10.12. 81 Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων Αριθ. € 322/3
II
(Προπαρασκευαστικές πράξεις)
ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ
Γνώμη γιά μία πολιτική τοΰ ανταγωνισμοί) ύπό τό φως τής παρούσας οικονομικής καί κοινω
νικής καταστάσεως
Ή γνώμη της Επιτροπής δέν βασίζεται σέ κανένα κείμενο.
Α. ΝΟΜΙΚΗ ΒΑΣΗ ΤΗΣ ΓΝΩΜΗΣ
Στην 170ή σύνοδο τής ολομελείας της, ή οποία έλαβε χώρα στίς 17 καί 18 Ιουλίου 1979, ή
Επιτροπή αποφάσισε, κατόπιν προτάσεως τοΟ Προεδρείου της, νά διατυπώσει, έξ ιδίας
πρωτοβουλίας, μία γνώμη στό προαναφερθέν θέμα.
Β. ΓΝΩΜΗ ΤΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ
Ή Οίκονομική καί Κοινωνική Επιτροπή διαμόρφωσε τή γνώμη της στό προαναφερθέν θέμα
κατά τήν 187η σύνοδο τής ολομελείας της, ή οποία έλαβε χώρα στίς Βρυξέλλες, στίς 29 καί 30
Απριλίου 1981.
Τό κείμενο αυτής τής γνώμης είναι τό ακόλουθο:
Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ,
Έχοντας υπόψη τήν παράγραφο 4 τοϋ άρθρου 20 τοΟ
εσωτερικού κανονισμού τής Οίκονομικής καί Κοινω
νικής Επιτροπής,
Έχοντας υπόψη τήν απόφαση της, στίς 16 Ιουλίου 1979
κατόπιν προτάσεως τοΰ Προεδρείου, νά διατυπώσει
γνώμη πρωτοβουλίας γιά «τήν πολιτική τού ανταγω
νισμού τής Κοινότητος ύπό τό φως τής παρούσας οίκο
νομικής καί κοινωνικής καταστάσεως» καί νά επιφορ
τίσει τό τμήμα βιομηχανίας, εμπορίου, βιοτεχνίας καί
υπηρεσιών μέ τήν προετοιμασία τών εργασιών της έπί
τοΟ θέματος,
Έχοντας υπόψη τή γνώμη πού υιοθέτησε τό τμήμα
βιομηχανίας, εμπορίου, βιοτεχνίας καί υπηρεσιών κατά
τή συνεδρίαση τής 8ης Απριλίου 1981,
Έχοντας υπόψη τήν εισήγηση πού παρουσίασαν οί κ. κ.
Βα§1ίίΐηο καί Νευιτιιηη, εισηγητής καί συνεισηγητής,
Έχοντας υπόψη τίς αποφάσεις κατά τήν 187η σύνοδο
ολομελείας στίς 29 καί 30 Απριλίου 1981, συνεδρίαση
τής 30ής Απριλίου,
ΥΙΟΘΕΤΗΣΕ ΤΗΝ ΑΚΟΛΟΥΘΗ ΓΝΩΜΗ
μέ 95 ψήφους υπέρ καί 16 αποχές:
1. Ή πολιτική τοΟ ανταγωνισμού μέσα σέ μία ολοκλήρου-
μένη καί «ανοικτή» αγορά
1.1. Οί αιτιολογήσεις της παρούσας «γνώμης»
Ή σοβαρότητα τής οίκονομικής καί κοινωνικής καταστά
σεως στό τέλος τής δεκαετίας τοϋ 70 καί στίς αρχές τής
δεκαετίας τοΰ 80, οδηγεί τήν Οικονομική καί Κοινωνική
Επιτροπή στην αξιολόγηση — μέ τρόπο συνολικό καί
κυρίως διερευνητικό — τής κοινοτικής πολιτικής τοΰ
ανταγωνισμού.
Αριθ. ^ 322/4 Επίσημη Εφημερίδα τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων 10.12. 81
Ή πρωτοβουλία γιά την παρούσα γνώμη ανάγεται στη
βαθειά πεποίθηση πού προέρχεται από τήν αποκτηθείσα
μέχρι σήμερα πείρα, δτι, σέ περίοδο τόσο σοβαρών καί
χρόνιων οικονομικών καί κοινωνικών δυσχερειών, δλες
οι κοινοτικές πολιτικές πρέπει νά εφαρμόζονται μέ τήν
μεγίστη δυνατή αποτελεσματικότητα, τόν καλύτερο συ
ντονισμό καί τήν πλέον εύλογη ταχύτητα.
Γι' αυτόν τό σκοπό, ή αναδρομή στό παρελθόν, πού
είναι πάντα απαραίτητη, πρέπει νά συνοδεύεται όχι
μόνο άπό μία αντικειμενική γνώση καί μία προσεκτική
ανάλυση της παρούσας οικονομικής καί κοινωνικής
καταστάσεως, άλλα εξίσου, καί κυρίως, άπό μία νέα προ
σπάθεια προβλέψεως τοΟ μέλλοντος καί μία συνεκτικό-
τερη δέσμευση στίς αποφάσεις καί στίς πράξεις.
Ή στιγμή έχει φθάσει γιά νά δοθεί χωρίς καθυστέρηση
μία νέα ώθηση σέ δλες τίς «πολιτικές» της Ευρωπαϊκής
Κοινότητος καί ίδίως στην πολιτική τοΟ ανταγωνισμού,
ή οποία διαδραματίζει έναν ειδικό ρόλο, θεμελιώδη καί
ενεργό μέσα σ' ένα γενικό πλαίσιο, χαρακτηριζόμενο
άπό μία μεταβολή τών οικονομικών σχέσεων καί τών
βιομηχανικών δομών, άπό μία συγκέντρωση καί διεθνο
ποίηση τοΟ κεφαλαίου σέ ορισμένους τομείς, καθώς καί
άπό μία μεταβολή τών σχέσεων μεταξύ κράτους καί
οικονομίας.
Στό πλαίσιο αυτό, σημειώνουμε, άφ' ενός τήν αύξουσα
σημασία τών επιχειρήσεων μέ κρατική συμμετοχή, τίς
ίσχυροποιούμενες τάσεις άμεσου παρεμβάσεως τής δημο
σίας εξουσίας, καθώς καί τόν αυξημένο αριθμό τών αιτή
σεων κοινοτικών παρεμβάσεων ενισχύσεως ή διασφαλί
σεως καί άφ' έτερου, τόν συνεχώς εντεινόμενο ανταγω
νισμό πού ασκείται άπό τίς εισαγωγές έκτος Κοινότητος,
καί τούτο στό πλαίσιο ενός έπιταχυνόμενου δυναμισμού
τών σχέσεων μέ τίς αναπτυσσόμενες χώρες.
Ή παρούσα «γνώμη» — ή οποία δεν σκοπεύει νά υποκα
ταστήσει τίς εμπεριστατωμένες αναλύσεις πού υποβάλλει
κάθε έτος τό Κοινοβούλιο στην κριτική αξιολόγηση της
Επιτροπής — αντιμετωπίζει τό πρόβλημα της πολιτικής
τοΰ ανταγωνισμού μέ μία συνολική θεώρηση, σέ συ
νάρτηση ίδίως μέ τίς μεταβολές πού έχουν επέλθει τόσο
εντός δσο καί έκτος τής Κοινότητος.
1.2. Μέσα καί στόχοι τής συνθήκης: οι κανόνες τον
ανταγωνισμού
Μεταξύ τών πολυαρίθμων ενεργειών πού αποσκοπούν
στην πραγματοποίηση τών στόχων πού αναφέρονται στό
άρθρο 2 τής συνθήκης, τό άρθρο 3 προβλέπει «τήν εγκα
θίδρυση καθεστώτος πού νά εξασφαλίζει ανόθευτο αντα
γωνισμό εντός τής κοινής αγοράς».
Οι κανόνες τοϋ ανταγωνισμού (άρθρα 85 καί έπ.) αποτε
λούν επομένως ένα άπό τά «δργανα» γιά τήν πραγματο
ποίηση τής «κοινής αγοράς».
Έξαλλου, ή ίδια ή δημιουργία «κοινής αγοράς» μεταξύ
τών Κρατών μελών αποτελεί, καί αυτή, ένα «μέσο»
(άρθρο 2) γιά τήν «προώθηση» τών αναγνωρισμένων
στόχων τής συνθήκης, δηλαδή:
α) τήν «αρμονική ανάπτυξη»,
6) τήν «αυξημένη σταθερότητα»,
γ) τήν «έπιταχυνόμενη ανύψωση τοΰ βιοτικού επι
πέδου» (άρθρο 2).
Πρόκειται προφανώς γιά οικονομικούς καί κοινωνικούς
στόχους, καί ώς έκ τούτου είναι θεμιτό καί χρήσιμο οί
κανόνες τοΰ ανταγωνισμού νά γίνονται δλο καί περισσό
τερο αντικείμενο εξετάσεως, ιδίως «υπό τό φώς τής οικο
νομικής καί κοινωνικής καταστάσεως». Αυτό ακριβώς
προτίθεται νά κάνει ή παρούσα «γνώμη».
1.3. Ή «πολιτική τοϋ ανταγωνισμού»
Μέσα στό παρόν πλαίσιο τής οίκονομικής καί κοινω
νικής καταστάσεως, τόσο εντός δσο καί έκτος τής Κοι
νότητος, ή εφαρμογή τών «κανόνων τοΰ άνταγωνισμοΰ»
πρέπει νά διέπεται άπό αρχές καί στρατηγικές ικανές νά
δημιουργήσουν μιά πραγματική «πολιτική άνταγω
νισμοΰ». (Επιπλέον, δλο τό κεφάλαιο τών «κανόνων τοΰ
άνταγωνισμοΰ» — άπό εκείνους πού εφαρμόζονται στίς
επιχειρήσεις μέχρι εκείνους στίς «ενισχύσεις» τών
κρατών — βρίσκεται στό τρίτο μέρος τής συνθήκης, πού
φέρει τόν τίτλο «Ή πολιτική τής Κοινότητος»).
Αυτό καθίσταται ακόμη περισσότερο αναγκαίο, έάν
θεωρηθεί δτι τό αρχικό πλαίσιο αναφοράς, συνιστάμενο
άπό τήν οίκονομική καί κοινωνική κατάσταση τής
δεκαετίας τοΰ 60, υπέστη, κυρίως κατά τή διάρκεια τής
δεκαετίας τοΰ 70, θεμελιώδεις μεταβολές, καί δτι ή διαδι
κασία «ολοκληρώσεως» σέ μιά «κοινή» αγορά συνιστά
έναν άπό τους πρωταρχικούς στόχους τής Κοινότητος,
δεδομένου δτι υφίστανται ακόμη εμπόδια, διαφορές καί
διαταραχές διαφόρου φύσεως μεταξύ τών Κρατών
μελών.
