Avis juridique important
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ (ΕΚΤΟ ΤΜΗΜΑ) ΤΗΣ 7ΗΣ ΜΑΙΟΥ 1992. - PROCURATOR FISCAL, ELGIN ΚΑΤΑ KENNETH GORDON WOOD ΚΑΙ JAMES COWIE. - ΑΙΤΗΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΠΡΟΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΑΠΟΦΑΣΕΩΣ: SHERIFF COURT OF GRAMPIAN, HIGHLAND AND ISLANDS AT ELGIN (ΣΚΩΤΙΑ) - ΗΝΩΜΕΝΟ ΒΑΣΙΛΕΙΟ. - ΑΛΙΕΙΑ - ΑΔΕΙΕΣ - ΟΡΟΙ. - ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΣΘΕΙΣΕΣ ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ C-251/90 ΚΑΙ C-252/90.
Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου 1992 σελίδα I-02873
Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
++++
1. Αλιεία - Κοινή διαρθρωτική πολιτική - Διατήρηση θαλασσίων πόρων - Σύστημα ποσοστώσεων αλιείας - Ρύθμιση από ένα κράτος μέλος της χρησιμοποιήσεως των ποσοστώσεών του - Χορήγηση αδειών - 'Ορος σύμφωνα με τον οποίο οι πλοίαρχοι των σκαφών που φέρουν τη σημαία αυτού του κράτους υποχρεούνται να γνωστοποιούν μέσω ασυρμάτου το πέρασμά τους από μια ζώνη αλιείας σε άλλη - Επιτρέπεται - Δυσμενής διάκριση λόγω ιθαγενείας - Δεν υφίσταται
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρο 7 κανονισμός του 101/76 Συμβουλίου, άρθρο 2 PAR 1)
2. Αλιεία - Διατήρηση των θαλασσίων πόρων - Σύστημα ποσοστώσεων αλιείας - Μέτρα ελέγχου - Μέτρα που λαμβάνει ένα κράτος για την τήρηση της νομοθεσίας σχετικά με τη χρησιμοποίηση των ποσοστώσεών του - Υποχρέωση κοινοποιήσεως στην Επιτροπή - Παράβαση - Δεν υφίστανται επιπτώσεις όσον αφορά το κύρος του μέτρου
(Κανονισμός του 2241/87 Συμβουλίου, άρθρο 15)
Περίληψη1. Το άρθρο 7 της Συνθήκης και το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 101/76, με το οποίο καθιερώνεται, σχετικά με τις αλιευτικές δραστηριότητες των πλοίων των κρατών μελών στα κοινοτικά ύδατα, η αρχή της ισότητας όσον αφορά τις προϋποθέσεις προσβάσεως και εκμεταλλεύσεως, πρέπει, ενόψει της θεσπίσεως συστήματος εθνικών ποσοστώσεων και της ευχέρειας που έχει παρασχεθεί στα κράτη μέλη να λαμβάνουν εθνικά μέτρα ελέγχου υπερβαίνοντα τις ελάχιστες απαιτήσεις του κοινοτικού κανονισμού, εφόσον τα μέτρα αυτά συντελούν στην τήρηση των ποσοστώσεων και είναι ανάλογα προς τον σκοπό τους, να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι δεν εμποδίζουν ένα κράτος μέλος, το οποίο εξαρτά τη χρησιμοποίηση των αλιευτικών του ποσοστώσεων από τη χορήγηση αδείας, να περιλάβει στην άδεια που χορηγεί στα πλοία που φέρουν τη σημαία του την υποχρέωση για τον πλοίαρχο να γνωστοποιεί μέσω ασυρμάτου την πρόθεσή του να περάσει από μια ζώνη CIEM σε άλλη μολονότι ο όρος αυτός δεν ισχύει για τα κράτη που φέρουν τη σημαία άλλων κρατών μελών και αλιεύουν τα ίδια είδη στις ίδιες ζώνες.
