ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
CLAUS GULMANN
της 6ης Οκτωβρίου 1992 ( *1 )
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1.
Στο πλαίσιο των τριών υποθέσεων που εκκρεμούν ενώπιον του, ο Vice Pretore di Frascati (Ιταλία) υπέβαλε στο Δικαστήριο πανομοιότυπα προδικαστικά ερωτήματα. Τα ερωτήματα αυτά έχουν ως εξής:
«1)
Συνιστά το γεγονός ότι η Ιταλική Κυβέρνηση επιφύλαξε στον εαυτό της τη χρήση διαφόρων διαύλων τηλεοπτικής μεταδόσεως, απαγορεύοντας στους ιδιώτες τη χρήση των ίδιων διαύλων συχνότητας 67 έως 99 UHF και ειδικότερα των διαύλων 67, 68 και 69, χωρίς να θεσπίσει διατάξεις για τον συντονισμό στη χρήση των εν λόγω διαύλων, παράβαση των άρθρων 85, παράγραφος 3, και 86 της Συνθήκης της Ρώμης;
2)
Συμβιβάζεται η συμπεριφορά αυτή με τη Συνθήκη της Ρώμης και με τους κανόνες της περί ανταγωνισμού;»
2.
Τα ερωτήματα αυτά εντάσσονται στο εξής πραγματικό και νομικό πλαίσιο:
Οι ραδιοσυχνότητες έχουν πολλαπλές χρήσεις, μια δε από αυτές είναι η τηλεοπτική μετάδοση. Η σπανιότητα των ραδιοσυχνοτήτων οδήγησε στη ρύθμιση της κατανομής και χρησιμοποιήσεως τους τόσο στο διεθνές, όσο και στο εθνικό επίπεδο.
Η τηλεοπτική μετάδοση γίνεται εντός συγκεκριμένων ζωνών συχνοτήτων (των διαύλων τηλεοράσεως). Η εμβέλεια των τηλεοπτικών σταθμών είναι κανονικά περιορισμένη στις περιοχές οι οποίες έχουν οπτική ορατότητα από την αντένα του σταθμού. Όταν η απόσταση που τους χωρίζει είναι ελάχιστη — σε συνάρτηση με τις ζώνες συχνοτήτων, το αποτέλεσμα της ακτινοβολίας, το διάγραμμα της αντέννας, κ.λπ. — δύο σταθμοί δεν μπορούν να εκπέμπουν στην ίδια συχνότητα χωρίς να ενοχλούνται αμοιβαίως (παρεμβολές).
Οι ιταλικοί κανόνες για την κατανομή των ραδιοσυχνοτήτων οι οποίοι ασκούν επιρροή στις παρούσες υποθέσεις ( 1 ) θεσπίστηκαν το 1983. Από τους κανόνες αυτούς προκύπτει ιδίως ότι:
—
οι συχνότητες που περιλαμβάνονται μεταξύ 470 και 862 MHz χρησιμοποιούνται από το Υπουργείο Τηλεπικοινωνιών με σκοπό τον καθορισμό των προγραμμάτων κατανομής των ραδιοσυχνοτήτων μεταξύ των κρατικών και ιδιωτικών τηλεοπτικών σταθμών·
—
οι συχνότητες που περιλαμβάνονται μεταξύ 838 και 862 MHz, οι οποίες περιλαμβάνουν τους διαύλους τηλεοράσεως 67, 68 και 69 UHF επιφυλάσσονται εν μέρει για το Υπουργείο Άμυνας και εν μέρει για το Υπουργείο Τηλεπικοινωνιών, αυτό δε το τελευταίο πρέπει να τις χρησιμοποιεί για τη μετάδοση τηλεοπτικών εκπομπών της κρατικής εταιρίας-αναδόχου δημοσίας υπηρεσίας και των ιδιωτικών σταθμών
—
η ζώνη συχνοτήτων 838-862 MHz μπορεί να χρησιμοποιηθεί για εκπομπές μόνο «μετά από προηγούμενο τεχνικό συντονισμό μεταξύ του Υπουργείου Τηλεπικοινωνιών και του Υπουργείου Άμυνας».
3.
Μεταξύ του 1983 και του 1986, τρεις ιδιωτικές εταιρίες τηλεοράσεως — οι προσφεύγουσες των κυρίων δικών — άρχισαν να εκπέμπουν τοπικώς στο Λάτιο, διοικητική περιφέρεια Ρώμης. Χρησιμοποίησαν αντιστοίχως τους τηλεοπτικούς διαύλους 67, 68 και 69 UHF. Οι ιταλικές αρχές απηύθυναν στις εταιρίες αυτές πράξεις με τις οποίες τις διέτασσαν να παύσουν να εκπέμπουν στους εν λόγω διαύλους.
Οι εθνικές αρχές προέβαλαν, μεταξύ άλλων, ότι το Υπουργείο Τηλεπικοινωνιών και το Υπουργείο Άμυνας δεν είχαν προβεί στον αναφερθέντα πιο πάνω «τεχνικό συντονισμό», προηγούμενη προϋπόθεση για τη χρησιμοποίηση των εν λόγω διαύλων από τις ιδιωτικές εταιρίες ( 2 ).
Οι εταιρίες αμφισβήτησαν τις πράξεις αυτές ενώπιον του αρμόδιου διοικητικού δικαστηρίου το οποίο, όπως αναφέρεται στην έκθεση ακροατηρίου, επιβεβαίωσε τις διοικητικές αυτές πράξεις. Κατόπιν αυτού, οι εταιρίες ζήτησαν, το 1987 και το 1988, από την Pretura di Frascati τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων, βάσει του άρθρου 700 του ιταλικού κώδικα πολιτικής δικονομίας, με αίτημα την αναστολή εκτελέσεως των διοικητικών πράξεων. Η Pretura di Frascati δέχθηκε τις αιτήσεις αυτές. Κατά τις πληροφορίες μου, η εκτέλεση των διοικητικών πράξεων εκκρεμεί πάντοτε.
Μπορεί και οφείλει το Δικαστήριο να απαντήσει στα ερωτήματα;
4.
Η Ιταλική Κυβέρνηση προβάλλει ότι το Δικαστήριο πρέπει να αρνηθεί να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα λόγω του ότι το παραπέμπον δικαστήριο δεν ήταν αρμόδιο να επιλύσει τις διαφορές της κύριας δίκης. Η Επιτροπή αναφέρει ότι οι διατάξεις περί παραπομπής δεν περιλαμβάνουν σχεδόν καμιά πληροφορία ως προς το πραγματικό ή το νομικό πλαίσιο στο οποίο εντάσσονται τα προδικαστικά ερωτήματα, αυτό δε δημιουργεί προβλήματα ως προς την πρόσφορη απάντηση που πρέπει να δοθεί στα ερωτήματα.
Η αρμοδιότητα του αιτούντος δικαστηρίου
5.
Από τις δικογραφίες προκύπτει ότι, προτού προσφύγει στο Δικαστήριο, η Pretura di Frascati είχε ζητήσει από το ιταλικό συνταγματικό δικαστήριο να αποφανθεί επί της συνταγματικότητας των διατάξεων που ασκούν επιρροή για την επίλυση της διαφοράς. Το συνταγματικό δικαστήριο αρνήθηκε να απαντήσει στο ερώτημα αυτό κρίνοντας ότι το δικαστήριο το οποίο είχε υποβάλει το σχετικό ερώτημα ήταν προδήλως αναρμόδιο προς επίλυση των διαφορών. Η απόφαση του ( 3 ) περιλαμβάνει μεταξύ άλλων τα εξής:
«Επιβάλλεται πρωτίστως να υπομνηστεί ότι η έλλειψη αρμοδιότητας του εκδικάζοντος δικαστηρίου αφαιρεί κάθε λυσιτέλεια από το ερώτημα συνταγματικότητας όταν προκύπτει σαφώς από τον νόμο ή αντιστοιχεί σε σαφή προσανατολισμό της νομολογίας, ώστε να καθίσταται πρόδηλο [βλ. απόφαση (...)] Πράγματι, στην περίπτωση αυτή η απόφαση με την οποία αναγνωρίζεται ενδεχομένως η αντισυνταγματικότητα στερείται των συνεπειών που τη χαρακτηρίζουν καθόσον παραμένει ανεφάρμοστη στις συγκεκριμένες περιπτώσεις οι οποίες έδωσαν λαβή προς έκδοση της.
