29. 12. 86 Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων Αριθ. C 333/1
II
(Προπαρασκευαστικές πράξεις)
ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ
240η σύνοδος ολομέλειας — Οκτωβρίου 1986
Γνωμοδότηση για την δέκατη πέμπτη έκθεση επί της πολιτικής ανταγωνισμού της Επιτροπής των
Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
(86/C333/01)
Στις 20 Ιουνίου 1986, η Επιτροπή αποφάσισε να ζητήσει τη γνωμοδότηση της Οικονομικής και
Κοινωνικής Επιτροπής για την παραπάνω πρόταση.
Το τμήμα βιομηχανίας, εμπορίου, βιοτεχνίας κι υπηρεσιών, στο οποίο ανατέθηκε η προετοιμασία
των σχετικών εργασιών της ΟΚΕ, υιοθέτησε τη γνωμοδότηση του στις 3 Σεπτεμβρίου 1986.
Στη 240ή σύνοδο ολομέλειας της (συνεδρίαση της 23ης Οκτωβρίου 1986) η Οικονομική και
Κοινωνική Επιτροπή όρισε τον κ. Bagliano γενικό εισηγητή και ενέκρινε την ακόλουθη γνωμοδό
τηση:
Εισαγωγή
Η πολιτική ανταγωνισμού έχει επιτύχει σήμερα έναν
υψηλό βαθμό αναγνώρισης της λειτουργίας της που είναι
απαραίτητη για την ορθή λειτουργία και τόνωση του
ελεύθερου εμπορίου και την προστασία της ελευθερίας
και των δικαιωμάτων του καταναλωτή.
Οι εκτιμήσεις της δέκατης πέμπτης έκθεσης για την πολι
τική ανταγωνισμού πραγματοποιήθηκαν με βάση τη σημε
ρινή ανοδική τάση της κοινοτικής και διεθνούς οικονο
μίας.
Δύο, ειδικότερα, είναι οι παράγοντες που επηρεάζουν σε
μεγάλο βαθμό μια δραστήρια και ρεαλιστική πολιτική
ανταγωνισμού: η νέα «παγκόσμια» διάσταση των αγορών
και οι «καινοτομίες».
1. Το γενικό οικονομικό πλαίσιο — Η παγκόσμια διά
σταση της αγοράς και οι καινοτομίες
1.1. Στα σημερινά πλαίσια της διεθνούς οικονομίας
—που χαρακτηρίζεται από επιταχυνόμενες μεταβολές σε
όλους τους τομείς— η ΟΚΕ συμμερίζεται και υπογραμμί
ζει τη βεβαίωση της Επιτροπής, σύμφωνα με την οποία
«Η προώθηση του δυναμικού ανταγωνισμού, που ευνοεί
τις καινοτομίες, θα εξακολουθήσει να είναι το αποφα
σιστικό κριτήριο κατά την εφαρμογή των άρθρων 85 και
86».
(Δέκατη πέμπτη έκθεση για την πολιτική ανταγωνισμού
— εισαγωγή)
Η πεποίθηση αυτή πρέπει να αντανακλάται και να
υλοποιείται σε κάθε πολιτική ή διοικητική πράξη, τόσο
όσον αφορά τις επιχειρήσεις όσο και τα κράτη και τους
διεθνείς οργανισμούς.
1.2. Η αυξανόμενη διεθνοποίηση των αγορών σε
παγκόσμιο επίπεδο, και η επιταχυνόμενη δυναμική των
τεχνολογικών μεταβολών, αποτελούν τους δύο παράγον
τες που προκάλεσαν την ανατροπή των παλιών ισορρο
πιών του οικονομικού και κοινωνικού συστήματος.
Μπροστά σ'αυτή τη νέα και τόσο γρήγορα μεταβαλλό
μενη πραγματικότητα, οι επιχειρήσεις είναι αναγκασμέ
νες να προσαρμόσουν σύντομα τη στρατηγική τους με
διαδικασίες αναδιάρθρωσης και ορθολογικής οργάνωσης,
κυρίως όμως με καινοτομίες.
1.3. Οι υπεύθυνοι για την τήρηση των κανόνων του
ελεύθερου ανταγωνισμού πρέπει να λάβουν υπόψη τους
—κυρίως στα πλαίσια μιας κατάλληλης κοινωνικής πολι
τικής— στην ταχεία και δυναμική μεταβατική αυτή περί
οδο, το γεγονός ότι είναι αναγκαία και επείγουσα η προ
σαρμογή των επιχειρήσεων και των οικονομικών,
δημοσιονομικών και νομικών δομών, και κατά συνέπεια
να τεθεί σε εφαρμογή μια πολιτική που να προωθεί και
να διευκολύνει τη διαδικασία αυτή εξασφαλίζοντας ταυ
τόχρονα τον αναγκαίο έλεγχο και έναν επαρκή συντο
νισμό.
Αφενός οι νέες διαστάσεις των αγορών και αφετέρου το
φαινόμενο των καινοτομιών επιβάλλουν στο εξής την
εγκατάλειψη των δογματικών σχημάτων όσον αφορά την
ανάλυση των γεγονότων και των συμπεριφορών, έτσι ώστε
Αριθ. C 333/2 Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων 29. 12. 86
η Επιτροπή κατά την ερμηνεία και εφαρμογή των κανόνων
να προσανατολίζεται προς κριτήρια που ανταποκρίνονται
περισσότερο στις απαιτήσεις της σημερινής κατάστασης.
1.4. Στο ριζικά μεταβαλλόμενο αυτό πλαίσιο επιβάλλε
ται η υλοποίηση της «ενιαίας αγοράς», μολονότι αναγκα
στικά θα είναι σταδιακή, ως ένα αποφασιστικό και
επιτακτικό μέσο για μια νέα κοινοτική στρατηγική στα
πλαίσια της οποίας η πολιτική του ανταγωνισμού πρέπει
να διαδραματίζει έναν ενεργό και καθοριστικό ρόλο, σε
στενή συνάφεια με τις άλλες κοινοτικές πολιτικές (βλέπε
επίσης σημείο 7).
2. Οι διαστάσεις της αγοράς — Η συνεργασία μεταξύ των
επιχειρήσεων
2.1. Η διαδικασία της ολοκλήρωσης είναι ένα υπο
χρεωτικό στάδιο για την πραγματοποίηση των απαραίτη
των ορθολογικών οργανώσεων της ευρωπαϊκής παραγωγι
κής διάρθρωσης και για την ανάληψη νέων πρωτοβου
λιών. Επίσης, η υλοποίηση της «εσωτερικής αγοράς»
αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την ίδια της την
ανάπτυξη.
