No.F09222/4101
ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
ΤΩΝ ΔΙΚΑIΩΜΑΤΩΝ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ
ΠΡΩΤΟ ΤΜΗΜΑ
ΑΠΟΦΑΣΗ
Προσφυγή αρ. 73918/14
Τσαμπίκα ΓΕΩΡΓΑΛΛΙΔΗ
κατά Ελλάδας
Το Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Πρώτο Τμήμα), συνεδριάζοντας σε τμήμα, η σύνθεση του οποίου έχει ως εξής:
Krzysztof Wojtyczek, Πρόεδρος
Erik Wennerström,
Ioannis Ktsistakis, δικαστές
και Liv Tigerstedt, αναπληρωτής γραμματέας τμήματος.
Λαμβάνοντας υπόψη την πιο πάνω αναφερόμενη προσφυγή που κατατέθηκε στις 19 Νοεμβρίου 2014
Λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υποβλήθηκαν από την εναγόμενη κυβέρνηση και εκείνες που κατατέθηκαν σε απάντηση από την προσφεύγουσα,
Αφού διασκέφθηκε, εκδίδει την ακόλουθη απόφαση:
ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ
Η προσφεύγουσα, κυρία Τσαμπίκα Γεωργαλλίδη, είναι ελληνίδα υπήκοος, η οποία έχει γεννηθεί το 1960 και είναι κάτοικος Ρόδου. Εκπροσωπήθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου από τον κ. Κ.Μυλωνόπουλο, δικηγόρος, μέλος του Δικηγορικού Συλλόγου των Αθηνών.Η Ελληνική Κυβέρνηση («η Κυβέρνηση») εκπροσωπείται από τους απεσταλμένους του αντιπροσώπου της, την κυρία Γ. Παπαδάκη, πάρεδρο του Νομικού Συμβούλιου του Κράτους και την κυρία Ζ. Χατζηπαύλου, δικαστική αντιπρόσωπο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.Επικαλούμενη τα άρθρα 6§1 και 13 της Σύμβασης, η προσφεύγουσα διαμαρτυρήθηκε για τη διάρκεια της ποινικής διαδικασίας με παράσταση πολιτικής αγωγής μετά την παραπομπή στις δικαστικές αρχές και την απουσία αποτελεσματικής προσφυγής κατά το εθνικό δίκαιο, επιτρέποντας την να καταγγείλει την εν λόγω διάρκεια.Την 10 Μαΐου 20178, οι αιτιάσεις που απορρέουν από τα άρθρα 6§1 και 13 της Σύμβασης περί της διάρκειας της διαδικασίας στο πρώτο βαθμό και η διατεινόμενη απουσία αποτελεσματικής προσφυγής κοινοποιήθηκαν στην Κυβέρνηση και η αίτηση κηρύχθηκε απαράδεκτη κατά τα λοιπά σύμφωνα με το άρθρο 54 § 3 του Κανονισμού του ΔικαστηρίουΟΙ ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ
Τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης, όπως εξετέθησαν από τους διαδίκους, μπορούν να συνοψισθούν ως εξής:Η προσφεύγουσα είναι νόμιμη εκπρόσωπος, πρόεδρος και εκτελεστική διευθύντρια της ανωνύμου εταιρείας Άγιος Γεώργιος Τουριστικαί Επιχειρήσεις Α.Ε. (« η εταιρεία»)Στις 3 Δεκεμβρίου 2003, η προσφεύγουσα, ενεργούσα στο όνομα της εταιρείας, καθώς και εξ ιδίου ονόματος και στο όνομα της ανήλικης κόρης της (C-A.G.) και δυο ακόμα προσώπων , E.G. και S.G. υπέβαλαν μήνυση με παράσταση πολιτικής αγωγής κατά κάποιου V.G. για απάτη και πλαστογραφία, με αίτημα την καταβολή ποσού 1.000 € σε κάθε μηνυτή, δηλαδή 5.000 € συνολικά ως αποζημίωση.Σε μη προσδιορισμένη ημερομηνία, ξεκίνησε η ποινική δίωξη κατά του V.G.