ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
F. G. JACOBS
της 20ής Μαΐου 1992 ( *1 )
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1.
Στις υπό κρίση υποθέσεις, οι προσφεύγουσες ζητούν την ακύρωση, σύμφωνα με το άρθρο 173 της Συνθήκης ΕΟΚ, της οδηγίας 90/388/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 28ης Ιουνίου 1990, σχετικά με τον ανταγωνισμό στις αγορές των τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών (ΕΕ L 192, σ. 10). Προσφεύγουσες είναι, στην υπόθεση C-271/90, η Ισπανία, στην υπόθεση C-281/90, το Βέλγιο και, στην υπόθεση C-289/90, η Ιταλία. Στην υπόθεση C-271/90, η Γαλλία έχει παρέμβει υπέρ της προσφεύγουσας. Όταν θα αναφέρομαι, στη συνέχεια των προτάσεων μου, στις προσφεύγουσες, ο όρος αυτός θα πρέπει να θεωρηθεί ως περιλαμβάνων και τη Γαλλία. Δεδομένου ότι οι τρεις υποθέσεις είναι συναφείς, ο Πρόεδρος του Δικαστηρίου διέταξε στις 21 Νοεμβρίου 1991 τη συνεκδίκασή τους προς διευκόλυνση της διαδικασίας και την έκδοση κοινής αποφάσεως.
2.
Το βασικό πρόβλημα όσον αφορά και τις τρεις υποθέσεις είναι η έκταση των εξουσιών που έχουν παρασχεθεί στην Επιτροπή από το άρθρο 90, παράγραφος 3, της Συνθήκης, βάσει του οποίου και εκδόθηκε η οδηγία 90/388. Το άρθρο 90 ορίζει ότι:
«1.
Τα κράτη μέλη δεν θεσπίζουν ούτε διατηρούν μέτρα αντίθετα προς τους κανόνες της παρούσης Συνθήκης, ιδίως προς εκείνους των άρθρων 7 και 85 μέχρι και 94 ως προς τις δημόσιες επιχειρήσεις και τις επιχειρήσεις στις οποίες χορηγούν ειδικά ή αποκλειστικά δικαιώματα.
2.
Οι επιχειρήσεις που είναι επιφορτισμένες με τη διαχείριση υπηρεσιών γενικού οικονομικού συμφέροντος ή που έχουν χαρακτήρα δημοσιονομικού μονοπωλίου υπόκεινται στους κανόνες της παρούσης Συνθήκης, ιδίως στους κανόνες ανταγωνισμού, κατά το μέτρο που η εφαρμογή των κανόνων αυτών δεν εμποδίζει, νομικά ή πραγματικά, την εκπλήρωση της ιδιαίτερης αποστολής που τους έχει ανατεθεί. Η ανάπτυξη των συναλλαγών δεν πρέπει να επηρεάζεται σε βαθμό ο οποίος θα αντέκειτο προς το συμφέρον της Κοινότητος.
3.
Η Επιτροπή μεριμνά γιά την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος άρθρου και απευθύνει, εφόσον είναι ανάγκη, κατάλληλες οδηγίες ή αποφάσεις προς τα κράτη μέλη.»
Η οδηγία 90/388
3.
Η οδηγία 90/388 (στο εξής: οδηγία σχετικά με τις υπηρεσίες) εντάσσεται στη σειρά των πρωτοβουλιών τις οποίες ανέλαβε η Επιτροπή για την προώθηση της αναπτύξεως της κοινής αγοράς τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών και εξοπλισμών: βλ. σχετικώς το πράσινο βιβλίο της Επιτροπής της 30ής Ιουνίου 1987 [COM(87) 290] και το από 9 Φεβρουαρίου 1988 έγγραφο της σχετικά με την εφαρμογή αυτού του πράσινου βιβλίου [COM(88) 48]. Στις «κατευθυντήριες οδηγίες για την εφαρμογή των κοινοτικών κανόνων ανταγωνισμού στον τομέα των τηλεπικοινωνιών» (ΕΕ 1991, C 233, σ. 2), η Επιτροπή ανέφερε ότι ένας μείζων πολιτικός στόχος «πρέπει να είναι η δημιουργία αποτελεσματικών πανευρωπαϊκών δικτύων και υπηρεσιών, με το ελάχιστο κόστος και την υψηλότερη ποιότητα που θα παράσχουν στον Ευρωπαίο χρήστη της ενιαίας αγοράς του 1992 μια βασική υποδομή για αποτελεσματική λειτουργία». Η Επιτροπή προσέθεσε ότι «πρέπει να παρέχεται στους φορείς εκμετάλλευσης τηλεπικοινωνιών η δυνατότητα και η προτροπή να συγκροτήσουν τους αναγκαίους μηχανισμούς συνεργασίας προκειμένου να δημιουργηθεί — ή να διασφαλισθεί — σε όλη την Κοινότητα η πλήρης διασυνδεσιμότητα μεταξύ των δημοσίων δικτύων και, όπου χρειάζεται, μεταξύ των υπηρεσιών ώστε να δοθεί στους Ευρωπαίους χρήστες η δυνατότητα να επωφεληθούν από ένα ευρύτερο φάσμα καλύτερων και φθηνότερων τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών» (το ίδιο).
4.
Οι στόχοι αυτοί έχουν τύχει της γενικής υποστηρίξεως του Συμβουλίου: βλ. το ψήφισμά του της 30ής Ιουνίου 1988 (ΕΕ C 257, σ. 1). Εξάλλου, τα κράτη μέλη συμφώνησαν στο Μάαστριχτ ότι, στον τομέα των τηλεπικοινωνιών, μεταξύ άλλων, και «στα πλαίσια συστήματος ανοιχτών και ανταγωνιστικών αγορών, η δράση της Κοινότητας αποσκοπεί στην προώθηση της διασύνδεσης και της διαλειτουργικότητας των εθνικών δικτύων καθώς και της πρόσβασης στα δίκτυα αυτά» βλ. το νέο άρθρο 129 Β το οποίο πρόκειται να προστεθεί στη Συνθήκη ΕΟΚ.
5.
Οι «κατευθυντήριες γραμμές» της Επιτροπής σκοπούν, κατ' ουσίαν, σύμφωνα με την παράγραφο 12, στην «εφαρμογή των κανόνων περί ανταγωνισμού στις επιχειρήσεις, δηλαδή τα άρθρα 85 και 86 της Συνθήκης ΕΟΚ». Η παράγραφος αυτή συνεχίζει διευκρινίζοντας ότι οι «κατευθυντήριες γραμμές» δεν αφορούν τους κανόνες ανταγωνισμού «που εφαρμόζονται στα κράτη μέλη και ειδικότερο το άρθρο 5 και το άρθρο 90, παράγραφοι 1 και 3. Οι αρχές που διέπουν την εφαρμογή του άρθρου 90 στις τηλεπικοινωνίες διατυπώνονται στις οδηγίες που εξέδωσε η Επιτροπή βάσει του άρθρου 90, παράγραφος 3, για την εφαρμογή του πράσινου βιβλίου». Οι «κατευθυντήριες γραμμές» μνημονεύουν δύο από τις οδηγίες αυτές, εκ των οποίων η μία είναι η οδηγία σχετικά με τις υπηρεσίες της οποίας το κύρος αμφισβητείται, εν προκειμένω, από τις προσφεύγουσες.
6.
Σε μια προσπάθεια διασαφηνίσεως της συλλογιστικής επί της οποίας στηρίζεται η οδηγία σχετικά με τις υπηρεσίες, η Επιτροπή εξηγεί στα υπομνήματά της ότι, αρχικώς, ο εκμεταλλευόμενος ένα δίκτυο τηλεπικοινωνιών παρείχε υπηρεσίες συνιστάμενες στη διαβίβαση σημάτων μέσω αυτού. Ωστόσο, η τεχνολογική και εμπορική εξέλιξη οδήγησε στην αύξηση του αριθμού των υπηρεσιών που μπορούσαν να παρέχονται από άλλες επιχειρήσεις εκτός από τον εκμεταλλευόμενο το δίκτυο μέσω εξοπλισμών συνδεδεμένων με το δίκτυο. Ως παράδειγμα ανέφερε η Επιτροπή την αυτόματη διάθεση χαρτονομισμάτων. Η υπηρεσία αυτή παρέχεται από επιχειρήσεις που μισθώνουν γραμμές από έναν οργανισμό τηλεπικοινωνιών προκειμένου να συνδέσουν με τους κεντρικούς τους υπολογιστές αυτομάτους διανομείς χαρτονομισμάτων. 'Ενα άλλο παράδειγμα που έδωσε η Επιτροπή είναι η ηλεκτρονική πληρωμή στο σημείο πωλήσεως. Όταν χρησιμοποιείται το σύστημα αυτό, η πληρωμή γίνεται μέσω τερματικού συνδεομένου με δημόσιο τηλεφωνικό δίκτυο. Το τερματικό αναγιγνώσκει μαγνητικώς την κάρτα που παρουσιάζει ο αγοραστής και διαβιβάζει στη συνέχεια στον υπολογιστή του χρηματοδοτικού ιδρύματος που έχει εκδώσει την κάρτα τα σχετικά με τον αγοραστή και την πραγματοποιηθείσα αγορά στοιχεία μέσω γραμμών που έχει εκμισθώσει το σχετικό ίδρυμα. Έτερο μνημονευόμενο παράδειγμα είναι η κράτηση αεροπορικών εισιτηρίων μέσω υπολογιστή, πράγμα που προϋποθέτει τηλεπικοινωνιακή γραμμή ικανή να πληροφορεί τον χειριστή σχετικά με το ποιες θέσεις είναι ακόμα διαθέσιμες όσον αφορά την τάδε ή τη δείνα πτήση. Άλλα δοθέντα παραδείγματα είναι ο τηλεχειρισμός εγκαταστάσεων παραγωγής, το ηλεκτρονικό ταχυδρομείο και οι μέσω τηλοψίας αγορές.
