ΠΡΟΤΆΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΫ ΕΙΣΑΓΓΕΛΈΑ
G. FEDERICO MANCINI
της 4ης Δεκεμβρίου 1985 ( *1 )
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1.
Οι πιστώσεις που προορίζονται για τη χρηματοδότηση της εκστρατείας πληροφορήσεως σχετικά με τις ευρωπαϊκές εκλογές αποτελούν το λόγο ασκήσεως πολλών προσφυγών εκ μέρους των γάλλων οικολόγων κατά κοινοτικών θεσμικών οργάνων. Συγκεκριμένα, « Το Κόμμα των Οικολόγων — Les Verts ( οι Πράσινοι) » (εφεξής: οι Πράσινοι) άσκησαν προσφυγή κατά:
α)
της Επιτροπής και του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων με αντικείμενο την ακύρωση:
1)
πρώτον, της απόφασης της Επιτροπής, της 20ής Ιουνίου 1983, περί καταρτίσεως και εγκρίσεως του προσχεδίου του γενικού προϋπολογισμού για το οικονομικό έτος 1984, καθώς και του προσχεδίου του συμπληρωματικού γενικού προϋπολογισμού για το οικονομικό έτος 1983,
2)
δεύτερον, των αποφάσεων του Συμβουλίου, της 22ας Ιουλίου 1983, που αφορούν επίσης τα σχέδια προϋπολογισμού των ετών 1983 και 1984,
3)
τρίτον, όλων των άλλων συναφών αποφάσεων ( υπόθεση 216/83),
6)
του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου με αντικείμενο την ακύρωση:
1)
πρώτον, των αποφάσεων που ελήφθησαν στις 12 και 13 Οκτωβρίου 1982 καθώς και στις 29 Οκτωβρίου 1983, η πρώτη από το προεδρείο, και η δεύτερη από το διευρυνθέν προεδρείο, περί της κατανομής των ποσών που είναι εγγεγραμμένα στη θέση 3708 του κοινοτικού προϋπολογισμού για τα οικονομικά έτη 1982, 1983 και 1984( υπόθεση 294/83),
2)
δεύτερον, του ψηφίσματος που εγκρίθηκε στις 27 Οκτωβρίου 1983 σε πρώτη ανάγνωση και στις 19 και 20 Δεκεμβρίου 1983 σε δεύτερη ανάγνωση στο πλαίσιο της διαδικασίας εγκρίσεως του οριστικού προϋπολογισμού για το 1984 (υπόθεση 295/83),
3)
τρίτον, της απόφασης της 20ής Δεκεμβρίου 1983 με την οποία το Κοινοβούλιο διαπίστωσε, δυνάμει του άρθρου 203 της Συνθήκης ΕΟΚ, την έγκριση του προϋπολογισμού αυτού (υπόθεση 296/83),
4)
τέταρτον, όλων των αποφάσεων εκτελέσεως του οικείου προϋπολογισμού σχετικά με τη θέση 3708 ( υπόθεση 190/84),
γ)
του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων με αντικείμενο την ακύρωση της απόφασης της 22ας Νοεμβρίου 1983 περί εγκρίσεως σε δεύτερη ανάγνωση του σχεδίου προϋπολογισμού για το 1984 ( υπόθεση 297/83).
Πρέπει περαιτέρω να υπομνηστεί ότι οι αποφάσεις της 22ας Ιουλίου 1983 προσεβλήθησαν και ενώπιον του γαλλικού Συμβουλίου της Επικρατείας. Οι Πράσινοι θεώρησαν ότι οι αποφάσεις αυτές πάσχουν από υπέρβαση εξουσίας που διέπραξε ο εκπρόσωπος της γαλλικής κυβέρνησης στο Συμβούλιο, συμμετέχοντας στη διαδικασία εγκρίσεως τους.
2.
Καταρχάς, θεωρώ σκόπιμο να περιγράψω το σύστημα χρηματοδοτήσεως των εκστρατειών πληροφορήσεως σχετικά με τις ευρωπαϊκές εκλογές, εξηγώντας τη γένεση του και επαναλαμβάνοντας το ιστορικό του.
Η απόφαση περί εγκρίσεως των πιστώσεων που προορίζονται για τους οικείους σκοπούς ανατρέχει στο 1976, προηγείται δηλαδή της πράξης με την οποία ορίστηκε ότι το Κοινοβούλιο εκλέγεται με καθολική ψηφοφορία. Η Επιτροπή εισήγαγε για πρώτη φορά στο προσχέδιο προϋπολογισμού για το 1977 τη θέση 2729 που έφερε την ονομασία «Δράση για την πληροφόρηση σχετικά με την εκλογή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου με καθολική ψηφοφορία » και πιστωνόταν με 400000 ECU. Κατά τη συζήτηση επί του προϋπολογισμού, το Κοινοβούλιο τροποποίησε το σχέδιο, αυξάνοντας τις πιστώσεις σε 1000000 ECU. Η δράση πληροφορήσεως — όπως διαβάζει κανείς στις σχετικές επεξηγήσεις της θέσης — πρέπει να αναλαμβάνεται από κοινού με τη Συνέλευση, ενώ οι οικείες πιστώσεις εκκρεμούν μέχρις ότου η τελευταία εγκρίνει το προσχέδιο της Επιτροπής που το θεσμικό αυτό όργανο προτίθεται να εφαρμόσει, συντονίζοντάς το με τα δικά του προγράμματα. Η ίδια θέση ανευρίσκεται στον προϋπολογισμό του 1978 και πιστώνεται με 5000000 ECU.
Στον προϋπολογισμό του 1977 (τμήμα που αφορούσε το Κοινοβούλιο ) φέρεται εγγεγραμμένη στη θέση 1001 πίστωση 3000000 ECU. Το ποσό αυτό, που διαχειρίζεται το διευρυμένο προεδρείο, προορίζεται να προσφέρει στο Κοινοβούλιο τη δυνατότητα να πληροφορεί και αυτό με τη σειρά του το κοινό σχετικά με τις εκλογές που διεξάγονται με καθολική ψηφοφορία. Προκειμένου να καθοριστούν οι λεπτομέρειες διαχειρίσεως, συστάθηκε ad hoc ομάδα εργασίας, προεδρευόμενη από τον πρόεδρο της Συνέλευσης και αποτελούμενη από τους προέδρους των πολιτικών ομάδων, η οποία υπέβαλε την εισήγηση της στις 23 Δεκεμβρίου 1976.
Το διευρυμένο προεδρείο ενέκρινε την εισήγηση κατά τη συνεδρίαση της 29ης Μαρτίου 1977, καθορίζοντας τα κριτήρια κατανομής του ποσού μεταξύ των κοινοβουλευτικών ομάδων και τους τρόπους ελέγχου αναφορικά με τη διάθεση του. Η κατανομή έπρεπε να γίνει σύμφωνα με τις οδηγίες που προβλέπονταν από τη θέση 3706 (πρόσθετες πολιτικές δραστηριότητες). Προσδιορίζοντας το είδος των εξόδων που εμπίπτουν στη θέση αυτή, η τελευταία περιείχε τη διευκρίνιση ότι « οι πιστώσεις εξυπηρετούν τη χρηματοδότηση ... των δραστηριοτήτων των μη εγγεγραμμένων μελών ». Ελλείψει ακριβούς διατάξεως, η παραπομπή στο εν λόγω κείμενο επιτρέπει κατά συνέπεια να συναχθεί ότι τα ποσά της θέσης 1001 προορίζονται για όλα τα μέλη του Κοινοβουλίου, ακόμη δηλαδή και για εκείνα που δεν ανήκουν σε καμιά πολιτική ομάδα.
Διάφορες διατάξεις προβλέφθηκαν για το σχετικό έλεγχο. Οι βασικότερες όριζαν ότι: α ) με κοινή συμφωνία οι πρόεδροι των ομάδων αναλαμβάνουν την υποχρέωση να ελέγχουν τη χρήση των ποσών, και συγκεκριμένα το αν προορίζονται για σκοπούς που συνάδουν προς την προετοιμασία και διεξαγωγή της προεκλογικής εκστρατείας και β) με βάση εισήγηση της υποεπιτροπής ελέγχου του προϋπολογισμού, το διευρυμένο προεδρείο ελέγχει το αν οι ομάδες ενεργούν με τον προσήκοντα τρόπο. Αντίθετα, ο έλεγχος του οργάνου αυτού δεν επεκτεινόταν τόσο ώστε να καλύπτει τη νομιμότητα των πράξεων τους, δηλαδή την τήρηση των ισχυουσών διατάξεων, ούτε απέβλεπε στο να διακριβώνει αν η οικονομική διαχείριση των ομάδων ανταποκρινόταν στα κριτήρια αποτελεσματικότητας, επάρκειας και οικονομίας.
Όσον αφορά τα οικονομικά έτη 1978 και 1979, η χρήση των πιστώσεων αποτέλεσε αντικείμενο ελέγχου εκ μέρους του Ελεγκτικού Συνεδρίου, το οποίο τη θεώρησε κατ' ουσίαν ορθή, και εκ μέρους της Επιτροπής σχετικά με τα κονδύλια του Κοινοβουλίου. Ύστερα από τις συστάσεις της τελευταίας, το διευρυμένο προεδρείο θέσπισε νέα απόφαση ( στις 14 Φεβρουαρίου 1979) που κατέστησε αυστηρότερες τις διατάξεις που μόλις προανέφερα. Οι ομάδες υποχρεώθηκαν να ελέγχουν ακόμη και τα ποσά που καταβάλλονταν στους συνασπισμούς κομμάτων ή στα εθνικά κόμματα, να μην πραγματοποιούν έξοδα προτού υπολογίσουν κατ' εκτίμηση το κόστος, να τηρούν χωριστά λογιστικά βιβλία για τις προοριζόμενες προς πληροφόρηση πιστώσεις και να τις χρησιμοποιούν με τα ελάχιστα δυνατά διοικητικά έξοδα.
