ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
G. FEDERICO MANCINI
της 10ης Δεκεμβρίου 1985 ( *1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαοτές,
1.
Η προσφυγή της 2ας Ιουλίου 1984 με την οποία έχει εισαχθεί η παρούσα υπόθεση, συνίσταται από μια σειρά αιτημάτων που ο Lars Bo Rasmussen, υπάλληλος βαθμού Α 6 της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, διατυπώνει κατά του κοινοτικού αυτού οργάνου. Με τα αιτήματα αυτά ζητείται:
α)
η άμεση ανατοποθέτηση του προσφεύγοντος στη θέση του
β)
η τοποθέτησή του σε θέση που να αντιστοιχεί στο βαθμό του, στις ικανότητες και στα προσόντα που πρέπει να του αναγνωριστούν
γ)
η καταβολή ημερήσιας αποζημιώσεως και ενός ποσού προς αποκατάσταση της ηθικής ζημίας που υπέστη λόγω της διακοπής που επήλθε στην κανονική εξέλιξη της σταδιοδρομίας του και της αβέβαιης υπηρεσιακής καταστάσεως στην οποία περιήλθε·
δ)
η ακύρωση της αποφάσεως με την οποία απορρίφθηκε η διοικητική του ένσταση ·
ε)
η καταδίκη του εργοδότη στην καταβολή όλων των δικαστικών εξόδων, περιλαμβανομένων και των εξόδων που μπορούν να αναζητηθούν δυνάμει του άρθρου 73 του κανονισμού διαδικασίας.
2.
Την 1η Μαρτίου 1975, ο Rasmussen, ο οποίος είναι κάτοχος πτυχίου οικονομικών επιστημών, ειδικευμένος στις πολιτικές επιστήμες και με εξαιρετικές γλωσσικές γνώσεις, προσλήφθηκε από την Υπηρεσία Επισήμων Εκδόσεων των Κοινοτήτων στο Λουξεμβούργο και του ανατέθηκε η σύνταξη των μηνιαίων και ετήσιων, αλφαβητικών και μεθοδολογικών πινάκων της Επίσημης Εφημερίδας. Η εισαγωγή μεθόδων πληροφορικής στα συστήματα συντάξεως των πινάκων οδήγησε σε αναδιοργάνωση της Υπηρεσίας Εκδόσεων και ο Rasmussen, ο οποίος δεν είχε καμιά γνώση των νέων ηλεκτρονικών τεχνολογιών, άρχισε να συναντά δυσκολίες προσαρμογής στο τμήμα και να διατυπώνει φόβους ως προς τις προοπτικές της σταδιοδρομίας του. Πράγματι, από το 1975, επιδίωξε να καταλάβει θέσεις βαθμού Α 5 όχι μόνο στην Επιτροπή ( και ειδικότερα στη μεταφραστική υπηρεσία), αλλά και στο Κοινοβούλιο και στο Ελεγκτικό Συνέδριο.
Στις αρχές του 1981, ο διευθυντής της Υπηρεσίας Εκδόσεων ήλθε σε προσωπική συμφωνία με το γενικό διευθυντή της Στατιστικής Υπηρεσίας, βάσει της οποίας ο Rasmussen θα ασκούσε τα καθήκοντά του στο πλαίσιο της τελευταίας αυτής υπηρεσίας. Το μέτρο αυτό της « διαθέσεως », που προβλεπόταν αρχικά για ένα έτος από τις 15 Μαρτίου 1981 και παρατάθηκε για ένα ακόμη έτος, προέβλεπε ότι η Υπηρεσία Εκδόσεων θα εξακολουθούσε να καταβάλλει το μισθό του υπαλλήλου, ενώ τα έξοδα των ενδεχόμενων αποστολών του θα βάρυναν τη Στατιστική Υπηρεσία.
