Σημαντική ανακοίνωση νομικού περιεχομένου
ΚΟΙΝΕΣ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ GULMANN ΤΗΣ 8ΗΣ ΑΠΡΙΛΙΟΥ 1992. - ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΙΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ ΚΑΤΑ ΙΤΑΛΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ. - ΥΠΟΘΕΣΗ C-95/89. - ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΙΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ ΚΑΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ. - ΥΠΟΘΕΣΗ C-293/89. - ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΙΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ ΚΑΤΑ ΓΑΛΛΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ. - ΥΠΟΘΕΣΗ C-344/90. - ΠΑΡΑΒΑΣΗ - ΑΡΘΡΑ 30 ΚΑΙ 36 - ΠΡΟΣΘΕΤΕΣ ΥΛΕΣ ΤΡΟΦΙΜΩΝ - ΠΡΟΣΘΗΚΗ ΝΙΤΡΙΚΟΥ ΑΛΑΤΟΣ ΣΤΟ ΤΥΡΙ.
Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου 1992 σελίδα I-04545
Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1. Οι τρεις αυτές υποθέσεις εισήχθησαν ενώπιόν σας κατόπιν προσφυγής της Επιτροπής βάσει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ και αφορούν την απαγόρευση που ισχύει στην Ιταλία, την Ελλάδα και τη Γαλλία για την εισαγωγή και την εμπορία τυριών που παρασκευάζονται με την προσθήκη νιτρικών αλάτων.
Η Επιτροπή ζητεί και στις τρεις αυτές υποθέσεις να αναγνωριστεί ότι τα εν λόγω κράτη μέλη, απαγορεύοντας την εισαγωγή τυριών που παρασκευάζονται και διατίθενται στο εμπόριο νόμιμα σε άλλα κράτη μέλη και στα οποία έχουν προστεθεί νιτρικά άλατα στο στάδιο της παρασκευής τους σε όρια που είναι διεθνώς αποδεκτά από τους επιστημονικούς κύκλους (50 mg/kg), παρέβησαν τις υποχρεώσεις που υπέχουν από το άρθρο 30 της Συνθήκης.
Στο πλαίσιο της υποθέσεως που αφορά τη Γαλλία παρενέβη η Ισπανία υπέρ της Επιτροπής.
Τα τρία κράτη μέλη ζητούν να απορριφθούν οι προσφυγές.
2. Οι νομοθεσίες των τριών κρατών μελών εκτίθενται στην έκθεση ακροατηρίου. Συνοπτικώς, μπορεί να θεωρηθεί ως δεδομένο ότι
- και στα τρία κράτη μέλη απαγορεύεται η παρασκευή τροφίμων με τη χρησιμοποίηση πρόσθετων ουσιών και η εμπορία αυτών των τροφίμων, εκτός αν οι πρόσθετες ουσίες επιτρέπονται ρητώς,
- κανένα από τα τρία κράτη μέλη δεν έχει επιτρέψει τη χρησιμοποίηση νιτρικών αλάτων για την παρασκευή τυριού και ότι κατά συνέπεια απαγορεύεται στα τρία κράτη μέλη η εμπορία τυριού στο οποίο έχουν προστεθεί νιτρικά άλατα,
- η απαγόρευση αυτή, σύμφωνα με τις διευκρινίσεις των κρατών μελών, εφαρμόζεται μόνο ως προς τα εισαγόμενα τυριά, των οποίων το περιεχόμενο σε νιτρικά άλατα υπερβαίνει ορισμένο όριο ανοχής που αντιστοιχεί σ' αυτό που τα κράτη μέλη θεωρούν ότι αποτελεί φυσικά κατάλοιπα νιτρικών αλάτων στο τυρί, δηλαδή ως προς την Ιταλία 2 mg/kg, ως προς την Ελλάδα 10 mg/kg (1) και ως προς τη Γαλλία 15 mg/kg.
Ως προς τις οδηγίες εναρμονίσεως που ισχύουν εν προκειμένω
3. Τα νιτρικά άλατα αναφέρονται στο παράρτημα της οδηγίας 64/54/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 5ης Νοεμβρίου 1963, περί προσεγγίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με τα συντηρητικά που επιτρέπεται να χρησιμοποιούνται στα τρόφιμα (2). Το Δικαστήριο είχε κατ' επανάληψη την ευκαιρία να ερμηνεύσει την οδηγία 64/54, δεχόμενο ότι όταν μία πρόσθετη ουσία περιλαμβάνεται στον κατάλογο του παραρτήματος της οδηγίας αυτό σημαίνει ότι τα κράτη μέλη μπορούν να επιτρέψουν τη χρήση της συγκεκριμένης ουσίας, αλλά δεν υποχρεούνται προς τούτο. Τελευταία, το Δικαστήριο με την απόφασή του στην υπόθεση Bellon (3) δέχθηκε τα ακόλουθα:
"Σύμφωνα με τις αιτιολογικές σκέψεις της οδηγίας, η οδηγία αποτελεί απλώς το πρώτο στάδιο της προσεγγίσεως των εθνικών νομοθεσιών στον τομέα αυτό. Κατά το παρόν στάδιο επομένως, τα κράτη μέλη δεν είναι υποχρεωμένα να επιτρέπουν τη χρήση όλων των ουσιών που αναφέρονται στο παράρτημα της οδηγίας. Η ελευθερία όμως την οποία διαθέτουν για να θεσπίζουν κανόνες ως προς την προσθήκη συντηρητικών στα τρόφιμα μπορεί να ασκείται μόνο υπό τη διπλή προϋπόθεση ότι δεν επιτρέπεται η χρήση κανενός συντηρητικού που δεν αναφέρεται στο παράρτημα της οδηγίας και ότι η χρησιμοποίηση των συντηρητικών που αναφέρονται στο ανωτέρω παράρτημα δεν απαγορεύεται ολοσχερώς παρά μόνο στις ιδιαίτερες περιπτώσεις στις οποίες πρόκειται για τρόφιμα που παράγονται και καταναλώνονται στο έδαφός τους και η χρησιμοποίηση ενός από αυτά τα συντηρητικά δεν ανταποκρίνεται σε καμία τεχνολογικής φύσεως ανάγκη (...)" (σκέψη 9) (4).
Ας μου επιτραπεί να πω αμέσως ότι ο όρος για τη μη πλήρη απαγόρευση των νιτρικών αλάτων δεν παρουσιάζει προβλήματα στις παρούσες υποθέσεις, επειδή και τα τρία κράτη μέλη επιτρέπουν την προσθήκη νιτρικών αλάτων στα προϊόντα κρέατος.
Όπως προκύπτει από την προαναφερθείσα σκέψη, το Δικαστήριο θεωρεί σημαντικό το ότι η οδηγία 64/54 αποτελεί απλώς την πρώτη φάση προσεγγίσεως των νομοθεσιών που αφορούν συντηρητικά. Πλήρης εναρμόνιση του τομέα αυτού δεν έχει ακόμη πραγματοποιηθεί. Το Συμβούλιο θέσπισε την οδηγία 89/107/ΕΟΚ, της 21ης Δεκεμβρίου 1988, για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών σχετικά με τα πρόσθετα που μπορούν να χρησιμοποιούνται στα τρόφιμα τα οποία προορίζονται για ανθρώπινη διατροφή (5), αλλά η οδηγία αυτή αποτελεί απλώς μια οδηγία πλαίσιο, η οποία προϋποθέτει την κατάρτιση οδηγιών με καταλόγους των επιτρεπομένων πρόσθετων ουσιών, των τροφίμων ως προς τα οποία μπορούν να χρησιμοποιούνται οι πρόσθετες αυτές ουσίες και των προϋποθέσεων που ισχύουν για τη χρησιμοποίησή τους.
Επομένως, το βασικό σημείο είναι ότι τα κράτη μέλη, μέχρις ότου επιτευχθεί η εναρμόνιση αυτή, δικαιούνται να θεσπίζουν τους δικούς τους κανόνες σχετικά με την προσθήκη νιτρικών αλάτων στα τρόφιμα.
4. Εντούτοις, από την πάγια νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει επίσης ότι δεν αποκλείεται η εφαρμογή του άρθρου 30 της Συνθήκης, ακόμη και όταν έχουν θεσπιστεί οδηγίες εναρμονίσεως και ότι οι λόγοι για την εφαρμογή του άρθρου 36 εκλείπουν μόνο όταν οι κοινοτικές οδηγίες προβλέπουν πλήρη εναρμόνιση όλων των μέτρων που είναι αναγκαία για τη διασφάλιση της προστασίας της υγείας και καθορίζουν κοινοτικές διαδικασίες για τον έλεγχο της τηρήσεως αυτών των μέτρων (6).
Μία εθνική νομοθεσία, με την οποία θεσπίζονται κανόνες για την εμπορία τυριών που παρασκευάζονται με την προσθήκη νιτρικών αλάτων είναι επομένως έγκυρη μόνο εφόσον συνάδει προς τα άρθρα 30 και 36 της Συνθήκης.
Ως προς το αν οι εθνικοί κανόνες συνιστούν παρεμπόδιση του εμπορίου κατά την έννοια του άρθρου 30
5. Η Επιτροπή διευκρίνισε ότι οκτώ άλλα κράτη μέλη επιτρέπουν την προσθήκη νιτρικών αλάτων κατά την παρασκευή ορισμένων τύπων τυριού (7). Στις περισσότερες περιπτώσεις ορίζεται ένα μέγιστο όριο 50 mg/kg τυριού, αλλά σε ορισμένες καταστάσεις επιτρέπεται περιεκτικότητα νιτρικών αλάτων μέχρι 150 mg/kg τυριού.
Η επίδικη εν προκειμένω απαγόρευση μπορεί επομένως να παρεμποδίσει την εισαγωγή τυριών που νομίμως παρασκευάζονται σε άλλα κράτη μέλη και αποτελεί έτσι μέτρο που "άμεσα ή έμμεσα, πράγματι ή δυνάμει είναι ικανό να εμποδίσει το ενδοκοινοτικό εμπόριο" (8). Επομένως, οι εθνικοί κανόνες εμπίπτουν στο άρθρο 30 της Συνθήκης περί απαγορεύσεως κάθε ποσοτικού περιορισμού ή μέτρου ισοδύναμου αποτελέσματος στο ενδοκοινοτικό εμπόριο μεταξύ κρατών μελών.
6. Η Γαλλία και η Ελλάδα προέβαλαν εν προκειμένω ότι τα υφιστάμενα όρια ανοχής καθιστούν δυνατή την εισαγωγή των περισσοτέρων τυριών. Η περίσταση αυτή δεν έχει, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, καμία σημασία, όταν διαπιστώνεται ότι οι κανόνες που ισχύουν στο κράτος εισαγωγής εμποδίζουν την εισαγωγή εμπορευμάτων που νομίμως παράγονται σε άλλα κράτη μέλη. Η Γαλλία ανέφερε περαιτέρω ότι οι εισαγωγές από τις Κάτω Χώρες προς τη Γαλλία παρουσιάζουν αύξηση και ως προς τα τυριά τα οποία κατά τους ολλανδικούς κανόνες που διέπουν την παραγωγή μπορούν να παρασκευάζονται με την προσθήκη νιτρικών αλάτων και προβάλλει ότι απ' αυτό αποδεικνύεται ότι η επίδικη απαγόρευση δεν αποτελεί εμπόδιο στο ενδοκοινοτικό εμπόριο. Από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει σαφώς ότι στο γεγονός αυτό δεν πρέπει να αποδοθεί καμία σημασία (9).