Μία αναδρομική εξέταση, ακόμη καί περιληπτική, τής
δεκαετίας τοΰ 60, φανερώνει ότι ή εφαρμογή τών
κανόνων τοϋ ανταγωνισμού έτεινε νά διέπεται άπό κρι
τήρια κυρίως νομικά (').
Κατά τήν περίοδο τών πρώτων κοινοποιήσεων, ή "Επι
τροπή, άφοΰ ξεπέρασε τό πρόβλημα τοΰ «δγκου» αυτών
τών κοινοποιήσεων (πολλές δεκάδες χιλιάδες κοινοποιη
μένων συμφωνιών, κυρίως στον τομέα τής αποκλειστικής
διανομής), αποσαφήνισε τους περιορισμούς σχετικά μέ
τή συνεργασία μεταξύ τών επιχειρήσεων καί τελικά
έλαβε θέση έπί αρκετών υποθέσεων καταχρηστικής
εκμεταλλεύσεως δεσποζούσης θέσεως.
(') Ψήφισμα τοΰ Εύρωπαϊκοϋ Κοινοβουλίου έπί τής 7ης εκθέ
σεως τής Ευρωπαϊκής "Επιτροπής περί τής πολιτικής τοϋ
άνταγωνισμοΰ (ΕΕ αριθ. Ο 261 τής 6. 11. 1978, σ. 49,
σημείο 4).
10.12.81 Επίσημη Εφημερίδα τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων Αριθ. € 322/5
Κατά τη διάρκεια των τελευταίων ετών, ή αυξημένη
πολυπλοκότης τών ύπό θεώρηση φαινομένων, καθώς
επίσης καί ή αξιοσημείωτη αλληλεξάρτηση, αύξουσα καί
αύτη, μαζί μέ πολυάριθμα άλλα προβλήματα, ανάγκα
σαν τήν Επιτροπή νά καταπιαστεί μέ καταστάσεις πού
απαιτούσαν άξιολογότερες κρίσεις καί συνολικότερη
θεώρηση τών γεγονότων, τών συνεπειών καί τών δυσχε
ρειών.
Μπορεί επομένως νά βεβαιωθεί ότι — λαμβανομένης
υπόψη κυρίως τής εμπειρίας πού προέρχεται άπό συγκε
κριμένες περιπτώσεις — ή εφαρμογή τών «κανόνων τοΰ
ανταγωνισμού», πού προβλέπουν τά άρθρα 42, 85, 86, 92
καί έπ. τής συνθήκης της Ρώμης, πρέπει νά διασφαλί
ζεται αποτελεσματικότερα διαμέσου συνόλου ενεργειών,
κανόνων καί συστάσεων, οί όποιες νά συμβιβάζονται μέ
τό συνολικό πλαίσιο τής κοινοτικής ζωής ('), ή, αλλιώς,
αυτό καθορίζει μιά πραγματική «πολιτική ανταγω
νισμού», σύνθετη καί ευκρινή, ή οποία θά έπρεπε νά
λαμβάνει υπόψη τίς αλληλεξαρτήσεις καί αλληλεπιδρά
σεις μεταξύ τών διαφόρων πρωτοβουλιών καί καταστά
σεων, γενικών ή κατά τομείς σέ κοινοτικό καί έξωκοινο-
τικό επίπεδο.
Αυτή ή τάση πρέπει νά ενθαρρύνεται.
1.4. Κοινή αγορά «ανοικτή»
Ή συνθήκη ή ίδια έκανε μία σαφή επιλογή:
«Τά Κράτη μέλη αποσκοπούν, μέ τή δημιουργία
τελωνειακής ενώσεως μεταξύ τους, νά συμβάλουν,
προς τό κοινό συμφέρον, στην αρμονική ανάπτυξη
τοΰ παγκόσμιου εμπορίου, στην προοδευτική κατά
ργηση τών περιορισμών στίς διεθνείς συναλλαγές καί
στον περιορισμό τών τελωνειακών φραγμών.
Κατά τή θέσπιση τής κοινής εμπορικής πολιτικής,
λαμβάνεται υπόψη ή ευμενής επίπτωση πού δύναται
νά έχει στην αύξηση τής ανταγωνιστικότητος τών
επιχειρήσεων τών Κρατών μελών ή κατάργηση τών
δασμών μεταξύ τους», (άρθρο 110).
Ή παρούσα πραγματικότης βεβαιώνει τό κύρος τής επι
λογής αυτής καί τήν ανάγκη τελέσεως προσπαθειών γιά
τήν πραγματοποίηση αυτών τών στόχων.
Μία ανάλογη αρχή αναφέρεται στό προοίμιο τής
συνθήκης, στό όποιο τά Κράτη μέλη διακηρύσσουν τή
δημιουργία τής Κοινότητος μέ σκοπό νά «συμβάλλουν,
(') Ψήφισμα τοϋ Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου έπί τής 5ης εκθέ
σεως της Ευρωπαϊκής Επιτροπής περί της πολιτικής τοϋ α
νταγωνισμού (ΕΕ αριθ. Ο 238 της 11. 10. 1976, σ. 35. σημ. 2,3
καί 4).
ασκώντας κοινή εμπορική πολιτική, στην προοδευτική
κατάργηση τών περιορισμών στίς διεθνείς συναλλαγές».
Έκ τούτου προκύπτει δτι, πέρα άπό κάθε δογματική
θεώρηση, βρισκόμαστε μπροστά στην αναγνώριση μιας
πραγματικότητος δηλαδή στό γεγονός δτι ή κοινή αγορά
είναι «ανοικτή», μέ τήν έννοια δτι οριοθετείται στον
ευρύτερο δυνατό χώρο τής οικονομίας καί τών διεθνών
συναλλαγών.
Έν προκειμένω, ή Οίκονομική καί Κοινωνική Επιτροπή
συμφωνεί απόλυτα μέ τή διαβεβαίωση τής Επιτροπής
τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων στην αρχή τής εισαγωγής
τής «Όγδοης εκθέσεως έπί τής πολιτικής τού ανταγω
νισμού» :
«Ή καλή λειτουργία τής κοινής άγορας βασίζεται,
κατά ένα ουσιώδες μέρος στην εγκαθίδρυση μιας
μεγάλης εσωτερικής άγορας σέ μία κοινότητα ευρέως
ανοικτή στον κόσμο. "Ενας μεγάλος χώρος όπου συ
ναντώνται, χωρίς περιττές δυσχέρειες, οί οικονομικές
λειτουργίες, αποτελεί πρωταρχική προϋπόθεση τής
οικονομικής αναπτύξεως. Ή επέκταση τής οικονο
μικής δραστηριότητος δέν μπορεί πλέον νά τοποθε
τείται μέσα σέ στενά σύνορα».
Ανάλογες έννοιες έχουν διατυπωθεί στην εισαγωγή τής
«Ένατης εκθέσεως» δπου αναγνωρίζεται δτι:
«ή ανάγκη στην οποία κάθε κοινοτική πολιτική υπό
κειται, ταιριάζει στή θεώρηση μιας ενοποιημένης καί
συγχρόνως ανοικτής προς τόν κόσμο κοινής αγοράς».
ΓΥ αυτόν τό λόγο ή πολιτική τοΰ ανταγωνισμού πρέπει
νά ανταποκρίνεται στους στόχους τής συνθήκης, άπό τή
θεώρηση μιας μή απομονωμένης άγορας, άλλα ανοικτής
στό διεθνές εμπόριο καί στό διεθνή ανταγωνισμό, στην
ευρύτερη δυνατή του έννοια (2).
2. Αλληλεξάρτηση καί συνέπειες — Κοινοτική άνταγω-
νιστικότης — Σχετική αγορά
2.1. Παγκόσμια αλληλεξάρτηση καί κοινοτική άνταγωνι-
στικότης
Ή αύξουσα αλληλεξάρτηση τών αγορών οδηγεί απα
ραίτητα σέ μία νέα διεθνή κατανομή τοΰ έργατικοΰ
δυναμικοΰ.
Ή Ευρωπαϊκή Κοινότης είναι περισσότερο άπό κάθε
άλλη ζώνη εκτεθειμένη στην αλληλεξάρτηση αυτή καί ή
πρώτη συγκεκριμένη απάντηση σ' αυτήν τήν πρόκληση
δέν μπορεί παρά νά συνίσταται στην έκτεινόμενη καί
διευρυνόμενη ανταγωνιστικότητα, ένθαρρυνόμενη άπό
μία πολιτική άνταγωνισμοΰ πού νά σκοπεύει καί νά
συμβιβάζεται μέ τους στόχους τής συνθήκης, άλλα πού
(2) Ψήφισμα τοΰ Εύρωπαϊκοϋ Κοινοβουλίου έπί τής καταστά
σεως τής ευρωπαϊκής αυτοκινητοβιομηχανίας (ΕΕ αριθ. € 28
τής 9. 2. 1981, σ. 20, σημ. 13).
Αριθ. Ο 322/6
Επίσημη Εφημερίδα τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων 10. 12.81
νά είναι εξίσου ευπροσάρμοστη σέ ρυθμίσεις πού αποβαί
νουν δλο καί περισσότερο απαραίτητες (')·
Οι κατευθυντήριες γραμμές μιας συνεκτικής πολιτικής
ανταγωνισμοί), σέ μιά «ανοικτή» αγορά, πρέπει νά
εντάσσονται περισσότερο μέσα σέ μιά Φεώρηση ρεαλι
στική μιας συνολικής αλληλεξαρτήσεως σέ παγκόσμιο
επίπεδο.
Αύτη ή οικονομική αλληλεξάρτηση καλύπτει δλες τίς
απαιτήσεις περισσότερο ισόρροπων σχέσεων μεταξύ
βορρά καί νότου καθώς καί μεταξύ ανατολής καί
δύσεως: τόσο αναφορικά μέ τή ροή πρώτων υλών δσο
καί μέ τή ροή τοϋ εμπορίου καί της τεχνολογίας.