2.2. Κατά συνέπεια, είναι πλέον αναχρονιστική η κάτω
από οποιαδήποτε μορφή διατήρηση των εθνικών οικονο
μικών ζωνών τόσο όσον αφορά την επίτευξη ενός επαρ
κούς βαθμού ανταγωνιστικότητας αλλά και ως παράμε
τρος αναφοράς για την εκτίμηση ή του ορισμού των
«relevant markets». Η γεωγραφική διάσταση της Κοινό
τητας αποτελεί, από τώρα και στο εξής, τη μικρότερη
παράμετρο αναφοράς, με τον όρο βέβαια ότι δεν θα αγνοη
θεί η παγκόσμια διάσταση.
Μολονότι στο κείμενο της Συνθήκης της Ρώμης γίνεται
αναφορά στην έννοια του «σημαντικού τμήματος» της
Κοινής Αγοράς (ως εναλλακτική όμως λύση για την
Κοινή Αγορά, λύση που μπορεί σήμερα να ισχύει για
ελάχιστους τομείς που έχουν περιορισμένη σημασία για
τον κοινοτικό ανταγωνισμό στο σύνολο του), η ελάχιστη
γεωγραφική διάσταση που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη
είναι η διάσταση της κοινής αγοράς, αν και σε ορισμένους
τομείς ούτε αυτή είναι αρκετή, όταν για παράδειγμα, πρέ
πει να εξεταστεί η «θέση» στην αγορά μιας επιχείρησης
ή ενός ομίλου επιχειρήσεων που ανταγωνίζονται με
επιχειρήσεις εκτός Κοινότητας.
2.3. Μολονότι η πραγματική διάσταση είναι
παγκόσμια ο «κοινοτικός» οικονομικός και εμπορικός
χώρος αποτελεί το πρωταρχικό κινητήριο στοιχείο που
εγγυάται την ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής βιομη
χανίας.
2.4. Κατά συνέπεια, η ανάπτυξη της συνεργασίας
μεταξύ επιχειρήσεων πρέπει να ενθαρρυνθεί.
2.4.1. Κατά συνέπεια, το τμήμα συμφωνεί με το
σημείο 26 της «Δέκατης πέμπτης έκθεσης για την πολι
τική του ανταγωνισμού» βεβαιούται σαφώς ότι «η Επι
τροπή ελπίζει να είναι σε θέση να επιταχύνει το ρυθμό των
διαρθρωτικών μεταβολών διευκολύνοντας τη συνεργασία
μεταξύ των επιχειρήσεων και διατηρώντας παράλληλα
ένα κλίμα ανταγωνισμού».
Όσον αφορά τη μορφή συνεργασίας του τύπου «κοινές
επιχειρήσεις» (ή «joint ventures»), η ΟΚΕ και οι οικονομι
κοί κύκλοι, αναμένουν τις αναγγελθείσες «κατευθυντήριες
γραμμές», που θα είναι αποτελεσματικές —σε επίπεδο
ασφάλειας του δικαίου— στο βαθμό που θα επιλυθούν
σωστά τα προβλήματα των «relevant markets» των παραμέ
τρων, των κατωτάτων ορίων αναφοράς, καθώς και το πρό
βλημα του ορθού προσδιορισμού των «διαρθρωτικών
συνεπειών».
2.5. Σχετικά με τον «έλεγχο των συγκεντρώσεων» η
παλιά πρόταση της Επιτροπής, αν και έχει τροποποιηθεί,
δεν βρήκε ακόμη την απαραίτητη συναίνεση ώστε να
θεσπισθεί από το Συμβούλιο. Η ΟΚΕ παραπέμπει στην
εμπεριστατωμένη γνωμοδότηση που είχε υιοθετήσει κατά
την εποχή της υποβολής της πρότασης, στην οποία επίσης
προέτρεπε το Συμβούλιο(ι) να τη θεσπίσει χωρίς χρο
νοτριβή.
Εξάλλου, επειδή η κατάσταση σε εθνική και διεθνή κλί
μακα έχει εν τω μεταξύ αλλάξει, σε ορισμένους μάλιστα
τομείς ριζικά, θα πρέπει να καθοριστούν με περισσότερη
σαφήνεια, εκτός από τα κεφάλαια που αναφέρονται στο
πεδίο εφαρμογής, τα «κατώτατα όρια» και οι παράμετροι,
καθώς και η διαδικασία και οι εξουσίες της Επιτροπής
όσον αφορά την εφαρμογή του άρθρου 86, χωρίς όμως να
αγνοηθούν οι διαφορετικές καταστάσεις που επικρατούν
στα κράτη μέλη.
Η επιθυμητή νομική σαφήνεια και ασφάλεια θα συμβάλει,
και σ'αυτή την περίπτωση, στη δημιουργία ευνοϊκών συν
θηκών για την ανάληψη πρωτοβουλιών από τις επιχειρή
σεις στο κλίμα της σημερινής ανοδικής πορείας.
3. Το φαινόμενο των καινοτομιών
3.1. Η διεύρυνση της αγοράς —μέχρι την παγκόσμια
διάσταση της— συνοδεύεται από την αυξανόμενη και
επιταχυνόμενη διαδικασία των καινοτομιών,που προωθεί
ται βασικά από τους τομείς αιχμής, αλλά είναι επίσης
ευρύτατα διαδεδομένη στους λεγόμενους «δημιουργικούς»
τομείς. Οι εν λόγω καινοτομίες επηρεάζουν επίσης έντονα
και τον τομέα των υπηρεσιών και σε τελευταία ανάλυση
την απασχόληση.
3.2. Η ΟΚΕ έχει δηλώσει ρητά, στη γνωμοδότηση της
για τη δέκατη τρίτη έκθεση [σελ. 12 στοιχείο δ)](2), ότι η
έννοια «καινοτομία» πρέπει να γίνεται αντιληπτή με το
ευρύτερο νόημα της και να λαμβάνεται υπόψη στον
ορισμό τόσο η τεχνολογική εξέλιξη του προϊόντος (βελ
τίωση της ποιότητας και της απόδοσης) και της παραγωγι
κής διαδικασίας (μείωση του κόστους) όσο και η εξέλιξη
των νέων προϊόντων —τελικών ή των συστατικών τους—
ή των νέων υλικών.
