ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
G. FEDERICO MANCINI
ΠΟΥ ΑΝΑΠΤΫΧΘΗΚΑΝ ΣΤΙΣ 14 ΔΕΚΕΜΒΡΊΟΥ 1983 ( 1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1.
Καλείστε να αποφανθείτε επί προσφυγής της Επιτροπής κατά της Γαλλικής Δημοκρατίας λόγω παραβάσεως του άρθρου 30 της συνθήκης ΕΟΚ. Η παράβαση που προσάπτεται στη Γαλλική Δημοκρατία αφορά την εθνική ρύθμιση περί ελέγχου της ποιότητας των προϊόντων προελεύσεως άλλων κρατών μελών. Καλείστε να κρίνετε αν και εντός ποίων ορίων οι αρχές της χώρας εισαγωγής οφείλουν κατά τη διενέργεια του εν λόγω ελέγχου να τηρούν τους σχετικούς κανόνες που ισχύουν στη χώρα καταγωγής του προϊόντος.
Τα πραγματικά περιστατικά. Στη Γαλλία και στην Ιταλία απαγορεύεται η παρασκευή και η διάθεση στο εμπόριο ζυμαρικών που περιέχουν μαλακό σίτο. Για την ανίχνευση του μαλακού σίτου οι αρμόδιες αρχές των χωρών αυτών ακολουθούν μεθόδους αναλύσεως διαφορετικές μεν, αλλά που στηρίζονται στην ίδια πολύ απλή αρχή. Η αρχή αυτή συνοψίζεται ως εξής: Δεδομένου ότι μόνο ο μαλακός σίτος περιέχει μια ορισμένη πρωτεïνη, αν διαπιστωθεί η ύπαρξη της στα σχετικά δείγματα είναι βέβαιο ότι το ζυμαρικά παρασκευάστηκαν τουλάχιστον εν μέρει με μαλακό σίτο.
Πεπεισμένη ότι οι διαφορές μεταξύ των δύο μεθόδων παρεμποδίζουν την εισαγωγή ζυμαρικών στη Γαλλία, η Επιτροπή κίνησε, με έγγραφο της 4ης Μαρτίου 1981, τη διαδικασία του άρθρου 169 της συνθήκης ΕΟΚ προσάπτοντας στη γαλλική κυβέρνηση ότι παρέβη το άρθρο 30. Η εν λόγω κυβέρνηση δεν αντέδρασε οπότε η Επιτροπή διατύπωσε αιτιολογημένη γνώμη (3 Αυγούστου 1981) με την οποία υποστήριξε ότι «εφαρμόζοντας για τις εισαγωγές ζυμαρικών από την Ιταλία όρια ανοχής και μεθόδους αναλύσεως που μπορούν να παρεμποδίσουν το εμπόριο, η Γαλλική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τη συνθήκη και συγκεκριμένα από το άρθρο 30». Με την απάντηση της (20. 11. 1981) η γαλλική κυβέρνηση υπογράμμισε:
α)
ότι οι μέθοδοι που χρησιμοποιούνται στη Γαλλία και στην Ιταλία καταλήγουν στα ίδια αποτελέσματα·
6)
ότι οι γαλλικές διοικητικές και δικαστικές αρχές «ανέχονται» ποσοστό μαλακού σίτου στα ζυμαρικά μέχρι 5 ο/ο, δηλαδή δεν διώκουν τους εισαγωγείς και τους εμπόρους των ζυμαρικών αυτών.
Ενόψει της στάσεως αυτής που μαρτυρούσε προφανή άρνηση συμμορφώσεως με την αιτιολογημένη γνώμη, η Επιτροπή προσέφυγε στο Δικαστήριο δυνάμει του άρθρου 169, δεύτερη παράγραφος, ζητώντας να αναγνωριστεί ότι η Γαλλία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 30. «Η Γαλλία — τόνισε η Επιτροπή — εφαρμόζει στα εισαγόμενα ζυμαρικά που παρασκευάζονται αποκλειστικά από σιμιγδάλι σκληρού σίτου και διατίθενται νομίμως στο εμπόριο σε άλλο κράτος μέλος, μέθοδο προσδιορισμού της περιεκτικότητας σε μαλακό σίτο και “όρια ανοχής” ... που μπορούν να αποτελέσουν εμπόδιο στις εισαγωγές».
2.
Οι αιτιάσεις της Επιτροπής προς τη Γαλλική Δημοκρατία εντάσσονται σε δύο κατηγορίες: χρήση ιδίας μεθόδου αναλύσεως για την ανίχνευση της παρουσίας μαλακού σίτου στα ζυμαρικά και εφαρμογή ορισμένων «ορίων ανοχής» στα αποτελέσματα των αναλύσεων που γίνονται μ' αυτήν τη μέθοδο.