Δεδομένου ότι ό δρόμος τοϋ προστατευτισμού έχει απο
φασιστικά απορριφθεί, ή μόνη δυνατή στρατηγική
πρέπει νά εύνοεΐ τήν αναδιάρθρωση τής παραγωγής καί
τίς θετικές διαρθρωτικές διαρρυθμίσεις, μέ τή συνδρομή
τού συνόλου τών παραγωγικών καί κοινωνικών δυνά
μεων, ύπό τήν επιφύλαξη τοϋ ένεργοϋ ρόλου, καί συγ
χρόνως της διασφαλίσεως καί τονώσεως, μιας πολιτικής
ανταγωνισμού νοούμενης μέ τήν πλέον ευρεία έννοια της
καί μέ,τόν μεγαλύτερο δυναμισμό, δηλαδή μιας πολι
τικής πού νά λαμβάνει δλο καί περισσότερο υπόψη της
τους συνολικούς στόχους τής κοινοτικής πολιτικής.
Πρέπει, έν τούτοις, νά ληφθεί υπόψη τό γεγονός δτι οί
δροι τοϋ άνταγωνισμοϋ σέ πολλές παγκόσμιες αγορές
εξαγωγών διαφέρουν — ακόμη καί αισθητά — άπό εκεί
νους πού υπάρχουν εντός τής Κοινότητος. Ιδιαίτερη επα
γρύπνηση, κατάλληλα μέτρα, ακόμη καί προσωρινά, καί,
σέ ορισμένες περιπτώσεις, κριτήρια σταδιακής ρυθμί
σεως θά είναι απαραίτητα γιά τήν αποφυγή δυσμενών
επιπτώσεων στίς κοινοτικές επιχειρήσεις.
2.2. Ανταγωνισμός καί συνεργασία
Δεδομένου δτι ή Ευρωπαϊκή Κοινότης είναι, μεταξύ τών
προηγμένων χωρών, περισσότερο εξαρτώμενη έναντι τών
διεθνών σχέσεων, πρέπει νά είναι σέ θέση, εξίσου, νά
θέσει σέ λειτουργία ένα σύστημα «άνταγωνισμοϋ-συνερ-
γασίας» μεταξύ τής Κοινότητος καί τών ευρέων έκτος
Κοινότητος περιοχών, μέ σκοπό νά προάγει ένα σταθερό
ρεύμα ευημερίας Βορρα-Νότου, καί επίσης Άνατολής-
Δύσεως, μέ βάση τήν ισόρροπη πρόοδο σέ* δλους τους
τομείς καί μέ σεβασμό τής αρχής μιας ευλόγου άμοιβαι-
ότητος.
Μιά διορατική πολιτική άνταγωνισμοϋ πρέπει νά λάβει
υπόψη τήν ανάγκη συμβιβασμού τοϋ «άνταγωνισμοϋ»
καί τής «συνεργασίας» τόσο στον τομέα τής παραγωγής
δσο καί στον τομέα τών εμπορικών συναλλαγών, αποφεύ
γοντας τίς στρεβλώσεις εντός τής κοινής αγοράς, εμποδί
ζοντας αθέμιτες πρακτικές καί ευνοώντας χρήσιμες συ-
(•) ΕΕ αριθ.
562/80).
νεργασίες, σύμφωνες μέ τό συνολικό πλαίσιο τής κοινο
τικής προόδου.
2.3. Σχετική αγορά
Ή εξέλιξη αυτή τής κοινοτικής καί διεθνοϋς οικονομίας
συνεπάγεται — ύπό τήν επιφύλαξη τοϋ κριτηρίου της
βλάβης «πού δύναται νά επηρεάσει τό εμπόριο μεταξύ
Κρατών μελών» (άρθρο 85.1) — επίσης ένα ευρύτερο
κριτήριο, πού νά λαμβάνει υπόψη του, μέ τρόπο προσε
κτικό καί συγκεκριμένο, τίς σχέσεις μεταξύ «κοινοτικής
αγοράς» στό σύνολο της καί τρίτων χωρών.
Πρέπει επομένως νά γίνει αποδεκτή καί νά ενθαρρυνθεί
ή τάση — τόσο τής Επιτροπής τών Ευρωπαϊκών Κοι
νοτήτων δσο καί τοϋ Δικαστηρίου — νά θεωρηθεί δτι τό
άρθρο 85 μπορεί νά εφαρμοσθεί εξίσου σέ συμφωνίες
στίς όποιες συμμετέχουν επιχειρήσεις πού έχουν τήν
έδρα τους έξω άπό τήν Κοινότητα, άλλα πού έχουν
επιπτώσεις μέσα σ' αυτή.
Έάν είναι λοιπόν, άπ' έδώ καί μπρος, απαραίτητο καί
σωστό άπό κάθε άποψη νά άξιολογηθοϋν τά άντια-
νταγωνιστικά αποτελέσματα συμφωνιών μεταξύ κοινο
τικών επιχειρήσεων καί επιχειρήσεων πού ανήκουν σέ
τρίτες χώρες, είναι επίσης απόλυτα αναγκαίο καί σωστό,
κατά τήν αξιολόγηση τής καταστάσεως μιας είδικής
αγοράς, νά μή περιορίζεται ή ανάλυση (παραγωγή,
πωλήσεις, υποκατάστατα προϊόντα ή παρόμοια κλπ.),
μόνο στην περιοχή τής «κοινής αγοράς».
Είναι πράγματι γνωστή ή σπουδαιότητα τοϋ ύπολο-
γισμοϋ τής «σχετικής αγοράς» γιά τήν εφαρμογή τών
άρθρων 85 καί 86 (2).
Στά πλαίσια αυτής τής εκτιμήσεως, πρέπει νά αναλύεται
μέ συνεχή καί αύξουσα προσοχή ή θέση τής σχετικής
επιχειρήσεως, όχι μόνο αναφορικά μέ τους ανταγωνιστές
της εντός τής κοινοτικής περιοχής, άλλα, εξίσου, αναφο
ρικά μέ τή ροή εισαγωγών προερχομένων άπό τήν έξω-
κοινοτική περιοχή. Ό υπολογισμός τής ανταγωνιστικής
θέσεως καί τής «σχετικής αγοράς» δέν μπορεί νά περιορί
ζεται τεχνητά στην κοινοτική περιοχή.
Αυτός είναι ό μόνος τρόπος γιά νά καταστεί ή έννοια
μιας «ανοικτής» κοινής άγορας αποτελεσματική, πλήρης
καί συνεκτική.
Καί ή πολιτική τοϋ άνταγωνισμοϋ, πού ήδη εμπνέεται
άπό αυτή τήν ίδέα, πρέπει νά ενθαρρύνεται προς αυτή
τήν κατεύθυνση.
(2) Συλλογή Νομολογίας τοϋ Ευρωπαϊκοί) Δικαστηρίου 1973,
σ. 216.
10.12.81 Επίσημη Εφημερίδα τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
Αριθ. Ο 322/7
3. Σπουδαιότης τοΟ οικονομικού καί κοινωνικοΰ πλαι
σίου — Συντονισμός τών κοινοτικών πολιτικών
3.1. Επίπτωση τών οικονομικών καί κοινωνικών
πτυχών
Οί στόχοι της συνθήκης δίνουν ιδιαίτερα έμφαση στίς
οικονομικές καί κοινωνικές πτυχές (υποπαράγραφος 1.2).
Ή οικονομική ύφεση καί οί πληθωριστικές πιέσεις πού
ταλαιπωροΟν σήμερα τά Κράτη μέλη τής Κοινότητος, ή
διασφάλιση τής απασχολήσεως, οί ανάγκες της τεχνολο
γικής προόδου καί της καινοτομίας, ή έμμονη τής κρί
σεως τοϋ πετρελαίου, οί υπάρχουσες διαφορές μεταξύ
τών εθνικών νομοθεσιών σέ πολλούς τομείς κλειδιά:
όλοι αυτοί οί παράγοντες, γιά νά μήν αναφέρουμε παρά
μόνο τους κυριότερους, δέν μπορούν νά αγνοηθούν κατά
τήν αξιολόγηση τής πρακτικής τών επιχειρήσεων καί
τών Κρατών μελών μέ σκοπό τήν ενδεχόμενη εφαρμογή
τών άρθρων 85, 86, 92 καί έπ.
Μία πολιτική τοΰ ανταγωνισμού δέν μπορεί νά θεμελιώ
νεται σέ αφηρημένα ή θεωρητικά κριτήρια, άλλα πρέπει
νά λαμβάνει υπόψη τους δρους καί τίς πραγματικές
ανάγκες τών διαφόρων χωρών ή περιοχών. Τώρα τό
αρχικό πλαίσιο αναφοράς (χαραγμένο γιά μία διαδι
κασία ολοκληρώσεως σέ μία οικονομία μέ υψηλούς ρυθ
μούς αναπτύξεως) πού χαρακτήριζε τήν αρχική περίοδο
τής εφαρμογής τών κανόνων τού ανταγωνισμού, έχει
αλλάξει.
Οί θεμελιώδεις μεταβολές πού επήλθαν κατά τά τελευ
ταία χρόνια στην εξέλιξη τής κοινοτικής καί διεθνούς
οικονομίας, είχαν πολύ βαθειές επιπτώσεις σέ κοινωνικό
επίπεδο καί επίπεδο παραγωγής μέσα σέ μία μή ολο
κληρωμένη ακόμη Κοινότητα.
Κάτω άπό αυτές τίς συνθήκες, ή εφαρμογή τών κανόνων
τοΰ ανταγωνισμού δέν μπορεί νά αποτελεί έναν τομέα
αδιαπέραστο άπό τίς απαιτήσεις ή τά συμβάντα οικονο
μικού καί κοινωνικού χαρακτήρος (άρ. 3.3.) καί επο
μένως πρέπει νά λαμβάνεται υπόψη τό νέο πλαίσιο μέσα
στό όποιο εξελίσσεται ή κοινοτική δυναμική στό σύνολο
της.
Γ ι 'αυτόν τό λόγο, θά ήταν ευκταίο, ή Επιτροπή τών
Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων νά πληροφορεί καί νά συμβου
λεύεται ιδιαίτερα τίς οργανώσεις εργοδοτών καί εργαζο
μένων γιά τήν πολιτική τοΰ άνταγωνισμοΰ. Έν προκει
μένω, ή Οικονομική καί Κοινωνική Επιτροπή συνιστά
έναν προνομιοΰχο χώρο γιά τήν πληροφόρηση καί δια
βούλευση τοΰ συνόλου τών κοινωνικοεπαγγελματικών
κατηγοριών.
3.2. Πληθωρισμός, κοινωνικά προβλήματα καί ενερ
γειακή κρίση
Ή παρούσα οικονομική καί κοινωνική κατάσταση
χαρακτηρίζεται, μεταξύ άλλων, άλλα κυρίως, άπό χρόνιο
πληθωρισμό, άπό αύξηση τής ανεργίας καί επίσης άπό
τίς πολλαπλές συνέπειες της ενεργειακής κρίσεως. Μία
πολιτική τοΰ ανταγωνισμού πρέπει νά λαμβάνει υπόψη,
κυρίως, τρεις ζωτικές δψεις τής παρούσας συγκυρίας.