2. Δυνάμει του άρθρου 15 του κανονισμού 2241/87, για τη θέσπιση ορισμένων μέτρων ελέγχου για αλιευτικές δραστηριότητες, τα κράτη μέλη υποχρεούνται να ανακοινώνουν στην Επιτροπή όρο περιεχόμενο στις άδειες με τις οποίες επιτρέπεται η αλιεία στο πλαίσιο των ποσοστώσεών τους και οι οποίες χορηγούνται στα πλοία που φέρουν τη σημαία τους. Ωστόσο, η μη κοινοποίηση εθνικού μέτρου ελέγχου, όπως ο εν λόγω όρος, δεν θίγει το κύρος του από πλευράς κοινοτικού δικαίου. Πράγματι, η υποχρέωση κοινοποιήσεως, η οποία μπορεί να εκτελείται και μετά τη λήψη του μέτρου, δεν έχει τεθεί παρά για καθαρώς λόγους ενημερώσεως.
ΔιάδικοιΣτις συνεκδικασθείσες υποθέσεις C-251/90 και C-252/90,
που έχουν ως αντικείμενο αιτήσεις του Sheriff Court of Grampian, Highland and Islands at Elgin (Σκωτία) προς το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, με τις οποίες ζητείται, στο πλαίσιο των διαφορών που εκκρεμούν ενώπιον του αιτούντος δικαστηρίου μεταξύ
Procurator Fiscal
κατά
Kenneth Gordon Wood,
και μεταξύ
Procurator Fiscal
κατά
James Cowie,
η έκδοση προδικαστικής αποφάσεως ως προς την ερμηνεία του άρθρου 7 της Συνθήκης ΕΟΚ και των άρθρων 2 και 3 του κανονισμού (ΕΟΚ) 101/76 του Συμβουλίου, της 19ης Ιανουαρίου 1976, περί θεσπίσεως κοινής διαρθρωτικής πολιτικής στον τομέα της αλιείας (ΕΕ ειδ. έκδ. 04/001, σ. 61),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),
συγκείμενο από τους F. A. Schockweiler, πρόεδρο τμήματος, G. F. Mancini, Κ. Ν. Κακούρη, M. Diez de Velasco και J. L. Murray, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: G. Tesauro
γραμματέας: H. A. Ruehl, κύριος υπάλληλος διοικήσεως,
λαμβάνοντας υπόψη τις γραπτές παρατηρήσεις που κατέθεσαν:
- η Κυβέρνηση του Ηνωμενου Βασιλείου, εκπροσωπούμενη από τον J. E. Collins, Treasury solicitor, επικουρούμενο από τους Ronald D. Mackay, QC, και Christopher Vajda, barrister
- η Επιτροπή, εκπροσωπούμενη από τους Robert Fischer, νομικό σύμβουλο, και Christopher Docksey, μέλος της Νομικής Υπηρεσίας
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις προφορικές παρατηρήσεις των Kenneth Wood και James Cowie, εκπροσωπουμένων από τον D. N. Yule, solicitor, της Κυβερνήσεως του Ηνωμένου Βασιλείου και της Επιτροπής, κατά τη συνεδρίαση της 29ης Νοεμβρίου 1991,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 23ης Ιανουαρίου 1992,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης1 Με δύο Διατάξεις της 26ης Ιανουαρίου 1990 και δύο Διατάξεις της 12ης Νοεμβρίου 1990, που περιήλθαν στο Δικαστήριο, αντίστοιχα, στις 20 Αυγούστου 1990 και στις 15 Νοεμβρίου 1990, το Sheriff Court of Grampian, Highland and Island at Elgin (Σκωτία) υπέβαλε, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, τρία προδικαστικά ερωτήματα σχετικά με την ερμηνεία του άρθρου 7 της Συνθήκης ΕΟΚ και των άρθρων 2 και 3 του κανονισμού (ΕΟΚ) 101/76 του Συμβουλίου, της 19ης Ιανουαρίου 1976, περί θεσπίσεως κοινής διαρθρωτικής πολιτικής στον τομέα της αλιείας (ΕΕ ειδ. έκδ. 04/001, σ. 61).
2 Τα ερωτήματα αυτά ανέκυψαν στο πλαίσιο δύο ποινικών δικών που κινήθηκαν από τον Procurator Fiscal at Elgin κατά, αντίστοιχα, του Kenneth Gordon Wood, πλοιάρχου του βρετανικού αλιευτικού σκάφους Scarlet Thread II (υπόθεση C-251/90) και του James Cowie, πλοιάρχου του βρετανικού αλιευτικού σκάφους Crystal River (υπόθεση C-252/90), αμφοτέρων Bρετανών υπηκόων, κατοίκων Buckie, Banffshire.
