Μεταφραστική Υπηρεσία Υπουργείου Εξωτερικών, Αθήνα
SERVICE DES TRADUCTIONS DU MINISTERE DES AFFAIRES ETRANGERES DE LA REPUBLIQUE HELLENIQUE, ATHENES
HELLENIC REPUBLIC, MINISTRY OF FOREIGN AFFAIRS, TRANSLATION SERVICE, ATHENS
ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΑΝΘΡΩΠΙΝΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ
ΠΡΩΤΟ ΤΜΗΜΑ
ΑΠΟΦΑΣΗ
Προσφυγή αριθ.8299/12
Δημήτριος ΕΞΑΜΗΛΙΩΤΗΣ κατά Ελλάδoς
Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Πρώτο Τμήμα), συνεδριάζοντας στις 10 Μαϊου 2016, σε τμήμα αποτελούμενο από τους:
Paul Mahoney, Πρόεδρο
Robert Spano,
Pauliine Koskelo, Δικαστές
και τον Abel Campos, Γραμματέα Τμήματος,
Λαμβανομένης υπόψη της προαναφερομένης προσφυγής, η οποία κατατέθηκε στις 7 Ιανουαρίου 2012,
Λαμβανομένων υπόψη των παρατηρήσεων που υπέβαλε η καθ’ης Κυβέρνηση και εκείνες που διατύπωσε ο προσφεύγων ως απάντηση,
Αφού διασκέφθηκε σε συμβούλιο, εκδίδει την παρακάτω απόφαση:
ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ
1. Ο προσφεύγων, Κος Δημήτριος Εξαμηλιώτης, είναι έλληνας υπήκοος γεννημένος το 1936 και κάτοικος Νέου Κόσμου.
2. Η ελληνική Κυβέρνηση («η Κυβέρνηση») εκπροσωπήθηκε από την απεσταλμένη του αντιπρόσωπου της, Κα Κ. Καραβασίλη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
Α. Οι συνθήκες της υπό κρίση υπόθεσης
3. Τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης, όπως εκτέθηκαν από τους διαδίκους, συνοψίζονται ως εξής:
1. Η εσωτερική διαδικασία
4. Ο υπ’αριθ.2084/1992 νόμος προέβλεπε ότι σε κάθε καταβολή συντάξεων στους υπαλλήλους του, το Κράτος θα παρακρατούσε ειδική εισφορά υπέρ του.
5. Στις 27 Δεκεμβρίου 2002, ο προσφεύγων, συνταξιούχος υπάλληλος, κατέθεσε ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών αγωγή αποζημίωσης με σκοπό την καταβολή των ποσών που το ελληνικό Κράτος παρακρατούσε από την σύνταξή του βάσει του ανωτέρω νόμου. Αξίωνε το ποσό των 3800 ευρώ συνολικά.
6. Στις 30 Μαρτίου 2004, το Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών θεώρησε ότι η υπόθεση υπαγόταν στην αρμοδιότητα του Ελεγκτικού Συνεδρίου και παρέπεμψε την υπόθεση σε αυτό (απόφαση αρ.3318/2004).
7. Η αγωγή του προσφεύγοντα κρίθηκε παραδεκτή από το Δεύτερο Τμήμα του Ελεγκτικού Συνεδρίου στις 3 Ιουνίου 2004 και ορίσθηκε δικάσιμος ενώπιον του εν λόγω δικαστηρίου η 5η Οκτωβρίου 2006.
8. Σε αδιευκρίνιστη ημερομηνία, το Δεύτερο Τμήμα ανέβαλε την εκδίκαση της υπόθεσης (απόφαση αρ.2747/2006).
9. Την 1η Νοεμβρίου 2007, το εν λόγω Τμήμα του Ελεγκτικού Συνεδρίου δέχθηκε μερικώς την προσφυγή και επιδίκασε το ποσό των 105,24 ευρώ στον προσφεύγοντα (απόφαση αρ.2121/2007).
10. Στις 20 Δεκεμβρίου 2007, ο προσφεύγων άσκησε αίτηση αναίρεσης κατά της υπ’αριθ.2121/2007 απόφασης.
11. Στις 20 Δεκεμβρίου 2010, η Ολομέλεια του Ελεγκτικού Συνεδρίου έκανε μερικώς δεκτή την αίτηση αναίρεσης, ακύρωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση ενώπιον του Δεύτερου Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου (απόφαση αρ.3097/2010).
12. Στις 11 Μαρτίου 2011, ο προσφεύγων κατέθεσε προσφυγή ενώπιον του Δικαστηρίου, με την οποία κατήγγειλε τη διάρκεια της δίκης, η οποία ξεκίνησε στις 27 Δεκεμβρίου 2002 και τελείωσε στις 20 Δεκεμβρίου 2010, βάσει του άρθρου 6 παραγ.1 της Σύμβασης (προσφυγή αρ.17528/11).
13. Στις 6 Οκτωβρίου 2011, το Δεύτερο Τμήμα του Ελεγκτικού Συνεδρίου ανέβαλε την εκδίκαση της υπόθεσης του προσφεύγοντα (απόφαση αρ.2518/2011).