Σε μη προσδιορισμένη ημερομηνία, το συμβουλίου πλημμελειοδικών της Ρόδου παρέπεμψε τον V.G. ενώπιον του Τριμελές Εφετείου κακουργημάτων Δωδεκανήσου, με τριμελή σύνθεση και σε πρώτο βαθμό για να δικαστεί (Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων) λόγω απάτης αποκομίζοντας όφελος και προκαλώντας αντίστοιχη ζημιά που ξεπερνά το ποσό των 73.000 € συνολικά (βούλευμα αρ.51/2008).Σε μη προσδιορισμένη ημερομηνία, ο V.G. άσκησε έφεση κατά του βουλεύματος που υιοθετήθηκε από το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών. Παρομοίως, σε μη προσδιορισμένη ημερομηνία, η προσφεύγουσα που παρέστη ως πολιτική αγωγή τόσο εξ ιδίου ονόματος, όσο και στο όνομα της εταιρείας, άσκησε έφεση κατά του εν λόγω βουλεύματος.Στις 28 Μαρτίου 2011, το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών του Εφετείου Δωδεκανήσου δικαίωσε την έφεση της προσφεύγουσας και απέρριψε την έφεση που άσκησε ο V.G. παραπέμποντας τον τελευταίο ενώπιον του Τριμελές Εφετείου Κακουργημάτων για να δικαστεί για απάτη, πλαστογραφία κατ`εξακολούθηση και νόθευση εγγράφου, αποκομίζοντας όφελος και προκαλώντας αντίστοιχη ζημιά που ξεπερνά το ποσό των 73.000 € συνολικά (Βούλευμα αρ.40/2011)Στις 8 Δεκεμβρίου 2011 το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων συνεδρίασε. Την ημερομηνία εκείνη η προσφεύγουσα εμφανίσθηκε ως νόμιμος αντιπρόσωπος της εταιρείας και παραστάθηκε ως πολιτικώς ενάγουσα στο όνομά αυτής, διεκδικώντας το ποσό των 45 € ως αποζημίωση.Στις 9 Δεκεμβρίου 2011, το Δικαστήριο καταδίκασε τον V.G. για απάτη και πλαστογραφία κατ`εξακολούθηση από τα οποία αποκόμισε όφελος και προκάλεσε αντίστοιχη ζημιά που ξεπερνά το ποσό των 73.000 € συνολικά και αναγνώρισε υπέρ της πολιτικώς ενάγουσας το ποσό των 45 € (Απόφαση 244/2011)Στις 13 Μαρτίου 2012, ο V.G. άσκησε έφεσηΗ προσφεύγουσα εμφανίσθηκε ενώπιον του πενταμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Δωδεκανήσου δικάζοντας κατ’ έφεση. Παρέστη ως πολιτικώς ενάγουσα στο όνομα της εταιρείας και ως νόμιμος αντιπρόσωπος αυτής και ζήτησε να καταδικαστεί ο αντίδικος σε καταβολή αποζημίωσης ύψους 45 €.Στις 18 Δεκεμβρίου 2013, το Δικαστήριο αθώωσε τον V.G. από όλες τις κατηγορίες σε βάρος του (απόφαση αρ.164/2013)Στις 3 Ιουλίου 2014, η προσφεύγουσα, ως νόμιμος αντιπρόσωπος της εταιρείας, ζήτησε από την Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου να καταθέσει αίτηση αναίρεσης κατά της υπ.αρ.164/2013 απόφασης.Στις 4 Ιουλίου 2014, ο Εισαγγελέας απέρριψε την αίτηση αυτή.ΑΙΤΙΑΣΕΙΣ
Επικαλούμενος το άρθρο 6 § 1 της Σύμβασης, η προσφεύγουσα παραπονείται για τη διάρκεια της διαδικασίας στο πρώτο βαθμό καθώς και για την διατεινόμενη απουσία αποτελεσματικής προσφυγής στο εθνικό δίκαιο που θα της επέτρεπε να καταγγείλει την εν λόγω διάρκεια.
ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΝΟΜΙΚΟ ΜΕΡΟΣ
Η προσφεύγουσα υποστηρίζει ότι η διάρκεια της διαδικασίας στον πρώτο βαθμό παραγνώρισε την αρχή της εύλογης προθεσμίας και ότι δεν υπάρχει κανένα εθνικό δικαστήριο, αρμόδιο για να επιληφθεί των παραπόνων που άπτονται των ζητημάτων αυτών.Επικαλείται το άρθρο 6 § 1 και 13 της Σύμβασης, των οποίων το εφαρμοστέο τμήμα έχει ως εξής:
Άρθρο 6 § 1
«Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθή (...) εντός λογικής προθεσμίας υπό (...) δικαστηρίου (...), το οποίον θα αποφασίση (...) επί του βασίμου πάσης εναντίον κατηγορίας ποινικής φύσεως.»
Άρθρο 13
«Παν πρόσωπον του οποίου τα αναγνωριζόμενα εν τη (...) Συμβάσει δικαιώματα και ελευθερίαι παρεβιάσθησαν, έχει το δικαίωμα πραγματικής προσφυγής ενώπιον εθνικής αρχής, έστω και αν η παραβίασις διεπράχθη υπό προσώπων ενεργούντων εν τη εκτελέσει των δημοσίων καθηκόντων των.»
Α. Επιχειρήματα των διαδίκων
Η Κυβέρνηση προβάλει ότι η προσφεύγουσα ήταν διάδικος στην επίδικη διαδικασία εξ ιδίου ονόματος μέχρι την 8 Μαρτίου 2011, ημερομηνία κατά την οποία το βούλευμα με αρ. 40/2011 του Συμβούλιου Πλημμελειοδικών του Εφετείου Δωδεκανήσου εκδόθηκε. Αναφέρει ότι η προσφεύγουσα άσκησε επίσης έφεση εξ ιδίου ονόματος ενώπιον του Εφετείου. Προσθέτει ότι όσον αφορά την υπόλοιπη διαδικασία, η προσφεύγουσα παραστάθηκε πολιτικώς ενάγουσα ως νόμιμος εκπρόσωπος της εταιρείας και συνεπώς δεν είχε πια προσωπική εμπλοκή. Εκθέτει ότι ως διάδικος της επίδικης διαδικασίας, η προσφεύγουσα θίχθηκε από αυτήν και συνεπώς η ενδιαφερόμενη είχε την ιδιότητα του θύματος μέχρι την 28 Μαρτίου 2011. Σύμφωνα με την Κυβέρνηση, η προθεσμία των έξι μηνών που χορηγήθηκε στην προσφεύγουσα για να επιληφθεί το Δικαστήριο ξεκίνησε από την ημερομηνία αυτή. Συνεπώς, κατά την γνώμη της Κυβέρνησης, πρέπει να κηρυχθεί η προσφυγή απαράδεκτη λόγω μη τήρησης της προθεσμίας των έξι μηνών σε συνδυασμό με την απουσία της ιδιότητας του « θύματος» της προσφεύγουσας.Ότι η Κυβέρνηση θεωρεί ότι μια τέτοια προσέγγιση δεν είναι τυπολατρική αφού κατά την γνώμη της, η εταιρεία μπορούσε να απευθυνθεί στο Δικαστήριο για να διαμαρτυρηθεί για την δήθεν υπερβολική διάρκεια της επίδικης διαδικασίας. Επαναλαμβάνει την άποψή της, σύμφωνα με την οποία η dies a quo της προθεσμίας των έξι μηνών ως προς την προσφεύγουσα συμπίπτει με την ημερομηνία κατά την οποία το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών του Εφετείου Δωδεκανήσου εξέδωσε το βούλευμά του. Προσθέτει ότι η ενδιαφερόμενη δεν όφειλε να περιμένει τα εθνικά δικαστήρια για να υποβάλει αίτηση στο Δικαστήριο σχετικά με την αιτίαση που προκύπτει από τη διάρκεια της μέχρι τότε διαδικασίας. Σύμφωνα με την Κυβέρνηση, η προσφεύγουσα δεν επικαλέσθηκε καμία εξαιρετική περίσταση που θα επέτρεπε στην προκείμενη περίπτωση να αψηφήσει την νομική προσωπικότητα της εταιρείας.