Avis juridique important
ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΤΗΣ 17ΗΣ ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 1992. - ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΤΗΣ ΙΣΠΑΝΙΑΣ, ΒΑΣΙΛΕΙΟ ΤΟΥ ΒΕΛΓΙΟΥ ΚΑΙ ΙΤΑΛΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΚΑΤΑ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΙΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ. - ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΣΤΙΣ ΑΓΟΡΕΣ ΤΩΝ ΤΗΛΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ. - ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΣΘΕΙΣΕΣ ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ C-271/90, C-281/90 ΚΑΙ C-289/90.
Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου 1992 σελίδα I-05833
Σουηδική ειδική έκδοση σελίδα I-00175
Φινλανδική ειδική έκδοση σελίδα I-00177
Περίληψη
Διάδικοι
Σκεπτικό της απόφασης
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδα
Διατακτικό
++++
1. Ανταγωνισμός * Δημόσιες επιχειρήσεις και επιχειρήσεις στις οποίες τα κράτη μέλη χορηγούν ειδικά ή αποκλειστικά δικαιώματα * Αρμοδιότητα της Επιτροπής * 'Εκδοση οδηγιών διευκρινιζουσών, κατά τρόπο γενικό, τις απορρέουσες από τη Συνθήκη υποχρεώσεις των κρατών μελών * Υποχρεώσεις απορρέουσες από το άρθρο 59 της Συνθήκης * Ανάγκη προηγούμενης θεσπίσεως νομοθεσίας του Συμβουλίου * Δεν υφίσταται * Υποχρεώσεις απορρέουσες από το άρθρο 86 * Καθορισμός στα κράτη μέλη ενός προς επίτευξη στόχου με μέσα της επιλογής τους * Τούτο είναι νόμιμο
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρα 59, 86 και 90 PAR 3)
2. Ανταγωνισμός * Δημόσιες επιχειρήσεις και επιχειρήσεις στις οποίες τα κράτη μέλη χορηγούν ειδικά ή αποκλειστικά δικαιώματα * Προσφυγή στο άρθρο 90 της Συνθήκης για την αντιμετώπιση θίγουσας τον ανταγωνισμό συμπεριφοράς οφειλόμενης στην πρωτοβουλία των επιχειρήσεων * Τούτο στερείται νομιμότητας * Η κατάλληλη νομική βάση * 'Αρθρα 85 και 86 της Συνθήκης
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρα 85, 86 και 90 οδηγία 90/388 της Επιτροπής, άρθρο 8)
3. Πράξεις των οργάνων * Αιτιολογία * Υποχρέωση * Οδηγία επιβάλλουσα την κατάργηση από τα κράτη μέλη των ειδικών δικαιωμάτων που έχουν χορηγηθεί σε ορισμένες επιχειρήσεις σε συγκεκριμένο τομέα * 'Ελλειψη διευκρινίσεων σχετικά με τη φύση των σχετικών δικαιωμάτων και το ασυμβίβαστό τους με τις διατάξεις της Συνθήκης * Τούτο στερείται νομιμότητας
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρα 190 οδηγία 90/388 της Επιτροπής)
4. Ανταγωνισμός * Δημόσιες επιχειρήσεις και επιχειρήσεις στις οποίες τα κράτη μέλη χορηγούν ειδικά ή αποκλειστικά δικαιώματα * Επιχειρήσεις διαθέτουσες το μονοπώλιο της εκμεταλλεύσεως του δημοσίου δικτύου τηλεπικοινωνιών * Επέκταση του μονοπωλίου στην αγορά των τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών μέσω της χορηγήσεως αποκλειστικών δικαιωμάτων * Απαγόρευση δικαιολογουμένη από πλευράς του άρθρου 86 της Συνθήκης
(Συνθήκη ΕΟΚ, άρθρα 86 και 90 PAR 1)
Περίληψη1. Η εποπτική εξουσία που έχει ανατεθεί στην Επιτροπή με το άρθρο 90, παράγραφος 3, της Συνθήκης περιλαμβάνει και τη δυνατότητα διευκρινίσεως των υποχρεώσεων που βαρύνουν τα κράτη μέλη. Η έκτασή της εξαρτάται από το πεδίο εφαρμογής των κανόνων των οποίων η τήρηση πρέπει να εξασφαλίζεται.
Προκειμένου περί του άρθρου 59 της Συνθήκης, διάταξη απευθείας εφαρμοζομένη, η Επιτροπή μπορούσε, προκειμένου να ευνοήσει την πραγματική άσκηση του δικαιώματος της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών στον τομέα των τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών, να διευκρινίσει τις απορρέουσες από το άρθρο αυτό υποχρεώσεις χωρίς να είναι αναγκαία προηγούμενη νομοθετική ενέργεια του Συμβουλίου.