Ό σ ο ν άφορα τόν πληθωρισμό, μία σθεναρή πολιτική
τοΰ ανταγωνισμού μπορεί, καί αυτή, νά συμβάλει στή συ
γκράτηση του, Ιδίως ευνοώντας, μεταξύ άλλων, τήν
ορθολογική οργάνωση τής παραγωγής καί τήν κινητι
κότητα, τόσο τοΰ παράγοντος «εργασία» όσο καί τοΰ
παράγοντος «κεφάλαιο», μέ τίς θετικές επιπτώσεις πού
προκύπτουν στό κόστος καί στίς τιμές καί εντείνοντας
επίσης τους έλεγχους γ ιά τήν αποφυγή τών καταχρή
σεων καί γιά τήν κατάργηση τών τεχνητών εμποδίων
πού δημιουργοΰν στρεβλώσεις καί νοθεύουν τόν ανταγω
νισμό (')·
Ό σ ο ν άφορα τά κοινωνικά προβλήματα, ή ανακατα
νομή τοΰ έργατικοΰ δυναμικού εντός τής Κοινότητος θ ά
έπρεπε νά κατευθύνεται προς τους ύπό επέκταση τομείς.
Επίσης, ή εναρμόνιση (2) τών συστημάτων κοινωνικής
ασφαλίσεως (3) θά έπρεπε νά επιδιωχθεί σθεναρότερα,
χωρίς νά αγνοείται ό υπολογισμός τής σπουδαιότητας
τών διαφορετικών συστημάτων τών βιομηχανικών σχέ
σεων, ιδιαίτερα σέ συνάρτηση μέ τά προβλήματα τής
επικείμενης διευρύνσεως τής Κοινότητος.
Μία πολιτική ανταγωνισμού πρέπει επιπλέον νά ασχο
λείται μέ τίς μεγάλες διαφορές μεταξύ τών τιμών ενερ
γείας στά διάφορα Κράτη μέλη (4). Έ δ ώ επίσης είναι
απαραίτητη ή προώθηση τής εναρμονίσεως τών φορολο
γικών συστημάτων σ' αυτόν τόν τομέα καί ή προαγωγή
αυξημένης διεθνοΰς συνεργασίας μέ σκοπό τήν πραγμα
τοποίηση ορθότερου υπολογισμού τών αναγκών καί ικα
νοποιητικότερης ισορροπίας μεταξύ προσφοράς καί
ζητήσεως.
3.3. Κατευθύνσεις τον δικαστηρίου
Ή Επιτροπή τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων καί τό
Δικαστήριο έχουν ήδη δείξει ανταπόκριση γ ιά τίς οικο
νομικές καί κοινωνικές ανάγκες (5). Τέτοια είναι ή ρεαλι
στική καί οξυδερκής πολιτική πού πρέπει νά ακολου
θείται.
"Εχει αναγνωρισθεί, ίδίως κατά τόν ορισμό τής προωθή
σεως «τής τεχνολογικής ή οικονομικής προόδου» πού
αναφέρεται στό άρθρο 85 (3), δτι πρέπει να λαμβάνεται
υπόψη μεταξύ άλλων:
α) ή δυνατότης, γ ιά τά μέρη, νά προγραμματίζουν,
μακροπρόθεσμα, μέ αυξημένη ακρίβεια, τήν παρα-
(') Τέταρτο πρόγραμμα μεσοπρόθεσμης οικονομικής πολιτικής
(1976-1980, μέρος III, σημ. 6) (ΕΕ αριθ. ί 101 της 25. 4. 1977,
σ. 22).
(2) ΕΕ αριθ. Ο 205 της 14. 8. 1979, σ. 4 (γραπτή ερώτηση αριθ.
15/79, σημ. 5 τΐ|ς απαντήσεως).
(3) ΕΕ αριθ. Ο 301 τΐ|ς 3. 12. 1979, σ. 29 (γραπτή ερώτηση αριθ.
649/79, παραγρ. 4 καί 5 τής απαντήσεως).
(4) ΕΕ αριθ. Ο 131 τί|ς 2. 6. 1980, σ. 35 (γραπτή ερώτηση αριθ.
1708/79).
(5) Συλλογή Νομολογίας τοΟ Εύρωπαϊκοϋ Δικαστηρίου 1980,
α 2691.
'ΑριΟ. Ο 322/8 Επίσημη Εφημερίδα τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων 10.12.81
γωγή καί την πώληση, καί έτσι νά περιορίζουν τους
κινδύνους διακυμάνσεων της αγοράς καί νά μειώνουν
τό κόστος παράγωγης αποθηκεύσεως καί εμπορίας"
6) ή προστασία της απασχολήσεως πού εντάσσεται σ'
ένα γενικότερο πλαίσιο σταθερότητος ιδίως δταν ή
οίκονομική συγκυρία είναι δυσμενής (').
Τό Δικαστήριο, αναγνωρίζοντας τήν πρωταρχική ανά
γκη άποτελεσματικοΟ άνταγωνισμοϋ (Πραγματοποιή
σιμος ανταγωνισμός) (2), έχει επίσης διασαφηνίσει δτι,
«ή φύση καί ή ένταση τοΟ ανταγωνισμού μπορούν νά
μεταβάλλονται σέ συνάρτηση μέ τά ανάλογα προϊόντα
καί υπηρεσίες καί σέ συνάρτηση μέ τήν οίκονομική
διάρθρωση των σχετικών τομέων της άγορας». Όσον
άφορα τίς τιμές, τό Δικαστήριο έχει επίσης ορίσει δτι
δέν πρέπει νά δίδεται στον ανταγωνισμό τών τιμών από
λυτη προτεραιότης σέ δλες τίς περιστάσεις (3).
Οί αποφάσεις αυτές αποδεικνύουν τήν επίγνωση τοΟ
αδυνάτου της εφαρμογής τών κανόνων τοΰ ανταγω
νισμού «ίη νίίΓο» καί τής ανάγκης ακριβούς τους ρυθμί
σεως μέ ρεαλιστικό τρόπο, μέσα στό πλαίσιο της πραγ
ματικής οικονομικής καί κοινωνικής πραγματικότητος
σέ ένα καθορισμένο χρονικό σημείο.
Ιδιαίτερα, είναι σαφές δτι οί επιχειρήσεις τής Κοι
νότητος δέν απολαύουν άε ίααο τών ίδιων δρων, δσον
άφορα τήν πρόσβαση (στή χρηματοδοτική αγορά,
εθνική καί διεθνή, στην αγορά εργασίας στην έρευνα
καί στην ανάπτυξη), τό μέγεθος (τόσο άπό τή σκοπιά
τής παραγωγής δσο καί τής εμπορίας), τό φορολογικό
σύστημα καί τήν κοινωνική ασφάλιση, τίς υποδομές τίς
μεταφορές καί τίς πηγές ενέργειας.
Μία πολιτική ανταγωνισμού μπορεί νά αποβαίνει αποτε
λεσματικότερη δταν είναι σέ θέση νά λαμβάνει υπόψη
τίς διάφορες πραγματικότητες χωρίς παράλληλα νά
παύει νά επιδιώκει τήν εξασφάλιση τών ευνοϊκότερων
δρων γιά τίς αναγκαίες μεταβολές.
3.4. Συντονισμός τών πολιτικών
Έ ά ν υπάρχει συμφωνία γ ιά τήν δλη θεώρηση, τήν αλλη
λεξάρτηση καί τήν ανάγκη ύπολογισμοΟ τών δυσχερειών
πού προέρχονται άπό τίς διαφοροποιημένες οικονομικές
καί κοινωνικές καταστάσεις μέσα στον κοινοτικό χώρο,
πρέπει επίσης νά επισημαίνεται ή συμφωνία για τήν
ανάγκη — μέ σκοπό τήν πραγματοποίηση τών στόχων
τής συνθήκης — νά θεωρείται ή κατάσταση του
«ανόθευτου ανταγωνισμού» στην Κοινότητα σάν ένας
(') Συλλογή Νομολογίας τοϋ Ευρωπαϊκού" Δικαστηρίου 1977,
σ. 1914.
(2) Βλ. άνωτ., σ.σ. 1901-1903.
(3) Βλ άνωτ., σ. 1903.
απαραίτητος δρος γιά τήν προσαρμογή τών βιομηχα
νικών δομών, οι όποιες ολοένα έρχονται σέ αντίθεση
μεταξύ τους σέ μία ανοικτή αγορά.
Μία πολιτική ανταγωνισμού μ' αυτό τόν προσανατο
λισμό, τονώνει τήν ανταγωνιστικότητα τών κοινοτικών
επιχειρήσεων καί διευκολύνει μία στρατηγική βιομηχα
νικής αναδιαρθρώσεως τολμηρή καί οξυδερκή, πού νά
αποβλέπει κατά κύριο λόγο στή δυνάμωση τών βιομηχα
νικών δομών τής Κοινότητος.
Εκείνο πού είναι απόλυτα αναγκαίο, είναι ό στενός συ
ντονισμός ιδίως μέ τή συνολική καί κατά τομέα βιομη
χανική πολιτική, μέ τήν κοινωνική, περιφερειακή (4) καί
εμπορική πολιτική τής Κοινότητος καθώς καί μέ τήν
κοινή γεωργική πολιτική.
Ή Επιτροπή τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων σέ ορισμένες
περιπτώσεις έχει ανταποκριθεί στον υπολογισμό αυτής
τής ανάγκης (5).
Στά προγράμματα γιά τό 1978 καί 1979, είχε δοθεί
έμφαση στην πολιτική τών διαρθρωτικών παρεμβάσεων
στους τομείς πού αντιμετώπιζαν προβλήματα (χάλυβας,
ναυπηγεία, κλωστοϋφαντουργικά υποδήματα, χαρτί)
καθώς καί στην κατάρτιση εκθέσεων καί στην ανάληψη
πρωτοβουλιών γιά τους «τομείς αναπτύξεως» πού απο
σκοπούσαν στην προώθηση της οίκονομικής επεκτά
σεως, καί έτσι στην αύξηση τών δυνατοτήτων απασχολή
σεως στή βιομηχανία καί στον τριτογενή τομέα (εναλ
λακτικές πηγές ενεργείας αεροναυτική, τηλεπικοινωνίες
πληροφορική, ηλεκτρονική).
Μία πολιτική ανταγωνισμού θά έπρεπε νά εύνοεϊ μία
προσέγγιση καί μία διαχείριση, συντονισμένες γιά τήν
εξυπηρέτηση αυτών τών προβλημάτων.