Η προσφεύγουσα παραθέτει ότι έχει την αποκλειστική επικαρπία του συνόλου των μετοχών της εταιρείας της οποίας τυγχάνει πρόεδρος, εκτελεστική διευθύντρια και νόμιμος εκπρόσωπος. Κατά τα λεγόμενά της, η εταιρεία λειτουργεί στην πραγματικότητα ως ατομική επιχείρηση και κάθε ζημιά που προκαλείται στην ιδιοκτησία της εταιρείας έχει άμεση επίπτωση στην προσωπική της περιουσία. Η προσφεύγουσα εκτιμά ότι η απόρριψη των αιτιάσεών της, αιτία της απουσίας της ιδιότητας του θύματος θα ήταν αντίθετη στο δικαίωμα πρόσβασης σε δικαστήριο και σε δίκαιη δίκη. Κατά τη γνώμη της, η προκαταρκτική ένσταση της Κυβέρνησης περί απουσίας της ιδιότητας του θύματος αφορά μία ημέρα της διαδικασίας ενώπιον της τριμελούς σύνθεσης του Εφετείου Κακουργημάτων. Η προσφεύγουσα προσθέτει σχετικώς ότι καθ`όλη τη διάρκεια της προηγούμενης προκαταρκτικής διαδικασίας, δηλαδή επί οκταετίας, συμμετείχε στην επίδικη διαδικασία ως πολιτικώς ενάγουσα εξ ιδίου ονόματος και ότι συνεπώς μπορεί να θεωρηθεί ως θύμα της διατεινόμενης παραβίασης σχετικά με το μέρος αυτό της διαδικασίας.Η προσφεύγουσα εκτιμά εξάλλου ότι η προσέγγιση της Κυβέρνησης είναι τυπολατρική. Δηλώνει ότι συμμετείχε προσωπικά στο σύνολο της επίδικης διαδικασίας και ότι η παράληψή της να παρίσταται πολιτικώς ενάγουσα εξ ιδίου ονόματος ενώπιον της τριμελούς σύνθεσης του Εφετείου Κακουργημάτων ουσιαστικά ήταν καταλογιστέα στον εκπρόσωπό της. Διατείνεται ότι δεν μπορούσε να απευθυνθεί στο Δικαστήριο για να παραπονεθεί για τη διάρκεια της επίδικης διαδικασίας προτού εξαντλήσει τα εθνικά ένδικα μέσα και ότι έπρεπε να περιμένει να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση επί της υπόθεσης.Β. Εκτίμηση του Δικαστηρίου
Το Δικαστήριο εκτιμά ότι δεν είναι ανάγκη να αποφανθεί επί της ένστασης περί της ιδιότητας του «θύματος» που έθιξε η Κυβέρνηση, αφού η αίτηση είναι ούτως ή άλλως απαράδεκτη για τους; λόγους που αναφέρονται στη συνέχεια.Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι δυνάμει του άρθρου 35 §1 της Σύμβασης, μπορεί να επιληφθεί μιας υπόθεσης παρά μόνον «εντός προθεσμίας έξι μηνών από την ημερομηνία έκδοσης της οριστικής εθνικής απόφασης». Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ.4 του ιδίου άρθρου, μπορεί να απορρίψει οποιαδήποτε αίτηση που θεωρεί απαράδεκτη κατ`εφαρμογή του σχετικού άρθρου «σε κάθε στάδιο της διαδικασίας».Το Δικαστήριο υπενθυμίζει στην συνέχεια ότι η προθεσμία των έξι μηνών έχει έναρξη ισχύος από την έκδοση οριστικής απόφασης στο πλαίσιο της εξάντλησης των εθνικών ένδικων μέσων (Paul et Audrey Edwards c.Royaume-Uni (déc., no 46477/89, 7 juin 2011). Το άρθρο 35§1 της Σύμβασης επιβάλει μόνον την εξάντληση των διαθέσιμων και επαρκών ενδίκων μέσων για την επίτευξη μιας επανόρθωσης των διατεινόμενων παραβιάσεων. Στόχος του άρθρου 35 είναι να επιφυλάξει στα συμβαλλόμενα Κράτη την δυνατότητα να προλάβουν ή να επανορθώσουν τις επικαλούμενες