Όσον αφορά τη συγκεκριμένη περίπτωση, η έλλειψη αρμοδιότητας του τακτικού δικαστή, έστω και προς λήψη μόνον επειγόντων μέτρων, προκύπτει από την πάγια και σαφή νομολογία τόσο του Corte di cassazione [βλ. την τελευταίως εκδοθείσα απόφαση (...)] και του Consiglio di Stato, όσο και του εκδικάζο-ντος δικαστηρίου [απόφαση (...)]·»
6.
Η Ιταλική Κυβέρνηση προβάλλει ότι, για τους ίδιους λόγους προς εκείνους που οδήγησαν το ιταλικό συνταγματικό δικαστήριο να αρνηθεί να απαντήσει στο ερώτημα το οποίο του υποβλήθηκε, το Δικαστήριο οφείλει να αρνηθεί να δώσει απάντηση στα υποβληθέντα σε αυτό προδικαστικά ερωτήματα. Η Ιταλική Κυβέρνηση παρατηρεί ότι λόγω της αναρμοδιότητας του αιτούντος δικαστηρίου να επιλύσει τις διαφορές των κυρίων δικών, η προδικαστική απόφαση δεν μπορεί να συμβάλει στην επίλυση των διαφορών αυτών. Επιπροσθέτως, η προδικαστική απόφαση δεν θα είναι χρήσιμη ούτε στα αρμοδία ιταλικά δικαστήρια, τα διοικητικά δικαστήρια, καθόσον τα τελευταία αυτά δικαστήρια έχουν αποφανθεί ήδη επί των διαφορών αυτών. 'Ετσι, τα υποβληθέντα ερωτήματα στερούνται λυσιτέλειας.
7.
Η άποψη της Ιταλικής Κυβερνήσεως όσον αφορά τις συνέπειες της αναρμοδιότητας του εθνικού δικαστηρίου βρίσκει μια σχετικά ισχυρή στήριξη στη νομολογία του Δικαστηρίου. Από αυτή προκύπτει σαφώς ότι τα εθνικά δικαστήρια μπορούν να υποβάλουν προδικαστικά ερωτήματα μόνο στις υποθέσεις για τις οποίες το εθνικό δίκαιο τους αναγνωρίζει αρμοδιότητα να επιλύουν τη διαφορά στην οποία ανέκυψαν τα ερωτήματα. Κατά το άρθρο 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, μόνον τα δικαστήρια τα οποία θεωρούν ότι η προδικαστική απόφαση «είναι αναγκαία για την έκδοση (...) (της δικής τους) αποφάσεως» μπορούν να υποβάλουν προδικαστικό ερώτημα. 'Ενα αναρμόδιο δικαστήριο δεν μπορεί να εκδώσει απόφαση και, επομένως, δεν μπορεί ποτέ να είναι αναγκαίο, για ένα αναρμόδιο δικαστήριο, να ζητήσει την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ( 4 ).
8.
Πάντως, αυτό δεν είναι κατ' ανάγκη καθοριστικό στην παρούσα υπόθεση. Πράγματι, προέχει να τεθεί το ερώτημα πως πρέπει να διαπιστωθεί αν το παραπέμπον δικαστήριο είναι αναρμόδιο προς επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης. Η αρχή από την οποία εκκινεί το Δικαστήριο στο πλαίσιο αυτό είναι ότι εναπόκειται στις εθνικές έννομες τάξεις να εμποδίζουν την υποβολή προδικαστικών ερωτημάτων από τα αναρμόδια δικαστήρια, το δε Δικαστήριο εξακολουθεί να εξετάζει μια προδικαστική υπόθεση εφόσον η παραπομπή δεν αποσύρθηκε ή η απόφαση περί παραπομπής δεν ακυρώθηκε ( 5 ). Εκκίνηση από άλλη βάση προϋποθέτει ότι το ίδιο το Δικαστήριο οφείλει να ελέγξει την αρμοδιότητα του παραπέμποντος δικαστηρίου προς εκδίκαση της υποθέσεως της κύριας δίκης — έλεγχος ο οποίος θα μπορούσε να καταστήσει αναγκαία μια δυσχερή λήψη θέσεως επί ζητημάτων εθνικού δικαίου. Με την απόφαση Reina ( 6 ) το Δικαστήριο έκρινε ως εξής:
«(...) Σύμφωνα όμως με την κατανομή των λειτουργιών μεταξύ αυτού και των εθνικών δικαστηρίων (το Δικαστήριο) δεν έχει την εξουσία να εξετάσει αν η απόφαση, με την οποία υποβάλλονται τα ζητήματα αυτά, ανταποκρίνεται προς τις διατάξεις του εθνικού δικαίου περί οργανώσεως των δικαστηρίων και δικονομίας. Το Δικαστήριο συνεπώς δεσμεύεται από την απόφαση περί παραπομπής, που εξέδωσε ένα δικαστήριο κράτους μέλους, εφόσον η απόφαση αυτή δεν εκυρώθη διά της ασκήσεως ενδίκου μέσου που ενδεχομένως προβλέπεται από το εθνικό δίκαιο.
Από τις ανωτέρω σκέψεις συνάγεται ότι το Δικαστήριο, εφόσον του υποβληθούν ερωτήματα από δικαστήριο κράτους μέλους, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, είναι αρμόδιο κατά τη διάταξη αυτή να απαντήσει στα ερωτήματα αυτά, χωρίς να χρειάζεται προηγουμένως να εξετάσει αν η απόφαση περί παραπομπής εξεδόθη συμφώνως προς τις διατάξεις του εθνικού δικαίου περί οργανώσεως των δικαστηρίων και δικονομίας» (σκέψεις 7 και 8).
Εφόσον οι διατάξεις περί παραπομπής στις παρούσες υποθέσεις δεν έχουν ανακληθεί και εφόσον δεν υπάρχουν πληροφορίες ότι οι διατάξεις έχουν ακυρωθεί, η αρχή από την οποία εκκινεί το Δικαστήριο, βάσιμη άλλωστε, συνεπάγεται εκ πρώτης όψεως ότι το Δικαστήριο πρέπει να απαντήσει στα ερωτήματα.
9.
Πάντως, παραμένει να τεθεί το ερώτημα αν, υπό τις ειδικές περιστάσεις των υπό κρίση υποθέσεων, πρέπει το Δικαστήριο να εμμείνει στην αρχή αυτή.
10.
Μπορεί να είναι σκόπιμο, προκαταρκτικά, να αναφερθεί ότι, με τη νομολογία του, το Δικαστήριο κατέδειξε ότι η βασική αυτή αρχή είναι ακριβώς ένα σημείο εκκινήσεως και μπορεί να υπάρχουν περιστάσεις στις οποίες το Δικαστήριο παραλείπει να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα διότι αυτά υποβάλλονται από δικαστήριο το οποίο δεν είναι (ή δεν είναι πλέον) αρμόδιο προς επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης, αυτό δε έστω και αν η έλλειψη αρμοδιότητας δεν διαπιστώθηκε με τον προαναφερθέντα τρόπο και έστω και αν το Δικαστήριο οφείλει προς τούτο, μέχρις ενός βαθμού, να αιτιολογήσει την απόφαση του λαμβάνοντας υπόψη τις εθνικές διατάξεις. 'Ετσι, με την απόφαση Pardini ( 7 ) το Δικαστήριο έκρινε ότι «δεν είναι αρμόδιο να εκδικάζει αιτήσεις προδικαστικής αποφάσεως όταν η διαδικασία ενώπιον του παρα-πέμποντος δικαστή έχει ήδη περατωθεί κατά τον χρόνο της υποβολής της αιτήσεως» και το Δικαστήριο αποφάνθηκε εν συνεχεία επί του ζητήματος αν, κατά τον χρόνο της παραπομπής, η υπό κρίση υπόθεση ήταν ακόμη εκκρεμής ενώπιον του παραπέμποντος δικαστηρίου, πατά τις εθνικές δικονομικές διατάξεις.
11.
Κατά τη γνώμη μου, υπάρχουν σοβαροί λόγοι να εξεταστεί μια τέτοια περιορισμένη εξαίρεση από τη βασική αρχή στις παρούσες υποθέσεις όπου, σύμφωνα με τις διαθέσιμες πληροφορίες, μπορεί να θεωρηθεί ως δεδομένο ότι η απάντηση του Δικαστηρίου στα υποβληθέντα ερωτήματα θα δοθεί σε δικαστήριο του οποίου η απόφαση στις κύριες δίκες δεν θα αναγνωριστεί από την ιταλική έννομη τάξη λόγω της πρόδηλης αναρμοδιότητας του δικαστηρίου αυτού.
