετικό πλαίσιο
1. Η κοινοτική νομοθεσία
α) Η οδηγία 75/440/ΕΟΚ
Η οδηγία 75/440/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 16ης Ιουνίου 1975 ( ΕΕ ειδ. έκδ. 15/001, σ. 80 ), αφορά, σύμφωνα με το οικείο άρθρο 1, τις απαιτήσεις στις οποίες πρέπει να ανταποκρίνεται η ποιότητα των γλυκών υδάτων επιφανείας που χρησιμοποιούνται ή προορίζονται να χρησιμοποιηθούν για την παραγωγή ποσίμου ύδατος μετά από κατάλληλη επεξεργασία.
Το άρθρο 2 της οδηγίας ορίζει τα εξής:
« Κατά την έννοια της παρούσας οδηγίας, τα ύδατα επιφανείας υποδιαιρούνται σε τρεις ομάδες οριακών τιμών Al, Α2 και A3, οι οποίες αντιστοιχούν στις κατάλληλες μεθόδους επεξεργασίας που προσδιορίζονται στο παράρτημα Ι. Οι ομάδες αυτές αντιστοιχούν σε τρεις διαφορετικές ποιότητες υδάτων επιφανείας των οποίων τα φυσικά, χημικά και μικροβιολογικά χαρακτηριστικά εμφαίνονται στον πίνακα του παραρτήματος II. »
Κατά το άρθρο 3, τα κράτη μέλη καθορίζουν για όλα τα σημεία δειγματοληψίας ή για κάθε σημείο δειγματοληψίας τις εφαρμοστέες τιμές στα ύδατα επιφανείας ως προς τις παραμέτρους που προσδιορίζονται στο παράρτημα II.
Το άρθρο 4 της οδηγίας 75/440/ΕΟΚ ορίζει τα εξής:
« 1.
Τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα ώστε τα ύδατα επιφανείας να ανταποκρίνονται προς τις τιμές που ορίζονται βάσει του άρθρου 3. Εκ του λόγου τούτου, κάθε κράτος μέλος εφαρμόζει χωρίς διάκριση την παρούσα οδηγία για τα εθνικά ύδατα και γι' αυτά που διασχίζουν τα σύνορα του.
2.
Στα πλαίσιο των στόχων της παρούσας οδηγίας, τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα απαραίτητα μέτρα για να εξασφαλίσουν τη συνεχή βελτίωση του περιβάλλοντος. Για τον σκοπό αυτό καθορίζουν συστηματικό πρόγραμμα δράσεως που περιλαμβάνει χρονοδιάγραμμα για τη βελτίωση των υδάτων επιφανείας και ιδίως των υδάτων της κατηγορίας A3. Προς τον σκοπό αυτό πρέπει να πραγματοποιηθούν ουσιαστικές βελτιώσεις στο πλαίσιο εθνικών προγραμμάτων κατά τα δέκα προσεχή έτη.
Για τον καθορισμό του προβλεπομένου στο πρώτο εδάφιο χρονοδιαγράμματος πρέπει να ληφθεί υπόψη αφενός η αναγκαιότητα βελτιώσεως της ποιότητας του περιβάλλοντος και ιδίως των υδάτων και αφετέρου οι οικονομικοί και τεχνικοί περιορισμοί που υπάρχουν ή δύνανται να προκύψουν στις διάφορες περιοχές της Κοινότητας.
Η Επιτροπή θα εξετάσει λεπτομερώς τα σχέδια δράσεως τα οποία προβλέπονται στο πρώτο εδάφιο, συμπεριλαμβανομένων των χρονοδιαγραμμάτων και θα υποβάλει, αν είναι αναγκαίο, κατάλληλες προτάσεις στο Συμβούλιο.
3.
Τα ύδατα επιφανείας τα οποία έχουν φυσικά, χημικά και μικροβιολογικά χαρακτηριστικά κατώτερα των υποχρεωτικών περιοριστικών τιμών που αντιστοιχούν στη μέθοδο επεξεργασίας A3 δεν δύνανται να χρησιμοποιηθούν για την παραγωγή ποσίμου ύδατος. Εν τούτοις ύδωρ τέτοιας κατώτερης ποιότητας δύναται να χρησιμοποιηθεί κατ' εξαίρεση, αν υποστεί την κατάλληλη επεξεργασία, συμπεριλαμβανομένης της αναμίξεως, ώστε να ανακτήσει ποιοτικά χαρακτηριστικά ύδατος σύμφωνα με τα πρότυπα της ποιότητας του ποσίμου ύδατος. Η Επιτροπή πρέπει να ενημερώνεται για τους λόγους της εξαιρέσεως αυτής, βάσει σχεδίου διαχειρίσεως υδατίνων πόρων εντός της ενδιαφερόμενης περιοχής, το ταχύτερο δυνατό σε περίπτωση υφισταμένων εγκαταστάσεων, και εκ των προτέρων σε περιπτώσεις νέων εγκαταστάσεων. Η Επιτροπή θα εξετάσει λεπτομερώς τους λόγους αυτούς και όπου είναι απαραίτητο θα υποβάλει στο Συμβούλιο κατάλληλες προτάσεις. »
Στο άρθρο 8 της οδηγίας 75/440 προβλέπονται παρεκκλίσεις από τις διατάξεις της:
« α)
σε περίπτωση πλημμυρων ή φυσικών καταστροφών
β)
για ορισμένες παραμέτρους που χαρακτηρίζονται με το στοιχείο ( Ο ) στο παράρτημα ΙΙ, λόγω εξαιρετικών μετεωρολογικών ή γεωγραφικών συνθηκών
γ)
όταν τα ύδατα επιφανείας υφίστανται φυσικό εμπλουτισμό με ορισμένες ουσίες, με αποτέλεσμα να υπερβαίνονται τα όρια που καθορίζονται για τις κατηγορίες Α1, Α2 και A3 στον πίνακα του παραρτήματος II·
δ)
σε περίπτωση υδάτων επιφανείας αβαθών λιμνών ή υδάτων ουσιαστικά στασίμων για ορισμένες παραμέτρους που σημειώνονται με αστερίσκο στον πίνακα του παραρτήματος II. Η παρέκκλιση αυτή εφαρμόζεται μόνο στις λίμνες των οποίων το βάθος δεν υπερβαίνει τα 20 μέτρα, των οποίων το ύδωρ ανανεώνεται σε διαστήματα περισσότερο του έτους και στις οποίες δεν αποβάλλονται ακάθαρτα ύδατα ».
Η ίδια διάταξη προβλέπει ότι οι παρεκκλίσεις αυτές δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να παραβλέψουν τις επιταγές που απορρέουν από την ανάγκη προστασίας της δημόσιας υγείας.
Όταν ένα κράτος μέλος προσφεύγει σε παρέκκλιση, ενημερώνει αμέσως την Επιτροπή αναφέροντας τους λόγους και τα χρονικά διαστήματα της ισχύος της.