3.5. Περιφερειακές ανισότητες καί αναδιάρθρωση
Πρέπει επίσης νά αποφεύγεται απολύτως ή αύξηση τής
ακαμψίας τών οργάνων τής Κοινότητος, ή οποία
δημιουργεί εμπόδια στην αναδιάρθρωση τών παραγω
γικών βιομηχανιών.
Μεταξύ τών παραγόντων της α κ α μ ψ ί α ς εκείνοι πού
απορρέουν άπό περιφερειακές ανισότητες εντός τής Κοι
νότητος, είναι οί σοβαρότεροι καί οι πιό καθοριστικοί.
Ή πολιτική τοΰ ανταγωνισμού σέ περιφερειακό επίπεδο,
πρέπει νά σέβεται, ά φ ' ενός μέν, τίς απαιτήσεις πού συν
δέονται μέ ορισμένες προτεραιότητες, καί, ά φ ' έτερου, νά
συμβάλει ώστε αυτές οί περιφερειακές ανάγκες έξισορ-
ροπήσεως καί αναπτύξεως νά ενταχθούν σαφώς στό
πλαίσιο μιας συνολικής πολιτικής στην οποία ή κοινω
νική πολιτική πρέπει εξίσου νά προσφέρει τή συμβολή
(4) Ψήφισμα τοΟ Ευρωπαϊκοί) Δικαστηρίου έπί της 8ης εκθέσεως
τής Ευρωπαϊκής Επιτροπής περί τής πολιτικής τοϋ άνταγω
νισμοϋ (ΕΕ αριθ. Ο 85 τής 8. 4. 1980, σ. 43, σημ. 21).
(5) ΕΕ αριθ.
αριθ. 710/79, σημ. 1 καί 2 τής απαντήσεως).
10.12.81 Επίσημη Εφημερίδα τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων Αριθ. Ο 322/9
της, γιά νά αποφεύγονται οι αντιφάσεις καί οί αργοπο
ρίες.
Γιά νά λαμβάνει υπόψη, μέ ρεαλιστικό τρόπο, την οίκο-
νομική καί κοινωνική κατάσταση, ή πολιτική ανταγω
νισμού πρέπει νά εμπνέεται άπό κριτήρια διαβαθμίσεως
καί συνοχής κατά τήν επιδίωξη στόχων, τόσο γενικών
δσο καί μεσοπρόθεσμων. Μιά τέτοια προσπάθεια συντο
νισμού" καί εναρμονίσεως πρέπει νά εξασφαλίζεται σέ
ένα νέο επίπεδο συνεργασίας τών ανωτέρων υπαλλήλων
τών άμεσα ενδιαφερομένων Γενικών Διευθύνσεων, πού
θά επέτρεπε μία αξιολόγηση καί έναν έκ τών προτέρων
έλεγχο προκαταρκτικών εκτιμήσεων κατά τή λήψη
τελικής αποφάσεως άπό τήν Επιτροπή (')•
4. Μικτή οίκονομία — Διαφάνεια — Ενισχύσεις
4.1. Μικτή οίκονομία
Είναι πλέον αναγνωρισμένη πραγματικότης δτι ή οίκο
νομία πολυαρίθμων χωρών χαρακτηρίζεται άπό τήν
παρουσία της δημοσίας εξουσίας, τής οποίας βέβαια τό
πεδίο δράσεως καί ή έκταση του διαφέρει άπό χώρα σέ
χώρα.
Σέ ορισμένα Κράτη μέλη, αυτό τό χαρακτηριστικό έχει
παλαιές Ιστορικές καί κοινωνικοπολιτικές ρίζες καί
καθορίζει, μέ διαφορετικό τρόπο, τίς οικονομικές επι
λογές καί τίς εθνικές πολιτικές.
Ιδιαίτερα, είναι ιστορική αλήθεια δτι, άπό πολύ καιρό,
πολυάριθμα κράτη συμμετέχουν ενεργά, άν καί σέ δια
φορετικό βαθμό, στην οίκονομική ζωή διά μέσου επι
χειρήσεων τίς όποιες ελέγχουν απόλυτα ή έν μέρει.
Τό δικαίωμα τών Κρατών μελών νά επιδιώκουν — καί
διαμέσου επιχειρήσεων ολικής ή μερικής συμμετοχής
δημοσίων κεφαλαίων — στόχους οικονομικής καί
κοινωνικής προόδου, δέν θά μπορούσε νά τεθεί ύπό
αμφισβήτηση.
Όμως, πρέπει νά αναγνωρίζεται δτι, έστω καί σ' αυτές
τίς περιπτώσεις, οί κανόνες τοΟ ανταγωνισμού πρέπει νά
εφαρμόζονται, έκτος βέβαια άπό καταστάσεις δπου
εφαρμόζεται ή έννοια «δημόσια υπηρεσία», στό μέτρο
πού αυτή ανταποκρίνεται σέ μία έννοια γενικού συμφέ
ροντος (άρθρο 90.2 τής συνθήκης).
Άπό τήν άποψη αυτή, είναι έξαλλου καταληπτό δτι θά
μπορούσε νά άνέκυπτε τό πρόβλημα — βασικό γιά τήν
καλή λειτουργία δλου τοΰ συστήματος τής ίσότητος
(') Γνώμη της Οικονομικής καί Κοινωνικές Επιτροπής γιά τήν
πρόταση κανονισμοί) τοΟ Συμβουλίου περί έλεγχου τών συ
γκεντρώσεων επιχειρήσεων (ΕΕ αριθ. Ο 88 της 26. 7. 1974, σ.
21, σημ. VI).
μεταχειρίσεως μεταξύ ιδιωτικών καί δημοσίων επιχειρή
σεων, δταν συναγωνίζονται μέσα στην ίδια αγορά (2).
Αυτή ή ίσότης δέν μπορεί νά εξασφαλισθεί παρά μόνο
μέ τήν εξάλειψη τών ένδοχομένων φορολογικών καί
οικονομικών διακρίσεων, τών προτιμησιακών δρων ή
τών μέτρων ίσοδυνάμου αποτελέσματος.
Ή πολιτική τοΰ ανταγωνισμού διαδραματίζει έναν ρόλο
εξίσου θεμελιώδη σ' αυτό τόν τομέα.
4.2. Διαφάνεια.
Ιδιαίτερα, οί οικονομικές σχέσεις ματαξύ τής δημοσίας
εξουσίας καί τών επιχειρήσεων δημοσίου κεφαλαίου
πρέπει νά είναι διαφανείς, τόσο αναφορικά μέ τόν άμεσο
ή έμμεσο προορισμό τής διαθέσεως τών δημοσίων
πόρων, δσο καί μέ τήν αποτελεσματική χρησιμοποίηση
τών πόρων αυτών. Μία πρόσφατη οδηγία τής Επιτροπής
μ' αυτή τήν έννοια, επιτυγχάνει ήδη έν μέρει αυτούς τους
στόχους (3).
Ή υποχρέωση διαφάνειας δέν πρέπει δμως νά ερμη
νεύεται, οΰτε'νά εφαρμόζεται, σάν κριτήριο διακρίσεως
μεταξύ δημοσίας καί ιδιωτικής επιχειρήσεως. Ή υπο
χρέωση αυτή ανταποκρίνεται αποκλειστικά στην αρχή,
σύμφωνα μέ τήν οποία οί επιχειρήσεις δημοσίου κεφα
λαίου οφείλουν, καί αυτές, νά παρέχουν έναν ορισμένο
αριθμό πληροφοριών γιά τίς οικονομικές σχέσεις τους μέ
τό κράτος, έστω καί άν δέν υπάρχουν μέτοχοι πού νά τίς
ζητούν.
Ή ισοτιμία τών δρων, σέ σχέση μέ τήν αγορά, μεταξύ
τών δημοσίων καί ιδιωτικών επιχειρήσεων, θά ευνοούσε
έναν ανταγωνισμό ανόθευτο καί αυξημένο. "Εξάλλου,
έκεΐ δπου υπάρχουν ανάγκες προτεραιότητος κοινωνικού
χαρακτήρος (σέ επίπεδο επιχειρήσεως, περιφερείας, ή
τομέως), θά πρέπει νά καθίσταται δυνατή ή παροχή μιας
σαφούς αιτιολογήσεως καί ενός προγράμματος πού θά
προβλέπει, μέσα σέ εύλογη προθεσμία, τή σταδιακή
κατάργηση τών ενδεχομένων προνομίων.
Είναι σαφές δτι ή αρχική εξαίρεση ορισμένων τομέων —
πού προβλέπεται στην πρόσφατη οδηγία — πρέπει νά
θεωρείται μεταβατική* ή υποχρέωση «διαφάνειας» θά
πρέπει νά επεκταθεί μέσα στή συντομότερη προθεσμία,
κυρίως στους τομείς τών πιστώσεων, τών ασφαλίσεων
καί τής χορηγήσεως ενεργείας.
(2) Ψήφισμα τοΟ Ευρωπαϊκού" Κοινοβουλίου έπί τής 8ης εκθέ
σεως τής Ευρωπαϊκής Επιτροπής περί τής πολιτικής τοϋ άντα-
γωνισμοϋ (ΕΕ αριθ. Ο 85 της 8. 4. 1980, σ. 42, σημ.16).
(3) Όδηγία της "Επιτροπής ττ)ς 25. 6. 1980 περί τής διαφάνειας
τών οικονομικών σχέσεων μεταξύ τών Κρατών μελών καί
τών δημοσίων επιχειρήσεων των (ΕΕ αριθ. ί 195 τής
29. 7. 1980, σ. 35).
Αριθ. Ο 322/10 Επίσημη Εφημερίδα
4.3. Πολιτική ανταγωνισμού καί ενισχύσεως
Ύπό την επιφύλαξη τών απαγορεύσεων αρχής πού αναφέ
ρονται στό άρθρο 92 παράγραφος 1, στό θέμα των «ενι
σχύσεων», ή παρούσα οίκονομική καί κοινωνική κατά
σταση των Κοινοτήτων απαιτεί έν τούτοις ανανεωμένη
προσοχή έναντι τής ερμηνείας καί τής εφαρμογής των
άπογορεύσεων αυτών. Ιδιαίτερα, ή παράγραφος 3 τοϋ
άρθρου 92 πρέπει νά μπορεί νά εφαρμόζεται μέ συνε
κτικό καί ολοένα αυστηρότερο τρόπο, λαμβάνοντας
υπόψη τους στόχους τής ενισχύσεως καί τίς ειδικές
καταστάσεις, εθνικές ή περιφερειακές.
