ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
F. G. JACOBS
της 15ης Μαΐου 1990 ( *1 )
Κύριε Πρόεόρε,
Κύριοι όικαστές,
1.
Η παρούσα υπόθεση θέτει ένα ζήτημα αΡΧήζ σχετικό με την υποχρέωση των κρατών μελών να προβαίνουν στην εκτέλεση των κοινοτικών κανονισμών.
2.
Το άρθρο 41 του κανονισμού (ΕΟΚ) 337/79 του Συμβουλίου, περί κοινής οργανώσεως της αμπελοοινικής αγοράς ( ΕΕ ειδ. έκδ. 03/024, σ. 112), όπως τροποποιήθηκε με τους κανονισμούς (ΕΟΚ) 2144/82 (ΕΕ L 227, σ. 1 ) και ( ΕΟΚ ) 1208/84 ( ΕΕ L 115, σ. 77 ) του Συμβουλίου, απαιτεί σε ορισμένες περιπτώσεις από την Επιτροπή να διατάσσει την υποχρεωτική απόσταξη επιτραπέζιου οίνου όταν υπάρχει πλεόνασμα παραγωγής. Κατ' εφαρμογή του άρθρου 6, παράγραφος 1, του εν λόγω κανονισμού 337/79, οι παραγωγοί οίνου που δεν συμμορφώνονται προς την υποχρέωση αποστάξεως δεν μπορούν να επωφεληθούν από τα μέτρα παρεμβάσεως που προβλέπει ο εν λόγω κανονισμός. Το άρθρο 64, παράγραφος 1, ορίζει ότι « τα κράτη μέλη λαμβάνουν τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλίσουν την τήρηση των κοινοτικών διατάξεων στον αμπε-λοοινικό τομέα ».
3.
Στις 18 Ιανουαρίου 1985 η Επιτροπή εξέδωσε δύο κανονισμούς για τον καθορισμό των λεπτομερειών εφαρμογής της απόσταξης κατά την αμπελουργική περίοδο 1984/1985. Με τον κανονισμό (ΕΟΚ) 147/85 (ΕΕ L 16, σ. 25), προσδιόρισε τη μέθοδο υπολογισμού της συνολικής ποσότητας επιτραπεζίου οίνου που πρέπει να αποσταχθεί, τα κριτήρια κατανομής της ποσότητας αυτής μεταξύ των διαφόρων περιοχών παραγωγής καθώς και μεταξύ των διαφόρων παραγωγών που είναι εγκατεστημένοι σε κάθε περιοχή, όπως επίσης και τις κατηγορίες παραγωγών που απαλλάσσονται από την υποχρεωτική απόσταξη. Με τον κανονισμό ( ΕΟΚ ) 148/85 ( ΕΕ L 16, σ. 32 ), η Επιτροπή διέταξε την απόσταξη 12000000 εκατολίτρων επιτραπεζίου οίνου, από τα οποία 68322 εκατόλιτρα έπρεπε να αποσταγούν από γερμανούς παραγωγούς.
4.
Κατόπιν αυτού, οι αρμόδιες γερμανικές αρχές εξέδωσαν 614 διοικητικές πράξεις απευθυνόμενες σε γερμανούς οινοπαραγωγούς, με τις οποίες καθόριζαν τις ποσότητες οίνου που οι παραγωγοί όφειλαν να αποστάξουν. 506 εκ των παραγωγών αυτών υπέβαλαν διοικητική ένσταση κατά των διοικητικών αυτών πράξεων, ισχυριζόμενοι κυρίως ότι τα κριτήρια βάσει των οποίων οι κοινοτικοί κανονισμοί καθόρισαν την ποσότητα που πρέπει να αποστάξει ο κάθε παραγωγός δημιουργούσαν δυσμενείς διακρίσεις.
5.
Κατά τη γερμανική νομοθεσία οι κατά των διοικητικών αποφάσεων υποβαλλόμενες διοικητικές ενστάσεις έχουν αυτομάτως ανασταλτικό αποτέλεσμα. Οι διοικητικές αρχές έχουν, ωστόσο, τη δυνατότητα να διατάξουν την άμεση εκτέλεση μιας αποφάσεως, αν αυτό επιβάλλουν λόγοι δημοσίου συμφέροντος. Κατά της διαταγής εκτελέσεως χωρεί προσφυγή, τα δε επιλαμβανόμενα διοικητικά δικαστήρια έχουν τη δυνατότητα να διατάξουν εκ νέου την αναστολή εκτελέσεως της αποφάσεως.
6.
Οι γερμανικές αρχές αποφάσισαν να μη διατάξουν την άμεση εκτέλεση των 506 διοικητικών πράξεων κατά των οποίων είχαν υποβληθεί ενστάσεις. Πράγματι, από τα 68322 εκατόλιτρα οίνου που έπρεπε να υποβληθούν σε απόσταξη στη Γερμανία, αποστάχθηκαν, τελικώς, μόνο 9140 εκατόλιτρα.
7.
Η Επιτροπή έκρινε ότι η παράλειψη της Γερμανίας να προχωρήσει στη λήψη συμπληρωματικών μέτρων προκειμένου να υποχρεώσει τους γερμανούς οινοπαραγωγούς να υπαχθούν στο σύστημα της υποχρεωτικής αποστάξεως συνιστά παράβαση του άρθρου 64, παράγραφος 1, του κανονισμού 337/79 και του άρθρου 5 της Συνθήκης ΕΟΚ. Κατόπιν αυτού, κίνησε τη διαδικασία του άρθρου 169 της Συνθήκης. Ως απάντηση στο έγγραφο οχλήσεως και στην αιτιολογημένη γνώμη της Επιτροπής η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας προέβαλε τον ισχυρισμό ότι οι ενέργειες της δεν συνιστούν παράβαση των υποχρεώσεων που υπέχει από το κοινοτικό δίκαιο. Κατά συνέπεια, η Επιτροπή άσκησε προσφυγή ενώπιον του Δικαστηρίου στις 2 Αυγούστου 1988.
Επί του παραδεκτού
8.