Ως προς το αν οι εθνικοί κανόνες δικαιολογούνται από απόψεως δημοσίας υγείας σε σχέση με το άρθρο 36
7. Επομένως, το καίριο ζήτημα που ανακύπτει στις παρούσες υποθέσεις είναι κατά πόσον η απαγόρευση εμπορίας τυριών στα οποία έχουν προστεθεί νιτρικά άλατα δικαιολογείται από απόψεως προστασίας της υγείας των ανθρώπων - βλ. άρθρο 36 της Συνθήκης.
Το Δικαστήριο έχει διευκρινίσει με μία σειρά αποφάσεων τις βασικές αρχές βάσει των οποίων πρέπει να κρίνεται κατά πόσο η απαγόρευση εμπορίας προϊόντων που παρασκευάζονται με τη χρησιμοποίηση προσθέτων ουσιών συνάδει προς το άρθρο 36 της Συνθήκης (10). Στην τελευταία απόφαση του Δικαστηρίου της 13ης Δεκεμβρίου 1990 στην υπόθεση Bellon (11) επαναλαμβάνεται η νομολογία του Δικαστηρίου ως εξής:
"Πρέπει να υπενθυμιστεί ότι, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου (...) εφόσον υπάρχουν αβεβαιότητες στη σημερινή κατάσταση επιστημονικής έρευνας, απόκειται στα κράτη μέλη, ελλείψει πλήρους εναρμονίσεως, να αποφασίσουν σε ποια έκταση προτίθενται να εξασφαλίσουν την προστασία της υγείας και της ζωής των ανθρώπων λαμβάνοντας παράλληλα υπόψη τις απαιτήσεις της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων στο εσωτερικό της Κοινότητας.
Από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει επίσης ότι, υπό τις περιστάσεις αυτές, το κοινοτικό δίκαιο δεν αντιτίθεται στο να θεσπίζουν τα κράτη μέλη νομοθεσία που να εξαρτά τη χρησιμοποίηση πρόσθετων ουσιών από προηγούμενη άδεια χορηγούμενη με πράξη γενικής ισχύος για συγκεκριμένες πρόσθετες ουσίες, είτε για όλα τα προϊόντα είτε για ορισμένα μόνο από αυτά είτε για ορισμένες μόνο χρήσεις. Αυτού του είδους η νομοθεσία εξυπηρετεί ένα θεμιτό στόχο υγειονομικής πολιτικής, δηλαδή την περιστολή της ανεξέλεγκτης καταναλώσες πρόσθετων ουσιών στα τρόφιμα.
Η απαγόρευση εμπορίας όμως των εισαγομένων προϊόντων που περιέχουν πρόσθετες ουσίες οι οποίες επιτρέπονται στο κράτος μέλος παραγωγής, αλλ' απαγορεύονται στο κράτος μέλος εισαγωγής, δεν επιτρέπεται παρά μόνον εφόσον είναι σύμφωνη προς τις επιταγές του άρθρου 36 της Συνθήκης, όπως έχει ερμηνευθεί από το Δικαστήριο.
Στο σημείο αυτό επιβάλλεται καταρχάς η υπενθύμιση ότι με τις προαναφερθείσες αποφάσεις 174/82, Sandoz, 247/84, Motte, 304/84, Muller και 178/84, Επιτροπή κατά Γερμανίας, το Δικαστήριο συνήγαγε από την αρχή της αναλογικότητας, στην οποία στηρίζεται η τελευταία φράση του άρθρου 36 της Συνθήκης, ότι οι απαγορεύσεις διαθέσεως στο εμπόριο προϊόντων που περιέχουν πρόσθετες ουσίες επιτρεπόμενες στο κράτος μέλος παραγωγής, απαγορευόμενες όμως στο κράτος μέλος εισαγωγής, πρέπει να περιορίζονται σε ό,τι είναι πράγματι αναγκαίο για τη διασφάλιση της προστασίας της δημόσιας υγείας. Το Δικαστήριο δέχθηκε επίσης ότι η χρησιμοποίηση συγκεκριμένης πρόσθετης ουσίας, επιτρεπόμενης σε άλλο κράτος μέλος, πρέπει να επιτρέπεται στην περίπτωση εισαγόμενου προϊόντος από το εν λόγω κράτος μέλος, εφόσον λαμβανομένων υπόψη, αφενός, των αποτελεσμάτων της διεθνούς επιστημονικής έρευνας και ειδικά των εργασιών της κοινοτικής Επιστημονικής επιτροπής τροφίμων και της επιτροπής του Codex- Alimentarius του FAO και της Παγκόσμιας Οργάνωσης Υγείας και, αφετέρου, των συνηθειών διατροφής στο κράτος μέλος εισαγωγής, η πρόσθετη αυτή ουσία δεν παρουσιάζει κίνδυνο για τη δημόσια υγεία και ανταποκρίνεται σε μια πραγματική ανάγκη, τεχνολογικής ιδίως φύσεως" (σκέψεις 11 έως 14, οι υπογραμμίσεις δικές μου).
Με βάση αυτή τη νομολογία πρέπει να συναχθεί το συμπέρασμα ότι πρέπει να επιτρέπεται η εμπορία τυριών στα οποία έχουν προστεθεί νιτρικά άλατα, εφόσον τα νιτρικά άλατα αυτά ανταποκρίνονται σε μία πραγματική ανάγκη και δεν παρουσιάζουν κίνδυνο για τη δημόσια υγεία.
8. Από όσα θα εκθέσω στη συνέχεια θα καταδειχθεί ότι υπάρχει ένα βάσιμο στοιχείο στη διεθνή επιστημονική έρευνα για να θεωρηθεί ότι τα νιτρικά άλατα πράγματι ανταποκρίνονται σε πραγματική ανάγκη κατά την παρασκευή ορισμένων ειδών τυριού και ότι η προσθήκη νιτρικών αλάτων εντός ορισμένων συγκεκριμένων ορίων δεν παρουσιάζει κίνδυνο για την υγεία.
Επομένως, και οι τρεις υποθέσεις δεν φαίνονται εκ πρώτης όψεως να παρουσιάζουν σοβαρά προβλήματα. Εντούτοις, από μία προσεκτικότερη εξέταση των υποθέσεων καταφαίνεται ότι εν πάση περιπτώσει ως προς τρία σημεία πρέπει να διευκρινιστούν ορισμένα ζητήματα επί των οποίων το Δικαστήριο δεν έχει με τη μέχρι τώρα νομολογία του αποφανθεί σαφώς.
Κατά πόσο τα νιτρικά άλατα ανταποκρίνονται σε πραγματική ανάγκη τεχνολογικής ιδίως φύσεως
9. Η Επιτροπή προβάλλει ότι η προσθήκη νιτρικών αλάτων κατά την παρασκευή ορισμένων ειδών τυριού είναι αναγκαία για την παρεμπόδιση της ανάπτυξης αναερόβιων οργανισμών του είδους "clostridium tyrobutyricum". Τα βακτηρίδια αυτά επενεργούν αρνητικώς κατά τη διαδικασία ωριμάνσεως και έχουν ως αποτέλεσμα το ότι το τυρί "διογκώνεται", δηλαδή ότι παράγονται αέρια και δυσάρεστες οσμές. Τα βακτηρίδια απαντούν ιδίως στο γάλα από αγελάδες που τρέφονται με ζωοτροφές προερχόμενες από σιλό. Το πρόβλημα εμφανίζεται στα τυριά μέσου ή μακρού χρόνου ωριμάνσεως, π.χ., Gouda, Edam, Tilsiter, Samsoe κ.λπ. Η χρησιμοποίηση νιτρικών αλάτων δικαιολογείται ειδικότερα επομένως στη Βόρεια Ευρώπη, όπου είναι αναγκαία η χρησιμοποίηση ζωοτροφών από σιλό σε μεγάλο μέρος του έτους και όπου παρασκευάζονται τυριά αυτού του τύπου (12).
10. Τα καθών κράτη μέλη δεν αμφισβητούν ότι μπορεί να υπάρχει ανάγκη τεχνολογικής φύσεως για να καταστρέφονται τα βακτηρίδια που προκαλούν μία "όψιμη διόγκωση" ή ότι τα νιτρικά άλατα είναι το κατάλληλο μέσο για να επιτευχθεί ο σκοπός αυτός. Αντιθέτως, τα κράτη μέλη προβάλλουν ότι η χρησιμοποίηση νιτρικών αλάτων δεν είναι τεχνολογικώς αναγκαία, επειδή υπάρχουν άλλες και λιγότερο επιβλαβείς μέθοδοι που μπορούν να παρεμποδίσουν μία "όψιμη διόγκωση".
Επ' αυτού, η Επιτροπή προβάλλει ότι κατά την κρίση αν μία πρόσθετη ουσία ανταποκρίνεται σε ανάγκη τεχνολογικής φύσεως δεν έχει σημασία το να εξετάζεται αν υπάρχουν εναλλακτικές και λιγότερο επιβλαβείς μέθοδοι, εφόσον αποφασιστική σημασία έχει μόνο το αν η πρόσθετη ουσία μπορεί να ανταποκρίνεται στη συγκεκριμένη ανάγκη τεχνολογικής φύσεως. Επικουρικώς, η Επιτροπή προβάλλει ότι οι μέθοδοι, στις οποίες αναφέρονται τα κράτη μέλη, δεν είναι επαρκώς αποτελεσματικές.
11. Το Δικαστήριο δεν έχει μέχρι στιγμής αποφανθεί ως προς το ζήτημα κατά πόσον τα κράτη μέλη μπορούν να απαγορεύουν την εμπορία ενός προϊόντος, επικαλούμενα ότι η χρησιμοποιούμενη πρόσθετη ουσία δεν είναι αναγκαία για να αντιμετωπισθεί μία ανάγκη τεχνολογικής φύσεως, επειδή το επιθυμητό αποτέλεσμα μπορεί να πραγματοποιηθεί με άλλον τρόπο.
