Σημαντική ανακοίνωση νομικού περιεχομένου
Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Van Gerven της 8ης Ιουλίου 1992. - GENERICS (UK) LTD ΚΑΙ HARRIS PHARMACEUTICALS LTD ΚΑΤΑ SMITH KLINE AND FRENCH LABORATORIES LTD. - ΑΙΤΗΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΠΡΟΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΑΠΟΦΑΣΕΩΣ: COURT OF APPEAL (ENGLAND) - ΗΝΩΜΕΝΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ. - ΔΙΠΛΩΜΑΤΑ ΕΥΡΕΣΙΤΕΧΝΙΑΣ - ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΕΣ ΑΔΕΙΕΣ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΕΩΣ - ΑΡΘΡΑ 30 ΚΑΙ 36 ΤΗΣ ΣΥΝΘΗΚΗΣ ΕΟΚ. - ΥΠΟΘΕΣΗ C-191/90.
Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου 1992 σελίδα I-05335
Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1. To Court of Appeal, Queen' s Bench Division for the Supreme Court of England and Wales (στο εξής: αιτούν δικαστήριο), υπέβαλε στο Δικαστήριο ορισμένα προδικαστικά ερωτήματα όσον αφορά το ζήτημα αν συμβιβάζεται προς τα άρθρα 30 και 36 της Συνθήκης ΕΟΚ η πρακτική των αρμοδίων βρετανικών αρχών η οποία στηρίζεται στον Patents Act του 1977 και αφορά τους όρους υπό τους οποίους ο κάτοχος αδείας εκμεταλλεύσεως διπλώματος ευρεσιτεχνίας το οποίο φέρει την ένδειξη "licence of right" (στο εξής: "υποχρέωση παραχωρήσεως αδείας εκμεταλλεύσεως") μπορεί να εισάγει από τρίτες χώρες προϊόντα που καλύπτονται από το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας.
Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο διαφοράς μεταξύ της Generics (UK) Ltd (στο εξής: Generics) και της Harris Pharmaceuticals Ltd (στο εξής: Harris), αφενός, και της Smith Kline and French Laboratories Ltd (στο εξής: SKF), κατόχου δύο βρετανικών διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας που φέρουν την ένδειξη "υποχρέωση παραχωρήσεως αδείας εκμεταλλεύσεως" για το φαρμακευτικό προϊόν "Cimetidine", αφετέρου. Αιτία της διαφοράς ήταν η αίτηση που υπέβαλαν η Generics και η Harris στον "Comptroller General of Patents" (στο εξής: Comptroller), προκειμένου να λάβουν, ως κάτοχοι αδείας εκμεταλλεύσεως, άδεια εισαγωγής στο Ηνωμένο Βασίλειο της Cimetidine, η οποία παρασκευάζεται σε τρίτες χώρες καθώς και στην Ισπανία και την Πορτογαλία. Για την πλήρη κατανόηση της διαφοράς θα αναφέρω καταρχάς τις κρίσιμες διατάξεις του Patents Act του 1977.
Οι κρίσιμες διατάξεις του Patents Act του 1977
2. Ο Patents Act του 1977 αύξησε από 16 σε 20 χρόνια τη διάρκεια ισχύος των βρετανικών διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας. Για ορισμένα διπλώματα ευρεσιτεχνίας, τα οποία χορηγήθηκαν πριν τεθεί σε ισχύ ο νόμος, ισχύουν μεταβατικές διατάξεις. Η διάρκεια ισχύος των διπλωμάτων αυτών, όπως και των νέων διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας, είναι 20ετής, αλλά μετά 16 χρόνια τίθεται αυτεπαγγέλτως στα εν λόγω διπλώματα, ακόμη και παρά τη θέληση του κατόχου του διπλώματος, η ένδειξη "υποχρέωση παραχωρήσεως αδείας εκμεταλλεύσεως".
Κατά το άρθρο 46 του Patents Αct του 1977, η ένδειξη "υποχρέωση παραχωρήσεως αδείας εκμεταλλεύσεως" σημαίνει ότι ο οιοσδήποτε μπορεί να ζητήσει αυτοδικαίως άδεια εκμεταλλεύσεως του διπλώματος ευρεσιτεχνίας υπό όρους που καθορίζονται με συμφωνία ή, ελλείψει συμφωνίας, από τον Comptroller.
Κατά τη νομολογία του House of Lords (1), ο Comptroller μπορεί, προκειμένου να καθορίσει τους όρους παραχωρήσεως αδείας εκμεταλλεύσεως, να λαμβάνει υπόψη τις διατάξεις που διέπουν τη χορήγηση των υποχρεωτικών αδειών και συγκεκριμένα τα άρθρα 48, παράγραφος 3, στοιχείο a, και 50, παράγραφος 1, στοιχείο c, του Patents Act του 1977.
Κατά το άρθρο 48, παράγραφος 3, στοιχείο a, του Patents Act του 1977, ο Comptroller μπορεί να παραχωρεί, οποτεδήποτε μετά τη λήξη τριετίας από τη χορήγηση του διπλώματος ευρεσιτεχνίας, υποχρεωτικές άδειες εκμεταλλεύσεως για τον εξής (μεταξύ άλλων) λόγο:
"a) όταν η εμπορική εκμετάλλευση της εφευρέσεως που καλύπτεται από το δίπλωμα είναι δυνατή στο Ηνωμένο Βασίλειο, αλλά ο δικαιούχος του διπλώματος δεν την εκμεταλλεύεται καθόλου ή δεν την εκμεταλλεύεται στον βαθμό που θα μπορούσε ευλόγως να το πράττει"
Κατά το άρθρο 50, παράγραφος 1, στοιχείο c, του Patents Act του 1977, ο Comptroller πρέπει να ασκεί τις εξουσίες που προβλέπει το άρθρο 48 κατά τρόπον ώστε να
c) "(...) να μη βλάπτονται αδικαιολόγητα τα συμφέροντα οποιουδήποτε εκμεταλλεύεται ή τελειοποιεί στο Ηνωμένο Βασίλειο εφεύρεση που προστατεύεται από δίπλωμα ευρεσιτεχνίας".
Βάσει των ανωτέρω διατάξεων του Patents Act του 1977, ο Comptroller μπορεί να απαγορεύει στον κάτοχο αδείας εκμεταλλεύσεως την εισαγωγή του προϊόντος που καλύπτεται από το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας, οσάκις ο κάτοχος του διπλώματος παράγει ή κατασκευάζει το προϊόν αυτό στο Ηνωμένο Βασίλειο.
3. Το Δικαστήριο έχει ήδη ασχοληθεί δύο φορές με τις σχετικές διατάξεις του Patents Act του 1977. Με την απόφαση της 3ης Μαρτίου 1988, Αllen and Hanburys (2), το Δικαστήριο έκρινε ότι τα άρθρα 30 και 36 της Συνθήκης ΕΟΚ
"απαγορεύουν στις αρμόδιες διοικητικές αρχές να επιβάλλουν στον αιτούντα άδεια εκμεταλλεύσεως όρους που να παρεμποδίζουν την εισαγωγή από άλλα κράτη μέλη προϊόντος καλυπτομένου με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας το οποίο φέρει την ένδειξη 'υποχρέωση παραχωρήσεως αδείας εκμεταλλεύσεως' , όταν οι εν λόγω αρχές δεν μπορούν να αρνηθούν τη χορήγηση αδείας εκμεταλλεύσεως σε επιχείρηση η οποία θα κατασκευάζει και θα εμπορεύεται το προϊόν στο έδαφος του εν λόγω κράτους μέλους".