Η προσφυγή της Επιτροπής δεν αφορά μόνο παρελθούσες ενέργειες της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, κατά τη διάρκεια μιας συγκεκριμένης αμπελουργικής περιόδου (1984/1985) — της μόνης μέχρι σήμερα περιόδου κατά την οποία οι κοινοτικοί κανονισμοί υποχρέωσαν τους γερμανούς οινοπαραγωγούς να προβούν σε απόσταξη — αλλά και τη ρητώς δηλωθείσα πρόθεση της να επαναλάβει τις ίδιες ενέργειες στο μέλλον. Γι' αυτόν τον λόγο η διατύπωση του αιτήματος της προσφυγής της Επιτροπής δεν αναφέρεται μόνο στην παράλειψη της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας να λάβει τα επιβαλλόμενα μέτρα κατά την αμπελουργική περίοδο 1984/1985, αλλά και στην «έμμονη άρνηση της » να λάβει τα μέτρα αυτά, να λάβει δηλαδή τα μέτρα αυτά στο μέλλον και η Επιτροπή υπογραμμίζει στην προσφυγή της ότι η υπόθεση αυτή αφορά κυρίως το μέλλον και όχι το παρελθόν. Αντιθέτως, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας υποστηρίζει την άποψη ότι η προσφυγή είναι παραδεκτή μόνο κατά το μέρος που αναφέρεται στον τρόπο που ενήργησε υπό τις ειδικές περιστάσεις της αμπελουργικής περιόδου 1984/1985.
9.
Φρονώ ότι η προσέγγιση της Επιτροπής συγχέει δύο διαφορετικά θέματα. Για την επίλυση της παρούσας διαφοράς αρκεί να εξεταστεί, όσον αφορά την ουσία της υποθέσεως, ο τρόπος που ενήργησαν οι γερμανικές αρχές κατά το έτος 1985. Το γεγονός ότι οι ενέργειες αυτές είναι δυνατόν να επαναληφθούν στο μέλλον, καθώς και ότι οι γερμανικές αρχές ρητώς εξεδήλωσαν την πρόθεση τους να επαναλάβουν τις ίδιες ενέργειες και στο μέλλον, εκτός αν το Δικαστήριο αποφανθεί αντιθέτως, αποτελεί ασφαλώς σημαντικό στοιχείο για την εκτίμηση του εννόμου συμφέροντος της Επιτροπής να ασκήσει την παρούσα προσφυγή· -ωστόσο, δεν είναι απαραίτητο να περιληφθούν στο αντικείμενο της παρούσας προσφυγής ούτε η γενική στάση της γερμανικής Κυβερνήσεως ούτε το πώς αυτή μπορεί να ενεργήσει στο μέλλον. Αν στο μέλλον ανακύψει παρόμοια κατάσταση, τα ζητήματα που θα ανακύψουν θα μπορούν να ρυθμιστούν με βάση την απόφαση που πρόκειται να εκδώσει το Δικαστήριο στην παρούσα υπόθεση. Φρονώ, συνεπώς, ότι η προσφυγή πρέπει να κριθεί παραδεκτή μόνο καθόσον αναφέρεται στις ενέργειες της Γερμανικής Κυβερνήσεως υπό τις ειδικές περιστάσεις της αμπελουργικής περιόδου 1984/1985.
10.
Αν το αντικείμενο της προσφυγής περιοριστεί στα προτεινόμενα πλαίσια παρέλκει η χωριστή εξέταση των μετέπειτα κανονιστικών ρυθμίσεων: ο κανονισμός 337/79, ο οποίος είχε εφαρμογή κατά την περίοδο 1984/1985, αντικαταστάθηκε με τον κανονισμό ( ΕΟΚ ) 822/87 ( ΕΕ L 84, σ. 1 )· οι αντίστοιχες διατάξεις του τελευταίου αυτού κανονισμού περιλαμβάνονται σε άρθρα με διαφορετική αρίθμηση ( βλέπε παράρτημα VIII του εν λόγω κανονισμού), το περιεχόμενο των οποίων, όμως, είναι κατ' ουσία το ίδιο.
Επί της ουσίας
11.
Ως προς την ουσία, η άποψη που διατυπώνει η Επιτροπή είναι πολύ απλή. Υποστηρίζει ότι από τη γενική υποχρέωση συνεργασίας που επιβάλλει στα κράτη μέλη το άρθρο 5 της Συνθήκης, καθώς και από την ειδική υποχρέωση που προβλέπει το άρθρο 64, παράγραφος 1, του κανονισμού 337/79, συνάγεται ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας δεν έπρεπε να παραιτηθεί από την προσπάθεια της να διασφαλίσει την πραγματοποίηση της υποχρεωτικής αποστάξεως όταν 506 από τους 614 γερμανούς οινοπαραγωγούς υπέβαλαν διοικητική ένσταση κατά των πράξεων που τους διέτασσαν να προβούν σε απόσταξη. Η Κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατία της Γερμανίας όφειλε, κατά την Επιτροπή, να χρησιμοποιήσει όλες τις δυνατότητες που της παρέχει η εθνική νομοθεσία προκειμένου να υποχρεώσει τους μη συμμορφούμενους οινοπαραγωγούς να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις που τους επιβάλλει το κοινοτικό δίκαιο. Όφειλε, ιδίως, να διατάξει την άμεση εκτέλεση των 506 πράξεων της διοικήσεως, βάσει του άρθρου 80, παράγραφος 2, του γερμανικού κώδικα διοικητικής δικονομίας ( Verwaltungsgerichtsordnung ).
12.
Στο υπόμνημα απαντήσεως η Κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας προβάλλει ορισμένα επιχειρήματα τα οποία θα εξετάσω παρακάτω.
α) Το επιχείρημα το σχετικό με τον εξαντλητικό χαρακτήρα της κυρώσεως που προβλέπει το άρθρο 6, παράγραφος Ι, του κανονισμού 337/79
13.
Η Κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας ισχυρίζεται ότι η κοινοτική κανονιστική ρύθμιση περί αμπελοοι-νικής αγοράς προβλέπει ήδη την επιβολή κυρώσεως εις βάρος των παραγωγών εκείνων που δεν συμμορφώνονται με τη διαταγή να προβούν σε απόσταξη, καθόσον το άρθρο 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 337/79 ( άρθρο 47, παράγραφος 1, του κανονισμού 822/87) τους στερεί τη δυνατότητα να επωφεληθούν από ορισμένα μέτρα παρεμβάσεως κατά την επόμενη αμπελουργική περίοδο. Η Γερμανική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η κύρωση αυτή είναι εξαντλητική και αποκλείει την προσφυγή σε προβλεπόμενα από την εθνική νομοθεσία αναγκαστικά μέτρα. Επικαλείται, σχετικώς, δύο αποφάσεις: της 18ης Φεβρουαρίου 1970, Hauptzollamt Hamburg κατά Bollmann (40/69, ECR 1970, σ. 69), και της 2ας Φεβρουαρίου 1977, Amsterdam Bulb κατά Produktschap voor Siergewassen ( 50/76, ECR 1977, σ. 137).
