ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
F. G. JACOBS
της 12ης Ιουλίου 1990 ( *1 )
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαοτές,
1.
Στην παρούσα υπόθεση η Ιταλία ζητεί τη μερική ακύρωση της αποφάσεως 88/630/ΕΟΚ της Επιτροπής σχετικά με την εκκαθάριση των λογαριασμών των κρατών μελών που αφορούν τις δαπάνες που έχουν χρηματοδοτηθεί από το Ευρωπαϊκό Γεωργικό Ταμείο Προσανατολισμού και Εγγυήσεων, τμήμα Εγγυήσεων («ΕΓΤΠΕ»), για το οικονομικό έτος 1986 ( ΕΕ L 353, σ. 30 ). Με την εν λόγω απόφαση η Επιτροπή αρνήθηκε να επιβαρύνει το ΕΓΤΠΕ με το ποσό των 10410055894 ιταλικών λιρών ( LIT ) που καταβλήθηκε από τον ΑΙΜΑ, ιταλικό οργανισμό παρεμβάσεως, σε ορισμένους παραγωγούς ελαιολάδου υπό μορφή προκαταβολών επί της ενισχύσεως για την παραγωγή κατά τα έτη 1978 μέχρι 1984.
2.
Η Ιταλία είχε προβάλει αρχικά και άλλη αιτίαση, από την οποία όμως παραιτήθηκε μετά τη λήξη της έγγραφης διαδικασίας.
3.
Η ενίσχυση για την παραγωγή ελαιολάδου θεσπίστηκε με το άρθρο 5 του κανονισμού 136/66/ΕΟΚ περί δημιουργίας κοινής οργανώσεως αγοράς στον τομέα των λιπαρών ουσιών ( JO 172, σ. 3025 ), όπως τροποποιήθηκε με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 1562/78 ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/021, σ. 248 ). Κατά το άρθρο 5η ενίσχυση πρέπει να « καθορίζεται κάθε έτος προ της 1ης Αυγούστου της περιόδου εμπορίας που αρχίζει το επόμενο έτος... ». Κατά το άρθρο 12 του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 2753/78 που καθόρισε για την περίοδο 1978/1979 τους γενικούς κανόνες σχετικά με την ενίσχυση για την παραγωγή ελαιολάδου (JO L 331, σ. 10), επιτρεπόταν στα κράτη μέλη παραγωγούς « να καταβάλουν στις οργανώσεις παραγωγών, κατόπιν υποβολής αιτήσεως ενισχύσεως, προκαταβολή που δεν μπορεί να υπερβεί το 70 % ... ». Παρόμοιες διατάξεις θεσπίστηκαν για τις περιόδους 1979/1980, 1980/1981, 1981/1982, 1982/1983 και 1983/1984.
4.
Κατ' εφαρμογή των διατάξεων αυτών ο ΑΙΜΑ προέβη στην πληρωμή προκαταβολών επί της ενισχύσεως για την παραγωγή ελαιολάδου κατά τα έτη 1978 μέχρι 1984. Αποδείχθηκε ότι τα προκαταβληθέντα ποσά υπερέβαιναν το ύψος των πράγματι οφειλομένων ενισχύσεων. Κατά συνέπεια ο ΑΙΜΑ ήταν υποχρεωμένος, σύμφωνα με το άρθρο 8 του κανονισμού ( ΕΟΚ ) 729/70 περί χρηματοδοτήσεως της κοινής γεωργικής πολιτικής ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/005, σ. 93 ), να προβεί στην αναζήτηση της διαφοράς. Οι δύο πρώτες παράγραφοι του εν λόγω άρθρου έχουν ως εξής:
« 1.
Τα κράτη μέλη λαμβάνουν, σύμφωνα με τις νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις, τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να:
—
εξασφαλίσουν την πραγματοποίηση και την κανονικότητα των χρηματοδοτουμένων από το ταμείο πράξεων,
—
προλάβουν και διώξουν πλημμέλειες,
—
ανακτήσουν τα απολεσθέντα εξαιτίας πλημμελειών ή αμελειών ποσά.
Τα κράτη μέλη ενημερώνουν την Επιτροπή για τα ληφθέντα μέτρα προς το σκοπό αυτό και ιδίως για την πορεία των διοικητικών και δικαστικών διαδικασιών.
2.
Σε περίπτωση μη πλήρους ανακτήσεως, οι οικονομικές συνέπειες των πλημμελειών ή αμελειών αναλαμβάνονται από την Κοινότητα, εκτός εκείνων που προκύπτουν από πλημμέλειες ή αμέλειες καταλογιστέες στα διοικητικά όργανα ή οργανισμούς των κρατών μελών.