Τέλος, κατά το άρθρο 10, τα κράτη μέλη υποχρεούνται να θέσουν σε ισχύ τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθούν με την εν λόγω οδηγία εντός δύο ετών από της κοινοποιήσεώς της και ενημερώνουν περί αυτού αμέσως την Επιτροπή.
Στην υπό κρίση περίπτωση, η οδηγία 75/440 κοινοποιήθηκε στη Γερμανική Κυβέρνηση στις 18 Ιουνίου 1975.
β) Η οδηγία 79/869/ΕΟΚ
Κατά το οικείο άρθρο 1, η οδηγία 79/869/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 9ης Οκτωβρίου 1979 ( ΕΕ ειδ. έκδ. 15/001, σ. 220 ), αφορά τις πρότυπες μεθόδους μετρήσεως και τις συχνότητες δειγματοληψιών και αναλύσεων των παραμέτρων που περιλαμβάνονται στο παράρτημα II της οδηγίας 75/440.
Το άρθρο 6 ορίζει ότι οι συχνότητες των δειγματοληψιών και της αναλύσεως κάθε παραμέτρου, για τον ίδιο τόπο λήψεως, καθορίζονται από τις αρμόδιες αρχές των κρατών μελών και δεν μπορούν να είναι κατώτερες από τις ελάχιστες ετήσιες συχνότητες που προβλέπονται στο παράρτημα II.
Το άρθρο 7, παράγραφος 1, προβλέπει μείωση της συχνότητας των δειγματοληψιών και αναλύσεων όταν μια έρευνα, η οποία πραγματοποιείται από τις αρμόδιες αρχές στα επιφανειακά ύδατα που προορίζονται για την παραγωγή ποσίμου ύδατος, αποκαλύπτει ότι οι τιμές που ελήφθησαν κατά τη μέτρηση των παραμέτρων είναι, σε ορισμένες περιπτώσεις, σαφώς καλύτερες από αυτές που καθορίζονται από τα κράτη μέλη σύμφωνα με το παράρτημα II της οδηγίας 75/440.
Στις ειδικές περιπτώσεις που προβλέπονται από το άρθρο 7, παράγραφος 2, οι αρμόδιες αρχές μπορούν να αποφασίσουν ότι δεν χρειάζεται τακτική ανάλυση.
Το άρθρο 8 της οδηγίας 79/869 ορίζει τα εξής:
« 1.
Για την εφαρμογή της παρούσας οδηγίας, τα κράτη μέλη χορηγούν στην Επιτροπή, μετά από αίτηση της, όλες τις κατάλληλες πληροφορίες σχετικά με:
—
τις χρησιμοποιούμενες μεθόδους αναλύσεως,
—
τη συχνότητα των αναλύσεων.
2.
Η Επιτροπή καταρτίζει σε κανονικά διαστήματα μια έκθεση συνθέσεως που βασίζεται στις πληροφορίες που συλλέγει κατ' αυτό τον τρόπο. »
Κατά το άρθρο 13, τα κράτη μέλη οφείλουν να θεσπίσουν τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθούν προς την εν λόγω οδηγία εντός δύο ετών από της κοινοποιήσεως της και να ενημερώσουν περί αυτού αμέσως την Επιτροπή.
Στην υπό κρίση περίπτωση, η οδηγία 79/869 κοινοποιήθηκε στη Γερμανική Κυβέρνηση στις 11 Οκτωβρίου 1979.
2. Η εθνική νομοθεσία
Η χρησιμοποίηση γλυκών υδάτων για την παραγωγή ποσίμου ύδατος αποτελεί το αντικείμενο του νόμου περί διαχειρίσεως των υδάτων ( Gesetz zur Ordnung des Wasserhaushalts, Bundesgesetzblatt, I, 1986, σ. 1530).
Για τη χρησιμοποίηση των υδάτων απαιτείται άδεια ( άρθρο 2 ), οι προϋποθέσεις χορηγήσεως της οποίας καθορίζονται στο άρθρο 7.
Κατά το άρθρο 36 b ( 2 ), « όταν απαιτείται για την εκτέλεση διακρατικών συμφωνιών ή δεσμευτικών αποφάσεων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, θα καταρτίζονται προγράμματα εκμεταλλεύσεως για το σύνολο ή τμήμα των υδάτων επιφανείας (... ) ».
II — Πραγματικά περιστατικά
Η Επιτροπή, διαπιστώνοντας ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας δεν είχε μεταφέρει, καθόλα τα στοιχεία τους, τις δύο προαναφερθείσες οδηγίες στο εσωτερικό δίκαιο, απηύθυνε στη Γερμανική Κυβέρνηση, στις 18 Αυγούστου 1987, έγγραφο οχλήσεως δυνάμει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ, με το οποίο περιέγραφε λεπτομερώς την κατάσταση.
Στο εν λόγω έγγραφο οχλήσεως, η Επιτροπή ανέφερε μεταξύ άλλων ότι τα μέτρα που είχαν ληφθεί σε επίπεδο ομοσπόνδων κρατών δεν ανταποκρίνονταν στις επιταγές των οδηγιών. Επιπλέον, η Επιτροπή προσήπτε στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ότι δεν της είχε παράσχει τις πληροφορίες που προβλέπονται από το άρθρο 8, παράγραφος 1, της οδηγίας 79/869, όσον αφορά τη συχνότητα των δειγματοληψιών και αναλύσεων, παρά το γεγονός ότι είχε κληθεί, με έγγραφο της 23ης Ιανουαρίου 1987, να κοινοποιήσει τα εν λόγω στοιχεία.
Επειδή η Επιτροπή δεν έκρινε ικανοποιητική την από 14 Ιανουαρίου 1988 απάντηση της Γερμανικής Κυβερνήσεως, απηύθυνε, στις 20 Ιουνίου 1988, στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας αιτιολογημένη γνώμη. Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας απάντησε με έγγραφο της 27ης Ιανουαρίου 1989, αναφέροντας μια σειρά στοχείων από τα οποία προέκυπτε η πρόοδος που είχε συντελεστεί για τη μεταφορά των οδηγιών στο εσωτερικό δίκαιο. Κατόπιν της τελευταίας αυτής απαντήσεως και μετά τη λήξη της ταχθείσας προθεσμίας για τη μεταφορά των οδηγιών στο εσωτερικό δίκαιο, η Επιτροπή άσκησε την υπό κρίση προσφυγή.
III — Έγγραφη διαδικασία και αιτήματα των διαδίκων
1.