Μια περιορισμένη εξαίρεση από την περιγραφείσα πιο πάνω βασική αρχή είναι κατά τη γνώμη μου υπερασπίσιμη και ορθή συγχρόνως στην εντελώς ειδική κατάσταση που χαρακτηρίζει τις υποθέσεις αυτές, όπου το παραπέμπον δικαστήριο κρίθηκε από το ιταλικό συνταγματικό δικαστήριο — βάσει της σαφούς και συγκλίνουσας νομολογίας των ανωτάτων ιταλικών δικαστηρίων — ως προδήλως αναρμόδιο προς εκδίκαση των διαφορών της κύριας δίκης.
Υπό τις περιστάσεις αυτές, δεν ασκεί επιρροή, κατά τη γνώμη μου, το ότι η αναρμοδιότητα του δικαστηρίου δεν διαπιστώθηκε από δικαστήριο του οποίου οι αποφάσεις δεσμεύουν εν προκειμένω το ενδιαφερόμενο δικαστήριο, σύμφωνα με τις ιταλικές διατάξεις περί οργανώσεως των δικαστηρίων.
12.
Έχω αντιληφθεί, νομίζω — κατόπιν παρατηρήσεως της Επιτροπής κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, μεταξύ άλλων, — ότι το γεγονός ότι οι διατάξεις περί παραπομπής δεν ακυρώθηκαν μπορεί να είναι αποτέλεσμα της ελλείψεως στο ιταλικό δίκαιο της δυνατότητας εφέσεως κατά αποφάσεων υποβολής προδικαστικών ερωτημάτων στο Δικαστήριο.
Ασφαλώς, αυτό το γεγονός δεν είναι καθαυτό αποφασιστικό στην προκειμένη περίπτωση, θα μπορούσε όμως να αποτελέσει επιχείρημα υπέρ της εξαιρέσεως από την προαναφερθείσα βασική αρχή του Δικαστηρίου. Δεν μπορεί να αποκλειστεί εντελώς το ότι η έλλειψη δυνατότητας εφέσεως μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα περιπτώσεις όπου οι καταχρηστικές αιτήσεις προδικαστικών αποφάσεων να μην είναι δυνατό να εμποδίζονται κατ' εφαρμογή των εθνικών ενδίκων μέσων.
13.
Εξάλλου, είναι ίσως χρήσιμο να υπομνη-στεί η νομολογία του Δικαστηρίου ως προς τη λυσιτέλεια των προδικαστικών ερωτημάτων. Κατά τη νομολογία αυτή, είναι σαφές ότι αρχικά εναπόκειται στο εθνικό δικαστήριο να κρίνει αν τα ζητήματα κοινοτικού δικαίου που ανακύπτουν στη διαφορά ασκούν επιρροή και αν για να είναι σε θέση να αποφανθεί το δικαστήριο επιβάλλεται η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως. Πάντως, το Δικαστήριο επεφύλαξε τη δυνατότητα να μην απαντήσει σε ερωτήματα τα οποία «δεν έχουν καμιά σχέση με τα πραγματικά περιστατικά ή το αντικείμενο της διαφοράς της κύριας δίκης» και τα οποία, ως εκ τούτου, «προδήλως δεν ασκούν επιρροή στην επίλυση της διαφοράς της κύριας δίκης». Το Δικαστήριο δεν απαντά σε υποθετικά ερωτήματα ( 8 ).
Αν το Δικαστήριο επεφύλαξε εις εαυτό τη δυνατότητα να μην απαντά σε ερωτήματα τα οποία προδήλως δεν έχουν καμιά σχέση με τη διαφορά και θέλησε να διαχειρίζεται την επιφύλαξη αυτή με περίσκεψη, δεν βλέπω τον λόγο για τον οποίο δεν θα μπορούσε να αρνηθεί να απαντήσει σε ερωτήματα υποβαλλόμενα από δικαστήριο το οποίο προφανώς δεν έχει καμιά σχέση με τη διαφορά της κύριας δίκης. Η δυνατότητα προσφυγής στο Δικαστήριο εξακολουθεί να υπάρχει, ενδεχομένως, για το αρμόδιο δικαστήριο το οποίο θα πρέπει εν συνεχεία να επιληφθεί της υποθέσεως της κύριας δίκης.
14.
Το παραπέμπον δικαστήριο προσπάθησε να εξηγήσει τους λόγους για τους οποίους θεωρεί εαυτό αρμόδιο να υποβάλει στο Δικαστήριο προδικαστικό ερώτημα παρά την απόφαση του ιταλικού συνταγματικού δικαστηρίου ως προς την έλλειψη αρμοδιότητας.
Στη διάταξη περί παραπομπής στην υπόθεση C-321/90 αναφέρει:
«Ως προς την έλλειψη αρμοδιότητας: δεν είναι δυνατό στο στάδιο αυτό να εκδοθεί απόφαση επί της ενστάσεως αυτής, για δύο λόγους: πρώτον, το κοινοτικό δίκαιο υπερτερεί του εθνικού δικαίου, τόσο του ουσιαστικού όσο και του δικονομικού· επομένως, η αίτηση υποβολής προδικαστικού ερωτήματος υπερτερεί της προβαλλόμενης ελλείψεως αρμοδιότητας.
Η άποψη αυτή επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι η προσφυγή στο Δικαστήριο της ΕΚ είναι δυνατή ακόμη και ενόψει των νομίμων συμφερόντων και, επομένως, η δυνατότητα αυτή προσφέρεται και στο διοικητικό δικαστήριο.
Τόσο για λόγους οικονομίας της διαδικασίας, όσο και για λόγους υπεροχής του κοινοτικού δικαίου, όπως αναφέρθηκε προηγουμένως, θα πρέπει το ζήτημα της ελλείψεως αρμοδιότητας να εξεταστεί αφού το Δικαστήριο της ΕΚ αποφανθεί.
Ο δεύτερος λόγος για τον οποίο περνά σε δεύτερη μοίρα το ζήτημα της ελλείψεως αρμοδιότητας των τακτικών δικαστηρίων σε σχέση με την ουσία της υποθέσεως είναι ότι ο νέος νόμος της 6.8.1990 δημιούργησε για τις καταστάσεις αυτές αδιέξοδο στις 23.8.1990 και, ενόψει των κανόνων συντονισμού που υποσχέθηκε ο νομοθέτης, καμιά δικαστική πράξη μεταβάλλουσα την κατάσταση αυτή δεν θα ήταν έγκυρη.»
15.
Αναμφίβολα είναι δυνατό να υπάρξουν καταστάσεις όπου οι κανόνες κοινοτικού δικαίου μπορεί να έχουν αποφασιστική σημασία για την αρμοδιότητα του εθνικού δικαστηρίου και, σε τέτοιες καταστάσεις, μπορεί να είναι αναγκαίο το εθνικό δικαστήριο να υποβάλει στο Δικαστήριο προδικαστικά ερωτήματα προκειμένου να διευκρινίσει το ζήτημα της αρμοδιότητας.
Αυτό συνέβη, για παράδειγμα, στην υπόθεση Bozzetti ( 9 ) όπου η αρμοδιότητα του παραπέμποντος δικαστηρίου εξηρτάτο, κατά το ιταλικό δίκαιο, από το ζήτημα αν η αποκαλούμενη κοινοτική εισφορά «συνυπευθυνότητας» για το γάλα ήταν ή όχι φορολογική επιβάρυνση.
Το Δικαστήριο έκρινε:
«Όπως έκρινε το Δικαστήριο με την απόφαση της 19ης Δεκεμβρίου 1968 (υπόθεση Salgou) στην οποία αναφέρονται οι διάδικοι, εναπόκειται στην έννομη τάξη κάθε κράτους μέλους να προσδιορίσει το δικαστήριο που είναι αρμόδιο να αποφανθεί επί διαφορών στο πλαίσιο των οποίων διακυβεύονται ατομικά δικαιώματα απορρέοντα από την κοινοτική έννομη τάξη· εννοείται, πάντως, ότι τα κράτη μέλη έχουν σε κάθε περίπτωση την ευθύνη διασφαλίσεως αποτελεσματικής προστασίας των δικαιωμάτων αυτών. Με την επιφύλαξη αυτή, το Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να επέμβει για να επιλύσει ζητήματα αρμοδιότητας που μπορεί να ανακύψουν στην οργάνωση των εθνικών δικαστηρίων από τον νομικό χαρακτηρισμό ορισμένων εννόμων καταστάσεων που πηγάζουν από το κοινοτικό δίκαιο.