14. Στις 16 Μαϊου 2013, το εν λόγω Τμήμα ανέβαλε εκ νέου την εκδίκαση της υπόθεσης (απόφαση αρ.2037/2013).
15. Νέα δικάσιμος ορίσθηκε για τις 16 Ιανουαρίου 2014 ενώπιον του εν λόγω δικαστηρίου.
16. Στις 27 Ιουνίου 2014, το Δεύτερο Τμήμα του Ελεγκτικού Συνεδρίου επιδίκασε στον προσφεύγοντα το ποσό των 274,59 ευρώ, προσαυξημένο με το νόμιμο τόκο από την κοινοποίηση της αγωγής στο Κράτος, καθώς και τους τόκους του ποσού των 105,24 ευρώ που επιδικάστηκε στον προσφεύγοντα με την υπ’αριθ.2121/2007 απόφαση του εν λόγω Τμήματος (απόφαση αρ.2828/2014).
2. Η δίκη ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων σχετικά με την προσφυγή αρ. 17528/11
17. Στις 7 Ιουλίου 2014, η προσφυγή αρ. 17528/11 κοινοποιήθηκε στην Κυβέρνηση. Στις 10 Δεκεμβρίου 2014, η Κυβέρνηση υπέβαλε μονομερή δήλωση, η οποία αναγνώριζε την παραβίαση του άρθρου 6 παραγ.1 της Σύμβασης για τη διάρκεια της δίκης, η οποία ξεκίνησε στις 27 Δεκεμβρίου 2002 και ολοκληρώθηκε στις 20 Δεκεμβρίου 2010. Στις 29 Δεκεμβρίου 2014, ο προσφεύγων υπέβαλε τα σχετικά σχόλιά του.
18. Στις 23 Ιουνίου 2015, το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του τη μονομερή δήλωση της Κυβέρνησης, η οποία αναγνώριζε την παραβίαση του άρθρου 6 παραγ.1 σχετικά με τη διάρκεια της επίμαχης δίκης και αποφάσισε να διαγράψει την προσφυγή αρ.17528/11 από το πινάκιο κατ’εφαρμογή του άρθρου 37 παραγ.1 γ) της Σύμβασης.
Β. Το εσωτερικό δίκαιο
19. Ο υπ’αριθ.4239/2014 νόμος με επικεφαλίδα «δίκαιη ικανοποίηση λόγω υπέρβασης της εύλογης διάρκειας της δίκης στα πολιτικά και ποινικά δικαστήρια και στο Ελεγκτικό Συνέδριο» τέθηκε σε ισχύ στις 20 Φεβρουαρίου 2014. Εισάγει, μεταξύ άλλων, μία νέα αίτηση για δίκαιη ικανοποίηση λόγω της αδικαιολόγητης καθυστέρησης της εκδίκασης της υπόθεσης στο Ελεγκτικό Συνέδριο. Το άρθρο 3 παραγ.1 ορίζει:
«Η αίτηση για δίκαιη ικανοποίηση ασκείται ανά βαθμό δικαιοδοσίας εντός προθεσμίας έξι (6) μηνών από τη δημοσίευση της οριστικής απόφασης του δικαστηρίου που εκδόθηκε μετά από δίκη για την οποία ο αιτών παραπονείται ότι υπήρξε υπέρβαση της εύλογης διάρκειάς της (...).»
ΑΙΤΙΑΣΗ
20. Ο προσφεύγων παραπονείται για τη διάρκεια της διαδικασίας ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων, η οποία ξεκίνησε στις 27 Δεκεμβρίου 2002 με την προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών και η οποία τελείωσε στις 27 Ιουνίου 2014, οπότε και δημοσιεύθηκε η απόφαση αρ.2828/2014 του Δεύτερου Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Επικαλείται το άρθρο 6 παραγ.1 της Σύμβασης, το οικείο τμήμα του οποίου έχει ως εξής:
«Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθή (...) εντός λογικής προθεσμίας υπό (...) δικαστηρίου (...) το οποίον θα αποφασίση (...) επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσεως (...)».
ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΝΟΜΙΚΟ ΣΚΕΛΟΣ
Επί του παραδεκτού
21. Η Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η προσφυγή θα έπρεπε να κηρυχθεί απαράδεκτη κατ’εφαρμογή του νέου κριτηρίου που προβλέπει το άρθρο 35 παραγ.3 β) της Σύμβασης όπως τροποποιήθηκε από το υπ’αριθ.14 Πρωτόκολλο, σύμφωνα με το οποίο το Δικαστήριο μπορεί να κηρύξει μία προσφυγή απαράδεκτη όταν «ο προσφεύγων δεν έχει υποστεί σημαντική βλάβη, εκτός και αν ο σεβασμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων όπως προβλέπονται από τη Σύμβαση και τα Πρωτόκολλά της απαιτεί εξέταση της προσφυγής σε βάθος και υπό τον όρο να μην απορριφθεί για το λόγο αυτό υπόθεση που να μην έχει εξεταστεί δεόντως από εσωτερικό δικαστήριο».