Κατά τη γνώμη μου, από τη μέχρι τώρα νομολογία του Δικαστηρίου (13) προκύπτει ότι:
- το Δικαστήριο, θέτοντας την προϋπόθεση της ανάγκης τεχνολογικής φύσεως, θέλησε να δώσει στα κράτη μέλη τη δυνατότητα να εμποδίζουν την εισαγωγή προσθέτων ουσιών που μπορούν να θεωρούνται περιττές κατά την έννοια ότι δεν υφίσταται πραγματική ανάγκη προς την οποία να ανταποκρίνονται,
- το Δικαστήριο επικεντρώνει, επομένως, στη νομολογία του την προσοχή του στο ζήτημα κατά πόσο υφίσταται πραγματική ανάγκη στην οποία είναι δυνατό να ανταποκρίνεται η συγκεκριμένη πρόσθετη ουσία και δεν εξετάζει αν υπάρχει δυνατότητα υποκαταστάσεως της πρόσθετης ουσίας με εναλλακτικές μεθόδους,
- το Δικαστήριο είναι πρόθυμο να αναγνωρίσει την επιθυμία επιτεύξεως ορισμένης ποιότητας σε σχέση με δεδομένο προϊόν ως "πραγματική ανάγκη".
Επιπλέον, μπορεί να επισημανθεί ότι το Δικαστήριο σε καμία από τις αποφάσεις του δεν αποδέχθηκε μία απαγόρευση εισαγωγών αποκλειστικά λόγω του ότι δεν υφίστατο ανάγκη τεχνολογικής φύσεως και ότι στις αποφάσεις αποδίδεται σταθερά, για αυτονόητους λόγους, μεγάλη σημασία στο ζήτημα της υπάρξεως κινδύνου για την υγεία.
12. Στις παρούσες υποθέσεις ανακύπτει το ζήτημα αν στην προϋπόθεση σχετικά με την ύπαρξη ανάγκης τεχνολογικής φύσεως πρέπει να προσδοθεί ένα άλλο περιεχόμενο ευρύτερο από αυτό που προκύπτει από τη νομολογία του Δικαστηρίου. Πρέπει η δυνατότητα που προβλέπεται στο άρθρο 36 για τη δικαιολόγηση της απαγορεύσεως εισαγωγών ενόψει του κινδύνου για την υγεία που εγκυμονεί ένα προϊόν να μην περιλαμβάνει απλώς τη δυνατότητα εμποδίσεως της εισαγωγής πρόσθετων ουσιών, που δεν εξυπηρετούν κανένα σκοπό, αλλά να εκτείνεται επίσης και στη δυνατότητα εμποδίσεως της εισαγωγής προσθέτων ουσιών, που μπορούν να αντικατασταθούν από άλλες ουσίες οι οποίες τεκμαίρονται εκ των προτέρων ως "λιγότερο βλαπτικές";
13. Μπορούν να αναφερθούν σοβαροί λόγοι υπέρ μιας καταφατικής απαντήσεως στο ερώτημα αυτό.
Το κοινοτικό δίκαιο δέχεται έναν γενικό στόχο υγειονομικής πολιτικής για την όσο το δυνατό πιο περιορισμένη χρησιμοποίηση πρόσθετων ουσιών στα τρόφιμα. Αυτό καταφαίνεται, μεταξύ άλλων, από τη δυνατότητα θεσπίσεως γενικής απαγορεύσεως προσθέτων ουσιών και από τη δυνατότητα αρνήσεως εγκρίσεως εισαγωγών περιττών πρόσθετων ουσιών, ακόμη και αν δεν χαρακτηρίζονται εν προκειμένω ως επικίνδυνες για την υγεία. Αυτό συμφωνεί με τον στόχο της ενθαρρύνσεως της χρησιμοποιήσεως εναλλακτικών μεθόδων. Η οδηγία 89/107 αναγνωρίζει πράγματι ρητώς ότι κατά την κρίση ως προς την ύπαρξη ανάγκης τεχνολογικής φύσεως για δεδομένη πρόσθετη ουσία πρέπει να λαμβάνονται υπόψη ενδεχόμενες εναλλακτικές μέθοδοι. Στο παράρτημα ΙΙ της οδηγίας καθορίζονται τα "γενικά κριτήρια για τη χρήση των προσθέτων τροφίμων ((προσθέτων στα τρόφιμα))" που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη για να ενταχθούν σε καταλόγους προσθέτων ουσιών (βλ. άρθρο 2, παράγραφος 3 της οδηγίας). Στο σημείο 1 του παραρτήματος ορίζεται ότι "τα πρόσθετα τροφίμων μπορούν να γίνουν αποδεκτά μόνον εφόσον (...) μπορεί να αποδειχθεί η ύπαρξη επαρκούς τεχνολογικής ανάγκης και ο επιδιωκόμενος στόχος δεν μπορεί να επιτευχθεί με άλλα μέσα, εφαρμόσιμα από οικονομική και τεχνολογική άποψη" (14).
14. Το κύριο ζήτημα είναι εντούτοις το κατά πόσο το κράτος μέλος εισαγωγής πρέπει να έχει τη δυνατότητα να εξετάζει αν το κράτος μέλος παραγωγής εγκρίνει μόνο πρόσθετες ουσίες που δεν μπορούν να υποκατασταθούν από άλλες μεθόδους.
Ανεξάρτητα από το ότι μία τέτοια λύση θα αποτελούσε αναμφιβόλως ένα βήμα προς την προώθηση του προαναφερθέντος στόχου γενικής υγειονομικής πολιτικής, φρονώ ότι αυτό θα συνεπήγετο μία κατάσταση δικαίου που, χωρίς να θεμελιώνεται επαρκώς σε λόγους προστασίας της υγείας, θα εγκυμονούσε κινδύνους για την αποτελεσματική εφαρμογή της απαγορεύσεως που περιέχεται στο άρθρο 30 της Συνθήκης.
Αν γίνει δεκτή η προτεινόμενη ευρεία έννοια της προϋποθέσεως αντιστοιχίας προς ανάγκη τεχνολογικής φύσεως, είναι προφανές ότι τα κράτη μέλη θα προσπαθούν σε πολλές περιπτώσεις να δικαιολογούν την απαγόρευση εισαγωγών, επικαλούμενα το ότι, κατά τη γνώμη τους, υφίστανται εναλλακτικές μέθοδοι. Δεν υπάρχει σχεδόν καμία αμφιβολία ότι μία κατ' αυτόν τον τρόπο θεμελιούμενη απαγόρευση εισαγωγών θα προσκρούσει σε διαμαρτυρίες εκ μέρους του κράτους μέλους παραγωγής που θα υποστηρίξει ότι είχε εξετάσει αν υφίστανται ενδεχομένως ικανοποιητικές εναλλακτικές μέθοδοι ήδη κατά την έγκριση της πρόσθετης ουσίας. Το αποτέλεσμα θα είναι μία σειρά προσφυγών, κατά τις οποίες το Δικαστήριο θα βρεθεί αντιμέτωπο με το ζήτημα της επιλογής μεταξύ περισσοτέρων δυνατών μεθόδων παραγωγής. Εν προκειμένω, σημαντικό είναι ότι το ζήτημα των εναλλακτικών μεθόδων θα έχει σημασία μόνον εφόσον θα έχει προηγουμένως διαπιστωθεί ότι η συγκεκριμένη πρόσθετη ουσία μπορεί να ανταποκρίνεται σε εξακριβωμένη ανάγκη τεχνολογικής φύσεως και ότι δεν είναι επικίνδυνη για την υγεία. Σημαντικό είναι επίσης ότι κανονικά θα πρόκειται για υποθέσεις που αφορούν πολύπλοκα τεχνικά ζητήματα και στις οποίες συχνά δεν θα είναι δυνατό να ανευρεθούν λύσεις με βάση τη διεθνή επιστημονική έρευνα ως προς το ζήτημα ποια μέθοδος πρέπει να θεωρηθεί, αφενός μεν, ως η ελάχιστα βλαπτική για την υγεία, αφετέρου δε, ως επαρκής ενόψει του συγκεκριμένου σκοπού χρησιμοποιήσεως.
Η τελική επιλογή μεταξύ διαφόρων εφαρμοστέων και καταρχήν ακίνδυνων για την υγεία μεθόδων παρασκευής αποτελεί, κατά τη γνώμη μου, μία επιλογή που πρέπει να γίνει μέσω θεσπίσεως κανόνων εναρμονίσεως. Στο παρόν στάδιο της εναρμονίσεως η δημόσια υγεία πρέπει να θεωρηθεί ότι προστατεύεται επαρκώς με τη δυνατότητα των κρατών μελών να μην εγκρίνουν την εισαγωγή πρόσθετων ουσιών που εγκυμονούν κινδύνους για την υγεία και πρόσθετων ουσιών που δεν ανταποκρίνονται σε καμία πραγματική ανάγκη, τεχνολογικής ιδίως φύσεως.
Επομένως, ως προς το σημείο αυτό, προτείνω στο Δικαστήριο να κάνει δεκτό τον κύριο ισχυρισμό της Επιτροπής, δηλαδή ότι αρκεί να αποδεικνύεται ότι κατά την παρασκευή ορισμένων τύπων τυριού υφίσταται ανάγκη τεχνολογικής φύσεως στην οποία ανταποκρίνεται η προσθήκη νιτρικών αλάτων ως το ενδεδειγμένο μέτρο.
15. Δεδομένου ότι τα καθού κράτη μέλη, όπως προαναφέρθηκε, δεν αμφισβητούν ότι η προσθήκη νιτρικών αλάτων μπορεί να ανταποκρίνεται στην ανάγκη διαπιστωμένης τεχνολογικής φύσεως, μπορεί κατά τη γνώμη μου να θεωρηθεί ως δεδομένο ότι η απαγόρευση των κρατών μελών δεν μπορεί να δικαιολογηθεί από το ότι δεν υφίσταται ανάγκη τεχνολογικής φύσεως για την προσθήκη νιτρικών αλάτων σε ορισμένα συγκεκριμένα είδη τυριού.
16. Εντούτοις, επιθυμώ, χάριν πληρότητας, να πω ότι από τα στοιχεία που προσκομίστηκαν εν προκειμένω, καθόσον μπορώ να κρίνω, δεν παρέχεται έρεισμα για να θεωρηθεί ότι η διαπιστωμένη ανάγκη τεχνολογικής φύσεως μπορεί να αντιμετωπιστεί πλήρως με τη χρησιμοποίηση άλλων προσθέτων ουσιών ή άλλων μεθόδων παραγωγής.
17. Τα τρία καθών κράτη μέλη προβάλλουν ότι "η όψιμη διόγκωση" μπορεί να καταπολεμηθεί με την προσθήκη λυσοζύμης, που είναι ένα ένζυμο λαμβανόμενο από το λεύκωμα του αυγού, με bactofugation, δηλαδη φυγοκέντριση του γάλακτος, με βελτίωση της τροφής των αγελάδων, δηλαδή με τη μη χρησιμοποίηση ζωοτροφών από σιλό ή με τη χρησιμοποίηση ζωοτροφών από σιλό καλύτερης ποιότητας, και με βελτίωση των κανόνων υγιεινής ως προς την άμελξη.
Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι:
- ένα μέρος των βακτηριδίων, που πρέπει να καταστρέφονται, είναι ανθεκτικά στη λυσοζύμη και ότι ορισμένα είδη τυριών δεν ανέχονται κανενός είδους ανάπτυξη βακτηριδίων,
- η bactofugation μπορεί να χρησιμοποιηθεί μόνο για ορισμένα είδη τυριού και εξάλλου απομακρύνει μόνο ορισμένο μέρος των βακτηριδίων,
- η χρησιμοποίηση γάλακτος καλύτερης ποιότητας δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί στις περιοχές όπου οι αγελάδες τρέφονται με ζωοτροφές από σιλό, ότι στα βόρεια κράτη μέλη είναι αναγκαία η χρησιμοποίηση ζωοτροφών από σιλό κατά ένα μεγάλο μέρος του έτους και ότι είναι δύσκολο να καθοριστούν εκ των προτέρων ποιοτικοί κανόνες για την αποθήκευση σε σιλό, και
- καλύτερες συνθήκες υγιεινής για την άμελξη ουδέποτε θα είναι δυνατό να εμποδίσουν την παρουσία βακτηριδίων στο γάλα.
Τα κράτη μέλη δεν αμφισβητούν ότι ένα μέρος των βακτηριδίων είναι ανθετικά στη λυσοζύμη και ότι η bactofugation αποτελεί αφεαυτής επαρκή ή εν πάση περιπτώσει επιδεκτική χρησιμοποιήσεως εναλλακτική μέθοδο. Αντιθέτως, προβάλλουν ότι η χρησιμοποίηση γάλακτος καλύτερης ποιότητας, ενδεχομένως σε συνδυασμό με τις δύο αναφερθείσες μεθόδους, είναι επαρκής για να συγκρατηθεί η παρουσία βακτηριδίων κάτω από το επίπεδο από το οποίο προκαλείται "όψιμη διόγκωση".
18. Κατά τη γνώμη μου, η απόφαση του Δικαστηρίου της 12ης Μαρτίου 1987 στην "υπόθεση του ζύθου" (15) μπορεί να παράσχει έρεισμα για την απόρριψη του ισχυρισμού ότι το τυρί πρέπει να παρασκευάζεται με βάση άλλη πρώτη ύλη πλην της χρησιμοποιηθείσας, δηλαδή με γάλα από αγελάδες που δεν έχουν τραφεί με ζωοτροφές από σιλό ούτε με ζωοτροφές από σιλό καλύτερης ποιότητας.
Νομίζω ότι η απόρριψη του ισχυρισμού αυτού υπό τις συγκεκριμένες εν προκειμένω περιστάσεις είναι επίσης εύλογη, όχι μόνο επειδή από τη δικογραφία προκύπτει ότι τόσο η αναγκαιότητα χρησιμοποιήσεως ζωοτροφών από σιλό όσο και η ποιότητα των ζωοτροφών αυτών συνδέονται με γεωγραφικά δεδομένα.
'Οσον αφορά τη βελτίωση των συνθηκών υγιεινής ως προς την άμελξη, στην έκθεση της Επιστημονικής Επιτροπής Τροφίμων αναφέρεται ότι "ακόμα και με καλές συνθήκες υγιεινής δεν είναι δυνατόν να αποφευχθεί πλήρως ορισμένη μόλυνση του γάλακτος με μικρόβια". Φαίνεται αμφίβολο αν η βελτίωση αυτών καθαυτών των συνθηκών υγιεινής ως προς το γάλα - δηλαδή όταν αυτό δεν προϋποθέτει μεταβολή της διατροφής των αγελάδων - θα έχει ως αποτέλεσμα τη μείωση των βακτηριδίων του γάλακτος σε ένα επίπεδο όπου η προσθήκη λυσοζύμης θα είναι επαρκής για να παρεμποδίσει την "όψιμη διόγκωση". Μπορεί ενδεχομένως να ληφθεί ως δεδομένο ότι η λυσοζύμη δεν απομακρύνει τα τελευταία περίπου 10 % των βακτηριδίων και ότι ορισμένα είδη τυριού ανέχονται μόνο μία πολύ μικρή περιεκτικότητα βακτηριδίων.
Επομένως, κατά τη γνώμη μου, τα κράτη μέλη δεν προσκόμισαν στοιχεία από τα οποία να αποδεικνύεται ότι η προσθήκη νιτρικών αλάτων μπορεί να αποφευχθεί με τη χρησιμοποίηση εναλλακτικών μεθόδων.
Κατά πόσον τα νιτρικά άλατα εγκυμονούν κίνδυνο για τη δημόσια υγεία
19. Στο Δικαστήριο προσκομίστηκαν πολλά στοιχεία που περιέχουν τα αποτελέσματα ερευνών και εκτιμήσεων ως προς τις ενδεχόμενες βλαπτικές για την υγεία επενέργειες των νιτρικών αλάτων, μεταξύ των οποίων ορισμένες επιστημονικές εκθέσεις, αποσπάσματα σχετικών συγγραμμάτων κ.λπ. Δεν νομίζω ότι είναι αναγκαίο να αναφερθώ λεπτομερώς σε όλα αυτά τα έγγραφα. 'Οπως προκύπτει από την προαναφερθείσα απόφαση στην υπόθεση Bellon, το Δικαστήριο έχει δεχθεί με τη νομολογία του ότι το ζήτημα του κινδύνου της υγείας πρέπει να κρίνεται με βάση τη διεθνή επιστημονική έρευνα και επιπλέον έχει διευκρινίσει ότι πρέπει ιδίως να λαμβάνονται υπόψη τα πορίσματα της κοινοτικής Επιστημονικής επιτροπής τροφίμων (16).
Νομίζω ότι είναι ορθό στις παρούσες υποθέσεις να δοθεί το κύριο βάρος στην έκθεση που κατάρτισε η Επιστημονική επιτροπή τροφίμων για τα νιτρικά άλατα και τα νιτρώδη άλατα. Η έκθεση παραδόθηκε στις 19 Οκτωβρίου 1990 και στηρίζεται σε πολλά άρθρα και μονογραφίες των τελευταίων ετών. Επίσης, από την έκθεση προκύπτει ότι η επιτροπή συγκέντρωσε στοιχεία σχετικά με τη χρήση των νιτρικών και των νιτρωδών αλάτων τόσο από ερωτηθέντες εμπειρογνώμονες όσο και από τα κράτη μέλη. Πρέπει επίσης να τονιστεί ότι στην έκθεση εκφράζεται η ενιαία αντίληψη της επιτροπής αυτής (17).
20. Από την έκθεση μπορούν να συναχθούν τα ακόλουθα:
Τα νιτρικά άλατα δεν συνεπάγονται άξιο λόγου άμεσο κίνδυνο για την υγεία. Ο ενδεχόμενος κίνδυνος για την υγεία που συνδέεται με την πρόσληψη νιτρικών αλάτων οφείλεται στο ότι οι ουσίες αυτές μπορούν να μεταβληθούν σε νιτρώδη άλατα είτε πριν είτε μετά τη λήψη τους. Τα νιτρώδη άλατα σε ορισμένες ποσότητες συνεπάγονται άμεσο κίνδυνο για την υγεία. Επίσης, μπορεί ενδεχομένως να υπάρχει σύνδεσμος μεταξύ προστιθεμένων ποσοτήτων νιτρικών αλάτων και του σχηματισμού πτητικών νιτροδαμινών που είναι καρκινογόνες.
Το κύριο επιστημονικό πρόβλημα είναι ο καθορισμός της "αποδεκτής ημερήσιας δόσης" (ΑΗΔ), δηλαδή της ποσότητας που μπορεί να προσλαμβάνεται χωρίς βλάβη του ανθρώπινου οργανισμού.
Από τα αποτελέσματα των τελευταίων ερευνών με ποντίκια καταφάνηκε ότι δεν μπορεί να αποδειχθεί καμία τοξική επίδραση από τη λήψη νιτρικών αλάτων σε ποσότητα 2 500 mg/kg βάρους σώματος. Για λόγους προνοίας η επιτροπή τροφίμων θεωρεί ότι είναι σκόπιμο να εφαρμόζεται ένας συντελεστής ασφαλείας 500 κατά τον υπολογισμό της ΑΗΔ νιτρικών αλάτων που καθορίζεται έτσι σε 5 mg/kg βάρους σώματος (18). 'Ενα άτομο που ζυγίζει 60 κιλά θα μπορεί κατά συνέπεια να λαμβάνει ημερησίως 300 mg νιτρικών αλάτων χωρίς αυτό να συνεπάγεται κίνδυνο για την υγεία του.
Η επιτροπή τροφίμων δεν διαθέτει στοιχεία ως προς την πρόσληψη νιτρικών αλάτων για όλη την Κοινότητα, αλλά θεωρεί ότι είναι σαφές ότι η λήψη νιτρικών αλάτων σε όλες τις ερευνηθείσες περιοχές βρίσκεται "θεωρούμενη γενικώς, σαφώς κάτω από τις αντίστοιχες τιμές ΑΗΔ, με εξαίρεση τις περιοχές όπου απαντά υψηλή περιεκτικότητα νιτρικών αλάτων στα λαχανικά, η δε περιεκτικότητα στο πόσιμο νερό υπερβαίνει τις οριακές τιμές της ΕΚ".
Η χρησιμοποίηση νιτρικών αλάτων ως προσθέτων ουσιών στα τρόφιμα συμβάλλει σε μικρή σχετικά έκταση στη συνολική πρόσληψη, ενώ το κύριο μέρος προέρχεται από τη "φυσική περιεκτικότητα" νιτρικών αλάτων στα λαχανικά και το πόσιμο νερό. Τα νιτρικά άλατα χρησιμοποιούνται ως πρόσθετες ουσίες στα προϊόντα κρέατος, τυριού, γάλακτος και ιχθύων. 'Οσον αφορά την προσθήκη νιτρικών αλάτων στο τυρί η επιτροπή τροφίμων καταλήγει, στο σημείο 3.1.2 της εκθέσεως, στο συμπέρασμα ότι
"από τα στοιχεία που παρασχέθηκαν στην επιτροπή καταφαίνεται ότι η προσθήκη 150 mg νιτρικών αλάτων (εκφραζομένων σε νιτρική ουσία) ανά λίτρο γάλακτος προοριζόμενου για το τυρί αρκεί για τον σκοπό αυτό και καταλήγει σε περιεκτικότητα στο τελικό προϊόν που δεν υπερβαίνει τα 50 mg νιτρικών αλάτων ανά kg. Κανονικά, δεν ανευρίσκονται νιτρώδη άλατα σε ποσότητες μεγαλύτερες του 1 mg/kg. Η Επιτροπή το θεωρεί αυτό αποδεκτό από τοξικολογικής απόψεως, η δε ενδεχόμενη πρόσληψη νιτρικών αλάτων από αυτή την πηγή μπορεί να θεωρηθεί ασήμαντη συγκρινόμενη με την ΑΗΔ.