Κατόπιν της αποφάσεως του Δικαστηρίου στην υπόθεση Allen and Hanburys, δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι ο Comptroller δεν μπορεί να απαγορεύσει στον κάτοχο αδείας εκμεταλλεύσεως την εισαγωγή από άλλα κράτη μέλη του προϊόντος που καλύπτεται από το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας, ακόμη και όταν ο κάτοχος του διπλώματος ευρεσιτεχνίας παράγει το καλυπτόμενο από το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας προϊόν στο Ηνωμένο Βασίλειο. Η πρακτική που ακολουθεί ο Comptroller κατά την έκδοση αποφάσεων όσον αφορά τις εισαγωγές από τρίτες χώρες εξακολουθεί ωστόσο να στηρίζεται στα άρθρα 48, παράγραφος 3, στοιχείο a, και 50, παράγραφος 1, στοιχείο c, του Patents Act του 1977: η εισαγωγή από τρίτες χώρες απαγορεύεται, οσάκις ο κάτοχος του διπλώματος ευρεσιτεχνίας κατασκευάζει στο Ηνωμένο Βασίλειο το προϊόν που καλύπτεται από το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας, επιτρέπεται όμως οσάκις κατασκευάζει το προϊόν σε άλλο κράτος μέλος.
Ενώ η απόφαση Allen and Hanburys ήταν γνωστή στο αιτούν δικαστήριο και στους διαδίκους της κυρίας δίκης κατά τον χρόνο υποβολής των προδικαστικών ερωτημάτων, δεν ισχύει το ίδιο για την πρόσφατη απόφαση της 18ης Φεβρουαρίου 1992 στην υπόθεση Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου (3). Με την απόφαση αυτή το Δικαστήριο έκρινε ότι οι σχετικές με τις υποχρεωτικές άδειες εκμεταλλεύσεως των διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας διατάξεις του Patents Act του 1977 δεν συμβιβάζονται προς τα άρθρα 30 και 36 της Συνθήκης ΕΟΚ, καθόσον επιτρέπουν την παραχώρηση υποχρεωτικών αδειών εκμεταλλεύσεως, όταν η ζήτηση στην εγχώρια αγορά του προϊόντος που καλύπτεται από το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας ικανοποιείται από τις εισαγωγές από άλλα κράτη μέλη. Θα επανέλθω παρακάτω στην απόφαση αυτή.
Η διαφορά της κυρίας δίκης και τα προδικαστικά ερωτήματα
4. Η διαφορά της κυρίας δίκης αφορά τα δικαιώματα επί του φαρμακευτικού προϊόντος "Cimetidine", το οποίο χρησιμοποιείται ανά τον κόσμο για τη θεραπεία του έλκους του στομάχου και του έλκους του δωδεκαδακτύλου. Από τη δικογραφία προκύπτει ότι μια θυγατρική της SKF παρασκευάζει το ημιτελές προϊόν στην Ιρλανδία. Το ημιτελές αυτό προϊόν μεταφέρεται στη συνέχεια στο Ηνωμένο Βασίλειο, όπου η SKF παρασκευάζει δισκία ή σιρόπι που περιέχουν τη Cimetidine αυτή σε διάφορες δόσεις.
Κατά τον χρόνο εκδόσεως της Διατάξεως περί παραπομπής, η SKF ήταν κάτοχος, στα περισσότερα κράτη μέλη, ενός ή περισσοτέρων διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας, τα οποία την προστάτευαν κατά των απομιμήσεων της Cimetidine. Στο Ηνωμένο Βασίλειο είχε λάβει δύο διπλώματα ευρεσιτεχνίας στις 9 Μαρτίου 1972. Δυνάμει των μεταβατικών διατάξεων του Patents Act του 1977 για τα διπλώματα ευρεσιτεχνίας που χορηγήθηκαν πριν από την έναρξη της ισχύος του νόμου, στα δύο διπλώματα τέθηκε η ένδειξη "υποχρέωση παραχωρήσεως αδείας εκμεταλλεύσεως" από τις 9 Μαρτίου 1988 και μέχρι τη λήξη της ισχύος τους, δηλαδή μέχρι τις 9 Μαρτίου 1992.
Η Generics και η Harris επιθυμούν να λάβουν άδεια εκμεταλλεύσεως για να μπορούν κυρίως να εισάγουν Cimetidine στο Ηνωμένο Βασίλειο υπό μορφή ημιτελούς προϊόντος από τρίτες χώρες καθώς και από την Ισπανία και την Πορτογαλία. Ελλείψει συμφωνίας με την SKF, ζήτησαν από τον Comptroller να καθορίσει τους όρους παραχωρήσεως της εν λόγω αδείας.
5. Με αποφάσεις της 15ης Μαρτίου και της 8ης Απριλίου 1988, ο superintending examiner, ενεργώντας εν ονόματι του Comptroller, επέτρεψε στην Generics και την Harris να εισάγουν την Cimetidine στο Ηνωμένο Βασίλειο, υπό μορφή είτε ημιτελούς προϊόντος είτε τελειωμένου προϊόντος, και όρισε επίσης τον συντελεστή των οφειλομένων από τους κατόχους της αδείας εκμεταλλεύσεως στην SKF δικαιωμάτων. Δεδομένου ότι το ύψος των δικαιωμάτων δεν αμφισβητείται εν προκειμένω, δεν θα εξετάσω το σημείο αυτό.
Η SKF προσέβαλε ενώπιον του Patents Court τις αποφάσεις αυτές. Με αποφάσεις της 1ης και της 2ας Μαρτίου 1989, το Patents Court επέτρεψε την εισαγωγή της Cimetidine υπό μορφή ημιτελούς προϊόντος, απαγόρευσε όμως την εισαγωγή της υπό μορφή τελειωμένου προϊόντος από τρίτες χώρες καθώς και από την Ισπανία και την Πορτογαλία, λόγω του ότι η SKF ολοκληρώνει την παρασκευή της Cimetidine στο Ηνωμένο Βασίλειο, ενώ εισάγει από την Ιρλανδία το ημιτελές προϊόν.