3.3. Μια στρατηγική ανάπτυξης της κοινοτικής βιομη
χανίας και των επιχειρήσεων του τομέα των υπηρεσιών
πρέπει να βασίζεται στις καινοτομίες: η ικανότητα δη
μιουργίας και ενσωμάτωσης των καινοτομιών αποτελεί
σήμερα τον καθοριστικό παράγοντα της επιτυχίας για τις
ανταγωνιστικές επιχειρήσεις σε παγκόσμια κλίμακα.
(') ΕΕ αριθ. C 252 της 27. 9. 1982.
(2) ΕΕ αριθ. C 343 της 24. 12. 1984.
29. 12. 86 Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων Αριθ. C 333/3
Για το λόγο αυτό, η πολιτική ανταγωνισμού πρέπει και
αυτή να ενταχθεί στα πλαίσια αυτής της κοινοτικής στρα
τηγικής και να ενθαρρύνει τις καινοτομίες, δημιουρ
γώντας ευνοϊκές συνθήκες για επενδύσεις στον τομέα της
«έρευνας και ανάπτυξης».
3.4. Ο σύνθετος χαράκτη ρας του φαινόμενου των καινο
τομιών —που με διάφορους τρόπους επεκτείνεται σε όλους
τους τομείς— αφορά και την παραγωγική διαδικασία με
την οποία εμπλέκεται σε όλα τα στάδια της. Τα επενδυτικά
κίνητρα στον τομέα της έρευνας και ανάπτυξης —που
περιλαμβάνουν επίσης την ευνοϊκή μεταχείριση των
«συνεργασιών» που είναι απαραίτητες στις περιπτώσεις
που απαιτούνται σημαντικές δαπάνες— δεν πρέπει να
περιορίζονται στην προανταγωνιστική έρευνα αλλά να
παρέχονται και στην εφαρμοσμένη έρευνα και στην ίδια
τη βιομηχανική εκμετάλλευση. Η καινοτομία αφορά το
σύνολο της παραγωγικής διαδικασίας.
Η πολιτική της Επιτροπής στον τομέα της Ε και Α( !), της
οποίας ο κανονισμός 418/85 αποτελεί ένα κατάλληλο μέσο
ελέγχου και τόνωσης, θα πρέπει οπωσδήποτε να εξασφα
λίσει τη συνέχεια του αποτελεσματικού ανταγωνισμού και
της τεχνικής προόδου.
4. Κρατικές ενισχύσεις
4.1. Πρέπει να αναγνωρισθεί ρεαλιστικά ότι σε όλες
τις προηγμένες χώρες η ανάπτυξη —και όχι μόνο η βιομη
χανική— αποτελεί» στο εξής πρωταρχικό κεφάλαιο της
εθνικής οικονομικής και βιομηχανικής πολιτικής.
Είναι τόσο σημαντικά τα προβλήματα του διεθνούς αντα
γωνισμού ώστε είναι πολύ δύσκολο να υποτεθεί ότι
μπορούν να επιλυθούν πλήρως στα πλαίσια αυτόνομων
στρατηγικών και πρωτοβουλιών μεμονωμένων επιχειρή
σεων, όπως έχει αποδειχθεί π.χ. στον τομέα των ναυπη
γικών εργασιών στην Ευρώπη που παρά τις σημαντικές
προσπάθειες για την ανάκαμψη της παραγωγικότητας και
της ανταγωνιστικότητας του στη διεθνή αγορά εξακολου
θεί να χρειάζεται ενίσχυση, ενώ η στιγμή που ένα ναυπη
γείο θα μπορεί να στηρίζεται αποκλειστικά στις ίδιες του
τις δυνάμεις αποτελεί μια απομακρυσμένη προοπτική του
τομέα (2).
4.2. Δεν υπάρχει ανταγωνισμός χωρίς καινοτομίες και
δεν υπάρχουν καινοτομίες χωρίς έρευνα και ανάπτυξη. Οι
κρατικές ενισχύσεις στον τομέα της έρευνας και ανάπτυ
ξης, και κατά συνέπεια στις καινοτομίες, είναι αναγκαίες
και πρέπει να εξετασθούν ρεαλιστικά.
4.3. Η Επιτροπή έχει καθιερώσει έναν κώδικα όσον
αφορά τις κρατικές ενισχύσεις, στον οποίο περιλαμβά
νονται αρχές, κριτήρια και απρόβλεπτες ανάγκες· κατά
συνέπεια, είναι γνωστή η κοινοτική φιλοσοφία στον
τομέα αυτό. Λιγότερη γνωστή και σαφής, και πολύ
δύσκολη, είναι η εφαρμογή της, τόσο λόγω των πολλών
και διαφορετικών περιπτώσεων όσο και των ποικίλων
εθνικών καταστάσεων.
(') ΕΕ αριθ. C 206 της 6. 8. 1984.
(2) ΕΕ αριθ. C 189 της 28. 7. 1986 (γνώμη της ΟΚΕ για τις
κατευθύνσεις μιας κοινής πολιτικής στον τομέα των ναυπη
γικών εργασιών).
4.4. Πρέπει εν προκειμένω να γίνουν ορισμένες παρα
τηρήσεις για τη «σχετική» εγκυρότητα —σε ορισμένες
περιπτώσεις— των «γενικών» αρχών ή κριτηρίων. Σημα
ντικό στοιχείο από την άποψη αυτή είναι το συνολικό
ύψος των χρηματοδοτικών διευκολύνσεων, ή/και
ενισχύσεων, των εθνικών κυβερνήσεων για Ε και Α, που
χορηγούνται στη βιομηχανία, στα δημόσια εργαστήρια
ή στα πανεπιστήμια. Μια επιχείρηση βρίσκεται σε μια
—άμεσα ή έμμεσα— πλεονεκτική θέση αν το εθνικό περι
βάλλον στο οποίο λειτουργεί είναι επιστημονικά «πλουσι
ότερο» από το περιβάλλον στο οποίο λειτουργούν οι αντα
γωνιστές της στις άλλες χώρες της Κοινότητας.
Η εκτίμηση λοιπόν της σπουδαιότητας μιας ενίσχυσης
που χορηγείται σε μια επιχείρηση πρέπει να γίνεται στα
πλαίσια μιας εθνικής κατάστασης και συγκριτικά με τις
άλλες εθνικές καταστάσεις.
4.5. Η ΟΚΕ επιθυμεί να επιστήσει την προσοχή της
Επιτροπής σε μια άλλη πτυχή διακριτικής μεταχείρισης
που αφορά τον τομέα της πολιτικής των κρατικών
ενισχύσεων στα πλαίσια μιας πολιτικής του αντα
γωνισμού.
