Σημαντική ανακοίνωση νομικού περιεχομένου
Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Mischo της 4ης Οκτωβρίου 1989. - ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΙΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ ΚΑΤΑ ΙΤΑΛΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ. - ΔΙΚΑΙΟ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ - ΠΑΡΑΒΑΣΗ ΚΡΑΤΟΥΣ - ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ ΚΡΑΤΙΚΩΝ ΠΡΟΜΗΘΕΙΩΝ ΣΤΟΝ ΤΟΜΕΑ ΤΗΣ ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΚΗΣ - ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΤΟΜΕΑ - ΕΘΝΙΚΗ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ ΠΟΥ ΔΕΝ ΑΝΤΑΠΟΚΡΙΝΕΤΑΙ ΣΤΙΣ ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ ΕΚ ΤΟΥ ΚΟΙΝΟΤΙΚΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ. - ΥΠΟΘΕΣΗ 3/88. Τ
Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου 1989 σελίδα 04035
Σουηδική ειδική έκδοση σελίδα 00269
Φινλανδική ειδική έκδοση σελίδα 00285
Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1. Στο πλαίσιο της προσφυγής της εν λόγω παραβάσεως που είναι αντικείμενο της υποθέσεως C-3/88, η Επιτροπή ζητεί από το Δικαστήριο να αναγνωρίσει ότι, θεσπίζοντας ή διατηρώντας σε ισχύ νομοθετικές διατάξεις με τις οποίες παρέχεται μόνο στις εταιρίες που το κράτος ή ο δημόσιος τομέας ελέγχουν άμεσα ή έμμεσα, κατά πλειοψηφία ή πλήρως, τη δυνατότητα να συνάπτουν συμβάσεις για την εγκατάσταση συστημάτων πληροφορικής για λογαριασμό της δημόσιας διοικήσεως, η Ιταλική Δημοκρατία παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τα άρθρα 52 και 59 της Συνθήκης ΕΟΚ, καθώς και από την οδηγία 77/62/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 21ης Δεκεμβρίου 1976, περί συντονισμού των διαδικασίων συνάψεως συμβάσεων κρατικών προμηθειών (ΕΕ ειδ. έκδ. 17/001, σ. 24).
2. Για την περιγραφή των επίμαχων ιταλικών νόμων και νομοθετικών διαταγμάτων παραπέμπω στο κεφάλαιο ΙΙ της εκθέσεως για την επ' ακροατηρίου συζήτηση. 'Ολα αυτά τα κείμενα αφορούν την πλήρη εγκατάσταση συστημάτων πληροφορικής, από του σχεδιασμού τους και του καθορισμού του "λογισμικού", δηλαδή των προγραμμάτων, μέχρι την τεχνική διαχείριση, περιλαμβάνοντας την απόκτηση του εξοπλισμού και του αναγκαίου υλικού για τη λειτουργία τους.
3. Η αιτίαση ως προς την παράβαση των άρθρων 52 και 59 της Συνθήκης ΕΟΚ αναφέρεται στην ιταλική κανονιστική ρύθμιση κατά το μέτρο που αυτή αφορά τον σχεδιασμό, το λογισμικό και τη διαχείριση των συστημάτων πληροφορικής (στο εξής: πρόγραμμα), η αιτίαση ως προς την παράβαση της οδηγίας 77/62/ΕΟΚ αναφέρεται στην κανονιστική αυτή ρύθμιση κατά το μέτρο που αφορά την προμήθεια του εξοπλισμού και του υλικού (στο εξής: υλική υποδομή).
Ι - Επί των άρθρων 52 και 59 της Συνθήκης ΕΟΚ
4. Με την απόφαση της 14ης Ιανουαρίου 1988, Επιτροπή κατά Ιταλίας (63/86, Συλλογή 1988, σ. 29), το Δικαστήριο υπέμνησε ότι
"με τα άρθρα 52 και 59 της Συνθήκης αποσκοπείται κυρίως η εφαρμογή, στον τομέα των μη μισθωτών δραστηριοτήτων, της αρχής της ίσης μεταχειρίσεως, η οποία έχει θεσπιστεί με το άρθρο 7, κατά το οποίο 'εντός του πεδίου εφαρμογής της παρούσης συνθήκης και με την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεων της, απαγορεύεται κάθε διάκριση λόγω ιθαγενείας' .
