Μεταφραστική Υπηρεσία Υπουργείου Εξωτερικών, Αθήνα
SERVICE DES TRADUCTIONS DU MINISTERE DES AFFAIRES ETRANGERES DE LA REPUBLIQUE HELLENIQUE, ATHENES
HELLENIC REPUBLIC, MINISTRY OF FOREIGN AFFAIRS, TRANSLATION SERVICE, ATHENS
ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ
ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ
ΠΡΩΤΟ ΤΜΗΜΑ
ΑΠΟΦΑΣΗ
Προσφυγή αριθ. 40138/09
Αθανασία ΚΑΡΑΜΠΑΤΣΟΥ
κατά Ελλάδας
Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (πρώτο τμήμα), συνεδριάζοντας στις 27 Μαρτίου 2012, σε επιτροπή αποτελούμενη από τους:
Anatoly Kovler, πρόεδρο,
Mirjana Lazarova Trajkovska,
Λινό-Αλέξανδρο Σισιλιάνο, δικαστές,
και τον André Wampach, αναπληρωτή γραμματέα τμήματος,
Λαμβάνοντας υπόψη την πιο πάνω αναφερόμενη προσφυγή που κατατέθηκε στις 8 Ιουλίου 2009,
Λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υποβλήθηκαν από την εναγόμενη κυβέρνηση και εκείνες που κατατέθηκαν σε απάντηση από την προσφεύγουσα,
Αφού διασκέφθηκε, εκδίδει την ακόλουθη απόφαση:
ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ
1. Η προσφεύγουσα, κυρία Αθανασία Καραμπάτσου, είναι μία ελληνίδα υπήκοος, η οποία έχει γεννηθεί το 1957 και κατοικεί στην Αθήνα. Εκπροσωπείται ενώπιον του Δικαστηρίου από τον κύριο Κ. Δεληκωστόπουλο, δικηγόρο Αθηνών. Η Ελληνική Κυβέρνηση («η Κυβέρνηση») εκπροσωπείται από τους απεσταλμένους του αντιπροσώπου της, τον κύριο Ι. Μπακόπουλο και την κυρία Γ. Κοττά, δικαστικούς αντιπροσώπους του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
Οι συνθήκες της υπόθεσης
2. Τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης, όπως εξετέθησαν από τους διαδίκους, μπορούν να συνοψισθούν ως εξής:
3. Στις 20 Ιανουαρίου 2003, ο Μ.Σ. κατέθεσε μήνυση κατά της προσφεύγουσας. Στις 20 Δεκεμβρίου 2003, σε βάρος της προσφεύγουσας ασκήθηκε ποινική δίωξη για απάτη κατά συρροή.
4. Την 1η Μαρτίου 2005, η προσφεύγουσα κλήθηκε να εμφανισθεί ενώπιον του πλημμελειοδικείου Αθηνών. Στις 25 Μαΐου 2005, η προσφεύγουσα άσκησε προσφυγή κατά του κλητήριου θεσπίσματος ενώπιον του εισαγγελέα εφετών Αθηνών. Στις 14 Ιουνίου 2005, ο εισαγγελέας απέρριψε την προσφυγή.
5. Η συζήτηση ενώπιον του πλημμελειοδικείου Αθηνών, η οποία είχε αρχικά ορισθεί για τις 21 Σεπτεμβρίου 2005, αναβλήθηκε για την 1η Ιουνίου 2006. Την ημερομηνία αυτή, η προσφεύγουσα καταδικάσθηκε σε ποινή φυλάκισης δεκαπέντε μηνών για απάτη κατά συρροή (απόφαση αριθ. 36917/2006).
6. Στις 9 Ιουνίου 2006, η προσφεύγουσα άσκησε έφεση. Η συζήτηση ενώπιον του εφετείου Αθηνών, η οποία είχε αρχικά ορισθεί για τις 16 Φεβρουαρίου 2007, αναβλήθηκε κατόπιν αιτήματος της προσφεύγουσας για τις 28 Σεπτεμβρίου 2007. Την ημερομηνία αυτή, το εφετείο μείωσε την επιβληθείσα ποινή σε φυλάκιση δέκα μηνών με αναστολή για τρία έτη (απόφαση αριθ. 6587/2007).
7. Στις 13 Δεκεμβρίου 2007, η προσφεύγουσα άσκησε αίτηση αναίρεσης.
8. Στις 13 Ιανουαρίου 2009, ο Άρειος Πάγος επικύρωσε την προσβληθείσα απόφαση (απόφαση αριθ. 74/2009). Η ημερομηνία καθαρογραφής της απόφασης αυτής δεν προκύπτει από το φάκελο.
ΑΙΤΙΑΣΕΙΣ
9. Επικαλούμενη το άρθρο 6 § 1 της Σύμβασης, η προσφεύγουσα παραπονείται για τη διάρκεια της διαδικασίας.
10. Επικαλούμενη το άρθρο 6 §§ 1 και 2 της Σύμβασης, η προσφεύγουσα παραπονείται ιδίως για τη διεξαγωγή των αποδείξεων από τα ποινικά δικαστήρια. Παραπονείται επίσης ότι δεν είχε πρόσβαση σε αμερόληπτο δικαστήριο καθώς και για παραβίαση των δικαιωμάτων υπεράσπισής της.
ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΝΟΜΙΚΟ ΜΕΡΟΣ
11. Η πρώτη αιτίαση της προσφεύγουσας αφορά τη διάρκεια της διαδικασίας η οποία άρχισε στις 20 Δεκεμβρίου 2003 με την άσκηση ποινικής δίωξης σε βάρος της και περατώθηκε στις 13 Ιανουαρίου 2009 με την απόφαση αριθ. 74/2009 του Αρείου Πάγου. Διήρκεσε επομένως πέντε έτη και έναν μήνα περίπου για τρεις βαθμούς δικαιοδοσίας.
12. Κατά την προσφεύγουσα, η διάρκεια της διαδικασίας δεν ανταποκρίνεται στην απαίτηση περί «λογικής προθεσμίας», όπως αυτή προβλέπεται στο άρθρο 6 § 1 της Σύμβασης.
13. Η Κυβέρνηση αντικρούει τη θέση αυτή.
14. Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι ο εύλογος χαρακτήρας της διάρκειας μιας διαδικασίας εκτιμάται βάσει των περιστάσεων της υπόθεσης και λαμβανομένων υπόψη των κριτηρίων που έχουν καθιερωθεί από την νομολογία του Δικαστηρίου, και ειδικότερα της πολυπλοκότητας της υπόθεσης, της συμπεριφοράς του προσφεύγοντος και εκείνης των αρμοδίων αρχών (βλέπε, μεταξύ πολλών άλλων, Pélissier et Sassi κατά Γαλλίας [GC], αριθ. 25444/94, § 67, CEDH 1999-II).
15. Καταρχήν, το Δικαστήριο θεωρεί ότι η υπόθεση δεν παρουσίαζε κάποια ιδιαίτερη δυσκολία και ότι η προσφεύγουσα επέδειξε επιμέλεια στη διεξαγωγή της υπόθεσής της. Εν τούτοις, πρέπει να σημειωθεί σε αυτό το σημείο ότι η προσφεύγουσα συνέβαλε στην επιμήκυνση της διαδικασίας με το αίτημα αναβολής της συζήτησης ενώπιον του εφετείου.
16. Εν συνεχεία, το Δικαστήριο σημειώνει ότι το σύνολο της διαδικασίας διήρκεσε πέντε έτη και έναν μήνα συνολικά, διάρκεια η οποία δεν είναι αφ’εαυτής παράλογη για τρεις βαθμούς δικαιοδοσίας (βλέπε, Ζαχαρής κατά Ελλάδας (déc.), no. 32283/02, 14 Δεκεμβρίου 2004 και Αξιόγλου και λοιποί κατά Ελλάδας (déc.), no. 45145/06, 12 Μαρτίου 2009).
17. Τέλος, το Δικαστήριο δε διαπιστώνει καμία περίοδο αδικαιολόγητης αδράνειας ή βραδύτητας που θα μπορούσε να καταλογιστεί στη συμπεριφορά των δικαστικών αρχών. Το Δικαστήριο σημειώνει ότι η διαδικασία διήρκεσε δύο έτη και πέντε μήνες περίπου σε πρώτο βαθμό, ένα έτος και τρεις μήνες περίπου σε δεύτερο βαθμό και ένα έτος και έναν μήνα περίπου ενώπιον του Αρείου Πάγου. Επιπλέον, παρατηρεί ότι ο ρυθμός της διαδικασίας διατηρήθηκε ενώπιον όλων των δικαστηρίων και διαπιστώνει ότι η προσφεύγουσα δεν εκθέτει κανένα γεγονός ή επιχείρημα που θα μπορούσε να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι εν προκειμένω η διάρκεια της διαδικασίας δεν ανταποκρίθηκε στην απαίτηση περί «λογικής προθεσμίας».
18. Έπεται ότι η αιτίαση αυτή πρέπει να απορριφθεί ως προδήλως αβάσιμη, κατ’εφαρμογή του άρθρου 35 §§ 3 και 4 της Σύμβασης.
19. Σε ό,τι αφορά τις αιτιάσεις τις ελκόμενες από το δίκαιο χαρακτήρα της διαδικασίας, λαμβανομένου υπόψη του συνόλου των στοιχείων στην κατοχή του, το Δικαστήριο, στο μέτρο που είναι αρμόδιο να εξετάσει τους διατυπωθέντες ισχυρισμούς, δε διέκρινε καμία ένδειξη παραβίασης των δικαιωμάτων και ελευθεριών που εγγυάται η Σύμβαση ή τα Πρωτοκόλλα αυτής.
20. Έπεται ότι αυτό το τμήμα της προσφυγής είναι προδήλως αβάσιμο και πρέπει να απορριφθεί κατ’εφαρμογή του άρθρου 35 §§ 3 και 4 της Σύμβασης.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο, ομόφωνα,
Κηρύσσει την προσφυγή απαράδεκτη.
(υπογραφή)(υπογραφή)
André WampachAnatoly Kovler
Αναπληρωτής ΓραμματέαςΠρόεδρος
Full & Egal Universal Law Academy