3 Οι δύο κατηγορούμενοι διώχθηκαν ποινικώς διότι διήλθαν, αντίστοιχα, μεταξύ 7ης και 9ης Απριλίου 1989 και την 31η Μαρτίου 1989, τη γραμμή του δυτικού γεωγραφικού μήκους 4 η οποία χωρίζει τη ζώνη CIEM IV (Bόρεια Θάλασσα) από τη ζώνη CIEM VI (δυτικώς της Σκωτίας) χωρίς να έχουν προηγουμένως ειδοποιήσει μέσω ασυρμάτου σχετικά με τη διάβαση αυτή το Σκωτικό Υπουργείο Γεωργίας και Δασών, παραβιάζοντας έτσι τον αντίστοιχο όρο που περιλαμβανόταν στην άδειά τους.
4 'Οπως προκύπτει από τη δικογραφία, ο όρος αυτός τέθηκε από τον Μάρτιο του 1989 στις άδειες που χορηγούνται στους ενδιαφερομένους οι οποίοι, εκμεταλλευόμενοι βρετανικά αλιευτικά σκάφη, αλιεύουν ορισμένα είδη τα οποία υπόκεινται, σύμφωνα με την ισχύουσα κοινοτική νομοθεσία, σε περιορισμούς όσον αφορά την αλίευσή τους (ποσοστώσεις αλιείας). Η εν λόγω νομοθεσία επιτρέπει στις βρετανικές αρχές να ασκούν έναν πλέον αποτελεσματικό έλεγχο του συστήματος των ποσοστώσεων, εμποδίζοντας να καταλογίζονται στη βρετανική ποσόστωση που έχει χορηγηθεί για τις δύο αυτές ζώνες οι ιχθείς που αλιεύονται στην άλλη ζώνη. Η μη τήρηση του όρου αυτού συνιστά έγκλημα τιμωρούμενο με πρόστιμο.
5 Κατά τη διάρκεια της δίκης, οι κατηγορούμενοι ισχυρίστηκαν, αφενός, ότι ο όρος αυτός συνιστά δυσμενή διάκριση και επομένως είναι αντίθετος προς τα άρθρα 7 της Συνθήκης ΕΟΚ και 2 του κανονισμού 101/76, κατά το μέτρο που ο εν λόγω όρος ισχύει μόνο για τα σκάφη που είναι νηολογημένα στο Ηνωμένο Βασίλειο και όχι για τα σκάφη των άλλων κρατών μελών που αλιεύουν τα ίδια είδη στις ίδιες ζώνες, και, αφετέρου, ότι ο όρος αυτός είναι επίσης αντίθετος προς το άρθρο 3 του κανονισμού 101/76, διότι θεσπίστηκε χωρίς να έχει κοινοποιηθεί στα άλλα κράτη μέλη και στην Επιτροπή, παρά την τροποποίηση που επήλθε με αυτόν, στο ισχύον μέχρι τότε καθεστώς αλιείας.