Δεν εγγράφηκαν ποσά στον προϋπολογισμό των ετών 1980 και 1981 για δραστηριότητες πληροφορήσεως. Στον προϋπολογισμό του 1982 — που τροφοδοτήθηκε με τη μεταφορά 17390500 ECU που προήλθαν από οικονομίες στα γενικά έξοδα του οργάνου — εμφαίνεται η θέση 3708. Τα εγγεγραμμένα σ' αυτή ποσά προορίζονταν για την « από κοινού χρηματοδότηση της προετοιμασίας από πλευράς πληροφορήσεως όσον αφορά τις δεύτερες άμεσες εκλογές που θα διεξαχθούν το 1984 » (ΕΕ L 31 της 8.2.1982, σσ. 114 και 115). Προκειμένου να καθοριστούν οι λεπτομέρειες διαχειρίσεώς τους, το προεδρείο συνέστησε, όπως και κατά το 1976, ομάδα εργασίας, αποτελούμενη από τον πρόεδρο της Συνέλευσης και τους προέδρους των κοινοβουλευτικών ομάδων.
Η εισήγηση της ομάδας εργασίας εγκρίθηκε κατά τις συνεδριάσεις της 12ης και 13ης Οκτωβρίου 1982. Η σχετική απόφαση όριζε ότι:
α)
οι πιστώσεις για την προεκλογική εκστρατεία 1983/84 θα εγγράφονταν στη θέση 3708 των προϋπολογισμών 1982, 1983 και 1984,
β)
το Κοινοβούλιο θα τις κατένειμε με βάση τα κριτήρια που θα πρότειναν οι ομάδες και θα ενέκρινε το προεδρείο,
γ)
ένα τρίτο του ποσού ( μετά την αφαίρεση της σταθερής μερίδας) θα καταβαλλόταν μετά τη διενέργεια των εκλογών,
δ)
τα διοικητικά έξοδα δεν μπορούσαν να υπερβαίνουν το 25 % των συνολικών, απα-γορευομένης εν πάση περιπτώσει της αγοράς ακινήτων ή κινητών αγαθών γραφείου,
ε)
ο έλεγχος δεν θα περιοριζόταν στην προσήκουσα χρήση των πιστώσεων, όπως προέβλεπε η απόφαση της 29ης Μαρτίου 1977, αλλά θα έπρεπε να επεκτείνεται και στη νομιμότητά της καθώς και στο αν ανταποκρίνεται σε κριτήρια υγιούς οικονομικής διαχειρίσεως,
στ)
θα διευκρινίζονταν οι λεπτομέρειες όσον αφορά την τήρηση των λογαριασμών,
ζ)
οι πιστώσεις θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για αναλήψεις δαπανών μέχρι 40ημέρες πριν από τις εκλογές κατά τρόπο ώστε οι πληρωμές να διενεργούνται το αργότερο 40ημέρες μετά τις εκλογές.
Για τα ποσά που δεν θα χρησιμοποιούνταν σύμφωνα με τα αναφερόμενα κριτήρια προβλεπόταν η απόδοσή τους στο Κοινοβούλιο εντός τριών μηνών από τη διενέργεια των εκλογών. Η οριστική έκθεση χρήσεως των καθορισμένων για το 1984 πιστώσεων έπρεπε να διαβιβαστεί στον πρόεδρο της Συνέλευσης μέχρι και όχι πέραν της 1ης Νοεμβρίου 1984.
Τα κριτήρια για την κατανομή απηχούν κατ' ουσία τις προτάσεις των κοινοβουλευτικών ομάδων. Η απόφαση προβλέπει ότι:
α)
η εγγεγραμμένη στη θέση 3708 πίστωση — που αντιστοιχεί συνολικά για τα οικονομικά έτη από το 1982 μέχρι το 1984 στο ποσό των 43000000 ECU - κατανέμεται κατ' έτος μεταξύ των ομάδων και των μη εγγεγραμμένων βουλευτών με ένα αποθεματικό για το 1984,
β)
κάθε ομάδα λαμβάνει ως πάγια επιχορήγηση το 1 % του συνολικού ποσού καθώς και ποσό για κάθε μέλος της ίσο προς το ποσό που προκύπτει από το συνολικό ποσό μετά την αφαίρεση των προοριζόμενων για τις ομάδες επιχορηγήσεων και αφού διαιρεθεί διά του 434,
γ)
το σύνολο των διατιθέμενων στις ομάδες και στους μη εγγεγραμμένους βουλευτές πιστώσεων δεν πρέπει να υπερβαίνει το 62 % του συνολικού ποσού,
δ)
για τα έτη 1982, 1983 και 1984 ποσό ίσο προς το 31 % του συνολικού που έχει εγγραφεί στη θέση 3708 προορίζεται για το σχηματισμό αποθεματικού για λογιστικούς σκοπούς,
ε)
το εν λόγω αποθεματικό πρόκειται να διατεθεί σε όλους τους πολιτικούς σχηματισμούς που λαμβάνουν περισσότερο από το 5% των έγκυρων ψηφοδελτίων κατά τις εκλογές του 1984 στο κράτος μέλος και περισσότερο από το 1 % των έγκυρων ψηφοδελτίων στα τρία ή περισσότερα κράτη μέλη που παρουσίασαν υποψηφίους.
Με ρύθμιση της 29ης Οκτωβρίου 1983 (ΕΕ C 293, σ. 1), το διευρυμένο προεδρείο καθόρισε τα κριτήρια κατανομής του αποθεματικού (31 % των πιστώσεων 1982-1983) που σχηματίστηκε με την απόφαση της 12ης και 13ης Οκτωβρίου 1982. Δικαιούνταν των εν λόγω πιστώσεων οι βουλευτές που εξελέγησαν ή επανεξελέγησαν το 1984 ή οι πολιτικοί σχηματισμοί που δεν κατόρθωσαν να εκλέξουν βουλευτή, αλλά συγκέντρωσαν είτε πάνω από 5% των ψήφων στο κράτος μέλος είτε πάνω από 1 % των ψήφων σε καθένα από τα τρία τουλάχιστον κράτη μέλη στα οποία έλαβαν μέρος στις εκλογές ( άρθρο 2 ). Είναι εκλόγιμο κάθε κόμμα, συνδυασμός ή συνασπισμός κομμάτων που προτείνει υποψηφίους σύμφωνα με τις εθνικές ρυθμίσεις (άρθρο 3) για να επωφεληθούν πάντως του 1 %, οι διάφοροι σχηματισμοί έπρεπε να καταθέσουν, το αργότερο 40ημέρες πριν από τις εκλογές, δήλωση συνασπισμού, απευθυνόμενη προς το γενικό γραμματέα και υπογεγραμμένη από τους υπευθύνους τους ( άρθρο 4 ).
Ως προς τους όρους κατανομής των πιστώσεων, η ρύθμιση διακρίνει μεταξύ κομμάτων, συνδυασμών ή συνασπισμών που εκπροσωπούνται και μη εκπροσωπούμενων σχηματισμών. Για τους πρώτους επαναλαμβάνει κατ' ουσία την απόφαση της 12ης και 13ης Οκτωβρίου 1982, ενώ για τους δεύτερους διευκρινίζει ότι:
α)
οι αιτήσεις πληρωμής πρέπει να υποβληθούν στο γενικό γραμματέα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου μέσα σε 90ημέρες από τη δημοσίευση των αποτελεσμάτων των εκλογών του σχετικού κράτους μέλους, συνοδευόμενες από δικαιολογητικά έγγραφα·
β)
η περίοδος κατά την οποία οι δαπάνες μπορούν να θεωρηθούν ως δαπάνες σχετικές με τις εκλογές του 1984 αρχίζει την 1η Ιανουαρίου 1983 και τελειώνει 40ημέρες μετά την ημερομηνία αυτών των εκλογών
γ)
η διαχείριση των πιστώσεων που εγκρίθηκαν προς το σκοπό αυτό από το Κοινοβούλιο ανατίθεται στο γενικό γραμματέα μέχρι την πληρωμή τους,
δ)
τα κριτήρια που εφαρμόζονται για τις δαπάνες των κοινοβουλευτικών ομάδων (απόφαση της 12ης και 13ης Οκτωβρίου 1982) ισχύουν και για τις ομάδες των σχηματισμών που δεν εκπροσωπούνται.
Συμπερασματικά, υπενθυμίζω ότι, όπως προκύπτει από την απάντηση του Κοινοβουλίου σε ερώτηση του Δικαστηρίου, οι κανονιστικές ρυθμίσεις σχετικά με την εκτέλεση του προϋπολογισμού ως προς τη θέση 3708 — η ρύθμιση δηλαδή της 29ης Οκτωβρίου 1983 και το τμήμα της απόφασης της 12ης και 13ης Οκτωβρίου 1982 στο οποίο αναφέρεται η πρώτη - ίσχυαν μέχρι το τέλος του μηνός Σεπτεμβρίου 1984.
3.
Ας επιστρέψουμε στην αναληφθείσα δράση εκ μέρους των Πράσινων. Όπως σημειώθηκε, το Κοινοβούλιο διαθέτει, δυνάμει του άρθρου 18 του δημοσιονομικού κανονισμού της 21ης Δεκεμβρίου 1977 ( ΕΕ ειδ. έκδ. 01/002, σ. 77 ), εξουσία για την εκτέλεση των τμημάτων του προϋπολογισμού που το αφορούν. Πεπεισμένοι ότι, επιφυλάσσοντας το 31% των πιστώσεων μόνο για τους εκλεγέντες το 1984, το Κοινοβούλιο χρησιμοποίησε την εξουσία του αυτή για να ευνοήσει τα ήδη εκπροσωπούμενα στη Συνέλευση κόμματα, οι Πράσινοι άσκησαν ενώπιον του Δικαστηρίου 6 προσφυγές στις 19 Σεπτεμβρίου 1983, στις 20 Δεκεμβρίου 1983 και στις 7 Ιουνίου 1984 που πρωτοκολλήθηκαν αντίστοιχα στη γραμματεία του Δικαστηρίου στις 27 Σεπτεμβρίου 1983, στις 28 Δεκεμβρίου 1983 και στις 18 Ιουλίου 1984.