Η Generics και η Harris άσκησαν έφεση ενώπιον του Court of Appeal κατά της τελευταίας αυτής απαγορεύσεως του Patents Court. Η δε SKF προσέφυγε κατά της δυνατότητας των κατόχων των αδειών εκμεταλλεύσεως να εισάγουν Cimetidine υπό μορφή ημιτελούς προϊόντος από τρίτες χώρες καθώς και από την Ισπανία και την Πορτογαλία. Στο πλαίσιο της διαδικασίας αυτής το Court of Appeal αποφάσισε να υποβάλει στο Δικαστήριο τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα:
"1) Είναι σύμφωνο προς τα άρθρα 30 και 36 της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας το να βασίζεται στα άρθρα 48, παράγραφος 3, στοιχείο a, και 50, παράγραφος 1, στοιχείο c, του Patents Act του 1977 η αρχή η οποία είναι αρμόδια να καθορίζει τους όρους χορηγήσεως μιας αδείας εκμεταλλεύσεως διπλώματος ευρεσιτεχνίας το οποίο φέρει υποχρεωτικά την ένδειξη 'υποχρέωση παραχωρήσεως αδείας εκμεταλλεύσεως' για να αποφασίζει αν πρέπει ή όχι να περιληφθεί, ως όρος χορηγήσεως της αδείας αυτής, το δικαίωμα της εισαγωγής των προϊόντων που καλύπτονται από το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας από χώρες εκτός της Κοινότητας; Είναι αντίθετο προς τα άρθρα 30 και 36 το να ερμηνεύει κατά κανόνα η αρχή αυτή τα άρθρα 48, παράγραφος 3, στοιχείο a, και 50, παράγραφος 1, στοιχείο c, υπό την έννοια ότι την υποχρεώνουν να αρνείται μεν τη χορήγηση αδείας εισαγωγής από άλλη χώρα, οσάκις ο κάτοχος του διπλώματος ευρεσιτεχνίας εκμεταλλεύεται το δίπλωμα κατασκευάζοντας το οικείο προϊόν στο Ηνωμένο Βασίλειο, αλλά να χορηγεί άδεια εισαγωγής από τρίτες χώρες, οσάκις ο κάτοχος του διπλώματος αυτού εκμεταλλεύεται το δίπλωμα εισάγοντας προϊόντα τα οποία έχουν κατασκευαστεί σε άλλα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας;
2 α) Επηρεάζει την απάντηση που πρέπει να δοθεί στο προηγούμενο ερώτημα το γεγονός ότι τα άρθρα 48, παράγραφος 3, στοιχείο a, και 50, παράγραφος 1, στοιχείο c, του Patents Act του 1977 έχουν εφαρμογή όσον αφορά τη χορήγηση υποχρεωτικών αδειών εκμεταλλεύσεως ενός διπλώματος ευρεσιτεχνίας και ορίζουν ότι μπορεί να χορηγηθεί υποχρεωτική αδεια εκμεταλλεύσεως για ένα δίπλωμα ευρεσιτεχνίας, αν δεν γίνεται εκμετάλλευσή του στο Ηνωμένο Βασίλειο;
β) Επηρεάζεται η απάντηση που πρέπει να δοθεί στο προηγούμενο ερώτημα εάν η αρμόδια αρχή στηρίζεται, κατά την άσκηση της διακριτικής της ευχέρειας όσον αφορά το αν θα επιτρέπει ή όχι την εισαγωγή προϊόντων από τρίτες χώρες, στις διατάξεις των άρθρων 48, παράγραφος 3, στοιχείο a, και 50, παράγραφος 1, στοιχείο c, του Patents Act του 1977 για να προσδιορίσει τα στοιχεία που πρέπει να ληφούν υπόψη;
3) Λαμβανομένων υπόψη των διατάξεων της Πράξεως Προσχωρήσεως της Ισπανίας και της Πορτογαλίας στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα καθώς και της αποφάσεως του Δικαστηρίου στην υπόθεση 434/85, Allen and Hanburys Ltd κατά Generics (UK) Ltd (Συλλογή 1988, σ. 1245), είναι αντίθετη προς τα άρθρα 30 και 36 της Συνθήκης ΕΟΚ η πράξη της αρμόδιας αρχής με την οποία αυτή προσθέτει, κατά τον καθορισμό των όρων χορηγήσεως αδείας εκμεταλλεύσεως διπλώματος ευρεσιτεχνίας που φέρει την ένδειξη 'υποχρέωση παραχωρήσεως αδείας εκμεταλλεύσεως' για ένα φαρμακευτικό προϊόν, έναν όρο βάσει του οποίου περιορίζονται οι εισαγωγές του προϊόντος αυτού από την Ισπανία ή την Πορτογαλία;"
Εξέταση των ερωτημάτων που διατυπώνονται στο σημείο 1
6. Στο σημείο 1 το αιτούν δικαστήριο έχει διατυπώσει δύο αυτοτελή ερωτήματα. Με το πρώτο ερωτάται αν αντιβαίνει προς τα άρθρα 30 και 36 της Συνθήκης ΕΟΚ το γεγονός ότι η εθνική αρχή που είναι αρμόδια για τον καθορισμό των όρων που διέπουν τις άδειες εκμεταλλεύσεως διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας που φέρουν την ένδειξη "υποχρέωση παραχωρήσεως αδείας εκμεταλλεύσεως" έχει την εξουσία να επιτρέπει ή να μην επιτρέπει την εισαγωγή από τρίτες χώρες του προϊόντος που καλύπτεται από το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας. Το ερώτημα αυτό αφορά, κατ' ουσία, το αν τα άρθρα 30 και 36 της Συνθήκης εφαρμόζονται στους περιορισμούς του εμπορίου με τα τρίτα κράτη. Το δεύτερο ερώτημα που υπέβαλε το αιτούν δικαστήριο προϋποθέτει ότι τα άρθρα 30 και 36 της Συνθήκης ΕΟΚ παρέχουν στην οικεία εθνική αρχή τη διακριτική ευχέρεια να εξαρτά τη χορήγηση αδείας εκμεταλλεύσεως από προϋποθέσεις που παρακωλύουν το εμπόριο με τις τρίτες χώρες. Ερωτάται ακριβέστερα αν κατά την άσκηση της διακριτικής αυτής ευχέρειας μπορούν να απαγορεύονται οι εισαγωγές από τρίτες χώρες, οσάκις ο κάτοχος του διπλώματος ευρεσιτεχνίας κατασκευάζει τα προϊόντα που καλύπτονται από το δίπλωμα στο Ηνωμένο Βασίλειο, αλλά να επιτρέπονται, οσάκις ο κάτοχος του διπλώματος κατασκευάζει τα εν λόγω προϊόντα σε άλλα κράτη μέλη και τα εισάγει στη συνέχεια στο Ηνωμένο Βασίλειο.
i) Το πρώτο ερώτημα του σημείου 1
7. Με την απόφαση EMI Records (4), στην οποία αναφέρονται η SKF, η Generics και το Ηνωμένο Βασίλειο με τις παρατηρήσεις τους, το Δικαστήριο προσδιόρισε το εδαφικό πεδίο εφαρμογής των άρθρων 30 και 36 της Συνθήκης ΕΟΚ. Κατά το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ, τονίζει το Δικαστήριο με την εν λόγω απόφαση (σκέψη 8), οι ποσοτικοί περιορισμοί των εισαγωγών και τα μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος απαγορεύονται "μεταξύ των κρατών μελών". Κατά το άρθρο 36, τελευταίο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ, συνεχίζει το Δικαστήριο (σκέψη 9), οι περιορισμοί των εισαγωγών που δικαιολογούνται - μεταξύ άλλων - από λόγους προστασίας της βιομηχανικής και εμπορικής ιδιοκτησίας δεν μπορούν να αποτελούν ούτε μέσο αυθαιρέτων διακρίσεων ούτε συγκαλυμμένο περιορισμό του εμπορίου "μεταξύ των κρατών μελών". Από τα ανωτέρω το Δικαστήριο συνάγει τα εξής (σκέψη 10):
"Η άσκηση του δικαιώματος επί του σήματος προς εμπόδιση της εμπορίας προϊόντων προερχομένων από τρίτες χώρες υπό το ίδιο σήμα, έστω και αν αυτή αποτελεί μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικό περιορισμό, δεν επηρεάζει την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων μεταξύ των κρατών μελών και επομένως δεν εμπίπτει στις απαγορεύσεις των άρθρων 30 επ. της Συνθήκης."