παραβιάσεις εναντίον τους πριν να υποβληθούν ενώπιόν τους οι ισχυρισμοί αυτοί (Selmouni κατά Γαλλίας [GC}, αρ. 25803/94, §74, CEDH 1999-V). Υπενθυμίζει επίσης ότι, εν τούτοις, το άρθρο 35 § 1 της Σύμβασης επιβάλλει την εξάντληση μόνον των προσφυγών οι οποίες είναι ταυτόχρονα σχετικές με τις καταγγελλόμενες παραβιάσεις, διαθέσιμες και κατάλληλες. Ο κανόνας του άρθρου 35 §1 βασίζεται στην υπόθεση ότι το εσωτερικό δίκαιο προσφέρει αποτελεσματική προσφυγή για την διατεινόμενη παραβίαση των δικαιωμάτων ενός ατόμου που απορρέει από την Σύμβαση (Lakatos κατά Τσεχικής Δημοκρατίας (απόφ.), αρ. 42052/98, 23 Οκτωβρίου 2001). Μια προσφυγή είναι αποτελεσματική όταν είναι διαθέσιμη τόσο στην θεωρία όσο και στην πρακτική κατά την εποχή των γεγονότων, δηλαδή όταν είναι προσβάσιμη και σε θέση παρέχει στον προσφεύγοντα την επανόρθωση των αιτιάσεων του και προσφέρει εύλογες προοπτικές επιτυχίας (Sejdovic κατά Ιταλίας [GC], αριθ. 56581/00, § 45, CEDH 2006-II).Στην προκειμένη περίπτωση, το Δικαστήριο υπογραμμίζει ότι όλα τα στοιχεία που έχει στη διάθεσή του δείχνουν ότι η προσφεύγουσα παραστάθηκε πολιτικώς ενάγουσα εξ ιδίου ονόματος στην επίδικη διαδικασία ‘όταν κατέθεσε μήνυση την 3η Δεκεμβρίου 2003 ενώπιον των αρμόδιων δικαστικών αρχών καθώς και όταν άσκησε έφεση κατά του βουλεύματος του Συμβούλιου Πλημμελειοδικών της Ρόδου. Το μέρος της εν λόγω διαδικασίας στην οποία η προσφεύγουσα ήταν η ίδια διάδικος στη διαφορά, έληξε την 28 Μαρτίου 2011, ημερομηνία υιοθέτησης από το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών του Εφετείου Δωδεκανήσου, του βουλεύματος αρ.40/20911, δηλαδή άνω των έξι μηνών πριν την 19 Νοεμβρίου 2014, ημερομηνία εισαγωγής της προσφυγής. Όσον αφορά το υπόλοιπο μέρος της διαδικασίας ενώπιον των εθνικών Δικαστηρίων, η προσφεύγουσα ενήργησε μόνο στο όνομα της εταιρείας ως νόμιμος εκπρόσωπος αυτής. Ειδικά, με την τελευταία ιδιότητα αυτή εμφανίσθηκε αρχικά ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Δωδεκανήσου και ενώπιον της Πενταμελούς σύνθεσης του ιδίου Δικαστηρίου στη συνέχεια, ζήτησε από τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου να καταθέσει αίτηση αναίρεσης κατά της υπ.αρ.164/2013 απόφασης (παρ.12, 15 και 17 ως άνω). Κατά συνέπεια το μέρος αυτό της διαδικασίας δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη για τον υπολογισμό της προθεσμίας των έξι μηνών.Συνεπώς, το Δικαστήριο εκτιμά ότι η προσφυγή είναι εκπρόθεσμη και ότι πρέπει να απορριφτεί κατ`εφαρμογή του άρθρου 35§§ 1 και 4 της Σύμβασης.Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο, ομόφωνα
Κηρύσσει την προσφυγή απαράδεκτη
Συντάχθηκε στην Γαλλική και κοινοποιήθηκε εγγράφως την 1η Ιουλίου 2021
Liv.Tigerstedt Krzysztof Wojtyczek
Αν.Γραμματέας Πρόεδρος
- - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - - -
Πιστή μετάφραση του συνημμένου κειμένου
Αθήνα*, Η μεταφράστρια Α.Αλεξοπούλου