Με υπηρεσιακό σημείωμα της 22ας Φεβρουαρίου 1982, δηλαδή ένα σχεδόν έτος μετά την έναρξη της νέας του δραστηριότητας, ο Rasmussen ζήτησε από το διευθυντή της Υπηρεσίας Εκδόσεων να τον πληροφορήσει αν το μέτρο αυτό έπρεπε να θεωρηθεί ως πραγματική αλλαγή τοποθετήσεως και τον παρακάλεσε, σε περίπτωση που δεν συνέβαινε κάτι τέτοιο, να τον εγγράψει στον πίνακα των υπαλλήλων βαθμού Α 6-Α 7, οι οποίοι κατά τα τρία τελευταία έτη δεν είχαν τοποθετηθεί σε άλλα καθήκοντα. 'Ενα μήνα αργότερα (9 Μαρτίου 1982), διατυπώνοντας τις παρατηρήσεις του στην έκθεση κρίσεως, ο προσφεύγων αναγνώρισε το θετικό χαρακτήρα της πείρας που αποκτούσε στη Στατιστική Υπηρεσία, έδειξε όμως ότι τον απασχολούσε ο αντικανονικός χαρακτήρας της υπηρεσιακής του κατάστασης. Εξάλλου, όπως προκύπτει από έγγραφο της 14ης Μαΐου 1982, με το οποίο ο διευθυντής της Υπηρεσίας Εκδόσεων ζήτησε από το γενικό διευθυντή προσωπικού να εξετάσει την οριστική τοποθέτηση του Rasmussen στη Στατιστική Υπηρεσία, η ίδια η διοίκηση συμμερίστηκε τις ανησυχίες του.
Την 1η Σεπτεμβρίου 1982, με την πρώτη διοικητική του ένσταση, ο Rasmussen κάλεσε την Επιτροπή να ζητήσει από το Συμβούλιο να μεταφέρει τη θέση του από τον προϋπολογισμό της Υπηρεσίας Εκδόσεων στον προϋπολογισμό της Επιτροπής, ενόψει της τοποθέτησής του στη Στατιστική Υπηρεσία και να ακυρώσει τις διαδικασίες προαγωγής στο βαθμό Α 5 για το έτος 1982. Στις 8 Φεβρουαρίου του ίδιου έτους, ο αρμόδιος επίτροπος για υποθέσεις προσωπικού Burke του απάντησε ότι η διοικητική του ένσταση είχε καταστεί χωρίς αντικείμενο: πράγματι, ο Rasmussen είχε προταθεί για προαγωγή στο βαθμό Α 5 για το έτος 1983 και το κοινοτικό όργανο κατέβαλε προσπάθειες να επιλύσει τα υπηρεσιακά του προβλήματα στο πλαίσιο των προγραμμάτων που αφορούν την εξασφάλιση της κινητικότητας.
Στις 11 Μαρτίου 1983, ο διευθυντής της Υπηρεσίας Εκδόσεων πληροφόρησε τον Rasmussen ότι, λόγω της μη ικανοποιητικής αποδόσεως του, η εργασία του στη Στατιστική Υπηρεσία θα έπαυε στις 15 Μαρτίου, αλλά τον πληροφόρησε επίσης ότι: α ) η Συμβουλευτική Επιτροπή της ΕΚΑΧ είχε δηλώσει ότι ήταν πρόθυμη να τον εντάξει στο προσωπικό της για περίοδο δοκιμασίας β) η τοποθέτηση του στη γενική διεύθυνση V της Επιτροπής στις Βρυξέλλες ήταν δυνατή. Με δύο υπηρεσιακά σημειώματα της 8ης Φεβρουαρίου και της 18ης Μαρτίου, ο Rasmussen ανέφερε στο μεσολαβητή επί θεμάτων προσωπικού της Επιτροπής ότι, ενώ προσωπικοί λόγοι εμπόδιζαν τη μετάθεσή του στις Βρυξέλλες, θα μπορούσε να αποδεχτεί τοποθέτηση στην Επιτροπή ΕΚΑΧ υπό την προϋπόθεση ότι θα είναι οριστική. Εντούτοις, με την παρέλευση ενός μόλις μηνός, εξέλιπε και αυτή η προοπτική. Πράγματι, από επιστολή του προσφεύγοντος προς τη γραμματεία της Συμβουλευτικής Επιτροπής ( 15 Απριλίου) προκύπτει ότι το μόνο του ενδιαφέρον ήταν να καταλάβει θέση βαθμού Α 5.