6 Σ' αυτήν ακριβώς την αλληλουχία το Sheriff court of Grampian, Highland and Islands at Elgin υπέβαλε, στις 26 Ιανουαρίου 1990, τα ακόλουθα προδικαστικά ερωτήματα, τα οποία ταυτίζονται στις δύο υποθέσεις:
"1) 'Οταν, όσον αφορά ιχθείς των οποίων η αλίευση εμπίπτει στο κοινοτικό σύστημα του συνόλου των επιτρεπομένων αλιευμάτων, ένα κράτος μέλος απαγορεύει στα αλιευτικά σκάφη που είναι νηολογημένα σ' αυτό να αλιεύουν άνευ αδείας,
α) το άρθρο 7 της Συνθήκης ΕΟΚ
ή
β) το άρθρο 2 του κανονισμού 101/76 του Συμβουλίου, της 19ης Ιανουαρίου 1976 (ΕΕ ειδ. έκδ. 04/001, σ. 61)
εμποδίζουν, υπό τις περιγραφείσες περιστάσεις, τις αρμόδιες αρχές αυτού του κράτους μέλους να περιλάβουν, μεταξύ των προϋποθέσεων χορηγήσεως των αδειών αυτών, όρο σύμφωνα με τον οποίο επιβάλλεται στον πλοίαρχο του σκάφους να αναφέρει μέσω ασυρμάτου στις αρχές την πρόθεσή του να περάσει από μια ζώνη CIEM σε άλλη;
2) 'Οταν ένα κράτος μέλος προτίθεται να εισαγάγει στις άδειες έναν όρο όπως αυτός που περιγράφεται στο προηγούμενο ερώτημα, υποχρεούται το εν λόγω κράτος μέλος δυνάμει του άρθρου 3 του κανονισμού 101/76 του Συμβουλίου να γνωστοποιήσει στα άλλα κράτη μέλη και στην Επιτροπή την πρόθεση αυτή;"
7 Στη συνέχεια, οι κατηγορούμενοι πληροφορήθηκαν και επέστησαν την προσοχή του εθνικού δικαστηρίου επί του γεγονότος ότι το Ηνωμένο Βασίλειο με έγγραφο της 21ης Δεκεμβρίου 1989, κοινοποίησε τον εν λόγω όρο στην Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και ότι το εν λόγω κοινοτικό όργανο, στην απάντησή του, δεν προέβαλε καμιά αντίρρηση ως προς την εφαρμογή του από το Ηνωμένο Βασίλειο από τον Μάρτιο του 1989. Κατόπιν αυτού, το εθνικό δικαστήριο υπέβαλε, στις 12 Νοεμβρίου 1990, στο Δικαστήριο το εξής πανομοιότυπο και στις δύο υποθέσεις συμπληρωματικό προδικαστικό ερώτημα:
"Αν ένα κράτος μέλος υποχρεούται να γνωστοποιήσει στην Επιτροπή ή στην Επιτροπή και στα άλλα κράτη μέλη την πρόθεσή του να περιλάβει στην άδεια έναν τέτοιο όρο, η παράλειψή του να προβεί στη γνωστοποίηση αυτή συνεπάγεται το ανίσχυρο του εν λόγω όρου και, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, το ανίσχυρο αυτό μπορεί να θεραπευθεί εκ των υστέρων με εκπρόθεσμη γνωστοποίηση του εν λόγω κράτους μέλους;"
8 Με Διάταξη της 20ής Σεπτεμβρίου 1990, το Δικαστήριο αποφάσισε, προς διευκόλυνση της έγγραφης και προφορικής διαδικασίας και προς έκδοση κοινής αποφάσεως, τη συνεκδίκαση των δύο υποθέσεων.
9 Στην έκθεση ακροατηρίου αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά των διαφορών στις κύριες δίκες, η εξέλιξη της διαδικασίας καθώς και οι έγγραφες παρατηρήσεις που υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνον καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
Επί του πρώτου ερωτήματος
10 Με το ερώτημα αυτό, το εθνικό δικαστήριο ζητεί κατ' ουσίαν να μάθει αν το άρθρο 7 της Συνθήκης ή το άρθρο 2 του κανονισμού 101/76 του Συμβουλίου πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι απαγορεύουν σ' ένα κράτος μέλος, το οποίο εξαρτά την πρόσβαση στις ποσοστώσεις του αλιείας από τη χορήγηση άδειας, να περιλάβει στην άδεια αυτή την υποχρέωση, για τον πλοίαρχο του σκάφους που φέρει τη σημαία του κράτους αυτού, να αναφέρει μέσω ασυρμάτου την πρόθεσή του να περάσει από μια ζώνη CIEM σε άλλη, ενώ ο όρος αυτός δεν ισχύει για τα
σκάφη που φέρουν τη σημαία άλλου κράτους μέλους και αλιεύουν τα ίδια είδη στις ίδιες ζώνες.
11 Προκειμένου να δοθεί απάντηση στο ερώτημα αυτό, πρέπει τούτο να εξεταστεί στο πλαίσιο των διατάξεων της κοινοτικής νομοθεσίας που αφορούν την άσκηση δραστηριοτήτων αλιείας.