14.
Φρονώ ότι το επιχείρημα αυτό δεν μπορεί να γίνει δεκτό. Κατά την άποψη μου, η Γερμανική Κυβέρνηση δεν απέδειξε γιατί η κύρωση που προβλέπει το άρθρο 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 337/79 έχει τον εξαντλητικό χαρακτήρα που της αποδίδει. Το άρθρο 6, παράγραφος 1, περιλαμβάνεται στον τίτλο Ι του κανονισμού, το οποίο φέρει τον τίτλο « Καθεστώς τιμών και παρεμβάσεων ». Το άρθρο αυτό, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 του κανονισμού 2144/82, ορίζει:
« Οι παραγωγοί που υπόκεινται στις υποχρεώσεις που αναφέρονται το άρθρο 39 και, κατά περίπτωση, στα άρθρα 40 και 41 είναι δυνατόν να επωφελούνται από τα μέτρα παρέμβασης, τα οποία προβλέπονται στον παρόντα τίτλο, εφόσον έχουν ανταποκριθεί στις προαναφερόμενες υποχρεώσεις κατά τη διάρκεια μιας περιόδου αναφοράς που θα καθοριστεί. »
Τα άρθρα 39, 40 και 41 περιλαμβάνονται στον τίτλο IV του κανονισμού, ο οποίος καθορίζει « τους κανόνες που αφορούν μερικές οινολογικές πρακτικές και τη διάθεση στην κατανάλωση ». Τα άρθρα αυτά, όπως τροποποιήθηκαν, καθώς και άλλες διατάξεις του τίτλου IV, επιβάλλουν ορισμένες υποχρεώσεις και απαγορεύσεις. Το άρθρο 39, παράγραφος 1, απαγορεύει την υπερπίεση των σταφυλών, την υπερπίεση των οινολασπών και την αναζύ-μωση στεμφόλων σταφυλών για άλλους σκοπούς εκτός από την απόσταξη. Το άρθρο 40, παράγραφος 1, επιβάλλει την απόσταξη οίνων που προέρχονται από σταφυλές ποικιλιών που δεν αναγράφονται ως οινοποιήσιμες σταφυλές στην κατάταξη των ποικιλιών αμπέλου. Τέλος, όπως προαναφέρθηκε, το άρθρο 41 προβλέπει την υποχρεωτική απόσταξη σε ορισμένες περιπτώσεις.
15.
Αν γινόταν δεκτό το επιχείρημα της Γερμανικής Κυβερνήσεως ως προς τον εξαντλητικό χαρακτήρα του άρθρου 6, παράγραφος 1, θα έπρεπε να γίνει επίσης δεκτό ότι καμία από τις υποχρεώσεις και τις απαγορεύσεις που προβλέπουν τα άρθρα 39, 40 και 41 δεν θα μπορούσε να επιβληθεί με άλλα μέσα εκτός από τον αποκλεισμό από τα ευεργετικά μέτρα παρεμβάσεως που προβλέπει το άρθρο 6, παράγραφος 1. Οι αρμόδιες εθνικές αρχές δεν θα είχαν, για παράδειγμα, τη δυνατότητα να επιδιώξουν την έκδοση δικαστικής αποφάσεως που να μην επιτρέπει στους οινοπαραγωγούς να παραβούν τις εν λόγω απαγορεύσεις. Οι οινοπαραγωγοί θα μπορούσαν, συνεπώς, να χρησιμοποιήσουν οινολογικές μεθόδους απα-γορευόμενες από το κοινοτικό δίκαιο χωρίς οι αρμόδιες εθνικές αρχές να έχουν τη δυνατότητα να τους εμποδίσουν, εκτός βεβαίως αν η προβλεπόμενη στο άρθρο 6, παράγραφος 1, κύρωση αποδειχθεί αποτελεσματική. Νομίζω ότι τέτοιο συμπέρασμα δεν συνάγεται ούτε από το γράμμα του άρθρου 6, παράγραφος 1, ούτε από την όλη οικονομία του κανονισμού. Αντιθέτως, το επιχείρημα της Γερμανικής Κυβερνήσεως αντιβαίνει ευθέως προς τη ρητή διάταξη του άρθρου 64, παράγραφος 1, η οποία επιβάλλει στα κράτη μέλη να λαμβάνουν « τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλίζουν την τήρηση των κοινοτικών διατάξεων στον αμπε-λοοινικό τομέα ».
16.
Εξάλλου, η άποψη που υποστηρίζει η Γερμανική Κυβέρνηση δεν μπορεί να στηριχτεί στη νομολογία που επικαλείται. Στην απόφαση Bollmann το Δικαστήριο τόνισε ότι δεν μπορεί να αναγνωριστεί ότι τα κράτη μέλη έχουν τη δυνατότητα, « προκειμένου να διασφαλίζουν την εφαρμογή ( ενός κανονισμού ), να λαμβάνουν μέτρα που τροποποιούν την έκταση ή προσθέτουν στοιχεία στις εν λόγω διατάξεις ». Ωστόσο, το γεγονός ότι εφαρμόζουν προβλεπόμενα από την εθνική τους νομοθεσία μέτρα προκειμένου να διασφαλίσουν την εκπλήρωση υποχρεώσεως που προκύπτει από κανονισμό δεν σημαίνει ότι οι εθνικές αρχές τροποποιούν την έκταση του εν λόγω κανονισμού ούτε ότι προσθέτουν νέα στοιχεία στις διατάξεις του· απλώς τις εφαρμόζουν. Το σημείο αυτό τονίστηκε σαφώς από τον γενικό εισαγγελέα Capotorti στις προτάσεις του στην προαναφερθείσα υπόθεση Amsterdam Bulb, ειδικότερα στη σελίδα 155.
17.