7.
Καθώς η Επιτροπή βρέθηκε αντιμέτωπη, αφενός, με την τεχνολογική αυτή εξέλιξη και, αφετέρου, με τον κίνδυνο ότι η ύπαρξη, στα κράτη μέλη, οργανισμών τηλεπικοινωνιών απολαυόντων ειδικά ή αποκλειστικά δικαιώματα σχετικά με την εγκατάσταση δημοσίων τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών θα είχε ως συνέπεια τη στεγανοποίηση των εθνικών αγορών, έκρινε ότι ήταν αναγκαία η θέσπιση σχετικής νομοθεσίας. Οι σχεδιαζόμενες ρυθμίσεις επρόκειτο να έχουν δύο κύρια αντικείμενα: πρώτον, την άμεση εξάλειψη των παραβάσεων του κοινοτικού δικαίου στον τομέα των τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών και την πρόληψη μελλοντικών παραβάσεων δεύτερον, την εναρμόνιση των τεχνικών προδιαγραφών που διέπουν τις τηλεπικοινωνιακές υπηρεσίες. Ο δεύτερος από τους σκοπούς αυτούς επιδιώχθηκε με την οδηγία 90/387/ΕΟΚ του Συμβουλίου, για τη δημιουργία της εσωτερικής αγοράς στον τομέα των τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών μέσω της εφαρμογής της παροχής ανοικτού δικτύου (ΕΕ L 192, σ. 1), η οποία εκδόθηκε την ίδια ημέρα με την οδηγία σχετικά με τις υπηρεσίες. Σύμφωνα με το άρθρο της 1, παράγραφος 1, η οδηγία 90/387 αφορά την «εναρμόνιση των προϋποθέσεων ανοικτής και αποτελεσματικής προσπέλασης και χρήσης δημόσιων τηλεπικοινωνιακών δικτύων και, ενδεχομένως, δημόσιων τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών». Η οδηγία σχετικά με τις υπηρεσίες σκοπεί στο να συμβάλει στην επίτευξη του πρώτου από τους δύο μνημονευθέντες στόχους. Η Επιτροπή θεώρησε ότι οι παρέχοντες τηλεπικοινωνιακές υπηρεσίες προσκρούουν σε ορισμένα εμπόδια σε ολόκληρη την Κοινότητα και ότι μια πράξη γενικής εφαρμογής θα αποτελούσε ένα περισσότερο αποτελεσματικό και κατάλληλο για την επίτευξη του στόχου αυτού μέσο απ' ό,τι η άσκηση προσφυγών λόγω παραβάσεως κατά των οικείων κρατών μελών.
8.
Στο προοίμιο της οδηγίας σχετικά με τις υπηρεσίες διευκρινίζεται λεπτομερώς το κακό που η οδηγία αυτή σκοπεύει να θεραπεύσει. Σύμφωνα με τη δεύτερη αιτιολογική της σκέψη, το δικαίωμα εγκαταστάσεως και εκμεταλλεύσεως των τηλεπικοινωνιακών δικτύων στα κράτη μέλη και το δικαίωμα παροχής των σχετικών υπηρεσιών παραχωρούνται γενικώς σ' έναν ή περισσοτέρους οργανισμούς τηλεπικοινωνιών οι οποίοι διαθέτουν αποκλειστικά ή ειδικά δικαιώματα. Στην τέταρτη αιτιολογική σκέψη μνημονεύεται ότι «όλα τα κράτη μέλη είτε έχουν υιοθετήσει τα ίδια είτε έχουν επιτρέψει στους οργανισμούς τηλεπικοινωνιών να λάβουν διοικητικά και κανονιστικά μέτρα που περιορίζουν την ελεύθερη παροχή τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών». Πράγματι, σύμφωνα με την πέμπτη αιτιολογική σκέψη, η χορήγηση αποκλειστικών ή ειδικών δικαιωμάτων σε επιχειρήσεις για την εκμετάλλευση του δικτύου «περιορίζει» (αναπόφευκτα) ( 1 ) την παροχή τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών από άλλες επιχειρήσεις από ή προς άλλα κράτη μέλη. Ακολουθούν ορισμένα παραδείγματα τέτοιων περιορισμών, τα οποία, όπως αναφέρεται, είναι, καταρχήν, αντίθετα προς το άρθρο 59 της Συνθήκης, μολονότι γίνεται δεκτό ότι οριμένοι περιορισμοί στην ελευθερία παροχής υπηρεσιών μπορεί να είναι δικαιολογημένοι. Εφόσον συμβαίνει κάτι τέτοιο, η δωδέκατη αιτιολογική σκέψη προβλέπει ότι «η διατήρηση ή θέσπιση αποκλειστικού ή ειδικού δικαιώματος (...) συνιστά ως εκ τούτου παράβαση του άρθρου 90 σε συνδυασμό με το άρθρο 59».
9.
Το προοίμιο της οδηγίας σχετιπά με τις υπηρεσίες συνεχίζει ορίζοντας ότι πρέπει επίσης να ληφθούν μέτρα για την αντιμετώπιση του κινδύνου να εκμεταλλεύονται οι οργανισμοί τηλεπικοινωνιών καταχρηστικώς τη δεσπόζουσα θέση για τη δημιουργία και εκμετάλλευση του δικτύου την οποία διαθέτουν δυνάμει των αποκλειστικών ή ειδικών δικαιωμάτων που τους έχουν χορηγηθεί από τα κράτη μέλη. Επιπλέον, σύμφωνα με τη δέκατη πέμπτη αιτιολογική σκέψη, «εφόσον τα αποκλειστικά ή ειδικά δικαιώματα χορηγούνται από το κράτος σε οργανισμούς που διαθέτουν ήδη δεσπόζουσα θέση ως προς την εγκατάσταση και εκμετάλλευση του δικτύου, τα δικαιώματα αυτά έχουν ως αποτέλεσμα την ενίσχυση αυτής της δεσπόζουσας θέσης και την επέκταση της στις υπηρεσίες». Κατόπιν τούτου, η δέκατη έβδομη αιτιολογική σκέψη προβλέπει ότι «τα αποκλειστικά δικαιώματα ως προς την παροχή τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών που παραχωρούνται στις δημόσιες επιχειρήσεις ή στις επιχειρήσεις στις οποίες τα κράτη μέλη έχουν παραχωρήσει ειδικά ή αποκλειστικά δικαιώματα για την εγκατάσταση του δικτύου είναι ασυμβίβαστα με το άρθρο 90, παράγραφος 1, σε συνδυασμό με το άρθρο 86». Εντούτοις, η Επιτροπή παραδέχεται ότι, όπως και στην περίπτωση του άρθρου 59, είναι δυνατό ορισμένες παρεκκλίσεις από το άρθρο 86 να είναι δικαιολογημένες στην προκείμενη αλληλουχία·
10.
Επομένως, οι κύριοι στόχοι της οδηγίας σχετικά με τις υπηρεσίες είναι η κατάργηση των περιορισμών στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών που επιβάλλονται από τους οργανισμούς τηλεπικοινωνιών στους οποίους τα κράτη μέλη έχουν χορηγήσει ειδικά ή αποκλειστικά δικαιώματα και η εξάλειψη των εκ μέρους των οργανισμών αυτών καταχρήσεων της δεσπόζουσας θέσεως που κατέχουν όσον αφορά την εγκατάσταση και εκμετάλλευση του δικτύου. Για την πραγματοποίηση των στόχων αυτών, η οδηγία σχετικά με τις υπηρεσίες επιβάλλει ορισμένες ειδικές υποχρεώσεις σε βάρος των κρατών μελών όσον αφορά συγκεκριμένα τον ρόλο που διαδραματίζουν οι οργανισμοί τηλεπικοινωνιών στη ρύθμιση των παρεχομένων της παροχής τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών και όσον αφορά τις συμβατικές σχέσεις μεταξύ επιχειρήσεων και πελατών τους.
11.
'Ετσι, το κείνενο της εικοστής ογδόης αιτιολογικής σκέψεως έχει ως εξής:
«ότι, κατά κανόνα, οι εθνικές νομοθεσίες αναθέτουν στους οργανισμούς τηλεπικοινωνιών την κανονιστική ρύθμιση των τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών όσον αφορά ειδικότερα τη χορήγηση αδειών, τον έλεγχο των αδειών και των υποχρεωτικών προδιαγραφών των μέσων διασύνδεσης, την κατανομή των συχνοτήτων και την εποπτεία των όρων χρήσης ότι οι νομοθεσίες αυτές ορίζουν, ενίοτε, μόνο τις γενικές αρχές για την εκμετάλλευση των εγκεκριμένων υπηρεσιών, αφήνοντας στους οργανισμούς τηλεπικοινωνιών τη δυνατότητα καθορισμού ειδικών όρων εφαρμογής».