'Οσον αφορά το άρθρο 86 της Συνθήκης, η Επιτροπή μπορούσε, με την ίδια οδηγία και χωρίς να υπερβεί τις εξουσίες της, εφόσον τα κράτη μέλη εξακολουθούν να είναι ελεύθερα να επιλέγουν τα μέσα εφαρμογής, να τα υποχρεώσει να διασφαλίσουν την ανεξαρτησία του φορέα των εξουσιών εγκρίσεως, ελέγχου και εποπτείας των τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών σε σχέση με τους οργανισμούς τηλεπικοινωνιών.
2. Το άρθρο 90 της Συνθήκης παρέχει εξουσία στην Επιτροπή μόνο ως προς τα κρατικά μέτρα, ενώ η εξ ιδίας πρωτοβουλίας θίγουσα τον ανταγωνισμό συμπεριφορά των επιχειρήσεων μπορεί να αντιμετωπίζεται μόνο με ατομικές αποφάσεις κατ' εφαρμογή των άρθρων 85 και 86 της Συνθήκης.
Εκ του λόγου αυτού πρέπει να ακυρωθεί το άρθρο 8 της οδηγίας 90/388, που εκδόθηκε βάσει του άρθρου 90, οδηγίας με την οποία η Επιτροπή επεδίωξε να υποχρεώσει τα κράτη μέλη να επιτρέπουν, με μεγίστη προειδοποίηση μη υπερβαίνουσα το έτος, την καταγγελία των συμβάσεων παροχής τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών που, κατά τη σύναψή τους, αποτελούσαν το αντικείμενο ειδικών ή αποκλειστικών δικαιωμάτων χορηγηθέντων σε ορισμένες επιχειρήσεις, ενώ δεν απεδείχθη ότι η σύναψη συμβάσεων μακράς διαρκείας, θεωρούμενη ως θίγουσα τον ανταγωνισμό, υπήρξε το αποτέλεσμα ενθαρρύνσεως ή εξαναγκασμού προερχομένου από τις κρατικές αρχές.
3. Εφόσον η Επιτροπή σκόπευε να υποχρεώσει, βάσει των εξουσιών που διαθέτει από το άρθρο 90 της Συνθήκης, τα κράτη μέλη να καταργήσουν τα ειδικά δικαιώματα που είχαν χορηγηθεί σε ορισμένες επιχειρήσεις στον τομέα των τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών, στο εν λόγω κοινοτικό όργανο εναπόκειτο, αφενός, να προσδιορίσει τον τύπο των συγκεκριμένων δικαιωμάτων περί των οποίων επρόκειτο και, αφετέρου, να καταδείξει ως προς τι η ύπαρξη των δικαιωμάτων αυτών είναι αντίθετη προς τις διάφορες διατάξεις της Συνθήκης. Ελλείψει οποιασδήποτε σχετικής διευκρινίσεως, οι διατάξεις της οδηγίας 90/388 σχετικά με τις τηλεπικοινωνιακές υπηρεσίες πρέπει να ακυρωθούν κατά το μέτρο που σκοπούν στη ρύθμιση των ειδικών δικαιωμάτων.
4. Η επέκταση του μονοπωλίου της εγκαταστάσεως και της εκμεταλλεύσεως ενός τηλεφωνικού δικτύου στην αγορά των τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών χωρίς αντικειμενική δικαιολογία απαγορεύεται, αυτή καθεαυτή, από τα άρθρα 86 και 90, παράγραφος 1, της Συνθήκης, όταν μια τέτοια επέκταση είναι αποτέλεσμα κρατικού μέτρου το οποίο έχει, κατ' αυτόν τον τρόπο, ως συνέπεια την εξάλειψη του ανταγωνισμού. Τούτο συμβαίνει στην περίπτωση της χορηγήσεως αποκλειστικών δικαιωμάτων για την παροχή τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών στους οργανισμούς τηλεπικοινωνιών οι οποίοι, έτσι, ωθούνται στο να αποκλείουν από την αγορά των εν λόγω υπηρεσιών τους ανταγωνιστές τους ή, τουλάχιστον, να περιορίζουν την πρόσβασή τους στην αγορά αυτή. Ως εκ τούτου, ορθώς η Επιτροπή αξίωσε, με την οδηγία της 90/388, την κατάργηση των δικαιωμάτων αυτών.