Θα αρχίσω με την πρώτη αιτίαση και θα δώσω ορισμένα στοιχεία όσον αφορά τις σχετικές ρυθμίσεις: τη γαλλική ρύθμιση, όπως είναι φυσικό, και την ιταλική ρύθμιση που μας ενδιαφέρει ομοίως διότι, κατά την Επιτροπή, οι επίδικοι κανόνες περιορίζουν ακριβώς τις εισαγωγές ζυμαρικών που προέρχονται από την Ιταλία. Στη Γαλλία λοιπόν, ο νόμος της 3ης Ιουλίου 1934 (JORF της 6.7.1934, σ. 6787) ορίζει ότι τα ζυμαρικά πρέπει να κατασκευάζονται «αποκλειστικά από αμιγές σιμιγδάλι σκληρού σίτου». Στη συνέχεια η διάταξη αυτή επανελήφθη στο διάταγμα της 27ης Μαΐου 1957 όπως τροποποιήθηκε με μεταγενέστερο διάταγμα της 6ης Δεκεμβρίου 1974 (JORF της 12. 12. 1974, σ. 12369) που προβλέπει ότι η αποκλειστική χρησιμοποίηση σκληρού σίτου διαπιστώνεται με μέθοδο αναλύσεως που καθορίζει η διοίκηση (άρθρο 8). Η μέθοδος αυτή επινοήθηκε από τον καθηγητή Feillet του Montpellier και υιοθετήθηκε με διάταγμα της 13ης Αυγούστου 1974 (JORF αριθ. 12 της 15. 1. 1975, σ. 639). Το εν λόγω διάταγμα ορίζει ότι οι αναλύσεις γίνονται στα εργαστήρια όπου εκτελούνται οι τεχνικές έρευνες στο πλαίσιο της δράσης που έχει αναλάβει η δημόσια αρχή για την καταστολή των περιπτώσεων απάτης.
Στην Ιταλία ο κανόνας σύμφωνα με τον οποίο τα ζυμαρικά παρασκευάζονται αποκλειστικά από σιμιγδάλι σκληρού σίτου θεσπίστηκε με τον νόμο 580 της 4ης Ιουλίου 1967, περί επεξεργασίας και εμπορίας των δημητριακών, των αλεύρων, του σίτου και των ζυμαρικών (GU αριθ. 189 της 29ης Ιουλίου 1967, σ. 4182· GU suppl. ord. 4 της 5ης Ιανουαρίου 1980 σ. 3). Η μέθοδος που χρησιμοποιεί η ιταλική διοίκηση εκπονήθηκε από τον καθηγητή Resmini του Πανεπιστημίου του Μιλάνου.
Η Επιτροπή υποστηρίζει κυρίως ότι για να διαπιστωθεί αν τα ζυμαρικά παρασκευάστηκαν σύμφωνα με τις διατάξεις του ιταλικού νόμου εφαρμοστέα μέθοδος είναι η ισχύουσα στην Ιταλία. Η άποψη αυτή παρουσιάζεται ως το επιστέγασμα μιας αρχής που έχει θέσει το Δικαστήριο ερμηνεύοντας το άρθρο 30 και που μπορεί να διατυπωθεί ως εξής: Τα προϊόντα που μπορούν να διατεθούν στο εμπόριο στη χώρα καταγωγής διότι είναι σύμφωνα προς τη νομοθεσία της πρέπει άνευ ετέρου να γίνονται δεκτά προς κυκλοφορία και στα άλλα κράτη μέλη. Η Επιτροπή συνάγει εξ αυτού το επιχείρημα ότι ο έλεγχος της χώρας εισαγωγής ως προς την τήρηση των ουσιαστικών διατάξεων που προβλέπει η νομοθεσία της χώρας καταγωγής πρέπει να γίνεται σύμφωνα με τους τεχνικούς κανόνες που' ισχύουν στην τελευταία αυτή χώρα' και, όπως ανέφερα, συμπεραίνει ότι οι γαλλικές αρχές οφείλουν να χρησιμοποιούν τη μέθοδο Resmini. Η άποψη αυτή δεν μου φαίνεται πειστική. Αντιβαίνει στη νομολογία σας και οδηγεί σε ανεπαρκή αποτελέσματα.