Κατ' αυτό τον τρόπο, με τα δύο αυτά άρθρα αποσκοπείται η εξασφάλιση εθνικής μεταχειρίσεως στους υπηκόους κράτους μέλους οι οποίοι επιδιώκουν να ασκήσουν μη μισθωτή δραστηριότητα σε άλλο κράτος μέλος και απαγορεύεται κάθε διάκριση λόγω ιθαγενείας απορρέουσα από εθνικές ή περιφερειακές νομοθεσίες και εμποδίζουσα την πρόσβαση σε μια τέτοια δραστηριότητα ή την άσκηση αυτής" (σκέψεις 12 και 13).
5. Εν προκειμένω, όμως, η ιταλική κυβέρνηση συγκεκριμένα προβάλλει, κυρίως, ότι οι επίδικοι νόμοι και νομοθετικά διατάγματα δεν κάνουν καμιά αναφορά στην ιθαγένεια των εταιριών οι οποίες μπορούν να συνάψουν με το ιταλικό κράτος τις συμβάσεις για τις οποίες γίνεται λόγος.
6. Από τυπική άποψη, η ιταλική κυβέρνηση έχει ασφαλώς δίκαιο: η επίμαχη ιταλική νομοθεσία εφαρμόζεται αδιακρίτως τόσο στις αλλοδαπές όσο και στις ιταλικές εταιρίες. Το κριτήριο διακρίσεως δεν είναι η "εθνικότητα" των εταιριών, αλλά εκείνο του πλήρους ή του κατά πλειοψηφία ελέγχου του κεφαλαίου τους από τον δημόσιο τομέα. Δεν αμφισβητείται ότι με τον όρο "δημόσιος τομέας" νοείται ο ιταλικός δημόσιος τομέας.
7. Με το υπόμνημα απαντήσεως (σημείο 3.2.2) η Επιτροπή αντιτάσσει ότι
"η απαγόρευση των διακρίσεων αφορά επίσης ... τις διατάξεις οι οποίες, χωρίς να αναφέρονται ρητώς στην εθνικότητα, στην πραγματικότητα αφορούν αποκλειστικά ή κυρίως τους υπηκόους (ή τα νομικά πρόσωπα) των άλλων κρατών μελών".
8. Πρόκειται για την έμμεση (ή συγκεκαλυμμένη) διάκριση λόγω ιθαγενείας την οποία η Επιτροπή είχε προβάλει ήδη στην υπόθεση 221/85, Επιτροπή κατά Βελγίου, στην οποία παραπέμπει εξάλλου. Με την απόφαση της 12ης Φεβρουαρίου 1987 στην υπόθεση αυτή (Συλλογή 1987, σ. 719), το Δικαστήριο, αφού διαπίστωσε ότι η επίμαχη βελγική νομοθεσία δεν εμποδίζει τους υπηκόους άλλων κρατών μελών να εγκαθίστανται στο Βέλγιο και να ασκούν τις δραστηριότητες για τις οποίες γίνεται λόγος και, επομένως, εφαρμόζεται αδιακρίτως στους βέλγους υπηκόους και στους υπηκόους των άλλων κρατών μελών, προσέθεσε ότι
"το περιεχόμενο (της) και οι στόχοι (της) δεν επιτρέπουν το συμπέρασμα ότι θεσπίστηκε με σκοπό ή έχει ως αποτέλεσμα τη δημιουργία διακρίσεων" (σκέψη 11).
9. Σε περισσότερο πρόσφατες υποθέσεις το Δικαστήριο έκρινε επίσης ότι το κριτήριο της έμμεσης διακρίσεως λόγω ιθαγενείας μπορούσε πραγματικά να ισχύει για νομοθεσίες που εφαρμόζονται αδιακρίτως.