ΔιάδικοιΣτις συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C-271/90,
Βασίλειο της Ισπανίας, εκπροσωπούμενο, αρχικώς, από τον Carlos Bastarreche Saguees και στη συνέχεια από τον Alberto Jose Navarro Gonzalez, γενικό διευθυντή κοινοτικού θεσμικού και νομικού συντονισμού, και τη Rosario Silva de Lapuerta, Abogado del Estado, προϊσταμένη της υπηρεσίας κοινοτικών διαφορών, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την ισπανική πρεσβεία 4-6, boulevard Emmanuel Servais,
προσφεύγον,
υποστηριζόμενο από τη
Γαλλική Δημοκρατία, εκπροσωπούμενη από τους Jean-Pierre Puissochet, διευθυντή νομικών υποθέσεων στο Υπουργείο Εξωτερικών, και Geraud de Bergues, κύριο βοηθό γραμματέα στο ίδιο υπουργείο, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο τη γαλλική πρεσβεία, 9, boulevard Prince Henri,
παρεμβαίνουσα,
C-281/90,
Βασίλειο του Βελγίου, εκπροσωπούμενο από τον Eduard Marissens, δικηγόρο Βρυξελλών, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τη δικηγόρο Lucy Dupong, 14a, rue des Bains,
προσφεύγον,
και C-289/90,
Ιταλική Δημοκρατία, εκπροσωπούμενη από τον καθηγητή Luigi Ferrari Bravo, προϊστάμενο της υπηρεσίας επιλύσεως διπλωματικών διαφορών του Υπουργείου Εξωτερικών, επικουρούμενο από τον Ivo M. Braguglia, avvocato dello Stato, με τόπο επιδόσεων στο Λουξεμβούργο την ιταλική πρεσβεία, 5, rue Marie-Adelaide,
προσφεύγουσα,
κατά
Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εκπροσωπούμενης, όσον αφορά τις υποθέσεις C-271/90 και C-281/90, από τον Bernhard Jansen, νομικό σύμβουλο, καθώς και αντίστοιχα από την Blanca Rodriguez Galindo και τον Xavier Lewis, μέλη της νομικής υπηρεσίας, και, όσον αφορά την υπόθεση C-289/90, από τον Enrico Traversa, μέλος της νομικής υπηρεσίας, με αντίκλητο στο Λουξεμβούργο τον Roberto Hayder, εκπρόσωπο της νομικής υπηρεσίας, Centre Wagner, Kirchberg,
καθής,
που έχει ως αντικείμενο την ακύρωση της οδηγίας 90/388/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 28ης Ιουνίου 1990, σχετικά με τον ανταγωνισμό στις αγορές των τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών (ΕΕ L 192, σ. 10),
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ,
συγκείμενο από τους G. C. Rodriguez Iglesias, πρόεδρο τμήματος, προεδρεύοντα, Μ. Ζuleeg και J. L. Murray, προέδρους τμήματος, G. F. Mancini, R. Joliet, F. A. Schockweiler, J. C. Moitinho de Almeida, F. Grevisse και D. A. O. Edward, δικαστές,
γενικός εισαγγελέας: F. G. Jacobs
γραμματέας: Δ. Τριανταφύλλου, υπάλληλος διοικήσεως,
έχοντας υπόψη την έκθεση ακροατηρίου,
αφού άκουσε τις αγορεύσεις των διαδίκων κατά τη συνεδρίαση της 31ης Μαρτίου 1992, κατά την οποία, όσον αφορά την υπόθεση C-271/90, το Βασίλειο της Ισπανίας εκπροσωπήθηκε από τον Antonio Hierro Hernandez-Mora, Abogado del Estado, και η Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων από τους Fransisco Enrique Gonzalez Diaz και Enrico Traversa, μέλη της νομικής υπηρεσίας,
αφού άκουσε τον γενικό εισαγγελέα που ανέπτυξε τις προτάσεις του κατά τη συνεδρίαση της 20ής Μαΐου 1992,
εκδίδει την ακόλουθη
Απόφαση
Σκεπτικό της απόφασης1 Με δικόγραφα που κατέθεσαν στη Γραμματεία του Δικαστηρίου, αντίστοιχα, στις 7, 14 και 20 Σεπτεμβρίου 1990, το Βασίλειο της Ισπανίας, το Βασίλειο του Βελγίου και η Ιταλική Δημοκρατία ζήτησαν, δυνάμει του άρθρου 173, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ, την ακύρωση της οδηγίας 90/388/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 28ης Ιουνίου 1990, σχετικά με τον ανταγωνισμό στις αγορές τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών (ΕΕ L 192, σ. 10). Η Γαλλική Δημοκρατία παρενέβη, στην υπόθεση C-271/90, υπέρ του Βασιλείου της Ισπανίας.
2 Η οδηγία 90/388 εκδόθηκε βάσει του άρθρου 90, παράγραφος 3, της Συνθήκης. Το άρθρο της 1 περιέχει τον ορισμό των διαφόρων όρων που χρησιμοποιούνται στην οδηγία, όπως, κυρίως, "οργανισμοί τηλεπικοινωνιών", "ειδικά ή αποκλειστικά δικαιώματα", "δημόσιο δίκτυο τηλεπικοινωνιών", "τηλεπικοινωνιακές υπηρεσίες", "τερματικό σημείο του δικτύου", "ουσιώδεις απαιτήσεις". Εξάλλου, διευκρινίζει ότι η οδηγία δεν εφαρμόζεται όσον αφορά την υπηρεσία τηλετύπου, την κινητή ραδιοτηλεφωνία, τη μέσω ραδιοκυμάτων μετάδοση μηνυμάτων και τις επικοινωνίες μέσω δορυφόρου.