Λόγω των φορολογικών διαφορών που εξακολουθούν να
υπάρχουν μεταξύ των κρατών μελών, μπορεί να
προκληθούν στρεβλώσεις του ανταγωνισμού ακόμα και
στο πλαίσιο μιας σωστά προγραμματισμένης πολιτικής
ενισχύσεων.
Το συμβιβαστό μιας κρατικής ενίσχυσης με τους κανόνες
της συνθήκης δεν μπορεί να εκτιμάται αφ' εαυτού αλλά
σε ένα γενικό πλαίσιο, αφού ληφθούν υπόψη δηλαδή οι
φορολογικές επιβαρύνσεις μιας επιχείρησης ή του τομέα
στον οποίο λειτουργεί η επιχείρηση σε σχέση με τις
ανταγωνιστικές επιχειρήσεις που βρίσκονται σε χώρες
των οποίων η φορολογία είναι χαμηλότερη ή έχει διαφο
ρετικές επιπτώσεις.
Η ΟΚΕ δεν πιστεύει βέβαια ότι η πολιτική των
ενισχύσεων πρέπει να έχει ως στόχο τη διόρθωση φορολο
γικών, ή άλλων διαρθρωτικών, διαφορών μεταξύ των κρα
τών.
Η ελλιπής εφαρμογή μιας ικανοποιητικής φορολογικής
εναρμόνισης, της οποίας το επίπεδο παραμένει χαμηλό,
καθιστά κρίσιμη και δυσχερή όχι μόνο την εφαρμογή
μιας σωστής και δίκαιης πολιτικής κρατικών ενισχύσεων
αλλά και πολλών άλλων κοινοτικών πολιτικών, με όλες
τις επακόλουθες ανισορροπίες και στρεβλώσεις τις οποίες
δεν θα μπορεί βέβαια να εξαλείψει ούτε μια θαρραλέα και
μακρόπνοη πολιτική ανταγωνισμού.
4.6. Οι ΜΜΕ, εξάλλου, αναμένουν τη θέσπιση μιας
σειράς συγκεκριμένων μέτρων που εγγυώνται την τήρηση
ενός ελεύθερου, πραγματικού ανταγωνισμού, και δεν περι
ορίζονται στην πρόβλεψη εξαιρέσεων σε όφελος τους,
αλλά εφαρμόζουν μια σφαιρική πολιτική δράσης απέναντι
τους.
Η ανάθεση, πρόσφατα, σε έναν επίτροπο αποκλειστικών
αρμοδιοτήτων στον τομέα των ΜΜΕ αποτελεί χωρίς αμφι
βολία ένα πρώτο βήμα προς την κατεύθυνση αυτή. Οι
ΜΜΕ όμως αναμένουν τη θέσπιση, το γρηγορότερο
δυνατό, ειδικών διατάξεων για την εφαρμογή μιας σφαιρι
κής πολιτικής στον τομέα τους.
Αριθ. C 333/4 Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων 29. 12. 86
4.7. Η ΟΚΕ έχει επίγνωση του πολύπλοκου και λεπτού
έργου που έχει αναλάβει η Επιτροπή για την εφαρμογή
μιας πολιτικής ενισχύσεων η οποία να εντάσσεται σε μια
συνεκτική πολιτική αντγωνισμού.
Αποφεύγοντας ωστόσο τον πειρασμό ενός απλοϊκού αυτο
ματισμού για την επίλυση του προβλήματος, η ΟΚΕ συμ
φωνεί με τη ρεαλιστική προσέγγιση της Επιτροπής, συνι
στά όμως να ληφθούν υπόψη και οι παράγοντες που
αναφέρθηκαν στην παράγραφο αυτή.
4.8. Η σύνεση καθίσταται ακόμα πιο αναγκαία όταν
γίνονται απαραίτητες συγκριτικές εκτιμήσεις μεταξύ κρα
τών, επειδή δεν είναι πάντα εύκολη η πλήρης ή επαρκής
γνώση της πραγματικής κατάστασης που επικρατεί στα
διάφορα κράτη μέλη.
Αρκεί πραγματικά να σκεφθεί κανείς ότι δεν υπάρχουν
μόνο κρατικές ενισχύσεις, δηλαδή της κεντρικής διοίκη
σης, αλλά και ενισχύσεις που συνδέονται με τις τοπικές
ή περιφερειακές αρχές, οι οποίες είναι δυσκολότερο να
αναγνωρισθούν και κατά συνέπεια εντάσσονται σε πολυ-
πλοκότερες και πολυσύνθετες καταστάσεις. Η αναγκαία
αυτή σύνεση δεν σημαίνει ότι το πρόβλημα πρέπει να
παραμεληθεί ή, ακόμα χειρότερα, να υποτιμηθεί. Πολύ
σωστά ενεργεί η Επιτροπή καταγράφοντας τις ενισχύσεις.
Εκτός όμως από τα επίσημα αποτελέσματα των ενδεχόμε
νων ερευνών, τα οποία οι βραδυκίνητοι διοικητικοί μηχα
νισμοί θα καταστήσουν ξεπερασμένα, η Επιτροπή πρέπει
να ακολουθήσει προσεκτικά μια επίκαιρη και συνεκτική
πολιτική εθνικών και περιφερειακών ενισχύσεων, ώστε
να αναθεωρηθούν, με διορθώσεις και τροποποιήσεις, οι
πολιτικές της στον τομέα των παρεμβάσεων, περιλαμβα
νομένης και της χρησιμοποίησης των κοινοτικών τα
μείων.
4.9. Μια καλύτερη ενημέρωση, έγκαιρη και σωστή,
και μια μεγαλύτερη επαγρύπνηση είναι κατά συνέπεια
απαραίτητες για να γίνουν γνωστές οι πραγματικές κατα
στάσεις στις οποίες χορηγούνται οι ενισχύσεις, οποιαδή
ποτε και αν είναι η μορφή τους.
Αν ο θεωρητικός ορισμός των «κρατικών ενισχύσεων»
δεν είναι εύκολος, άλλο τόσο δεν είναι εύκολη η κατάρ
τιση ενός επαρκούς περιπτωσιολογικού πίνακα ή κάποιας
«κλίμακας» ελέγχου. Δύο μόνο παραδείγματα: το γεγονός
ότι μια επιχείρηση έχει συνάψει περισσότερες συμβάσεις
με το κράτος σε σχέση με μια άλλη επιχείρηση, αποτελεί
ήδη ένα παράγοντα ενδεχομένης στέβλωσης.