Η νομολογία. Όπως παρατηρεί η ιταλική κυβέρνηση (παρεμβαίνουσα υπέρ της Γαλλίας), το 1975 το Δικαστήριο έκρινε νόμιμο το τεκμήριο iuris (εκ του νόμου) εμπλουτισμού του οίνου που εφάρμοζε μόνο η χώρα εισαγωγής: τα κράτη — έκρινε το Δικαστήριο — υποχρεούνται να λαμβάνουν αποτελεσματικά μέτρα ελέγχου για να εξασφαλίζουν την τήρηση των κοινοτικών κανόνων περί εμπλουτισμού, αυξήσεως και μειώσεως της οξύτητας του οίνου, αλλά διατηρούν «την ευχέρεια να επιλέγουν τις μεθόδους που θεωρούν κατάλληλες προς το σκοπό αυτό» (αποφάσεις της 30ής Σεπτεμβρίου 1975, στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 89/74 και 18-19/75, Arnaud και στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 10-14/75, Lahaille, Race. 1975, σσ. 1023, 1053). Αφού λοιπόν οι χώρες εισαγωγής μπορούν να χρησιμοποιούν τις δικές τους μεθόδους αναλύσεως σ' έναν τομέα (οινοποιία) για τον οποίο έχει θεσπιστεί κοινή οργάνωση αγοράς, πρέπει νομίζω να γίνει δεκτό κατά μείζονα λόγο ότι έχουν την ίδια ευχέρεια και στους τομείς όπου δεν υπάρχει κοινή οργάνωση αγοράς, όπως ο τομέας των ζυμαρικών.
Τα αποτελέσματα. Κατά την άποψη της Επιτροπής, κάθε κράτος μέλος οφείλει να οργανώνει υπηρεσία ικανή να υποβάλλει τα εισαγόμενα εμπορεύματα στους ίδιους τεχνικούς ελέγχους στους οποίους τα υποβάλλει (ή μπορεί να τα υποβάλλει) και η χώρα καταγωγής: συγκεκριμένα, να εφαρμόζει τόσες μεθόδους αναλύσεως όσα και τα λοιπά κράτη μέλη. Είναι λογική αυτή η αξίωση; Προπάντων δε ποιο όφελος προκύπτει; Κατά την προφορική διαδικασία, ο καθηγητής Resmini, απαντώντας σε ερώτηση μου ανέφερε ότι η ανάλυση που επινόησε τότε μόνο παρέχει εμπιστοσύνη όταν διενεργείται από άκρως ειδικευμένους τεχνικούς· δεν νομίζω ότι απατώμαι υποθέτοντας ότι το ίδιο ισχύει και για τις μεθόδους που εφαρμόζονται σε άλλες χώρες. Αφού όμως μια τόσο μεγάλη ειδίκευση σε εννέα συστήματα έρευνας πραγματικά ή δυνητικά αποτελεί στόχο που είναι αδύνατο να επιτευχθεί, η λύση που προτείνει η προσφεύγουσα θα κατέληγε σε πορίσματα όχι πολύ αξιόπιστα: έτσι το αποτέλεσμα θα ήταν αντίθετο από το επιδιωκόμενο.
Η αλήθεια είναι επομένως διαφορετική: σ' έναν τομέα όπως ο εν λόγω, η ταυτότητα της μεθόδου είναι άνευ σημασίας. Εκείνο που έχει σημασία είναι το ισοδύναμο των αποτελεσμάτων' είναι δε φανερό στην υπό κρίση υπόθεση ότι, αν εφαρμοστούν σωστά, και η γαλλική και η ιταλική μέθοδος δίνουν ισοδύναμα αποτελέσματα. Οι ενδιαφερόμενες κυβερνήσεις το δέχονται ομόφωνα. Το αναγνώρισε δε και η Επιτροπή χωρίς επιφυλάξεις κατά την προφορική διαδικασία.
Εξ ού και η αιτίαση που διατυπώνει επικουρικά η τελευταία. Ακόμη κι αν γίνει δεκτό — υπογραμμίζει — ότι η γαλλική κυβέρνηση μπορεί να χρησιμοποιήσει τη δική της μέθοδο είναι βέβαιο ότι οι υπηρεσίες της τη χειρίστηκαν κατά τρόπο εσφαλμένο ή τουλάχιστον ανεπαρκή. Επομένως η Γαλλία παρέβη, κατά τούτο τουλάχιστον, τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 30. Ούτε και αυτή η αιτίαση έχει έρεισμα. Για να αποδειχτεί όμως αυτό δεν απαιτείται να ερευνηθεί αν οι γαλλικές υπηρεσίες χειρίζονται πράγματι λανθασμένα τη μέθοδο Feillet. Αρκεί να παρατηρηθεί ότι τη γνωρίζουν ενώ δεν γνωρίζουν την μέθοδο Resmini: Άρα, αν χειρίζονται λανθασμένα την πρώτη πόσο μάλλον θα χειρίζονταν λανθασμένα τη δεύτερη, αν έπρεπε να τη χρησιμοποιήσουν.