Στις 16 Μαΐου, ο προσφεύγων έστειλε επιστολή στο γενικό διευθυντή προσωπικού με την οποία παραπονέθηκε ακόμη για την κατάσταση του: ειδικότερα, παραπονέθηκε ότι, εφόσον η σχέση του με τη Στατιστική Υπηρεσία τερματίστηκε, δεν τοποθετήθηκε οριστικά σε θέση αντιστοιχούσα στην πείρα του και στα προσόντα του. Με το ίδιο υπηρεσιακό σημείωμα, ο Rasmussen διαβεβαίωσε ότι μια θέση αναθεωρητή στη μεταφραστική υπηρεσία θα τον ικανοποιούσε πλήρως. Στις 28 Ιουλίου, ο προϊστάμενος της διεύθυνσης προσωπικού, διοικήσεως και μεταφράσεως της Επιτροπής στο Λουξεμβούργο τον πληροφόρησε ότι τοποθέτηση του σε θέση μεταφραστή προϋπέθετε επιτυχία του σε διαγωνισμό. Συγχρόνως, του διαβίβασε μια πρώτη περιγραφή των καθηκόντων που πρέπει να εκτελεί στον τομέα της ορολογίας, αναφέροντας ότι η εκτέλεση των καθηκόντων αυτών θα του επέτρεπε να προετοιμαστεί για γενικό διαγωνισμό που θα προκηρυσσόταν για τις ανάγκες της μεταφραστικής υπηρεσίας.
Με μια δεύτερη διοικητική ένσταση ( 1η Δεκεμβρίου 1983 ), ο Rasmussen κάλεσε την Επιτροπή να τακτοποιήσει την υπηρεσιακή του κατάσταση και να ικανοποιήσει το αίτημά του περί προαγωγής στο βαθμό Α 5, πράγμα που ασφαλώς θα είχε επιτύχει υπό κανονικές συνθήκες. Με την απάντηση του ( 17 Ιουνίου 1984), ο επίτροπος Burke εξέφρασε τη λύπη του για το ότι οι προσπάθειες τοποθέτησης του προσφεύγοντος σε άλλα καθήκοντα είχαν μέχρι τώρα αποτύχει και του επέστησε την προσοχή του στην προκήρυξη του εσωτερικού διαγωνισμού CO Μ/52/84 για την πλήρωση μιας θέσεως μεταφραστή δανικής γλώσσας. Όμως, μερικές μέρες αργότερα, ο Rasmussen άσκησε την υπό κρίση προσφυγή η οποία καταχωρίστηκε στο πρωτόκολλο στις 4 Ιουλίου 1984.
Στις 16 Ιουλίου 1984, ο διευθυντής της Υπηρεσίας Εκδόσεων ανακοίνωσε στον Rasmussen την αναφερθείσα προκήρυξη διαγωνισμού, ενώ με υπηρεσιακό σημείωμα της 19ης Ιουλίου 1984 ο διευθυντής προσωπικού στο Λουξεμβούργο τον ειδοποίησε ότι μπορούσε να υποβάλει την υποψηφιότητά του για τη μετάβαση στο γλωσσικό κλάδο και ότι, προκειμένου να μπορέσει να προετοιμαστεί για το γενικό διαγωνισμό, είχε προβλεφθεί η απόσπαση του στη μεταφραστική υπηρεσία. Από το φάκελο προκύπτει επίσης ότι ο προσφεύγων δεν δέχτηκε να μετάσχει στον εν λόγω διαγωνισμό, θεωρώντας ότι, αν το έπραττε, θα έχανε κάθε δυνατότητα προαγωγής στο βαθμό Α 5.
3.