12.
Σύμφωνα με την εικοστή ένατη αιτιολογική σκέψη:
«ότι η δραστηριότητα αυτή των οργανισμών τηλεπικοινωνιών που παρουσιάζει ταυτόχρονα διοικητικό και εμπορικό χαρακτήρα έχει άμεσες επιπτώσεις στη δραστηριότητα των επιχειρήσεων που προσφέρουν τηλεπικοινωνιακές υπηρεσίες ανταγωνιζόμενες τους εν λόγω οργανισμούς ότι, πράγματι, με τη διπλή αυτή δραστηριότητα, οι εν λόγω οργανισμοί προσδιορίζουν ή, τουλάχιστον, επηρεάζουν ουσιωδώς την παροχή των υπηρεσιών που προσφέρονται από τους ανταγωνιστές τους· ότι η παραχώρηση, σε επιχείρηση που κατέχει δεσπόζουσα θέση στην εγκατάσταση και την εκμετάλλευση του δικτύου, της εξουσίας διοικητικής ρύθμισης της πρόσβασης στην αγορά των υπηρεσιών τηλεπικοινωνιών συνιστά ενίσχυση της δεσπόζουσας θέσης την οποία η ίδια αυτή επιχείρηση κατέχει στην εν λόγω αγορά ότι το γεγονός αυτό, λόγω της σύγκρουσης συμφερόντων, ενδέχεται να περιορίζει την πρόσβαση των ανταγωνιστών στις αγορές τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών και την ελευθερία επιλογής των χρηστών (...) ότι, κατά συνέπεια, η σώρευση των δραστηριοτήτων αυτών συνιστά κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης των συγκεκριμένων οργανισμών τηλεπικοινωνιών, κατά την έννοια του άρθρου 86 ότι, εφόσον αυτοί οι τρόποι ενεργείας προκύπτουν από μέτρα που έχει θεσπίσει το κράτος, τα μέτρα αυτά είναι ασυμβίβαστα με το άρθρο 90, παράγραφος 1, σε συνδυασμό με το άρθρο 86».
13.
Εξάλλου, σύμφωνα με την τριακοστή πρώτη αιτιολογική σκέψη:
«ότι, για την παροχή τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών ανοικτών εφεξής στον ανταγωνισμό, οι κάτοχοι αποκλειστικών ή ειδικών δικαιωμάτων ήταν, στο παρελθόν, σε θέση να επιβάλλουν στους πελάτες τους συμβάσεις μεγάλης διαρκείας- ότι οι συμβάσεις του είδους αυτού περιορίζουν εκ των πραγμάτων τη δυνατότητα των ενδεχόμενων νέων ανταγωνιστών να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στους πελάτες αυτούς, καθώς και τη δυνατότητα των πελατών να επωφεληθούν από αυτές ότι, ως εκ τούτου, πρέπει να προβλεφθεί ότι ο χρήστης μπορεί να επιτύχει λύση της σύμβασης σε εύλογη προθεσμία».
14.
Στην τριακοστή τρίτη αιτιολογική σκέψη, η Επιτροπή διευκρινίζει την προσφυγή της στο άρθρο 90, παράγραφος 3, για την επίτευξη των στόχων της οδηγίας σχετικά με τις υπηρεσίες:
«ότι το άρθρο 90, παράγραφος 3, επιβάλλει σαφείς υποχρεώσεις και παρέχει επακριβώς καθορισμένες αρμοδιότητες στην Επιτροπή όσον αφορά την παρακολούθηση των σχέσεων των κρατών μελών και των δημοσίων επιχειρήσεων τους με τις επιχειρήσεις στις οποίες έχουν παραχωρήσει αποκλειστικά ή ειδικά δικαιώματα, και ιδιαίτερα όσον αφορά την κατάργηση των εμποδίων στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών, τις διακρίσεις μεταξύ υπηκόων των κρατών μελών και τον ανταγωνισμό ότι, εξάλλου, επιβάλλεται συνολική προσέγγιση, προκειμένου να τεθεί τέρμα στις παραβάσεις που διαιωνίζονται σε ορισμένα κράτη μέλη και για να γίνουν σαφείς υποδείξεις στα κράτη μέλη που επανεξετάζουν τη νομοθεσία τους, ώστε να αποφευχθούν νέες παραβάσεις ότι, κατά συνέπεια, η οδηγία κατά την έννοια του άρθρου 90, παράγραφος 3, της Συνθήκης αποτελεί το πλέον πρόσφορο μέσο για τον σκοπό αυτό».
15.
Οι ακόλουθες διατάξεις συγκαταλέγονται μεταξύ των κυρίων διατάξεων της οδηγίας σχετικά με τις υπηρεσίες.
16.
Το άρθρο 2, πρώτο εδάφιο, επιβάλλει στα κράτη μέλη την κατάργηση των «αποκλειστικών ή ειδικών δικαιωμάτων για την παροχή τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών εκτός των υπηρεσιών φωνητικής τηλεφωνίας» και τη λήψη κάθε «αναγκαίου μέτρου προκειμένου να διασφαλίζεται σε κάθε οικονομικό φορέα το δικαίωμα παροχής των εν λόγω τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών».
17.
Δυνάμει του άρθρου 4, πρώτο εδάφιο, «τα κράτη μέλη, τα οποία διατηρούν αποκλειστικά ή ειδικά δικαιώματα για την εγκατάσταση και την εκμετάλλευση δημοσίων δικτύων τηλεπικοινωνιών, λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα προκειμένου οι ισχύοντες όροι προσπέλασης στα δίκτυα αυτά να καθίστανται γνωστοί στο κοινό, να είναι αντικειμενικοί και να μην επιφέρουν διακρίσεις».
18.
Το άρθρο 6 επιβάλλει, μεταξύ άλλων, στα κράτη μέλη να άρουν τους υφισταμένους περιορισμούς σχετικά με την επεξεργασία των σημάτων πριν από τη διαβίβαση τους μέσω του δημοσίου δικτύου ή μετά τη λήψη τους, εφόσον δεν στοιχειοθετείται η ανάγκη τέτοιων περιορισμών προς διασφάλιση της τήρησης της δημόσιας τάξης ή των ουσιωδών απαιτήσεων ( 2 ). Η έκφραση «ουσιώδεις απαιτήσεις» ορίζεται στο άρθρο 1, παράγραφος 1, ως «οι λόγοι γενικού συμφέροντος και μη οικονομικού χαρακτήρα βάσει των οποίων το κράτος μέλος μπορεί να περιορίζει την πρόσβαση στο δημόσιο δίκτυο ή τις δημόσεις υπηρεσίες τηλεπικοινωνιών. Οι λόγοι αυτοί είναι η ασφάλεια της λειτουργίας του δικτύου, η διατήρηση της ακεραιότητάς του και, σε δικαιολογημένες περιπτώσεις, η εναλλαξιμότητα των υπηρεσιών και η προστασία των δεδομένων».
19.
Το άρθρο 7 επιβάλλει στα κράτη μέλη να μεριμνούν ώστε ορισμένα διοικητικά, τεχνικά και εποπτικά καθήκοντα να ασκούνται από φορέα ανεξάρτητο από οποιοδήποτε δημόσιο ή ιδιωτικό οργανισμό στον οποίο έχουν χορηγηθεί ειδικά ή αποκλειστικά δικαιώματα για την εγκατάσταση δημοσίου δικτύου τηλεπικοινωνιών ή την παροχή δημοσίων τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών.
20.
Σύμφωνα με το άρθρο 8:
«Τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε, μόλις καταργηθούν τα σχετικά αποκλειστικά ή ειδικά δικαιώματα, οι οργανισμοί τηλεπικοινωνιών να παρέχουν στους πελάτες τους που δεσμεύονται για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο του ενός έτους με σύμβαση παροχής τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών, η οποία, κατά τη στιγμή της σύναψης της, αποτελούσε αντικείμενο τέτοιων δικαιωμάτων, τη δυνατότητα να καταγγείλουν αυτή τη σύμβαση, με προειδοποιητική προθεσμία έξι μηνών.»
21.
Τέλος, τα κράτη μέλη υποχρεούνται, δυνάμει του άρθρου 9, να παρέχουν στην Επιτροπή τις αναγκαίες πληροφορίες ώστε αυτή να είναι σε θέση να συντάσσει τακτικώς εκθέσεις ως προς την εφαρμογή της οδηγίας.
Η απόφαση του Δικαστηρίου την υπόθεση C-202/88
22.