Όπως, όμως, επισήμανε ορθά το Συμβούλιο, ο νομικός χαρακτηρισμός της εισφοράς συνυπευθυνότητας υπό το φως των κανόνων του κοινοτικού δικαίου δεν είναι αδιάφορος για το εθνικό δίκαιο. 'Εχει, επομένως, αναμφίβολα σημασία να υποδειχθούν στον εθνικό δικαστή τα στοιχεία του κοινοτικού δικαίου που είναι δυνατό να βοηθήσουν στην επίλυση του ζητήματος της αρμοδιότητας που ερευνά αυτεπαγγέλτως» (σκέψεις 17 και 18).
16.
Έτσι, εναπόκειται καταρχήν στην ιταλική έννομη τάξη να καθορίσει την οργάνωση των δικαστηρίων της και, κατά τη γνώμη μου, τίποτε στις παρούσες υποθέσεις δεν δείχνει ότι το κοινοτικό δίκαιο μπορούσε να έχει επίπτωση στην εφαρμογή των ιταλικών δικονομικών κανόνων οι οποίοι καθορίζουν την αρμοδιότητα των δικαστηρίων σε υποθέσεις όπως οι εν προκειμένω.
Εν πάση περιπτώσει, νομίζω ότι είναι σαφές ότι οι λόγοι που προβάλλει το παραπεμπον δικαστήριο για να μην επιλύσει «στο στάδιο αυτό» το ζήτημα της αρμοδιότητας δεν ασκούν επιρροή εν προκειμένω.
Έτσι, λαμβανόμενη μεμονωμένα η αρχή της υπεροχής του κοινοτικού δικαίου δεν μπορεί να συνεπάγεται μεταβολή των αποτελεσμάτων τα οποία προκύπτουν από τους ιταλικούς κανόνες ως προς την αρμοδιότητα των δικαστηρίων.
Τα αναφερόμενα από τον Vice Pretore ως προς την αρμοδιότητα των διοικητικών δικαστηρίων να υποβάλλουν προδικαστικά ερωτήματα και η αναφορά του σε «λόγους οικονομίας της διαδικασίας» δεν είναι ευκόλως κατανοητά. Κατά το μέτρο που οι λόγοι αυτοί μπορούσαν να βασιστούν στη σκέψη ότι η απάντηση του Δικαστηρίου θα ήταν ενδεχομένως χρήσιμη για τα διοικητικά δικαστήρια, είναι δυνατό να καταδειχθεί ότι από την απόφαση Pardini προκύπτει ότι μια τέτοια άποψη δεν μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα ότι δικαστήριο, κατά τα άλλα αναρμόδιο, έχει τη δυνατότητα να υποβάλει προδικαστικό ερώτημα.
Κατά τη γνώμη μου, η τελευταία παρατήρηση του Vice Pretore έχει καθαρά εθνική βάση η οποία δεν μπορεί να ασκεί επιρροή στο εν λόγω πρόβλημα.
17.
Για όλους αυτούς τους λόγους, προτείνω στο Δικαστήριο να αρνηθεί να απαντήσει στα προδικαστικά ερωτήματα επειδή αυτά υποβλήθηκαν από δικαστήριο το οποίο είναι προδήλως αναρμόδιο προς επίλυση των διαφορών της κύριας δίκης.
Αν το Δικαστήριο δεν δεχθεί την άποψη μου, αναπτύσσω άλλωστε παρακάτω τις παρατηρήσεις μου ως προς τα ερωτήματα που ανέκυψαν στις διαφορές αυτές.
Οι λόγοι των διατάξεων περί παραπομπής
18.
Με τα υπομνήματα της, η Επιτροπή υπογράμμισε ότι οι διατάξεις περί παραπομπής χαρακτηρίζονται από το γεγονός ότι είναι ιδιαίτερα «λακωνικές και φειδωλές όσον αφορά τα πραγματικά και νομικά περιστατικά που θα επέτρεπαν την εξακρίβωση του αντικειμένου των ερωτημάτων ερμηνείας και, επομένως, την κατανόηση της έννοιας και του περιεχομένου τους».
Με τις τρεις διατάξεις, το παραπεμπον δικαστήριο, αφού παρέθεσε το άρθρο 86 της Συνθήκης ΕΟΚ, περιορίζεται να δώσει στα ερωτήματα αυτά το εξής σκεπτικό:
«Η διάταξη αυτή, η οποία συμπληρώνει το προηγούμενο άρθρο 85, απαγορεύει κατά τρόπο κατηγορηματικό και απόλυτο οποιαδήποτε μορφή μονοπωλίου. Στο ίδιο άρθρο, στοιχείο γ', διευκρινίζεται ποιες δραστηριότητες συνιστούν συγκεκριμένα κατάχρηση των κανόνων ανταγωνισμού. Επανειλημμένως, το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Κοινότητας ερμήνευσε υπό την έννοια αυτή τις εν λόγω διατάξεις.»
Η Επιτροπή παρατηρεί επίσης ότι οι υποθέσεις αυτές έχουν ως χαρακτηριστικό το ότι οι κανόνες του κοινοτικού δικαίου οι οποίοι ήταν δυνατό να ασκούν επιρροή προς επίλυση των διαφορών των κυρίων δικών δεν φωτίστηκαν επαρκώς κατά την κύρια διαδικασία.
Τονίστηκε το γεγονός ότι μια από τις τρεις προσφεύγουσες επιχειρήσεις αρχίζει τις σύντομες γραπτές παρατηρήσεις της ενώπιον του Δικαστηρίου (υπόθεση C-322/90) από την εξής διαπίστωση:
«Η διάταξη του Pretore di Frascati (...) υπέβαλε προς εξέταση στο Δικαστήριο ένα ζήτημα εξαιρετικά περίπλοκο (...).»
19.
Ως γνωστόν, το Δικαστήριο καταβάλλει μεγάλη προσπάθεια για να διατυπώσει ορθώς τα προδικαστικά ερωτήματα αναδιατυπώνοντας τα και για να απαντήσει σε αυτά καταλλήλως, παρά την ανεπάρκεια των πληροφοριών ως προς το πραγματικό και νομικό πλαίσιο τους. Αυτή είναι η φυσική συνέπεια της στενής συνεργασίας μεταξύ των εθνικών δικαστηρίων και του Δικαστηρίου, συνεργασία για την οποία το άρθρο 177 της Συνθήκης δημιούργησε το πλαίσιο και της οποίας τη σημασία διαρκώς τονίζει το Δικαστήριο ( 10 ).
Επειδή ακριβώς το άρθρο 177 προϋποθέτει τη στενή συνεργασία μεταξύ των εθνικών δικαστηρίων και του Δικαστηρίου είναι αναγκαίο τα πρώτα να έχουν συνείδηση της αποφασιστικής σημασίας τού ότι το Δικαστήριο πρέπει να έχει επαρκή γνώση του πραγματικού και νομικού πλαισίου εντός του οποίου εντάσσονται τα υποβληθέντα ερωτήματα. Με τις προδικαστικές του αποφάσεις, το Δικαστήριο δεν αποφαίνεται επί αφηρημένων νομικών ζητημάτων. Οι αποφάσεις του πρέπει να χρησιμοποιούνται για να διασφαλίζεται η ορθή και ομοιόμορφη εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου, όταν τα εθνικά δικαστήρια αποφαίνονται επί συγκεκριμένων διαφορών. Χωρίς επαρκή γνώση του πραγματικού και νομικού πλαισίου των υποβληθέντων ερωτημάτων, υπάρχει ο κίνδυνος οι απαντήσεις του Δικαστηρίου να μην είναι πρόσφορες, αυτό δε μπορεί να οδηγήσει σε τελευταίο βαθμό σε εσφαλμένη εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου στα κράτη μέλη.
Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο το Δικαστήριο διαρκώς τονίζει ότι
«(...) η ανάγκη να επιτυγχάνεται μια ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου που να είναι χρήσιμη στον εθνικό δικαστή απαιτεί να προσδιορίζεται το νομικό πλαίσιο μέσα στο οποίο πρέπει να τοποθετηθεί η ερμηνεία που ζητείται και, από τη σκοπιά αυτή, μπορεί να αποτελεί πλεονέκτημα, σε ορισμένες περιπτώσεις, το να έχουν αποδειχθεί τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως και να έχουν επιλυθεί τα προβλήματα που είναι καθαρά εθνικού δικαίου κατά τον χρόνο της παραπομπής στο Δικαστήριο, έτσι ώστε να καθίσταται δυνατό στο τελευταίο να γνωρίζει όλα τα πραγματικά και νομικά στοιχεία που μπορεί να είναι σημαντικά για την αιτουμένη ερμηνεία του κοινοτικού δικαίου (...)» ( 11 ).
Έστω και αν το Δικαστήριο εκκινεί από την αρχή ότι το εθνικό δικαστήριο είναι σε καλύτερη θέση να εκτιμά ποια είναι τα πραγματικά και νομικά περιστατικά τα οποία πρέπει να διευκρινιστούν πριν από την παραπομπή, σε πολλές υποθέσεις έκρινε επίσης ότι:
«(...) για να του παράσχουν τη δυνατότητα να εκπληρώσει την αποστολή του σύμφωνα με τη Συνθήκη, είναι απαραίτητο τα εθνικά δικαστήρια να εξηγούν τους λόγους για τους οποίους φρονούν ότι η απάντηση στα ερωτήματα τους είναι αναγκαία για την επίλυση της διαφοράς, όταν οι λόγοι αυτοί δεν προκύπτουν σαφώς από τη δικογραφία» (η υπογράμμιση δική μου) ( 12 ).
Εξάλλου, ορθώς το Δικαστήριο παρατήρησε σχετικώς ότι μια τέτοια αιτιολογία είναι σημαντική, διότι μπορεί να είναι αναγκαία για να δώσει στα κράτη μέλη και στα άλλα ενδιαφερόμενα μέρη τη δυνατότητα να υποβάλουν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο συμφωνά με το άρθρο 20 του Οργανισμού του Δικαστηρίου και ότι
«(...) στο Δικαστήριο εναπόκειται να μεριμνά για τη διασφάλιση της δυνατότητας αυτής, λαμβανομένου υπόψη ότι δυνάμει της προαναφερθείσας διατάξεως (του Οργανισμού του Δικαστηρίου) μόνον οι περί παραπομπής αποφάσεις κοινοποιούνται στους ενδιαφερομένους διαδίκους» ( 13 ).
Το Δικαστήριο αρνήθηκε να απαντήσει σε προδικαστικό ερώτημα διότι οι διαθέσιμες πληροφορίες δεν επέτρεπαν να συναχθεί ποιο ήταν το επίδικο νομικό ζήτημα που το εθνικό δικαστήριο αντιμετώπιζε ( 14 ).
Πάντως, είναι πιθανώς ορθόν ότι αυτό παρατηρείται σε περιορισμένο βαθμό και μόνον όταν, έστω και μετά από εξέταση του φακέλου της κύριας δίκης και βάσει των παρατηρήσεων που υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο, υπήρχαν πραγματικές δυσχέρειες προς εξακρίβωση των επίδικων νομικών ζητημάτων που αντιμετώπιζε το εθνικό δικαστήριο.
20.
Κατά τη γνώμη μου, μπορεί να τεθεί το ερώτημα αν το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να αρνείται συχνότερα απ' ό,τι μέχρι τώρα να απαντά στα προδικαστικά ερωτήματα όταν οι αποφάσεις περί παραπομπής δεν εκθέτουν επαρκώς το νομικό και πραγματικό πλαίσιο των προδικαστικών ερωτημάτων, με συνέπεια σοβαρές δυσχέρειες ως προς την κατάλληλη απάντηση που πρέπει να δοθεί στα ερωτήματα αυτά.
Οι προεκτεθέντες λόγοι αρκούν ήδη για να στηρίξουν μια περισσότερο περιοριστική στάση του Δικαστηρίου επί του σημείου αυτού. Προστίθεται το γεγονός που η Επιτροπή ανέφερε με τα υπομνήματα της, κατά το οποίο δεν είναι ευκταίο, τόσο καταρχήν όσο και στην πράξη, το Δικαστήριο να είναι αυτό που θα πρέπει, βάσει των παρατηρήσεων στις υποθέσεις της κύριας δίκης, να συλλέγει τα αναγκαία στοιχεία όσον αφορά το πραγματικό και νομικό πλαίσιο των προδικαστικών ερωτημάτων. Όχι μόνο μια τέτοια εργασία μπορεί να απαιτεί τη διάθεση πολλών μέσων — όπως αποδεικνύεται με τις παρούσες υποθέσεις — αλλά να συνεπάγεται επίσης τον κίνδυνο σφάλματος.
21.
Το ότι ανέπτυξα τις σκέψεις αυτές οφείλεται στο ότι και εγώ επίσης θεωρώ ότι μπορεί να προσαφθεί στις διατάξεις περί παραπομπής στις παρούσες υποθέσεις ότι περιλαμβάνουν εν προκειμένω ανεπαρκή περιγραφή του νομικού και πραγματικού πλαισίου.
Παρά ταύτα, αν γι' αυτόν τον λόγο δεν προτείνω στο Δικαστήριο να μην απαντήσει στα υποβληθέντα εν προκειμένω ερωτήματα, αυτό οφείλεται πρώτον στο ότι, όπως έχω αναφέρει, το Δικαστήριο κατέβαλε πολλές προσπάθειες μέχρι τώρα για να απαντήσει σε προδικαστικά ερωτήματα και, δεύτερον, στο ότι, παρά ταύτα, είναι δυνατό βάσει του πρώτου από τα υποβληθέντα ερωτήματα να κατανοηθεί το ουσιώδες του προβλήματος ερμηνείας του κοινοτικού δικαίου επί του οποίου το εθνικό δικαστήριο ζητεί από το Δικαστήριο να αποφανθεί.
Η ανεπάρκεια του σκεπτικού των ερωτημάτων στις παρούσες υποθέσεις μπορεί, ωστόσο, να παράσχει λόγους στο Δικαστήριο για να υπογραμμίσει με την απόφαση του ότι οι αποφάσεις περί παραπομπής πρέπει να περιλαμβάνουν τις πληροφορίες ως προς το νομικό και πραγματικό πλαίσιο των ερωτημάτων που είναι αναγκαίες για να δοθεί απάντηση και ότι οι σχετικές ελλείψεις μπορεί να έχουν ως αποτέλεσμα την αδυναμία του Δικαστηρίου να απαντήσει στα ερωτήματα.
Η ανεπαρκής αιτιολογία των ερωτημάτων, με συνέπεια την περιορισμένη πληροφόρηση του Δικαστηρίου ως προς το πραγματικό και νομικό πλαίσιο των υποθέσεων, συνεπάγεται επίσης ότι το Δικαστήριο περιορίζεται να αποφανθεί επί των ζητημάτων τα οποία αποδεδειγμένως συνιστούν τη βάση της αμφιβολίας ως προς το συμβιβαστό προς το κοινοτικό δίκαιο της καταστάσεως που περιγράφεται στο πρώτο ερώτημα.
Η ερμηνεία των κανόνων ανταγωνισμού της Συνθήκης ΕΟΚ
22.
Από τα υποβληθέντα στο Δικαστήριο ερωτήματα προκύπτει ότι αυτό πρέπει να ερμηνεύσει τους κανόνες ανταγωνισμού της Συνθήκης σε σχέση με κατάσταση χαρακτηριζόμενη από το γεγονός ότι ορισμένοι τηλεοπτικοί δίαυλοι, επειδή η χρήση τους επιφυλάσσεται στις κρατικές αρχές, δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν από τις ιδιωτικές επιχειρήσεις εφόσον χρόνον δεν πραγματοποιήθηκε ο προβλεπόμενος «τεχνικός συντονισμός», αφού αυτό αποτελεί προϋπόθεση για να μπορούν οι ιδιωτικές επιχειρήσεις να κάνουν χρήση των εν λόγω τηλεοπτικών διαύλων.