Εξάλλου, σε ορισμένες περιπτώσεις δεν αρκεί η αυτόματη
εξαίρεση από τον έλεγχο των επιχειρήσεων εκείνων που
δικαιούνται ενισχύσεις και που οι δραστηριότητες τους
δεν ενδιαφέρουν τις κοινοτικές συναλλαγές. Οι επιχειρή
σεις αυτές πράγματι μπορούν να είναι προμηθεύτριες
άλλων επιχειρήσεων με έντονες εξαγωγικές δραστηριότη
τες στην Κοινότητα.
Μια ρεαλιστική προσέγγιση και μια σωστή και έγκαιρη
ενημέρωση μπορούν να τελειοποιήσουν και να κατα
στήσουν λειτουργικό ένα θεωρητικό πλαίσιο αναφοράς,
το οποίο να υπενθυμίζει δεόντως σε όλους —κράτη και
επιχειρήσεις— τα κριτήρια και τη φιλοσοφία της Επιτρο
πής όσον αφορά την εφαρμογή των άρθρων 92 και 93 της
συνθήκης. Στη γνωμοδότηση της για τη δέκατη τρίτη
έκθεση επί του ανταγωνισμού (ι), η ΟΚΕ είχε μεταξύ
άλλων εκφράσει την ευχή «να εξετάσει η Επιτροπή την
ανάγκη προσφυγής σε ένα ή περισσότερους κανονισμούς
του Συμβουλίου που να συμβάλλουν στην επίτευξη της
απαραίτητης ομοθυμίας των κρατών μελών όσον αφορά
την ορθή εφαρμογή των θεμελιωδών εννοιών των
άρθρων 92 και 93 της συνθήκης».
5. Δημόσιες επιχειρήσεις — Κρατικά μονοπώλια
5.1. Η γενική επέκταση της οδηγίας σχετικά με τη
διαφάνεια σε όλους τους τομείς τους οποίους διαχειρίζον
ται δημόσιες επιχειρήσεις, θα πρέπει να εξασφαλίζει στην
Επιτροπή τουλάχιστον τις πληροφορίες και τα στοιχεία
που απαιτούνται για μια ορθή εκτίμηση.
Η ΟΚΕ έχει επίγνωση των δυσχερειών που αντιμετωπίζει
η Επιτροπή από τις αντιρρήσεις των κρατών, ελπίζει όμως
ότι μπορούν να επιτευχθούν ικανοποιητικά αποτε
λέσματα, ιδιαίτερα αν η Επιτροπή καταστήσει γνωστές
στο κοινό τις σχετικές ευθύνες των κυβερνήσεων.
5.2. Όσον αφορά τα κρατικά μονοπώλια, οι δυσχέρειες
είναι ακόμη μεγαλύτερες, κυρίως όσον αφορά τα κρατικά
μονοπώλια με «ταμιευτικούς» σκοπούς.
Η στενή σχέση με τη διάρθρωση των εσόδων, και κατά
συνέπεια με τον ίδιο τον κρατικό προϋπολογισμό, καθιστά
πραγματικά δυσχερή την κατάργηση των μονοπωλίων
ταμιευτικού χαρακτήρα.
Η Επιτροπή πρέπει πάντως να ενθαρρυνθεί στη δράση
αυτή που αποβλέπει στη μείωση τουλάχιστον της έκτασης
και της σημασίας των επιπτώσεων αυτών των κρατικών
μονοπωλίων στις συναλλαγές. Η ΟΚΕ όμως υπογραμμίζει
για μια ακόμη φορά ότι το πραγματικό πρόβλημα έγκειται
στον ανεπαρκή βαθμό φορολογικής εναρμόνισης στην
Κοινότητα και ελπίζει ότι μια συνολική προσέγγιση του
προβλήματος θα συμβάλει στη διαμόρφωση νέων και ρεα
λιστικών προτάσεων. Σε κάθε περίπτωση όμως που υπάρ
χουν κρατικά μονοπώλια θα πρέπει να τηρούν τους κανό
νες της αγοράς.
6. Ιδιαίτεροι τομείς — Αεροπορικές και θαλάσσιες μετα
φορές
6.1. Οι κανόνες ανταγωνισμού εφαρμόζονται σε όλους
τους τομείς παραγωγής και υπηρεσιών, ιδιωτικούς και
δημόσιους.
Η δράση της Επιτροπής που αποβλέπει στην τήρηση των
κανόνων του ελεύθερου ανταγωνισμού, είχε ήδη θετικά
αποτελέσματα και πρέπει να ενθαρρυνθεί.
(') ΕΕ αριθ. C 343 της 24. 12. 1984.
29. 12. 86 Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων Αριθ. C 333/5
6.2. Στον τομέα των αεροπορικών μεταφορών, ο σύνθε
τος χαρακτήρας του προβλήματος και η παγιωμένη σε
παγκόσμια κλίμακα μορφή συνεργασίας κατέστησαν
δύσκολο το έργο της Επιτροπής.
Ο τομέας αυτός, που ορισμένοι τον χαρακτηρίζουν
«μικρόκοσμο με αντιανταγωνιστική συμπεριφορά»,
βρίσκει πρόσθετες δυσκολίες για την εξεύρεση λύσης και
στη στάση των κρατών.
Η Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή εξέτασε το πρό
βλημα των αεροπορικών μεταφορών τον παρελθόντα
Σεπτέμβριο, υιοθετώντας γνωμοδότηση για το δεύτερο
υπόμνημα της Επιτροπής, αντικείμενο της οποίας όμως
ήταν η προβληματική για την πολιτική αεροπορία στο
σύνολο της.
Πάντως, η ΟΚΕ εκφράζει για μια ακόμη φορά τη λύπη
της για τη συνεχιζόμενη κατάσταση αποτελμάτωσης και
αναβολών που υπάρχει σε επίπεδο του Συμβουλίου όσον
αφορά το πρόβλημα των αεροπορικών τιμολογίων.
Σήμερα, μετά την πρόσφατη απόφαση του Ευρωπαϊκού
Δικαστηρίου, οι κατευθυντήριες γραμμές της Επιτροπής
δεν είναι δυνατό να παρεμποδίζονται ή να μην εφαρμόζον
ται. Η απόφαση αυτή, αντίθετα, θα έπρεπε να ενθαρρύνει
έστω και σταδιακά κατ' ανάγκη, αν ληφθούν υπόψη οι
ποικίλες πτυχές του προβλήματος, την από καιρό αναμε
νόμενη κατάλληλη νομοθετική πρωτοβουλία η οποία και
για τους καταναλωτές επίσης θα μπορεί να έχει απτά
αποτελέσματα, τουλάχιστον ως προς τους ναύλους.