Η προσφυγή της Επιτροπής πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στις 20 Φεβρουαρίου 1989. Η έγγραφη διαδικασία διεξήχθη κανονικά. Το Δικαστήριο, κατόπιν εκθέσεως του εισηγητή δικαστή και αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα, αποφάσισε να προχωρήσει στην προφορική διαδικασία χωρίς προηγούμενη διεξαγωγή αποδείξεων. Η Επιτροπή κλήθηκε να απαντήσει γραπτώς σε ένα ερώτημα, πράγμα το οποίο έπραξε εντός της ταχθείσας προθεσμίας.
2.
Η Επινροπή ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να αναγνωρίσει ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, παραλείποντας να θεσπίσει όλες τις αναγκαίες νομοθετικές κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για την πλήρη μεταφορά στο εσωτερικό δίκαιο της οδηγίας 75/440 του Συμβουλίου, της16ης Ιουνίου 1975, περί της απαιτουμένης ποιότητας των υδάτων επιφανείας που προορίζονται για την παραγωγή ποσίμου ύδατος στα κράτη μέλη, καθώς και της οδηγίας 79/869 του Συμβουλίου περί των μεθόδων μετρήσεως και περί της συχνότητας των δειγματοληψιών και της αναλύσεως των επιφανειακών υδάτων τα οποία προορίζονται για την παραγωγή ποσίμου ύδατος στα κράτη μέλη, και μη τηρώντας πλήρως τις υποχρεώσεις ανακοινώσεως που υπέχει από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 4, παράγραφος 2, και 10 της οδηγίας 75/440 και του άρθρου 8 της οδηγίας 79/869, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ΕΟΚ'
—
να καταδικάσει την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας στα δικαστικά έξοδα.
Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ζητεί από το Δικαστήριο:
—
να απορρίψει την προσφυγή·
—
να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
IV — Ισχυρισμοί και επιχειρήματα των διαδίκων
1. Επί της νποδιαιρέσεως των υδάτων επιφανείας σε τρεις ομάδες, σύμφωνα με το άρθρο 2 της οδηγίας 75/440
Η Επιτροπή προσάπτει στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ότι δεν έχει εκδώσει τυπική πράξη στην οποία να αναφέρεται, για κάθε σημείο αντλήσεως ύδατος, σε ποια κατηγορία έχουν καταταγεί τα ύδατα και ποιες είναι, κατά συνέπεια, οι τηρητέες οριακές τιμές.
Κατά την άποψη της Επιτροπής, από τα στοιχεία που αφορούν την Κάτω Σαξωνία δεν προκύπτει ότι έχει πραγματοποιηθεί τυπικά υποδιαίρεση των υδάτων ή ότι καθορίστηκαν οριακές τιμές για τα σημεία αντλήσεως ύδατος. Όσον αφορά τη Βόρεια Ρηνα-νία-Βεστφαλία, η ανακοίνωση της 26ης Ιανουαρίου 1989 αναφέρει μόνο αποτελέσματα αναλύσεων σύμφωνα με τα οποία « μερικές παράμετροι ορισμένων υδάτων δεν τηρούν την οριακή τιμή της κατηγορίας Α 1 και εμπίπτουν στην κατηγορία Α2 ». Από κανένα, όμως, στοιχείο δεν συνάγεται αν έχει γίνει η υποδιαίρεση των υδάτων, σε ποιες κατηγορίες έχει καταταγεί το νερό και αν εφαρμόστηκε η μέθοδος επεξεργασίας που έχει οριστεί για την κατηγορία Α2.
Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας αμύνεται υπενθυμίζοντας ότι τα ομόσπονδα κράτη της Έσσης, του Σάαρ, καθώς και οι πόλεις-ομόσπονδα κράτη του Βερολίνου, της Βρέμης και του Αμβούργου δεν αντλούν νερό από ποτάμια και τεχνητές λίμνες για την παραγωγή ποσίμου ύδατος. Για όλα τα άλλα ομόσπονδα κράτη, ισχύει ο κανόνας ότι η κατάταξη των υδάτων επιφανείας γίνεται κατόπιν κατάλληλης εξετάσεως της ποιότητας των υδάτων από τις αρμόδιες για τη διαχείριση των υδάτων περιφερειακές αρχές. Η κατάταξη των υδάτων έγινε κανονικά και απευθείας με αποφάσεις περί ρυθμίσεως της χρήσεως των υδάτων που βασίστηκαν στον νόμο περί διαχειρίσεως των υδάτων και στους ισχύοντες περιφερειακούς νόμους και οι οποίες παρέχουν, για κάθε σημείο αντλήσεως ύδατος, την άδεια αντλήσεως ύδατος που προβλέπεται από την εν λόγω νομοθεσία. Οι αποφάσεις περί κατατάξεως των υδάτων έχουν εν μέρει δημοσιευθεί στις επίσημες εφημερίδες της κυβερνήσεως και των διαφόρων υπουργείων.
Κατά την άποψη της καθής, η απόφαση σχετικά με το σημείο αντλήσεως ύδατος Steinbach/Goldbach, την οποία εξέδωσαν οι αρχές της Βαυαρίας στις 24 Ιουλίου 1981, και η απόφαση κατατάξεως της τεχνητής λίμνης του Aalbach ( Βόρεια Ρηνανία-Βεστφαλία ) αποτελούν παράδειγμα τυπικής κατατάξεως και επίσημης δημοσιεύσεως της αποφάσεως περί κατατάξεως.
Όσον αφορά τη Βόρεια Ρηνανία-Βεστφαλία, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας υποστηρίζει ότι η μεταφορά των οδηγιών στο εσωτερικό δίκαιο έγινε από τους αρμόδιους Regierungspräsidenten, βάσει σχετικών εγκυκλίων της 18ης Ιουνίου 1977 και της 3ης Ιουλίου 1981 του Υπουργού Περιβάλλοντος του ομόσπόνδου κράτους, οι οποίες δημοσιεύθηκαν στην υπουργική επίσημη εφημερίδα της Ρηνανίας-Βεστφαλίας. Με βάση τις εν λόγω εγκυκλίους θεσπίστηκαν τα αντίστοιχα μέτρα το 1982 από τον Regierungspräsident της Κολωνίας, από τον οποίο εξαρτώνται τα 40 ο/ο του συνόλου των ποταμίων υδάτων της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας, από τον Regierungspräsident του Detmold, επίσης το 1982, με προγραμματική απόφαση του, και από τον Regierungspräsident του Arnsberg το 1984. Στην περιοχή που ανήκει στην αρμοδιότητα του Regierungspräsident του Ντύσσελ-ντορφ, από τα διαθέσιμα αποτελέσματα διαφόρων αναλύσεων προέκυπτε ότι, σε όλες τις περιπτώσεις, η ποιότητα των υδάτων αντιστοιχούσε στην κατηγορία Α1 και ήταν, όσον αφορά μέρος των υδάτων, σαφώς ανώτερη. Για τον λόγο αυτό, αποφασίστηκε να γίνει χρήση της δυνατότητας μειώσεως της συχνότητας των δειγματοληψιών, την οποία προβλέπει το άρθρο 7 της οδηγίας 79/869.