Από τα υπομνήματα που κατέθεσαν οι εταιρίες τηλεοράσεως στις υποθέσεις C-320/90 και C-322/90 προκύπτει ότι τα ερωτήματα οφείλονται σε αμφιβολία ως προς το συμβιβαστό των σχετικών ιταλικών κανόνων και της συγκεκριμένης εφαρμογής τους έναντι των τριών ιδιωτικών εταιριών τηλεοράσεως προς τους κανόνες ανταγωνισμού της Συνθήκης, διότι οι εθνικοί κανόνες και η εφαρμογή τους μπορεί να συνεπάγονται δυσμενή διάκριση μεταξύ της RAI, κρατικής εταιρίας — αναδόχου δημοσίας υπηρεσίας — και των ιδιωτικών εταιριών.
23.
Από τη δικογραφία δεν προκύπτει ότι θα πρέπει εν προκειμένω να ερμηνευθεί η απαγόρευση, που περιλαμβάνεται στο άρθρο 85, των συμφωνιών κ.λπ μεταξύ επιχειρήσεων που νοθεύουν τον ανταγωνισμό. Άλλωστε, από την αιτιολογία των ερωτημάτων του παραπέμποντος δικαστηρίου προκύπτει ότι αυτό επιθυμεί ειδικότερα την ερμηνεία του άρθρου 86.
24.
Σύμφωνα με τις διαθέσιμες πληροφορίες ως προς το ιδιοκτησιακό καθεστώς στους κόλπους της RAI και της αποστολής της ως επιχειρήσεως «αναδόχου δημοσίας υπηρεσίας», μπορεί εξάλλου να θεωρηθεί ως δεδομένο ότι η RAI είναι επιχείρηση εμπίπτουσα στο άρθρο 90 της Συνθήκης.
25.
Έτσι, κατά την άποψη μου, το Δικαστήριο μπορεί να περιοριστεί στην ερμηνεία του άρθρου 90 της Συνθήκης, σε συνδυασμό με το άρθρο 86, προκειμένου να λάβει θέση επί του ζητήματος αν η συμπεριφορά των ιταλικών αρχών όπως περιγράφεται πιο πάνω παραβιάζει τον κανόνα του άρθρου 90 που απαγορεύει στα κράτη μέλη να θεσπίζουν ή να διατηρούν, όσον αφορά τις δημόσιες επιχειρήσεις και τις επιχειρήσεις στις οποίες χορηγούν ειδικά ή αποκλειστικά δικαιώματα, μέτρα ασυμβίβαστα προς την απαγόρευση εκμεταλλεύσεως της δεσπόζουσας θέσεως που προβλέπει το άρθρο 86 ( 15 ).
26.
Είναι χρήσιμο να υπογραμμιστεί προκαταρκτικά η κρίση του Δικαστηρίου με την απόφαση της 18ης Ιουνίου 1991, ΕΡΤ ( 16 ), όσον αφορά τον τρόπο με τον οποίο η Συνθήκη επηρεάζει τη ρύθμιση, από τα κράτη μέλη, της τηλεοπτικής μεταδόσεως. Το Δικαστήριο έκρινε:
«Πρέπει να υπομνησθεί ότι, με την απόφαση της 30ής Απριλίου 1974, υπόθεση 155/73, Sacchi (Συλλογή τόμος 1974, σ. 217, σκεαμη 14), το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι τίποτε στη Συνθήκη δεν εμποδίζει τα κράτη μέλη να εξαίρουν, για λόγους δημοσίου συμφέροντος μη οικονομικής φύσεως, τις ραδιοτηλεοπτικές εκπομπές από τον ελεύθερο ανταγωνισμό, παραχωρώντας το αποκλειστικό δικαίωμα της πραγματοποιήσεως τους σε ένα ή περισσότερα ιδρύματα.
Όπως όμως προκύπτει από το άρθρο 90, παράγραφοι 1 και 2, της Συνθήκης, ο τρόπος οργανώσεως ή λειτουργίας αυτού του μονοπωλίου ενδέχεται να αντιβαίνει προς τις διατάξεις της Συνθήκης, και ιδίως τις σχετικές με την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων, την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών και τους κανόνες ανταγωνισμού» (σκέψεις 10 και 11).
Από την αρκετά ευρεία νομολογία του Δικαστηρίου στον τομέα αυτόν ( 17 ) προκύπτει ότι τα κράτη μέλη δεν μπορούν να θεσπίζουν ή να διατηρούν σε ισχύ μέτρα «δυνάμενα να αναιρέσουν την πρακτική αποτελεσματικότητα των κανόνων ανταγωνισμού που έχουν εφαρμογή στις επιχειρήσεις». Το Δικαστήριο εξακρίβωσε διάφορες περιπτώσεις όπου τα κρατικά μέτρα είναι αντίθετα προς το άρθρο 90 σε συνδυασμό με το άρθρο 86. Μπορεί να λεχθεί, χονδρικά, ότι η νομολογία αυτή εκφράζει την απαγόρευση, για τα κράτη μέλη, να «προωθούν» πρακτικές απαγορευόμενες από το άρθρο 86 ( 18 ).
27.
Όσον αφορά τις σχετικές ιταλικές διατάξεις αυτές καθαυτές, είναι σαφές ότι δεν είναι αντίθετες προς το κοινοτικό δίκαιο. Από τη φύση των πραγμάτων, οι αρχές οφείλουν — λαμβάνοντας υπόψη τόσον τις διεθνείς υποχρεώσεις τους, όσο και ολόκληρη σειρά στοιχείων τεχνικού, πολιτιστικού, κοινωνικού και πρακτικού χαρακτήρα — να κατανείμουν μεταξύ πολλών χρηστών τις περιορισμένου αριθμού ραδιοσυχνότητες και, με κανόνες δεσμευτικού χαρακτήρα, οφείλουν να διασφαλίζουν ότι τηρείται η επιβαλλόμενη πειθαρχία.
Οι αρχές μπορούν ασφαλώς να επιφυλάσσουν ορισμένες ραδιοσυχνότητες για σκοπούς δημοσίου συμφέροντος, μεταξύ των οποίων είναι πρωτίστως οι σκοποί δημοσίας ασφαλείας. Θα πρέπει επίσης να μπορούν να εξαρτούν τη χρήση ορισμένων ραδιοσυχνοτήτων από τον τεχνικό συντονισμό για να αποφεύγονται παρεμβολές στη χρήση στην οποία προβαίνουν οι δημόσιες αρχές της οικείας ζώνης ραδιοσυχνοτήτων.
28.
Φαίνεται ότι οι τρεις εταιρίες τηλεοράσεως δεν αμφισβητούν τις αρχές στις οποίες εντάσσεται η ιταλική κανονιστική ρύθμιση, αλλά αντιθέτως το γεγονός ότι ο προβλεπόμενος τεχνικός συντονισμός δεν έχει γίνει ακόμη.
Δεν μπορεί να αποκλειστεί το ότι η εφαρμογή των κανόνων κατανομής των τηλεοπτικών διαύλων μπορεί καθαυτή να συνεπάγεται παράβαση του άρθρου 90 της Συνθήκης σε συνδυασμό με το άρθρο 86. Κατά την άποψη μου, πάντως, δεν μπορεί να υποτεθεί ότι η κατανομή των ραδιοσυχνοτήτων, η οποία καταρχήν δικαιολογείται αντικειμενικά, χρησιμοποιείται προς προώθηση της καταχρηστικής εκμεταλλεύσεως της δεσπόζουσας θέσεως εκ μέρους μιας δημόσιας επιχειρήσεως παρά μόνον ενόψει αρκετά ισχυρών ενδείξεων. Δεν νομίζω ότι αυτό συμβαίνει στις παρούσες περιπτώσεις οι οποίες, άλλωστε, αφορούν περιορισμένο μόνον αριθμό διαύλων τηλεοράσεως που μπορούν εν δυνάμει να χρησιμοποιηθούν.
Είναι χρήσιμο να αναφερθεί ότι από τη συζήτηση δεν προέκυψε κανένα στοιχείο από το οποίο να προκύπτει ότι, στις προκείμενες υποθέσεις, επανεμφανίζεται η ειδική κατάσταση αναμεταδόσεως των αλλοδαπών τηλεοπτικών εκπομπών, την οποία το Δικαστήριο έκρινε ως σημαντική στην υπόθεση ΕΡΤ ( 19 ).
29.
Γι' αυτόν και μόνο τον λόγο, θεωρώ ότι μπορεί να διαπιστωθεί η έλλειψη παραβάσεως του άρθρου 90 της Συνθήκης σε συνδυασμό με το άρθρο 86.