12 Συναφώς, πρέπει να επισημανθεί ότι με τον κανονισμό 101/76 θεσπίστηκε ένα σύστημα το οποίο αποσκοπεί στον συντονισμό των διαρθρωτικών πολιτικών των κρατών μελών στον τομέα της αλιείας και ότι το άρθρο του 2, παράγραφος 1, καθιερώνει, υπέρ όλων των αλιευτικών σκαφών που φέρουν σημαία ενός των κρατών μελών και είναι νηολογημένα στο έδαφος της Κοινότητας, την αρχή της ισότητας όσον αφορά τις προϋποθέσεις προσβάσεως και εκμεταλλεύσεως των αποθεμάτων που βρίσκονται στα θαλάσσια ύδατα τα οποία υπάγονται στην κυριαρχία ή τη δικαιοδοσία οποιουδήποτε άλλου κράτους μέλους.
13 Εν τούτοις στην αρχή αυτή, έχει εισαχθεί, μια εξαίρεση με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 170/83 του Συμβουλίου, της 25ης Ιανουαρίου 1983, περί θεσπίσεως κοινοτικού καθεστώτος διατηρήσεως και διαχειρίσεως των αλιευτικών πόρων (ΕΕ L 24, σ. 1), πράγμα που είχε κυρίως ως συνέπεια την καθιέρωση ενός συστήματος εθνικών ποσοστώσεων αλιείας (βλ. τα άρθρα 3 και 4 του κανονισμού 170/83 και τις αποφάσεις της 14ης Δεκεμβρίου 1989, C-3/87, Agegate, Συλλογή 1989, σ. 4459, σκέψη 16, και C-216/87, Jaderow, Συλλογή 1989, σ. 4509, σκέψεις 17 και 24). Δυνάμει του συστήματος αυτού, μόνο στα σκάφη που φέρουν τη σημαία κράτους μέλους επιτρέπεται να αντλούν από τις ποσοστώσεις αλιείας του κράτους αυτού.
14 Σύμφωνα με το άρθρο 5, παράγραφος 2, του εν λόγω κανονισμού 170/83, τα κράτη μέλη είναι αρμόδια να καθορίζουν, σύμφωνα με τις ισχύουσες κοινοτικές διατάξεις, τις λεπτομέρειες σχετικά με τη χρησιμοποίηση των ποσοστώσεων που τους έχουν χορηγηθεί.
15 Στο πλαίσιο της αρμοδιότητας που τους έχει κατ' αυτόν τον τρόπο αναγνωριστεί, τα κράτη μέλη μπορούν να εξαρτούν την πρόσβαση των σκαφών τους
στις ποσοστώσεις τους αλιείας από ένα σύστημα αδειών, όπως ορίζει το άρθρο 11α του κανονισμού (ΕΟΚ) 2241/87 του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 1987, για τη θέσπιση ορισμένων μέτρων ελέγχου για τις αλιευτικές δραστηριότητες (ΕΕ L 207, σ. 1), που προστέθηκε στον κανονισμό αυτό με το άρθρο 1, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 3483/88 του Συμβουλίου της 7ης Νοεμβρίου 1988 (ΕΕ L 306, σ. 2 βλ. επίσης την απόφαση της 27ης Μαρτίου 1990, C-9/89, Ισπανία κατά Επιτροπής, Συλλογή 1990, σ. Ι-1383, σκέψη 16). Με τις άδειες αυτές είναι δυνατό να τίθενται ορισμένες προϋποθέσεις κατά το μέτρο που οι προϋποθέσεις αυτές δεν διέπονται αποκλειστικώς από το κοινοτικό δίκαιο και είναι κατάλληλες και απαραίτητες για την επίτευξη του σκοπού των ποσοστώσεων (βλ. την προαναφερθείσα απόφαση της 14ης Δεκεμβρίου 1989, Jaderow, σκέψεις 19 και 25).
16 'Οσον αφορά ειδικότερα το ζήτημα αν τέτοιες προϋποθέσεις είναι δυνατό να αφορούν τον έλεγχο των δραστηριοτήτων που ασκούνται επί των υποκειμένων σε ποσοστώσεις αποθεμάτων, πρέπει να ληφθεί υπόψη ο κανονισμός 2241/87, ο οποίος καθορίζει τα μέτρα ελέγχου των αλιευτικών δραστηριοτήτων και τις αντίστοιχες υποχρεώσεις των κρατών μελών. Σύμφωνα με το άρθρο του 15, πρώτο εδάφιο, ο κανονισμός αυτός εφαρμόζεται "υπό την επιφύλαξη των εθνικών διατάξεων ελέγχου που υπερβαίνουν τις ελάχιστες απαιτήσεις του, εφόσον αυτές είναι σύμφωνες με την κοινοτική νομοθεσία καθώς και με την κοινή αλιευτική πολιτική". Η διάταξη αυτή καλύπτει τα πρόσθετα μέτρα ελέγχου που ένα κράτος μέλος είναι δυνατό να αποφασίσει να λάβει προκειμένου να διατηρήσει τις ποσοστώσεις του.