2. Επί του καθορισμού των οριακών ημών, σύμφωνα με το άρθρο 3 της οδηγίας 75/440
Η Επιτροπή θεωρεί ότι μια γενική αναφορά στις υποχρεώσεις που απορρέουν από τις δεσμευτικές αποφάσεις των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων δεν αρκεί ως μέτρο μεταφοράς της οδηγίας 75/440 στο εσωτερικό δίκαιο. Αυτό συμβαίνει με τον νόμο περί διαχειρίσεως των υδάτων, κατά τον οποίο δεν μπορεί να γίνει άντληση υδάτων επιφανείας για την παραγωγή ποσίμου ύδατος χωρίς την άδεια που προβλέπεται από το άρθρο 7· η άδεια αυτή χορηγείται μόνον αν τηρούνται οι τιμές που προβλέπει η οδηγία.
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι οι οριακές τιμές που αναφέρονται στο παράρτημα II της οδηγίας 75/440 δεν έχουν καταστεί νομικώς δεσμευτικές για τις αρμόδιες υπηρεσίες. Συγκεκριμένα, στο γερμανικό δίκαιο, τα έγγραφα του υπουργείου προς τις υφιστάμενες υπηρεσίες (όπως στην περίπτωση του ομόσπονδου κράτους του Σλέσβιχ-Χολστάιν ) ή ακόμα και οι εγκύκλιοι δεν αποτελούν κανόνες δικαίου και δεν μπορούν καταρχήν να μεταφέρουν στο εσωτερικό δίκαιο κανόνες οδηγιών, δεδομένου ότι δεν παράγουν έννομο αποτέλεσμα έναντι τρίτων. Κατά την Επιτροπή, εφόσον δεν εξασφαλίζεται νομικώς, όπως προβλέπεται από το άρθρο 4, παράγραφος 1, της οδηγίας 75/440, ότι τα ύδατα επιφανείας που βρίσκονται στα σημεία αντλήσεως υδάτων ανταποκρίνονται στις τιμές που καθορίζονται δυνάμει του άρθρου 3, οι κατά το άρθρο 5 δειγματοληψίες, τις οποίες διατείνεται ότι πραγματοποιεί η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, δεν έχουν από την άποψη αυτή καμία χρησιμότητα.
Κατά την άποψη της Επιτροπής, εξακολουθεί να είναι αναγκαία η λήψη προληπτικών μέτρων δυνάμει του άρθρου 4, παράγραφος 1, έστω και αν, προς το παρόν, δεν διαπιστώνονται υπερβάσεις των οριακών τιμών, δεδομένου μάλιστα ότι στη Βόρεια Ρηνανία-Βεστφαλία οι υπερβάσεις αυτές οφείλονται εν μέρει σε γεωλογικούς παράγοντες.
Όσον αφορά το ομόσπονδο κράτος του Σλέσβιχ-Χολστάιν, όπου, κατά την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, μόλις πρόσφατα — μετά την άσκηση της υπό κρίση προσφυγής — πραγματοποιήθηκε ο καθορισμός των οριακών τιμών, η Επιτροπή αναφέρει ότι δεν έλαβε τη σχετική ανακοίνωση κατ' εφαρμογή του άρθρου 10 της οδηγίας. Τέλος, όσον αφορά τα λοιπά ομόσπονδα κράτη, παρά το γεγονός ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ισχυρίζεται ότι ο σκοπός της οδηγίας από πλευράς καθορισμού των οριακών τιμών έχει επιτευχθεί, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι δεν έχει λάβει άλλες διευκρινίσεις ούτε έγγραφα από τα οποία να προκύπτει ο δεσμευτικός καθορισμός των οριακών τιμών.
Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία νης Γερμανίας θεωρεί ότι, κατά τη χορήγηση της αδείας που προβλέπεται στο άρθρο 7 του WHG, καθορίζεται η ποιότητα την οποία πρέπει να έχουν τα ύδατα προκειμένου να ληφθούν για την παραγωγή ποσίμου ύδατος. Θεωρεί, εξάλλου, ότι το άρθρο 36 b, παράγραφος 2, σημείο 2, του ιδίου νόμου, κατά το οποίο «όταν απαιτείται για την εκτέλεση διακρατικών συμφωνιών ή δεσμευτικών αποφάσεων των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, θα καταρτίζονται προγράμματα εκμεταλλεύσεως για το σύνολο ή τμήμα των υδάτων επιφανείας (...)», εγγυάται ότι τα λαμβανόμενα μέτρα στον τομέα αυτό δεν αντιβαίνουν στις εν λόγω αποφάσεις.
Κατά την καθής, οι οριακές τιμές που αναφέρονται στο παράρτημα II της οδηγίας 75/440 θεσπίστηκαν με επιτακτικούς κανόνες σε όλα τα ομόσπονδα κράτη στα οποία χρησιμοποιούνται ύδατα επιφανείας για την παραγωγή ποσίμου ύδατος. Στις εκδοθείσες προς τον σκοπό αυτό πράξεις, οι περιφερειακές αρχές παραπέμπουν στις εφαρμοστέες διατάξεις της οδηγίας, πράγμα το οποίο συνιστά προσήκουσα μεταφορά της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο.
Η καθής παρατηρεί συναφώς ότι ο καθορισμός των οριακών τιμών πραγματοποιείται κατά διαφορετικό τρόπο σε κάθε ομόσπονδο κράτος, είτε με συγκεκριμένη απαρίθμηση των τιμών με τις αποφάσεις που απευθύνουν οι αρμόδιες περιφερειακές αρχές προς τους έχοντες την εκμετάλλευση των σημείων λήψεως του ύδατος ( όπως στην περίπτωση της πόλεως Trier), είτε με δημοσίευση στην υπουργική επίθημη εφημερίοα των υποχρεωτικών οριακών τιμών, σε συνδυασμό με την επακριβή κατάταξη των διαφόρων σημείων αντλήσεως ύδατος σε μία από τις κατηγορίες που προβλέπονται στο άρθρο 2 της οδηγίας 75/440 ( όπως στην περίπτωση της Βαυαρίας ).
Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας θεωρεί ότι για τη μεταφορά των οδηγιών στο εσωτερικό δίκαιο δεν απαιτείται αναγκαστικά η θέσπιση νομικών κανόνων. Παρατηρεί συναφώς ότι οι επίδικες οδηγίες αφορούν αποκλειστικά την κρατική μηχανή και όχι τους πολίτες. Όμως, στο πλαίσιο της διοικητικής οργανώσεως, οι αποδέκτες των εγκυκλίων και των οδηγιών που εκδίδουν οι προϊστάμενες αρχές δεσμεύονται άμεσα από τις πράξεις αυτές. Η καθής παρατηρεί εξάλλου ότι οι εν λόγω διοικητικές οδηγίες και εγκύκλιοι αποτέλεσαν αντικείμενο επισήμων δημοσιεύσεων, πράγμα το οποίο εξασφαλίζει την τήρηση των επιταγών της αρχής της ασφάλειας του δικαίου.