Πάντως, τέσσερις από τις προσφυγές αυτές — υποθέσεις 216/83, 295/83, 296/83 και 297/83 — απορρίφθηκαν αυτεπάγγελτα ως απαράδεκτες λόγω μη συνδρομής της προβλεπόμενης από το άρθρο 173, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΟΚ προϋπόθεσης. Πράγματι, στις σχετικές Διατάξεις (της 26ης Σεπτεμβρίου 1984) αναφέρεται ότι, επειδή κατά το δημοσιονομικό κανονισμό ο προϋπολογισμός ορίζεται ως « η πράξη που προβλέπει και επιτρέπει εκ των προτέρων ... τα προβλεπόμενα έσοδα και έξοδα των Κοινοτήτων», η διαδικασία εγκρίσεως του συνίσταται απλώς στην έγκριση αναλήψεως των δαπανών. Επομένως οι πράξεις που δεν εμπίπτουν στο πλαίσιο αυτό δεν είναι δυνατό να αφορούν άμεσα τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα, παρόλον ότι τα τελευταία ενδέχεται να θίγονται από τις αποφάσεις που θεσπίζονται προς εκτέλεση του προϋπολογισμού, όπως συμβαίνει με αυτές που προσβάλλουν οι Πράσινοι στις υποθέσεις 294/83 και 190/84.
Τέλος, η προσφυγή που ασκήθηκε ενώπιον του γαλλικού Συμβουλίου της Επικρατείας απορρίφθηκε στις 23 Νοεμβρίου 1984 ως απαράδεκτη. Στη σχετική απόφαση παρατηρείται ότι οι προσβαλλόμενες πράξεις αφορούν άμεσα τις διπλωματικής φύσεως σχέσεις της γαλλικής κυβέρνησης με την Κοινότητα' άρα, δεν εμπίπτουν στη δικαιοδοσία του Συμβουλίου της Επικρατείας επί διοικητικών διαφορών.
4.
Καταρχάς, προτίθεμαι να εξετάσω τις διαδικαστικές πλευρές στην υπόθεση 294/83. Το Κοινοβούλιο προβάλλει ένσταση απαραδέκτου, επικαλούμενο:
α)
την ανικανότητα του προσφεύγοντος να παρίσταται ενώπιον του Δικαστηρίου,
β)
τη μη δυνατότητα προσβολής των πράξεων του δυνάμει του άρθρου 173, παράγραφος 1, της Συνθήκης ΕΟΚ,
γ)
τη μη συνδρομή των προϋποθέσεων από τις οποίες η δεύτερη παράγραφος του εν λόγω άρθρου εξαρτά τη δυνατότητα των φυσικών προσώπων να ασκήσουν προσφυγή.
Αρχίζω με το θέμα που αφορά τήν ικανότητα των Πράσινων να παρίστανται ενώπιον δικαστηρίου. Αφού έληξε η έγγραφη διαδικασία και ορίστηκε η προφορική, το Δικαστήριο έλαβε γνώση από την Επίσημη Εφημερίδα της Γαλλικής Δημοκρατίας ότι η προσφεύγουσα ένωση είχε διαλυθεί από τις 19 Ιουνίου 1984. Πάντως, στις 4 Οκτωβρίου 1984 η γραμματεία του Δικαστηρίου απηύθυνε έγγραφο στους Πράσινους, καλώντας τους να διευκρινίσουν αν, ενόψει του διεπόμενου από το γαλλικό δίκαιο καταστατικού, μπορούσαν ακόμη να παρίστανται ενώπιον δικαστηρίου. Δεν ελήφθη καμία απάντηση. Κατόπιν αυτού, το Δικαστήριο όρισε προθεσμία στους διαδίκους προκειμένου να διατυπώσουν τις απόψεις τους ως προς την ικανότητα του προσφεύγοντος (έγγραφο της 4ης Δεκεμβρίου 1984) μόνο το Κοινοβούλιο, ανταποκρινόμενο στην αίτηση αυτή, απάντησε. Πάντως, γεγονός είναι ότι μεταξύ των δικογράφων της υπόθεσης 190/84 περιλαμβάνεται « υπόμνημα απαντήσεως » που κατέθεσαν οι Πράσινοι στις 19 Μαρτίου 1985.
Το Κοινοβούλιο βεβαιώνει ότι η ένωση « Les Verts — Parti écologiste » διαλύθηκε στις 29 Μαρτίου 1984, την απόφασή της δε περί διαλύσεως κοινοποίησε στην αρμόδια νομαρχιακή υπηρεσία της γαλλικής πρωτεύουσας στις 19 Ιουνίου 1984. Την ίδια ημέρα διαλύθηκε και η ένωση « Les Verts ». Πάντως, συγχρόνως με την πράξη διαλύσεως τους οι δύο ομάδες προέβησαν στη σύσταση νέας πολιτικής οργάνωσης με την επωνυμία « Les Verts — Confédération écologiste — Parti écologiste», με σχετική δήλωση ενώπιον της préfecture του Παρισιού στις 20 Ιουνίου 1984 (JORF της 25.7.1984, σσ. 6608 και 6604 αντίστοιχα). Με το σχετικό έγγραφο προβλέπεται η συγχώνευση των στοιχείων ενεργητικού και παθητικού τους. Το εν λόγω έγγραφο αναφέρει μεταξύ των στοιχείων αυτών της ένωσης « Les Verts — Parti écologiste » και « le bénéfice des actions juridiques entreprises ( contre le budget de la CEE, tant devant le C. E. que devant la Cour de justice de Luxembourg) » [το προϊόν από την άσκηση προσφυγών ( σχετικά με τον προϋπολογισμό ΕΟΚ ) τόσο ενώπιον του ΣτΕ όσο και ενώπιον του Δικαστηρίου στο Λουξεμβούργο], διευκρινίζει δε ότι οι προσφυγές αυτές « se continueront dans les mêmes termes selon les mêmes modalités » ( πρόκειται να συνεχιστούν υπό τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις). Στη συνέχεια, με το άρθρο 13 του νέου καταστατικού μετά τη συνένωσή τους προβλέπεται ότι το « conseil national interrégional dispose de tous les pouvoirs qui ne sont pas réservés à ľ Assemblée générale dont il applique les décisions; notamment, il peut ester en justice» (το διαπεριφερειακό εθνικό συμβούλιο διαθέτει όλες τις εξουσίες, εκτός από εκείνες που έχουν ανατεθεί στη γενική συνέλευση, τις αποφάσεις της οποίας εφαρμόζει' ιδίως, μπορεί να παρίσταται ενώπιον δικαστηρίου ).
Περαιτέρω, το Κοινοβούλιο επικαλείται έγγραφο της 26ης Ιουλίου 1984 που προσκόμισε το προσφεύγον στην υπόθεση 190/84, κατά το οποίο ο κατά νόμο υπεύθυνος της νέας ένωσης « conformément au protocole de fusion... [et] aux décisions de ľ Assemblée générale et du conseil national interrégional, confirme M. Etienne Tête dans sa fonction de délégué aux affaires juridiques pour intenter et continuer dans les mêmes termes et modalités l'ensemble des actions juridiques entreprises par ” Les Verts — Parti écologiste “, notamment devant la Cour de justice et le Conseil d'État... sous toutes ses formes » [ σύμφωνα με το έγγραφο συγχωνεύσεως ... (και) τις αποφάσεις της γενικής συνέλευσης και του περιφερειακού εθνικού συμβουλίου, ο Etienne Tête, o οποίος εκτελεί καθήκοντα εκπροσώπου για τις νομικές υποθέσεις, εξουσιοδοτείται να κινήσει και να συνεχίσει υπό τους αυτούς όρους και προϋποθέσεις το σύνολο των προσφυγών που άσκησαν οι Verts — Parti écologiste, ιδίως ενώπιον του Δικαστηρίου και του Συμβουλίου της Επικρατείας... υπό οιαδήποτε μορφή ].
Ενόψει των δεδομένων αυτών, το καθού συνάγει ότι:
α)
μετά τη διάλυση της, η ένωση « Les Verts — Parti écologiste » απώλεσε την ικανότητα της να είναι διάδικος,
β)
η νέα ένωση δεν υπεισήλθε νομότυπα στην προσφυγή που άσκησε η πρώτη, με αποτέλεσμα το Δικαστήριο να είναι αναρμόδιο να την εκδικάσει.
Προς στήριξη της άποψης του, το Κοινοβούλιο προβάλλει δύο κατηγορίες επιχειρημάτων, τα οποία αρύεται από το γαλλικό και από το κοινοτικό δίκαιο. Σύμφωνα με πάγια νομολογία του Δικαστηρίου (πρόσφατα δε με την απόφαση της 27ης Νοεμβρίου 1984 στην υπόθεση 50/84, Bensider και λοιποί, Συλλογή 1984, σ. 3991), η γαλλική έννομη τάξη λαμβάνεται υπόψη επειδή το αν συντρέχει η ικανότητα του προσφεύγοντος να είναι διάδικος ελέγχεται με βάση την εθνική του νομοθεσία. Σύμφωνα λοιπόν με το άρθρο 341, παράγραφος 2, του γαλλικού νόμου της 24ης. Ιουλίου 1966, το νομικό πρόσωπο που διαλύθηκε εξακολουθεί να υφίσταται μόνο για τις ανάγκες της εκκαθάρισης· η επίκληση της διάταξης αυτής (η οποία είναι γνωστή και στο γερμανικό δίκαιο και την οποία εφαρμόσατε με την απόφαση της 20ής Μαρτίου 1959 στην υπόθεση 18/57, Noid, Race. 1958-1959, σ. 89) δεν είναι ασφαλώς δυνατή, όταν πρόκειται για υπόθεση, όπως η παρούσα, στην οποία τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις του προσφεύγοντος μεταβιβάστηκαν σε άλλο υποκείμενο δικαίου.
Όσον αφορά το κοινοτικό δίκαιο, το άρθρο 173, παράγραφος 2, είναι αποφασιστικής σημασίας στο βαθμό που το παραδεκτό της προσφυγής εξαρτάται από τις προϋποθέσεις ότι ο προσφεύγων είναι φυσικό ή νομικό πρόσωπο και ότι η προσβαλλόμενη πράξη το αφορά. Στην προκειμένη περίπτωση, η πρώτη προϋπόθεση δεν συντρέχει λόγω διαλύσεως, έχοντας δε επέλθει κατά το χρόνο που οι Πράσινοι δεν είχαν ακόμα υποβάλει πίνακα υποψηφίων για τις ευρωπαϊκές εκλογές, το γεγονός αυτό σημαίνει ότι η πράξη δεν απευθύνεται πλέον σ' αυτούς. Κατά συνέπεια, δεν συντρέχει έννομο συμφέρον των Πράσινων να είναι διάδικοι, τοσούτω μάλλον καθόσον μεταβίβασαν σε τρίτο πρόσωπο το δικαίωμα να συνεχίσει την προσφυγή.