17 Τα μέτρα αυτά, που αποτελούν μέρος της γενικότερης κατηγορίας των μέτρων που επιτρέπεται σε ένα κράτος μέλος να λάβει σύμφωνα με το άρθρο 5, παράγραφος 2, του κανονισμού 170/83, αφορούν μόνον τα σκάφη που φέρουν τη σημαία του κράτους αυτού. Το άρθρο 15 του κανονισμού 2241/87, που αφορά ειδικώς τα εθνικά μέτρα ελέγχου, δεν υποχρεώνει τα κράτη μέλη να επεκτείνουν την εφαρμογή των μέτρων αυτών και στα σκάφη των άλλων κρατών μελών.
18 Ενόψει των ανωτέρω, κρίνεται ότι η κοινοτική νομοθεσία σχετικά με τη διατήρηση των αλιευτικών πόρων δεν απαγορεύει να τίθεται ένας όρος όπως αυτός που μνημονεύεται από το εθνικό δικαστήριο, διότι με τον όρο αυτό σκοπείται η διασφάλιση του ελέγχου των αλιευτικών δραστηριοτήτων που αφορούν τις ποσοστώσεις και διευκολύνεται η πρόληψη της απάτης, χωρίς ο εν λόγω όρος να είναι δυσανάλογος σε σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό. Κατά συνέπεια, ένας τέτοιος όρος δεν μπορεί να θεωρηθεί αντίθετος προς το άρθρο 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 101/76, εφόσον ο όρος αυτός ισχύει μόνο για τα σκάφη που φέρουν τη σημαία του κράτους μέλους που τον έχει θέσει.
19 'Οσον αφορά το άρθρο 7 της Συνθήκης, το οποίο απαγορεύει κάθε διάκριση λόγω ιθαγενείας, πρέπει να αναγωριστεί ότι ο εν λόγω όρος αφορά μόνο τα αλιευτικά σκάφη που φέρουν τη σημαία του κράτους μέλους που τον έχει θέσει και όχι τα σκάφη που φέρουν τη σημαία άλλων κρατών μελών και αλιεύουν τα ίδια είδη στις ίδιες ζώνες CIEM. Εξάλλου, δεδομένου ότι τα αλιεύματα των τελευταίων αυτών σκαφών καταλογίζονται στις ποσοστώσεις του κράτους μέλους του οποίου φέρουν τη σημαία, τα σκάφη αυτά υπόκεινται στα μέτρα ελέγχου που έχουν θεσπιστεί από το κράτος αυτό. Σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου, το άρθρο 7 της Συνθήκης δεν αφορά τις ενδεχόμενες ανισότητες ως προς τη μεταχείριση και τις στρεβλώσεις που μπορεί να προκύπτουν, όσον αφορά τα πρόσωπα και τις επιχειρήσεις που υπόκεινται στη δικαιοδοσία της Κοινότητας, από την εφαρμογή εκ μέρους ενός κράτους μέλους μέτρων περισσότερο αυστηρών από αυτά που εφαρμόζονται στον ίδιο τομέα από άλλα κράτη μέλη (βλ., υπό την έννοια αυτή, την απόφαση της 3ης Ιουλίου 1979, 185/78 έως 204/78, Van Dam, Συλλογή 1979, σ. 2345, σκέψη 10).
20 Κατά συνέπεια, στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι τα άρθρα 7 της Συνθήκης ΕΟΚ και 2, παράγραφος 1, του κανονισμού 101/76 πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι δεν εμποδίζουν ένα κράτος μέλος, το οποίο εξαρτά τη χρησιμοποίηση των αλιευτικών του ποσοστώσεων από τη χορήγηση αδείας, να περιλάβει στην άδεια αυτή και την υποχρέωση του πλοιάρχου του σκάφους που
φέρει τη σημαία του κράτους αυτού να γνωστοποιεί μέσω ασυρμάτου την πρόθεσή του να περάσει από μια ζώνη CIEM σε άλλη, όταν ο όρος αυτός δεν ισχύει για τα σκάφη που φέρουν τη σημαία άλλων κρατών μελών και αλιεύουν τα ίδια είδη στις ίδιες ζώνες.