Από την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση EMI Records προκύπτει ότι η απαγόρευση των μέτρων ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικούς περιορισμούς επί των εισαγωγών, την οποία προβλέπει το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ, δεν ισχύει για το εμπόριο με τις τρίτες χώρες (5). Επομένως, υπό την επιφύλαξη των διεθνών υποχρεώσεων της Κοινότητας - οι οποίες άλλωστε δεν αποτελούν εν προκειμένω αντικείμενο αμφισβητήσεως - τα άρθρα 30 και 36 της Συνθήκης ΕΟΚ δεν εμποδίζουν την απονομή στην εθνική αρχή που είναι αρμόδια για τον καθορισμό των όρων χορηγήσεως αδείας εκμεταλλεύσεως της εξουσίας να επιτρέπει ή όχι την εισαγωγή από τρίτες χώρες του προϊόντος που καλύπτεται από το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας.
'Οπως συνάγεται από την προαναφερθείσα σκέψη της αποφάσεως EMI, τα άρθρα 30 και 36 της Συνθήκης ΕΟΚ έχουν, αντίθετα, εφαρμογή, οσάκις η εθνική αρχή, κάνοντας χρήση των εξουσιών που έχει όσον αφορά το εμπόριο με τις τρίτες χώρες, επηρεάζει την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων μεταξύ των κρατών μελών. Θα εξετάσω κατωτέρω, στο πλαίσιο της απαντήσεως στο δεύτερο ερώτημα που διατυπώνεται στο σημείο 1, αν η πρακτική που ακολουθεί ο Comptroller κατά την έκδοση αποφάσεων για τις εισαγωγές από τρίτες χώρες επηρεάζει ή όχι το ενδοκοινοτικό εμπόριο.
ii) Το δεύτερο ερώτημα που διατυπώνεται στο σημείο 1
8. Με το δεύτερο ερώτημα που διατυπώνεται στο σημείο 1, το αιτούν δικαστήριο ζητεί να διευκρινιστεί αν η εθνική αρχή που είναι αρμόδια για τον καθορισμό των όρων παραχωρήσεως αδείας εκμεταλλεύσεως μπορεί να ασκεί την εξουσία της κατά τρόπο ώστε οι εισαγωγές από τρίτες χώρες να απαγορεύονται, οσάκις ο κάτοχος του διπλώματος κατασκευάζει τα προϊόντα που καλύπτονται από το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας εντός της εθνικής επικρατείας, να επιτρέπονται όμως, οσάκις κατασκευάζει τα προϊόντα αυτά σε άλλο κράτος μέλος. Το ερώτημα αυτό είναι καθοριστικό για την επίλυση της διαφοράς της κυρίας δίκης. Πράγματι, στηριζόμενοι στα άρθρα 48, παράγραφος 3, στοιχείο a, και 50, παράγραφος 1, στοιχείο c, του Patents Act, ο Comptroller και, σε περίπτωση διαφοράς, το βρετανικό δικαστήριο ασκούν κατά κανόνα τις εξουσίες τους προς την κατεύθυνση αυτή. Δεδομένου ότι η SKF παρασκευάζει το προϊόν που καλύπτεται από το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας, ήτοι την Cimetidine, υπό μορφή ημιτελούς προϊόντος στην Ιρλανδία, η καταφατική απάντηση θα σήμαινε, ως εκ τούτου, ότι οι κάτοχοι της αδείας μπορούν, σύμφωνα με την εν λόγω πάγια πρακτική κατά την έκδοση αποφάσεων, να εισάγουν Cimetidine από τρίτες χώρες υπό μορφή ημιτελούς προϊόντος.
9. Με την προαναφερθείσα απόφαση της 18ης Φεβρουαρίου 1992, Eπιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου, σκέψεις 16 έως 21, καθώς και με την απόφαση της ιδίας ημέρας, Επιτροπή κατά Ιταλίας (6) (σκέψεις 12 έως 17), το Δικαστήριο καθόρισε ως εξής το πλαίσιο εντός του οποίου πρέπει να εξεταστεί το ζήτημα αυτό:
"Κατά το παρόν στάδιο της εξελίξεως του κοινοτικού δικαίου, οι διατάξεις για τα διπλώματα ευρεσιτεχνίας δεν έχουν ακόμη ενοποιηθεί στο πλαίσιο της Κοινότητας ή μιας προσεγγίσεως των νομοθεσιών. Επ' αυτού πρέπει να τονιστεί ότι, όπως προαναφέρθηκε, η σύμβαση για το κοινοτικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας δεν έχει αρχίσει ακόμη να ισχύει.
Κατά συνέπεια, στον εθνικό νομοθέτη εναπόκειται να καθορίζει τις προϋποθέσεις και τους τρόπους της προστασίας που παρέχει το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας.
Εντούτοις, οι διατάξεις της Συνθήκης, ειδικότερα δε οι διατάξεις του άρθρου 222, κατά το οποίο η Συνθήκη δεν προδικάζει με κανένα τρόπο το καθεστώς της ιδιοκτησίας στα κράτη μέλη, δεν μπορούν να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι ο εθνικός νομοθέτης έχει την εξουσία να λαμβάνει, στον τομέα της εμπορικής και βιομηχανικής ιδιοκτησίας, μέτρα που να θίγουν την αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων εντός της κοινής αγοράς, όπως η αγορά αυτή προβλέπεται και οργανώνεται από τη Συνθήκη.
Πρώτον, οι απαγορεύσεις και οι περιορισμοί των εισαγωγών που δικαιολογούνται από λόγους προστασίας της εμπορικής και βιομηχανικής ιδιοκτησίας επιτρέπονται βάσει του άρθρου 36 της Συνθήκης μόνο υπό τη ρητή προϋπόθεση ότι δεν συνιστούν ούτε μέσο αυθαίρετων διακρίσεων ούτε συγκαλυμμένο περιορισμό του εμπορίου μεταξύ των κρατών μελών.
Δεύτερον, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, το άρθρο 36 δεν επιτρέπει αποκλίσεις από τη θεμελιώδη αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων εντός της κοινής αγοράς, παρά μόνο καθόσον οι αποκλίσεις αυτές δικαιολογούνται για την προστασία των δικαιωμάτων που αποτελούν το ειδικό αντικείμενο της εμπορικής και βιομηχανικής ιδιοκτησίας (απόφαση της 17ης Οκτωβρίου 1990, C-10/89, HAG, Συλλογή 1990, σ. Ι-3711, σκέψη 12).
'Οσον αφορά τα διπλώματα ευρεσιτεχνίας, το ειδικό αντικείμενο της βιομηχανικής ιδιοκτησίας είναι, μεταξύ άλλων, η εξασφάλιση στον κάτοχο του διπλώματος ευρεσιτεχνίας του αποκλειστικού δικαιώματος χρησιμοποιήσεως μιας εφευρέσεως για την παραγωγή και την πρώτη κυκλοφορία στην αγορά βιομηχανικών προϊόντων, είτε απευθείας είτε μέσω παραχωρήσεως σε τρίτους αδειών εκμεταλλεύσεως, καθώς και του δικαιώματος προστασίας από κάθε προσβολή (απόφαση της 3ης Μαρτίου 1988, 434/85, Allen and Hanburys, Συλλογή 1988, σ. 1245, σκέψη 11)."