3.
Μίλησα ήδη για την άλλη αιτίαση της Επιτροπής κατά της γαλλικής κυβέρνησης. Η Γαλλία εφαρμόζει — ισχυρίζεται η Επιτροπή — στα αποτελέσματα των αναλύσεων μικρότερα όρια ανοχής απ' αυτά που γίνονται δεκτά στην Ιταλία για τα ίδια προϊόντα: κατ' αυτόν τον τρόπο παρεμποδίζει, παραβαίνοντας το άρθρο 30, την εισαγωγή και την εμπορία ζυμαρικών που κυκλοφορούν ελεύθερα στην ιταλική αγορά. Η αιτίαση αυτή είναι ακόμα ασθενέστερη από τις πρώτες. Πράγματι, όπως προκύπτει από τη δικογραφία τα όρια ανοχής που γίνονται δεκτά στα δύο κράτη διαφέρουν όχι όμως όπως ισχυρίζεται η Επιτροπή αλλά κατά την αντίθετη έννοια. Η Γαλλία είναι περισσότερο ανεκτική από την Ιταλία: άρα δεν διαταράσσεται καθόλου το εμπόριο από την Ιταλία προς τη Γαλλία.
Θα μπορούσα να σταματήσω σ' αυτό το σημείο. Το πρόβλημα όμως που εγείρει η προσφεύγουσα προσφέρεται για μία σημαντικότερη αξιολόγηση που θεωρώ σκόπιμο να υποδείξω στο Δικαστήριο. Καταρχάς, δύο λόγια σχετικά με τα όρια ανοχής. Αυτά προϋποθέτουν: α) ότι μια πολύ μικρή ποσότητα μαλακού σίτου έχει αναμειχθεί συμπτωματικά με το σκληρό σίτο (στην περίπτωση αυτήγίνεται λόγος για «φυσική μόλυνση» του σκληρού σίτου)· 6) ότι οι τεχνικοί που διενεργούν τις αναλύσεις πλανώνται περί την ανάγνωση των ενδείξεων των οργάνων. Οι διοικητικές και οι δικαστικές αρχές κλείνουν τα μάτια σ' αυτά τα φαινόμενα εφόσον παραμένουν εντός ορισμένων ορίων. Στη Γαλλία, το όριο ανοχής που δέχονται οι μεν διοικητικές αρχές είναι 8% οι δε δικαστικές απροσδιόριστο. Στην Ιταλία, συμπίπτει και στις δύο περιπτώσεις με το όριο (4 ο/ο) που έχει καθοριστεί για το σκληρό σίτο ο οποίος παραδίδεται σε οργανισμό παρεμβάσεως (βλέπε τον κανονισμό της Επιτροπής (ΕΟΚ.) αριθ. 3525 της 9ης Δεκεμβρίου 1981, EEL 355 της 10. 12. 1981).
Δεδομένου όμως ότι τα όρια αυτά δεν καθορίζονται με γραπτούς κανόνες, υπόκεινται και στην Ιταλία και στη Γαλλία στον έλεγχο της δικαστικής αρχής η οποία βεβαίως μπορεί να διατάξει την επανάληψη των αναλύσεων και να κρίνει, βάσει των αποδείξεων, αν ο εισαγωγέας ή ο έμπορος υπέχουν ποινική ευθύνη. Με άλλα λόγια, το ζήτημα των «ορίων ανοχής» επηρεάζει τελικά το σύστημα των αποδείξεων στην ποινική δίκη. Όπως όμως έχει δεχθεί το Δικαστήριο καθ' όλη τη διάρκεια της 25ούς ιστορίας του, πολλά συνάγονται από το άρθρο 30' μάλιστα δε — καίτοι ορισμένοι το αμφισβητούν — στοιχεία που επηρεάζουν τις ποινικές διαδικασίες των κρατών μελών. Ωστόσο θεωρώ παράλογη τη συναγωγή τέτοιων στοιχείων στο πλαίσιο μιας πρακτικής τόσο ασήμαντης και τόσο εύλογης όπως η εφαρμογή ορίων ανοχής.
4.
Για τους προαναφερθέντες λόγους προτείνω στο Δικαστήριο να απορρίψει την προσφυγή της Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά της Γαλλικής Δημοκρατίας που κατατέθηκε στη γραμματεία στις 9 Αυγούστου 1982.
Το προσφεύγον όργανο πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα κατά τα ισχύοντα για την περίπτωση ήττας.
( 1 ) Μετάφραση από τα ιταλικά.
Top