10. Με τις αποφάσεις της 7ης Ιουλίου 1988 στις υποθέσεις 143/87, Stanton/Inasti, και στις συνεκδικασθείσες υποθέσεις 174/87 και 155/87 μεταξύ Inasti και, αφενός, Wolf και NV Microtherm Europe, και, αφετέρου, Dorchain και PVRA Almare (1) το Δικαστήριο διαπίστωσε τα εξής:
"Αν και είναι αληθές ότι (η εθνική ρύθμιση την οποία αφορούν οι διαφορές στην κύρια δίκη εφαρμόζεται χωρίς διάκριση σε όλους τους ανεξάρτητους εργαζόμενους που ασκούν επαγγελματική δραστηριότητα στο Βέλγιο και δεν εισάγει οποιαδήποτε διάκριση λόγω της ιθαγενείας αυτών των εργαζομένων) είναι δυσμενής για όσους από τους εργαζομένους αυτούς απασχολούνται κατά κύριο λόγο ως μισθωτοί σε άλλο κράτος μέλος εκτός του Βελγίου, δεν προσκομίστηκε στο Δικαστήριο κανένα στοιχείο από το οποίο να αποδεικνύεται ότι αυτοί οι εργαζόμενοι που τίθενται σε δυσμενέστερη θέση είναι αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο μη βέλγοι υπήκοοι".
Ως εκ τούτου το Δικαστήριο συνήγαγε ότι
"η υπό κρίση εθνική ρύθμιση δεν μπορεί, επομένως, να θεωρηθεί ότι δημιουργεί έστω και έμμεση διάκριση λόγω ιθαγενείας"
και ότι
"για τους λόγους αυτούς, παρέλκει η συζήτηση επί του άρθρου 7 της Συνθήκης" (σκέψη 9).
11. Με την απόφαση της 20ής Σεπτεμβρίου 1988 στην υπόθεση 31/87, Gebroeders Beentjes κατά Ολλανδικού Δημοσίου (2), το Δικαστήριο έκρινε ότι
"η απαίτηση απασχολήσεως ατόμων που βρίσκονται επί μακρό χρονικό διάστημα σε ανεργία θα μπορούσε ιδίως να συνιστά παραβίαση της αρχής της απαγορεύσεως των διακρίσεων λόγω ιθαγενείας, που καθιερώνει το άρθρο 7, δεύτερη παράγραφος της Συνθήκης, στην περίπτωση που θα καταδεικνυόταν ότι μια τέτοια προϋπόθεση δεν μπορεί να τηρηθεί παρά μόνο από ημεδαπούς προσφέροντες, ή ότι δυσκολότερα μπορεί να τηρηθεί από προσφέροντες προερχόμενους από άλλα κράτη μέλη".
Δεδομένου ότι επρόκειτο για προδικαστική υπόθεση, το Δικαστήριο προσέθεσε ότι
"εναπόκειται στον εθνικό δικαστή να ελέγξει, λαμβάνοντας υπόψη όλες τις συνθήκες της συγκεκριμένης περιπτώσεως, αν η απαίτηση μιας τέτοιας προϋποθέσεως δημιουργεί ή όχι άμεσες ή έμμεσες διακρίσεις" (σκέψη 30).
12. Εξάλλου, με την απόφαση της 7ης Ιουνίου 1988, Roviello κατά Landesversicherungsanstalt Schwaben (20/85) (3), το Δικαστήριο εφάρμοσε παρόμοιο συλλογισμό αυτή τη φορά όχι κατά εθνικής νομοθεσίας, αλλά κατά διατάξεως κοινοτικού δικαίου περί κοινωνικής ασφαλίσεως και επιβεβαίωσε ότι
"ο κανόνας της ίσης μεταχείρισης δεν απαγορεύει μόνο τις εμφανείς δυσμενείς διακρίσεις που στηρίζονται στην ιθαγένεια, αλλά και όλες τις συγκεκαλυμμένες μορφές δυσμενούς διακρίσεως, οι οποίες, με την εφαρμογή άλλων κριτηρίων διακρίσεως, καταλήγουν στην πράξη στο ίδιο αποτέλεσμα" (σκέψη 14) (4).