Καίτοι δεν αποδείχθηκε ο συσχετισμός μεταξύ της προσθήκης νιτρικών αλάτων και του σχηματισμού πτητικών N-nitroso συνθέτων στο τυρί, από πρόσφατες μελέτες πιθανολογείται ενδεχόμενος συσχετισμός μεταξύ των νιτρικών αλάτων και της συνολικής περιεκτικότητας σε N-nitroso συνθέτων (...) Για τον λόγο αυτό, η επιτροπή τροφίμων συνιστά να περιορίζεται η χρήση νιτρικών αλάτων σε 150 mg στο γάλα για την παρασκευή του τυριού, μέχρις ότου διευκρινιστούν από τοξικολογική άποψη τα αποτελέσματα αυτά. Για να καταστεί δυνατός ο έλεγχος συνιστάται επίσης να καθοριστεί το μέγιστο όριο για τα κατάλοιπα νιτρικών αλάτων σε 50 mg/kg στο παρασκευασμένο τυρί" (δικές μου οι υπογραμμίσεις).
21. Τα καθών κράτη μέλη αμφισβητούν ότι κατά την εκτίμηση του κινδύνου για την υγεία από τα νιτρικά άλατα μπορεί να ληφθεί ως βάση μία γενικώς καθορισθείσα ΑΗΔ, καθόσον δεν λαμβάνονται εν προκειμένω υπόψη ιδιαίτερα ευαίσθητες κατηγορίες ατόμων, όπως οι ηλικιωμένοι, οι έγκυες και τα παιδιά. Ειδικότερα όσον αφορά τα παιδιά, τα κράτη μέλη προβάλλουν ότι λόγω της μεγαλύτερης ποσότητας οξέων στο στομάχι τους μεταβάλλουν σε μεγαλύτερο βαθμό τα νιτρικά άλατα σε νιτρώδη.
Κατά τη γνώμη μου, οι ισχυρισμοί αυτοί πρέπει να απορριφθούν, επειδή ακριβώς από την έκθεση της επιστημονικής επιτροπής προκύπτει ότι αυτή έλαβε υπόψη στα συμπεράσματά της τις προαναφερθείσες ιδιαίτερα ευαίσθητες κατηγορίες ατόμων. 'Ετσι, στο πλαίσιο της αξιολογήσεώς της του κινδύνου για την υγεία, που συνδέεται με την προσθήκη νιτρωδών ουσιών στα τρόφιμα, η εν λόγω επιτροπή τονίζει ρητώς ότι ορισμένες ειδικότερες κατηγορίες του πληθυσμού, π.χ., τα μωρά, οι έγκυες κ.λπ., μπορούν να εκτίθενται σε μεγαλύτερο κίνδυνο συνεπεία των νιτρωδών ουσιών που περιέχονται στα τρόφιμα. Αντίστοιχη γενική επιφύλαξη δεν διατυπώνεται σε σχέση με την από τοξικολογική άποψη έρευνα των κινδύνων που προέρχονται από τα νιτρικά άλατα. Η εν λόγω επιτροπή προτείνει αντιθέτως εν προκειμένω τα εξής:
"δεδομένου ότι τα βρέφη μεταβάλλουν προφανώς σε μεγαλύτερο βαθμό τα εξωγενή νιτρικά άλατα σε νιτρώδη άλατα και είναι πιο ευαίσθητα στις έντονες επιδράσεις των νιτρωδών αλάτων, δεν πρέπει να χρησιμοποιούνται τα νιτρικά άλατα ως πρόσθετο στις τροφές για βρέφη" (19).
22. Συνοψίζοντας, στο ζήτημα κατά πόσον τα νιτρικά άλατα μπορούν βάσει της διεθνούς επιστημονικής έρευνας να θεωρηθούν ότι εγκυμονούν κίνδυνο για τη δημόσια υγεία θα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι:
- ημερήσια δόση μέχρι 5 mg/kg νιτρικών αλάτων βάρους σώματος δεν εγκυμονεί κίνδυνο για την υγεία και
- μία συγκέντρωση καταλοίπων νιτρικών αλάτων στο τυρί μέχρι 50 mg νιτρικών αλάτων μπορεί να θεωρηθεί αποδεκτή από τοξικολογική άποψη, δεδομένου ότι η δυνατή πρόσληψη νιτρικών αλάτων από την πηγή αυτή είναι ασήμαντη σε σχέση με τη διαπιστωθείσα ΑΗΔ.
23. 'Οπως προκύπτει από την προαναφερθείσα απόφαση στην υπόθεση Bellon, κατά την κρίση ως προς την ύπαρξη κινδύνου για την υγεία σχετικά με μία πρόσθετη ουσία πρέπει να λαμβάνονται επίσης υπόψη οι διαιτητικές συνήθειες στο κράτος μέλος εισαγωγής.
24. Η επιχειρηματολογία που προβάλλουν εν προκειμένω τα κράτη μέλη αποσκοπεί κυρίως στο να αποδειχθεί ότι υπάρχει υπέρβαση της προσδιορισθείσας ΑΗΔ συνεπεία των αντιστοίχων διαιτητικών συνηθειών ως προς το σύνολο των τροφίμων, περιλαμβανομένου και του νερού, που περιέχουν νιτρικά άλατα.
Η Ιταλική Δημοκρατία προέβαλε ότι στην Ιταλία υπάρχει μεγαλύτερη κατανάλωση φρούτων και λαχανικών, τα οποία έχουν φυσική περιεκτικότητα σε νιτρικά άλατα, παρά στα άλλα κράτη μέλη και ότι η κατά μέσον όρο ημερήσια πρόσληψη νιτρικών αλάτων στην Ιταλία είναι 312,75 mg και έτσι είναι μεγαλύτερη από ό,τι η κατά μέσον όρο ΑΗΔ των 300 mg. Η Ελληνική Δημοκρατία προέβαλε ότι στην Ελλάδα καταναλίσκονται περισσότερα λαχανικά και περισσότερο τυρί από ό,τι στα άλλα κράτη μέλη και ότι η κατά μέσον όρο ημερήσια πρόσληψη νιτρικών αλάτων στην Ελλάδα είναι περίπου 1 720,23. Η Γαλλική Δημοκρατία προέβαλε ότι στη Γαλλία υφίσταται η μεγαλύτερη κατανάλωση τυριού επί παγκοσμίου επιπέδου, ότι στη Γαλλία υπάρχει μεγάλη περιεκτικότητα νιτρικών αλάτων στο πόσιμο νερό και τα νωπά λαχανικά και ότι υφίστανται ιδίως προβλήματα σε ορισμένες περιοχές όπου η περιεκτικότητα πόσιμου νερού σε νιτρικά άλατα υπερβαίνει τους εν προκειμένω κοινοτικούς κανόνες.
25. Η Επιτροπή αμφισβητεί την ορθότητα πολλών από τα στοιχεία αυτά, αλλά αναπτύσσει πάντως ως προς το σημείο αυτό ορισμένα επιχειρήματα υπό διαφορετικό πρίσμα από ό,τι τα κράτη μέλη. Η Επιτροπή στηρίζεται έτσι στις διαιτητικές συνήθειες ως προς το τυρί. Κατά τη γνώμη της Επιτροπής αποφασιστική σημασία έχει το ότι, ακόμη κι αν θεωρηθεί ότι όλα τα είδη τυριού περιέχουν την ανώτατη επιτρεπόμενη ποσότητα νιτρικών αλάτων, δηλαδή 50 mg/kg, η πρόσληψη τυριού συνεπάγεται ασήμαντη μόνο αύξηση, δηλαδή 2,1 mg που αντιστοιχούν σε πολύ λιγότερο από 1 % της καθημερινής προσλήψεως νιτρικών αλάτων. Επειδή αυτό κάθε άλλο παρά αφορά όλα τα είδη τυριού, στα οποία προστίθενται νιτρικά άλατα, και επειδή η συγκέντρωση καταλοίπων νιτρικών αλάτων στο τυρί, στο οποίο προστίθενται νιτρικά άλατα, κατά γενικό κανόνα είναι κάτω των 50 mg/kg, η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι η έγκριση προσθήκης νιτρικών αλάτων στο τυρί θα έχει προφανώς ως αποτέλεσμα αύξηση κατά 0,5 mg της ημερήσιας προσλήψεως.
26. Κατά τη γνώμη μου, το αίτημα της Επιτροπής ως προς το σημείο αυτό πρέπει να γίνει δεκτό. Εφόσον η διεθνής επιστημονική έρευνα έχει διαπιστώσει ότι η χρησιμοποίηση ορισμένης πρόσθετης ουσίας σε ορισμένο προϊόν και σε συγκεκριμένες ποσότητες δεν μπορεί να θεωρηθεί ως επικίνδυνη για την υγεία, η προϋπόθεση κατά την οποία πρέπει να λαμβάνονται υπόψη οι διαιτητικές συνήθειες στη χώρα εισαγωγής σημαίνει ότι πρέπει να εκτιμάται αν ειδικές διαιτητικές συνήθειες για το συγκεκριμένο προϊόν στο κράτος εισαγωγής μπορούν να προκαλέσουν ιδιαίτερα προβλήματα για την υγεία σ' αυτό το κράτος μέλος. Αυτό ισχύει εν πάση περιπτώσει όταν διαπιστώνεται βάσει της διεθνούς επιστημονικής έρευνας - βλ. ανωτέρω - ότι τα νιτρικά άλατα που μπορούν να προσλαμβάνονται από αυτή την πηγή είναι ασήμαντες σε σχέση με την προσδιορισθείσα ΑΗΔ.
Η σημασία που έχουν άλλες πηγές προσλήψεως νιτρικών αλάτων πρέπει πρωτίστως να λαμβάνεται υπόψη κατά τον καθορισμό των αποδεκτών ανωτάτων ποσοτήτων σε σχέση με κάθε συγκεκριμένο προϊόν. Το ότι η Επιστημονική Επιτροπή Τροφίμων προέβη στις εκτιμήσεις της με αυτόν πράγματι τον τρόπο προκύπτει ακριβώς από την προαναφερθείσα παρατήρηση στην έκθεση ότι η περιεκτικότητα νιτρικών αλάτων μέχρι 50 mg/kg τυριού θεωρείται αποδεκτή από τοξικολογική άποψη, δεδομένου ότι "η ενδεχόμενη πρόσληψη νιτρικών αλάτων από αυτή την πηγή μπορεί να θεωρηθεί ασήμαντη συγκρινόμενη με την ΑΗΔ" (δική μου η υπογράμμιση).
Επομένως, θεωρώ ότι το Δικαστήριο πρέπει στις παρούσες υποθέσεις να περιοριστεί στην κρίση κατά πόσον η προσθήκη νιτρικών αλάτων στο τυρί συνιστά κίνδυνο για την υγεία στα τρία κράτη μέλη συνεπεία των διαιτητικών τους συνηθειών ως προς το τρόφιμο αυτό και όχι κατά πόσον τα νιτρικά άλατα αυτά καθεαυτά συνιστούν κίνδυνο για την υγεία στα κράτη μέλη συνεπεία των διαιτητικών τους συνηθειών γενικώς θεωρουμένων.
27. Τα κράτη μέλη δεν προσκόμισαν στοιχεία από τα οποία να μπορεί να αμφισβητηθεί ότι βάσει των διαιτητικών συνηθειών ως προς το τυρί στα τρία κράτη μέλη μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα ότι η ημερήσια ποσότητα νιτρικών αλάτων που προέρχεται από την πηγή αυτή στερείται σημασίας. Επομένως, μπορεί να ληφθεί ως δεδομένο ότι η προσθήκη νιτρικών αλάτων στο τυρί δεν συνεπάγεται κίνδυνο για την υγεία στα τρία κράτη μέλη.