Όσον αφορά τις υπερβάσεις των οριακών τιμών στη Βόρεια Ρηνανία-Βεστφαλία, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας εξηγεί ότι όλα τα ύδατα έχουν καταταγεί στην κατηγορία ΑΙ. Για τις τεχνητές λίμνες του Perlenbach και του Dreilägerbach, υπήρξε υπέρβαση της επιτρεπόμενης τιμής όσον αφορά τη χρώση (20mg/l κλίμακα Pt). Ο λόγος είναι στις λίμνες αυτές χύνονται ύδατα πλούσια σε φου-μινικά οξέα προερχόμενα από γειτονικά έλη. Κατά συνέπεια, η υπέρβαση των τιμών αυτών οφείλεται αποκλειστικά σε γεωλογικούς παράγοντες. Κατά την επεξεργασία του ύδατος λαμβάνεται υπόψη η κατάσταση αυτή, δεδομένου ότι χρησιμοποιείται η μέθοδος επεξεργασίας που ισχύει για την κατηγορία Α2.
Όσον αφορά την τεχνητή λίμνη του Heilenbecke, παρατηρείται υπέρβαση της ανώτατης ανεκτής τιμής για το νιτρικό άλας λόγω της εντατικής χρησιμοποιήσεως της λεκάνης τροφοδοτήσεώς της για τη γεωργία. Η επεξεργασία του ύδατος για την παραγωγή ποσίμου ύδατος ανταποκρίνεται, και στην περίπτωση αυτή, στις απαιτήσεις της κατηγορίας Α2. Συγχρόνως, έχει κινηθεί διαδικασία για τον καθορισμό ενός τομέα προστατευομένων υδάτων. Στα πλαίσια αυτά, έχει προβλεφθεί μια ζώνη εδάφους άμεσα συνορεύουσα με την τεχνητή λίμνη και ελεύθερη από οποιαδήποτε χρήση.
Όσον αφορά το Σλέσβιχ-Χολστάιν, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας υπογραμμίζει ότι πρόκειται για σημεία από τα οποία αντλείται ύδωρ όχι μονίμως αλλά κατά αραιά διαστήματα. Αυτό εξηγεί και την καθυστέρηση όσον αφορά τον τυπικό καθορισμό των οριακών τιμών, ο δεσμευτικός χαρακτήρας των οποίων έχει ήδη προ πολλού επισημανθεί στους έχοντες την εκμετάλλευση των σημείων αυτών.
Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας υπογραμμίζει, τέλος, ότι είναι πρόθυμη να διαβιβάσει στην Επιτροπή ακριβέστερα έγγραφα στα οποία να αναφέρεται ο τρόπος με τον οποίο καθορίστηκαν οι οριακές τιμές στα διάφορα ομόσπονδα κράτη.
3. Επί της υπάρξεως προγραμμάτων βελτιώσεως των υδάτων, σύμφωνα με το άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 75/440
Η Επιτροπή θεωρεί ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας δεν τήρησε την υποχρέωση που απορρέει από το άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 75/440, κατά το οποίο εναπόκειται στα κράτη μέλη να εκπονήσουν προγράμματα βελτιώσεως βάσει των οποίων έπρεπε να πραγματοποιηθούν ουσιαστικές βελτιώσεις έως το 1985. Οι λόγοι τους οποίους επικαλείται η καθής υποστηρίζοντας ότι η υποχρέωση αυτή δεν την αφορά δεν είναι βάσιμοι.
Όσον αφορά, καταρχάς, το επιχείρημα ότι δεν είναι εύλογο να απαιτούνται προγράμματα βελτιώσεως και εξυγιάνσεως των υδάτων όταν η υπέρβαση των οριακών τιμών της κατηγορίας Ál οφείλεται σε γεωλογικούς παράγοντες, η Επιτροπή παρατηρεί ότι οι υπερβάσεις αυτές δεν εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής της οδηγίας. Μπορούν, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, να δικαιολογήσουν παρέκκλιση δυνάμει του άρθρου 8 της οδηγίας, η οποία ουδέποτε μπορεί να επιτραπεί αν αντιβαίνει στις επιταγές της προστασίας της δημόσιας υγείας (άρθρο 8, παράγραφος 3). Η Επιτροπή, επί όσο χρονικό διάστημα δεν έχει λάβει ανακοίνωση βάσει του άρθρου 8, πρέπει να θεωρεί ότι δεν υφίσταται παρέκκλιση και, κατά συνέπεια, τα κράτη μέλη οφείλουν να τηρούν την υποχρέωση που απορρέει από το άρθρο 4, παράγραφος 2.
Όσον αφορά τη Βόρεια Ρηνανία-Βεστφαλία, η Επιτροπή υπογραμμίζει ότι οι έλεγχοι καθώς και η υποδιαίρεση των υδάτων και η εκπόνηση προγραμμάτων βελτιώσεως έπρεπε να έχουν τελειώσει εντός της περιόδου κατά την οποία έπρεπε να μεταφερθεί η οδηγία στο εσωτερικό δίκαιο, δηλαδή πριν από τις 16 Ιουνίου 1977.
Για την περίπτωση της Βαυαρίας, όπου οι υπερβάσεις σαφώς δεν οφείλονται σε γεωλογικούς παράγοντες ( Δούναβης ), το ότι η καθής αναγνωρίζει την ανάγκη βελτιώσεως των υδάτων και ότι αυτή η βελτίωση έχει προβλεφθεί δεν είναι αρκετό από πλευράς τηρήσεως της υποχρεώσεως που απορρέει από το άρθρο 4, παράγραφος 2. Στην Επιτροπή δεν έχει ακόμα ανακοινωθεί ένα « συστηματικό πρόγραμμα δράσεως που περιλαμβάνει χρονοδιάγραμμα για την βελτίωση των υδάτων ». Το ίδιο συμβαίνει και όσον αφορά τα ύδατα για τα οποία, σύμφωνα με τα στοιχεία που έχει παράσχει η Βαυαρία, δεν υφίσταται υποχρέωση βελτιώσεως. Όσον αφορά τη λίμνη της Κωνσταντιας, η αναφορά στις προσπάθειες βελτιώσεως που έχουν αναληφθεί σε διεθνές επίπεδο από τα παράκτια κράτη δεν είναι αρκετή από πλευράς τηρήσεως της εν λόγω υποχρεώσεως.