Το Κοινοβούλιο δεν αμφισβητεί τη νομιμοποίηση του τρίτου αυτού προσώπου — του νέου δηλαδή κόμματος — να είναι διάδικος. Το τελευταίο πάντως δεν προέβλεψε την ανάληψη της υπόθεσης σύμφωνα με τις διατάξεις του γαλλικού δικαίου (οι οποίες άλλωστε είναι ανάλογες με εκείνες που ισχύουν στα περισσότερα κράτη μέλη), ότι δηλαδή στην πράξη αυτή πρέπει να προβαίνουν τα αρμόδια βάσει του καταστατικού όργανα εντός εύλογης προθεσμίας. Γεγονός είναι ότι υφίσταται έγγραφο της 17ης Φεβρουαρίου 1985 (για το οποίο έγινε λόγος κατά τη διάρκεια της επ' ακροατηρίου συζήτησης ), με το οποίο το περιφερειακό εθνικό συμβούλιο της νέας ένωσης αποφάσισε να « reprendre toutes les instances devant la Cour de justice de Luxembourg commencées par “ Les Verts — Parti écologiste”» ( συνεχίσει όλες τις ενώπιον του Δικαστηρίου προσφυγές που είχαν ασκήσει οι Verts — Parti écologiste ). Κατά την άποψη πάντως του καθού οργάνου, το κείμενο αυτό, το οποίο περιλαμβάνεται μόνο στη δικογραφία της υπόθεσης 190/84, δεν είναι δυνατό να ληφθεί υπόψη στην παρούσα δίκη.
Σύμφωνα πάντοτε με το Κοινοβούλιο, « Les Verts — Confédération écologiste — Parti écologiste» βρίσκονται ενώπιον ενός αληθινού διλήμματος. Πράγματι, μετά την ίδρυση του κόμματος τους, κατήρτισαν στη Γαλλία πίνακα υποψηφίων, συμμορφώθηκαν προς όλες τις υποχρεώσεις που προέβλεπε η αμφισβητούμενη ρύθμιση και έλαβαν από τη γενική γραμματεία του Κοινοβουλίου ποσό ύψους 82058 ECU. Αυτό σημαίνει ότι το νέο κόμμα συνεχίζει τη δίκη που κίνησαν οι πρώην Πράσινοι, την κερδίζει και στην περίπτωση αυτή η ακύρωση των προσβαλλόμενων αποφάσεων το υποχρεώνει να επιστρέψει τα εισπραχθέντα ποσά, ή δεν συνεχίζει τη δίκη, οπότε η προσφυγή απορρίπτεται λόγω ανικανότητας του προσφεύγοντος. Αυτός είναι και ο λόγος της διφορούμενης συμπεριφοράς του προσφεύγοντος στην οποία μόνο το Δικαστήριο μπορεί να θέσει τέρμα, καλώντας το να λάβει απερίφραστα θέση.
5.
Τα εν λόγω επιχειρήματα που συνόψισα νομίζω ότι είναι αβάσιμα ακόμη και αν γίνει δεκτή η τελευταία επίκριση, η οποία άλλωστε είναι άσχετη προς τα νομικά ζητήματα επί των οποίων καλείστε να αποφανθείτε.
Συμφωνώ ότι η ικανότητα του παρίστασθαι ενώπιον δικαστηρίου εκτιμάται με βάση την εθνική νομοθεσία των διαδίκων πιστεύω όμως ότι από το γεγονός αυτό δεν μπορούν να συναχθούν τα συμπεράσματα στα οποία καταλήγει το Κοινοβούλιο. Πράγματι, για να έχουν την ικανότητα του είναι διάδικοι τα πολιτικά κόμματα οφείλουν, σύμφωνα με το γαλλικό δίκαιο, να « δηλώνονται » στην préfécture του διοικητικού διαμερίσματος στο οποίο έχουν την έδρα τους (άρθρο 5 του νόμου της 9ης Νοεμβρίου 1901 ). Όπως λοιπόν προκύπτει από την Επίσημη Εφημερίδα της 9ης Νοεμβρίου 1984, σ. 10241 — πρόκειται για διόρθωση της ανακοίνωσης που είχε δημοσιευτεί στην ίδια πηγή στις 25 Ιουλίου 1984 στις σσ. 6604 και 6608 — στην préfécture του Παρισιού κατατέθηκε στις 20 Ιουνίου του ίδιου έτους δήλωση, με την οποία γνωστοποιούνταν είτε η συνένωση των δύο ενώσεων που είχαν διαλυθεί την ίδια ημέρα ( Les Verts — Parti écologiste και Les Verts ), είτε η σύσταση νέας ενώσεως ( Les Verts — Confédération écologiste — Parti écologiste), που προέκυψε από τη συνένωση των δύο πρώτων αμέσως μετά τη διάλυσή τους, έστω και αν αυτή έλαβε χώρα ενώ εκκρεμούσε η δίκη.
Το φαινόμενο που μας απασχολεί εξελίχτηκε σε τέσσερα στάδια — διάλυση των αρχικών ενώσεων, συγχώνευση τους, διάλυση της ένωσης που προέκυψε από τη συγχώνευση και σύσταση της τελικής ένωσης — που έλαβαν χώρα κατ' ουσία συγχρόνως και λειτουργικά είναι συναφή [επί παραδείγματι, στο σημείο III του εγγράφου περί συγχωνεύσεως αναγράφεται ότι η ένωση « Les Verts — Parti écologiste... est dissoute sous réserve de fusion avec les Verts » ( το Κόμμα των Οικολόγων — οι Πράσινοι... διαλύεται υπό την επιφύλαξη της συγχωνεύσεως του με τους Πράσινους ) ]. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι μεταξύ των πρώην και νυν Πράσινων υφίσταται μια καθόλα διαχρονική, πολιτική και νομική συνέχεια, και ότι επίσης οι δεύτεροι υπεισέρχονται αυτομάτως στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των πρώτων, συμπεριλαμβανομένων των προσφυγών τους. Υπενθυμίζω επίσης ότι, στο πλαίσιο μιας υπόθεσης που δεν διαφέρει υπερβολικά από την υπό κρίση, το γαλλικό Συμβούλιο της Επικρατείας τάχθηκε υπέρ μιας ανάλογης διαδοχής (βλέπε απόφαση της 4ης Μαρτίου 1959, Electricité et Gaz ď Algérie, Recueil Lebon, σ. 1059).
Δεύτερον, κατ' εμέ η άποψη περί επαναλήψεως ή αντικανονικής επαναλήψεως της δίκης από τη νέα ομάδα είναι εξαιρετικά εύθραυστη. Επισημαίνω καταρχάς ότι ο θεσμός αυτός δεν προβλέπεται από την κοινοτική δικονομία, εν πάση δε περιπτώσει το Δικαστήριο ουδέποτε ζήτησε από τους νέους Πρασινους να προσφύγουν σ' αυτό. Στη συνέχεια, υπάρχει το δικόγραφο της 19ης Φεβρουαρίου 1985, το οποίο, κατ' εμέ, ουσιαστικά συνιστά επανάληψη. Όπως προανέφερα, το Κοινοβούλιο της αρνείται οιαδήποτε σημασία, επειδή το δικόγραφο εμφαίνεται μόνο στο φάκελο της υπόθεσης 190/84, γεγονός όμως είναι — και υπό την έννοια αυτή αρκεί για να απορριφθεί ένα τέτοιο επιχείρημα — ότι το προσφεύγον όργανο είχε λάβει γνώση, ότι το υπενθύμισε επανειλημμένα κατά τη διάρκεια της προφορικής διαδικασίας, κυρίως όμως ότι ουδέποτε αμφισβήτησε στο δικηγόρο Lallement το δικαίωμα να αγορεύσει εξ ονόματος της προσφεύγουσας ένωσης.
6.
Ο δεύτερος λόγος απαραδέκτου, που αφορά το δικαστικό έλεγχο της δραστηριότητας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, αξίζει να εξεταστεί περισσότερο εμπεριστατωμένα. Το ζήτημα λοιπόν είναι φλέγον και για τον πρόσθετο λόγο ότι για πρώτη φορά το Δικαστήριο καλείται να αποφανθεί επί προσφυγής κατ' αποφάσεως του Κοινοβουλίου, στηριζόμενης μόνο στο άρθρο 173 της Συνθήκης ΕΟΚ. Πάντως, πρέπει να λεχθεί ευθύς εξαρχής ότι στην επίτευξη της ορθής λύσης, το καθού δεν μας συνέδραμε, ακόμα και αν δεν ληφθεί υπόψη η αποτυχημένη πρόταση που περιείχε επίσημο αίτημα με σκοπό την προβολή ενστάσεως απαραδέκτου.
Ας δούμε για ποιους λόγους. Με το υπόμνημα αντικρούσεως του, το Κοινοβούλιο υποστηρίζει ότι ο γενικός κανόνας του άρθρου 164 επιβάλλει διασταλτική ερμηνεία του άρθρου 173, ώστε να περιλαμβάνει τις πράξεις των. θεσμικών οργάνων που επιδέχονται αμφισβήτηση. Η υποχρέωση αυτή ισχύει για όλες τις περιπτώσεις· κυρίως όμως καθίσταται αξιωματική όταν πρόκειται για τομείς — όπως τα θέματα του προϋπολογισμού και της διοργάνωσης των εκλογών — στους οποίους οι αρμοδιότητες του Κοινοβουλίου έχουν διευρυνθεί. Πράγματι, ύστερα από τις νέες ρυθμίσεις του 1970 και του 1975, το Κοινοβούλιο διαδραματίζει, όσον αφορά τον προϋπολογισμό, ρόλο αποφασιστικής σημασίας, διαθέτοντας την εξουσία είτε να απορρίπτει στο σύνολό του το σχέδιο ( άρθρο 203, παράγραφος 8), είτε να εκφέρει τελευταίο την άποψη του όταν πρόκειται για έξοδα που δεν απορρέουν υποχρεωτικά από τη Συνθήκη. Εξάλλου, οι εκλογές με καθολική ψηφοφορία του προσέδωσαν μεγαλύτερη νομιμότητα και κατά συνέπεια ευρύτερη εξουσία , κατά την ενάσκηση των ανατεθειμένων σ' αυτό καθηκόντων. Ειδικότερα, όταν χρηματοδοτεί την εκστρατεία πληροφορήσεως, η Συνέλευση ασκεί εγγενή δικαιώματα. Είναι συνεπώς απαράδεκτο οι σχετικές πράξεις να μην υπόκεινται στον έλεγχο του Δικαστηρίου.