Η επιχειρηματολογία των προσφευγουσών συνίσταται, κατ' ουσίαν, στην άποψη ότι το άρθρο 90, παράγραφος 3, της Συνθήκης δεν παρέχει στην Επιτροπή την εξουσία εκδόσεως οδηγίας σχετικής με τις υπηρεσίες. Ο ισχυρισμός αυτός παριλαμβάνει διάφορα σημεία, ορισμένα από τα οποία εγκατελείφθησαν μετά την έκδοση της αποφάσεως του Δικαστηρίου της 19ης Μαρτίου 1991, C-202/88, Γαλλία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1991, σ. Ι-1223). Στην υπόθεση εκείνη, η Γαλλία, υποστηριζόμενη από την Ιταλία, το Βέλγιο, τη Γερμανία και την Ελλάδα, είχε προβάλει ανάλογη αμφισβήτηση ως προς το κύρος της δεύτερης οδηγίας που μνημονεύεται στις «κατευθυντήριες οδηγίες για την εφαρμογή των κοινοτικών κανόνων ανταγωνισμού στον τομέα των τηλεπικοινωνιών» της Επιτροπής που έχω προαναφέρει. Επίμαχη οδηγία, η οποία εκδόθηκε δύο και πλέον έτη πριν από την οδηγία σχετικά με τις υπηρεσίες, είναι η οδηγία 88/301/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 16ης Μαΐου 1988, σχετικά με τον ανταγωνισμό στις αγορές τηλεπικοινωνιακών τερματικών (ΕΕ L 131, σ. 73). Όπως και η οδηγία σχετικά με τις υπηρεσίες, η οδηγία 88/301 (στο εξής: οδηγία σχετικά με τα τερματικά) εκδόθηκε βάσει του άρθρου 90, παράγραφος 3, της Συνθήκης. Οι κύριες διατάξεις της, οι οποίες είναι ανάλογες από αρκετές απόψεις προς αυτές της οδηγίας σχετικά με τις υπηρεσίες, είναι οι ακόλουθες.
23.
Δυνάμει του άρθρου της 2, τα κράτη μέλη τα οποία χορηγούν σε επιχειρήσεις ειδικά ή αποκλειστικά δικαιώματα εισαγωγής, εμπορίας, σύνδεσης, θέσεως σε λειτουργία ή συντηρήσεως τερματικών συσκευών τηλεπικοινωνιών εξασφαλίζουν την κατάργηση των εν λόγων δικαιωμάτων και ανακοινώνουν στην Επιτροπή τα μέτρα που έχουν εν προκειμένω λάβει.
24.
Σύμφωνα με το άρθρο της 3, τα κράτη μέλη μεριμνούν ώστε «οι επιχειρηματίες να έχουν το δικαίωμα εισαγωγής, εμπορίας, σύνδεσης, θέσης σε λειτουργία και συντηρήσεως των τερματικών συσκευών». Τα κράτη μέλη μπορούν όμως, ελλείψει τεχνικών προδιαγραφών, να αρνηθούν τη σύνδεση και τη θέση σε λειτουργία τερματικών συσκευών που δεν πληρούν ορισμένες απαιτήσεις και να ζητήσουν από τους επιχειρηματίες την κατάλληλη τεχνική ειδίκευση για τη σύνδεση, θέση σε λειτουργία και τη συντήρηση των τερματικών συσκευών.
25.
Σύμφωνα με το άρθρο της 6, τα κράτη μέλη εξασφαλίζουν ότι, από την 1η Ιουλίου 1989, η συστηματοποίηση των τεχνικών προδιαγραφών και του ελέγχου της εφαρμογής τους καθώς και η σχετική έγκριση πραγματοποιούνται από φορέα ανεξάρτητο από τις δημόσιες ή ιδιωτικές επιχειρήσεις οι οποίες προσφέρουν αγαθά ή υπηρεσίες στον τομέα των τηλεπικοινωνιών.
26.
Το άρθρο 7 επιβάλλει στα κράτη μέλη τη λήψη των αναγκαίων μέτρων ώστε οι συμβάσεις μισθώσεως ή συντηρήσεως τερματικών συσκευών οι οποίες αποτελούσαν αντικείμενο αποκλειστικών ή ειδικών δικαιωμάτων να μπορούν να καταγγέλλονται μετά από προειδοποίηση ενός κατ' ανώτατο όριο έτους.
27.
Δυνάμει του άρθρου 9, τα κράτη μέλη υποχρεούνται να υποβάλουν στην Επιτροπή την ετήσια έκθεση η οποία να της επιτρέπει να εκτιμήσει αν τηρούνται τα άρθρα 2, 3, 4, 6 και 7.
28.
Στην υπόθεση C-202/88, η προσφεύγουσα προέβαλε ορισμένους λόγους που στηρίζονταν, κατ' αυτήν, στο ανίσχυρο της οδηγίας σχετικά με τα τερματικά. Όπως και οι υπό κρίση υποθέσεις, η υπόθεση εκείνη είχε ως αντικείμενο την ερμηνεία του άρθρου 90 της Συνθήκης και την έκταση των εξουσιών που η Επιτροπή διαθέτει δυνάμει του άρθρου 90, παράγραφος 3. Η διαφορά δεν αφορούσε το περιεχόμενο του άρθρου 90, παράγραφος 2, διότι δεν είχε αμφισβητηθεί η μνεία, στην ενδεκάτη αιτιολογική σκέψη της οδηγίας σχετικά με τα τερματικά, ότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή της οδηγίας αυτής. Ούτε και στις υπό κρίση υποθέσεις αποτελεί αντικείμενο της διαφοράς το περιεχόμενο του άρθρου 90, παράγραφος 2, τούτο όμως συμβαίνει για έναν κάπως διαφορετικό λόγο. Η Επιτροπή παραδέχεται ότι ορισμένοι περιορισμοί στην παροχή τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών δικαιολογούνται από το άρθρο 90, παράγραφος 2 (βλ. π.χ. την εικοστή αιτιολογική σκέψη της οδηγίας σχετικά με τις υπηρεσίες). Οι προσφεύγουσες δεν αμφισβητούν την άποψη της Επιτροπής σχετικά με το αποτέλεσμα, υπό τις συνθήκες αυτές, του άρθρου 90, παράγραφος 2, και, επομένως, δεν παρίσταται ανάγκη να εξεταστεί από το Δικαστήριο το ζήτημα αυτό.
29.
Στην προαναφερθείσα απόφαση της 19ης Μαρτίου 1991, C-202/88, το Δικαστήριο έκρινε ότι το άρθρο 90, παράγραφος 3, παρέχει στην Επιτροπή την εξουσία να θεσπίζει γενικούς κανόνες με τους οποίους διευκρινίζονται οι προκύπτουσες από τη Συνθήκη υποχρεώσεις που επιβάλλονται στα κράτη μέλη όσον αφορά τις μνημονευόμενες στο άρθρο 90, παράγραφοι 1 και 2, επιχειρήσεις. Επομένως, η επίλυση της διαφοράς εξηρτάτο από το αν η Επιτροπή κινήθηκε, εν προκειμένω, εντός των ορίων της κανονιστικής εξουσίας που της έχει χορηγηθεί από τη Συνθήκη (βλ. σκέψεις 14 και 15 της αποφάσεως).
30.
Η Γαλλική Κυβέρνηση υποστήριξε ότι, κατά το μέτρο που η οδηγία είχε ως σκοπό άμεση κατάργηση των αντιθέτων προς τη Συνθήκη ειδικών εθνικών μέτρων, η Επιτροπή όφειλε να χρησιμοποιήσει την προβλεπόμενη από το άρθρο 169 της Συνθήκης διαδικασία και όχι αυτήν του άρθρου 90, παράγραφος 3. Το επιχείρημα αυτό απορρίφθηκε από το Δικαστήριο το οποίο αποφάνθηκε, με τις σκέψεις 17 και 18 της αποφάσεως, ότι:
«Πρέπει να γίνει συναφώς δεκτό ότι το άρθρο 90, παράγραφος 3, της Συνθήκης χορηγεί στην Επιτροπή την εξουσία να διευκρινίζει, κατά τρόπο γενικό, μέσω οδηγιών, τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την παράγραφο 1 του άρθρου αυτού. Η Επιτροπή ασκεί αυτή την εξουσία όταν, χωρίς να λαμβάνει υπόψη την ιδιαίτερη κατάσταση που υφίσταται στα διάφορα κράτη μέλη, διευκρινίζει τις υποχρεώσεις που επιβάλλει σε αυτά η Συνθήκη. Η εξουσία αυτή δεν προσφέρεται από την ίδια της τη φύση για τη διαπίστωση παραβάσεως εκ μέρους κράτους μέλους ορισμένης υποχρεώσεως που αυτό υπέχει από τη Συνθήκη.
Από το περιεχόμενο της υπό κρίση οδηγίας προκύπτει εν προκειμένω ότι η Επιτροπή περιορίστηκε να προσδιορίσει, κατά τρόπο γενικό, τις υποχρεώσεις που, σύμφωνα με τη Συνθήκη, επιβάλλονται στα κράτη μέλη. Κατά συνέπεια, δεν μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι διαπιστώνει συγκεκριμένες παραβάσεις, εκ μέρους ορισμένων κρατών μελών, υποχρεώσεων που απορρέουν από τη Συνθήκη (...)»
31.
Εξάλλου, η Γαλλική Κυβέρνηση υποστήριξε ότι η Επιτροπή, εκδίδοντας οδηγία με την οποία επιβάλλεται η πλήρης κατάργηση των ειδικών ή αποκλειστικών δικαιωμάτων σχετικά με τα τερματικά τηλεπικοινωνιών, υπερέβη την εξουσία εποπτείας που της έχει ανατεθεί με το άρθρο 90, παράγραφος 3, το οποίο προϋποθέτει την ύπαρξη ειδικών και αποκλειστικών δικαιωμάτων. Ισχυρίστηκε ότι η άποψη ότι η διατήρηση των δικαιωμάτων αυτών αποτελεί, αυτή καθαυτή, «μέτρο» κατά την έννοια του άρθρου 90, παράγραφος 1, είναι αντίθετη προς το περιεχόμενο της διατάξεως αυτής.