28. Βάσει των προεκτιθεμένων φρονώ ότι η άρνηση εγκρίσεως εισαγωγής τυριού, ως προς το οποίο υφίσταται τεχνολογική ανάγκη για την προσθήκη νιτρικών αλάτων και το οποίο περιέχει κατάλοιπα νιτρικών αλάτων που δεν υπερβαίνουν το όριο που έχει γίνει αποδεκτό από υγειονομική άποψη βάσει της διεθνούς επιστημονικής έρευνας, δεν δικαιολογείται από απόψεως προστασίας της υγείας και ότι η άρνηση αυτή αντιβαίνει κατά συνέπεια προς το άρθρο 30 της Συνθήκης.
Ως προς το αν η υποχρέωση των κρατών μελών για τη χορήγηση εγκρίσεως εξαρτάται από την υποβολή αιτήσεως εκ μέρους των επιχειρηματιών
29. Από τη νομολογία του Δικαστηρίου (20) προκύπτει ότι νομοθεσία που απαγορεύει γενικώς τη χρήση προσθέτων ουσιών, εκτός αν δοθεί σχετικώς συγκεκριμένη έγκριση, συνάδει με τα άρθρα 30 και 36 της Συνθήκης. Το Δικαστήριο εντούτοις έχει θέσει ως προϋπόθεση ότι το κράτος μέλος πρέπει να έχει καθορίσει μια διαδικασία με την οποία οι επιχειρηματίες μπορούν να ζητούν τη χορήγηση εγκρίσεως για τη χρησιμοποίηση προσθέτων ουσιών. Η έγκριση πρέπει να χορηγείται, εφόσον συντρέχουν οι προαναφερθείσες ουσιαστικές προϋποθέσεις. Εναπόκειται στο κράτος μέλος εισαγωγής να αποδείξει ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές και ότι δικαιολογείται ενδεχόμενη άρνηση (21). Στην απόφασή του επί της υποθέσεως Bellon (22) το Δικαστήριο αποφάνθηκε:
"Τα άρθρα 30 και 36 της Συνθήκης ΕΟΚ έχουν την έννοια ότι δεν εμποδίζουν ένα κράτος μέλος να απαγορεύει την εμπορία ενός τροφίμου που εισάγεται από άλλο κράτος μέλος, όπου νομίμως παράγεται και διατίθεται στο εμπόριο, και στο οποίο έχει προστεθεί μια από τις ουσίες που απαριθμούνται στο παράρτημα Ι της οδηγίας 64/54/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 5ης Νοεμβρίου 1963 (...) υπό την προϋπόθεση ότι στο κράτος μέλος εισαγωγής η εμπορία του τροφίμου αυτού μπορεί να επιτραπεί με μια διαδικασία ευχερώς προσιτή στους συναλλασσομένους και όχι υπέρμετρα χρονοβόρα, όταν η προσθήκη της εν λόγω ουσίας ανταποκρίνεται σε υπαρκτή ανάγκη, ιδίως τεχνολογικής φύσεως, και δεν ενέχει κίνδυνο για τη δημόσια υγεία. Οι αρμόδιες εθνικές αρχές οφείλουν να αποδεικνύουν σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, συνεκτιμώντας τις εθνικές συνήθειες διατροφής και τα πορίσματα της διεθνούς επιστημονικής έρευνας, ότι η ρύθμισή τους είναι αναγκαία για την αποτελεσματική προστασία των συμφερόντων στα οποία αναφέρεται το άρθρο 36 της Συνθήκης" (δικές μου οι υπογραμμίσεις).
30. Η Γαλλική Δημοκρατία υποστηρίζει ότι στη Γαλλία υφίσταται μια διαδικασία κατά την οποία ο επιχειρηματίας μπορεί να ζητήσει τη χορήγηση εγκρίσεως εισαγωγής προϊόντων που παρασκευάζονται με τη χρησιμοποίηση προσθέτων ουσιών, αλλά στις γαλλικές αρχές ποτέ δεν υποβλήθηκαν αιτήσεις για την προσθήκη νιτρικών αλάτων στο τυρί. Δεδομένου ότι η γενική αυτή απαγόρευση προσθήκης νιτρικών αλάτων στο τυρί δεν συνιστά αφεαυτής παράβαση του άρθρου 30, η Γαλλία ζητεί να απορριφθεί η προσφυγή, τονίζοντας ότι η Επιτροπή δεν απέδειξε την ύπαρξη παραβάσεως των διατάξεων της Συνθήκης συνιστάμενης σε συγκεκριμένη απόρριψη αιτήσεως.
31. Κατά τη γνώμη μου, η Γαλλία έχει αναμφισβήτητα δίκιο ως προς τη βασική σκέψη στην οποία θεμελιώνει το αίτημά της.
Η νομολογία του Δικαστηρίου δεν μπορεί παρά να έχει την έννοια ότι ένα κράτος μέλος δεν είναι υποχρεωμένο να περιλαμβάνει ex officio μια πρόσθετη ουσία στο θετικό του κατάλογο απλώς και μόνον επειδή η πρόσθετη αυτή ουσία ανταποκρίνεται σε ανάγκη τεχνολογικής φύσεως και δεν συνιστά κίνδυνο για την υγεία (23). Ενδεχόμενη παράβαση του άρθρου 30 της Συνθήκης μπορεί να υφίσταται μόνο κατόπιν συγκεκριμένης στάσεως σε σχέση με την υποβολή αιτήσεως για την έγκριση χρησιμοποιήσεως μιας πρόσθετης ουσίας.
32. Βάσιμοι λόγοι συνηγορούν υπέρ αυτής της δικαιικής καταστάσεως. Τελείως ανεξάρτητα από το ότι συνάδει προς τις θεμελιώδεις αρχές του κοινοτικού δικαίου που αφορούν τις πρόσθετες ουσίες - η γενική απαγόρευση που διασπάται με συγκεκριμένες εγκρίσεις (σύστημα θετικού καταλόγου) -, πρέπει να θεωρηθεί ότι οι αρχές των κρατών μελών είναι οι πλέον κατάλληλες για να κρίνουν αν συντρέχουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για τη χορήγηση εγκρίσεως, όταν υποβάλλεται αίτηση εκ μέρους ενός επιχειρηματία μαζί με τα διαθέσιμα στοιχεία σχετικά με την ανάγκη τεχνολογικής φύσεως ως προς τη συγκεκριμένη πρόσθετη ουσία και με τους ενδεχομένους εν προκειμένω κινδύνους για την υγεία. Πράγματι, οι επιχειρηματίες είναι αυτοί που γνωρίζουν άριστα το συγκεκριμένο προϊόν και, εξάλλου, αυτό καθιστά δυνατή την απόδειξη συγκεκριμένου συμφέροντος για την εμπορία της ουσίας αυτής.
33. Το ζήτημα εντούτοις είναι αν η υποχρέωση εγκρίσεως μιας πρόσθετης ουσίας μπορεί να προκύψει μόνο από αίτηση που υποβάλλει ένας επιχειρηματίας ή αν η υποχρέωση αυτή, όπως ισχυρίζεται η Επιτροπή, μπορεί να υλοποιηθεί κατόπιν αιτήματος της Επιτροπής προς το οικείο κράτος μέλος προκειμένου να προβεί το κράτος μέλος στην έγκριση μιας πρόσθετης ουσίας κατά την παρασκευή συγκεκριμένου προϊόντος.
34. Η υιοθέτηση της νομικής απόψεως της Επιτροπής παρουσιάζει ορισμένα πλεονεκτήματα. Θα παρείχε στην Επιτροπή τη δυνατότητα, όταν διαπιστώνεται μία τέτοια ανάγκη, να εξασφαλίζει ότι δεν υφίστανται εμπόδια στο ενδοκοινοτικό εμπόριο προϊόντων που παράγονται νομίμως σε ορισμένα κράτη μέλη, όπου δεν υφίστανται οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για τη νομιμότητα επιβολής τέτοιων εμποδίων στο εμπόριο. Η πρακτική αποτελεσματικότητα των κανόνων της Συνθήκης, που αποσκοπούν στη διασφάλιση της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, θα ενισχυόταν με αυτόν τον τρόπο. Θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι αναφαίνεται ιδιαίτερος λόγος για να γίνει δεκτή αυτή η νομική αντίληψη σε μια κατάσταση όπως η παρούσα κατά την οποία πρόκειται για ένα τελείως συνηθισμένο τρόφιμο και για μια πρόσθετη ουσία που είναι γνωστή και χρησιμοποιείται από παρά πολλά χρόνια.
Το ότι το κράτος μέλος, σε μια κατάσταση κατά την οποία το αίτημα προέρχεται από την Επιτροπή και όχι από έναν επιχειρηματία, θα πρέπει το ίδιο να αναπτύξει εντονότερη δραστηριότητα, προκειμένου να συγκεντρώσει το απαραίτητο υλικό για να σχηματίσει γνώμη, φαίνεται να συνιστά μία δυσκολία που μπορεί να υπερνικηθεί.
35. Τίθεται πάντως το ζήτημα αν είναι σωστό να μεταβληθούν ως προς το σημείο αυτό οι αρχές που μπορούν να συναχθούν από τη νομολογία του Δικαστηρίου. Σε καμία περίπτωση η Επιτροπή δεν πρέπει να έχει την ευχέρεια, απλώς και μόνο βάσει της διαπιστώσεως ότι μια πρόσθετη ουσία επιτρεπτώς χρησιμοποιείται σε ένα προϊόν εντός κράτους μέλους, να στρέφεται σε ένα κράτος μέλος, το οποίο δεν επιτρέπει τη χρήση αυτή, ώστε να αναγκάσει το κράτος αυτό, επικαλούμενη το άρθρο 30 της Συνθήκης, να αποδείξει ότι συντρέχουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για το νόμιμο της απαγορεύσεως. Μια τέτοια προσέγγιση θα μπορούσε να έχει ως αποτέλεσμα μια "εναρμόνιση" των κανόνων που ισχύουν στα κράτη μέλη, ενώ αυτό αποτελεί έργο της Επιτροπής μέσω της θεσπίσεως νομικών πράξεων γενικής ισχύος επί κοινοτικού επιπέδου.
Δεν υφίσταται σχεδόν κανένας λόγος για να θεωρηθεί ότι η πρακτική αποτελεσματικότητα των κανόνων της Συνθήκης σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορια των εμπορευμάτων δεν διασφαλίζεται επαρκώς με την ευχέρεια που παρέχεται στους επιχειρηματίες να ζητούν τη χορήγηση εγκρίσεως και με τις δυνατότητες που πρέπει να υφίστανται κατά τη νομολογία του Δικαστηρίου για την άσκηση δικαστικού ελέγχου σε περίπτωση ενδεχόμενης απορρίψεως των αιτήσεων. Είναι σαφές ότι η Επιτροπή έχει εν προκειμένω το σημαντικό καθήκον να διασφαλίζει, εντός των ορίων των συνήθων αρμοδιοτήτων της κατά το άρθρο 169 της Συνθήκης, ότι τα κράτη μέλη διαχειρίζονται το σύστημα παροχής εγκρίσεως σύμφωνα με τους όρους που επιβάλλονται βάσει της νομολογίας του Δικαστηρίου.