22. Το Δικαστήριο δεν κρίνει απαραίτητο να αποφανθεί επί της ένστασης της Κυβέρνησης στο μέτρο που, ούτως ή άλλως, η αιτίαση σχετικά με το άρθρο 6 παραγ.1 της Σύμβασης είναι απαράδεκτη για τους ακόλουθους λόγους.
23. Σε ό,τι αφορά στη δίκη στο Δεύτερο Τμήμα του Ελεγκτικού Συνεδρίου μετά από παραπομπή της Ολομέλειας του εν λόγω Δικαστηρίου, το Δικαστήριο παρατηρεί ότι εκείνη ολοκληρώθηκε στις 27 Ιουνίου 2014, ημερομηνία έκδοσης της απόφασης αρ.2828/2014 του Δεύτερου Τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου. Κατ’ακολουθία, η εν λόγω δίκη εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του υπ’αριθ.4239/2014 νόμου, ο οποίος τέθηκε σε εφαρμογή στις 20 Φεβρουαρίου 2014 και αφορά, μεταξύ άλλων, στη δίκαιη ικανοποίηση λόγω της υπέρβασης της εύλογης διάρκειας δίκης στο Ελεγκτικό Συνέδριο (βλέπε παραγ.19 ανωτέρω). Ως εκ τούτου, ο προσφεύγων μπορούσε να ασκήσει την προσφυγή του εν λόγω νόμου για να διαμαρτυρηθεί για τη διάρκεια της επίμαχης δίκης. Υπό το φως της νομολογίας του στην υπόθεση Ξυνός, και ιδίως των σκέψεων του Δικαστηρίου ως προς την αποτελεσματικότητα της επίμαχης αγωγής αποζημίωσης (βλέπε Ξυνός κατά Ελλάδος, αρ.30226/09, 9 Οκτωβρίου 2014, παραγ.40-51), το Δικαστήριο έκρινε ότι ο προσφεύγων όφειλε, βάσει του άρθρου 35 παραγ.1 της Σύμβασης, να κάνει χρήση της προσφυγής αυτής (Ξυνός, ανωτέρω, παραγ.57-58). Επίσης, σημειώνει ότι εν προκειμένω δεν βρέθηκε καμία εξαιρετική περίσταση ικανή να απαλλάξει τον προσφεύγοντα από την υποχρέωση να εξαντλήσει το ένδικο αυτό βοήθημα.
24. Κατά συνέπεια, η αιτίαση του προσφεύγοντα υπό το πρίσμα του άρθρου 6 παραγ.1 της Σύμβασης σχετικά με τη διάρκεια της δίκης στο Δεύτερο Τμήμα του Ελεγκτικού Συνεδρίου μετά από παραπομπή πρέπει να απορριφθεί λόγω μη εξάντλησης των εσωτερικών ενδίκων βοηθημάτων κατ’εφαρμογή του άρθρου 35 παραγ.1 και 4 της Σύμβασης.
25. Απομένει η εξέταση του μέρους της επίμαχης δίκης που ξεκίνησε στις 27 Δεκεμβρίου 2002 με την προσφυγή του προσφεύγοντα στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών και τελείωσε στις 20 Δεκεμβρίου 2010, ημερομηνία δημοσίευσης της υπ’αριθ.3097/2010 απόφασης της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου.
26. Το Δικαστήριο σημειώνει ότι στην απόφασή του της 23ης Ιουνίου 2015, εκτίμησε ότι δεν δικαιολογείτο πλέον η εκδίκαση της προσφυγής αρ.17528/11 στην οποία ο ίδιος προσφεύγων προέβαλε την ίδια αιτίαση σχετικά με το άρθρο 6 παραγ.1 της Σύμβασης αναφορικά με το μέρος της δίκης που ξεκίνησε στις 27 Δεκεμβρίου 2002 και τελείωσε στις 20 Δεκεμβρίου 2010 (βλέπε παραγ.18 ανωτέρω). Το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι το σκέλος της παρούσας αιτίασης που αφορά επίσης στη διάρκεια της δίκης μεταξύ των δύο άνω ημερομηνιών στηρίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά με εκείνα της προσφυγής αρ.17528/11, η οποία διαγράφηκε από το πινάκιο στις 23 Ιουνίου 2015, και εκτιμά ότι πρέπει λοιπόν να απορριφθεί κατ’εφαρμογή του άρθρου 35 παραγ.2 β) και 4 της Σύμβασης (βλέπε Mann κατά Πορτογαλίας και Ηνωμένου Βασιλείου, αρ.360/10, 1η Φεβρουαρίου 2011, και Lowe κατά Ηνωμένου Βασιλείου, αρ.12486/07, 8 Σεπτεμβρίου 2009).
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο, ομόφωνα,
Κηρύσσει την προσφυγή απαράδεκτη.
Συντάχθηκε στα γαλλικά και στην συνέχεια κοινοποιήθηκε εγγράφως στις 2 Ιουνίου 2016.
(υπογραφή)(υπογραφή)
Abel Campos Paul Mahoney
Γραμματέας Πρόεδρος
Full & Egal Universal Law Academy