Ωστόσο, για να είμαι πλήρης, δεν στερείται ενδιαφέροντος το ότι η εφαρμογή του άρθρου 90 σε συνδυασμό με το άρθρο 86 εξαρτάται εν πάση περιπτώσει από τη διττή προϋπόθεση ότι η προβαλλόμενη καταχρηστική εκμετάλλευση προέρχεται από επιχείρηση η οποία κατέχει δεσπόζουσα θέση στην κοινή αγορά ή σε ουσιώδες μέρος της αγοράς και ότι η καταχρηστική αυτή εκμετάλλευση επηρεάζει το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών.
Στο εθνικό δικαστήριο εναπόκειται, ενδεχομένως, να αποφανθεί αν η προϋπόθεση αυτή συντρέχει εν προκειμένω.
Πάντως, είναι χρήσιμο να αναφερθεί ότι δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι η RAI κατέχει δεσπόζουσα θέση στην οικεία αγορά. Η Επιτροπή εξέτασε κατά κάποιο μέτρο το ζήτημα αυτό κατά την αγόρευση της. Προέβαλε ότι η RAI πιθανόν να μην κατέχει δεσπόζουσα θέση σε εθνικό επίπεδο ( 20 ). Εκ πρώτης όψεως, η γνώμη αυτή είναι πιθανόν ακριβής, αν ληφθεί επίσης υπόψη ο σημαντικός αριθμός των ιδιωτικών τηλεοπτικών σταθμών, τόσο σε εθνικό όσο και σε τοπικό επίπεδο, που βρίσκονται στην Ιταλία.
Οι πληροφορίες που δίδονται στις παρούσες υποθέσεις δεν περιλαμβάνουν στοιχεία που να επιτρέπουν να εκτιμηθεί αν η κατάσταση μπορεί να είναι διαφορετική στην τοπική αγορά στην οποία αναφέρονται οι διάφορες των κυρίων δικών και αν η τοπική αγορά αντιπροσωπεύει ενδεχομένως ουσιώδες τμήμα της κοινής αγοράς.
30.
Τελειώνοντας, σκόπιμο είναι να αναφέρω ότι η συμπεριφορά των ιταλικών αρχών στις παρούσες υποθέσεις δεν συνεπάγεται κατά τη γνώμη μου παραβίαση της αρχής της «ισότητας ευκαιριών μεταξύ των διαφόρων επιχειρηματιών». Το Δικαστήριο εφάρμοσε την αρχή αυτή — ορθώς, κατά τη γνώμη μου, στο πλαίσιο της συγκεκριμένης υποθέσεως — με την απόφαση της 19ης Μαρτίου 1991, C-202/88, Γαλλία κατά Επιτροπής («αγορά τηλεπικοινωνιακών τερματικών») ( 21 ). Στην απόφαση αυτή, το Δικαστήριο παρατήρησε ότι η αρχή αυτή ήταν αναγκαία για να διασφαλιστεί «καθεστώς ανόθευτου ανταγωνισμού όπως το προβλεπόμενο στη Συνθήκη».
Στις παρούσες υποθέσεις, δεν υπάρχει λόγος να τεθεί το ερώτημα αν είναι δυνατό, βάσει των συγκεκριμένων κανόνων ανταγωνισμού της Συνθήκης, να καθιερωθεί γενική αρχή και η οποία να έχει άμεση εφαρμογή της «ισότητας των ευκαιριών μεταξύ των διαφόρων επιχειρηματιών».
Πράγματι, στην παρούσα υπόθεση δεν αποκαλύπτεται αδικαιολόγητη δυσμενής διάκριση εις βάρος των ιδιωτικών εταιριών και υπέρ της RAI.
Ασφαλώς, υπάρχουν πληροφορίες κατά τις οποίες η RAI χρησιμοποίησε σε κάποιο βαθμό (που άλλωστε δεν αποδείχθηκε) τους τηλεοπτικούς διαύλους 67-69 UHF, αποδείχθηκε δε ότι οι ιταλικές αρχές απαγόρευσαν στις τρεις εταιρίες να χρησιμοποιήσουν τους διαύλους αυτούς. Ωστόσο, όπως ανέφερα πιο πάνω, το Δικαστήριο δέχθηκε ότι οι κρατικές εταιρίες τηλεοράσεως μπορούν να κατέχουν ειδική θέση προς επίτευξη των στόχων γενικού συμφέροντος οι οποίοι μπορούν και πρέπει να λαμβάνονται υπό\|ιη σε συνδυασμό με την τηλεοπτική μετάδοση. Αδιαμφισβήτητα, η RAI έχει τύχει ειδικής θέσεως επί πολλών σημείων — όπως και οι αντίστοιχες εταιρίες των άλλων κρατών μελών. Ωστόσο, μια τέτοια θέση δεν χαρακτηρίζεται αποκλειστικά από δικαιώματα, αλλά και από υποχρεώσεις. Η ειδική αυτή θέση πρέπει καταρχήν να είναι επίσης ικανή να δικαιολογεί το δικαίωμα προτεραιότητας στην κατανομή των τηλεοπτικών διαύλων. Επιπροσθέτως, η ειδική θέση της RAI στην κατανομή των τηλεοπτικών διαύλων στο πλαίσιο των υπό κρίση υποθέσεων δικαιολογείται συγκεκριμένα, σύμφωνα με τις δηλώσεις της Ιταλικής Κυβερνήσεως, από το γεγονός ότι ο οργανισμός της RAI, εταιρίας-αναδόχου δημοσίας υπηρεσίας, επιτρέπει ήδη να εξασφαλίζεται ο αναγκαίος τεχνικός συντονισμός και να αποφεύγονται έτσι οι παρεμβολές στις λοιπές χρήσεις των σχετικών ραδιοσυχνοτήτων.
31.
Ενόψει των προαναφερθέντων, θεωρώ ότι μπορώ να καταλήξω στο συμπέρασμα ότι το άρθρο 90 σε συνδυασμό με το άρθρο 86 δεν μπορεί να έχει την έννοια ότι η συμπεριφορά που περιγράφεται στα προδικαστικά ερωτήματα συνιστά παράβαση των διατάξεων αυτών.
Συμπέρασμα
32.
Για τους εκτεθέντες πιο πάνω λόγους, προτείνω στο Δικαστήριο να αρνηθεί να απαντήσει στα ερωτήματα που του υποβλήθηκαν.
Αν το Δικαστήριο θεωρεί ότι πρέπει να απαντήσει στα ερωτήματα, προτείνω να δώσει την εξής απάντηση:
«Οι κανόνες ανταγωνισμού της Συνθήκης ΕΟΚ, και ειδικότερα το άρθρο 90 σε συνδυασμό προς το άρθρο 86, δεν μπορούν να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι η απαγόρευση, εφόσον χρόνο δεν έχει πραγματοποιηθεί ο προηγούμενος τεχνικός συντονισμός στη χρήση συγκεκριμένων τηλεοπτικών διαύλων από ιδιωτικές επιχειρήσεις επειδή προορίζονται για την αποκλειστική χρήση εκ μέρους των δημοσίων αρχών, δεν αποτελεί παράβαση των διατάξεων αυτών.»
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η δανική.
( 1 ) Ο νόμος που εκδόθηκε το 1990 σχετικά με τη ραδιοτηλεοπτική μετάδοση διατήρησε με το άρθρο 34 τους κανόνες του 1983 μέχρις ότου Οεοπιοτεί το πρόγραμμα κατανομής που προβλέπει ο νόμος.
( 2 ) Κατά των δύο από τις εταιρίες αυτές προσάπτεται επίσης το óu ευθύνονται για παρεμβολές, σε èva βαθμό, μεταξύ των τηλεοπτικών εκπομπών των εταιριών αυτών και της χρήσεως των εν λόγω συχνοτήτων από τον στρατό, τη χωροφυλακή και την κρατική εταιρία RAI —ανάδοχο δημόσιας υπηρεσίας.
( 3 ) Απόφαση αριθ. 102 της 2ας Μαρτίου 1990.