6.3. Όσον αφορά τις θαλάσσιες μεταφορές, η ΟΚΕ
επιβεβαιώνει την αποψή της για το θέμα αυτό και εκφράζει
την ευχή και στον τομέα αυτό να πραγματοποιηθεί ταχεία
πρόοδος σε επίπεδο του Συμβουλίου, προπαντός για τις
θετικές επιπτώσεις που θα προκύψουν όσον αφορά την
εσωτερική αγορά.
7. Σύνδεση με τις άλλες κοινοτικές πολιτικές
7.1. Η πολιτική ανταγωνισμού πρέπει να μπορεί να
αναπτύσσεται σύμφωνα με τους στόχους της συνθήκης,
όπως και όλες οι άλλες: κοινωνική, εμπορική, φορολο
γική, μεταφορών, καθώς και η σφαιρική πολιτική
προστασίας του καταναλωτή.
Η έλλειψη εναρμόνισης ή συντονισμού αποτελεί σοβαρό
εμπόδιο για μια δυναμική και καινοτόμο πολιτική αντα
γωνισμού.
7.2. Η ενιαία πράξη προβλέπει την εναρμόνιση του
ευρωπαϊκού κοινωνικού χώρου, την υλοποίηση της
οποίας επιθυμεί η ΟΚΕ στο υψηλότερο επίπεδο. Σ' αυτά
ακριβώς τα πλαίσια της συνολικής πολιτικής προοπτικής,
μια αποτελεσματική «πολιτική» ανταγωνισμού πρέπει να
λάβει υπόψη της τις στρεβλώσεις που ενδέχεται να προέλ
θουν από τις διαφορετικές καταστάσεις στο κοινωνικό
πεδίο και οπωσδήποτε να μην προκαλέσει νέες ανισορρο
πίες. Και μάλιστα όχι μόνο στο εσωτερικό της Κοινό
τητας, όπου η Επιτροπή μπορεί να δράσει με μεγαλύτερη
αποτελεσματικότητα, αλλά και στις σχέσεις με τις τρίτες
χώρες.
(') ΕΕ αριθ. C 344 της 31. 12. 1985.
7.3. Μια πολιτική επίσης που αποβλέπει στη φορολο
γική εναρμόνιση, αν και βρίσκεται ακόμη στο αρχικό
στάδιο, αποτελεί αποφασιστικό παράγοντα για μια αποτε
λεσματική πολιτική ανταγωνισμού.
Οι στρεβλώσεις του ανταγωνισμού που προκαλούνται από
διαφορετικές φορολογικές καταστάσεις και δομές στα
κράτη μέλη, καθώς επίσης ορισμένα εθνικά μέτρα που
ευνοούν υπερβολικά επιχειρήσεις ή παραγωγές που πραγ
ματοποιούνται σε ελεύθερες ζώνες, δεν μπορούν να εξαλει
φθούν χωρίς αποφασιστική δράση της Επιτροπής, τόσο
στα πλαίσια των ιδίων αρμοδιοτήτων της όσο και με βάση
τη δυνατότητα και την ευθύνη που έχει για τη υποβολή
προτάσεων.
7.3.1. Ακόμη και σήμερα υπάρχουν πραγματικά και
ιδιαίτερης φύσης «σύνορα» μεταξύ των κρατών μελών.
Οι στρεβλώσεις του ανταγωνισμού που προκαλούν στις
παραμεθόριες περιοχές τα διαφορετικά εθνικά επίπεδα του
ειδικού φόρου κατανάλωσης και του ΦΠΑ, αποτελούν
συγκεκριμένο και εντυπωσιακό παράδειγμα. Οι κατα
στάσεις αυτές ζημιώνουν κυρίως τις ΜΜΕ.
7.3.2. Η «λευκή βίβλος» προβλέπει πραγματικά μια
σταδιακή μείωση των ειδικών φόρων κατανάλωσης,
επιτρέποντας ένα μικρό περιθώριο διαφοροποίησης. Η
πρόταση (standstill) για το ΦΠΑ έχει την ίδια έννοια. Μια
πραγματική όμως πολιτική εναρμόνισης για την εξάλειψη
ή τη μείωση των στρεβλώσεων του ανταγωνισμού πρέπει
να μπορεί να επηρεάζει τις διαρθρώσεις των εθνικών προϋ
πολογισμών και τις σχετικές αναλογίες μεταξύ των διαφό
ρων τύπων φορολογίας. Μόνο με τον τρόπο αυτό μια
πολιτική ανταγωνισμού θα μπορέσει να αναπτύξει όλη
την αποτελεσματικότητα της όσον αφορά τον έλεγχο και
την παροχή κινήτρων.
7.4. Τα πλεονεκτήματα που απορρέουν από μια πολι
τική ανταγωνισμού που εγγυάται τις ελεύθερες συναλλα
γές και την ελεύθερη επιλογή του καταναλωτή, θα είναι
απτά και θα αυξάνουν, αν και η πολιτική προστασίας του
καταναλωτή θα συνδέεται στενά με τις άλλες κοινοτικές
πολιτικές.
7.5. Η ΟΚΕ επιθυμεί να περιλαμβάνεται στη συνολική
ευθύνη της κοινοτικής πολιτικής της Επιτροπής και η
πολιτική ανταγωνισμού, κάθε φορά που καθυστερήσεις,
αβεβαιότητες ή παλινδρομήσεις στις άλλες πολιτικές
μπορούν να δημιουργήσουν προσκόμματα στην
υλοποίηση ενός πραγματικά ανόθευτου ανταγωνισμού,
που είναι προϋπόθεση για την πραγματική οικονομική
ενοποίηση και κατά συνέπεια για μια σταθερή αντα
γωνιστικότητα της Κοινότητας συνολικά σε διεθνές
επίπεδο.
8. Διαδικασίες και νομική ασφάλεια
8.1. Η ΟΚΕ διαπιστώνει την αισθητή βελτύοση των
διαδικασιών, τόσο ως προς τη διάρκεια τους όσο και ως
προς τις εγγυήσεις στα ενδιαφερόμενα μέρη.
8.2. Θα πρέπει χωρίς άλλο να ενθαρρυνθεί το σχέδιο
της καθιέρωσης διπλού βαθμού νομικού ελέγχου, με
σκοπό να παρέχονται μεγαλύτερες εγγυήσεις ως προς τα
δικαιώματα της υπεράσπισης.