Στην απόφαση του επί της υποθέσεως αυτής το Δικαστήριο υπογράμμισε (στη σκέψη 33 ) ότι, « όταν στην κοινοτική κανονιστική ρύθμιση δεν περιλαμβάνεται διάταξη που να προβλέπει την επιβολή ειδικών κυρώσεων σε περίπτωση μη τηρήσεως της εν λόγω ρυθμίσεως εκ μέρους των ιδιωτών, τα κράτη μέλη είναι αρμόδια να επιλέξουν τις κυρώσεις που κρίνουν ως ενδεδειγμένες ».
18.
Προφανώς, η Γερμανική Κυβέρνηση επικαλείται την απόφαση αυτή προκειμένου να αποδείξει εξ αντιδιαστολής ότι, στην περίπτωση κατά την οποία η κοινοτική κανονιστική ρύθμιση προβλέπει την επιβολή ειδικών κυρώσεων, τα κράτη μέλη δεν έχουν πλέον τη δυνατότητα να επιβάλλουν κυρώσεις στο πλαίσιο της εθνικής νομοθεσίας. Αυτό θα θα συνέβαινε, ίσως, στην περίπτωση κατά την οποία ο κανονισμός προέβλεπε πλήρες σύστημα κυρώσεων με σκοπό ακριβώς να αποκλείσει κάθε δυνατότητα επιβολής κυρώσεων στο πλαίσιο της εθνικής νομοθεσίας, όπως στην περίπτωση στην οποία αναφερόταν το παράδειγμα του γενικού εισαγγελέα Capotorti (ένθ. αν.) το σχετικό με τις κυρώσεις που προβλέπει ο κανονισμός 17 σε περίπτωση παραβάσεως των κοινοτικών κανόνων περί ανταγωνισμού.
19.
Δεν μπορεί, ωστόσο, να συναχθεί ένα παρόμοιο συμπέρασμα από το άρθρο 6, παράγραφος 1, του κανονισμού 337/79, το οποίο απλώς προβλέπει ότι δεν μπορούν να επωφεληθούν από ορισμένα μέτρα παρεμβάσεως οι παραγωγοί εκείνοι οι οποίοι δεν έχουν εκπληρώσει ορισμένες υποχρεώσεις που επιβάλλει ο εν λόγω κανονισμός. Όπως υπογράμμισε η Επιτροπή, δεν υπάρχει κανένα στοιχείο που να διασφαλίζει ότι η ειδική αυτή κύρωση θα αποδειχθεί αποτελεσματική σε όλες τις περιπτώσεις, αντιθέτως μάλιστα, είναι γενικώς αποδεκτό ότι, ενόψει της καταστάσεως που είχε διαμορφωθεί στη γερμανική αμπελοοινική αγορά κατά τα προγενέστερα του 1985 έτη, η κύρωση αυτή θα ήταν αλυσιτελής υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης. Η ερμηνεία των κανονισμών πρέπει να αποβλέπει στη διασφάλιση της αποτελεσματικότητας τους και όχι το αντίθετο· το επιχείρημα όμως της Γερμανικής Κυβερνήσεως μπορεί, όπως συνάγεται από την παρρούσα υπόθεση, να καταστήσει τον κανονισμό αναποτελεσματικό. Άλλωστε, και στο σημείο αυτό το επιχείρημα έρχεται σε αντίθεση με το άρθρο 64, παράγραφος 1, το οποίο επιβάλλει στα κράτη μέλη την υποχρέωση να λαμβάνουν τα μέτρα που απαιτούνται για τη διασφάλιση της τηρήσεως των κοινοτικών κανονισμών.
β) Επί τον επιχειρήματος τον σχετικού με την αρχή της νομιμότητας
20.
Με το δεύτερο επιχείρημα της η Γερμανική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η προσφυγή σε προβλεπόμενα από την εθνική νομοθεσία αναγκαστικά μέτρα επιτρέπεται μόνο όταν η δυνατότητα αυτή προβλέπεται ρητώς από ειδική διάταξη του κοινοτικού δικαίου. Επικαλείται, σχετικώς, την απόφαση της 25ης Σεπτεμβρίου 1984, Könecke κατά Balm (117/83, Συλλογή 1984, σ. 3291 ).
21.
Στην απόφαση αυτή το Δικαστήριο υπογράμμισε ότι, ακόμα και αν δεν έχει ποινικό χαρακτήρα, κύρωση μπορεί να επιβάλλεται μόνο όταν στηρίζεται σε σαφή και μη επιδεχόμενη αμφισβητήσεις διάταξη.
22.
Το Δικαστήριο με τη νομολογία του αυτή διατύπωσε μια αρχή του διοικητικού δικαίου η οποία μπορεί να ονομαστεί αρχή της νομιμότητας. Σύμφωνα με ανάλογη αρχή του ποινικού δικαίου κανείς δεν μπορεί να καταδικαστεί παρά μόνο εφόσον η παράβαση για την οποία κατηγορείται συνιστά πράξη ρητώς απα-γορευόμενη εκ του νόμου κατά το χρόνο διαπράξεως της και εφόσον η επιβληθείσα κύρωση προβλεπόταν επίσης εκ του νόμου: nullum krimen sine lege και nulla poena sine lege. Δεν αντιλαμβάνομαι πώς θα μπορούσαν να επικαλεστούν την αρχή αυτή οι γερμανοί οινοπαραγωγοί, υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, στην περίπτωση που οι αρμόδιες γερμανικές αρχές επιχειρούσαν να επιβάλουν την εκτέλεση των πράξεων που διέτασσαν την απόσταξη.
23.