32.
Το Δικαστήριο απέρριψε και το επιχείρημα αυτό κρίνοντας ότι η εξουσία εποπτείας που έχει ανατεθεί στην Επιτροπή με το άρθρο 90, παράγραφος 3, της επιτρέπει να διευκρινίζει τις υποχρεώσεις που υπέχουν τα κράτη μέλη δυνάμει της Συνθήκης (βλ. τη σκέψη 21 της αποφάσεως). Κατά συνέπεια, η έκταση της εξουσίας αυτής εξαρτάται από το περιεχόμενο των κανόνων των οποίων η Επιτροπή επιζητεί να διασφαλίσει την τήρηση. Έστω και αν το άρθρο 90 προϋποθέτει την ύπαρξη επιχειρήσεων κατόχων ειδικών ή αποκλειστικών δικαιωμάτων, εξ αυτού δεν έπεται ότι όλα αυτά τα δικαιώματα πρέπει κατ' ανάγκη να θεωρούνται ότι συμβιβάζονται με τη Συνθήκη. Το ζήτημα του συμβιβαστού τους με τη Συνθήκη εξαρτάται από τους κανόνες στους οποίους παραπέμπει το άρθρο 90, παράγραφος 1.
33.
Εξάλλου, το Δικαστήριο δεν έκρινε ότι έπρεπε να θεωρηθεί ότι η Επιτροπή είχε σφετερισθεί τις εξουσίες του Συμβουλίου: η δυνατότητα του Συμβουλίου να νομοθετεί κατ' εφαρμογή της γενικής εξουσίας που του παρέχει η Συνθήκη (π.χ. άρθρο 100 Α ή άρθρο 87) σε έναν από τους τομείς που καλύπτει το άρθρο 90 δεν εμποδίζει την εκ μέρους της Επιτροπής άσκηση της αρμοδιότητας που το άρθρο αυτό της παρέχει (βλ. την απόφαση της 6ης Ιουλίου 1982, 188/80 έως 190/80, Γαλλία, Ιταλία και Ηνωμένο Βασίλειο κατά Επιτροπής, Συλλογή 1982, σ. 2545, σκέψη 14).
34.
Το κύρος των άρθρων 2, 6, 7 και 9 της οδηγίας σχετικά με τα τερματικά αμφισβητήθηκε επίσης για τον λόγο ότι οι διατάξεις αυτές κακώς είχαν στηριχθεί σε φερόμενη εκ μέρους των κρατών μελών παράβαση των άρθρων 30, 37, 59 και 86 της Συνθήκης. Ο ισχυρισμός αυτός δεν έγινε δεκτός από το Δικαστήριο και τούτο για δύο λόγους.
35.
Πρώτον, το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι, προκειμένου περί των ειδικών δικαιωμάτων που μνημονεύονται στο άρθρο 2, ούτε το προοίμιο ούτε οι διατάξεις της οδηγίας αναφέρουν σαφώς για ποια ειδικά δικαιώματα πρόκειται και ως προς τι τα δικαιώματα αυτά είναι αντίθετα προς τη Συνθήκη. Εξ αυτού έπεται ότι η Επιτροπή δεν δικαιολόγησε την υποχρέωση που επιβλήθηκε στα κράτη μέλη να καταργήσουν τα ειδικά δικαιώματα στις εισαγωγές, την εμπορία, τη σύνδεση, τη λειτουργία και τη συντήρηση τερματικών συσκευών τηλεπικοινωνιών. Όπως ήταν επόμενο, το άρθρο 2 της οδηγίας ακυρώθηκε κατά το μέτρο που επέβαλε την κατάργηση των δικαιωμάτων αυτών.
36.
Δεύτερον, το Δικαστήριο ακύρωσε το άρθρο 7 της οδηγίας το οποίο υποχρέωνε τα κράτη μέλη να διευκολύνουν την καταγγελία ορισμένων τύπων συμβάσεων για τον λόγο ότι οι εξουσίες που έχουν απονεμηθεί στην Επιτροπή με το άρθρο 90 της Συνθήκης περιορίζονται στα μέτρα που λαμβάνονται από τα κράτη μέλη. Οι θίγουσες τον ανταγωνισμό ενέργειες στις οποίες προβαίνουν με δική τους πρωτοβουλία οι επιχειρήσεις δεν μπορούν να αμφισβητούνται από την Επιτροπή παρά μόνο μέσω ατομικών αποφάσεων λαμβανομένων κατ' εφαρμογή των άρθρων 85 και 86 της Συνθήκης. Εφόσον από την οδηγία δεν φαινόταν ότι οι κάτοχοι ειδικών ή αποκλειστικών δικαιωμάτων είχαν εξαναγκαστεί ή ενθαρρυνθεί από κρατικές ρυθμίσεις να συνάψουν συμβάσεις μακράς διαρκείας, το άρθρο 90 δεν μπορεί να θεωρηθεί ως η κατάλληλη βάση για την εξάλειψη των εμποδίων του ανταγωνισμού που ανακύπτουν από τέτοιες συμβάσεις.
37.
Το Δικαστήριο ακύρωσε επίσης το άρθρο 9 της οδηγίας κατά το μέτρο που με το άρθρο αυτό επιβαλλόταν στα κράτη μέλη να υποβάλουν έκθεση επιτρέπουσα στην Επιτροπή να διαπιστώσει αν είχαν τηρηθεί οι διατάξεις του άρθρου 2 σχετικά με τα ειδικά δικαιώματα καθώς και οι διατάξεις του άρθρου 7. Ωστόσο, το Δικαστήριο έκρινε ότι είναι έγκυρα το άρθρο 2, κατά το μέτρο που αφορά τα αποκλειστικά δικαιώματα, καθώς και τα άρθρα 6 και 9.
Το κύρος της οδηγίας σχετικά με τις υπηρεσίες
38.
Κατά την άποψη μου, με την απόφαση στην υπόθεση C-202/88 δίνεται κατ' ουσίαν απάντηση στα επιχειρήματα που προβλήθηκαν κατά την έγγραφη στις υπό κρίση υποθέσεις διαδικασία. Με την απόφαση αυτή διασαφηνίστηκε ότι η Επιτροπή έχει την εξουσία, από το άρθρο 90, παράγραφος 3, να εκδίδει οδηγίες με τις οποίες διευκρινίζονται οι υποχρεώσεις που τα κράτη μέλη υπέχουν από τη Συνθήκη σε συγκεκριμένους τομείς. Η άσκηση της εξουσίας αυτής δεν εμποδίζεται από το γεγονός ότι το άρθρο 169 της Συνθήκης αποτελεί ένα άλλο μέσο δράσεως κατά συγκεκριμένων κρατών μελών. Εξάλλου, από το άρθρο 90, παράγραφος 1, δεν προκύπτει ότι η ύπαρξη επιχειρήσεων στις οποίες τα κράτη μέλη έχουν χορηγήσει ειδικά ή αποκλειστικά δικαιώματα συμβιβάζεται κατ' ανάγκην με τη Συνθήκη. Ωστόσο, οι εξουσίες που έχουν παρασχεθεί στην Επιτροπή από το άρθρο 90 περιορίζονται στα μέτρα που λαμβάνονται από τα κράτη μέλη, ενώ το εν λόγω κοινοτικό όργανο δεν έχει από το άρθρο αυτό την εξουσία να θεσπίζει μέτρα σκοπούντα στην αντιμετώπιση των ενεργειών ιδιωτών.
39.
Ωστόσο, κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση ανέκυψαν, υπό το φως της αποφάσεως του Δικαστηρίου στην υπόθεση C-202/88, ορισμένα νέα ζητήματα. Η Βελγική Κυβέρνηση υποστήριξε ότι η Επιτροπή δεν δικαιούται να εφαρμόζει διατάξεις του κοινοτικού δικαίου μέσω οδηγίας εκδιδομένης δυνάμει του άρθρου 90, παράγραφος 3, παρά μόνον όταν το αποτέλεσμά τους, σε δεδομένο πλαίσιο, είναι αρκούντως σαφές. Σύμφωνα με τη Βελγική Κυβέρνηση, η εφαρμογή του άρθρου 59 στον τομέα των τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών είναι ένα τόσο περίπλοκο ζήτημα ώστε η Επιτροπή δεν έχει την εξουσία, ελλείψει οδηγίας του Συμβουλίου διασαφηνίζουσας το περιεχόμενο του, να το εφαρμόζει στον τομέα αυτό βάσει του άρθρου 90, παράγραφος 3.
40.