Η Επιτροπή υποστηρίζει τέλος ότι, όταν η αιτία της χειροτερεύσεως της ποιότητας των υδάτων εντοπίζεται στο εξωτερικό, επιβάλλεται η διεθνής συνεργασία για τη λήψη των καταλλήλων μέτρων για την αντιμετώπιση της καταστάσεως. Η καθής, όμως, απλώς περιορίστηκε να κατατάξει, για λόγους ασφαλείας, το επίμαχο νερό στην κατηγορία A3 αντί να καταρτίσει αποτελεσματικά προγράμματα βελτιώσεως και, εν πάση περιπτώσει, παρέβη την υποχρέωση ανακοινώσεως των εν λόγω προγραμμάτων ( άρθρο 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 75/440 ).
Η Ομοσπονόιακή Δημοκρατία της Γερμανίας υποστηρίζει, πρώτον, ότι δεν υφίσταται καμία υποχρέωση βελτιώσεως κατ' εφαρμογή του άρθρου 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 75/440 όταν η υπέρβαση της οριακής τιμής οφείλεται στη φύση του εδάφους και ότι, στην περίπτωση αυτή, εφαρμόζεται η μέθοδος επεξεργασίας που προβλέπεται για την αμέσως κατώτερη ποιοτική κατηγορία. Στη Γερμανία, οι προϋποθέσεις αυτές πληρούνται σε όλες τις περιπτώσεις στις οποίες δεν υπάρχουν προγράμματα βελτιώσεως για τα ύδατα της κατηγορίας Α2.
Η καθής παρατηρεί, στη συνέχεια, ότι, σε ορισμένες περιπτώσεις υπερβάσεως των οριακών τιμών, η μη τήρηση των επιταγών της οδηγίας είναι δικαιολογημένη. Αυτό σημαίνει ότι δεν είναι δυνατή η βελτίωση διότι η υπέρβαση οφείλεται στη φύση των εδαφών, όπως στην περίπτωση υπερβάσεως των οριακών τιμών της κατηγορίας Α1 στη Βόρεια Ρη-νανία-Βεστφαλία και στο Σλέσβιχ-Χολστάιν. Όσον αφορά την παράμετρο νιτρίδια, μπορούσαν το πολύ να ληφθούν άλλα έμμεσα μέτρα όπως αυτά που έλαβε ταχέως το πρώτο από τα ως άνω ομόσπονδα κράτη.
Κατά την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, σε όλες τις περιπτώσεις υπερβάσεως των οριακών τιμών λόγω της φύσεως του εδάφους, ουδέποτε ετέθη σε κίνδυνο η δημόσια υγεία. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, γίνεται χρήση των προτύπων μεθόδων επεξεργασίας οι οποίες πρέπει, κατά την οδηγία, να εφαρμόζονται στην κατηγορία ύδατος της αμέσως κατώτερης ποιότητας.
Οι επιφυλάξεις που διατύπωσε η Επιτροπή όσον αφορά τη Βόρεια Ρηνανία-Βεστφαλία είναι πλέον άνευ αντικειμένου, δεδομένου ότι είναι πλέον διαθέσιμα τα αποτελέσματα των αναλύσεων των υδάτων του ομοσπόνδου αυτού κράτους.
Όσον αφορά τα σημεία αντλήσεως ύδατος στη Βαυαρία, το Υπουργείο Περιβάλλοντος της Βάδης-Βυρτεμβέργης έχει εφαρμόσει ένα πρόγραμμα βελτιώσεως των υδάτων. Το πρόγραμμα αυτό επισυνάπτεται στο υπόμνημα ανταπαντήσεως και διαβιβάστηκε στην Επιτροπή όταν κατατέθηκε το εν λόγω υπόμνημα. Τα ληφθέντα μέτρα αρκούν από μόνα τους για την εξασφάλιση της τηρήσεως των οριακών τιμών που επιβάλλονται από τις οδηγίες. Εξάλλου, το ίδιο υπουργείο έχει καταρτίσει και ένα συμπληρωματικό πρόγραμμα για την απομάκρυνση των χρησιμοποιημένων υδάτων.
Όσον αφορά το σημείο αντλήσεως ύδατος Sippingen/Bodensee, η καθής παρατηρεί ότι η κατάταξη στην κατηγορία Α2 είχε σχέση με τη φύση του εδάφους. Και στην περίπτωση αυτή επρόκειτο για κατάταξη που έγινε προληπτικώς, δεδομένου ότι οι τιμές που διαπιστώθηκαν κατά τις αναλύσεις ουδέποτε υπερέβησαν τις οριακές τιμές της κατηγορίας A1. Η κατάταξη στην κατώτερη κατηγορία έγινε λαμβανομένου υπόψη ότι η λεκάνη τροφοδοτήσεως του εν λόγω σημείου αντλήσεως ύδατος βρίσκεται σε αποκλειστικά δασική περιοχή και δεν μπορούσε να αποκλειστεί το ενδεχόμενο χειροτερεύσεως ορισμένων παραμέτρων της ποιότητας του νερού από οικολογικούς λόγους (συνέπεια των όξινων βροχών). Όσον αφορά τη λίμνη της Κωνσταντιας, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας υποστηρίζει ότι η έκθεση αριθ. 33 της Διεθνούς Επιτροπής για την Προστασία των Υδάτων της Λίμνης της Κωνσταντίας είχε ήδη διαβιβαστεί στην Επιτροπή και είχε αποτελέσει αντικείμενο συνεντεύξεων με εμπειρογνώμονες τον Δεκέμβριο του 1989. Η έκθεση αυτή αναφέρει, για κάθε κράτος, τα μέτρα που είχαν οριστεί μέχρι το 1995 όσον αφορά τη διήθηση διά κροκιδώσεως.
Η καθής υποστηρίζει επίσης ότι η Βαυαρία τήρησε πλήρως τις επιταγές της οδηγίας κατατάσσοντας, για λόγους ασφαλείας, στην κατηγορία A3 διάφορα ποτάμια ύδατα της κατηγορίας ΑΙ, δεδομένου ότι οι ανταλλαγές πληροφοριών με την Τσεχοσλοβακία δεν λειτουργούν ικανοποιητικά, παρά τις προσπάθειες των βαυαρικών αρχών, και ότι, κατά συνέπεια, δεν μπορούν να καθοριστούν με επαρκή σαφήνεια οι κίνδυνοι που ενδέχεται να εμφανίζει για τα εν λόγω ύδατα η λεκάνη τροφοδοτήσεως που βρίσκεται στην Τσεχοσλοβακία. Υπό τις συνθήκες αυτές, δύσκολα γίνεται κατανοητό γιατί η Επιτροπή απαιτεί στο εξής « κατά προτεραιότητα βελτίωση » υπό την έννοια των διεθνών συμφωνιών — πράγμα το οποίο δύσκολα μπορεί να πραγματοποιηθεί στο πλαίσιο των σχέσεων με την Τσεχοσλοβακία. Μια τέτοια απαίτηση δεν καλύπτεται από το πνεύμα και τον σκοπό του άρθρου 4, παράγραφος 2, της οδηγίας 75/440.