Είναι, πρώτον, αμφίβολο κατά πόσον πράξη που διατάσσει την εκτέλεση υποχρεώσεως που πηγάζει από το νόμο μπορεί να εξομοιωθεί με κύρωση, ακόμα και όταν η μη τήρηση της υποχρεώσεως αυτής μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα την επιβολή κυρώσεως. Δεύτερον, η ισχύουσα κοινοτική νομοθεσία, ιδίως το άρθρο 41 του κανονισμού 337/79, όπως τροποποιήθηκε, καθώς και οι διατάξεις του κανονισμού 147/1985, καθορίζει σαφώς, στην παρούσα υπόθεση, τις υποχρεώσεις των γερμανών παραγωγών οίνου, τα δε κράτη μέλη φέρουν σαφώς την υποχρέωση να διασφαλίσουν την εκπλήρωση των υποχρεώσεων αυτών με όλα τα μέσα που διαθέτουν στο πλαίσιο των εθνικών τους εννόμων τάξεων. Αυτό αποτελεί, απλώς, συνέπεια της απευθείας εφαρμογής των κανονισμών την οποία προβλέπει το άρθρο 189 της Συνθήκης. Η απευθείας εφαρμογή συνεπάγεται ότι οι υποχρεώσεις που επιβάλλουν οι κανονισμοί είναι απευθείας εκτελεστές. Ειδικότερα, η υποχρέωση των κρατών μελών να λαμβάνουν όλα τα απαιτούμενα μέτρα για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων αυτών αποτελεί υποχρέωση αναπόσπαστα συνεδεμένη με την ίδια τη φύση του κανονισμού, το δε άρθρο 64, παράγραφος 1, του κανονισμού στον οποίο αναφέρεται η παρούσα υπόθεση μπορεί να θεωρηθεί ως διάτάξη η οποία απλώς επιβεβαιώνει, προς άρση κάθε ενδεχόμενης αμφισβητήσεως, μια υποχρέωση την οποία, εν πάση περιπτώσει, υπέχουν τα κράτη μέλη. Οι διαδικασίες και, ενδεχομένως, οι κυρώσεις που πρέπει να επιβάλλουν τα κράτη μέλη ανάγονται, εφόσον ελλείπουν ειδικές διατάξεις του κοινοτικού δικαίου, στη σφαίρα της εθνικής νομοθεσίας: το μόνο που απαιτεί το κοινοτικό δίκαιο είναι οι διαδικασίες που πρόκειται να εφαρμοστούν και οι κυρώσεις που πρόκειται, ενδεχομένως, να επιβληθούν να είναι αποτελεσματικές. Οι αρχές αυτές εφαρμόζονται είτε όταν οι διατάξεις του κοινοτικού δικαίου παρέχουν δικαιώματα στους ιδιώτες είτε όταν τους επιβάλλουν υποχρεώσεις: βλέπε, π. χ., τις αποφάσεις της 5ης Μαρτίου 1980, Ferwerda κατά Produktschap voor Vee en Vlees, σκέψη 10 (265/78, ECR 1980, σ. 617, συγκεκριμένα σ. 629) και της 27ης Μαρτίου 1980, Amministrazione delle Finanze κατά Salumi (66/79, 127/79 και 128/79, ECR 1980, σ. 1237, συγκεκριμένα σ. 1263)· βλέπε, επίσης, απόφαση της 21ης Σεπτεμβρίου 1989, Επιτροπή κατά Ελλάδος (68/88, Συλλογή 1989, σ. 2965 ), και το σημείο 8 των προτάσεων του γενικού εισαγγελέα Van Gerven στην υπόθεση C-326/88, Anklagemydigheden ( Εισαγγελική αρχή ) κατά Hansen & Søn I/S (Συλλογή 1990, σ. I-2911).
24.
Ουδόλως απαιτείται να ορίζει ρητώς ένας κοινοτικός κανονισμός, όπως υπονοεί προφανώς με το επιχείρημα που διατυπώνει η Γερμανική Κυβέρνηση, ότι οι υποχρεώσεις που επιβάλλει είναι εκτελεστές. Εξάλλου, είναι πρακτικώς δύσκολο και μη επιθυμητό να περιέχουν οι κοινοτικοί κανονισμοί ειδικές διατάξεις που να καθορίζουν τις διαδικασίες και τις κυρώσεις με τις οποίες θα διασφαλιστεί, σε καθένα από τα κράτη μέλη, η εκτέλεση των υποχρεώσεων που επιβάλλουν.
25.
Συνεπώς, το επιχείρημα αυτό της Γερμανικής Κυβερνήσεως πρέπει να απορριφθεί.
γ) Τα επιχειρήματα ιτον αναφέρονται στην αρχή της αναλογικότητας και σε ορισμένα χαρακτηριστικά τον γερμανικού διοικητικού δίκαιον
26.
Τα υπόλοιπα επιχειρήματα της Γερμανικής Κυβερνήσεως δεν είναι σαφώς διαχωρισμένα στη δικογραφία και θα τα εξετάσω από κοινού. Η Γερμανική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η διοικητική επιβάρυνση των γερμανικών διοικητικών αρχών θα ήταν δυσανάλογη αν διέτασσαν την άμεση εκτέλεση 506 διοικητικών πράξεων περί υποχρεωτικής απόσταξης και αν ήταν υποχρεωμένες να υπερασπιστούν την απόφαση αυτή ενώπιον των δικαστηρίων μετά τις πολυάριθμες προσφυγές που αναπόφευκτα θα προκαλούσε. Υπογραμμίζει ότι η ποσότητα οίνου που έπρεπε να αποστάξουν οι γερμανοί οινοπαραγωγοί ήταν ασήμαντη σε σχέση προς τη συνολική ποσότητα που έπρεπε να υποβληθεί σε απόσταξη σε ολόκληρη την Κοινότητα. Εξάλλου, το δεύτερο εδάφιο της πρώτης παραγράφου του άρθρου 41 του κανονισμού 337/79, όπως τροποποιήθηκε, προβλέπει ότι « εντούτοις, οι υποχρεωτική απόσταξη αποφασίζεται μόνο εφόσον δεν συνεπάγεται δυσανάλογη διοικητική επιβάρυνση ». Επίσης, στην ένατη αιτιολογική σκέψη του προοιμίου του κανονισμού 2144/82 αναφέρεται ότι η εφαρμογή του προγράμματος υποχρεωτικής αποστάξεως δεν πρέπει να συνεπάγεται δυσανάλογες διοικητικές επιβαρύνσεις σε σχέση με τα αναμενόμενα ποσοτικά αποτελέσματα. Κατά τη Γερμανική Κυβέρνηση, το άρθρο 64, παράγραφος 1, του κανονισμού 337/79 και το άρθρο 5 της Συνθήκης έχουν ως μοναδικό σκοπό να υποχρεώσουν τα κράτη μέλη να λαμβάνουν τα αναγκαία και κατάλληλα για κάθε περίπτωση μέτρα.
27.