Με τους τέσσερις λόγους του, ο Rasmussen διατείνεται ότι έχουν παραβιαστεί οι εξής διατάξεις του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως των υπαλλήλων:
α)
τα άρθρα 5 και 7 τα οποία, βασιζόμενα στη γενική αρχή του δικαιώματος εργασίας, εξασφαλίζουν στον υπάλληλο θέση αντιστοιχούσα στο βαθμό του και στην κατηγορία του·
β)
το άρθρο 25, κατά το οποίο κάθε ατομική απόφαση που λαμβάνεται κατ' εφαρμογή του κανονισμού πρέπει να κοινοποιείται εγγράφως στον ενδιαφερόμενο και να είναι αιτιολογημένη, τουλάχιστον όταν η απόφαση μπορεί να του προκαλέσει βλάβη. Με τον ισχυρισμό αυτό, ο προσφεύγων παραπονείται ότι η μετάθεση του στη Στατιστική Υπηρεσία δεν έγινε με απόσπαση ·
γ)
το άρθρο 38, στοιχείο ζ), σύμφωνα με το οποίο κατά τη λήξη της αποσπάσεως που έγινε προς το συμφέρον της υπηρεσίας, ο υπάλληλος επανέρχεται αμέσως στη θέση που κατείχε προηγουμένως·
δ)
το άρθρο 45 και η αρχή της απαγόρευσης των διακρίσεων. Συγκεκριμένα, ο προσφεύγων παραπονείται ότι, σε αντίθεση με άλλους υπαλλήλους, δεν είχε τη δυνατότητα να προαχθεί στο βαθμό Α 5.
4.
Προτού εκτιμηθεί το βάσιμο των λόγων αυτών, πρέπει να εξεταστεί η ένσταση απαραδέκτου που υπέβαλε η Επιτροπή. Κατά τη γνώμη της τελευταίας, τα αιτήματα της προσφυγής δεν περιλαμβάνονταν στην αόριστη και γενική διοικητική ένσταση που υπέβαλε ο Rasmussen την 1η Δεκεμβρίου 1983. Ειδικότερα, η διοικητική ένσταση δεν περιείχε κανένα αίτημα ανατοποθετήσεως στην Υπηρεσία Εκδόσεων, αλλά και απέκλειε μια τέτοια προοπτική. Εξάλλου, το αίτημα ανατοποθετήσεως σε ενδεδειγμένη θέση δεν λαμβάνει υπόψη το γεγονός ότι η απόφαση της 17ης Ιουνίου 1984 επέσυρε την προσοχή του υπαλλήλου στην προκήρυξη του εσωτερικού διαγωνισμού COM/52/84.
Η ένσταση είναι απαράδεκτη. Ορθώς ο προσφεύγων επικαλείται τη νομολογία του Δικαστηρίου ( αποφάσεις της 30ής Οκτωβρίου 1974, υπόθεση 188/73, Grassi κατά Συμβουλίου, Racc. 1974, σ. 1099, και της 1ης Ιουλίου 1976, υπόθεση 58/75, Sergy κατά Επιτροπής, Race. 1976, σ. 1139), κατά την οποία η διατύπωση της διοικητικής ενστάσεως δεν δεσμεύει ( τους διαδίκους ) για την ένδικη φάση, τουλάχιστον κατά το μέτρο που η αιτία της και το αντικείμενό της δεν μεταβάλλονται. Πράγματι, είναι βέβαιο ότι υπάρχει ουσιαστική συνέχεια μεταξύ της διοικητικής ενστάσεως και της προσφυγής του Rasmussen. Εξάλλου, είναι προφανές ότι η απόφαση της 17ης Ιουνίου 1984 δεν κατέληξε συγκεκριμένα στη χορήγηση πραγματικής θέσεως την οποία ο προσφεύγων φιλοδοξούσε.
5.
Αρχίζω από τον υπό στοιχείο α) λόγο. Κατά τον προσφεύγοντα, τα άρθρα 5 και 7 υποχρεώνουν τη διοίκηση να τοποθετεί τον υπάλληλο σε θέση αντιστοιχούσα στο βαθμό του και στην κατηγορία του. Ο υποχρεωτικός χαρακτήρας των διατάξεων αυτών αποκλείει τη δυνατότητα παρεκκλίσεως με συμφωνίες μεταξύ υπαλλήλου και κοινοτικού οργάνου. Εξάλλου, αποδεχόμενος να τεθεί στη διάθεση της Στατιστικής Υπηρεσίας, προς το συμφέρον της υπηρεσίας, για να εξεύρει λύση στις επαγγελματικές του δυσκολίες, ο Rasmussen δεν συνήψε καμιά συμφωνία: αυτό είναι τόσο αληθές ώστε, μόλις αντελήφθη τον αντικανονικό χαρακτήρα της υπηρεσιακής του καταστάσεως, ζήτησε την τακτοποίηση της. Στο πλαίσιο αυτό, ο υπάλληλος δήλωσε ότι η μετάβαση του στο γλωσσικό κλάδο θα τον ικανοποιούσε μόνο αν διοριζόταν σε θέση αναθεωρητή.