Δεδομένου δτι ένας μεγάλος αριθμός παραγόντων διατί
θεται προς αξιολόγηση, θά ήταν έν τούτοις χρήσιμο γιά
τά Κράτη μέλη καί γιά τίς επιχειρήσεις, νά μπορούν νά
γνωρίζουν, λεπτομερώς καί κατά περιόδους, τά συμβιβά
σιμα κριτήρια, τά όποια ή Επιτροπή θεωρεί δτι πρέπει
νά υιοθετεί στό μέτρο πού μεταβάλλεται ή γενική καί
κατά τομείς κατάσταση τής κοινοτικής οίκονομίας. Έδώ
επίσης, μιά αυξημένη «διαφάνεια», άφ' ενός, θά αποθάρ
ρυνε μάλλον τίς αιτήσεις γιά κρατικές ενισχύσεις καί,
άφ' έτερου, θά καθιστοΟσε δυνατή κυρίως.τήν αποφυγή
καλυμμένων καθεστώτων καί θά ευνοούσε τή συνοχή
τών παρεμβάσεων μέ τους στόχους τής συνθήκης. Καί
τούτο σ' δλα τά επίπεδα, εθνικά καί τοπικά (').
Έξαλλου, ανεξάρτητα άπό τή μορφή καί τους τρόπους
τών άμεσων καί δηλωμένων «ενισχύσεων», υπάρχουν
εξίσου μερικές ή ολικές αποδόσεις ποσών πού επενδύ
ονται άπό τίς επιχειρήσεις -νομικά ιδιωτικές- γιά διαφό
ρους λόγους, ίδίως γιά έρευνες καί καινοτομίες.
Στην παρούσα κατάσταση κρίσεως, πού δέν μπορεί νά
επιλυθεί παρά μόνο μέ τή βελτίωση τής ανταγωνιστι
κότητος, ή πολιτική τού ανταγωνισμού πρέπει νά αποδέ
χεται τήν ύπαρξη τής καταλλήλου υποστηρίξεως γιά
έρευνες καί καινοτομίες, καί τούτο βέβαια γιά νά δια
σφαλίσει στίς επιχειρήσεις τήν ισοτιμία δρων μέ τίς επι
χειρήσεις τρίτων χωρών, άπό τίς όποιες -χώρες- ορι
σμένες προβλέπουν συγκεκριμένα κίνητρα προς αυτή τήν
κατεύθυνση.
Μέ αυτόν τόν τρόπο, οι κατάλληλοι γιά τή βελτίωση τής
ανταγωνιστικότητος τών επιχειρήσεων δροι προάγονται,
καί αυτοί, επίσης.
Σέ δλες αυτές τίς περιπτώσεις, πρέπει εξίσου νά διασφαλί
ζεται ή διαφάνεια, ακριβώς δπως στην περίπτωση τών
προτιμησιακών σχέσεων μεταξύ ιδιωτικών επιχειρήσεων
καί τραπεζών ή τών χρηματοδοτικών κονσόρτιουμ, μέ
πλειοψηφία δημοσίων κεφαλαίων.
(') ΕΕ αριθ. Ο 160 τής 30. 6. 1980, σα 20-21 (γραπτή ερώτηση
αριθ. 1695/79, τρίτη παράγραφος τής απαντήσεως).
Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων 10.12. 81
5. Ή πρακτική τών επιχειρήσεων
5.1. Ή κατάτμηση καί ή αποκέντρωση παραγωγικών
επενδύσεων, πού ήδη πραγματοποιούνται ή είναι ευ
κταίο νά πραγματοποιηθούν σέ ορισμένους τομείς,
καθώς επίσης καί ή εντεινόμενη επιδείνωση τών δυσχε
ρειών καί τών δομών πού διέπουν τήν πρακτική τών επι
χειρήσεων μεγάλου μεγέθους υπαγορεύουν τήν ανάγκη
πολιτικής ανταγωνισμού πού νά διασφαλίζει περισσό
τερο τήν ελεύθερη πρόσβαση στην αγορά, νά αποφεύγει
τίς καταχρήσεις καί νά ευνοεί τή συνεργασία, όχι μόνο
μεταξύ μικρομεσαίων επιχειρήσεων άλλα εξίσου μεταξύ
εκείνων καί επιχειρήσεων μεγάλου μεγέθους (2).
Ή Επιτροπή τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων έχει ήδη
δείξει ενδιαφέρον προς αυτή τήν κατεύθυνση, δχι μόνο
καταργώντας ορισμένα εμπόδια τεχνικού, διοικητικοϋ
καί νομικού χαρακτήρος, άλλα εξίσου ευνοώντας τή συ
νεργασία, κυρίως μεταξύ τών μικρομεσαίων επιχειρή
σεων. Οί μικρομεσαίες επιχειρήσεις, συνιστούν πράγματι
τήν κατηγορία επιχειρήσεων μέ τή μεγαλύτερη κινητι
κότητα, ευκρίνεια καί ευελιξία έναντι τών αναγκών τής
αγοράς τής πολυμορφίας τών κινδύνων, καί τών καινο
τομιών.
Ό μεγάλος αριθμός τους, ό γεωγραφικός τους διασκορ
πισμός, καθώς καί τό πνεύμα πρωτοβουλίας τών επικε
φαλής τους, μποροϋν νά τονώσουν τόν ανταγωνισμό καί
νά προσφέρουν δυνατότητες επιλογής καί ευχέρεια προμή
θειας ίδιαίτερα σέ ορισμένες κατηγορίες καταναλωτών.
Όμως ή αξιοποίηση τού ρόλου τών μικρομεσαίων επι
χειρήσεων, μέ τήν παροχή επαρκών μέσων υποστηρίξεως
καί τονώσεως πρέπει νά πραγματοποιείται μέ πλήρη
σεβασμό τών κανόνων τού ανταγωνισμού.
Τό μέγεθος τών μικρομεσαίων επιχειρήσεων μπορεί μέν
νά διευκολύνει τήν ταχεία καί σχετικά οίκονομική προ
σαρμογή τους στίς μεταβαλλόμενες ανάγκες τής αγοράς
τίς καθίστα δμως περισσότερο ευπρόσβλητες δσον
άφορα τήν πρόσβαση στή χρηματοδοτική αγορά καί
στον εφοδιασμό καθώς καί έναντι ενδεχομένων καταχρή
σεων οίκονομικής καί εμπορικής πρακτικής. Είναι συ
νεπώς προς τό συμφέρον τής διατηρήσεως ενός
καθεστώτος μή νοθευμένου καί αποτελεσματικού αντα
γωνισμού, νά προστατευθούν οί μικρομεσαίες επιχειρή
σεις άπό τέτοιες ενέργειες μέ κατάλληλα νομοθετικά καί
διοικητικά μέτρα, καθώς καί διά τής δικαστικής όδοΰ,
παράλληλα μέ τή μεγαλύτερη εφαρμογή προς δφελός
τους τής έννοιας τών «κατά τομείς ύπό επισκόπηση
αγορών» κατά τήν εκτίμηση τής ανταγωνιστικής θέσεως
επιχειρήσεων περισσότερο σπουδαίων.
(2) Γνώμη τΐ)ς Οίκονομικής καί Κοινωνικής Επιτροπής γιά τήν
- έκθεση περί ορισμένων διαρθρωτικών πτυχών τής οικονο
μικής αναπτύξεως (ΕΕ αριθ. ^ 146 τής 16. 6. 1980, σημ.
2.4.3.3.).
10. 12. 81 Επίσημη Εφημερίδα τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων Αριθ. 0 322/11
Οί εντεινόμενες δυσκολίες προσαρμογής στίς μεταβολές
τής ανταγωνιστικής αγοράς εντός καί έκτος της Κοι
νότητος Μ επιβάλουν στίς επιχειρήσεις μεγάλου μεγέ
θους αξιοσημείωτες προσπάθειες αναδιαρθρώσεως τής
οργανώσεως και τοΟ μηχανισμοϋ παραγωγής, καθώς
επίσης καί μία νέα στρατηγική στό θέμα τής συνεργα
σίας, τόσο τής καθέτου δσο καί τής οριζοντίου, πού
σκοπό θά έχει τόν περιορισμό των δαπανών καί τήν επί
τευξη μαγαλύτερης αποτελεσματικότητος. Δέν είναι λιγό
τερο εύκαιρο νά διεξάγονται αποτελεσματικοί έλεγχοι,
μέ σκοπό τήν αποφυγή τών κινδύνων τους οποίους
μπορεί νά συνεπάγεται ή εξέλιξη τής παραγωγικής ή
οικονομικής συγκεντρώσεως.
5.2. Έ ν τούτοις, τά πολυάριθμα νομικά καί φορολο
γικά εμπόδια πού υπάρχουν ακόμη καί σήμερα, λειτουρ
γούν σάν τροχοπέδη τών αποτελεσματικότερων μορφών
συνεργασίας μεταξύ τών επιχειρήσεων στον τομέα τής
έρευνας, τής καινοτομίας καί τών υπηρεσιών.
5.3. Ή ρύθμιση πού άφορα τήν «εξαίρεση κατά κατη
γορία» τών συμφωνιών τών σχετικών μέ παροχή άδειων
εκμεταλλεύσεως διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας, πού βρί
σκονται ακόμη στό στάδιο τής καταρτίσεως, θ ά πρέπει
νά συμβάλει στην ορθολογική αντιμετώπιση τών προ
βλημάτων πού προκύπτουν άπό τήν εφαρμογή τοΟ
άρθρου 85 παράγραφος 3. Ή πρόταση αυτή κανονισμού
θά πρέπει επίσης νά εξασφαλίσει καθαρότητα, αύξουσα
νομική ασφάλεια καί, κυρίως, νά δημιουργήσει ευνοϊκό
τερο κλίμα γιά τήν έρευνα, τήν ανάπτυξη καί τή μετα
φορά τεχνολογίας (')·
Είναι λοιπόν ευκταίο, ή ύπό μελέτη ρύθμιση — χωρίς νά
αποθαρρύνει επιχειρήσεις να συνάπτουν συμφωνίες μέ
αντικείμενο τά διπλώματα ευρεσιτεχνίας — νά ανα
γνωρίσει στά «διπλώματα ευρεσιτεχνίας» καί στή
«βιομηχανική ιδιοκτησία» τόν οργανικό ρόλο τους στον
ανταγωνισμό καί στην τεχνική καί οίκονομική πρόοδο.