Το καθού όργανο άρχισε να απομακρύνεται από την άποψη αυτή όλο και σαφέστερα με την πρόοδο της δίκης. Έτσι, με το απαντητικό του υπόμνημα βεβαίωνε ότι, αν και δεν συνεπάγεται το απαράδεκτο της προσφυγής, η έλλειψη παθητικής νομιμοποιήσεως απαιτεί τη διαφύλαξη μιας « στοιχειώδους ισορροπίας » μεταξύ των προνομίων και των υποχρεώσεων των οποίων είναι φορέας. Πρόκειται για υπαναχώρηση; Επ' αυτού δεν χωρεί αμφιβολία. Αλλ εκείνη που είναι πολύ περισσότερο εντυπωσιακή είναι η μεταστροφή της οποίας υπήρξαμε μάρτυρες κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση. Πράγματι, κατ' αυτήν, το Κοινοβούλιο δήλωσε ότι η διασταλτική ερμηνεία του άρθρου 173 συνεπάγεται την εξουσία του να αμφισβητεί τις πράξεις των άλλων θεσμικών οργάνων για λόγους συνοχής του συστήματος δικαστικής προστασίας προς την οποία αποβλέπει μια τέτοια ερμηνεία. Με άλλα λόγια cuius incommoda eius et commoda. Ενεργητική και παθητική νομιμοποίηση συμβαδίζουν: ενόσω δεν του αναγνωρίζεται η πρώτη, πρέπει να αποκλείεται στην περίπτωση του και η δεύτερη.
7.
Τάσσομαι υπέρ της περισσότερο διασφαλι-στικής άποψης. Ως γνωστό, σύμφωνα με μια κατά γράμμα ερμηνεία του, το άρθρο 173 δεν προβλέπει δικαστικό έλεγχο των αποφάσεων του Κοινοβουλίου· πιστεύω πάντως ότι η ερμηνεία αυτή προσκρούει στο σύστημα των Συνθηκών, καταλήγω δε στο συμπέρασμα ότι τόσο από τη νομολογία του Δικαστηρίου σας, όσο και από τη θεωρία επί του θέματος, είναι δυνατό να συναχθούν επαρκείς λόγοι και επιχειρήματα υπέρ της αντίθετης άποψης.
Ας αρχίσουμε με τη νομολογία. Δεν χωρεί αμφιβολία ότι επικυρώνει καταρχήν την εξουσία του Δικαστηρίου να αποφαίνεται επί του κύρους και της νομιμότητας των πράξεων του Κοινοβουλίου. Υπενθυμίζω επί παραδείγματι την απόφαση της 15ης Σεπτεμβρίου 1981 στην υπόθεση 208/80, Lord Bruce of Donington κατά Aspden (Συλλογή 1981, σ. 2205 ): επιληφθέν, δυνάμει του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, το Δικαστήριο εξέτασε και έκρινε ότι οι διατάξεις που θεσπίζει το Κοινοβούλιο, προκειμένου να ρυθμίσει την επιστροφή των εξόδων και των αποζημιώσεων προς τα μέλη του, είναι έμμεσα νόμιμες. Πάντως, ακόμη περισσότερο αποφασιστικής σημασίας είναι η απόφαση της 10ης Φεβρουαρίου 1983 στην υπόθεση 230/81, Μεγάλο Δουκάτο του Λουξεμβούργου κατά Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου (Συλλογή 1983, σ. 255). Σε προσφυγή ακυρώσεως που άσκησε το Λουξεμβούργο κατά πράξεως του Κοινοβουλίου, σχετικά με την έδρα και τον τόπο εργασίας του, το τελευταίο προέβαλε ένσταση απαραδέκτου. Το Μεγάλο Δουκάτο αντέδρασε, ζητώντας από το Δικαστήριο να ερμηνεύσει διασταλτικά το άρθρο 173, στηρίζοντας το αίτημά του είτε στις « αυξημένες αρμοδιότητες του Κοινοβουλίου», είτε στην ανάγκη να « αποφευχθούν κενά στη νομική προστασία που εξασφαλίζει το Δικαστήριο » (σκέψη 15).
Όπως θα ενθυμείστε, το Δικαστήριο επέλυσε το ζήτημα, επιβεβαιώνοντας την αρμοδιότητά του, δυνάμει του άρθρου 38 της Συνθήκης ΕΚΑΧ, επί πράξεων που αφορούν «ταυτόχρονα και αδιαίρετα τους τομείς των τριών Συνθηκών» (σκέψη 19) κατόπιν αυτού θεωρήσατε ότι πάρείλκε η εξέταση του ζητήματος αν η αρχή περί τηρήσεως του δικαίου στις Κοινότητες επιβάλλει την ερμηνεία των άρθρων 173 της Συνθήκης ΕΟΚ και 146 της Συνθήκης ΕΚΑΕ υπό την έννοια ότι επιτρέπουν στο Κοινοβούλιο να είναι διάδικος στις διαφορές ενώπιον του Δικαστηρίου (σκέψη 20 ). Εφιστώ πάντως την προσοχή σας σε μία φράση που θεωρώ ότι έχει μεγάλη σημασία. Αφού παραπέμπει στα άρθρα 173 και 146, η απόφαση διευκρινίζει ότι στα « ανωτέρω άρθρα δεν προβλέπεται ρητά ενεργητική ή παθητική συμμετοχή του Κοινοβουλίου στις διαφορές ενώπιον του Δικαστηρίου». Διερωτώμαι αν σφάλλω υποστηρίζοντας ότι στο εν λόγω obiter dictum εκείνο που πρέπει να τονιστεί είναι το επίρρημα « ρητά ». Δεν το πιστεύω. Πρέπει λοιπόν να αναγνωριστεί ότι η προαναφερθείσα απόφαση κλίνει αναμφισβήτητα υπέρ της άποψης που υποστηρίζω.
Το πράγμα δεν σταματά εδώ. Στους υποστηρικτές της γραμματικής ερμηνείας του άρθρου 173 πρέπει να υπομνηστεί η ευρύτητα με την οποία το Δικαστήριο αντιμετωπίζει ανέκαθεν τις διατάξεις που αφορούν την αρμοδιότητά του. 'Ετσι, με την απόφαση της 15ης Ιουλίου 1963 στην υπόθεση 25/62, Plaumann (Race. 1963, σ. 195), δεχτήκατε, σε σχέση με το άρθρο 173, ότι « οι διατάξεις ... που αφορούν το δικαίωμα προσφυγής ενώπιον του Δικαστηρίου δεν μπορούν να ερμηνεύονται συσταλτικά, ( οπότε ) εάν η Συνθήκη σιωπά, η σχετική διάταξη δεν μπορεί να νοηθεί περιοριστικά » (σ. 222). Επίσης με την απόφαση της 31ης Μαρτίου 1971 στην υπόθεση 22/70, Επιτροπή κατά Συμβουλίου (Race. 1971, σ. 263), αποφανθήκατε ότι η προσφυγή ακυρώσεως « αποσκοπεί να διασφαλίσει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 164, την τήρηση του δικαίου κατά την ερμηνεία και εφαρμογή της Συνθήκης. Η συσταλτική ερμηνεία των προϋποθέσεων του παραδεκτού της προσφυγής έρχεται σε αντίθεση με το σκοπό αυτό » ( σκέψεις 38 έως 43 ).
Υπενθυμίζω ότι στο ίδιο πλαίσιο μπορεί να ενταχθεί η απόφαση της 15ης Ιουνίου 1976 στην υπόθεση 110/75, Mills κατά Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων (Race. 1976, σ. 955). Ως γνωστόν, το άρθρο 179 της Συνθήκης ΕΟΚ ορίζει ότι το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να εκδικάσει οιαδήποτε διαφορά μεταξύ της Κοινότητας και των υπαλλήλων της. Πάντως, όπως προκύπτει από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 129 και 210, η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων έχει νομική προσωπικότητα που διακρίνεται από εκείνη της Κοινότητας· δεν ήταν λοιπόν παράλογο να υποτεθεί ότι η εν λόγω διάταξη δεν ίσχυε επί των προσφυγών των υπαλλήλων της. Με την απόφαση σας αποφανθήκατε διαφορετικά: « Το προσωπικό της Τράπεζας υπάγεται σε ειδικό νομικό καθεστώς, (αλλά) ταυτόσημο με εκείνο του προσωπικού των θεσμικών οργάνων των Κοινοτήτων » · αυτή η de facto ισότητα τη νομιμοποιεί να προσφεύγει ενώπιον του Δικαστηρίου.
Ακόμη σπουδαιότερη είναι η απόφαση της 17ης Φεβρουαρίου 1977 στην υπόθεση 66/76, CFDT κατά Συμβουλίου (Race. 1977, σ. 305). Η γαλλική συνομοσπονδία ζητούσε την ακύρωση μιας απόφασης του Συμβουλίου σχετικά με την υπόδειξη των αντιπροσωπευτικών οργανώσεων που διορίζουν τους υποψηφίους για τη Συμβουλευτική Επιτροπή ΕΚΑΧ· γνωρίζοντας δε ότι η Συνθήκη ΕΚΑΧ δεν παρέχει στους ιδιώτες το δικαίωμα να προσβάλουν τις πράξεις του Συμβουλίου, επικαλέστηκε το άρθρο 31 της ίδιας Συνθήκης, το οποίο επιβάλλει στο Δικαστήριο την υποχρέωση να εξασφαλίζει την τήρηση του δικαίου. Παρόλον ότι απέρριψε την προσφυγή ως απαράδεκτη, το Δικαστήριο δέχτηκε ότι « οι αρχές που επικαλείται η προσφεύγουσα ... απαιτούν διασταλτική ερμηνεία των διατάξεων σχετικά με την προσφυγή ... κατά τρόπο που να είναι εφικτή η νομική προστασία των ατόμων ». Είναι εύλογο ότι για τους σκοπούς της παρούσας υπόθεσης εκείνο που έχει σημασία είναι αυτό ακριβώς το σημείο. Σ' ένα σύστημα δικαστικής προστασίας που είναι λιγότερο συνεκτικό και παρέχει λιγότερες εγγυήσεις από εκείνο της Συνθήκης ΕΟΚ, η απόρριψη της προσφυγής ως απαράδεκτης ήταν πράγματι αναπόφευκτη.