Αριθ. C 333/6 Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων 29. 12. 86
8.3. Επίσης θα πρέπει να ενθαρρυνθεί, όσον αφορά την
εφαρμογή των άρθρων 85 και 86 η αποκέντρωση των εθνι
κών νομοθεσιών. Για το σκοπό αυτό είναι χωρίς άλλο
σκόπιμη μια ευρύτερη και συχνότερη ενημέρωση.
Ωστόσο ιδιαίτερη προσοχή θα πρέπει να καταβληθεί στις
διάφορες εσωτερικές καταστάσεις των κρατών, για να
αποφευχθεί η περίπτωση της ανομοιόμορφης εφαρμογής
στην πράξη των κανόνων του ανταγωνισμού και της εφαρ
μογής τους «με διαφόρους βαθμούς αποτελεσματικό
τητας» (όπως δικαιολογημένα φοβάται η ίδια η Επιτροπή:
σημείο 41 της 15ης έκθεσης).
Τα πλεονεκτήματα της ταχύτητας και της δυνατότητας
αποκατάστασης των ζημιών, δεν θα πρέπει να μπορέσουν
να αντισταθμισθούν από τα μειονεκτήματα πρόσθετων
διακρίσεων και στρεβλώσεων.
8.4 Η ΟΚΕ διαπιστώνει εξάλλου με ικανοποίηση ότι η
Επιτροπή, ίσως βοηθούμενη και από τη θετική γνωμοδό
τηση της ΟΚΕ, υιοθετεί με μεγαλύτερη συχνότητα το
μέσο της «ανακοίνωσης» και των «κατευθυντήριων γραμ
μών» για να καταστήσει γνωστούς τους προσανα
τολισμούς της και να προσφέρει έτσι στις επιχειρήσεις
και στα κράτη ένα πλαίσιο αναφοράς που οπωσδήποτε
συμβάλλει σε μεγαλύτερη σαφήνεια και νομική ασφάλεια.
9. Πολιτική του ανταγωνισμού — Ρόλος και μέσα
9.1. Η πολιτική του ανταγωνισμού έχει έναν ουσια
στικό και κεντρικό ρόλο στα πλαίσια της κοινοτικής
οικοδόμησης, καθώς άμεσες επιπτώσεις στη συμπεριφορά
της επιλογής των επιχειρήσεων και των εθνικών κυβερ
νήσεων. Σχετικά με το σημείο αυτό, η Επιτροπή θα έπρεπε
να πραγματοποιήσει μια συγκριτική μελέτη με σκοπό την
εκτίμηση των διαφόρων εθνικών πολιτικών στον τομέα
του ανταγωνισμού, για να αντλήσει χρήσιμα στοιχεία που
είναι απαραίτητα για την προώθηση της υλοποίησης της
ενιαίας αγοράς.
Η εφαρμογή των άρθρων 85 και 86, καθώς και των
άρθρων 92 και 93, απαιτούν μια συνεχή δέσμευση για
ανάλυση, αξιολόγηση, ακόμα και παρέμβαση στην περί
πτωση ορισμένων εξαιρετικά «πολύπλοκων» θεμάτων, σε
πολύ υψηλότερο βαθμό από ό,τι σε άλλους τομείς και
λειτουργίες στις οποίες διαρθρώνονται οι κοινοτικές
πολιτικές.
9.2. Η ΟΚΕ έχει ήδη υπογραμμίσει στον παρελθόν την
ανάγκη της ενίσχυσης του προσωπικού της Γενικής Διεύ
θυνσης Ανταγωνισμού. Η εμπειρία επιβεβαιώνει πλέον
τον επιτακτικό χαρακτήρα της αύξησης του ειδικευμένου
προσωπικού, καθώς και των υλικών μέσων, που
βρίσκονται στη διάθεση της Γενικής Διεύθυνσης IV για
να μπορέσει να επιτελέσει αποτελεσματικά τα καθήκοντα
της, που χαρακτηρίζονται για την υψηλή υπευθυνότητα
και ποιότητα τους.
Οι οικονομικό - κοινωνικοί κύκλοι που εκπροσωπούνται
στην ΟΚΕ, γνωρίζουν πολύ καλά την πολυπλοκότητα και
τη λεπτότητα των καταστάσεων που πρέπει να εξετασθούν,
ελεγχθούν ή να προωθηθούν και έχουν επίσης επίγνωση
της ανθρώπινης και υλικής προσπάθειας που απαιτείται
για το σκοπό αυτό.
Η ΟΚΕ εφράζει για το λόγο αυτό την επιθυμία να βρει η
νέα έμφαση αυτή που δίνεται στο αίτημα αυτό —παράλ
ληλα με τις ανάλογες προτάσεις του Ευρωπαϊκού Κοι
νοβουλίου— την ανταπόκριση που της αξίζει, και να
προκαλέσει έτσι την ταχεία υιοθέτηση των αναγκαίων
διατάξεων.
10. Σχέσεις με τους διεθνείς οργανισμούς
10.1. Δεν θα πρέπει να υποτιμάται η αυξανόμενη σημα
σία της ενεργούς συμμετοχής της Ευρωπαϊκής Κοινό
τητας στις εργασίες των διεθνών οργανισμών, κυρίως όταν
αυτοί δραστηριοποιούνται σε θέματα που σύμφωνα με τη
Συνθήκη της Ρώμης αποτελούν επίσης αντικείμενο των
κοινοτικών πολιτικών.
10.2. Σχετικά με το θέμα αυτό θα πρέπει να παραδεχθεί
κανείς ότι ένας υψηλότερος βαθμός κοινοτικής ολοκλή
ρωσης και συνοχής, θα προσδώσει στην παρουσία της
Ευρωπαϊκής Κοινότητας στις διεθνείς τράπεζες διαπραγ
ματεύσεων μεγαλύτερη ισχύ και αποτελεσματικότητα.
10.3. Η προοπτική νέων πολυμερών διαπραγματεύσεων
στα πλαίσια της ΓΣΔΕί1) θα πρέπει να αποτελέσει για την
Ευρωπαϊκή Κοινότητα την ευκαιρία για να αξιοποιήσει
όλο το βάρος της ως σημαντικός παγκόσμιος εμπορικός
εταίρος. Οι αρχές της Συνθήκης της Ρώμης και τα νόμιμα
συμφέροντα των καταναλωτών της Κοινότητας, μέσα από
τις ρήτρες αμοιβαιότητας και προστασίας, όχι μόνο θα
πρέπει να επιβεβαιωθούν αλλά ακόμη και να βρουν την
πρακτική εφαρμογή τους στους κανονισμούς.