Ό λ ε ς οι επιχειρήσεις, χωρίς διάκριση μεγέθους, πρέπει
νά είναι σέ θέση νά συμμετέχουν στην ανταλλαγή τής
τεχνολογίας καί τών γνώσεων. Μιά ενεργητικότερη
αγορά «άδειων» — συνδυαζόμενη μέ καθεστώς επαρ
κούς προστασίας τών δικαιωμάτων ιδιοκτησίας — συ
νιστά εξίσου πρωταρχικό καί αναγκαίο δρο μιας ευ
κταίας επιταχύνσεως τής διαδικασίας καινοτομίας, πού
στηρίζεται επίσης στίς κατάλληλες τονώσεις τής έρευνας.
5.4. Στον τομέα τής διανομής, ή πολιτική τού ανταγω
νισμού θ ά πρέπει νά λάβει υπόψη της, ιδιαίτερα, τήν
πρωταρχική ανάγκη ορθολογικής συστηματοποιήσεως
τών κατευθύνσεων καί τών μεθόδων, αποφεύγοντας
καταχρηστικές εκμεταλλεύσεις πού θ ά μπορούσαν νά
επιδράσουν στό επίπεδο τών τιμών λιανικής πωλήσεως.
(') Πρόταση κανονισμοί) τής Επιτροπής περί εφαρμογής τοϋ
άρθρου 85 παράγραφος 3 τής συνθήκης σέ κατηγορίες
συμφωνιών σχετικών μέ την παροχή άδειων εκμεταλλεύσεως
διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας (ΕΕ αριθ. 0 58 τής 3. 3. 1979,
σ. 12).
Ή άποκλειστικότης καί ή έπιλεκτικότης θ ά πρέπει νά
αξιολογούνται σύμφωνα μέ τίς θετικές επιπτώσεις τους
σέ τομείς δπου αντικειμενικοί λόγοι δικαιολογούν μιά
διάρθρωση διανομής Ιδιαίτερα οργανωμένη καί εξειδι
κευμένη, σέ σχέση ιδίως μέ τά ίδιαίτερα χαρακτηριστικά
τού προϊόντος (2), καί τίς ευθύνες τού παραγωγού.
Ή πλειονότης τών μορφών τού εμπορίου καί ή ύπαρξη
τών μικρομεσαίων επιχειρήσεων πρέπει νά διασφαλί
ζονται.
5.5. Ό σ ο ν άφορα τίς «συμφωνίες» ή παρούσα οίκονο
μική κατάσταση τής Κοινότητος φανερώνει τήν ανάγκη
μιας πολιτικής ανταγωνισμού ή οποία, στό πλαίσιο τών
αναδιαρθρώσεων τομέων ή επιχειρήσεων, εφαρμόζει τίς
εξαιρέσεις πού προβλέπονται στό άρθρο 85 παράγραφος
3 — μέχρις ικανοποιητικής έξισορροπήσεως — στίς ενδε
χόμενες μεροληπτικές συμφωνίες πού συνάπτονται
επίσης μεταξύ ανταγωνιστών καί πού αποβλέπουν στην
αύξηση τής ανταγωνιστικότητος τών προϊόντων, κυρίως
έναντι τού έκτος τής Κοινότητος ανταγωνισμού (3).
Ιδιαίτερη επαγρύπνηση θ ά συνεχίσει νά επιβάλλεται γιά
τήν αποφυγή καταχρηστικής εκμεταλλεύσεως δεσπο
ζούσης θέσεως.
5.6. Ώ ς προς τό φαινόμενο τών συγκεντρώσεων μεταξύ
τών επιχειρήσεων, πρέπει νά ληφθεί υπόψη ή παραγωγή
άνομοίων αποτελεσμάτων μιας ενδεχομένης ρυθμίσεως
πού δέν θ ά περιείχε τήν ευελιξία ούτε τή διαβάθμιση,
ρεαλιστικές καί αναγκαίες, τόσο ώς προς τή σύλληψη
της δσο καί ώς προς τήν εφαρμογή της.
Πρέπει νά λαμβάνονται υπόψη, ίδιαίτερα, οί διαφορές
τής καταστάσεως μεταξύ τών Κρατών μελών, πού οφεί
λονται σέ Ιστορικούς καί κοινωνικοοικονομικούς λόγους
καί οί όποιες οδήγησαν σέ παραγωγικές δομές τής
άγορας καί ικανότητος διαφορετικές στους διαφόρους
τομείς καί, επομένως σέ διαφορετικούς βαθμούς συ
γκεντρώσεως.
"Αν καί πολυάριθμοι παράγοντες τόσο συγκυριακοί δσο
καί κατά τομέα — συνδεδεμένοι έξαλλου έπί τού
παρόντος μέ μία δύσκολη κατάσταση απασχολήσεως —
οδηγούν μέ κοινή συμφωνία στην προνομιακή θεώρηση
πολιτικών πού εξαιρούνται άπό τυπικές ή νομικές αύ-
στηρότητες πρέπει νά γίνει παραδεκτό δτι ένας έλεγχος
είναι αναγκαίος (4) (5).
(2) Συλλογή Νομολογίας τοϋ Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου 1977,
σ. 1903.
(3) Ψήφισμα τοϋ ΕύρωπαϊκοΟ Κοινοβουλίου έπί της καταστά
σεως τής ευρωπαϊκής αυτοκινητοβιομηχανίας, σημ. 2 (ΕΕ
αριθ. Ο. 28 τής 9. 2. 1981, σ. 21, σημ. 24).
(4) ΕΕ αριθ. Ο 192 τής 10. 8. 1978, σ. 21 (γραπτή ερώτηση αριθ.
210/78, σημ. 1 καί 2 της απαντήσεως).
(5) Γνώμη τής Οικονομικής καί Κοινωνικής Επιτροπής γιά τήν
πρόταση κανονισμού τού Συμβουλίου περί έλεγχου τής συ
γκεντρώσεως τών επιχειρήσεων, σημείο Ι — «Βασικές
Αρχές» (ΕΕ αριθ. Ο 88 τής 26. 7. 1974, σ. 20).
Αριθ. € 322/12 Επίσημη Εφημερίδα τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων 10.12.81
Ή πρόταση κανονισμοί), ακόμη ύπό εξέταση στό Συμ
βούλιο, μπορεί νά συστήσει ένα ικανοποιητικό πλαίσιο
αναφοράς στό μέτρο πού Μ λαμβάνει υπόψη μέ ρεαλι
στικό τρόπο τίς πολλαπλές δψεις τού προβλήματος (')·
5.7. Οι οδηγίες πού δέν έχουν ακόμη υιοθετηθεί στον
τομέα τον δίκαιον τών εταιριών, πρέπει νά υποβληθούν
ταχύτερα στίς διαδικασίες διαβουλεύσεως καί εγκρί
σεως, ένώ πρέπει νά αποφεύγεται παράλληλα ή επιθυμία
ρυθμίσεως όλων των προβλημάτων ταυτοχρόνως (2) (3).
Ή Επιτροπή θά έπρεπε, μεταξύ άλλων, νά επιμείνει στην
πρόταση κανονισμού αποβλέποντος στή δημιουργία
νομικού πλαισίου της Ευρωπαϊκής Ενώσεως Συνεργα
σίας, ή οποία αποδεικνύεται απολύτως κατάλληλη σέ
πολυάριθμες περιπτώσεις.
5.8. Ή εφαρμογή των κανόνων τού ανταγωνισμού στίς
επιχειρήσεις έχει επίσης μία άμεση οικονομική επίπτωση
στο κόστος μέσω των διαδικασιών καί των προθεσμιών
πού περιλαμβάνουν, παρατείνοντας τήν νομική
αβεβαιότητα καί επιφέροντας ζημία στά συμφέροντα
τών μερών.
Ή επιθυμητή επιτάχυνση τών διαδικασιών θά είχε,
έξαλλου, ώς αποτέλεσμα τή μείωση της αβεβαιότητος,
χωρίς έξ αυτού νά καθίσταται αναγκαία ή παραίτηση
άπό τή λεπτομερειακή ανάλυση τών γεγονότων καί άπό
τήν καλύτερη ποιότητα τών αποφάσεων.
Τό νομικό πλαίσιο στό σύνολο του θ ά έπρεπε νά βελ
τιωθεί μέ τήν καταλληλότερη πρόσβαση στους φακέλους
καί σέ περισσότερες πληροφορίες, μέ τό σεβασμό τού
απορρήτου χαρακτήρος ορισμένων έγγραφων, μέ
κατάλληλες προθεσμίες απαντήσεων, μέ προφορική
ακρόαση μέ ακριβέστερο προσδιορισμό τών προσφυγών
καί μέ λεπτομερέστερη έκθεση τών γεγονότων καί τών
αιτιολογήσεων (4) (5).
Προκειμένου γιά τίς περιπτώσεις πού δέν έχουν αποτε
λέσει αντικείμενο τυπικών αποφάσεων, θ ά ήταν επίσης
σκόπιμο νά μελετηθούν οι μέθοδοι καί οί διαδικασίες
πού θά επέτρεπαν τήν αύξηση της άντικειμενικότητος
τών αποφάσεων καί της πληροφορήσεως.
5.9. Έξαλλου, ένα έγκυρο μέσο τής πολιτικής αντα
γωνισμού είναι ή επίβλεψη τής θεμιτής πρακτικής τών
επιχειρήσεων στον τομέα τής διαφημίσεως (6).
(') ΕΕ αριθ. Ο 282 της 12. 11. 1979 (σσ. 5-6, γραπτή ερώτηση
αριθ. 225/79).
(2) Πρόταση 5ης οδηγίας περί της διαρθρώσεως καί τών κοινω
νικών οργάνων τών ανωνύμων εταιρειών (ΕΕ αριθ. Ο 131 της
13. 12. 1972, σ. 49).
(3) Τροποποιημένη πρόταση 7ης οδηγίας περί τοϋ ίσολογισμοϋ
της ομάδας επιχειρήσεων (ΕΕ αριθ. Ο 14 της 17. 1. 1979, σ. 2).
(4) Συλλογή Νομολογίας τοϋ Εύρωπαϊκοϋ Δικαστηρίου 1979,
σ. 462.
(5) Ψήφισμα τοϋ Εύρωπαϊκοϋ Κοινοβουλίου έπί της 8ης εκθέ
σεως της Ευρωπαϊκής Επιτροπής περί τής πολιτικής τοϋ αντα
γωνισμού (ΕΕ αριθ. Ο 85 της 8. 4. 1980, σημ. 20, σ. 43).
(6) Πρόταση οδηγίας τοϋ Συμβουλίου περί προσεγγίσεως τών
νομοθετικών, κανονιστικών καί διοικητικών διατάξεων τών
Κρατών μελών περί της απατηλής καί αθέμιτης διαφημίσεως
(ΕΕ αριθ. Ο 70 της 21. 3. 1978, σ. 4).