Δεν μπορώ να δεχθώ το επιχείρημα αυτό το οποίο δεν ενισχύεται ούτε από το γράμμα του άρθρου 90 ούτε από το περιεχόμενο της αποφάσεως στην υπόθεση C-202/88. Αντιθέτως, στη σκέψη 21 της αποφάσεως αυτής, στην οποία στηρίζεται η Βελγική Κυβέρνηση, το Δικαστήριο ρητώς αναγνώρισε ότι η Επιτροπή έχει την εξουσία, στηριζόμενη στο άρθρο 90, παράγραφος 3, να διευκρινίζει τις επιβαλλόμενες από τη Συνθήκη στα κράτη μέλη υποχρεώσεις. Εν πάση περιπτώσει, είναι εξαιρετικά δυσχερής, θα έλεγα αδύνατη, η εφαρμογή στην πράξη του κριτηρίου του οποίου υπεραμύνεται η Βελγική Κυβέρνηση, διότι υφίστανται πάντοτε τα περί του αντιθέτου επιχειρήματα σχετικά με το αν μια συγκεκριμένη διάταξη του κοινοτικού δικαίου είναι αρκούντως σαφής ώστε να δικαιολογείται προσφυγή στο άρθρο 90, παράγραφος 3. Επομένως, το κριτήριο αυτό, σε περίπτωση που υιοθετούνταν, θα έθιγε τόσο την ασφάλεια δικαίου όσο και την αποτελεσματικότητα των εξουσιών που η Επιτροπή διαθέτει από τη διάταξη αυτή.
41.
Από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η Επιτροπή δικαιούται, εφόσον κάτι τέτοιο δεν συνιστά σφετερισμό των αρμοδιοτήτων του Συμβουλίου, να ενεργεί βάσει του άρθρου 90, παράγραφος 3, προκειμένου να διασφαλίζεται, όσον αφορά την περίπτωση επιχειρήσεων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 90, παράγραφοι 1 και 2, ότι τα κράτη μέλη εκπληρώνουν όλες τις υποχρεώσεις που υπέχουν από τη Συνθήκη. Δεν νομίζω ότι ένα κράτος μέλος μπορεί να ισχυρίζεται ότι πρέπει να ακυρωθεί ένα ληφθέν επί της βάσεως αυτής μέτρο επειδή το περιεχόμενο των εν λόγω διατάξεων του κοινοτικού δικαίου δεν ήταν προηγουμένως σαφές. Πρέπει να σημειωθεί ότι, εν προκειμένω, η Βελγική Κυβέρνηση δεν αμφισβήτησε την άποψη της Επιτροπής ως προς το αποτέλεσμα του άρθρου 59 στην αγορά των τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών.
42.
Όσον αφορά το άρθρο 86, η Βελγική Κυβέρνηση παραδέχθηκε κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση ότι τούτο έχει το υποστηριχθέν από την Επιτροπή αποτέλεσμα και ότι είναι αρκούντως σαφές ώστε να εφαρμόζεται στο πλαίσιο του άρθρου 90, παράγραφος 3. Παρ' όλ' αυτά, η Βελγική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι είναι δυνατό να λαμβάνονται υπόψη, όσον αφορά τα κράτη μέλη, περισσότεροι του ενός τρόποι για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που αυτά υπέχουν από το άρθρο 86 όσον αφορά τον καλυπτόμενο από την οδηγία σχετικά με τις υπηρεσίες τομέα και ότι, υπό τις συνθήκες αυτές, η Επιτροπή δεν δικαιούνταν να επιβάλλει στα κράτη μέλη συγκεκριμένο μέσο για την επίτευξη του αποτελέσματος αυτού. Ως παράδειγμα, η Βελγική Κυβέρνηση αναφέρει ότι είναι δυνατή η τήρηση του άρθρου 7 της οδηγίας κατά διαφόρους τρόπους. Αλλά τούτο, αντί να ενισχύει το επιχείρημα της Βελγικής Κυβερνήσεως, σημαίνει ότι το άρθρο 7 επιβάλλει απλώς στα κράτη μέλη το αποτέλεσμα που πρέπει να επιτευχθεί, αφήνοντας στις εθνικές αρχές, σύμφωνα με το άρθρο 189 της Συνθήκης, την επιλογή του τύπου και των μέσων. Η Βελγική Κυβέρνηση δεν ανέφερε κάποιο άλλο σημείο ως προς το οποίο η οδηγία θα μπορούσε να είναι περισσότερο εύκαμπτη ενώ θα παρείχε, ταυτόχρονα, ισοδύναμες διασφαλίσεις έναντι παραβάσεων του άρθρου 86. Κατά συνέπεια, προτείνω την απόρριψη του επιχειρήματος ότι η Επιτροπή, θεσπίζοντας ένα εξαιρετικά άκαμπτο πλαίσιο για την εξάλειψη των παραβάσεων του άρθρου 86, παρέβη τις εξουσίες που διαθέτει από το άρθρο 90, παράγραφος 3.
43.
Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, η Ιταλική Κυβέρνηση υποστήριξε ότι απλώς και μόνον το γεγονός ότι ένα κράτος μέλος δημιουργεί δεσπόζουσα θέση παρέχοντας ειδικά ή αποκλειστικά, κατά την έννοια του άρθρου 90, παράγραφος 1, δικαιώματα δεν είναι, αυτό καθαυτό, ασυμβίβαστο με το άρθρο 86. Προς στήριξη της θέσεως αυτής, η Ιταλική Κυβέρνηση ανέφερε την απόφαση της 10ης Δεκεμβρίου 1991, C-179/90, Merci convenzionali porto di Genova (Συλλογή 1991, σ. I-5889). Σύμφωνα με την Ιταλική Κυβέρνηση, το άρθρο 86 δεν παραβιάζεται παρά μόνο εάν υφίσταται καταχρηστική εκμετάλλευση δεσπόζουσας θέσεως. Κατά συνέπεια, αντιβαίνει προς την αρχή της αναλογικότητας το να απαιτεί η Επιτροπή την κατάργηση όλων των ειδικών και αποκλειστικών δικαιωμάτων όσον αφορά την παροχή τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών εκτός της υπηρεσίας φωνητικής τηλεφωνίας: όφειλε απλώς να λάβει μέτρα για τις συγκεκριμένες περιπτώσεις καταχρηστικής εκμεταλλεύσεως των δεσποζουσών θέσεων που κατέχουν οι απολαύουσες τέτοιων δικαιωμάτων επιχειρήσεις.
44.
Θα ήθελα ωστόσο να παρατηρήσω ότι το Δικαστήριο έχει αποφανθεί στην υπόθεση C-179/90 ότι ένα κράτος μέλος παραβαίνει τις απαγορεύσεις των συνδυασμένων διατάξεων του άρθρου 90, παράγραφος 1, και του άρθρου 86 όταν μια επιχείρηση στην οποία έχουν χορηγηθεί αποκλειστικά δικαιώματα καταλήγει, μέσω της απλής ασκήσεως των δικαιωμάτων αυτών, σε καταχρηστική εκμετάλλευση της δεσπόζουσας θέσεως της ή όταν τα εν λόγω δικαιώματα είναι ικανά να δημιουργήσουν μια τέτοια κατάσταση που οδηγεί εκ των πραγμάτων την επιχείρηση αυτή σε μια τέτοια καταχρηστική συμπεριφορά (βλ. σκέψη 17 της αποφάσεως).
45.
Εξάλλου, ένα ανάλογο προς το προβληθέν εν προκειμένω από την Ιταλική Κυβέρνηση επιχείρημα απορρίφθηκε με την απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 1991, C-18/88, GB-Inno-BM, Συλλογή 1991, σ. I-5941). Στην υπόθεση εκείνη ζητήθηκε από το Δικαστήριο να αποφανθεί μέσω προδικαστικής αποφάσεως σχετικά με το συμβιβαστό προς τα άρθρα 30 και 86 της Συνθήκης ενός εθνικού συστήματος το οποίο χορηγεί σε δημόσιο οργανισμό στον οποίο έχει ανατεθεί, υπό την ιεραρχική εποπτεία του αρμοδίου υπουργού, η ευθύνη για την εγκατάσταση και την εκμετάλλευση του δημοσίου τηλεφωνικού δικτύου και ο οποίος ασχολείται με το εμπόριο τηλεφωνικών συσκευών την εξουσία να εγκρίνει τηλεφωνικές συσκευές που δεν έχει προμηθεύσει ο ίδιος ενόψει της συνδέσεως τους στο εν λόγω δίκτυο. Κατά τη διάρκεια της διαδικασίας, υποστηρίχθηκε ότι ο ορισμός ως εγκρίνουσας αρχής ενός οργανισμού ανταγωνιστικού των επιχειρήσεων που ζητούν την έγκριση δεν αποτελεί, αυτός καθαυτός, ελλείψει συγκεκριμένων περιπτώσεων καταχρήσεως όπως η κατά τρόπο συνιστώντα δυσμενείς διακρίσεις εφαρμογή των σχετικών με τη χορήγηση της εγκρίσεως κανόνων, κατάχρηση κατά την έννοια του άρθρου 86. Το επιχείρημα αυτό απορρίφθηκε από το Δικαστήριο το οποίο έκρινε ότι η επέκταση του μονοπωλίου της εγκαταστάσεως και εκμεταλλεύσεως τηλεφωνικού δικτύου στην αγορά των τηλεφωνικών συσκευών, χωρίς αντικειμενική δικαιολογία, απαγορεύεται αυτή καθαυτή από το άρθρο 86 ή από το άρθρο 90, παράγραφος 1, σε συνδυασμό με το άρθρο 86 όταν η επέκταση αυτή είναι αποτέλεσμα κρατικού μέτρου (βλ. τη σκέψη 24 της αποφάσεως).
46.