3 Σύμφωνα με το άρθρο 2 της οδηγίας, τα κράτη μέλη μεριμνούν για την κατάργηση των αποκλειστικών ειδικών δικαιωμάτων για την παροχή τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών εκτός των υπηρεσιών φωνητικής τηλεφωνίας και λαμβάνουν κάθε αναγκαίο μέτρο προκειμένου να διασφαλίζεται σε κάθε οικονομικό φορέα το δικαίωμα παροχής των εν λόγω τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών.
4 Το άρθρο 4 επιβάλλει στα κράτη μέλη να λάβουν τα αναγκαία μέτρα για τη διασφάλιση της δημοσιότητας, της αντικειμενικότητας και της ισότητας όσον αφορά τους όρους προσβάσεως στα δίκτυα και να ανακοινώνουν, για κάθε αύξηση των τιμολογίων που εφαρμόζονται στα μισθωμένα κυκλώματα, τα στοιχεία που θα επιτρέπουν στην Επιτροπή να εκτιμά το βάσιμο των αυξήσεων αυτών.
5 Το άρθρο 6 προβλέπει, μεταξύ άλλων, την κατάργηση, από τα κράτη μέλη, των υφισταμένων περιορισμών σχετικά με την επεξεργασία των σημάτων πριν από τη διαβίβασή τους μέσω δημοσίου δικτύου ή μετά τη λήψη τους καθώς και την υποχρέωση να γνωστοποιούν στην Επιτροπή τα ληφθέντα σχετικώς μέτρα.
6 Το άρθρο 7 προβλέπει ότι τα κράτη μέλη αναθέτουν, από την 1η Ιουλίου 1991, ορισμένα διοικητικά, τεχνικά, ελεγκτικά και εποπτικά καθήκοντα σε φορέα ανεξάρτητο από τους οργανισμούς τηλεπικοινωνιών.
7 Το άρθρο 8 αναγνωρίζει στους χρήστες που συνδέονται με σύμβαση παροχής τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών η οποία, κατά τη σύναψή της, αποτελούσε το αντικείμενο αποκλειστικών ή ειδικών δικαιωμάτων το δικαίωμα να καταγγείλουν την εν λόγω σύμβαση τάσσοντας ορισμένη προθεσμία προειδοποιήσεως.
8 Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 9, τα κράτη μέλη γνωμστοποιούν στην Επιτροπή τα αναγκαία πληροφοριακά στοιχεία ώστε αυτή να είναι σε θέση να συντάσσει, για περίοδο τριών ετών, στα τέλη κάθε έτους, γενική έκθεση περί της εφαρμογής της οδηγίας.
9 Στην έκθεση ακροατηρίου αναπτύσσονται διεξοδικώς τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, οι επίμαχες διατάξεις της οδηγίας, η εξέλιξη της διαδικασίας, καθώς και οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα των διαδίκων. Τα στοιχεία αυτά της δικογραφίας δεν επαναλαμβάνονται κατωτέρω παρά μόνον καθόσον απαιτείται για τη συλλογιστική του Δικαστηρίου.
10 Προς στήριξη της προσφυγής τους, τα κράτη μέλη προβάλλουν διαφόρους λόγους συνισταμένους, κατ' ουσίαν, στην αναρμοδιότητα της Επιτροπής, στην έλλειψη αιτιολογίας και στην παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας.
'Οσον αφορά την αρμοδιότητα της Επιτροπής
11 Με τις γραπτές της παρατηρήσεις, η Βελγική Κυβέρνηση ισχυρίζεται, πρώτον, ότι οι διατάξεις του άρθρου 90, παράγραφος 3, της Συνθήκης δεν παρέχουν στην Επιτροπή κανονιστική εξουσία αλλά περιορίζονται στο να της αναθέτουν τη μέριμνα για την εφαρμογή των ήδη υφισταμένων κοινοτικών κανόνων. Κατά την κυβέρνηση αυτή, η Επιτροπή δεν μπορεί, βάσει του άρθρου 90, παράγραφος 3, της Συνθήκης, να θεσπίζει νέους κανόνες, όπως συμβαίνει με τα άρθρα 1, 2, 4 και 6 της επίδικης οδηγίας.
12 Το επιχείρημα αυτό πρέπει να απορριφθεί. 'Οπως έχει κρίνει το Δικαστήριο με την απόφασή του της 19ης Μαρτίου 1991, C-202/88, Γαλλία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1991, σ. Ι-1223, σκέψη 14), το άρθρο 90, παράγραφος 3, καθιστώντας δυνατή στην Επιτροπή την έκδοση οδηγιών, της χορηγεί εξουσία εκδόσεως γενικών κανόνων που διευκρινίζουν τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τη Συνθήκη, υποχρεώσεις οι οποίες επιβάλλονται στα κράτη μέλη όσον αφορά τις επιχειρήσεις που αναφέρονται στις δύο προηγούμενες παραγράφους του ιδίου άρθρου. Επομένως, η εξουσία της Επιτροπής δεν περιορίζεται στην απλή μέριμνα εφαρμογής των ήδη υφισταμένων κοινοτικών κανόνων.