Επιπλέον, πρέπει να γίνει δεκτό ότι - βλ. επίσης απόφαση Allen and Hanburys, σκέψεις 12 και 13 - στην περίπτωση κατά την οποία το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας φέρει την ένδειξη "υποχρέωση παραχωρήσεως αδείας εκμεταλλεύσεως", το αποκλειστικό δικαίωμα του κατόχου του διπλώματος έχει ιδιαίτερο περιεχόμενο. Από τις διατάξεις του Patents Act του 1977 προκύπτει ότι στο Ηνωμένο Βασίλειο ο κάτοχος του εν λόγω διπλώματος δεν έχει τη δυνατότητα να αρνηθεί τη χορήγηση αδείας εκμεταλλεύσεως σε τρίτους έναντι καταβολής ευλόγων δικαιωμάτων. Ωστόσο, από την προαναφερθείσα νομολογία του House of Lords και από την πρακτική που ακολουθεί ο Comptroller κατά την έκδοση αποφάσεων, η οποια στηρίζεται στη νομολογία αυτή, προκύπτει ότι ο κάτοχος του διπλώματος ευρεσιτεχνίας μπορεί να αντιταχθεί στην εισαγωγή από τρίτες χώρες εκ μέρους του κατόχου της αδείας του προϊόντος που καλύπτεται από το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας, οσάκις ο κάτοχος του διπλώματος παράγει ή κατασκευάζει το προϊόν αυτό στο Ηνωμένο Βασίλειο.
Με αυτό το πλαίσιο αναφοράς, θα εξετάσω τώρα αν η πρακτική που ακολουθεί ο Comptroller κατά την έκδοση αποφάσεων συμβιβάζεται προς τα άρθρα 30 και 36 της Συνθήκης ΕΟΚ.
10. Η πρακτική αυτή μπορεί να περιορίσει την έννομη προστασία του κατόχου διπλώματος ευρεσιτεχνίας που φέρει την ένδειξη "υποχρέωση παραχωρήσεως αδείας εκμεταλλεύσεως", ο οποίος εκμεταλλεύεται το προϊόν που καλύπτεται από το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας εντός της εθνικής επικατείας εισάγοντάς το από άλλα κράτη μέλη. Πράγματι, αντιθέτως προς τον κάτοχο του διπλώματος ευρεσιτεχνίας ο οποίος κατασκευάζει το προϊόν που καλύπτεται από το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας εντός της εθνικής επικρατείας, ο κάτοχος του διπλώματος που πραγματοποιεί μόνο εισαγωγές του προϊόντος δεν μπορεί να αντιταχθεί στην εισαγωγή από τρίτες χώρες του εν λόγω προϊόντος εκ μέρους του κατόχου αδείας εκμεταλλεύσεως.
Με τον τρόπο αυτό ο κάτοχος διπλώματος ευρεσιτεχνίας ενθαρρύνεται να παράγει το προστατευόμενο προϊόν στο έδαφος του κράτους όπου χορηγήθηκε το δίπλωμα, αντί να εισάγει το προϊόν αυτό από άλλα κράτη μέλη, προκειμένου να αποφύγει τον κίνδυνο μειώσεως της έννομης προστασίας, για παράδειγμα επειδή εκτιμά ότι η εκ μέρους του κατόχου της αδείας εκμεταλλεύσεως καταβολή ευλόγων δικαιωμάτων δεν θα είναι αρκετή για να αντισταθμίσει την απώλεια του δικαιώματός του να αντιτάσσεται στις εισαγωγές από τρίτες χώρες του προϊόντος εκ μέρους του κατόχου της αδείας εκμεταλλεύσεως (βλ. την προαναφερθείσα απόφαση Eπιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου, σκέψη 24). Επιπλέον, είναι σαφές ότι, οσάκις χορηγείται άδεια εισαγωγής από τρίτες χώρες στον κάτοχο της αδείας εκμεταλλεύσεως, τα εισαγόμενα από τρίτες χώρες προϊόντα στο κράτος μέλος όπου χορηγήθηκε το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας ανταγωνίζονται τα προϊόντα που εισάγονται από άλλα κράτη μέλη. Ο ανταγωνισμός αυτός - ο οποίος δεν θα υφίστατο, λόγω της σχετικής πρακτικής που ακολουθείται κατά την έκδοση των αποφάσεων, σε περίπτωση παραγωγής των προϊόντων από τον κάτοχο του διπλώματος εντός της εθνικής επικρατείας - έχει κατ' ανάγκη ως αποτέλεσμα τη μείωση των εισαγωγών από άλλα κράτη μέλη του προϊόντος που καλύπτεται από το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας και, επομένως, τον επηρεασμό του ενδοκοινοτικού εμπορίου (βλ. τη σκέψη 26 της αποφάσεως Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου).
Κατά την απόφαση Dassonville (7), κάθε εμπορική ρύθμιση των κρατών μελών που είναι ικανή να επηρεάσει άμεσα ή έμμεσα, πραγματικά ή δυνητικά, το ενδοκοινοτικό εμπόριο πρέπει να θεωρείται μέτρο ισοδυνάμου αποτελέσματος προς ποσοτικούς περιορισμούς κατά την έννοια του άρθρου 30 της Συνθήκης ΕΟΚ. Η πρακτική που ακολουθεί ο Comptroller κατά την έκδοση αποφάσεων εμπίπτει, ως εκ τούτου, στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 30 της Συνθήκης ΕΟΚ.
11. Η παρέκκλιση από την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων η οποία αναφέρθηκε ανωτέρω δεν μπορεί να δικαιολογηθεί ούτε από την προστασία της βιομηχανικής και εμπορικής ιδιοκτησίας που προβλέπει το άρθρο 36 της Συνθήκης ΕΟΚ ούτε από κανένα άλλο λόγο. Πράγματι, το ειδικό αντικείμενο του διπλώματος ευρεσιτεχνίας δεν προστατεύεται από μια εισάγουσα διακρίσεις πρακτική η οποία ακολουθείται κατά την έκδοση αποφάσεων και απαγορεύει μεν την εισαγωγή από τρίτες χώρες, οσάκις το προϊόν που καλύπτεται από το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας παράγεται ή κατασκευάζεται εντός της εθνικής επικρατείας, επιτρέπει όμως τις εισαγωγές από τις χώρες αυτές, οσάκις το εν λόγω προϊόν παράγεται ή κατασκευάζεται σε άλλο κράτος μέλος. 'Οπως προκύπτει από τις αποφάσεις τόσο του Patents Court όσο και του Court of Appeal στη διαφορά της κυρίας δίκης, η διάκριση αυτή δεν αποσκοπεί στο να προστατεύσει τη βιομηχανική και εμπορική ιδιοκτησία, αλλά στο να ευνοήσει την εγχώρια παραγωγή. 'Οπως έκρινε το Δικαστήριο με την απόφαση Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου (σκέψη 30), ο λόγος αυτός:
"έχει ως αποτέλεσμα τη ματαίωση της επιτεύξεως των σκοπών της Κοινότητας, οι οποίοι συγκεκριμένα διακηρύσσονται στο άρθρο 2 και αναλύονται στο άρθρο 3 της Συνθήκης ((και)) δεν μπορεί να γίνει δεκτός για να δικαιολογηθεί ο περιορισμός του μεταξύ των κρατών μελών εμπορίου".