( 4 ) Η αντίληψη αυτή εκφράστηκε, μοταξΰ άλλων, με την απόφαση του Δικαστηρίου της 21ης Απριλίου 1988, 338/85, Pardini (Συλλογή 1988, σ. 2041), στη σκέψη 9 της οποίας αναφέρεται: «(...) το Δικαστήριο έκρινε με την απόφαση της 11ης Ιουνίου 1987, 14/86, Pretore di Salò (Συλλογή 1987, σ. 2545), ότι η αρμοδιότητα του να εκδικάζει αιτήσεις για την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως τελεί υπό την προϋπόθεση ότι οι αιτήσεις υποβάλλονται από δικαιοδοτικό όργανο που ενεργεί οτο πλαίσιο της αποστολής του να κρίνει, με ανεξαρτησία γνώμης και σύμφωνα με το δίκαιο, όιαφορές για τις οποίες ο νόμος τον έχει απονείμει αρμοδιότητα.» (η υπογράμμιση δική μου).
( 5 ) Βλ. σχετικώς την απόφαση του Δικαστησίου της 12ης Φεβρουαρίου 1974, 146/73, Rlicinniühlcn lì (Race. 1974, σ. 139).
( 6 ) Απόφαση της 14ης Ιανουαρίου 1982, 65/81, Reina (Συλλογή 1982, σ. 33).
( 7 ) Απόφαση της 21ης Απριλίου 1988, 338/85, Pardini (Συλλογή 1988, σ. 2041, σκέψη 11).
( 8 ) Βλ. πρόαφατη απόβαση του Διχαοτηοίου της 16ης Ιουλίου 1992. C-343/90, Dias (Συλλογή 1992, σ. Μ673, οχέψη 20).
( 9 ) Απόφαση της 9ης Ιουλίου 1985, 179/84, Bozzetti (Συλλογή 1985, σ. 2301).
( 10 ) Βλ., για παράδειγμα, την απόφαση του Δικαστηρίου της 21ης Απριλίου 1988, 338/85, Pardini (Συλλογή 1988, σ. 2041, σκέψη 8).
( 11 ) Απόφαση του Δικαστηρίου της 16ης Ιουλίου 1992, C-83/91, Meilicke (Συλλογή 1992, σ. Ι-4871, σκέψη 26).
( 12 ) Βλ., για παράδειγμα, τις αποφάσεις της 16ης Δεκεμβρίου 1981, 244/80, Foglia (Συλλογή 1981, ο. 3045, σκέψη 17), της 12ης Ιουνίου 1986, 98/85, 162/85 και 258/85, Berlini (Συλλογή 1986, σ. 1885, σκέψη 6), και, προσφάτως, της 16ης Ιουλίου 1992, C-343/90, Dias (Συλλογή 1992, σ. I-4673, οκέψη 19).
( 13 ) Βλ. απόφαση τη; 1ης Απριλίου 19S2, 141/81, 142/81 και 143/81, Holdijk (Συλλογή 1982, σ. 1299, οκίψη 6).
( 14 ) Βλ, για παράδειγμα, την απόφαση του Δικαστηρίου της 11ης Γουνίου 19S7, 14/86, Pretore di Saló (Συλλογή 1987, α 2545, σκέψη 16).
( 15 ) Κατά τη γνώμη μου, από κανένα στοιχείο της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι πρέπει να ερμηνευθούν άλλοι κανόνες περί απαγορεύσεως, που αναφέρει το άρθρο 90 της Συνθήκης. Μπορεί να είναι σκόπιμο να αναφερθεί ότι η διαφορετική μεταχείριση υπέρ της RAI, που προβάλλουν οι ιδιωτικές εταιρίες, σε καμιά περίπτωση δεν στηρίζεται σε λόγους ιθαγενείας και, επομένως, δεν είναι ασυμβίβαστη προς την απαγόρευση του άρθρου 7 της Συνθήκης. Ούτε υπάρχουν πληροφορίες που να αναφέρουν ότι η απαγόρευση του άρθρου 59 της Συνθήκης ασκεί επιρροή στις παρούσες υποθέσεις- επί του ζητήματος αυτού βλ. πιο κάτω το τέλος του σημείου 28.
( 16 ) Υπόθεση C-260/S9 (Συλλογή 1991, σ. I-2925).
( 17 ) Πριν από την απόφαση ΕΡΤ, την οποία μόλις προηγουμένως παρέθεσα, μπορούν, για παράδειγμα, να παρατεθούν η απόφαση του Δικαστηρίου της 23ης Απριλίου 1991, C-41/90, Hõfncr (Συλλογή 1991, ο. I-1979), και η απόφαση της 10ης Δεκεμβρίου 1991, C-179/90, Merci convenzionali porlo di Genova (Συλλογή 1991, o. I-5889).
( 18 ) Στο σημείο 39 των προτάσεων του στις συνεκδικαοΟείσες υποθέσεις C-48/90 και C-66/90, Koninklijke PTT (απόφαση της 12ης Φεβρουαρίου 1992, Συλλογή 1992, σ. I-565), ο γενικός εισαγγελέας Van Gerven συνόψισε τη νομολογία του Δικαστηρίου ως εξής:
«Κατά τη γνώμη μου προκύπτει από την εν λόγω νομολογία ότι, κατά το Δικαστήριο, οι συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 90, 85 και 86 αφορούν τα κρατικά μέτρα (...) τα οποία εννοούν, επιβάλλουν ή καθιστούν αναπόφευκτη οποιαδήποτε συμπεριφορά επιχειρήσεως που απαγορεύουν τα άρθρα 85 και 86, ή που αναθέτουν σε επιχειρήσεις να ρυθμίζουν τον ανταγωνισμό, πράγμα που αποτελεί αρμοδιότητα των δημοσίων αρχών (η υπογράμμιση δική μου). Η εν λόγω νομολογία διατυπώνεται γύρω από την κεντρική ιδέα ότι τέτοια κρατικά μέτρα, συνδυαζόμενα με τη μία ή την άλλη μορφή επιχειρησιακής συμπεριφοράς, έχουν, για τη διάρθρωση του ανταγωνισμού εντός της κοινής αγοράς, τις ίδιες συνέπειες με συμπεριφορά επιχειρήσεως που δεν συνδέεται με παρέμβαση των δημοσίων αρχών. Όπως, εξάλλου, προκύπτει από την εν λόγω νομολογία, η συμπεριφορά επιχειρήσεως που είναι αναγκαία ως “συνδετικός παράγων” για να επιτραπεί η εφαρμογή του άρθρου 90, παράγραφος 1, σε συνδυασμό με το άρθρο 85 ή το άρθρο 86, δεν πρέπει απαραιτήτως να προηγείται της παρεμβάσεως των δημοοίων αρχών, αλλά μπορεί επίσης να είναι μεταγενέστερη της εν λόγω παρεμβάσεως, να προκύπτει από αυτήν ή ακόμα και να αποτελεί αναπόφευκτη συνέπεια της. Ούτε απαιτείται η επιχείρηση να έχει η [δια εκ προθέσεως παραβιάσει τους κανόνες του ανταγωνισμού (αρκεί, με άλλα λόγια, να έχει ευρεθεί σε τέτοια κατάσταση ώστε να μι) μπορεί να ενεργήσει διαφορετικά παρά περιορίζοντας τον ανταγωνισμό).»
( 19 ) Απόφαση της 18ης Ιουνίου 1991, C-260/89 (Συλλογή 1991, σ. I-2925). Με τη σκέψη 37 το Δικαστήριο έκρινε ότι: «Συναφώς, πρέπει να γίνει δεκτό ότι το άρθρο 90, παράγραφος 1, της Συνθήκης εμποδίζει την παραχώρηση, από ένα κράτος μέλος, αποκλειστικού δικαιώματος αναμεταδόσεως τηλεοπτικών εκπομπών σε επιχείρηση η οποία κατέχει αποκλειστικό δικαίωμα μεταδόσεως εκπομπών, όταν τα δικαιώματα αυτά ενδέχεται να οδηγήσουν εκ των πραγμάτων την επιχείρηση αυτή σε παράβαση του άρθρου 86 της Συνθήκης μέσω μιας πολιτικής ευμενών διακρίσεων υπέρ της εκπομπής των δικών της προγραμμάτων.»
( 20 ) Η Επιτροπή παρέπεμψε κυρίως στα στοιχεία που υποβλήθηκαν στην προδικαστική υπόθεση C-170/90, Odeon, που υπέβαλε το Tribunale civile e penale di Milano, η οποία όμως αποσύρθηκε αφού περατώθηκε η έγγραφη και προφορική διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου. Η υπόθεση αφορούσε τις σχέσεις ανταγωνισμού στην ιταλική αγορά για την τηλεοπτική διαφήμιση.
( 21 ) Βλ. σκέψη 51 (Συλλογή 1991, ο. I-1223).
Top