5.10. Συμπερασματικά, ώς προς τό πλαίσιο τής ρυθμί
σεως, τό Δικαστήριο επιβεβαίωσε, σέ διάφορες αποφά
σεις, τήν άμεση εφαρμογή τών απαγορεύσεων πού προ
βλέπονται στά άρθρα 85 καί 86, στίς εθνικές νομοθεσίες,
καί κατ' αρχήν ή υπεροχή τον κοινοτικον δίκαιον στό
εθνικό δίκαιο έχει ήδη επιτευχθεί μέ κοινή συμφωνία.
'Εάν ή εντεινόμενη εναρμόνιση μεταξύ τών εθνικών
δικαίων καί τού κοινοτικού δικαίου τείνει νά μειώσει, έν
πάση περιπτώσει, τόν θεωρητικό κίνδυνο συγκρούσεως,
είναι έν τούτοις ευκταίο, ή εξέλιξη τών εθνικών δικαίων
(πού δέν είναι έξαλλου εξίσου παρόντα σ' δλα τά Κράτη
μέλη) νά αναγνωρίζει τό αναγκαίο συμπλήρωμα μιας
αποκεντρωμένης καί αποτελεσματικής πολιτικής αντα
γωνισμού, ή οποία δέν θά απέκλειε μιά στενή συνερ
γασία μεταξύ τών Κρατών μελών.
6. Ή προστασία τών καταναλωτών
Μιά πολιτική ανταγωνισμού είναι συμπληρωματική μιας
κοινοτικής πολιτικής προστασίας τών καταναλωτών μέ
τήν οποία συνδέεται στενά (7).
Ή πληροφόρηση καί ή διαφάνεια τής αγοράς γενικά
αποτελούν θεμελιώδεις εγγυήσεις, πού έχουν γιά στόχο
νά επιτρέπουν στους καταναλωτές καί στίς επιχειρήσεις
νά πραγματοποιούν ελεύθερα τήν επιλογή τους. Ή
πληροφόρηση δέν πρέπει δμως νά προέρχεται αποκλει
στικά άπό τήν πλευρά τής προσφοράς: είναι αναγκαίο, ό
ΐδιος ό καταναλωτής νά διαθέτει τή δύναμη τών εναλ
λακτικών λύσεων στό πλαίσιο ενός ορθολογικότερου
καί περισσότερο εξισορροπημένου συστήματος.
'Εδώ, ή πληροφόρηση έπί τών τιμών καλύπτει μιά ιδιαί
τερη σπουδαιότητα, δεδομένου δτι, κατά τήν παρούσα
οικονομική κατάσταση, οί τιμές θεωρούνται ώς ή πλέον
σημαντική ένδειξη τής πληθωριστικής δυναμικής, στά
μάτια τού καταναλωτού.
Ά φ ' έτερου, δέν πρέπει νά εγείρεται ή αξίωση, ή πολι
τική τού ανταγωνισμού νά επιτύχει οπωσδήποτε άπό
μόνη της νά δημιουργήσει, εντός τής κοινής αγοράς, τους
δρους τού ενιαίου καί τής αντιστοιχίας τών τιμών γιά
ομογενή καί ανταγωνιστικά προϊόντα (8).
Οί μέθοδοι παραγωγής τών επιχειρήσεων, ή οργάνωση
της διανομής, οί συναφείς πολιτικές πωλήσεως, είναι καί
παραμένουν ακόμη πολύ διαφορετικές στό πλαίσιο μιας
φορολογίας, ή οποία, βεβαίως, δέν είναι ενιαία (9).
(7) ΕΕ αριθ. Ο 198 της 4. 8. 1980, σ. 75 (γραπτή ερώτηση αριθ.
434/80, πρώτο εδάφιο τί)ς απαντήσεως).
(8) ΕΕ αριθ. Ο, 214 της 27. 8. 1979 (γραπτή ερώτηση αριθ. 194/79,
σημ. 1 της απαντήσεως).
(9) Βλ. άνωτ. (σημ. 2 της απαντήσεως).
10. 12. 81 Επίσημη Εφημερίδα τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων Αριθ. ^ 322/13
Είναι δμως ευκταίο, ή πολιτική τοΟ άνταγωνισμοϋ νά
παρακολουθεί προσεκτικά τή δυναμική των τιμών, ιδίως
δταν διαπιστώνονται μεγάλες διαφορές τιμών καί οι δια
φορές αυτές είναι ανεξήγητες, παρεμβαίνοντας αποτελε
σματικά καί δταν ή στιγμή τό ζήτα, σέ περιπτώσεις
πραγματικής καταχρήσεως ή διακρίσεως, καί τοΟτο,
ιδίως, επειδή ή ολοκλήρωση τών αγορών δέν έχει
ακόμη πραγματοποιηθεί καί υπάρχουν ορισμένα εμπό
δια στίς συναλλαγές.
7. "Οροι αναπτύξεως μιας πολιτικής τοδ άνταγωνισμοδ
Κατά συνέπεια, σέ κατάσταση «άνοικτοΟ» ανταγω
νισμού στην Κοινότητα, χρειάζεται μιά πολιτική άντα
γωνισμοϋ εξίσου «ανοικτή», δηλαδή μιά πολιτική συ
νολικά ευέλικτη, ρεαλιστική καί δυναμική, πού νά λαμ
βάνει υπόψη της τίς μεταβολές πού επέρχονται στην
κοινωνικοοικονομική κατάσταση εντός της Κοινότητος,
τήν εξέλιξη τών διεθνών συνδιαλλαγών, τήν οικονομική
κατάσταση καί παραγωγή σέ ζώνες έκτος Κοινότητος
πού επηρεάζουν τίς εξωτερικές σχέσεις τής Κοινότητος.
Έν τούτοις, είναι δύσκολο νά επιζητείται απόλαυση τών
πλεονεκτημάτων τοΟ ελεύθερου εμπορίου καί τοϋ υγιούς
καί αποτελεσματικού ανταγωνισμού, χωρίς νά γίνονται
αποδεκτοί καί σεβαστοί οι κανόνες τού παιχνιδιού, πού
εκτείνονται άπό τή θέσπιση θεμιτών τιμών καί τή διαφή
μιση μέχρι τήν παραίτηση άπό κάθε συμφωνία ή κάθε
κατάχρηση πού θά παρέβαινε τίς αρχές ενός
«ανόθευτου» ανταγωνισμού ή τους ειδικούς κανόνες
άντιτράστ, κοινοτικούς, εθνικούς ή άλλων περιοχών (').
Ή επαγρύπνηση, χωρίς καθόλου νά είναι αυτοσκοπός,
έχει επομένως πρωταρχική σπουδαιότητα.
Έξαλλου, μιά κοινοτική πολιτική ανταγωνισμού πρέπει
βεβαίως να εγγυάται τους δρους αποτελεσματικού αντα
γωνισμού μεταξύ τών προϊόντων καί τών υπηρεσιών
Έγινε στίς Βρυξέλλες, στίς 30 Απριλίου 1981.
(') Γνώμη τής Οικονομικής καί Κοινωνικής Επιτροπής γιά τήν
έκθεση περί ορισμένων διαρθρωτικών πτυχών της οίκονο-
μικής επεκτάσεως — σημ. 2.2.2.1. (ΕΕ αριθ. Ο 146 τής 16. 6.
1980, σ. 11).
εντός τής κοινής άγορας, άλλα πρέπει εξίσου νά απο
κλείει — ίδιαίτερα στίς εξωτερικές σχέσεις — τόν αντι
κανονικό ανταγωνισμό, τίς καταχρηστικές πρακτικές
ντάμπινγκ, τά συγκαλυπτόμενα ανταποδοτικά προστα
τευτικά μέτρα καί κάθε κατάσταση πού δύναται νά
αλλοιώσει ή νά νοθεύσει τους δρους τού ανταγωνισμού.
Σέ διεθνές επίπεδο, θά ήταν ευκταίο νά ληφθεί πρωτο
βουλία μέ σκοπό νά αποφεύγεται ή παροχή, άπό τους
ίδιους τους κανόνες ανταγωνισμού πού ισχύουν σέ
τρίτες χώρες, ευκαιρίας στρεβλώσεως τού ανταγω
νισμού" μιά συνεργασία μεταξύ τών κρατών είναι ευ
κταία.
Σέ μιά συνολική θεώρηση, μιά «κοινοτική πολιτική»
διορατική έν προκειμένω — στό πλαίσιο μιας προσε
κτικής καί συνεχούς αξιολογήσεως τής προοδευτικής
μεταβολής τής διεθνούς κατανομής τών πόρων καί της
εργασίας — μπορεί νά συμβάλει αποτελεσματικά στή
συγκράτηση τόσο τών πληθωριστικών πιέσεων, δσο καί
τής κρίσεως απασχολήσεως, αφήνοντας συγχρόνως
επαρκές πεδίο τόσο στον ανταγωνισμό, δσο καί στή
συνεργασία μεταξύ τών επιχειρήσεων εντός, δπως καί
έκτος, της Κοινότητος.
Γι' αυτόν τό σκοπό, πρέπει νά παραχωρηθεί προτεραι-
ότης στή δημιουργία ενός αποτελεσματικού συντο
νισμού τών διαφόρων κοινοτικών πολιτικών, πού πρέπει
νά συγκλίνουν προς τους στόχους της συνθήκης καί νά
συμβιβάζονται μεταξύ τους* μία ανάλογη σύγκλιση καί
συμφωνία πρέπει νά συνυπάρχουν μεταξύ τών εθνικών
πολιτικών στους διαφόρους τομείς (2).
Τέλος, πρέπει νά ενισχυθούν μέ επαρκή τρόπο, οί πόροι
τής Επιτροπής τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, γιά νά
αυξηθεί ή αποδοτικότητα τών υπηρεσιών της καί νά
μπορέσει — ή Επιτροπή τών Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων
— νά αναλάβει, στό πλαίσιο τής συλλογικής της
ευθύνης, τόν θεμελιώδη καί αναντικατάστατο ρόλο πού
τής έχει ανατεθεί γιά τήν οίοδόμηση τής Κοινότητος
στην πρόοδο.
Ό Πρόεδρος
τής Οικονομικής καί Κοινωνικής
Επιτροπής
ΤθΓηά5 Κ05ΕΙΝΟΚΑΥΕ
(2) Ψήφισμα τοϋ Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου έπί τής 7ης εκθέ
σεως τής Ευρωπαϊκής Επιτροπής περί τής πολιτικής τοϋ άντα
γωνισμοϋ (ΕΕ αριθ. € 261 τής 6. 11. 1978, σ. 50, σημ. 20).
Full & Egal Universal Law Academy