Επομένως, από τη νομολογία προκύπτει ότι η Επιτροπή έχει το δικαίωμα, κατά την άσκηση των εξουσιών που της παρέχει το άρθρο 90, παράγραφος 3, να επιβάλει στα κράτη μέλη την κατάργηση αποκλειστικών δικαιωμάτων που είχαν χορηγηθεί προηγουμένως όταν η άσκηση των δικαιωμάτων αυτών είναι ικανή να συνεπάγεται παράβαση του άρθρου 86 ή όταν αυτά έχουν ως αποτέλεσμα την ενίσχυση υφισταμένης δεσπόζουσας θέσεως. Η Επιτροπή δεν υποχρεούται να περιορίζεται στη λήψη μέτρων κατά συγκεκριμένων καταχρήσεων που διαπράττονται από μια κατέχουσα δεσπόζουσα θέση επιχείρηση. Εξάλλου, το επιχείρημα της Ιταλικής Κυβερνήσεως δεν αφορά το ζήτημα αν ήταν αναγκαία η κατάργηση των εν λόγω ειδικών και αποκλειστικών δικαιωμάτων προκειμένου να τεθεί τέρμα στις παραβάσεις του άρθρου 59 της Συνθήκης. Με την απόφαση του της 18ης Ιουνίου 1991, C-260/89, ΕΡΤ (Συλλογή 1991, σ. Ι-2925, σκέψη 20), το Δικαστήριο αναγνώρισε ότι, μολονότι η ύπαρξη μονοπωλίου παροχής υπηρεσιών δεν είναι, αυτή καθαυτή, ασυμβίβαστη με το κοινοτικό δίκαιο, δεν αποκλείεται το μονοπώλιο να είναι οργανωμένο κατά τέτοιο τρόπο ώστε να αντιβαίνει στους κανόνες περί ελεύθερης παροχής υπηρεσιών. Η Ιταλική Κυβέρνηση δεν αμφισβητεί την εκτίμηση της Επιτροπής ότι υπάρχει κίνδυνος αυτό ακριβώς να είναι το αποτέλεσμα της χορηγήσεως ειδικών ή αποκλειστικών δικαιωμάτων για την παροχή ορισμένων τύπων τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών.
47.
Ωστόσο, υπό το φως της αποφάσεως του Δικαστηρίου στην υπόθεση C-202/88, γεννώνται αμφιβολίες ως προς το κύρος ορισμένων διατάξεων της οδηγίας σχετικά με τις υπηρεσίες. Καταρχάς, θα ασχοληθώ με τις διατάξεις της οδηγίας αυτής που αφορούν τα ειδικά δικαιώματα και, στη συνέχεια, θα εξετάσω το άρθρο της 8.
48.
Με την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση C-202/88, υπογραμμίζεται η σπουδαιότητα της διακρίσεως μεταξύ ειδικών και αποκλειστικών δικαιωμάτων στο πλαίσιο του άρθρου 90. Η μη διευκρίνιση ακριβώς από την Επιτροπή περί ποίων τύπων ειδικών δικαιωμάτων επρόκειτο ή ως προς τι μπορούσαν αυτά να είναι αντίθετα προς τη Συνθήκη είχε ως συνέπεια την ακύρωση του άρθρου 2 της οδηγίας σχετικά με τα τερματικά κατά το μέτρο που το άρθρο αυτό κάλυπτε και τα δικαιώματα αυτά.
49.
Πρέπει να σημειωθεί ότι, καίτοι το άρθρο 1 της οδηγίας σχετικά με τα τερματικά αναφέρεται στα «ειδικά ή αποκλειστικά δικαιώματα εισαγωγής, εμπορίας, σύνδεσης, θέσης σε λειτουργία ή/και συντήρησης τερματικών συσκευών τηλεπικοινωνιών», η εν λόγω οδηγία δεν περιλαμβάνει τον ορισμό της εκφράσεως «ειδικά ή αποκλειστικά δικαιώματα». Εν προκειμένω, η οδηγία αυτή μπορεί να αντιπ:αραβληθεί προς την οδηγία σχετικά με τις υπηρεσίες, της οποίας η δεύτερη αιτιολογική σκέψη αναφέρει:
«ότι σε όλα τα κράτη μέλη η εγκατάσταση και η εκμετάλλευση των τηλεπικοινωνιακών δικτύων και η παροχή των σχετικών υπηρεσιών παραχωρούνται, κατά κανόνα, με τη χορήγηση αποκλειστικών ή ειδικών δικαιωμάτων σε έναν ή περισσοτέρους οργανισμούς τηλεπικοινωνιών ότι τα δικαιώματα αυτά χαρακτηρίζονται από τη διακριτική εξουσία την οποία το κράτος ασκεί σε διάφορους βαθμούς όσον αφορά την πρόσβαση στην αγορά των τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών».
Εξάλλου, το άρθρο 1 της οδηγίας σχετικά με τις υπηρεσίες ορίζει τα «ειδικά ή αποκλειστικά δικαιώματα» ως τα «δικαιώματα που χορηγούνται από κράτος μέλος ή δημόσια αρχή σε έναν ή περισσοτέρους δημόσιους ή ιδιωτικούς οργανισμούς με οποιοδήποτε μέσο νομοθετικού, κανονιστικού ή διοικητικού χαρακτήρα το οποίο εξασφαλίζει υπέρ των οργανισμών αυτών την παροχή μιας υπηρεσίας ή την εκμετάλλευση συγκεκριμένης δραστηριότητας».
50.
Κατά συνέπεια, είναι αρκούντως σαφές ότι, όταν ένα κράτος μέλος χορηγεί σε μία και μόνο επιχείρηση μονοπώλιο όσον αφορά την εκμετάλλευση του δημοσίου δικτύου τηλεπικοινωνιών ή την παροχή τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών, η επιχείρηση αυτή απολαύει ενός αποκλειστικού, κατά την έννοια της οδηγίας σχετικά με τις υπηρεσίες, δικαιώματος. Όταν το δικαίωμα εκμεταλλεύσεως του δικτύου ή της παροχής τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών χορηγείται μεν σε περισσότερες της μιας επιχειρήσεις, των οποίων όμως ο αριθμός είναι οπωσδήποτε περιορισμένος, οι επιχειρήσεις αυτές απολαύουν ειδικών κατά την έννοια της οδηγίας δικαιωμάτων. Αυτή η ερμηνεία της εκφράσεως «ειδικά ή αποκλειστικά δικαιώματα» επιβεβαιώθηκε κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση από την Επιτροπή, η οποία διευκρίνισε ότι τα ειδικά δικαιώματα είναι τα δικαιώματα που διαθέτει περιορισμένος αριθμός οργανισμών τηλεπικοινωνιών που έχουν επιλεγεί κατά τρόπο αυθαίρετο και υποκειμενικό από το οικείο κράτος. Κατά συνέπεια, θεωρώ ότι η διάκριση στην οποία προβαίνει η οδηγία σχετικά με τις υπηρεσίες μεταξύ ειδικών και αποκλειστικών δικαιωμάτων έχει προσδιοριστεί κατά τρόπο αρκούντως σαφή.
51.
Θα ήθελα να παρατηρήσω ότι το προοίμιο της οδηγίας σχετικά με τις υπηρεσίες αναφέρεται, σε σημαντικό βαθμό, τόσο στα αποκλειστικά όσο και στα ειδικά δικαιώματα και συνάγει τα ίδια συμπεράσματα, όσον αφορά και τους δύο τύπους δικαιωμάτων, ως προς το συμβιβαστό τους με τα άρθρα 59 και 86. 'Εστω και αν γίνει δεκτό ότι η χορήγηση τόσο ειδικών όσο και αποκλειστικών δικαιωμάτων μπορεί να έχει εξίσου βλαπτικά για την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών αποτελέσματα, είναι δυνατό μια επιχείρηση που διαθέτει ειδικά δικαιώματα, υπό την έννοια που ο όρος αυτός χρησιμοποιείται στην οδηγία, να μη κατέχει δεσπόζουσα θέση στην οικεία αγορά. Πράγματι, τούτο έγινε δεκτό κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση από την Επιτροπή η οποία ρητώς εγκατέλειψε την άποψη ότι η χορήγηση από ένα κράτος μέλος ειδικών δικαιωμάτων στον τομέα αυτό είναι αντίθετη προς τις συνδυασμένες διατάξεις του άρθρου 86 και του άρθρου 90, παράγραφος 1, και τούτο έστω και αν το εν λόγω όργανο εξακολουθεί να θεωρεί ότι η χορήγηση τέτοιων δικαιωμάτων είναι ασυμβίβαστη με τις συνδυασμένες διατάξεις του άρθρου 59 και του άρθρου 90, παράγραφος 1.
52.
Εντούτοις, το προοίμιο της οδηγίας δεν κάνει διάκριση εν προκειμένω μεταξύ της χορηγήσεως ειδικών και της χορηγήσεως αποκλειστικών δικαιωμάτων: η χορήγηση όλων αυτών των δικαιωμάτων αντιμετωπίζεται ως παράβαση τόσο του άρθρου 59 όσο και του άρθρου 86. Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση η Επιτροπή ισχυρίστηκε ότι η δυσχέρεια αυτή θα μπορούσε να παρακαμφθεί διά της διαγραφής απλώς από το προοίμιο ορισμένων φράσεων που αφήνουν να εννοηθεί ότι η χορήγηση ειδικών δικαιωμάτων είναι ασυμβίβαστη με το άρθρο 86. Δεν είμαι πεπεισμένος ότι το πρόβλημα μπορεί να επιλυθεί τόσο εύκολα. Δεδομένου ότι η Επιτροπή είναι το μόνο κοινοτικό όργανο που εμπλέκεται στην έκδοση οδηγιών ή αποφάσεων βάσει του άρθρου 90, παράγραφος 3, είναι κατά τη γνώμη μου ιδιαίτερα σημαντικό τέτοιες ρυθμίσεις να είναι πλήρως αιτιολογημένες. Επομένως, το προοίμιο της οδηγίας σχετικά με τις υπηρεσίες πρέπει, όπως είναι τώρα διατυπωμένο, να θεωρηθεί ως μη πληρούν τις απαιτήσεις του άρθρου 190 της Συνθήκης. Κατά συνέπεια, είναι ανάγκη να εξετασθεί το αποτέλεσμα, ως προς το κύρος της οδηγίας, της ελλείψεως αιτιολογίας που έχω διαπιστώσει.