Ο Rasmussen προσθέτει ότι οι δύο διατάξεις του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως εξειδικεύουν την αρχή του δικαιώματος εργασίας. Στην έννομη τάξη ορισμένων κρατών μελών, η παραβίαση της αρχής αυτής sub specie λόγω μη τοποθετήσεως του υπαλλήλου σε ενδεδειγμένη θέση συνιστά μη εκπλήρωση υποχρεώσεως δικαιολογούσα την άμεση παραίτηση και υποχρεώνει τον εργοδότη να καταβάλει αποζημίωση που αντικαθιστά την καταγγελία.
Κατά την άποψη μου, ο ισχυρισμός αυτός στερείται ερείσματος. Δεν αμφισβητώ ότι τα άρθρα 5 και 7 επιβάλλουν στη διοίκηση να εξασφαλίζει στον υπάλληλο θέση αντιστοιχούσα στην κατηγορία του και στο βαθμό του' πάντως, μου φαίνεται προφανές ότι οι διατάξεις αυτές δεν εξασφαλίζουν στον τελευταίο το δικαίωμα να καταλάβει ειδική θέση και από αυτό συνάγω ότι η υποχρέωση που οι διατάξεις αυτές επιβάλλουν στην καθής δεν είναι υποχρέωση « αποτελέσματος ». Από το φάκελο προκύπτει ότι, λόγω της υποβάθμισης που υπέστη ο Rasmussen μετά την αναδιοργάνωση της υπηρεσίας στην οποία απασχολούνταν (βλέπε απόφαση της 20ής Μαΐου 1976, υπόθεση 66/75, Macevičius κατά Κοινοβουλίου, Racc. 1976, σ. 593 ), η διοίκηση έπραξε από το 1981 μέχρι το 1984 ό, τι ήταν γι' αυτή δυνατό για να του εξασφαλίσει μια ικανοποιητική θέση.
Είναι αλήθεια ότι δεν το κατόρθωσε. Γι' αυτήν όμως την αποτυχία η διοίκηση δεν υπέχει καμιά ευθύνη. Οφείλεται μάλλον σε αντικειμενικές περιστάσεις και ιδίως στις πολλαπλές
αρνήσεις που αντέταξε ο Rasmussen στις προσφορές της. Έτσι, αφού διαπιστώθηκε η αδυναμία μετατάξεως του μαζί με τη θέση του στη Στατιστική Υπηρεσία λόγω του ότι δεν είχε ικανοποιητική απόδοση, η διοίκηση προσπάθησε να τοποθετήσει τον υπάλληλο:
α)
στη γενική διεύθυνση XIII ( αγορά πληροφοριών και καινοτομία) και στο κέντρο πληροφοριών, έρευνας και τεκμηριώσεως της Κοινότητας. Επειδή στις υπηρεσίες αυτές έχουν εισαχθεί οι μέθοδοι πληροφορικής, ο Rasmussen δεν κρίθηκε ικανός να εργαστεί στις υπηρεσίες αυτές'
β)
στη γραμματεία της Συμβουλευτικής Συνελεύσεως ΕΚΑΧ. Η τοποθέτηση αυτή κατέστη αδύνατη λόγω της επιθυμίας του προσφεύγοντος να συνδυάσει τη μετάβαση του σε άλλα καθήκοντα με την προαγωγή στο βαθμό Α 5·
γ)
στη γενική διεύθυνση V ( απασχόληση, κοινωνικές υποθέσεις και εκπαίδευση ). Στην περίπτωση αυτή, η τοποθέτηση συνεπαγόταν μετάθεση στις Βρυξέλλες την οποία αρνήθηκε ο Rasmussen, επικαλούμενος προσωπικούς λόγους ( αγορά ακινήτου και συναισθηματικοί δεσμοί )·
δ)
στη διεύθυνση μεταφράσεως στο Λουξεμβούργο. Προς το σκοπό αυτό, η διοίκηση οργάνωσε εσωτερικό διαγωνισμό τον οποίο η ίδια χαρακτήρισε ως « πεποιη-μένο » · πάντως, ο Rasmussen δεν έκρινε ότι έπρεπε να υποβάλει την υποψηφιότητά του ισχυριζόμενος ότι ενδιαφερόταν για θέση όχι μεταφραστή ( LA 6 ) αλλά αναθεωρητή ( LA 5 ).