13 Δεύτερον, η Βελγική Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι, επιτάσσοντας την κατάργηση των ειδικών και αποκλειστικών δικαιωμάτων, η Επιτροπή σφετερίστηκε τις αρμοδιότητες που έχουν παρασχεθεί στο Συμβούλιο με τα άρθρα 87 και 100 Α της Συνθήκης.
14 Συναφώς, αρκεί να υπομνησθεί ότι το αντικείμενο της αρμοδιότητας που έχει παρασχεθεί στην Επιτροπή με το άρθρο 90, παράγραφος 3, είναι διαφορετικό και περισσότερο ειδικό από αυτό των αρμοδιοτήτων που έχουν απονεμηθεί στο Συμβούλιο με το άρθρο 100 Α, αφενός, και το άρθρο 87, αφετέρου, και ότι το ενδεχόμενο θεσπίσεως εκ μέρους του Συμβουλίου, κατά την άσκηση της γενικής εξουσίας του δυνάμει άλλων άρθρων της Συνθήκης, διατάξεων που αφορούν τον ειδικό τομέα του άρθρου 90 δεν εμποδίζει την άσκηση της αρμοδιότητας που χορηγεί το τελευταίο αυτό άρθρο στην Επιτροπή (η προαναφερθείσα απόφαση της 19ης Μαρτίο 1991, Γαλλία κατά Επιτροπής, σκέψεις 25 και 26).
15 Εξάλλου, κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, η Βελγική Κυβέρνηση προέβαλε τα ακόλουθα επιχειρήματα.
16 Αφενός, υποστήριξε ότι, καίτοι η Επιτροπή εγκύρως καθόρισε, με την οδηγία 88/301/ΕΟΚ, της 16ης Μαΐου 1988, σχετικά με τον ανταγωνισμό στις αγορές τηλεπικοινωνιακών τερματικών (ΕΕ L 131, σ. 73), γνωστή ως οδηγία "σχετική με τα τερματικά", τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το άρθρο 30 της Συνθήκης, εφόσον το άρθρο αυτό είχε ήδη αρκούντως διευκρινισθεί προηγουμένως από τους κανόνες του παραγώγου δικαίου, δεν μπορούσε εγκύρως να καθορίσει, με την επίμαχη οδηγία, τις υποχρεώσεις που απορρέουν από το άρθρο 59 της Συνθήκης, του οποίου η εφαρμογή θέτει περίπλοκα προβλήματα όσον αφορά τον τομέα των τηλεπικοινωνιών, χωρίς να έχει προηγουμένως εκδοθεί οδηγία του Συμβουλίου διευκρινίζουσα το περιεχόμενο του άρθρου αυτού.
17 Αφετέρου, η εν λόγω κυβέρνηση υποστήριξε ότι, κατά το μέτρο που είναι δυνατή η πρόβλεψη περισσοτέρων του ενός τρόπων για την εκπλήρωση από τα κράτη μέλη των υποχρεώσεων που υπέχουν από το άρθρο 86 της Συνθήκης στον τομέα των τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών, η Επιτροπή δεν δικαιούταν να τους επιβάλει συγκεκριμένο μέσο για την επίτευξη ενός αποτελέσματος.
18 Πρέπει να υπομνησθεί ότι, με την προαναφερθείσα απόφαση της 19ης Μαρτίου 1991, Γαλλία κατά Επιτροπής, σκέψη 21, το Δικαστήριο έκρινε ότι η εποπτική εξουσία που ανατίθεται στην Επιτροπή περιλαμβάνει τη στηριζόμενη στο άρθρο 90, παράγραφος 3, δυνατότητα διευκρινίσεως των υποχρεώσεων που απορρέουν από τη Συνθήκη και ότι, κατά συνέπεια, η έκταση της εξουσίας αυτής εξαρτάται από την έκταση εφαρμογής των κανόνων των οποίων η τήρηση πρέπει να εξασφαλιστεί.
19 Δυνάμει του άρθρου 59 της Συνθήκης, οι περιορισμοί της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών στο εσωτερικό της Κοινότητος πρέπει να έχουν καταργηθεί κατά την εκπνοή της μεταβατικής περιόδου όσον αφορά τους υπηκόους των κρατών μελών που είναι εγκατεστημένοι σε κράτος της Κοινότητος άλλο από εκείνο του αποδέκτη της παροχής. Οι επιταγές της οδηγίας αυτής συνεπάγονται, ιδίως, την εξάλειψη κάθε διακρίσεως σε βάρος του παρέχοντος υπηρεσίες που είναι εγκατεστημένος σε κράτος μέλος άλλο από αυτό της παροχής.