'Ενα πλεονέκτημα που συνεπάγεται η αποδοχή της νομικής απόψεως που προβάλλει η Γαλλία συνίσταται αναντίρρητα στο ότι με τον τρόπο αυτό διασφαλίζεται το ότι οι διαδικασίες εγκρίσεως θα εφαρμόζονται μόνον όταν ο επιχειρηματίας θα ισχυρίζεται ότι υφίσταται εν προκειμένω συγκεκριμένη ανάγκη.
Υπό τις περιστάσεις αυτές, θεωρώ ότι το Δικαστήριο πρέπει να κάνει δεκτό ότι μία γενική απαγόρευση συνάδει προς το κοινοτικό δίκαιο, ενώ η απόρριψη συγκεκριμένης αιτήσεως ενός επιχειρηματία αντιφάσκει προς το δίκαιο αυτό, όταν δεν συντρέχουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για το νόμιμο της απορρίψεως.
36. Μπορεί ίσως να θεωρηθεί ότι δεν είναι απολύτως σωστό να απορριφθεί στη συγκεκριμένη περίπτωση η προσφυγή κατά της Γαλλίας. Η Γαλλία ισχυρίστηκε τόσο κατά την πριν από την άσκηση της προσφυγής διαδικασία όσο και κατά τη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου ότι η απαγόρευση νιτρικών αλάτων ανταποκρίνεται, κατά τη γνώμη της, προς τις ουσιαστικές προϋποθέσεις που συνάγονται από τη νομολογία του Δικαστηρίου. Θα μπορούσε να τεθεί το ερώτημα αν η Γαλλία μπορεί να θεωρηθεί ότι κατέστησε η ίδια τελείως θεωρητική τη δυνατότητα αιτήσεως για τη χορήγηση εγκρίσεως, εφόσον διατύπωσε σαφώς και κατηγορηματικώς την αρνητική της στάση ως προς το τυρί που παρασκευάζεται με την προσθήκη νιτρικών αλάτων. Κατά τη γνώμη μου, το γεγονός αυτό δεν αρκεί εντούτοις αυτό καθεαυτό για να γίνει δεκτή η προσφυγή κατά της Γαλλίας, καθόσον μάλλον η Γαλλία δήλωσε, ήδη με την απάντησή της στο έγγραφο οχλήσεως, αλλά και πάλι κατά την προφορική διαδικασία, ότι είναι πρόθυμη να προβεί σε συγκεκριμένη εκτίμηση συγκεκριμένης αιτήσεως υπό το φως των υφισταμένων επιστημονικών πορισμάτων.
Κατά συνέπεια, έχω τη γνώμη ότι η απόρριψη της κατά της Γαλλίας προσφυγής αποτελεί αναγκαία και λογική συνέπεια των εφασμοστέων πρακτικών νομικών αρχών που έχει δεχθεί το Δικαστήριο και, επομένως, προτείνω στο Δικαστήριο να απορρίψει την κατά της Γαλλίας προσφυγή.
37. Πρέπει να τονιστεί ότι στην ιταλική και την ελληνική υπόθεση δεν προσκομίστηκε κανένα έγγραφο από το οποίο να προκύπτει ότι οι αρχές των δύο αυτών κρατών μελών απέρριψαν συγκεκριμένες αιτήσεις για την παροχή εγκρίσεως. Η Ελληνική Κυβέρνηση δεν ισχυρίστηκε ότι ουδέποτε υποβλήθηκαν στις ελληνικές αρχές αιτήσεις για την παροχή εγκρίσεως. 'Ενας τέτοιος ισχυρισμός προβλήθηκε από την Ιταλική Κυβέρνηση, αλλά μόνο κατά την προφορική διαδικασία. Επομένως, έχω τη γνώμη ότι ο ισχυρισμός αυτός πρέπει να απορριφθεί ως όψιμος. Κατά τα λοιπά, μπορεί να λεχθεί ότι η Επιτροπή, σύμφωνα με όσα προέκυψαν κατά τη διαδικασία επί των υποθέσεων αυτών, κίνησε τη διαδικασία αναγνωρίσεως παραβάσεως της Συνθήκης κατά της Ιταλίας και της Ελλάδας, αφού έλαβε καταγγελίες εκ μέρους ορισμένων επιχειρηματιών.
Κατά συνέπεια, προτείνω στο Δικαστήριο να κάνει δεκτή την προσφυγή που άσκησε η Επιτροπή κατά της Ιταλίας και της Ελλάδας.
Πρόταση
38. Κατόπιν των προεκτεθέντων, προτείνω στο Δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι
- η Ιταλική Δημοκρατία και η Ελληνική Δημοκρατία, απαγορεύοντας την εισαγωγή τυριών που παρασκευάζονται και διατίθενται στο εμπόριο νόμιμα σε άλλα κράτη μέλη και στα οποία προστέθηκαν νιτρικά άλατα στο στάδιο της παρασκευής τους σε όρια που είναι διεθνώς αποδεκτά από τους επιστημονικούς κύκλους, παρέβησαν τις υποχρεώσεις που υπέχουν από το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ,
- να καταδικάσει την Ιταλική Δημοκρατία και την Ελληνική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα αντιστοίχως,
- να απορρίψει την κατά της Γαλλικής Δημοκρατίας προσφυγή και να καταδικάσει την Επιτροπή στα δικαστικά έξοδα.
(*) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η δανική.
(1) Η Ελλάδα ισχυρίζεται ότι το όριο αυτό είναι στην πραγματικότητα 15 mg. Η Επιτροπή αμφισβητεί ότι η Ελλάδα μπορεί βάσιμα να υποστηρίξει ότι στην πράξη γίνεται παρέκκλιση από ένα όριο που έχει καθοριστεί με ρητή διάταξη. Δεν βλέπω για ποιο λόγο θα έπρεπε να εξετάσω λεπτομερέστερα την αντιπαράθεση αυτή απόψεων.
Στην ελληνική υπόθεση συζητήθηκε ιδίως το κατά πόσο το όριο ανοχής ισχύει μόνο για φυσικά κατάλοιπα νιτρικών αλάτων στο τυρί ή επίσης και για νιτρικά άλατα υποστήριξε ότι αυτό πράγματι συμβαίνει, ανεξάρτητα από το ότι οι σχετικές διατάξεις ρητώς ορίζουν ότι το όριο ανοχής ισχύει μόνο για τη "φυσική περιεκτικότητα ουσιών". Η επιχειρηματολογία της κυβερνήσεως συνίσταται στο ότι δεν είναι εύκολο να διαπιστωθεί κατά τις αναλύσεις η προέλευση ορισμένης ουσίας. Η Επιτροπή υπογράμμισε ότι είναι δυνατό να ελεγχθεί με άλλο τρόπο αν έχουν προστεθεί στο τυρί νιτρικά άλατα και ότι, επομένως, το όριο ανοχής μπορεί να θεωρηθεί ότι ισχύει μόνο για φυσικά κατάλοιπα νιτρικών αλάτων.
Δεν νομίζω ότι είναι αναγκαίο να εξετάσω λεπτομερέστερα την αντιπαράθεση αυτή απόψεων. Αυτό που πρέπει να κρίνει το Δικαστήριο στην παρούσα υπόθεση είναι το αν τα τρία κράτη μέλη θεμιτώς δεν επιτρέπουν την εισαγωγή τυριών στα οποία έχουν προστεθεί νιτρικά άλατα μέχρι 50 mg κατά την παρασκευή τους. Εν προκειμένω, μικρή σημασία έχει αν τα κράτη μέλη επιτρέπουν οπωσδήποτε την εισαγωγή τυριών στα οποία έχουν προστεθεί ορισμένες μικρότερες ποσότητες νιτρικών αλάτων ή αν απαγορεύουν τελείως την εισαγωγή τυριών στα οποία έχουν προστεθεί νιτρικά άλατα.
(2) ΕΕ ειδ. έκδ. 03/001, σ. 89.
(3) Απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 1990, C-42/90, Bellon, Συλλογή 1990, σ. 4863.
(4) Βλ. περαιτέρω την απόφαση της 12ης Ιουνίου 1980, 88/79, Grunert (Sml. 1980, σ. 1827), και την απόφαση της 5ης Φεβρουαρίου 1981, 108/80, Kugelmann (Συλλογή 1981, σ. 433).
(5) ΕΕ 1989, L 40, σ. 27.
(6) Βλ. απόφαση της 10ης Δεκεμβρίου 1985, 247/84, Motte (Συλλογή 1985, σ. 3887, σκέψη 16), απόφαση της 6ης Μαΐου 1986, 304/84, Muller (Συλλογή 1986, σ. 1511, σκέψη 14), και απόφαση της 13ης Δεκεμβρίου 1990, Bellon, σκέψη 10, προαναφερθείσα στην υποσημείωση 3.
(7) Το Λουξεμβούργο απαγορεύει τη χρησιμοποίηση νιτρικών αλάτων κατά την παρασκευή τυριού στο Λουξεμβούργο, αλλά επιτρέπει την εμπορία τυριού που έχει νόμιμα παρασκευαστεί σε άλλα κράτη μέλη με τη χρησιμοποίηση νιτρικών αλάτων.
(8) Βλ. απόφαση της 11ης Ιουλίου 1974, 8/74, Dassonville (Sml. 1974, σ. 837).
(9) Βλ., π.χ., την απόφαση του Δικαστηρίου της 20ής Φεβρουαρίου 1975, 12/74, Επιτροπή κατά Γερμανίας (Sml. 1975, σ. 181, σκέψη 14).
(10) Αποφάσεις της 14ης Ιουλίου 1983, 174/82, Sandoz (Συλλογή 1983, σ. 2445), της 10ης Δεκεμβρίου 1985, Motte, βλ. υποσημείωση 6, της 6ης Μαΐου 1986, Muller, βλ. υποσημείωση 6, της 12ης Μαρτίου 1987, 178/84, Επιτροπή κατά Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, στο εξής "απόφαση του ζύθου" (Συλλογή 1987, σ. 1227), και της 13ης Δεκεμβρίου 1990, Bellon, βλ. υποσημείωση 3.
(11) Βλ. υποσημείωση 3.
(12) Προς στήριξη του ισχυρισμού ότι η προσθήκη νιτρικών αλάτων σε ορισμένα είδη τυριού είναι αναγκαία, η Επιτροπή αναφέρεται στο ότι η επιτροπή του Codex Alimentarius του FAO και του WHO, που καθορίζει κανόνες για την παρασκευή τροφίμων, δέχεται την προσθήκη νιτρικών αλάτων σε ορισμένα είδη τυριού σε ποσότητες που αντιστοιχούν σε 50 mg/kg τυριού. Από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει ότι λαμβάνεται ως δεδομένη η προσθήκη νιτρικών αλάτων κατά την παρασκευή 15 από συνολικά 34 είδη τυριού, για τα οποία έχουν καθοριστεί κανόνες.