Λαμβανομένων υπόψη των ανωτέρω σκέψεων, καταλήγω ως εκ τούτου στο ακόλουθο συμπέρασμα: τα άρθρα 30 και 36 της Συνθήκης ΕΟΚ δεν επιτρέπουν στις αρχές των κρατών μελών που είναι αρμόδιες να καθορίζουν τους όρους χορηγήσεως αδειών εκμεταλλεύσεως διπλωμάτων που φέρουν την ένδειξη "υποχρέωση παραχωρήσεως αδείας εκμεταλλεύσεως" να απαγορεύουν κατά κανόνα στον κάτοχο της αδείας την εισαγωγή από τρίτες χώρες του προϊόντος το οποίο καλύπτεται από το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας, οσάκις ο κάτοχος του διπλώματος παράγει ή κατασκευάζει το προϊόν αυτό στο οικείο κράτος μέλος, να επιτρέπουν δε την εισαγωγή από τρίτες χώρες, οσάκις ο κάτοχος του διπλώματος παράγει ή κατασκευάζει το προϊόν σε άλλο κράτος μέλος.
Η ανωτέρω άποψη δεν σημαίνει ότι η αρμόδια εθνική αρχή πρέπει πάντοτε να απαγορεύει την εισαγωγή από τρίτες χώρες, άπαξ και ο κάτοχος του διπλώματος ευρεσιτεχνίας κατασκευάζει το προϊόν που καλύπτεται από το δίπλωμα σε ένα κράτος μέλος. Η αρχή αυτή, εφόσον τηρεί τις διεθνείς υποχρεώσεις της Κοινότητας, είναι ελεύθερη να επιτρέπει ή να απαγορεύει την εισαγωγή από τρίτες χώρες. Σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί ωστόσο να εφαρμόζει κριτήριο που εισάγει διακρίσεις και βάσει του οποίου η εισαγωγή από τρίτες χώρες απαγορεύεται μεν, οσάκις ο κάτοχος του διπλώματος παράγει ή κατασκευάζει το προϊόν εντός της εθνικής επικρατείας, επιτρέπεται δε οσάκις παράγει ή κατασκευάζει το προϊόν αυτό σε άλλο κράτος μέλος.
Εξέταση των ερωτημάτων που διατυπώνονται στο σημείο 2
12. Δεν νομίζω ότι υπάρχει σαφής διαφορά μεταξύ του πρώτου και του δευτέρου υποερωτήματος του σημείου 2. Επιπλέον, δεν αντιλαμβάνομαι ποιο νέο στοιχείο προσθέτουν τα ερωτήματα αυτά στα ερωτήματα που διατυπώνονται στο σημείο 1. Αφορμή για τα ερωτήματα αυτά αποτέλεσε ίσως το επιχείρημα που προέβαλε η SKF στη διαφορά της κυρίας δίκης, δηλαδή ότι τα άρθρα 48, παράγραφος 3, στοιχείο a, και 50, παράγραφος 1, στοιχείο c, του Patents Act του 1977 δεν συμβιβάζονται προς το κοινοτικό δίκαιο, καθόσον επιτρέπουν μεν τη χορήγηση υποχρεωτικής αδείας εκμεταλλεύσεως, όταν η ζήτηση στην εγχώρια αγορά του προϊόντος που καλύπτεται από το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας ικανοποιείται από τις εισαγωγές από άλλα κράτη μέλη, δεν την επιτρέπουν όμως, όταν το προϊόν παράγεται ή κατασκευάζεται εντός της εθνικής επικρατείας.
Το βάσιμο του εν λόγω επιχειρήματος της SKF αναγνώρισε εν τω μεταξύ το Δικαστήριο με την προαναφερθείσα απόφαση Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου. Προτείνω, ως εκ τούτου, να δοθεί στα ερωτήματα που διατυπώνονται στο σημείο 2 απάντηση σύμφωνη με την απόφαση αυτή, συγκεκριμένα δε ότι αντιβαίνει προς τα άρθρα 30 και 36 της Συνθήκης ΕΟΚ η εθνική ρύθμιση η οποία επιτρέπει τη χορήγηση υποχρεωτικής αδείας εκμεταλλεύσεως λόγω ανεπαρκούς εκμεταλλεύσεως του διπλώματος ευρεσιτεχνίας, όταν η ζήτηση του προϊόντος στην εγχώρια αγορά καλύπτεται από εισαγωγές από άλλα κράτη μέλη.
Εξέταση του ερωτήματος που διατυπώνεται στο σημείο 3
13. Αφορμή για το ερώτημα που διατυπώνεται στο σημείο 3 έδωσε η αίτηση που υπέβαλαν η Generics και η Harris στον Comptroller, προκειμένου να λάβουν άδεια εισαγωγής της Cimetidine (μεταξύ άλλων) από την Ισπανία και την Πορτογαλία. Στην Ισπανία και την Πορτογαλία δεν είναι δυνατή, επί του παρόντος, η χορήγηση διπλώματος ευρεσιτεχνίας για φαρμακευτικά προϊόντα (8).
O superintending examiner επέτρεψε στους κατόχους της αδείας εκμεταλλεύσεως να εισάγουν την Cimetidine από την Ισπανία και την Πορτογαλία. Εν όψει της αποφάσεως του Δικαστηρίου στην υπόθεση Allen and Hanburys, θεώρησε ότι δεν μπορούσε να περιορίσει τις εισαγωγές από ένα κράτος μέλος. Το Patents Court μεταρρύθμισε την απόφαση αυτή, λαμβάνοντας υπόψη τα άρθρα 47 και 209 της Πράξεως για τους όρους προσχώρησης του Βασιλείου της Ισπανίας και της Πορτογαλικής Δημοκρατίας και για τις προσαρμογές των Συνθηκών (στο εξής: Πράξη Προσχωρήσεως). Κατά το Patents Court, οι διατάξεις αυτές έχουν ως αποτέλεσμα την ισότιμη αντιμετώπιση της εισαγωγής φαρμακευτικών προϊόντων από την Ισπανία και την Πορτογαλία και της εισαγωγής των προϊόντων αυτών από τρίτες χώρες. Ο Lord Justice Nicholls του Court of Appeal δεν συμμερίστηκε την ερμηνεία αυτή των σχετικών διατάξεων. Με την εκτενώς αιτιολογημένη γνώμη του, θεωρεί εύλογο, ωστόσο, να αποφανθεί επί του θέματος το Δικαστήριο, στο πλαίσιο περαιτέρω αναπτύξεως των προδικαστικών ερωτημάτων που εξετάστηκαν ανωτέρω, ως προς το αν συμβιβάζεται προς το κοινοτικό δίκαιο η πρακτική που ακολουθείται κατά την έκδοση αποφάσεων όσον αφορά τις εισαγωγές από τρίτες χώρες.