Τέλος, αξίζει να υπομνηστεί και η πρόσφατη απόφαση της 26ης Μαΐου 1982 στην υπόθεση 44/81 (Συλλογή 1982, σ. 1855). Το Δικαστήριο απέρριψε ως απαράδεκτο αίτημα περί καταβολής της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας έναντι της Επιτροπής' έκρινε, πάντως, ότι το κράτος μέλος είχε τη δυνατότητα να προσφύγει σύμφωνα με το άρθρο 173 ή 175, για το λόγο ακριβώς δε αυτό προσέθεσε ότι η μη πρόβλεψη της προσφυγής που ασκήθηκε δεν συνιστά « κενό που πρέπει να πληρωθεί για να διασφαλιστεί η αποτελεσματική προστασία των δικαιωμάτων των ενδιαφερόμενων προσώπων » ( σκέψη 7 ). Και στην περίπτωση δηλαδή αυτή βρισκόμαστε ενώπιον ενός πολύτιμου obiter dictum. Η υποχρέωση τηρήσεως του δικαίου — αυτό νομίζω είναι το νόημά του — υπερισχύει των ανεπαρκειών του γραπτού δικαίου· κάθε φορά που η προστασία των ιδιωτών το απαιτεί, το Δικαστήριο είναι έτοιμο να επιφέρει διόρθωση ή να συμπληρώσει τις διατάξεις που οριοθετούν την αρμοδιότητα του εν ονόματι της αρχής που επικυρώνει την αποστολή του.
Ύστερα από τη μακρά αυτή αλλά υποχρεωτική και αναμφίβολα εύγλωττη επισκόπηση, ας έλθουμε στη θεωρία. Κατ' εμέ, η σημαντικότερη συμβολή της στην επίλυση του ζητήματος μας συνίσταται στο ότι έρριψε φως στο μεταβατικό και συγχρόνως μη δεσμευτικό χαρακτήρα των λόγων για τους οποίους το Κοινοβούλιο δεν υπήχθη στην κατηγορία των θεσμικών οργάνων, κατά των πράξεων των οποίων είναι δυνατή η άσκηση προσφυγής. Παρατηρείται ότι στο αρχικό σύστημα των Συνθηκών ΕΟΚ και ΕΚΑΕ, τα μόνα όργανα, ικανά να προβαίνουν σε πράξεις που συνεπάγονται έννομα αποτελέσματα, ήταν το Συμβούλιο και η Επιτροπή. Είναι γεγονός ότι το Κοινοβούλιο είχε την εξουσία εξαναγκασμού των επιτρόπων σε παραίτηση, υποβάλλοντας πρόταση δυσπιστίας κατά τα άρθρα 144 της Συνθήκης ΕΟΚ και 114 της Συνθήκης ΕΚΑΕ· αλλ' ο πολιτικός χαρακτήρας της πράξης αυτής επιδρούσε σε τέτοιο βαθμό στη νομική της φύση, ώστε να μη συνιστάται ( ή να θεωρείται άχρηστη ) η παθητική νομιμοποίηση του αρμόδιου οργάνου να την υλοποιήσει.
Από τότε πάντως τα πράγματα άλλαξαν, ειδικότερα όσον αφορά το ζήτημα του προϋπολογισμού. Πράγματι, μέχρι το 1975, ο προϋπολογισμός εγκρινόταν με απόφαση του Συμβουλίου ή με πράξη κατά της οποίας ασφαλώς ήταν δυνατή η άσκηση προσφυγής. Σήμερα, προβλέπεται η έγκριση του από κοινού από το Συμβούλιο και το Κοινοβούλιο. Μπορεί από αυτό να συναχθεί ότι οι σχετικές πράξεις εκφεύγουν από τον έλεγχο του Δικαστηρίου; Ασφαλώς όχι. Μάλιστα αληθεύει το αντίθετο: η τροποποίηση που επήλθε στη διαδικασία εγκρίσεως του προϋπολογισμού είναι το στοιχείο που περισσότερο από οιοδήποτε άλλο αποδεικνύει την αχρηστία στην οποία περιέπεσε ο λόγος για τον οποίο οι συντάκτες της Συνθήκης διατύπωσαν το άρθρο 173 χωρίς να αναφέρουν το Κοινοβούλιο. Εξάλλου, όπως έχει ήδη εξεταστεί, η εξαίρεση αυτή δεν υπήρξε εσκεμμένη· επί παραδείγματι, δεν εξαρτήθηκε από τη φύση του οργάνου. Αποτελούσε μάλλον έμμεση συνέπεια των ευρέως τυπικών καθηκόντων που του είχαν τότε ανατεθεί· τότε οφείλονταν δηλαδή, αν μπορεί να μου επιτραπεί η δικονομική αυτή μεταφορά, στο τεκμήριο ότι παρείλκε ο έλεγχος των πράξεων του. Είναι όμως προφανές ότι το τεκμήριο ελλείπει όταν ο έλεγχος αποδεικνύεται αναγκαίος και αντίστροφα η διατήρηση του θέτει σε κίνδυνο το ίδιο το νόημα της νομιμότητας του κοινοτικού συστήματος.
Για να δώσω μια ολοκληρωμένη εικόνα, απομένει το ζήτημα της ένστασης που προέβαλε το Κοινοβούλιο ιδίως κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση · ότι δηλαδή είναι αντιφατικό να βαρύνεται με την παθητική νομιμοποίηση χωρίς να του αναγνωρίζεται καν η ενεργητική. Διευκρινίζω εξαρχής ότι κατ' εμέ η αναγνώριση ενός τόσο στενού δεσμού μεταξύ των δύο νομιμοποιήσεων είναι υπερβολική [επί παραδείγματι, στο πλαίσιο πάντοτε του άρθρου 173 δεν ισχύει όσον αφορά τα κράτη μέλη, ενώ έχω κατά νου το καθεστώς των (ιταλικών) περιφερειών όσον αφορά τον έλεγχο της συνταγματικής νομιμότητας των πράξεων τους στην ιταλική έννομη τάξη ]. Σπεύδω πάντως να προσθέσω ότι οι λόγοι για τους οποίους υποστήριξα τη δυνατότητα ασκήσεως προσφυγών κατά των αποφάσεων του Κοινοβουλίου συνηγορούν κατ' αναλογία υπέρ της εξουσίας του να ασκήσει προσφυγές κατ' εκείνων που θεσπίζουν τα άλλα όργανα· παρατηρώ μάλιστα ότι η νομολογία του Δικαστηρίου παρέχει κάποιες ελπίδες σχετικά με την άποψη αυτή.
Πρόκειται κυρίως για τις δύο αποφάσεις περί ισογλυκόζης ( αποφάσεις της 29ης Οκτωβρίου 1980 στις υποθέσεις 138/79, Roquette κατά Συμβουλίου, και 139/79, Maizena κατά Συμβουλίου, Race. 1980, σσ. 3333 και 3393). Το Συμβούλιο αμφισβήτησε στο Κοινοβούλιο το δικαίωμα να παρέμβει αυτεπάγγελτα σε υπόθεση που ήχθη ενώπιον του Δικαστηρίου, παρατηρώντας ότι η ευχέρεια αυτή εξομοιώνεται με δικαίωμα ασκήσεως προσφυγής· το Δικαστήριο, πάντως, στηριζόμενο στο άρθρο 37 του οργανισμού του, έκανε δεκτή την παρέμβαση του Κοινοβουλίου, απορρίπτοντας έτσι έμμεσα την εν λόγω ένσταση. Στη συνέχεια, πρόκειται για την απόφαση της 22ας Μαΐου 1985 στην υπόθεση 13/83, Κοινοβούλιο κατά Συμβουλίου. Το Συμβούλιο, καθού σε δίκη ενώπιον του Δικαστηρίου ύστερα από άσκηση προσφυγής δυνάμει του άρθρου 175, προέβαλε ένσταση απαραδέκτου της κατά το άρθρο αυτό προσφυγής για λόγους συστηματικής τάξεως. Υποστήριξε ότι είναι αναμφισβήτητο ότι το άρθρο 175 παρέχει το δικαίωμα ασκήσεως προσφυγής « στα κράτη μέλη και στα άλλα όργανα της Κοινότητας » · όπως όμως τόνισε το Δικαστήριο με την απόφαση της 18ης Νοεμβρίου 1970 στην υπόθεση 15/70, Chevalley κατά Επιτροπής (Race. 1970, σ. 975), είναι εξίσου αληθές ότι η διάταξη
αυτή αποτελεί με εκείνη του άρθρου 173 « ενιαίο σύνολο ». Αν λοιπόν η Συνθήκη δεν παρέχει στο Κοινοβούλιο την εξουσία να ασκεί προσφυγές κατά πράξεων του Συμβουλίου και της Επιτροπής δεν είναι δυνατό να του επιτρέπεται να ασκεί προσφυγές ενώπιον του Δικαστηρίου για να αναγνωριστεί η παράνομη « παράλειψη » των εν λόγω οργάνων.
Ως γνωστό, το Δικαστήριο απέρριψε την ένσταση, δεχόμενο ότι προσφυγή κατά παραλείψεως είναι αυτοτελής και ότι όλα τα κοινοτικά όργανα έχουν δικαίωμα να την ασκήσουν. Έτσι τα εμπόδια που έθετε η απόφαση στην υπόθεση Chevalley παραμερίστηκαν' το γεγονός αυτό επιτρέπει να υποστηριχθεί ότι, εφόσον πρέπει να ερμηνεύονται διασταλτικά οι περί αρμοδιότητας διατάξεις, η άποψη του Συμβουλίου είναι απορριπτέα. Το άρθρο 173 πρέπει λοιπόν να αναγιγνώσκεται με τρόπο που συνάδει προς την ευρύτερη διατύπωση του άρθρου 175.