20 Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου (βλ. ιδίως την απόφαση της 17ης Δεκεμβρίου 1981, 279/80, Webb, Συλλογή 1981, σ. 3305, σκέψη 13), το άρθρο 59 επιβάλλει μια επακριβώς καθορισμένη υποχρέωση επιτεύξεως ορισμένου αποτελέσματος η εκπλήρωση της οποίας θα πρέπει να διευκολυνθεί και όχι να εξαρτηθεί από την εφαρμογή ενός προγράμματος προοδευτικών μέτρων. Ως εκ τούτου, οι διατάξεις του άρθρου 59 της Συνθήκης εφαρμόζονται χωρίς καμιά επιφύλαξη κατά την εκπνοή της μεταβατικής περιόδου (απόφαση της 3ης Δεκεμβρίου 1974, 33/74, Van Binsbergen, Συλλογή τόμος 1974, σ. 515, σκέψη 24).
21 Επομένως, εφόσον το άρθρο 59, όπως και το άρθρο 30, αποτελεί διάταξη απευθείας εφαρμοζομένη, η Επιτροπή μπορούσε, προκειμένου να ευνοήσει την πραγματική άσκηση του δικαιώματος της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών, να διευκρινίσει τις απορρέουσες από το άρθρο αυτό υποχρεώσεις χωρίς να είναι αναγκαία προηγούμενη νομοθετική ενέργεια του Συμβουλίου. Υπό τις συνθήκες αυτές, περιορισμός της εξουσίας της Επιτροπής του είδους που υποδεικνύει η Βελγική Κυβέρνηση θα είχε ως αποτέλεσμα να στερηθεί το άρθρο 90, παράγραφος 3, της πρακτικής του αποτελεσματικότητας. Κατά συνέπεια, το πρώτο επιχείρημα της Βελγικής Κυβερνήσεως πρέπει να απορριφθεί.
22 'Οσον αφορά το άρθρο 86 της Συνθήκης, διαπιστώνεται ότι, αντίθετα προς όσα διατείνεται η Βελγική Κυβέρνηση, η οδηγία 90/388 δεν προσδιορίζει κατά τρόπο εξαντλητικό τα μέσα που έχουν τα κράτη μέλη στη διάθεσή τους για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που υπέχουν από τη διάταξη αυτή. 'Ετσι, το άρθρο 7 της οδηγίας 90/388, που κατά τη διάρκεια της επ' ακροατηρίου συζητήσεως η Βελγική Κυβέρνηση παρουσίασε ως παράδειγμα των επιβαλλομένων στα κράτη μέλη εξαναγκασμών, περιορίζεται στο να επιτάσσει, σύμφωνα με τις απαιτήσεις του συστήματος ανόθευτου ανταγωνισμού που προβλέπει το άρθρο 3, στοιχειο στ', της Συνθήκης (βλ. κυρίως την προαναφερθείσα απόφαση Γαλλία κατά Επιτροπής, σκέψεις 51 και 52), ότι ο φορέας των εξουσιών εγκρίσεως, ελέγχου και εποπτείας των τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών πρέπει να είναι ανεξάρτητος από τους οργανισμούς τηλεπικοινωνιών. Η διάταξη αυτή θέτει κανόνα δικαίου και παρέχει στις εθνικές αρχές σημαντική ελευθερία όσον αφορά την επιλογή των μέσων εφαρμογής του. Επομένως, το επιχείρημα ότι η Επιτροπή, καθορίζοντας ένα εξαιρετικά άκαμπτο πλαίσιο για την εξάλειψη των παραβάσεων του άρθρου 86, υπερέβη τις εξουσίες που διαθέτει από το άρθρο 90, παράγραφος 3, πρέπει να απορριφθεί.
23 Η Ισπανική και η Ιταλική Κυβέρνηση επισημαίνουν ότι το άρθρο 90, παράγραφος 3, της Συνθήκης δεν παρέχει στην Επιτροπή την εξουσία να υποχρεώνει τα κράτη μέλη να επιβάλλουν την τροποποίηση των συμβάσεων που έχουν ελευθέρως συναφθεί μεταξύ διαχειριστών και χρηστών τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών όπως προβλέπει το άρθρο 8 της οδηγίας.
24 Με την προαναφερθείσα απόφαση Γαλλία κατά Επιτροπής, σκέψη 55, το Δικαστήριο υπέμνησε ότι το άρθρο 90 της Συνθήκης παρέχει εξουσία στην Επιτροπή μόνον ως προς τα κρατικά μέτρα και ότι η θίγουσα τον ανταγωνισμό συμπεριφορά που ακολουθήθηκε από τις επιχειρήσεις εξ ιδίας πρωτοβουλίας μπορεί να αντιμετωπισθεί μόνο με ατομικές αποφάσεις κατ' εφαρμογή των άρθρων 85 και 86 της Συνθήκης.