14. Τα άρθρα 47 (για την Ισπανία) και 209 (για την Πορτογαλία) της Πράξεως Προσχωρήσεως εισάγουν παρέκκλιση από τα άρθρα 42 (για την Ισπανία) και 202 (για την Πορτογαλία) της εν λόγω Πράξεως, κατά τα οποία οι ποσοτικοί περιορισμοί επί των εισαγωγών και εξαγωγών, καθώς και όλα τα μέτρα ισοδυνάμου αποτελέσματος που υφίστανται μεταξύ της Κοινότητας και των δύο αυτών κρατών καταργούνται την 1η Ιανουαρίου 1986. Η παρέκκλιση αυτή έχει διατυπωθεί ως εξής:
"1. Κατά παρέκκλιση από το άρθρο (42) ή (202), ο κάτοχος ή ο εξ αυτού έλκων δικαίωμα επί διπλώματος ευρεσιτεχνίας για προϊόν χημικό, φαρμακευτικό ή φυτοϋγειονομικό, το οποίο έχει κατατεθεί σε κράτος μέλος σε χρόνο κατά τον οποίο το δίπλωμα για το προϊόν αυτό δεν θα μπορούσε να έχει ληφθεί (στην Ισπανία) (ή στην ) (Πορτογαλία) για το ίδιο προϊόν, μπορεί να επικαλεστεί το δικαίωμα που απορρέει από το δίπλωμα αυτό προκειμένου να εμποδίσει την εισαγωγή και την εμπορία του σχετικού προϊόντος στο ή στα παρόντα κράτη μέλη όπου το προϊόν αυτό προστατεύεται με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας, ακόμα και αν το προϊόν αυτό ετέθη για πρώτη φορά σε εμπορία (στην Ισπανία) (ή) (στην Πορτογαλία) από τον ίδιο ή με τη συγκατάθεσή του.
2. Επίκληση του δικαιώματος αυτού μπορεί να γίνει για τα προϊόντα που αναφέρονται στην παράγραφο 1, μέχρι το τέλος του τρίτου έτους από την εισαγωγή της δυνατότητας αποκτήσεως διπλώματος ευρεσιτεχνίας για τα προϊόντα αυτά (στην Ισπανία) (ή) (στην Πορτογαλία)."
Ορθώς επισημαίνουν όλοι οι διάδικοι ότι οι ανωτέρω διατάξεις της Πράξεως Προσχωρήσεως οφείλονται στην παγία νομολογία του Δικαστηρίου περί της αρχής της αναλώσεως των δικαιωμάτων, όπως διατυπώθηκε ιδίως με την απόφαση Merck (9).
15. Η Generics και η Harris, η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου, η Ισπανική Κυβέρνηση και η Επιτροπή φρονούν, όπως ο Lord Justice Nicholls του Court of Appeal, ότι τα άρθρα 47 και 209 της Πράξεως Προσχωρήσεως δεν επιτρέπουν, στην υπό κρίση περίπτωση, την απαγόρευση εκ μέρους της αρμόδιας εθνικής αρχής των εισαγωγών από την Ισπανία και την Πορτογαλία. Επισημαίνουν ότι πρόκειται εδώ για δίπλωμα ευρεσιτεχνίας το οποίο φέρει την ένδειξη "υποχρέωση παραχωρήσεως αδείας εκμεταλλεύσεως". Με την απόφαση Allen and Hanburys (σκέψη 13), συνεχίζουν οι ανωτέρω ενδιαφερόμενοι, το Δικαστήριο, αναφερόμενο στην ανάλυση του Patents Act του 1977 στην οποία προέβη το εθνικό δικαστήριο, διευκρίνισε ότι ο κάτοχος του εν λόγω διπλώματος "δεν έχει τη δυνατότητα, αντιθέτως προς τον κάτοχο κανονικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας, να αρνηθεί τη χορήγηση αδείας εκμεταλλεύεως σε τρίτους που υπέβαλαν αίτηση με σκοπό την παραγωγή και εμπορία του οικείου προϊόντος στο εν λόγω κράτος μέλος και διατηρεί μόνο το δικαίωμα να ζητήσει την καταβολή ευλόγων δικαιωμάτων". Από αυτό συνάγουν, όπως ο Lord Justice Nicholls, ότι τα δικαιώματα του κατόχου διπλώματος ευρεσιτεχνίας που φέρει την ένδειξη "υποχρέωση παραχωρήσεως αδείας εκμεταλλεύσεως" περιορίζονται στη δυνατότητα του να ζητήσει την καταβολή ευλόγων δικαιωμάτων για την εκμετάλλευση του διπλώματος και ότι, εν όψει της περιορισμένης εκτάσεως των δικαιωμάτων του, ο κάτοχος του εν λόγω διπλώματος δεν μπορεί να επικαλεστεί τα άρθρα 47 και 209 της Πράξεως Προσχωρήσεως, τα οποία έχουν προβλεφθεί για τη ρύθμιση άλλης περιπτώσεως.
16. Τα άρθρα 47 και 209 της Πράξεως Προσχωρήσεως προστατεύουν, όπως προκύπτει από τη διατύπωσή τους, μόνο τα δικαιώματα που απονέμει το οικείο δίπλωμα ευρεσιτεχνίας, ήτοι τα δικαιώματα τα οποία μπορεί να επικαλεστεί ο κάτοχος του διπλώματος ευρεσιτεχνίας δυνάμει της νομοθεσίας του κράτους μέλους όπου χορηγήθηκε το δίπλωμα. Τα προαναφερθέντα άρθρα επιτρέπουν επομένως στον κάτοχο του διπλώματος να εμποδίζει τις εισαγωγές φαρμακευτικού προϊόντος από την Ισπανία και την Πορτογαλία, εφόσον το εν λόγω δικαίωμα παρακωλύσεως αποτελεί μέρος της προστασίας που παρέχει το οικείο δίπλωμα ευρεσιτεχνίας. Κατά συνέπεια, στην παρούσα υπόθεση, αν υποτεθεί ότι ο κάτοχος διπλώματος ευρεσιτεχνίας που φέρει την ένδειξη "υποχρέωση παραχωρήσεως αδείας εκμεταλλεύσεως" μπορεί να αξιώσει μόνο την καταβολή ευλόγων δικαιωμάτων, κατά το οικείο εθνικό δίκαιο, όπως υποστηρίζουν η Generics και η Ηarris στηριζόμενες στην απόφαση Allen and Hanburys, ο εν λόγω κάτοχος μπορεί να επικαλεστεί τα άρθρα 47 και 209 της Πράξεως Προσχωρήσεως μόνο προκειμένου να διασφαλίσει την καταβολή ευλόγων δικαιωμάτων από τον κάτοχο της αδείας εκμεταλλεύσεως ο οποίος επιθυμεί να εισάγει το φαρμακευτικό προϊόν που καλύπτεται από το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας από την Ισπανία ή την Πορτογαλία.