8.
Ο τρίτος λόγος απαραδέκτου έχει ως αντικείμενο τις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 173, παράγραφος 2, από τις οποίες εξαρτάται η προσφυγή των φυσικών ή νομικών προσώπων. Ως γνωστόν, οι προϋποθέσεις αυτές είναι πολύ αυστηρές: η πράξη μπορεί να είναι γενικής και αφηρημένης φύσεως, μπορεί όμως να προσβληθεί μόνο όταν αφορά τα πρόσωπα άμεσα και ατομικά.
Και στο σημείο αυτό — είναι χρήσιμο να υπο-μνηστεί — το Κοινοβούλιο ακολούθησε κατ' ουσία αντιφατική γραμμή. Πράγματι, κατά την έγγραφη διαδικασία, το εν λόγω όργανο δήλωσε ότι τα πολιτικά κόμματα, ως σχηματισμοί που παρεμβάλλονται μεταξύ της Κοινότητας και των πολιτών, απολαύουν ενός « καθεστώτος προστασίας » που απαιτεί διασταλτική ερμηνεία της προαναφερθείσας διάταξης· ότι εν πάση περιπτώσει γεγονός είναι ότι η αμφισβητούμενη ρύθμιση το αφορά είτε ατομικά, επειδή προσδιορίζει τους όρους πληρωμής, είτε άμεσα στο βαθμό που εφαρμόζεται χωρίς συμπληρωματική διάταξη. Κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση ακούσαμε διαφορετική άποψη. Το καθού όργανο προέβαλε το επιχείρημα που συνίσταται στην ιδιόμορφη φύση των κομμάτων και προς το σκοπό αυτό επικαλέστηκε την απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 1983 στην υπόθεση Fediol (υπόθεση 191/82, Συλλογή 1983, σ. 2913) καθώς και την απόφαση της 21ης Φεβρουαρίου 1984 στις συνεκδικα-σθείσες υποθέσεις 239 και 275/82 (Allied Corporation και λοιποί, Συλλογή 1984, σ. 1005) αλλ' υποστήριξε — και το σημείο αυτό έχει σημασία — ότι, επειδή οι Πράσινοι δεν ενεί-χοντο ατομικά στην προσβαλλόμενη απόφαση, η προσφυγή τους έπρεπε να κριθεί ως απαράδεκτη.
Κατά το προσφεύγον, το παραδεκτό είναι αναμφισβήτητο. Για να μπορέσει να στηρίξει την άποψη του ότι η πράξη το θίγει ατομικά το προσφεύγον υποστήριξε ότι αρκεί να είναι δυνατός ο εντοπισμός της ταυτότητας των ιδιωτών μεταξύ εκείνων προς τους οποίους απευθύνεται. Οι « Verts — Confédération écologiste — Parti écologiste» κατήρτισαν κατάλογο υποψηφίων για τις εκλογές του 1984, τους επεστράφησαν δε ποσά σύμφωνα με τις διατάξεις της προσβαλλόμενης πράξης. Είναι συνεπώς αναμφισβήτητο το ότι, αν και δεν τους προσδιορίζει ονομαστικά, η πράξη αυτή προσδιορίζει την ταυτότητα τους κατά την προαναφερθείσα έννοια.
9.
Η προσοχή με την οποία το Δικαστήριο εκτίμησε τη σημασία του επιρρήματος « ατομικώς» με πείθει ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 173, παράγραφος 2. Πράγματι, ποιο είναι το νόημα της φράσης αυτής; Η απάντηση σας είναι γνωστή: « Μια απόφαση που απευθύνεται σε άλλο πρόσωπο δεν είναι δυνατό να αφορά ατομικά τρίτους, παρά μόνο αν η απόφαση αυτή τους βλάπτει λόγω ορισμένων ιδιοτήτων που προσιδιάζουν σ' αυτούς ή λόγω μιας πραγματικής καταστάσεως που τους χαρακτηρίζει σε σχέση με κάθε άλλο πρόσωπο και για το λόγο αυτό τους εξατομικεύει κατά τρόπο ανάλογο με τον αποδέκτη » ( βλέπε την προαναφερθείσα υπόθεση Plaumann, καθώς και τις αποφάσεις της 11ης Ιουλίου 1968 στην υπόθεση 6/68, Zuckerfabrik Watenstedt GmbH κατά Συμβουλίου, Race. 1968, σ. 541, και της 14ης Ιουλίου 1983 στην υπόθεση 231/82, Spijker κατά Επιτροπής, Συλλογή 1983, σ. 2559).
Αν επομένως η πράξη δεν θίγει τα συμφέροντα του προσφεύγοντος, τότε η κατάσταση του τελευταίου πρέπει να νοηθεί ως unicum αυτό ισχύει και για το λόγο ότι το υπό εξέταση αίτημα δεν μπορεί να ειπωθεί ότι ικανοποιείται ούτε από τη «δυνατότητα προσδιορισμού με μεγαλύτερη ή μικρότερη ακρίβεια του αριθμού καθώς και της ταυτότητας των υποκειμένων του δικαίου ... στα οποία εφαρμόζεται ένα ορισμένο μέτρο» (βλέπε απόφαση της 5ης Μαίου 1977 στην υπόθεση 101/76, Koninklijke Scholten Honig κατά Συμβουλίου και Επιτροπής, Race. 1977, σ. 797, απόφαση της 16ης Μαρτίου 1978 στην υπόθεση 123/77, UNICME κατά Συμβουλίου, Race. 1978, σ. 845, και απόφαση της 29ης Ιανουαρίου 1985 στην υπόθεση 147/83, Münchener Import-Weinkellerei κατά Επιτροπής, Συλλογή 1985, σ. 257). Αντίθετα, απαιτείται:
α)
με την πράξη περί θεσπίσεως του αμφισβητούμενου μέτρου το θεσμικό όργανο να γνωρίζει την ταυτότητα του προσφεύγοντος, επιπλέον δε να συντρέχει μεταξύ τους αιτιώδης συνάφεια ( απόφαση της 17ης Ιανουαρίου 1985 στην υπόθεση 11/82, Πειραϊκή-Πατραϊκή και λοιποί κατά Επιτροπής, Συλλογή 1985, σ. 207),
β)
πάντοτε, κατά το χρόνο θεσπίσεως του μέτρου, η κατάσταση του προσφεύγοντος να είναι « καθορισμένη κατά τρόπο οριστικό» (απόφαση της 27ης Νοεμβρίου 1984 στην υπόθεση 232/81, Agricola commerciale olio κατά Επιτροπής, Συλλογή 1984, σ. 3881),
γ)
ο προσφεύγων να αποδείξει την ύπαρξη περιστατικών που προσιδιάζουν σ' αυτόν και που είναι τέτοιας φύσεως, ώστε ώθησαν το θεσμικό όργανο να ρυθμίσει την κατάσταση του κατά τρόπο συγκεκριμένο σε σχέση με την κατάσταση οιουδήποτε άλλου ενδιαφερομένου (απόφαση της 10ης Δεκεμβρίου 1969 στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 10 και 18/68, Eridania και λοιποί κατά Επιτροπής, Race. 1969, σ. 459).
Η επίλυση του ζητήματος μας είναι αρκετά ευχερής ενόψει των σαφών αυτών κριτηρίων. Όπως έχω ήδη αναφέρει (ανωτέρω στο σημείο 2), στις ευεργετικές διατάξεις του αμφισβητούμενου κανονισμού υπάγονταν οι πολιτικές δυνάμεις που, ανεξάρτητα από το χαρακτήρα τους, παρουσίασαν υποψηφίους στις εκλογές του 1984' προσθέτω ακόμη ότι κατά το χρόνο θεσπίσεως του, σε κανένα κράτος μέλος δεν είχε εκπνεύσει η προθεσμία υποβολής των καταλόγων των υποψηφίων. Κατά συνέπεια, δεν ήταν δυνατό το διευρυμένο προεδρείο να γνωρίζει ποιοι σχηματισμοί θα επωφελούνταν από τις επιστροφές που προέβλεπε ο κανονισμός· ούτε οι Πράσινοι μπορούν να επικαλεστούν κατάσταση που προσιδιάζει σ' αυτούς, που ήταν ήδη προσδιορισμένη στις 29 Οκτωβρίου 1983 και που ώθησε το εν λόγω προεδρείο να τους διακρίνει από όλους τους υπόλοιπους αποδέκτες της πράξης.
Με τα δεδομένα αυτά, η επίκληση εκ μέρους του Κοινοβουλίου των αποφάσεων στις υποθέσεις Fediol και Allied Corporation νομίζω ότι είναι εντελώς αλυσιτελής. Πράγματι, η δεύτερη απόφαση δεν επιφέρει καμία απολύτως τροποποίηση στην πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, ενώ η πρώτη ναι μεν εξαρτά το παραδεκτό της προσφυγής από την ειδική έννομη κατάσταση της ενδιαφερόμενης επιχείρησης, τη στηρίζει όμως σε ειδικά δικαιώματα που παρασχέθηκαν στην εν λόγω υπηρεσία με τον κανονισμό 3017/79 στο πλαίσιο της άμυνας κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ ή επιδοτήσεων εκ μέρους τρίτων χωρών (ΕΕ ειδ. έκδ. 11/017, σ. 67). Επομένως, ισχύει ότι, ελλείψει ad hoc διατάξεων, το κοινοτικό δίκαιο δεν αναγνωρίζει σε κανένα, ούτε βέβαια στα πολιτικά κόμματα, νομικό χαρακτήρα που μπορεί να εξομοιωθεί με εκείνον των λεγόμενων προνομιούχων προσφευγόντων (κράτη μέλη και θεσμικά όργανα ). Είτε αρέσει είτε όχι, είναι δίκαιο ή όχι, στα πλαίσια του δικαιικού μας συστήματος τα κόμματα νοούνται, όσον αφορά το σύνολο των εννόμων συνεπειών τους, ως υποκείμενα του εσωτερικού ιδιωτικού δικαίου.
10.