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
Η ΟΚΕ κρίνει ότι πρέπει να εκδηλώσει ρητά την εκτίμηση
της για το ετήσιο έγγραφο που η Επιτροπή αφιερώνει
στην «πολιτική επί του ανταγωνισμού».
Η περιοδική αυτή έκθεση (όχι μόνο είναι αρκετά χρήσιμη
για τους υπεύθυνους των εργασιών) αλλά καθιστά δυνατή
επίσης την ετήσια επαλήθευση της προόδου των ελεύθε
ρων κοινοτικών συναλλαγών, που αποτελούν την κινητή
ρια δύναμη για την οικονομική και κοινωνική ολοκλή
ρωση και μια ολοένα και μεγαλύτερη ανταγωνιστικότητα.
Η παρούσα γνωμοδότηση υιοθετήθηκε φέτος μέσα από το
πρίσμα της τάσης για επιταχυνόμενη μεταβολή ολόκλη
ρου του κοινωνικοοικονομικού συστήματος, με ιδιαίτερη
αναφορά σε δύο παράγοντες της ώθησης που είναι η
διεύρυνση των διαστάσεων της αγοράς και η καινοτομία.
(') ΕΕ αριθ. C 207 της 18.8. 1986.
29. 12. 86 Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων Αριθ. C 333/7
Η πολιτική του ανταγωνισμού θα αποδειχτεί νικηφόρα γοντες που αποτελούν την αληθινή πρόκληση του καιρού
στο μέτρο που θα λάβει υπόψη της τους δύο αυτούς παρά- μας.
Βρυξέλλες, 23 Οκτωβρίου 1986.
Ο Πρόεδρος της
Οικονομικής και Κοινωνικής
Επιτροπής
Alfons MARGOT
Γνωμοδότηση για την πρόταση οδηγίας του Συμβουλίου που τροποποιεί την οδηγία 77/143/ΕΟΚ
για την προσέγγιση της νομοθεσίας των κρατών μελών σχετικά με τον τεχνικό έλεγχο των
οχημάτων και των ρυμουλκούμενων τους
(86/C 333/02)
Στις 20 Μαΐου 1986 και σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 75 της συνθήκης για την ίδρυση
της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας, το Συμβούλιο αποφάσισε να ζητήσει τη γνωμοδότηση
της Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής για την παραπάνω πρόταση.
Το τμήμα μεταφορών και επικοινωνιών, στο οποίο ανατέθηκε η προετοιμασία των σχετικών
εργασιών, υιοθέτησε τη γνωμοδότηση του στις 10 Σεπτεμβρίου 1986 με βάση την προφορική
εισήγηση του κ. Corell Ayora.
Η Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή, κατά τη 240ή σύνοδο ολομέλειας και στη συνεδρίαση
της 23ης Οκτωβρίου 1986 (γενικός εισηγητής ο. κ. Corell Ayora, άρθρο 18 του εσωτερικού
κανονισμού) υιοθέτησε την παρακάτω γνωμοδότηση:
1. Γενικές παρατηρήσεις
1.1. Η ΟΚΕ επικροτεί τους στόχους της πρότασης
οδηγίας που αποσκοπεί κατά κύριο λόγο στην αύξηση
της οδικής ασφάλειας και θα συνέβαλε ενδεχομένως:
— στην προστασία του περιβάλλοντος με τον περιορισμό
των θορύβων και τη μείωση των καυσαερίων (μείωση
των εκπομπών μονοξειδίου του άνθρακα, υδρογοναν
θράκων και μονοξειδίου του αζώτου)·
— στην εξοικονόμηση καυσίμων, τη σύσταση νέων
θέσεων απασχόλησης, την επίτευξη μεγαλύτερης δια
θεσιμότητας των οχημάτων και την καλύτερη πλη
ροφόρηση των ιδιοκτητών οχημάτων και των κατα
σκευαστών.
1.2. Η πρόταση αυτή εξάλλου, ως μέτρο προσέγγισης
των νομοθεσιών, θα συμβάλει στην εξάλειψη των διαφο
ρών ανάμεσα στα κράτη μέλη και στη μεταγενέστερη
ενοποίηση της Κοινότητας σε έναν τόσο νευραλγικό
τομέα όπως η οδική ασφάλεια.
1.3. Θα πρέπει να αναφερθεί σχετικά ότι σε ορισμένα
από τα κράτη μέλη παρατηρούνται σημαντικές καθυστε
ρήσεις και παραλείψεις σε ό,τι αφορά τον τεχνικό έλεγχο
των οχημάτων, πράγμα που έχει πολύ σοβαρές επιπτώσεις
στην οδική ασφάλεια. Η κατάσταση αυτή έχει επιδεινωθεί
λόγω της πολύ μεγάλης αύξησης του αριθμού των οχημά
των κατά τα τελευταία έτη. Γι' αυτόν το λόγο, η ΟΚΕ
εκφράζει τη λύπη της για τη μακρόχρονη ολιγωρία των
κοινοτικών οργάνων, και κατά κύριο λόγο του Συμβου
λίου, σχετικά με την εφαρμογή μιας κοινοτικής νομοθε
σίας για τον τεχνικό έλεγχο των ελαφρών οχημάτων.
1.4. Παρ' όλα αυτά, δεν πρέπει να λησμονείται ότι η
επέκταση του τεχνικού ελέγχου στα ιδιωτικά αυτοκίνητα
και στα μικρά φορτηγά διαφόρων τύπων δεν αφορά παρά
μία μόνο από τις πτυχές του προβλήματος «οδική ασφά
λεια». Για να υπάρξουν αισθητές βελτιώσεις στον τομέα
της οδικής ασφάλειας, θα πρέπει να ληφθούν επίσης μέτρα
που να αφορούν και τις άλλες πτυχές του προβλήματος
και μάλιστα το συντομότερο δυνατό —όπως έχει ήδη
προτείνει η ΟΚΕ στη γνωμοδότηση της για το ευρωπαϊκό
έτος οδικής ασφάλειας (1986)(2). Οι σχετικές προτάσεις
της Επιτροπής αναμένονται με ανυπομονησία.
(') ΕΕ αριθ. C 133 της 31. 5. 1986, σ. 3. (2) ΕΕ αριθ. C 101 της 28. 4. 1986, σ. 8.
Full & Egal Universal Law Academy