Η Γερμανική Κυβέρνηση προβάλλει επίσης, ορισμένα επιχειρήματα αναφερόμενο στα ειδικά χαρακτηριστικά του γερμανικοί διοικητικού δικαίου. Στο γερμανικό δίκαιο όπως προανέφερα, διοικητική ένσταστ υποβαλλόμενη κατά διοικητικής αποφάσεως έχει αυτομάτως ανασταλτικό αποτέλεσμα. Βεβαίως, οι διοικητικές αρχές έχουν τη δυνατότητα να διατάξουν την άμεση εκτέλεση της αποφάσεως, κατ' εφαρμογή του άρθρου 80, παράγραφος 2, του κώδικα διοικητικής δικονομίας, αλλά μπορούν να το πράξουν μόνο εφόσον συντρέχουν ορισμένοι ειδικοί λόγοι αναγόμενοι στο γενικό συμφέρον. Κατά της αποφάσεως αυτής χωρεί προσφυγή, στην περίπτωση δε που αυτή ασκηθεί, τα δικαστήρια επαναφέρουν το ανασταλτικό αποτέλεσμα της αρχικής διοικητικής ενστάσεως, εκτός αν πειστούν ότι πράγματι συντρέχει η προϋπόθεση η σχετική με την ύπαρξη ειδικών λόγων δημοσίου συμφέροντος. Η Γερμανική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι στην παρούσα περίπτωση τα δικαστήρια θα ερμήνευαν την προϋπόθεση αυτή περιοριστικώς, δεδομένου ότι η εκτέλεση των αποφάσεων με τις οποίες διετάσσετο η απόσταξη θα είχε ανεπανόρθωτες συνέπειες για τους γερμανούς οινοπαραγωγούς. Η Γερμανική Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι ενόψει των σοβαρών αμφιβολιών που υφίστανται ως προς το κύρος της κοινοτικής κανονιστικής ρυθμίσεως περί υποχρεωτικής αποστάξεως, κατά της οποίας προβάλλεται το επιχείρημα ότι δημιουργεί δυσμενείς διακρίσεις, δεν είναι καθόλου βέβαιο αν τα γερμανικά δικαστήρια θα απέρριπταν τις προσφυγές τις στρεφόμενες κατά των αποφάσεων που θα διέτασσαν την άμεση εκτέλεση των διοικητικών πράξεων.
28.
Φρονώ ότι τα επιχειρήματα αυτά πρέπει να απορριφθούν, σε επίπεδο αρχών. Πρώτον, δεν νομίζω ότι η Γερμανική Κυβέρνηση μπορεί να επικαλείται, προς στήριξη του επιχειρήματος της, το γράμμα του άρθρου 5 της Συνθήκης το οποίο επιβάλλει στα κράτη μέλη « να λαμβάνουν κάθε μέτρο KotraÅÅqÅo να εξασφαλίσει την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που απορρέουν από την παρούσα Συνθήκη », ή το άρθρο 64, παράγραφος 1, του κανονισμού 337/79 το οποίο επιβάλλει στα κράτη μέλη να λαμβάνουν « τα αναγκαία μέτρα για να εξασφαλίσουν την τήρηση των κοινοτικών διατάξεων στον αμπελοοινικό τομέα ». Οι όροι « κατάλληλα » και « αναγκαία » δεν μπορεί ποτέ να ερμηνευθούν υπό την έννοια ότι απαλλάσσουν τη Γερμανική Κυβέρνηση από την υποχρέωση της να διασφαλίσει την εφαρμογή του κανονισμού· αντιθέτως, οι διατάξεις αυτές απαιτούν από τα κράτη μέλη να εκτελούν πλήρως τις υποχρεώσεις που τους επιβάλλει το κοινοτικό δίκαιο. Το άρθρο 5 της Συνθήκης επιτρέπει στα κράτη μέλη να επιλέγουν τις μεθόδους (βλέπε απόφαση Amsterdam Bulb, προαναφερθείσα, σκέψη 32, σ. 150), αλλά δεν τους απαλλάσσει από την υποχρέωση να εκτελούν τις υποχρεώσεις τους με την αιτιολογία ότι αυτό συνεπάγεται δυσανάλογη διοικητική επιβάρυνση.
29.
Δεύτερον, τα κράτη μέλη δεν μπορούν να επικαλούνται τα ειδικά χαρακτηριστικά της εσωτερικής τους εννόμου τάξεως, ως αμυντικό επιχείρημα, όταν έχουν παραλείψει να εκτελέσουν τις υποχρεώσεις που υπέχουν από το κοινοτικό δίκαιο. Αποτελεί πάγια νομολογία ότι τα κράτη μέλη δεν μπορούν να επικαλούνται διατάξεις, πρακτικές ή καταστάσεις της εσωτερικής τους εννόμου τάξεως προκειμένου να δικαιολογήσουν τη μη τήρηση υποχρεώσεων που προκύπτουν από το κοινοτικό δίκαιο: βλέπε, π. χ., απόφαση της 3ης Οκτωβρίου 1984, Επιτροπή κατά Ιταλίας (254/83, Συλλογή 1984, σ. 3395 ). Ειδικότερα, τα κράτη μέλη δεν μπορούν να επικαλούνται διοικητικής φύσεως δυσχέρειες που ανακύπτουν σ' αυτά προκειμένου να δικαιολογήσουν τη μη τήρηση των υποχρεώσεων τους: βλέπε απόφαση της 10ης Μαΐου 1984, Επιτροπή κατά Ελλάδος ( 58/83, Συλλογή 1984, σ. 2027). Εξάλλου, αν γίνει δεκτό αμυντικό επιχείρημα όπως αυτό που προβάλλει η Γερμανική Κυβέρνηση στην παρούσα υπόθεση θα ήταν προφανής ο κίνδυνος να θιγεί η ομοιόμορφη εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου: η εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου θα εξηρτάτο από τις δικονομικές ιδιομορφίες της κάθε εθνικής εννόμου τάξεως.
30.