13. Οι διάφορες αυτές πρόσφατες αποφάσεις υπογραμμίζουν την ακρίβεια της απόψεως της Επιτροπής ότι μπορούν επίσης να εμπίπτουν στην απαγόρευση των άρθρων 52 και 59 της Συνθήκης οι εθνικές διατάξεις οι οποίες, μολονότι εφαρμόζονται αδιακρίτως στους υπηκόους όλων των κρατών μελών, στην πραγματικότητα έχουν ως αποτέλεσμα να παρεμποδίζουν ιδίως τους υπηκόους των άλλων κρατών μελών ή να εισάγουν εις βάρος τους διακρίσεις. Είναι χαρακτηριστικό, εξάλλου, ότι τα γενικά προγράμματα για την κατάργηση των περιορισμών στην ελεύθερη παροχή υπηρεσιών και στην ελευθερία εγκαταστάσεως, που εξέδωσε το Συμβούλιο στις 18 Δεκεμβρίου 1961 (ΕΕ ειδ. έκδ. 06/001, σσ. 3 και 7) και τα οποία, όπως επανειλημμένως έκρινε το Δικαστήριο (5), παρέχουν χρήσιμες ενδείξεις για την εφαρμογή των σχετικών διατάξεων της Συνθήκης, αμφότερα θεωρούν ότι συνιστούν απαγορευόμενους περιορισμούς
"οι προϋποθέσεις από τις οποίες μια νομοθετική, κανονιστική ή διοικητική διατάξη ή μια διοικητική πρακτική εξαρτά την παροχή υπηρεσιών - και αντιστοίχως την ανάληψη ή την άσκηση μιας μη μισθωτής δραστηριότητος - και οι οποίες αν και εφαρμόζονται χωρίς διάκριση όσον αφορά την ιθαγένεια, παρεμποδίζουν αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο την παροχή των υπηρεσιών αυτών - και αντιστοίχως την ανάληψη ή την άσκηση της δραστηριότητος αυτής - από αλλοδαπούς".
14. Εξάλλου, με τις προαναφερθείσες αποφάσεις Inasti, της 7ης Ιουλίου 1988, το Δικαστήριο έκρινε, κατά τρόπο γενικότατο, ότι
"όλες οι διατάξεις της Συνθήκης που αφορούν την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων έχουν, επομένως, σκοπό να διευκολύνουν την άσκηση από τους κοινοτικούς υπηκόους πάσης φύσεως επαγγελματικών δραστηριοτήτων στο σύνολο του εδάφους της Κοινότητας και δεν επιτρέπουν εθνικές ρυθμίσεις που θα μπορούσαν να είναι δυσμενείς για τους εν λόγω υπηκόους όταν αυτοί επιθυμούν να επεκτείνουν τις δραστηριότητές τους και πέρα από το έδαφος ενός μόνο κράτους μέλους" (σκέψη 13).
15. Εφαρμοζόμενη στην προκειμένη περίπτωση, η συλλογιστική αυτή συνεπάγεται ότι η επίδικη ιταλική κανονιστική ρύθμιση, μολονότι δεν εμποδίζει τις εταιρίες των άλλων κρατών μελών να εγκατασταθούν στην Ιταλία ή να ασκούν εκεί τις αναφερόμενες δραστηριότητες, είναι ασυμβίβαστη με τα άρθρα 52 και 59 της Συνθήκης εφόσον έχει ως αποτέλεσμα να εμποδίζει τις μη ιταλικές εταιρίες να συνάψουν τις εν λόγω συμβάσεις.
16. Ωστόσο, η ιταλική κυβέρνηση αντιτάσσει, με το υπόμνημα ανταπαντήσεως (σ. 5), ότι οι επίδικοι νόμοι επιφυλάσσουν παρόμοια μεταχείριση, defacto και de jure, στις αλλοδαπές ιδιωτικές επιχειρήσεις και στις ιταλικές ιδιωτικές επιχειρήσεις και ότι απλώς καθιερώνουν διάκριση μεταξύ των δημόσιων και των ιδιωτικών επιχειρήσεων, χωρίς να αναφέρονται στην ιθαγένεια.