25 'Οπως από τη "σχετικά με τα τερματικά" οδηγία, έτσι και από την αποτελούσα το αντικείμενο των υπό κρίση προσφυγών οδηγία ουδόλως καταφαίνεται ότι οι κάτοχοι ειδικών ή αποκλειστικών δικαιωμάτων αναγκάστηκαν ή παρακινήθηκαν, από κρατικές ρυθμίσεις, να συνάψουν συμβάσεις μακράς διαρκείας.
26 Επομένως, το άρθρο 90 δεν μπορεί να θεωρηθεί ως η κατάλληλη βάση για την εξάλειψη των εμποδίων στον ανταγωνισμό που θα προέκυπταν από τις μνημονευόμενες στην οδηγία συμβάσεις μακράς διαρκείας.
27 Συνεπώς, το άρθρο 8 της οδηγίας πρέπει να ακυρωθεί.
'Οσον αφορά την έλλειψη αιτιολογίας
28 Η Ισπανική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η επίδικη οδηγία είναι, όσον αφορά τα ειδικά δικαιώματα, ανεπαρκώς αιτιολογημένη.
29 Με την προαναφερθείσα απόφασή του της 19ης Μαρτίου 1991, Γαλλία κατά Επιτροπής, σκέψη 45, το Δικαστήριο έκρινε, αναφορικά με τη "σχετική με τα τερματικά" οδηγία, ότι πρέπει να θεωρείται ως ανεπαρκώς αιτιολογημένη μια οδηγία η οποία, ενώ σκοπεί στην κατάργηση ειδικών δικαιωμάτων σε συγκεκριμένο τομέα, δεν διευκρινίζει, με τις διατάξεις ή τις αιτιολογικές σκέψεις της, ούτε το είδος των ειδικών δικαιωμάτων στα οποία συγκεκριμένως αναφέρεται ούτε το γιατί η ύπαρξη των δικαιωμάτων αυτών είναι αντίθετη προς τις διάφορες διατάξεις της Συνθήκης.
30 Η επίδικη οδηγία δεν περιλαμβάνει τέτοιες διευκρινίσεις.
31 Ειδικότερα, ο ορισμός του άρθρου 1, κατά τον οποίο με τον όρο "ειδικά ή αποκλειστικά δικαιώματα" νοούνται τα "δικαιώματα που χορηγούνται από κράτος μέλος ή δημόσια αρχή σε έναν ή περισσοτέρους δημόσιους ή ιδιωτικούς οργανισμούς με οποιοδήποτε μέσο νομοθετικού, κανονιστικού ή διοικητικού χαρακτήρα το οποίο εξασφαλίζει υπέρ των οργανισμών αυτών την παροχή μιας υπηρεσίας ή την εκμετάλλευση συγκεκριμένης δραστηριότητας", δεν επιτρέπει να προσδιοριστεί ούτε το είδος ειδικών δικαιωμάτων στο οποίο αναφέρεται η επίδικη οδηγία ούτε ως προς τι η ύπαρξη των δικαιωμάτων αυτών θα ήταν αντίθετη προς τις διάφορες διατάξεις της Συνθήκης.
32 Συνεπώς, πρέπει να ακυρωθούν οι διατάξεις της επίδικης οδηγίας κατά το μέτρο που σκοπούν στη ρύθμιση των ειδικών δικαιωμάτων.
'Οσον αφορά τη δικαιολόγηση της γενικής απαγορεύσεως αποκλειστικών δικαιωμάτων
33 Η Ιταλική Κυβέρνηση φρονεί ότι, κατά το μέτρο που η χορήγηση ειδικών ή αποκλειστικών δικαιωμάτων δεν είναι, αυτή καθαυτή, αντίθετη προς τη Συνθήκη, η Επιτροπή δεν έπρεπε να διατυπώσει τη γενική υποχρέωση καταργήσεως των δικαιωμάτων αυτών στον οικείο τομέα χωρίς να έχει προηγουμένως προβεί σε εμπεριστατωμένη έρευνα σχετικά με τις διάφορες ενέργειες που συνδέονται με την άσκηση των δικαιωμάτων αυτών. Κατά τη γνώμη της κυβερνήσεως αυτής, μια γενική απαγόρευση θα μπορούσε να δικαιολογηθεί μόνον αν από την έρευνα είχε προκύψει ότι η χορήγηση ειδικών ή αποκλειστικών δικαιωμάτων αποκλείει οποιαδήποτε δυνατότητα ανταγωνισμού στον οικείο τομέα. Ωστόσο, η εν λόγω κυβέρνηση φρονεί ότι από μια έρευνα δεν θα καταφαίνονταν παρά μόνο μεμονωμένοι περιορισμοί όσον αφορά την πρόσβαση στην αγορά οφειλόμενοι, π.χ., σε υπερβολικές οικονομικές επιβαρύνσεις. Υπό τις συνθήκες αυτές, στην Επιτροπή εναπόκειτο να λάβει, σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας, μέτρα σκοπούντα αποκλειστικώς στην εξάλειψη των συγκεκριμένων περιπτώσεων καταχρήσεων
34 Καταρχάς, πρέπει να σημειωθεί ότι ο λόγος αυτός εξετάζεται μόνο κατά το μέτρο που αφορά τα αποκλειστικά δικαιώματα, δεδομένου ότι η οδηγία πρέπει να ακυρωθεί κατά το μέτρο που σκοπεί στη ρύθμιση των ειδικών δικαιωμάτων (βλ. σκέψη 22 της παρούσας αποφάσεως).