Επί της ανακοινώσεως στοιχείων σχετικά με τη συχνότητα των δειγματοληψιών και τις μεθόδους αναλύσεως, σύμφωνα με το άρθρο 6, παράγραφος 2, της οδηγίας 79/869
Η Επιτροπή προσάπτει στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας ότι δεν ανακοίνωσε τα στοιχεία όσον αφορά τις μεθόδους και τη συχνότητα των αναλύσεων, τα οποία της είχε ζητήσει να παράσχει με το έγγραφο της 23ης Ιανουαρίου 1987, όπως απαιτείται από το άρθρο 8, παράγραφος 1, της οδηγίας 79/869. Τα μόνα στοιχεία που έχει λάβει η Επιτροπή αφορούν την Κάτω Σαξωνία, λείπουν όμως τα στοιχεία όσον αφορά τον αριθμό των κατοίκων. Τα στοιχεία, εντούτοις, αυτά είναι απαραίτητα για τον καθορισμό της ελάχιστης συχνότητας των δειγματοληψιών και της αναλύσεως κάθε παραμέτρου της οδηγίας 75/440.
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι χωρίς τα στοιχεία αυτά δεν μπορεί να τηρήσει την υποχρέωση καταρτίσεως εκθέσεων συνθέσεως που υπέχει από το άρθρο 8, παράγραφος 2, της οδηγίας 79/869.
Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας θεωρεί ότι μπορούσε να απαντήσει με τόσο γενικό τρόπο πριν από την άσκηση της υπό κρίση προσφυγής. Αν η Επιτροπή χρειάζεται λεπτομερή στοιχεία, η καθής προτίθεται να θέσει στη διάθεση της, κατόπιν ρητής αιτήσεως της, όλα τα αναγκαία στοιχεία για τη σύνταξη των εν λόγω εκθέσεων συνθέσεως.
V — Απάντηση στο ερώτημα του Δικαστηρίου
Το Δικαστήριο κάλεσε την Επιτροπή να προσδιορίσει επακριβώς τις αιτιάσεις επί των οποίων εμμένει, λαμβανομένου υπόψη του ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, με το υπόμνημα ανταπαντήσεώς της, παρέσχε νέα στοιχεία όσον αφορά την εφαρμογή των οδηγιών 75/440 και 79/869.
Η Επιτροπή θεωρεί ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας αρκέστηκε να παρουσιάσει ορισμένα παραδείγματα τυπικής μεταφοράς των οδηγιών στο εσωτερικό δίκαιο και ότι εξακολουθεί να μην έχει λάβει τον πλήρη πίνακα των ήδη πραγματοποιηθεισών μεταφορών των οδηγιών στο εσωτερικό δίκαιο των διαφόρων ομοσπόνδων κρατών, τον οποίο η καθής είχε υποσχεθεί ότι θα της διαβιβάσει.
α) Υποδιαίρεση των υδάτων
Όσον αφορά την υποδιαίρεση των υδάτων σε τρεις ομάδες, στο παράρτημα Β 1 του υπομνήματος ανταπαντήσεως περιέχεται απόφαση του Landratsamt Hof περί του δικαίου των υδάτων, όσον αφορά το ομόσπονδο κράτος της Βαυαρίας, σχετικά με την οποία η Επιτροπή είχε ήδη παρατηρήσει ότι, στο εν λόγω ομόσπονδο κράτος, η υποδιαίρεση των υδάτων είναι πλέον άμεμπτη. Η Επιτροπή αναφέρει ότι το μνημονευόμενο στο παράρτημα Β 2 του υπομνήματος ανταπαντήσεως απόσπασμα της επίσημης εφημερίδας της 30ής Οκτωβρίου 1989, το οποίο αφορά το Detmold, όπου τα ύδατα του φράγματος του Aabach κατατάσσονται στην κατηγορία ΑΙ, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη για τους εξής λόγους: η απόφαση δημοσιεύθηκε μετά την άσκηση της προσφυγής, δεν προσδιορίζει καθόλου ούτε τη νομική μορφή ούτε τον υποχρεωτικό χαρακτήρα της κατατάξεως και δεν επιτρέπει να συναχθεί το συμπέρασμα ότι όλα τα ύδατα επιφανείας της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας που προορίζονται, τώρα ή στο μέλλον, για την παραγωγή ποσίμου ύδατος έχουν πράγματι ταξινομηθεί ή πρέπει να ταξινομηθούν σύμφωνα με την οδηγία.
β) Καθορισμός των οριακών τιμών
Όσον αφορά τον καθορισμό των οριακών τιμών, η Επιτροπή θεωρεί ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, καίτοι αναφέρει ότι σε όλα τα ομόσπονδα κράτη στα οποία χρησιμοποιούνται ύδατα επιφανείας για την παραγωγή ποσίμου ύδατος έχουν καθοριστεί δεσμευτικώς οριακές τιμές, δεν βεβαιώνει ότι οι εν λόγω τιμές έχουν καθοριστεί για « όλα » τα σημεία δειγματοληψίας ή για « κάθε » σημείο δειγματοληψίας, όπως απαιτείται από το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 75/440.
Κατά την Επιτροπή, στην Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας δεν υπάρχει νομικός κανόνας ο οποίος να υποχρεώνει τις αρμόδιες αρχές να υποδιαιρούν τα ύδατα και να καθορίζουν οριακές τιμές σύμφωνα με την οδηγία. Το άρθρο 7 του νόμου περί διαχειρίσεως των υδάτων, το οποίο προβλέπει τη δυνατότητα επιβολής στους χρήστες της υποχρεώσεως τηρήσεως ορισμένων οριακών τιμών, δεν αρκεί διότι δεν καθορίζει κανένα κριτήριο για την παροχή της εν λόγω εξουσιοδοτήσεως. Ομοίως, το άρθρο 36 b, παράγραφοι 2, σημείο 2, και 3, του εν λόγω νόμου αφορά μόνο την κατάρτιση προγραμμάτων διαχειρίσεως των υδάτων, τα οποία οφείλουν να εφαρμόζουν τα ομόσπονδα κράτη προς τήρηση των υποχρεώσεων που απορρέουν από το κοινοτικό δίκαιο. Οι προαναφερθείσες διατάξεις έχουν γενικό χαρακτήρα ο οποίος δεν ανταποκρίνεται στις επιταγές ασφάλειας του δικαίου και διαφάνειας, οι οποίες καθιστούν δυνατή την εξασφάλιση της τηρήσεως των ειδικών υποχρεώσεων που απορρέουν από την οδηγία.