Η αρχή του δικαιώματος εργασίας δεν παραβιάστηκε ούτε στην περίπτωση που ο Rasmussen μετατέθηκε στη μεταφραστική υπηρεσία με το μηχανισμό της διαθέσεως. Πράγματι, στο μέτρο αυτό συναίνεσε ο ενδιαφερόμενος και αποφασίστηκε προς το συμφέρον του. Ο μισθός του εξακολουθούσε να του καταβάλλεται και, παρά τις παρατηρήσεις του προσφεύγοντος, τα καθήκοντα που του ανατέθηκαν φαίνεται ότι ουσιασικά συμβιβάζονται με το βαθμό του και με τα προσόντα του (απόφαση της 16ης Ιουνίου 1971 στην υπόθεση 61/70, Vistosi κατά Επιτροπής, Race. 1971, σ. 535, σκέψεις 14 και 15).
6.
Με το δεύτερο λόγο, ο Rasmussen προβάλλει παράβαση του άρθρου 25. Ισχυρίζεται ότι — προκειμένου για ατομικές αποφάσεις — τά μέτρα με τα οποία τέθηκε στη διάθεση άλλων υπηρεσιών έπρεπε να αιτιολογηθούν, να κοινοποιηθούν εγγράφως, να τοιχοκολληθούν στο κτίριο του κοινοτικού οργάνου στο οποίο ανήκει ο υπάλληλος και να δημοσιευτούν στο μηνιαίο δελτίο του προσωπικού των Κοινοτήτων.
Και ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί. Όπως ακριβώς παρατήρησε ο γενικός εισαγγελέας Sir Gordon Slynn με τις προτάσεις του στην υπόθεση 263/81, List κατά Επιτροπής,. Συλλογή 1983, σ. 121, « ο κανονισμός υπηρεσιακής καταστάσεως δεν αναφέρεται ρητά στην περίπτωση κατά την οποία ο υπάλληλος τίθεται “ στη διάθεση ” ... », που αντίθετα προβλέπεται στο άρθρο 3, εδάφιο 3, του οδηγού για τις εκθέσεις κρίσεως του προσωπικού. Επομένως, μπορεί να υποστηριχτεί ότι το μέτρο αυτό « δεν ελήφθη κατ' εφαρμογή του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως» και δεν πρέπει επομένως να είναι σύμφωνο με τις διατάξεις του άρθρου 25. Πράγματι, « δεν μεταβάλλει την ( υπηρεσιακή )θέση του υπαλλήλου... και συνιστά απλώς μέτρο που αφορά την εσωτερική οργάνωση των υπηρεσιών », που ο ίδιος ο ενδιαφερόμενος ενέκρινε.
7.
Ο τρίτος λόγος στηρίζεται στη μη τήρηση του άρθρου 38, στοιχείο ζ), σύμφωνα με το οποίο, κατά τη λήξη της αποσπάσεως, ο υπάλληλος επανέρχεται αμέσως στη θέση που κατείχε προηγουμένως. Αρνούμενη να ανατοποθετήσει τον Rasmussen στην προηγούμενη θέση του, η Επιτροπή παραβίασε επομένως την αρχή της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης και την αρχή των κεκτημένων δικαιωμάτων.