Τα ανακτηθέντα ποσά καταβάλλονται στις υπηρεσίες ή οργανισμούς που ενεργούν πληρωμές, οι οποίοι τα εγγράφουν ως απομείωση των χρηματοδοτούμενων από το ταμείο δαπανών. »
Η Ιταλική Κυβέρνηση δεν αμφισβητεί την άποψη της Επιτροπής ότι οι προκαταβολές που αποδείχθηκε ότι υπερέβαιναν το ύψος της οφειλομένης ενισχύσεως για την παραγωγή συνιστούν «πλημμέλειες» κατά το άρθρο 8, παράγραφος 1. Θεωρώ ορθή την εν λόγω άποψη. Κατά συνέπεια, οι ιταλικές αρχές είχαν την υποχρέωση να αναζητήσουν τις καταβληθείσες ενισχύσεις για την παραγωγή κατά το υπερβάλλον.
5.
Όταν η Επιτροπή διενήργησε ελέγχους με σκοπό την εκκαθάριση των λογαριασμών των κρατών μελών για το οικονομικό έτος 1983, στα τέλη του 1985, πληροφόρησε τις ιταλικές αρχές ότι δεν είχαν λάβει επαρκή μέτρα για να εξασφαλίσουν την επιστροφή. Στη συνέχεια οι ιταλικές αρχές απηύθυναν επιστολές σχετικά με τις επιστροφές για τις περιόδους εμπορίας 1978/1979 μέχρι 1983/1984 στους δικαιούχους της ενισχύσεως κατά τα τέλη Ιουνίου 1988. Η Επιτροπή ισχυρίζεται ότι αυτή η καθυστέρηση τεσσάρων μέχρι εννέα ετών για την αναζήτηση του υπερβάλλοντος ποσού συνιστά πλημμέλεια κατά το άρθρο 8, παράγραφος 2, του κανονισμού 729/70 και ότι το εν λόγω ποσό, από το οποίο πλέον των 7 δισεκατομμυρίων LIT αφορούν τις περιόδους 1979/1980 και 1980/1981, πρέπει να επιβαρύνει, επομένως, την προσφεύγουσα.
6.
Η Ιταλική Κυβέρνηση υπογραμμίζει ότι το υπό κρίση ποσό αντιστοιχεί σε εξαιρετικά υψηλό αριθμό (δηλαδή 94094) ατομικών αιτήσεων ενισχύσεως, από τις οποίες μεγάλος αριθμός αφορά ελάχιστα ποσά. Φαίνεται ότι επιστράφηκαν περίπου 2 δισεκατομμυρίων LIT, ανέκυψε όμως και μεγάλος αριθμός αμφισβητήσεων. Η Ιταλική Κυβέρνηση αρνείται ότι αμέλησε και ισχυρίζεται ότι συνάντησε ορισμένες πρακτικές δυσχέρειες, όσον αφορά την αναζήτηση. Ισχυρίζεται ότι καμιά διάταξη του κοινοτικού δικαίου δεν επιβάλλει στις εθνικές αρχές, υπό συνθήκες όπως οι προκείμενες, να επιδιώξουν την αναζήτηση των προκαταβολών εντός προθεσμίας συντομότερης από την προβλεπόμενη στο εθνικό δίκαιο, η οποία είναι δεκαετής. Κατά την Ιταλική Κυβέρνηση για κανέναν από τους δικαιούχους δεν είχε παρέλθει η εν λόγω προθεσμία κατά την αποστολή των επιστολών σχετικά με την αναζήτηση στα τέλη Ιουνίου 1988.
7.
Από το άρθρο 8, παράγραφος 1, του κανονισμού 729/70 προκύπτει ότι οι διαφορές μεταξύ κρατών μελών και δικαιούχων των ποσών που καταβάλλονται βάσει της κοινοτικής νομοθεσίας επιλύονται βάσει του εθνικού δικαίου. Ωστόσο, διαφορές μεταξύ της Επιτροπής και του κράτους μέλους που είναι αρμόδιο για τις καταβολές πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να επιλύονται κατ' εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου. Κατά το άρθρο 8, παράγραφος 2, του κανονισμού 729/70 οι χρηματοοικονομικές συνέπειες πλημμελειών ή αμελειών επιβαρύνουν την Κοινότητα, μόνον όταν το οικείο σφάλμα δεν μπορεί να καταλογιστεί στα κράτη μέλη. Η διάταξη αυτή ενισχύει τη γενική υποχρέωση που επιβάλλεται στα κράτη μέλη με το άρθρο 5 της Συνθήκης ΕΟΚ να ενεργούν επιμελώς προκειμένου να αναζητούν αχρεωστήτως καταβληθέντα ποσά. Γι' αυτό τα κράτη μέλη οφείλουν να επιδεικνύουν εύλογη σπουδή κατά τη θέσπιση των μέτρων επανορθώσεως των πλημμελειών, διότι, όπως υπογράμμισε το Δικαστήριο σε διαφορετικό πλαίσιο στην υπόθεση 343/85, Ιταλία κατά Επιτροπής (Συλλογή 1987, σ. 4711 ), οι αναγκαίοι έλεγχοι « κινδυνεύουν με την πάροδο του χρόνου να καταστούν αδύνατοι λόγω περιστάσεων όπως η παύση της επιχειρηματικής δραστηριότητας, η απώλεια λογιστικών εγγράφων κλπ. » ( σκέψη 22 ). Είναι ακριβές ότι στην υπόθεση εκείνη, όπως υπογραμμίζει η Ιταλική Κυβέρνηση, το Δικαστήριο αντιμετώπιζε προθεσμίες ρητά προβλεπόμενες στις οικείες κοινοτικές διατάξεις, οι ίδιες όμως σκέψεις ισχύουν επίσης εν προκειμένω.