Τρίτο, στον βαθμό που η Γερμανική Κυβέρνηση επικαλείται πράγματι την ακυρότητα της κοινοτικής νομοθετικής ρυθμίσεως, νομίζω ότι αυτό αποτελεί επιχείρημα που πρέπει να απορριφθεί. Η Γερμανική Κυβέρνηση δεν αμφισβητεί απευθείας το κύρος της κανονιστικής ρυθμίσεως, αυτό όμως προκύπτει από τα επιχειρήματα που προβάλλει. Αν θεωρούσε ότι ο κανονισμός 148/85 είναι παράνομος, είτε διότι αντιβαίνει προς την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων είτε γιατί αντιβαίνει προς την αρχή της αναλογικότητας, θα μπορούσε να κινήσει τη διαδικασία ακυρώσεως του εν λόγω κανονισμού, βάσει του άρθρου 173 της Συνθήκης, και να ζητήσει την αναστολή εκτελέσεως του, ως προσωρινό μέτρο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 185. Εφόσον δεν προέβη στις ενέργειες αυτές, ανακύπτει το ζήτημα αν η Γερμανική Κυβέρνηση μπορεί τώρα εμμέσως να αμφισβητεί το κύρος του κανονισμού στο πλαίσιο στρεφόμενης εναντίον της προσφυγής, στηριζόμενης στο άρθρο 169 της Συνθήκης, με την οποία ζητείται να αναγνωριστεί ότι παρέβη την υποχρέωση της να εκτελέσει τον εν λόγω κανονισμό. Ωστόσο, παρέλκει η εξέταση του ζητήματος αυτού, καθόσον, εν πάση περιπτώσει, δεν νομίζω ότι η Γερμανική Κυβέρνηση μπορεί βασίμως να επικαλεστεί το ενδεχόμενο ότι τα γερμανικά δικαστήρια θα έκριναν τον κανονισμό αυτό παράνομο (προφανώς με την αιτιολογία ότι εισάγει δυσμενείς διακρίσεις, αν και η Γερμανική Κυβέρνηση δεν επεκτείνεται επί του σημείου αυτού). Οι κοινοτικοί κανονισμοί πρέπει να θεωρούνται ισχύοντες εφόσον αρμόδιο δικαιοδοτικό όργανο δεν έχει διαπιστώσει την ακυρότητα τους: βλέπε απόφαση της 13ης Φεβρουαρίου 1979, Granaria κατά Hoofdproduktschap voor Akkerbouwprodukten, σκέψη 4 ( 101/78, ECR 1979, σ. 623, συγκεκριμένα σ. 636 ). « Αρμόδιο δικαιοδοτικό όργανο » είναι το Δικαστήριο, καθόσον τα εθνικά δικαστήρια δεν έχουν την αρμοδιότητα να αποφαίνονται επί του κύρους κοινοτικών κανονισμών: βλέπε απόφαση της 22ας Οκτωβρίου 1987, Foto-Frost κατά Hauptzollamt Lübeck-Ost (314/85, Συλλογή 1987, σ. 4199). Εξάλλου, ακόμα και αν η Γερμανική Κυβέρνηση είχε τη γνώμη ότι τα δικαστήρια μπορούν να αποφανθούν επί του κύρους των κοινοτικών μέτρων, δεν μπορούσε εξ αυτού να συνάγει ότι δεν είχε καν την υποχρέωση να δοκιμάσει να λάβει αναγκαστικά μέτρα. Η παράλειψη της αυτή συνιστά, κατά την άποψη μου, επαρκές στοιχείο για τη στοιχειοθέτηση της παραβάσεως της Συνθήκης, καθόσον οι γερμανικές αρχές παρέλειψαν να λάβουν ένα αναγκαίο kai κατάλληλο μέτρο για τη διασφάλιση της εφαρμογής του προγράμματος υποχρεωτικής αποστάξεως.
31.
Παρέλκει, συνεπώς, να εξεταστεί αν, όπως υποστηρίζει η Γερμανική Κυβέρνηση, τα γερμανικά δικαστήρια μπορούσαν να διατάξουν την αναστολή εκτελέσεως των μέτρων εφαρμογής, ή ακόμα αν είχαν το δικαίωμα να λάβουν παρόμοια απόφαση. Πράγματι, δεν είναι βέβαιο ότι τα εθνικά δικαστήρια μπορούν να αναστέλλουν την εκτέλεση μέτρων που συνιστούν εφαρμογή των κοινοτικών κανονισμών, θα έπρεπε δε παράλληλα να εξεταστούν οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες θα μπορούσαν ενδεχομένως να το πράξουν. Περιορίζομαι να παρατηρήσω ότι, εν πάση περιπτώσει, στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης, είναι αμφίβολο αν τα γερμανικά δικαστήρια ορθώς αποφάνθηκαν υπέρ της αναστολής εκτελέσεως των εν λόγω μέτρων, ακόμα και αν γίνει δεκτό ότι είχαν την εξουσία και ότι είχαν πράγματι αμφιβολίες ως προς το κύρος των κοινοτικών μέτρων. Πρώτον, η αναστολή αυτή θα προδίκαζε την απόφαση επί της ουσίας, καθόσον θα καθιστούσε αδύνατη την επίτευξη του στόχου της υποχρεωτικής αποστάξεως — τη διατήρηση δηλαδή του επιπέδου τιμών κατά την αμπελουργική περίοδο 1984/1985. Δεύτερον, αντιθέτως προς όσα ισχυρίζεται η Γερμανική Κυβέρνηση, η αναστολή δεν θα μπορούσε να στηριχθεί στην αιτιολογία ότι η υποχρεωτική εκτέλεση των πράξεων περί υποχρεωτικής αποστάξεως θα προκαλούσε ανεπανόρθωτη ζημία στους οινοπαραγωγούς. Ενδεχόμενη ζημία θα μπορούσε να αποκατασταθεί με τη χορήγηση οικονομικής αποζημιώσεως.
32.
Απομένει να εξεταστεί το επιχείρημα της Γερμανικής Κυβερνήσεως ότι η ποσότητα του προς απόσταξη οίνου ήταν τόσο μικρή, σε σύγκριση με τη συνολική ποσότητα οίνου που επρόκειτο να υποβληθεί σε απόσταξη στην Κοινότητα, ώστε η απόσταξη του δεν θα είχε καμία αισθητή επίδραση στο επίπεδο τιμών, και, κατά συνέπεια, δεν θα εξυπηρετούσε τίποτα η λήψη προσθέτων μέτρων για τη διασφάλιση της εκτελέσεως της αποστάξεως.
33.