Επί του δευτέρου ερωτήματος
21 Το ερώτημα αυτό αναφέρεται στο άρθρο 3 του κανονισμού 101/76, το οποίο επιβάλλει, γενικώς, στα κράτη μέλη να κοινοποιούν στα άλλα κράτη μέλη και στην Επιτροπή τις τροποποιήσεις που σκοπεύουν να επιφέρουν στο καθεστώς τους αλιείας.
22 Ωστόσο, όσον αφορά την ειδικότερη περίπτωση των εθνικών μέτρων ελέγχου που υπερβαίνουν τις ελάχιστες απαιτήσεις που έχουν τεθεί με τον κανονισμό 2241/87, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι, δυνάμει του άρθρου 15, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού αυτού, τα μέτρα αυτά "ανακοινώνονται στην Επιτροπή σύμφωνα με το άρθρο 2, παράγραφος 2, του κανονισμού (ΕΟΚ) 101/76 του Συμβουλίου (...)".
23 Το άρθρο αυτό του κανονισμού 101/76 προβλέπει ότι τα κράτη μέλη ανακοινώνουν στα άλλα κράτη μέλη και στην Επιτροπή τις διατάξεις "που υφίστανται" και αφορούν την αλιεία στα θαλάσσια ύδατα που υπάγονται στην κυριαρχία ή τη δικαιοδοσία τους και όχι τις διατάξεις "που πρόκειται" να θεσπίσουν, όπως ο ίδιος αυτός κανονισμός απαιτεί όσον αφορά τις αναφερόμενες στο άρθρο του 3 διατάξεις.
24 Επομένως, κρίνεται ότι τα εθνικά μέτρα πρέπει να κοινοποιούνται στην Επιτροπή, αλλ' όχι, κατ' ανάγκη, πριν από τη λήψη τους.
25 Κατά συνέπεια, στο δεύτερο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι δυνάμει του άρθρου 15 του κανονισμού 2241/87 τα κράτη μέλη υποχρεούνται να
ανακοινώνουν στην Επιτροπή όρους, όπως ο προαναφερόμενος τον οποίο περιλαμβάνουν στις άδειες που χορηγούν στα σκάφη που φέρουν τη σημαία τους προκειμένου να τους επιτρέπουν την αλιεία στο πλαίσιο των ποσοστώσεών τους.
Επί του συμπληρωματικού ερωτήματος
26 Το ερώτημα αυτό έχει δύο σκέλη. Με το πρώτο ζητείται να προσδιοριστεί αν η μη ανακοίνωση ενός εθνικού μέτρου ελέγχου, όπως ο προαναφερόμενος όρος, θίγει το κύρος του, παρά το γεγονός ότι ενδεχομένως συμβιβάζεται κατ' ουσίαν με το κοινοτικό δίκαιο. Με το δεύτερο σκέλος του ερωτήματός του, το εθνικό δικαστήριο ζητεί να μάθει αν είναι δυνατή, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως στο πρώτο σκέλος, η θεραπεία του ανισχύρου του εν λόγω μέτρου με μεταγενέστερη κοινοποίησή του στην Επιτροπή.
27 'Οσον αφορά το πρώτο σκέλος του υποβληθέντος ερωτήματος, πρέπει να επισημανθεί ότι το άρθρο 15, δεύτερο εδάφιο, του κανονισμού 2241/87 ουδόλως μνημονεύει τις συνέπειες της παραλείψεως ανακοινώσεως ενός εθνικού μέτρου ελέγχου.
28 Ωστόσο, ενόψει του γεγονότος ότι η λήψη ενός τέτοιου εθνικού μέτρου δεν εξαρτάται από την προϋπόθεση της προηγουμένης κοινοποιήσεώς του στην Επιτροπή, πρέπει να θεωρηθεί ότι η εν λόγω υποχρέωση κοινοποιήσεως έχει τεθεί απλώς και μόνο για λόγους ενημερώσεως. Κατά συνέπεια, η παράλειψη μιας τέτοιας κοινοποιήσεως δεν θίγει το κύρος ενός μέτρου που πληροί τα κριτήρια του πρώτου εδαφίου του ίδιου άρθρου 15.