Ο λόγος αυτός δεν είναι περισσότερο πειστικός από τους άλλους. Νομίζω ότι δεν αρκεί να αντιταχτεί ότι ο Rasmussen δεν είχε αποσπαστεί, αλλά είχε τεθεί στη διάθεση, διότι είναι σαφές ότι, δεδομένης της αναλογίας μεταξύ των συμφερόντων που διακυβεύονται με τις έννοιες αυτές, το άρθρο 38 έχει εφαρμογή και στη δεύτερη περίπτωση. Το ασθενές σημείο του είναι άλλο: δεν λαμβάνει υπόψη το γεγονός ότι η ανατοποθέτηση προϋποθέτει τη διατήρηση της θέσης από την οποία ο προς ανατοποθέτηση υπάλληλος είχε απομακρυνθεί για ορισμένο χρόνο. Όμως, η θέση στην Υπηρεσία Εκδόσεων, στην οποία ο Rasmussen επιθυμούσε να επανέλθει, υπάρχει ακόμη διοικητικά, όχι όμως λειτουργικά, και δεν είναι η ίδια όπως προηγουμένως, υπό την έννοια ότι τα καθήκοντα που συνεπάγεται είναι διαφορετικά ( ή απαιτούν διαφορετικές γνώσεις ) από εκείνες για τις οποίες ( ή ενόψει των οποίων ) προσλήφθηκε ο προσφεύγων. Συνεπώς, ο Rasmussen δικαιούται να τοποθετηθεί σε θέση αντιστοιχούσα στην πείρα του και στις ικανότητες του (βλέπε ανωτέρω αριθ. 5) · δεν μπορεί όμως να απαιτεί να επανέλθει στην αρχική του θέση.
8.
Με τον τέταρτο και τελευταίο λόγο, ο προσφεύγων προβάλλει ότι παραβιάστηκαν το άρθρο 45 και η απαγόρευση των διακρίσεων μεταξύ υπαλλήλων. Κατά τη διάταξη του κανονισμού υπηρεσιακής καταστάσεως « ... η προαγωγή γίνεται αποκλειστικά με επιλογή μεταξύ των υπαλλήλων που έχουν συμπληρώσει έναν ελάχιστο χρόνο υπηρεσίας στο βαθμό τους, μετά από συγκριτική εξέταση... καθώς και των εκθέσεων για τους υπαλλήλους αυτούς ». Ο Rasmussen ισχυρίζεται ότι υπάλληλος ο οποίος, όπως αυτός, στερείται πραγματικής θέσεως και δεν μπορεί να ασκεί τα καθήκοντά του, δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο συγκριτικής εξέτασης: επομένως, οι προϋποθέσεις προαγωγής δεν συντρέχουν και η έλλειψη αυτή συνιστά διάκριση σε σχέση με τους άλλους υπαλλήλους.
Ούτε ο λόγος αυτός είναι δυνατό να ευδοκιμήσει. Όπως ανέφερε η καθής, το μέτρο με το οποίο τέθηκε στη διάθεση άλλης υπηρεσίας δεν εμποδίζει την εφαρμογή του άρθρου 45. Αυτό είναι τόσο αληθές ώστε, τοποθετηθείς στη Στατιστική Υπηρεσία από 15 Μαρτίου 1981, ο Rasmussen προτάθηκε για προαγωγή για την περίοδο 1983. Προσθέτω ότι, όπως ανέφερα ήδη, το εν λόγω μέτρο προβλέπεται από τον οδηγό για τις εκθέσεις κρίσεως. Συνεπώς, όχι μόνο δεν μειώνει τα συγκριτικά στοιχεία που διαθέτει ο κριτής, αλλά τα αυξάνει. Από την άποψη αυτή επίσης, είναι επομένως παράλογο να γίνεται λόγος για δυσμενή διάκριση.
Τέλος, εφόσον ο προσφεύγων δεν απέδειξε ότι η σταδιοδρομία του διακυβεύτηκε εκ προθέσεως από τη διοίκηση, πρέπει να αποκλειστεί ότι υπέστη ηθική ζημία. Επομένως, το αίτημα που αποβλέπει στην αποκατάσταση της ζημίας αυτής δεν είναι βάσιμο.
9.
Με βάση τις προηγούμενες σκέψεις, προτείνω στο Δικαστήριο να απορρίψει την προσφυγή που άσκησε στις 2 Ιουλίου 1984 ο Lars Bo Rasmussen κατά της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και να συμψηφίσει τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων, σύμφωνα με το άρθρο 70 του κανονισμού διαδικασίας.
( *1 ) Μετάφραση από τα ιταλικά.
Top