Είμαι απόλυτα πεπεισμένος ότι η προσφυγή των Πράσινων πρέπει να κριθεί ως απαράδεκτη. Όσον αφορά λοιπόν την ουσία θα την εξετάσω συνοπτικά και μόνο για λόγους πίστεως προς την παράδοση που επιβάλλει στο γενικό εισαγγελέα την εξέταση όλων των πτυχών της υπόθεσης.
Τα μέσα που προβάλλει η προσφεύγουσα ένωση είναι πολυάριθμα. Οι αποφάσεις της 12ης και 13ης Οκτωβρίου 1982 και 29ης Οκτωβρίου 1983 πάσχουν ελάττωμα λόγω:
α)
ελλείψεως αρμοδιότητας και νομικής βάσεως,
β)
παραβάσεως των Συνθηκών και των διατάξεων περί εφαρμογής τους,
γ)
παραβιάσεως της αρχής περί ίσης μεταχειρίσεως,
δ)
παραβιάσεως του γαλλικού συντάγματος,
ε)
καταχρήσεως εξουσίας.
Ο παράνομος χαρακτήρας τους προκύπτει εκτός των άλλων και από την πράξη (απόφαση του Συμβουλίου της 22ας Ιουλίου 1983 ) επί της οποίας στηρίζονται έμμεσα. Από τις εν λόγω αιτιάσεις βασική προφανώς είναι η τρίτη. Επιφυλάσσοντας μόνο το 31 % του προβλεπόμενου από τη θέση 3708 ποσού για τα πολιτικά σχήματα που συμμετείχαν για πρώτη φορά στις εκλογές του 1984, η αμφισβητούμενη ρύθμιση — υποστηρίζει η προσφεύγουσα — τη θίγει σε σχέση με τα κόμματα που εκπροσωπούνταν ήδη στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.
Δεν χωρεί αμφιβολία ότι η μομφή που συνόψισα παραπάνω προσφέρει τη δυνατότητα της δημιουργίας εντυπώσεων αλλ είναι αμφίβολο αν πετυχαίνει το στόχο της. Η εν λόγω μομφή θα ήταν ασφαλώς βάσιμη αν η ρύθμιση κατά της οποίας στρέφεται προέβλεπε τη χρηματοδότηση των πολιτικών οργανώσεων από το Δημόσιο, όπως συμβαίνει σε ορισμένα κράτη μέλη. Πράγματι, με το σύστημα αυτό επιδιώκεται να δοθεί η δυνατότητα στα πολιτικά κόμματα να επεκτείνουν την επιρροή τους στη δημόσια γνώμη και να συμμετάσχουν στη χάραξη της εθνικής πολιτικής προκειμένου λοιπόν να τους παράσχει ίσες ευκαιρίες για την επίτευξη των εν λόγω στόχων, το σύστημα προβλέπει ένα κριτήριο ικανό να ελέγχει το βαθμό συναινέσεως που επιτυγχάνουν και κατά συνέπεια κατανομή των πιστώσεων αναλογική προς τις ψήφους και τις έδρες που λαμβάνουν. Εντούτοις, μεταξύ της μορφής αυτής χρηματοδοτήσεως και της υπό εξέταση υφίσταται διαφορά' και όχι βέβαια μόνο για το λόγο ότι στην κοινοτική έννομη τάξη η έλλειψη ομοιόμορφου εκλογικού μηχανισμού έχει συχνά επιπτώσεις στο συσχετισμό εδρών και ψήφων, εμποδίζοντας με τον τρόπο αυτό την ορθή εφαρμογή του κανόνα περί αναλογικότητας και κατά συνέπεια της αρχής περί ίσης μεταχειρίσεως.
Η διαφορά που υπαινίσσομαι συνδέεται κυρίως προς το σκοπό του συστήματός μας. Είναι γεγονός ότι η ρύθμιση της 29ης Οκτωβρίου 1983 ομιλεί για « επιστροφή των δαπανών » που πραγματοποίησαν « οι πολιτικοί σχηματισμοί που συμμετείχαν στις ευρωπαϊκές εκλογές του 1984 »· η διατύπωση όμως αυτή, η οποία — δεν χωρεί αμφιβολία — είναι ατυχής, πρέπει να αναγνωστεί υπό το φως της διατύπωσης του τίτλου της θέσης 3708. 'Οπως προανέφερα η θέση αυτή ορίζει ότι οι πιστώσεις προορίζονται για την « από κοινού χρηματοδότηση της προετοιμασίας από πλευράς πληροφορήσεως όσον αφορά τις δεύτερες άμεσες εκλογές» (προϋπολογισμός 1982, ΕΕ L 31, σ. 115) επομένως, σκοπός της αμφισβητούμενης ρύθμισης είναι να καταστήσει γνωστή σε ένα αδιάφορο και απροετοίμαστο κοινό, η στάση του οποίου είναι χλιαρή απέναντι στην ευρωπαϊκή ιδέα, τη σημασία της αποστολής που πληροί η Συνέλευση του Στρασβούργου και των εκλογών που προορίζονται για την ανανέωση της.
Αν λοιπόν έχουν έτσι τα πράγματα, αν δηλαδή η χρηματοδότηση αφεαντής αποσκοπεί όχι στο να αυξήσει το ρόλο που διαδραματίζουν τα κόμματα σε μια πλουραλιστική δημοκρατία, αλλά, από το 1977, στο να εξαπολύσει και να υποστηρίξει εκστρατεία πληροφορήσεως, είναι αρκετά εύλογο η απόφαση του 1982 να διαθέτει σημαντικότερο ποσό στις δυνάμεις που ήδη εκπροσωπούνται στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Πράγματι, κατά το χρόνο θεσπίσεως της, οι δυνάμεις αυτές ήταν τα μόνο εξατομικευμένα υποκείμενα δικαίου, στα οποία ήταν δυνατό να ανατεθεί το καθήκον πληροφορήσεως του κοινού και από τα οποία ήταν δυνατό να αναμένεται, λόγω της αναμφισβήτητης αντιπροσωπευτικότητάς τους, ότι θα το έπρατταν με τη μεγαλύτερη δυνατή αποτελεσματικότητα. Φυσικά, προς τον αυτό σκοπό θα μπορούσαν να συμβάλουν κατά τρόπο χρήσιμο και οι νέοι ή μη εκπροσωπούμενοι σχηματισμοί· το προεδρείο το αντιλήφθηκε και για το λόγο αυτό θέσπισε υπέρ των τελευταίων εφεδρική πίστωση μικρότερου ύψους, αλλά σημαντική.
Ολίγα σχετικά με τους άλλους λόγους που προέβαλαν οι Πράσινοι. Είναι ασφαλώς αβάσιμα εκείνα, τα οποία, προσδίδοντας στις πιστώσεις διαφορετικό χαρακτήρα, συνίστανται στην παραβίαση της Συνθήκης λόγω ελλείψεως αρμοδιότητας του Κοινοβουλίου και του προεδρείου του να θεσπίσουν την προσβαλλόμενη ρύθμιση: πράγματι, αφενός, προκύπτει ότι η διαδικασία που συνδέεται με τη θέσπιση της θέσης 3708 έλαβε χώρα με πλήρη σεβασμό των κανόνων αφετέρου, δεν υφίστανται αμφιβολίες ότι το προεδρείο ενήργησε κατόπιν εντολής της Συνέλευσης. Στη συνέχεια, εξίσου ευάλωτοι είναι ο υπό δ) λόγος και η ένσταση περί ελλείψεως νομιμότητας της απόφασης της 22ας Ιουλίου 1983 λόγω του ότι ο εκπρόσωπος της γαλλικής κυβέρνησης διέπραξε, ψηφίζοντας την, υπέρβαση εξουσίας. Επ' αυτού, περιορίζομαι να παρατηρήσω ότι, σύμφωνα με πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, το κύρος των κοινοτικών πράξεων διαπιστώνεται με βάση τις Συνθήκες και δεν εναπόκειται στο Δικαστήριο να διασφαλίζει την τήρηση των εθνικών διατάξεων.
Απορριπτέα επίσης είναι και η αιτίαση περί καταχρήσεως εξουσίας. Οι Πράσινοι διατείνονται ότι:
α)
η θέση 3708 αποσκοπεί στο να διευκολύνει την επανεκλογή των υποψηφίων που προτείνουν τα ήδη εκπροσωπούμενα κόμματα, έτσι ώστε να « pérenniser une assemblée protégée des critiques... et de la censure démocratique »,
β)
κανείς έλεγχος δεν ασκείται όσον αφορά τη διαχείριση των πιστώσεων.
Ως προς το πρώτο σημείο έχω απαντήσει, αναλύοντας τη φερόμενη παραβίαση της αρχής περί ίσης μεταχειρίσεως. 'Οσον αφορά το δεύτερο, υπενθυμίζω τους πολυάριθμους ελέγχους που προβλέπονται από την αμφισβητούμενη ρύθμιση (ανωτέρω στο σημείο 2) καθώς και τη θετική απόφανση του Ελεγκτικού Συνεδρίου σχετικά με την εκτέλεση της θέσης 2729 των ετών 1978 και 1979.
Περατώνοντας, υπογραμμίζω ότι δεν χρήζει εξετάσεως ούτε ο λόγος που συνίσταται την παραβίαση των άρθρων 85 και 86 της Συνθήκης. Η χορήγηση στα κόμματα του προνομίου που το άρθρο 173 επιφυλάσσει στα κοινοτικά όργανα και στα κράτη μέλη είναι εσφαλμένη αλλά σοβαρή άποψη. Είναι απλώς υπερβολικό τα κόμματα να εξομοιώνονται με τις εμπορικές επιχειρήσεις.
11.
Για όλους τους λόγους που προηγήθηκαν προτείνω στο Δικαστήριο συμπερασματικά:
α)
να κρίνει απαράδεκτη την προσφυγή που άσκησε στις 20 Δεκεμβρίου 1983 η ένωση προσώπων « Les Verts — Parti écologiste » κατά του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, λόγω μη πληρώσεως των δικονομικών προϋποθέσεων που θέτει το άρθρο 173, παράγραφος 2, της Συνθήκης ΕΟΚ,
β)
σε περίπτωση που την κρίνει παραδεκτή να την απορρίψει ως αβάσιμη.
Τα έξοδα της δίκης βαρύνουν σύμφωνα με το σχετικό κριτήριο την προσφεύγουσα.
( *1 ) Μετάφραση από τα ιταλικά.
Top