17. Εν προκειμένω, όμως, ο συλλογισμός δεν πρέπει να βασίζεται στη διάκριση μεταξύ ιδιωτικών και δημόσιων επιχειρήσεων. Αφενός, η Επιτροπή δεν προσάπτει στην Ιταλία ότι εισάγει δυσμενή διάκριση εις βάρος των αλλοδαπών ιδιωτικών επιχειρήσεων σε σχέση με τις ιταλικές ιδιωτικές επιχειρήσεις. Αφετέρου, το κριτήριο της κρατικής συμμετοχής δεν είναι αυτό που εισάγει τη διάκριση, αλλά εκείνο της ιταλικής κρατικής συμμετοχής το οποίο έχει ως αποτέλεσμα ότι μόνον οι επιχειρήσεις οι οποίες ελέγχονται από τον ιταλικό δημόσιο τομέα έχουν πρόσβαση στις σχετικές δραστηριότητες. Στην πραγματικότητα, όμως, οι εταιρίες αυτές έχουν συσταθεί όλες στην Ιταλία ή έχουν την έδρα τους στην Ιταλία, δηλαδή είναι ιταλικές εταιρίες.
18. 'Ολες οι ιταλικές εταιρίες δεν τίθενται σε πλεονεκτική μοίρα σε σχέση με τις αλλοδαπές εταιρίες, αλλά όλες οι εταιρίες οι οποίες τίθενται σε πλεονεκτική μοίρα από τη νομοθεσία αυτή είναι ιταλικές.
19. Ωστόσο, η καθού προβάλλει ακόμη ότι το κράτος ή ο ιταλικός δημόσιος τομέας συμμετέχουν κατά πλειοψηφία σε αλλοδαπές εταιρίες, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται μια αμερικανική εταιρία ειδικευμένη στην πληροφορική.
20. Σχετικώς, πρέπει να αναγνωριστεί ότι εταιρία η οποία έχει την εθνικότητα άλλου κράτους μέλους, από τη στιγμή που ελέγχεται πλήρως ή κατά πλειοψηφία από το κράτος ή τον ιταλικό δημόσιο τομέα συγκεντρώνει τις προϋποθέσεις που τίθενται με τους επίδικους νόμους. Αλλά, ακόμη και αν υπήρχε αυτή ή εκείνη η εταιρία του τύπου αυτού, η ιταλική νομοθεσία, αντί να θέτει σε πλεονεκτική μοίρα αποκλειστικά τις ιταλικές εταιρίες, εξακολουθεί να θέτει σε πλεονεκτική μοίρα κυρίως αυτές τις εταιρίες και, ως εκ τούτου, είναι ασυμβίβαστη με τη Συνθήκη.
21. Πάντως, η Επιτροπή ανέφερε, χωρίς να αντικρουσθεί, ότι, αφενός, δεν υπάρχουν αυτή τη στιγμή στον τομέα της πληροφορικής εταιρίες που έχουν την ιθαγένεια άλλου κράτους μέλους των οποίων το κεφάλαιο ελέγχεται πλήρως ή κατά πλειοψηφία από τον ιταλικό δημόσιο τομέα και, αφετέρου, οι συναφθείσες συμβάσεις κατ' εφαρμογή της επίμαχης κανονιστικής ρυθμίσεως πράγματι έχουν συναφθεί με ιταλικές εταιρίες.
22. Με το υπόμνημα ανταπαντήσεως (σσ. 5 και 6), η ιταλική κυβέρνηση υποστηρίζει επίσης ότι το κριτήριο της συμμετοχής του ιταλικού δημόσιου τομέα δικαιολογείται από τις δραστηριότητες που οι εν λόγω εταιρίες καλούνται να αναπτύξουν και, ιδίως, από το γεγονός ότι η αποστολή τους μπορεί να περιλαμβάνει τη διαχείριση συστημάτων πληροφορικής σε στρατηγικούς τομείς (φορολογία, οργανωμένο έγκλημα, δημόσια υγεία, κλπ.).