8.
Δεν μπορώ να δεχθώ την άποψη της Ιταλικής Κυβερνήσεως ότι δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συντρέχει αμέλεια κράτους μέλους κατά την έννοια του άρθρου 8, παράγραφος 2, του κανονισμού 729/70, εφόσον το κράτος αυτό ενήργησε στο πλαίσιο της εφαρμοστέας προθεσμίας που καθορίζεται από το εθνικό δίκαιο. Υπό συνθήκες όπως οι παρούσες, το κράτος μέλος πρέπει να είναι σε θέση να αποδείξει ότι ενήργησε εντός αυτής της προθεσμίας, διότι, σε αντίθετη περίπτωση, δεν θα είναι σε θέση να αναζητήσει τα αχρεωστήτως καταβληθέντα ποσά. 'Ομως, το γεγονός και μόνον ότι κράτος μέλος τήρησε την ελάχιστη αυτή υποχρέωση δεν αρκεί, κατά τη γνώμη μου, για να γίνει δεκτό ότι δεν συντρέχει αμέλεια του κράτους συναφώς. Αν γινόταν δεκτή η άποψη της Ιταλικής Κυβερνήσεως, αυτό θα σήμαινε ότι τα αποτελέσματα του άρθρου 8 θα ποίκιλλαν από κράτος σε κράτος και θα μπορούσαν να μεταβάλλονται από τα κράτη μέλη κατά βούληση. Τα αποτέλεσματα αυτά θα ήταν ασυμβίβαστα προς τον σκοπό της κοινής γεωργικής πολιτικής που συνίσταται στη θέσπιση κοινών κανόνων, εφαρμοζόμενων στο σύνολο της Κοινότητας, για τα γεωργικά προϊόντα, και θα σήμαινε ότι το κόστος εφαρμογής της πολιτικής αυτής μπορεί να μην κατανεμόταν κατά τρόπο δίκαιο μεταξύ των κρατών μελών. Αυτό θα μπορούσε να οδηγήσει επίσης σε διακρίσεις μεταξύ παραγωγών στα διάφορα κράτη μέλη, αντίθετες προς το άρθρο 40, παράγραφος 3, της Συνθήκης.
9.
Η διάρκεια του χρονικού διαστήματος εντός του οποίου τα κράτη μέλη οφείλουν να ενεργήσουν, σε περιπτώσεις όπως η προκείμενη, για να συμμορφωθούν προς την υποχρέωση που τους επιβάλλει το άρθρο 8, παράγραφος 2, του κανονισμού 729/70, ποικίλλει κατά τις περιστάσεις. Κατά τη γνώμη μου, η υποχρέωση ενεργείας γεννάται μόλις το κράτος αντιληφθεί ή οφείλει να αντιληφθεί ότι συντρέχει πλημμέλεια κατά το άρθρο 8, παράγραφος 1. Στην παρούσα περίπτωση δεν αμφισβητείται ότι οι ιταλικές αρχές γνώριζαν, λίγο μετά τη λήξη των οικείων περιόδων εμπορίας, ότι οι πληρωθείσες προκαταβολές υπερέβαιναν το οφειλόμενο ποσό.
10.