Φρονώ ότι το επιχείρημα αυτό πρέπει να απορριφθεί. Όπως σαφώς προκύπτει από τους σχετικούς κανονισμούς το ζήτημα της αναλογικότητας έχει επισταμένως εξετασθεί από τον νομοθέτη, οι δε διοικητικές αρχές των κρατών μελών δεν έχουν την δυνατότητα να αποφασίζουν αν ορισμένες ποσότητες είναι πολύ περιορισμένες ώστε να μη δικαιολογείται η εφαρμογή προβλεπομένων από την εθνική νομοθεσία αναγκαστικών μέτρων.
34.
Το Συμβούλιο, ορίζοντας στο δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 1 του άρθρου 41 του κανονισμού 337/79 ότι « η υποχρεωτική απόσταξη αποφασίζεται μόνο εφόσον δεν συνεπάγεται δυσανάλογη διοικητική επιβάρυνση, αποσκοπούσε απλώς να παράσχει στον κοινοτικό νομοθέτη (δηλαδή στην Επιτροπή, στο πλαίσιο της διαδικασίας της επιτροπής διαχειρίσεως), διακριτική εξουσία που θα του επέτρεπε να μη διατάξει την υποχρεωτική απόσταξη σε περίπτωση μικρής μόνο υπερβάσεως των διαθεσίμων ποσοτήτων στις οποίες αναφέρεται το πρώτο εδάφιο της ιδίας παραγράφουτη διάταξη αυτή επέβαλε ο επιτακτικός χαρακτήρας του πρώτου εδαφίου ( « αποφασίζεται υποχρεωτική απόσταξη του επιτραπέζιου οίνου » ). Είναι προφανές ότι δεν παρέχει καμία διακριτική εξουσία στις εθνικές αρχές που είναι επιφορτισμένες με την εφαρμογή της υποχρεωτικής αποστάξεως, όπως πράγματι δέχεται η Γερμανική Κυβέρνηση στην ανταπάντηση της.
35.
Για την αποφυγή δυσανάλογης διοικητικής επιβαρύνσεως έχει ληφθεί και μία ακόμη προφύλαξη: την προβλέπει το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 7 του άρθρου 41 του κανονισμού 337/79, το οποίο προβλέπει την απαλλαγή από την υποχρέωση αποστάξεως των παραγωγών εκείνων που παράγουν μικρές μόνο ποσότητες. Βάσει αυτής της διατάξεως το άρθρο 4 του κανονισμού 147/85 απαλλάσσει α ) τους παραγωγούς των κρατών μελών των οποίων η παραγωγή επιτραπέζιου οίνου, για την περίοδο εμπορίας 1984/85, δεν υπερβαίνει τα 60000 εκατόλιτρα και β) τους παραγωγούς που θα πρέπει να παραδώσουν για υποχρεωτική απόσταξη ποσότητα επιτραπέζιου οίνου μικρότερη από πέντε εκατόλιτρα. Πρέπει να σημειωθεί ότι η αναφερόμενη στο σημείο α ) ποσότητα των 60000 εκατολίτρων αντιστοιχεί στη συνολική « παραγωγή επιτραπέζιου οίνου » και όχι στην ποσότητα που πρέπει να υποβληθεί σε απόσταξη. Βάσει των διατάξεων αυτών, δύσκολα μπορεί να γίνει δεκτό το επιχείρημα της Γερμανικής Κυβερνήσεως κατά το οποίο η συνολική ποσότητα επιτραπεζίου οίνου που δεν αποστάχθηκε (59000 εκατόλιτρα) ήταν ιδιαίτερα μικρή ώστε να δικαιολογεί τη λήψη συμπληρωματικών μέτρων, ή ότι η ποσότητα που έπρεπε να παραδώσει για απόσταξη ο κάθε παραγωγός (116 εκατόλιτρα κατά μέσο όρο ) ήταν υπερβολικά μικρή σε σχέση με τη διοικητική επιβάρυνση που θα συνεπαγόταν. Προφανώς, ο κοινοτικός νομοθέτης έχει διαφορετική αντίληψη του αποδεκτού ορίου διοικητικής επιβαρύνσεως που είναι ανάλογο προς τον επιδιωκόμενο σκοπό.
36.
Ως προς το επιχείρημα της Γερμανικής Κυβερνήσεως ότι η αναγκαστική εκτέλεση θα συνεπαγόταν για τις γερμανικές αρχές δυσανάλογη διοικητική επιβάρυνση, είναι κατά τη γνώμη μου προφανές ότι το επιχείρημα αυτό — ακόμα και αν υποτεθεί ότι ένα τέτοιο επιχείρημα είναι καταρχήν παραδεκτό — δεν μπορεί παρά να κριθεί ως αβάσιμο στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης στην οποία οι γερμανικές διοικητικές αρχές δεν προέβησαν στην προκαταρκτική ενέργεια να κηρύξουν αμέσως εκτελεστές τις διοικητικές πράξεις που προέβλεπαν την υποχρεωτική απόσταξη. Όπως παγίως έχει υπογραμμίσει το Δικαστήριο (βλέπε π. χ. απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 1979, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου, σκέψη 10, 128/78, ECR 1979, σ. 419, συγκεκριμένα σ. 429), οι δυσχέρειες εφαρμογής που ανακύπτουν κατά το στάδιο εκτελέσεως μιας κοινοτικής πράξεως δεν μπορούν να αποτελέσουν λόγο μονομερούς απαλλαγής κράτους μέλους από την υποχρέωση τηρήσεως των υποχρεώσεων του. Επιβάλλεται, συνεπώς, να απορριφθούν οι αμυντικοί ισχυρισμοί που προέβαλε η Κυβέρνηση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας.
Επί των δικαστικών εξόδων
37.
Καίτοι η προσφυγή της Επιτροπής πρέπει, κατά τη γνώμη μου, εν μέρει μόνο να γίνει δεκτή, φρονώ ότι η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα, εφόσον ηττήθη επί της ουσίας.
Πρόταση
38.
Προτείνω στο Δικαστήριο:
1)
να αποφανθεί ότι παραλείποντας να λάβει τα απαραίτητα μέτρα για τη διασφάλιση της υποχρεωτικής αποστάξεως επιτραπέζιου οίνου, κατά το 1985, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη Συνθήκη ·
2)
να καταδικάσει την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας στα δικαστικά έξοδα.
( *1 ) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η αγγλική.
Top