29 Η ερμηνεία αυτή επιρρωνύεται από το γεγονός ότι, αντιθέτως, με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 3094/86 του Συμβουλίου, της 7ης Οκτωβρίου 1986, για τη θέσπιση ορισμένων τεχνικών μέτρων διατήρησης των αλιευτικών πόρων (ΕΕ L 288, σ. 1), έχει εισαχθεί μια λεπτομερέστερη διαδικασία κοινοποιήσεως όσον αφορά τα εθνικά
τεχνικά μέτρα, το δε άρθρο του 14, παράγραφος 2, επιτρέπει στην Επιτροπή να καθιστερεί ή να εμποδίζει τη θέση σε ισχύ των μέτρων που της ανακοινώνονται.
30 Επομένως, στο πρώτο σκέλος του συμπληρωματικού ερωτήματος πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι η μη κοινοποίηση ενός εθνικού μέτρου ελέγχου, όπως ο προαναφερόμενος όρος, δεν θίγει το κύρος του από πλευράς κοινοτικού δικαίου.
31 Ενόψει της απαντήσεως που δόθηκε στο πρώτο σκέλος, παρέλκει η απάντηση στο δεύτερο σκέλος του ερωτήματος.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδαΕπί των δικαστικών εξόδων
32 Τα έξοδα στα οποία υποβλήθηκαν η Κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου και Η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων που κατέθεσαν παρατηρήσεις στο Δικαστήριο δεν αποδίδονται. Δεδομένου ότι η παρούσα διαδικασία έχει, ως προς τους διαδίκους της κύριας δίκης, τον χαρακτήρα παρεμπίπτοντος που ανέκυψε ενώπιον του εθνικού δικαστηρίου, σ' αυτό εναπόκειται να αποφανθεί επί των δικαστικών εξόδων.
ΔιατακτικόΓια τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ (έκτο τμήμα),
κρίνοντας επί των ερωτημάτων που του υπέβαλε το Sheriff Court of Grampian, Highland and Islands at Elgin (Σκωτία), με Διατάξεις της 26ης Ιανουαρίου 1990 και της 12ης Νοεμβρίου 1990, αποφαίνεται:
1) Τα άρθρα 7 της Συνθήκης ΕΟΚ και 2, παράγραφος 1, του κανονισμού (ΕΟΚ) 101/76 του Συμβουλίου πρέπει να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι δεν εμποδίζουν ένα κράτος μέλος, το οποίο εξαρτά τη χρησιμοποίηση των αλιευτικών του ποσοστώσεων από τη χορήγηση
αδείας, να περιλάβει στην άδεια αυτή και την υποχρέωση του πλοιάρχου του σκάφους που φέρει τη σημαία του κράτους αυτού να γνωστοποιεί μέσω ασυρμάτου την πρόθεσή του να περάσει από μια ζώνη CIEM σε άλλη όταν ο όρος αυτός δεν ισχύει για τα σκάφη που φέρουν τη σημαία άλλων κρατών μελών και αλιεύουν τα ίδια είδη στις ίδιες ζώνες.
2) Δυνάμει του άρθρου 15 του κανονισμού (ΕΟΚ) 2241/87 του Συμβουλίου, της 23ης Ιουλίου 1987, για τη θέσπιση ορισμένων μέτρων ελέγχου για αλιευτικές δραστηριότητες τα κράτη μέλη υποχρεούνται να ανακοινώνουν στην Επιτροπή έναν όρο, όπως ο προαναφερόμενος, τον οποίο περιλαμβάνουν στις άδειες που χορηγούν στα σκάφη που φέρουν τη σημαία τους προκειμένου να τους επιτρέπουν την αλιεία στο πλαίσιο των ποσοστώσεών τους.
3) Η μη κοινοποίηση ενός εθνικού μέτρου ελέγχου, όπως ο προαναφερόμενος όρος, δεν θίγει το κύρος του από πλευράς κοινοτικού δικαίου.
Top