Δεν είναι απαραίτητο εν προκειμένω να προσδιορίσει το Δικαστήριο τις προθεσμίες εντός των οποίων η προσφεύγουσα όφειλε να αναζητήσει τις υπερβολικές καταβολές αφότου τις αντελήφθη. Κατά τη γνώμη μου, υπό συνθήκες όπως οι προκείμενες, είναι εύλογο, όπως προτείνει η Επιτροπή, να αναμείνει κανείς από ένα κράτος μέλος να κινήσει τη διαδικασία αναζητήσεως, μόλις καταστεί φανερό ότι το πράγματι οφειλόμενο ύψος της ενισχύσεως είναι κατώτερο από το προκαταβληθέν. Πράγματι, ένα κράτος μέλος που δεν ενεργεί έτσι μπορεί να θεωρηθεί ότι δεν τηρεί την υποχρέωση που του επιβάλλεται με το άρθρο 8, παράγραφος 1, του κανονισμού 729/70, να λαμβάνει τα « αναγκαία μέτρα » προκειμένου να αναζητήσει τα απολεσθέντα εξαιτίας πλημμελειών ποσά. Για τους σκοπούς της παρούσας δίκης αρκεί, ωστόσο, να λεχθεί ότι προθεσμία άνω των τριών ετών είναι προφανώς υπερβολικά μεγάλη.
11.
Καταλήγω, γι' αυτό, στο συμπέρασμα ότι η Ιταλία δεν ανταποκρίθηκε στις απαιτήσεις του άρθρου 8, παράγραφος 2, του κανονισμού 729/70. Δεν μπορεί, κατά τη γνώμη μου, να γίνει δεκτό ότι η Επιτροπή δεν ειδοποίησε αρκετά νωρίς τις ιταλικές αρχές για τις συνέπειες της μη ταχείας λήψεως μέτρων αναζητήσεως των υπερβολικών καταβολών (βλέπε υπόθεση C-10/88, Ιταλία κατά Επιτροπής, απόφαση της 27ης Μαρτίου 1990, Συλλογή 1990, σ. Ι-1229 ). Από τη δικογραφία προκύπτει ότι η Επιτροπή είχε ειδοποιήσει συναφώς τις ιταλικές αρχές για πρώτη φορά στα τέλη του 1985, κατά την εκκαθάριση των λογαριασμών για το 1983. Η ειδοποίηση αυτή επαναλήφθηκε κατά την εκκαθάριση των λογαριασμών για το 1984 και 1985. Οι ειδοποιήσεις αυτές σημειώθηκαν προφανώς από τις ιταλικές αρχές και ξεπεράστηκαν ενδεχόμενες πρακτικές δυσχέρειες, διότι τυπώθηκαν στη συνέχεια οι επιστολές που ανακοίνωναν στους ενδιαφερομένους παραγωγούς τα ποσά που έπρεπε να επιστρέψουν. Ωστόσο, όταν η Επιτροπή προέβη σε επιτόπιο έλεγχο τον Φεβρουάριο του 1988 διαπίστωσε ότι οι επιστολές δεν είχαν ακόμη ταχυδρομηθεί. Με έγγραφο της 15ης Απριλίου 1988 η Επιτροπή ειδοποίησε τις ιταλικές αρχές ότι η καθυστέρηση ως προς την αναζήτηση των υπερβολικών ποσών μπορούσε να έχει ως συνέπεια τη μη επιβάρυνση του ταμείου με τα ποσά αυτά. Οι ιταλικές αρχές παρέλειψαν εντούτοις να ενεργήσουν και αντέδρασαν μόνον όταν η Επιτροπή πρότεινε επίσημα στην από 15 Ιουνίου 1988 συνοπτική έκθεση της να εκπέσουν τα εν λόγω ποσά από τις δαπάνες που δηλώθηκαν από την Ιταλική Δημοκρατία για το 1986, αφού οι επιστολές σχετικά με την αναζήτηση απεστάλησαν τελικά στα τέλη Ιουνίου 1988.
12.
Υπό τις συνθήκες αυτές δεν μπορεί, κατά τη γνώμη μου, να προσαφθεί στην Επιτροπή ότι παρέλειψε να πληροφορήσει εγκαίρως την προσφεύγουσα για την άποψη της ότι τα μέτρα που είχαν ληφθεί για την αναζήτηση της υπερβολικής ενισχύσεως ήταν ανεπαρκή. Οι ιταλικές αρχές είχαν λάβει πλήρη γνώση της απόψεως της Επιτροπής συναφώς κατά τις προηγούμενες εκκαθαρίσεις, δεν φαίνονταν όμως διατεθειμένες να προβούν πράγματι στην αναζήτηση, παρά μόνον όταν βρέθηκαν αντιμέτωπες με την άμεση προοπτική να επιβαρυνθούν με τις χρηματοοικονομικές συνέπειες της μη αναζητήσεως.
13.
Κατά συνέπεια, θεωρώ ότι το Δικαστήριο πρέπει να απορρίψει την προσφυγή και να καταδικάσει την προσφεύγουσα στα δικαστικά έξοδα, εκτός όσων αφορούν την αιτίαση από την οποία αυτή παραιτήθηκε και για την οποία οι διάδικοι συμφώνησαν να φέρει ο καθένας τα δικά του έξοδα.
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
Top