35 'Οπως προκύπτει από τη νομολογία του Δικαστηρίου, απλώς και μόνον το γεγονός της δημιουργίας δεσπόζουσας θέσεως διά της χορηγήσεως αποκλειστικών, κατά την έννοια του άρθρου 90, παράγραφος 1, της Συνθήκης, δικαιωμάτων δεν είναι, αυτό καθαυτό, ασυμβίβαστο με το άρθρο 86 (βλ., κυρίως, την απόφαση της 10ης Δεκεμβρίου 1991, C-179/90, Merci convenzionali porto di Genova, Συλλογή 1991, σ. Ι-5889, σκέψη 16).
36 Ωστόσο, το Δικαστήριο έχει επίσης κρίνει ότι η επέκταση του μονοπωλίου της εγκαταστάσεως και της εκμεταλλεύσεως ενός τηλεφωνικού δικτύου στην αγορά των τηλεφωνικών συσκευών, χωρίς αντικειμενική δικαιολογία, απαγορεύεται, καθαυτή, από το άρθρο 86 ή από το άρθρο 90, παράγραφος 1, σε συνδυασμό με το άρθρο 86, όταν η επέκταση αυτή είναι αποτέλεσμα κρατικού μέτρου το οποίο έχει κατ' αυτόν τον τρόπο ως συνέπεια την εξάλειψη του ανταγωνισμού (απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 1991, C-18/88, GB-Inno-BM, Συλλογή 1991, σ. Ι-5941, σκέψη 24). Το ίδιο συμπέρασμα επιβάλλεται και όταν το μονοπώλιο εγκαταστάσεως και εκμεταλλεύσεως επεκτείνεται στην αγορά των τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών.
37 Συναφώς, από τη δέκατη έκτη αιτιολογική σκέψη της επίδικης οδηγίας, της οποίας το περιεχόμενο ουδόλως αμφισβητεί η Ιταλική Κυβέρνηση, προκύπτει ότι η χορήγηση αποκλειστικών δικαιωμάτων στους οργανισμούς τηλεπικοινωνιών ωθεί τους οργανισμούς αυτούς στο να αποκλείουν από την αγορά των τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών τους ανταγωνιστές τους ή, τουλάχιστον, στο να περιορίζουν την πρόσβασή τους στην αγορά αυτή. 'Ομως, σύμφωνα με την ίδια αιτιολογική σκέψη, όλες οι εν λόγω υπηρεσίες μπορούν, καταρχήν, να προσφέρονται από φορείς εγκατεστημένους σε άλλα κράτη μέλη.
38 Επομένως, ορθώς η Επιτροπή αξίωσε την κατάργηση των αποκλειστικών δικαιωμάτων όσον αφορά την παροχή ορισμένων τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών. Κατά συνέπεια, ο προβαλλόμενος εν προκειμένω λόγος πρέπει να απορριφθεί.
Απόφαση για τα δικαστικά έξοδαΕπί των δικαστικών εξόδων
39 Κατά το άρθρο 69, παράγραφος 2, του Κανονισμού Διαδικασίας, ο ηττηθείς διάδικος καταδικάζεται στα δικαστικά έξοδα. Ωστόσο, σύμφωνα με την παράγραφο 3, πρώτο εδάφιο, του ίδιου άρθρου, το Δικαστήριο μπορεί, σε περίπτωση μερικής ήττας των διαδίκων, να κατανείμει τα έξοδα ή να αποφασίσει ότι κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά του έξοδα. Δεδομένου ότι τα αιτήματα των προσφευγουσών έγιναν δεκτά μόνο εν μέρει, πρέπει κάθε διάδικος, συμπεριλαμβανομένης της παρεμβαίνουσας, να φέρει τα δικά του δικαστικά έξοδα.
ΔιατακτικόΓια τους λόγους αυτούς,
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
αποφασίζει:
1) Ακυρώνει την οδηγία 90/388/ΕΟΚ της Επιτροπής, της 28ης Ιουνίου 1990, σχετικά με τον ανταγωνισμό στις αγορές των τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών κατά το μέτρο που η οδηγία αυτή σκοπεί στη ρύθμιση των ειδικών δικαιωμάτων.
2) Ακυρώνει το άρθρο 8 της οδηγίας.
3) Απορρίπτει κατά τα λοιπά την προσφυγή.
4) Κάθε διάδικος φέρει τα δικαστικά του έξοδα.
Top