53.
Η οδηγία περιλαμβάνει ορισμένες διατάξεις οι οποίες, όπως φαίνεται από το προοίμιό της, στηρίζονται στην υπόθεση ότι μια επιχείρηση στην οποία έχουν χορηγηθεί αποκλειστικά δικαιώματα όσον αφορά τον καλυπτόμενο από την οδηγία τομέα κατέχει δεσπόζουσα θέση στην οικεία αγορά. Στα άρθρα 2 και 4 μνημονεύονται ρητώς τα ειδικά δικαιώματα και, όπως και με το άρθρο 2 της οδηγίας σχετικά με τα τερματικά, τα άρθρα αυτά θα έπρεπε κατά τη γνώμη μου να ακυρωθούν κατά το μέτρο που επεκτείνονται σε τέτοια δικαιώματα. Αρκεί, πράγματι, προς τούτο να διαγραφούν οι αναφορές στα ειδικά δικαιώματα.
54.
Επιπλέον, τα άρθρα 3, 6, και 7 επιβάλλουν στα κράτη μέλη ορισμένες ειδικές υποχρεώσεις όσον αφορά τους «οργανισμούς τηλεπικοινωνιών». Οι οργανισμοί αυτοί ορίζονται στο άρθρο 1, παράγραφος 1, πρώτη παύλα ( 3 ), ως οι «δημόσιοι ή ιδιωτικοί φορείς, καθώς και οι θυγατρικές που ελέγχουν στους οποίους το κράτος μέλος χορηγεί ειδικά ή αποκλειστικά δικαιώματα για την εγκατάσταση δημοσίου δικτύου τηλεπικοινωνιών και, κατά περίπτωση, την παροχή υπηρεσιών τηλεπικοινωνιών». Επομένως, τα άρθρα 3, 6, και 7, όπως και τα άρθρα 2 και 4, στηρίζονται επίσης εν μέρει σε αναφορές που περιλαμβάνονται στο προοίμιο σχετικά με το αποτέλεσμα του άρθρου 86 πράγμα το οποίο η Επιτροπή δεν προσπαθεί πλέον να υποστηρίξει. Αντίθετα με τα άρθρα 2 και 4, οι διατάξεις των άρθρων 3, 6, και 7, σχετικά με τα ειδικά δικαιώματα, δεν μπορούν να διαχωριστούν από τις λοιπές διατάξεις των άρθρων αυτών. Ωστόσο, νομίζω ότι τα τρία σχετικά άρθρα μπορούν να περιοριστούν στις επιχειρήσεις στις οποίες έχουν χορηγηθεί αποκλειστικά δικαιώματα διά της διαγραφής της αναφοράς στα ειδικά δικαιώματα από τον ορισμό των οργανισμών τηλεπικοινωνιών που περιλαμβάνεται στο άρθρο 1, παράγραφος 1, της οδηγίας. Πράγματι, αρκεί προς τούτο η διαγραφή των λέξεων «ειδικά ή» που ακολουθεί τη λέξη «δικαιώματα» στον ορισμό αυτόν.
55.
Τέλος, φθάνω στο άρθρο 8 της οδηγίας. Το άρθρο αυτό επιβάλλει στα κράτη μέλη να διασφαλίζουν ότι ορισμένοι τύποι συμβάσεων μπορούν να καταγγέλλονται, ενώ με την απόφαση στην υπόθεση C-202/88 κρίθηκε ότι οι θίγουσες τον ανταγωνισμό ενέργειες στις οποίες προβαίνουν εξ ιδίας πρωτοβουλίας οι επιχειρήσεις δεν μπορούν να αμφισβητούνται από την Επιτροπή παρά μόνο μέσω ατομικών αποφάσεων εκδιδομένων κατ' εφαρμογήν των άρθρων 85 και 86 της Συνθήκης. Το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι το άρθρο 90 επιτρέπει μόνο στην Επιτροπή τα προσβάλλει τα λαμβανόμενα από τα κράτη μέλη μέτρα.
56.
Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, η Επιτροπή δήλωσε ότι από την απόφαση του Δικαστηρίου στην υπόθεση C-202/88 συνήγαγε τα αναγκαία συμπεράσματα και ότι σκοπεύει να λάβει μέτρα βάσει του κανονισμού 17 του Συμβουλίου, της 6ης Φεβρουαρίου 1962, πρώτου κανονισμού εφαρμογής των άρθρων 85 και 86 της Συνθήκης ΕΟΚ (ΕΕ ειδ. έκδ. 08/001, σ. 25), κατά των επιχειρήσεων που έχουν επιβάλει συμβάσεις του εν λόγω τύπου στους πελάτες τους. Η Επιτροπή προσέθεσε ότι εξετάζει επίσης το ζήτημα σε ποια έκταση οι νομοθεσίες των κρατών μελών επιβάλλουν ή ενθαρρύνουν τη σύναψη τέτοιων συμβάσεων. Στη συνέχεια, υπό το φως της εξετάσεως αυτής, αναρωτήθηκε αν πρέπει να καταργηθεί το άρθρο 8 ή να τροποποιηθεί η υποκείμενη αιτιολογία.
57.
Καίτοι η Επιτροπή δεν έφθασε μέχρι του σημείου να παραδεχθεί ότι το άρθρο 8 της οδηγίας είναι ανίσχυρο, είναι, κατά τη γνώμη μου, σαφές ότι τούτο πράγματι συμβαίνει. Όπως ακριβώς και η οδηγία σχετικά με τα τερματικά, η οδηγία σχετικά με τις υπηρεσίες δεν αναφέρει ότι οι επιχειρήσεις στις οποίες χορηγήθηκαν ειδικά ή αποκλειστικά δικαιώματα αναγκάστηκαν ή ενθαρρύνθηκαν από τα κρατικά μέτρα να συνάψουν συμβάσεις του μνημονευόμενου στο άρθρο 8 τύπου. Εξ αυτού έπεται ότι η Επιτροπή δεν είχε την εξουσία να θεσπίσει, κατ' εφαρμογή του άρθρου 90, παράγραφος 3, τέτοια διάταξη. Κατά συνέπεια, το άρθρο 8 της επίδικης οδηγίας πρέπει να ακυρωθεί.
Συμπέρασμα
58.
Κατόπιν των ανωτέρω προτείνω:
1)
να ακυρωθούν οι ακόλουθες διατάξεις της οδηγίας 90/388/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 28ης Ιουνίου 1990:
—
το άρθρο 1, παράγραφος 1, πρώτη παύλα, κατά το μέτρο που στον ορισμό των «οργανισμών τηλεπικοινωνιών» περιλαμβάνονται οι δημόσιοι ή ιδιωτικοί φορείς, καθώς και οι θυγατρικές που αυτοί ελέγχουν, στους οποίους ένα κράτος μέλος χορηγεί ειδικά ή αποκλειστικά δικαιώματα για την εγκατάσταση δημοσίου δικτύου τηλεπικοινωνιών και, κατά περίπτωση, την παροχή τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών
—
τα άρθρα 2 και 4 κατά το μέτρο που καλύπτουν και τα ειδικά δικαιώματα
—
το άρθρο 8
2)
να απορρίψει κατά τα λοιπά την προσφυγή
3)
οι διάδικοι και η παρεμβαίνουσα θα φέρουν τα δικαστικά τους έξοδα.
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
( 1 ) Σε κανένα από τα κείμενα στις λοιπές κοινοτικές γλώσσες δεν περιλαμβάνεται λέξη που να αντιστοιχεί στο επίρρημα «inevitably» του αγγλικού κειμένου.
( 2 ) Το αγγλικό κείμενο του άρθρου 6 είναι, αλλοιωμένο, πλην όμως από τα κείμενα των άλλων γλωσοών σαφώς προκύπτει ότι αυτή είναι η έννοια που επιδιώχθηκε να του δοθεί. Είναι όλως απαράδεκτο η κοινοτική νομοθεαία να δημοοιευεται υπο μορφή η οποία είναι απλώς ακατανόητη χωρίς προοφυγή οτο αντίστοιχο κείμενο των άλλων γλωοσών.
( 3 ) Στο αγγλικό κείμενο της πρώτης παύλας του άρθρου 1, παράγραφος 1, χρησιμοποιείται η λέξη «telecommunication» στον ενικό, πλην όμως είναι σαφές από τα αντίστοιχα κείμενα στις άλλες γλώσσες ότι ο ορισμός αφορά τον όρο «telecommunications organizations» που χρησιμοποιείται σε άλλα σημεία της οδηγίας.
Top