Η Επιτροπή παρατηρεί ότι η ανακοίνωση του βαυαρικού Υπουργείου Εσωτερικών σχετικά με την οδηγία 75/440, στην οποία αναφέρεται ότι η οδηγία πρέπει να εφαρμόζεται σύμφωνα με την εσωτερική νομοθεσία του κράτους και ότι, σε ειδικές περιπτώσεις, όσον αφορά τα σημεία αντλήσεως ύδατος θα δοθούν ειδικές οδηγίες yta την προσαρμογή των ισχυουσών αποφάσεων στον τομέα του δικαίου τω\υδάτων, δεν αποτελεί το ενδεδειγμένο μέσο για τη μεταφορά της οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο.
Οι υποχρεώσεις που απορρέουν από την οδηγία αφορούν ακριβώς και πρωτίστως τα υφιστάμενα σημεία αντλήσεως ύδατος, για τα οποία υπάρχει αναγκαστικά στο γερμανικό δίκαιο απόφαση περιλαμβανόμενη στο γερμανικό δίκαιο περί υδάτων. Για τις περιπτώσεις αυτές, γίνεται αναφορά σε « ειδικές οδηγίες », των οποίων η Επιτροπή δεν έχει μέχρι στιγμής λάβει γνώση. Εξάλλου, η διατύπωση αυτή συνεπάγεται ότι, για τις αρμόδιες αρχές, οι διατάξεις των οδηγιών δεν αποτελούν επισήμως αναπόσπαστο μέρος της εσωτερικής νομοθεσίας και, κατά συνέπεια, θα τηρούνται απλώς και μόνο κατ' εφαρμογή ανακοινώσεως.
Η Επιτροπή παρατηρεί επιπλέον ότι, αντίθετα προς ό,τι υποστηρίζει η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, ο τομέας τον οποίο καλύπτει η οδηγία δεν αφορά αποκλειστικά τον δημόσιο τομέα. Συγκεκριμένα, ακόμα και αν οι επιχειρήσεις υδροδοτήσεως είναι δημοσίου δικαίου, αυτό δεν σημαίνει ότι οι αποφάσεις που απευθύνονται σ' αυτές, με τους όρους και τις επιταγές τους, δεν παράγουν αποτελέσματα προς τα έξω, καθόσον η οδηγία συνιστά τη βάση — έστω και έμμεση — δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του πολίτη και δεν περιορίζεται στον δημόσιο τομέα.
Κατά την Επιτροπή, είναι αδύνατο να ελεγχθεί κατά πόσον η κατάταξη στην κατηγορία Α2, κατά παρέκκλιση από τις οριακές τιμές, δύο φραγμάτων της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας είναι σύμφωνη προς την οδηγία, καθόσον δεν αναφέρεται το μέγεθος της αποκλίσεως. Εν πάση περιπτώσει, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας παρέβη την υποχρέωση ανακοινώσεως που προβλέπει το άρθρο 8.
Κατά την Επιτροπή, η Γερμανική Κυβέρνηση δεν αναφέρει καμία ημερομηνία καθορισμού των οριακών τιμών στην περιφέρεια του Ντύσ-σελντορφ.
γ) Προγράμματα βελτιώσεως
Όσον αφορά την υποχρέωση βελτιώσεως των υδάτων, η Επιτροπή υποστηρίζει ότι, αντίθετα προς την άποψη της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, η οδηγία δεν προβλέπει παρέκκλιση, ακόμα και σε περίπτωση υπερβάσεως των τιμών οφειλόμενης σε γεωλογικούς λόγους για την κατηγορία Α1. Μπορεί ενδεχομένως να γίνει επίκληση μόνο του άρθρου 8, στοιχείο γ, είναι όμως αμφίβολο αν οι συγκεκριμένες περιπτώσεις που αναφέρει η Γερμανική Κυβέρνηση πληρούν τις απαιτούμενες προϋποθέσεις. Εξάλλου, κανένα στοιχείο υπό την έννοια του άρθρου 8, τελευταία παράγραφος, δεν έχει ανακοινωθεί, ούτε καν στην περίπτωση της τεχνητής λίμνης του Heilenbecke, όπου έχουν αρχίσει έργα βελτιώσεως των υδάτων.
Η Επιτροπή δεν είναι σύμφωνη με την κατάταξη των φραγμάτων της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας στην κατηγορία Α1, στην οποία προέβη η Γερμανική Κυβέρνηση παρότι παρατηρήθηκαν υπερβάσεις ορισμένων παραμέτρων που ισχύουν για την κατηγορία αυτή και παρότι εφαρμόστηκαν, κατά συνέπεια, μέθοδοι επεξεργασίας που εφαρμόζονται στην κατηγορία Α2. Στην πραγματικότητα, αυτός ο τρόπος ενέργειας είναι ασυμβίβαστος με το άρθρο 2 της οδηγίας, το οποίο αναφέρεται σε μια υποδιαίρεση των υδάτων σε ομάδες αναλόγως των καταλλήλων μεθόδων επεξεργασίας που προβλέπονται στο παράρτημα Ι.
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι εξακολουθεί να μην έχει λάβει συστηματικό πρόγραμμα δράσεως για τη βελτίωση των υδάτων του Δούναβη στη Βαυαρία. Ωστόσο, όσον αφορά τη λίμνη Κωνσταντία, η Επιτροπή θεωρεί ότι πληρούνται οι απαιτούμενες προϋποθέσεις και ότι, κατά συνέπεια, αυτό το σημείο της προσφυγής μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει διευθετηθεί, καίτοι η έκθεση δεν εστάλη στην Επιτροπή στο πλαίσιο της καθιερωμένης διαδικασίας.
Όσον αφορά τα σημεία αντλήσεως ύδατος στη Βαυαρία που έχουν καταταγεί στην κατηγορία A3 και τα οποία, κατά την άποψη της Γερμανικής Κυβερνήσεως, εμφανίζουν ποιότητα Α1, δεν προβάλλεται κανένα νέο πραγματικό στοιχείο που να δικαιολογεί την παραίτηση από την αιτίαση αυτή.
δ) Ανακοίνωση των δειγματοληψιών
Όσον αφορά την παροχή πληροφοριών σχετικά με τη συχνότητα των δειγματοληψιών και τις μεθόδους αναλύσεως, το γεγονός και μόνο ότι η Γερμανική Κυβέρνηση αναφέρει ότι είναι διατεθειμένη να παράσχει περισσότερο συγκεκριμένες πληροφορίες από ό,τι προηγουμένως δεν αρκεί ώστε η Επιτροπή να θεωρήσει ότι το ζήτημα αυτό έχει διευθετηθεί. Προς τούτο, η καθής οφείλει να ανακοινώσει τα ζητηθέντα στοιχεία.
Επομένως, η Επιτροπή εμμένει σε όλες τις αιτιάσεις της, πλην εκείνης που αφορά το πρόγραμμα βελτιώσεως των υδάτων της λίμνης Κωνσταντίας.
J. C Moitinho de Almeida
εισηγητής δικαστής
( *1 ) Γλώσσα διαδικασίας: η γερμανική.
Top