Περαιτέρω, η Επιτροπή επικαλείται μία έκθεση, την εξέταση της ιταλικής θέσης σχετικά με την απαγόρευση της εισαγωγής τυριών που παρασκευάζονται με προσθήκη νιτρικών αλάτων, που έγινε για την Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων από τον καθηγητή R. Walker, προϊστάμενο της διευθύνσεως διατροφής και τροφίμων, τμήμα βιοχημείας του Πανεπιστημίου Surrey, Αγγλία. Στην έκθεσή του ο καθηγητής Walker καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η χρησιμοποίηση νιτρικών αλάτων είναι αναγκαία από τεχνολογική άποψη για να προληφθεί η αλλοίωση ορισμένων ειδών τυριού από αναερόβιους οργανισμούς.
Τέλος, η Επιτροπή προσκόμισε μία έκθεση για τα νιτρικά και νιτρώδη άλατα της 19ης Οκτωβρίου 1990 την οποία κατάρτισε η Επιστημονική επιτροπή τροφίμων. Στο σημείο 3.1.2 της εκθέσεως αυτής αναφέρονται τα ακόλουθα:
"Η επιτροπή πληροφορήθηκε ότι ακόμη και με καλές συνθήκες υγιεινής δεν είναι δυνατόν να αποφευχθεί πλήρως ορισμένη μόλυνση του γάλακτος με μικρόβια. 'Οταν οι αγελάδες τρέφονται με ζωοτροφές που προέρχονται από σιλό, οι οποίες αποτελούν σημαντική ζωοτροφή για ορισμένες περιοχές, η μόλυνση αυτή περιέχει βακτηρίδια όπως το clostridium tyrobutyricum. Παρ' όλο που δεν παρουσιάζουν προβλήματα για την υγεία, τα βακτηρίδια αυτά εμποδίζουν την παρασκευή ορισμένων ειδών τυριού και πρέπει να λαμβάνονται ορισμένα μέτρα για τον έλεγχο της αυξήσεώς τους κατά τη διάρκεια της ωριμάνσεως των τυριών αυτών. Από τα στοιχεία που παρασχέθηκαν στην Επιτροπή προκύπτει ότι η προσθήκη 150 mg νιτρικών αλάτων (υπό μορφή νιτρικών ουσιών) ανά λίτρο γάλακτος που προορίζεται για την παρασκευή τυριού αρκεί για τον σκοπό αυτό και θα έχει ως αποτέλεσμα περιεκτικότητα στο τελικό προϊόν που δεν υπερβαίνει τα 50 mg νιτρικών αλάτων ανά kg."
(13) Βλ. ιδίως:
- απόφαση της 14ης Ιουλίου 1983, Sandoz, σκέψη 19, βλ. υποσημείωση 10, και προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Mancini στην υπόθεση αυτή, σημείο 7,
- απόφαση της 10ης Δεκεμβρίου 1985, Motte, σκέψη 24, βλ. υποσημείωση 6, και προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Mancini στην υπόθεση αυτή, σημείο 8,
- απόφαση της 6ης Μαΐου 1986, Muller, σκέψη 24, βλ. υποσημείωση 6, και προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Mancini στην υπόθεση αυτή, σημεία 4 και 5,
- απόφαση της 12ης Μαρτίου 1987, "απόφαση του ζύθου", σκέψη 52, βλ. υποσημείωση 10, και προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Slynn στην υπόθεση αυτή, ιδίως Συλλογή 1987, σ. 1254-1255.
(14) Εξάλλου, παρατηρείται ότι, όπως φαίνεται, η οδηγία επιβάλλει ήδη στα κράτη μέλη την υποχρέωση να τηρούν τα γενικά κριτήρια της οδηγίας στο πλαίσιο της εθνικής τους πρακτικής εγκρίσεως. 'Ετσι, το άρθρο 12, παράγραφος 1 της οδηγίας ορίζει ότι "τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλιστεί ότι τα πρόσθετα τροφίμων διατίθενται στο εμπόριο μόνον εφόσον ανταποκρίνονται στις διατάξεις της παρούσας οδηγίας και των παραρτημάτων της".
(15) Βλ. υποσημείωση 10. Οι σκέψεις 51 και 52 της αποφάσεως έχουν ως εξής:
"Σχετικά, πρέπει να υπογραμμιστεί ότι δεν αρκεί, για να αποκλειστεί ότι ορισμένες πρόσθετες ουσίες μπορούν να ανταποκρίνονται σε τεχνολογική ανάγκη, η επίκληση του γεγονότος ότι ο ζύθος μπορεί να παρασκευαστεί χωρίς πρόσθετες ουσίες εφόσον παρασκευάζεται από τις οριζόμενες για την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας πρώτες ύλες. Παρόμοια ερμηνεία της έννοιας της τεχνολογικής ανάγκης, η οποία καταλήγει στο να ευνοεί τις εγχώριες μεθόδους παραγωγής, αποτελεί μέσο συγκεκριμένου περιορισμού του μεταξύ κρατών μελών εμπορίου.
Η έννοια της τεχνολογικής ανάγκης πρέπει να αξιολογηθεί ανάλογα με τις χρησιμοποιούμενες πρώτες ύλες και λαμβάνοντας υπόψη την εκτίμηση στην οποία προέβησαν οι αρχές του κράτους μέλους όπου το προϊόν έχει νομίμως παρασκευαστεί και διατεθεί στο εμπόριο (...)"
(16) Η Επιστημονική επιτροπή τροφίμων συστήθηκε με την απόφαση της Επιτροπής, της 16ης Απριλίου 1974, ΕΕ ειδ. έκδ. 03/010, σ. 218.
(17) Από το άρθρο 9 της αποφάσεως της επιτροπής περί συστάσεως Επιστημονικής επιτροπής τροφίμων - βλ. υποσημείωση 16 - προκύπτει ότι σε περίπτωση ομοφωνίας μεταξύ των μελών της τελευταίας διατυπώνονται κοινά συμπεράσματα. Αντιθέτως, ελλείψει ομοφωνίας οι διάφορες θέσεις που υποστηρίχθηκαν περιλαμβάνονται σε έκθεση που συντάσσεται υπό την ευθύνη του αντιπροσώπου της Επιτροπής.
(18) Η ΑΗΔ νιτρικών αλάτων καθορίστηκε επίσης βάσει προηγουμένων ερευνών - μεταξύ των οποίων και η έρευνα της επιτροπής του Codex Alimentarius - σε 5 mg/kg βάρους σώματος. Εδώ χρησιμοποιήθηκε πάντως, βάσει μιας προηγούμενης έρευνας, το, όπως αποκαλείται, "ανενεργό επίπεδο" των 500 mg/kg βάρους σώματος και ένας συντελεστής ασφάλειας ίσος προς 100.
(19) Τα συμπεράσματα αυτά ενισχύονται επίσης από την έκθεση που συνέταξε ο καθηγητής Walker και την οποία προσκομίζει η Επιτροπή (βλ. υποσημείωση 12). Μεταξύ άλλων, στην έκθεση αυτή αναφέρεται:
"Τα νιτρικά άλατα είναι μη-μεταλλαξογόνα σε δοκιμές in vitro και έρευνες αναπαραγωγής δεν έδειξαν καμία ειδική δυσμενή επίδραση στη λειτουργία της αναπαραγωγής (...) 'Ετσι δεν εμφανίζουν ιδιαίτερο κίνδυνο κατά την εγκυμοσύνη. Τα επίπεδα των νιτρικών αλάτων που εκκρίνονται με το μητρικό γάλα δεν υπερβαίνουν υπό φυσιολογικές συνθήκες τα επίπεδα νιτρικών αλάτων μητρικού πλάσματος οπότε το παιδί που θηλάζει δεν εκτίθεται σε σημαντικά επίπεδα για τον λόγο αυτό (σ. 18 της ελληνικής μεταφράσεως της εκθέσεως).
(...) η μετατροπή σε νιτρώδη μπορεί να είναι ανώτερη σε νεογέννητα παιδιά (...) Γι' αυτούς τους λόγους η ΑΗΔ για να νιτρικά άλατα δεν εφαρμόζεται στα νεογέννητα παιδιά. Δεδομένου ότι τα νεογέννητα παιδιά δεν είναι καταναλωτές των τύπων τυριών που παράγονται με χρησιμοποίηση νιτρικών αλάτων και δεδομένου ότι η μητρική κατανάλωση τέτοιων τυριών δεν οδηγεί σε ανιχνεύσιμες μεταβολές στα επίπεδα των νιτρικών αλάτων στο μητρικό γάλα, δεν υπάρχει πρόσθετος κίνδυνος για τα νεογέννητα παιδιά από τη χρήση νιτρικών αλάτων στα τυριά (...)" (σ. 18-19 της ελληνικής μεταφράσεως της εκθέσεως).
(20) Βλ. τις προαναφερόμενες στο σημείο 7 σκέψεις της αποφάσεως στην υπόθεση Bellon.
(21) Η Επιτροπή εκθέτει την ερμηνεία που δίνει στις προϋποθέσεις που έθεσε το Δικαστήριο ως προς τη διαδικασία εγκρίσεως στην "ερμηνευτική ανακοίνωση σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των ειδών διατροφής στο εσωτερικό της Κοινότητας", σημεία 36 έως 40 (ΕΕ 1989, C 271, σ. 3).
(22) Βλ. υποσημείωση 3.
(23) Η άποψη αυτή στηρίζεται έμμεσα στην απόφαση του Δικαστηρίου επί της υποθέσεως Bellon, στην οποία επρόκειτο εκριβώς για έναν εισαγωγέα κατά του οποίου είχε διατυπωθεί η κατηγορία ότι είχε εισαγάγει ένα προϊόν ζαχαροπλαστικής που περιείχε μία πρόσθετη ουσία χωρίς προηγουμένως να έχει ζητήσει σχετική έγκριση. Ο γενικός εισαγγελέας Mischo υποστήριξε στις προτάσεις του, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα:
"Είναι επομένως σαφές ότι, εφόσον δεν υπάρχει άδεια χρησιμοποιήσεως σορβικού οξέος στα Panettone, τα γαλλικά δικαστήρια μπορούν να εφαρμόζουν τη γενική απαγόρευση που προβλέπει η νομοθεσία της χώρας τους και να καταδικάζουν τους παραβάτες της απαγορεύσεως αυτής" (σημείο 24).
Στο σκεπτικό της αποφάσεως του Δικαστηρίου δεν περιέχονται ρητώς τα δεδομένα του προβλήματος, αλλά το προαναφερθέν συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε το Δικαστήριο με την απόφασή του πρέπει να θεωρηθεί, κατά τη γνώμη μου, ότι επιβεβαιώνει την άποψη αυτή.
Top