Για να γίνω σαφέστερος, επιθυμώ να διευκρινίσω τις προηγούμενες σκέψεις. Η απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση Allen and Hanburys, όσον αφορά το περιεχόμενο των δικαιωμάτων που απονέμει το οικείο εθνικό δίκαιο στον κάτοχο διπλώματος ευρεσιτεχνίας, δεν στηρίχθηκε, όπως προκύπτει από τη σκέψη 13, στην εκ μέρους του Δικαστηρίου ανάλυση του Patents Act του 1977, αλλά στην ανάλυση του νόμου αυτού στην οποία προέβη το αιτούν δικαστήριο. Πράγματι, δεν εναπόκειται στο Δικαστήριο να ερμηνεύει το εθνικό δίκαιο των κρατών μελών. Στην παρούσα υπόθεση όμως η SKF ισχυρίζεται ότι, δυνάμει του Patents Act του 1977, ο κάτοχος διπλώματος ευρεσιτεχνίας που φέρει την ένδειξη "υποχρέωση παραχωρήσεως αδείας εκμεταλλεύσεως" έχει το δικαίωμα να αντιταχθεί στις εισαγωγές από τρίτες χώρες. 'Οπως εξήγησα ανωτέρω κατά την εξέταση του δευτέρου ερωτήματος που διατυπώνεται στο σημείο 1, εναπόκειται στην αρμόδια εθνική αρχή - και, σε περίπτωση διαφοράς, στο εθνικό δικαστήριο - να αποφασίζει πώς πρέπει να ασκείται η εξουσία που απονέμουν στην αρχή αυτή ο Patents Act του 1977 και το κοινοτικό δίκαιο όσον αφορά τις εισαγωγές από τρίτες χώρες, εξυπακουομένου ότι κατά την άσκηση της εν λόγω εξουσίας δεν μπορεί να εφαρμόζει κριτήρια τα οποία εισάγουν διακρίσεις (σημείο 11 ανωτέρω). Λαμβανομένης συνεπώς υπόψη της τελευταίας αυτής επιφυλάξεως, στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται, εν προκειμένω, να αποφασίσει αν ο Patents Act του 1977, εκτός της αξιώσεως καταβολής ευλόγων δικαιωμάτων, απονέμει ή όχι στην SKF το δικαίωμα να αντιτάσσεται στις εισαγωγές από τρίτες χώρες.
Μόνο αν η εθνική νομοθεσία απονέμει το δικαίωμα αυτό στον κάτοχο του διπλώματος ευρεσιτεχνίας, όπως υποστηρίζει η SKF, μπορεί ο κάτοχος αυτός να επικαλεστεί τα άρθρα 47 και 209 της Πράξεως Προσχωρήσεως για να εμποδίσει τις εισαγωγές από την Ισπανία και την Πορτογαλία για την περίοδο που προβλέπουν τα εν λόγω άρθρα, ήτοι μέχρι το τέλος του τρίτου έτους από την καθιέρωση στα εν λόγω κράτη μέλη της δυνατότητας αποκτήσεως διπλώματος ευρεσιτεχνίας για τα φαρμακευτικά προϊόντα.
Πρόταση
17. Προτείνω στο Δικαστήριο να δώσει τις ακόλουθες απαντήσεις στα προδικαστικά ερωτήματα:
"1) Τα άρθρα 30 και 36 της Συνθήκης ΕΟΚ δεν απαγορεύουν την απονομή στις εθνικές αρχές που είναι αρμόδιες να καθορίζουν τους όρους χορηγήσεως αδειών εκμεταλλεύσεως διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας που φέρουν την ένδειξη 'υποχρέωση παραχωρήσεως αδείας εκμεταλλεύσεως' της εξουσίας να επιτρέπουν ή να μην επιτρέπουν την εισαγωγή από τρίτες χώρες του προϊόντος που καλύπτεται από το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας.
2) Τα άρθρα 30 και 36 της Συνθήκης ΕΟΚ δεν επιτρέπουν στις εθνικές αρχές που είναι αρμόδιες να καθορίζουν τους όρους χορηγήσεως αδειών εκμεταλλεύσεως διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας που φέρουν την ένδειξη 'υποχρέωση παραχωρήσεως αδείας εκμεταλλεύσεως' να απαγορεύουν κατά κανόνα στον κάτοχο της αδείας την εισαγωγή από τρίτες χώρες του προϊόντος το οποίο καλύπτεται από το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας, οσάκις ο κάτοχος του διπλώματος παράγει ή κατασκευάζει το προϊόν αυτό στο οικείο κράτος μέλος, να επιτρέπουν δε την εισαγωγή από τρίτες χώρες, οσάκις ο κάτοχος του διπλώματος παράγει ή κατασκευάζει το προϊόν σε άλλο κράτος μέλος.
3) Αντιβαίνει προς τα άρθρα 30 και 36 της Συνθήκης ΕΟΚ η εθνική ρύθμιση η οποία επιτρέπει τη χορήγηση υποχρεωτικής αδείας εκμεταλλεύσεως διπλώματος ευρεσιτεχνίας λόγω ανεπαρκούς εκμεταλλεύσεως του διπλώματος ευρεσιτεχνίας, όταν η ζήτηση του προϊόντος στην εγχώρια αγορά καλύπτεται από εισαγωγές από άλλα κράτη μέλη.
4) Δυνάμει των άρθρων 47 και 209 της Πράξεως για τους όρους προσχώρησης του Βασιλείου της Ισπανίας και της Πορτογαλικής Δημοκρατίας και για τις προσαρμογές των Συνθηκών, ο κάτοχος διπλώματος ευρεσιτεχνίας για φαρμακευτικό προϊόν, το οποίο φέρει την ένδειξη 'υποχρέωση παραχωρήσεως αδείας εκμεταλλεύσεως' , μπορεί να εμποδίσει την εισαγωγή του προϊόντος αυτού από την Ισπανία ή την Πορτογαλία μέχρι το τέλος του τρίτου έτους από την καθιέρωση της δυνατότητας αποκτήσεως διπλώματος ευρεσιτεχνίας για φαρμακευτικά προϊόντα στην Ισπανία ή την Πορτογαλία, μόνον όμως εφόσον αυτό το δικαίωμα παρακωλύσεως καταλέγεται μεταξύ των δικαιωμάτων που απονέμει στον κάτοχο του διπλώματος ευρεσιτεχνίας η νομοθεσία του κράτους μέλους εισαγωγής, όπου έχει χορηγηθεί το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας."
P/PL
(*) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ολλανδική.
(1) Allen and Hanburys Ltd κατά Generics (UK) Ltd and Gist Brocades NV (1986) RPC, σ. 203, συγκεκριμένα σ. 248-249.
(2) Υπόθεση 434/85, Συλλογή 1988, σ. 1245.
(3) Υπόθεση C-30/90, Συλλογή 1992, σ. Ι-829.
(4) Απόφαση της 15ης Ιουνίου 1976, 51/75 (Jurispr. 1976, σ. 811).
(5) Βλ.επίσης την απόφαση της 11ης Οκτωβρίου 1979, 225/78, Bouhelier (Jurispr. 1979, σ. 3151, σκέψη 6), καθώς και την απόφαση της 9ης Φεβρουαρίου 1982, 270/80, Polydor (Συλλογή 1982, σ. 329, σκέψη 18).
(6) Υπόθεση C-235/89, Συλλογή 1992, σ. Ι-777.
(7) Απόφαση της 11ης Ιουλίου 1974, 8/74 (Jurispr. 1974, σ. 837).
(8) Με τις γραπτές παρατηρήσεις που υπέβαλε στο Δικαστήριο, η Ισπανική Κυβέρνηση ανέφερε ότι για τα φαρμακευτικά προϊόντα θα επιτρέπεται η χορήγηση διπλώματος ευρεσιτεχνίας στην Ισπανία από τις 7 Οκτωβρίου 1992.
(9) Απόφαση της 14ης Ιουλίου 1981, 187/80 (Συλλογή 1981, σ. 2063).
Top