23. Σχετικώς, οδηγούμαι στη διαπίστωση ότι πολλοί από τους επίδικους νόμους προβλέπουν μόνον ότι η διαχείριση των συστημάτων πληροφορικής μπορεί ενδεχομένως και προσωρινώς να ανατεθεί στις εταιρίες οι οποίες έχουν αναπτύξει το σύστημα. Επιπλέον πρόκειται για την τεχνική διαχείριση των συστημάτων, πρέπει δε ακόμη η διαχείριση αυτή να γίνεται υπό τη διεύθυνση και την εποπτεία των διοικητικών οργάνων ώστε να μη συνεπάγεται κατ' ανάγκη την πρόσβαση των επιφορτισμένων μ' αυτήν σε "στρατηγικά" στοιχεία.
24. Τέλος, το κράτος μπορεί ασφαλώς να προστατευθεί έναντι της ενδεχόμενης κακόβουλης χρησιμοποιήσεως των εν λόγω στοιχείων προσφεύγοντας σε άλλα μέτρα, λιγότερο περιοριστικά για την ελευθερία εγκαταστάσεως και την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών, όπως είναι η υποχρέωση επαγγελματικού απορρήτου που επιβάλλεται στο προσωπικό των ενδιαφερόμενων εταιριών. Εξάλλου, το νομοθετικό διάταγμα 688, της 30ής Σεπτεμβρίου 1982, το οποίο προβλέπει επείγοντα μέτρα για την καταπολέμηση της φοροαποφυγής, επεκτείνει τη γενική υποχρέωση επαγγελματικού απορρήτου, επιβαλλόμενη από τον ιταλικό ποινικό κώδικα στους δημοσίους υπαλλήλους και στα πρόσωπα στα οποία έχει ανατεθεί δημόσια υπηρεσία, στους "υπαλλήλους και όλους τους συνεργάτες των εταιριών στις οποίες έχουν ανατεθεί δραστηριότητες, οι οποίοι μετέχουν κατά οποιονδήποτε τρόπο στην εκτέλεση των δραστηριοτήτων που προβλέπονται με τις συμβάσεις ...". Τίποτε όμως δεν επιτρέπει να υποτεθεί ότι η υποχρέωση αυτή κατ' ανάγκη δεν θα τηρηθεί ή θα τηρηθεί σε μικρότερο βαθμό από το προσωπικό των εταιριών χωρίς ιταλική δημόσια συμμετοχή παρά από το προσωπικό εταιριών στις οποιές μετέχει το ιταλικό δημόσιο.
25. Οι ίδιες σκέψεις μπορούν να γίνουν στο πλαίσιο της επιχειρηματολογίας που η ιταλική κυβέρνηση ανέπτυξε επικουρικώς, δηλαδή ότι τα άρθρα 52 και 59 της Συνθήκης ΕΟΚ δεν μπορούν σε καμιά περίπτωση να εφαρμοστούν λόγω των εξαιρέσεων που προβλέπονται στα άρθρα 55, 56, παράγραφος 1, και 66 της Συνθήκης ΕΟΚ.
26. 'Οσον αφορά την εξαίρεση σχετικά με τις δραστηριότητες που συνδέονται με την άσκηση δημόσιας εξουσίας, προβλεπόμενη στο άρθρο 55, πρέπει καταρχάς να τονιστεί, όπως έκρινε το Δικαστήριο με την απόφαση της 15ης Μαρτίου 1988, Επιτροπή κατά Ελληνικής Δημοκρατίας (147/86) (6), ότι
"ως εξαίρεση από τον θεμελιώδη κανόνα της ελευθερίας εγκαταστάσεως (και, κατά το άρθρο 66, από τον κανόνα της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών) πρέπει να ερμηνεύεται στενά ώστε να περιορίζεται στο μέτρο που είναι απολύτως αναγκαίο για την προστασία των συμφερόντων την οποία επιτρέπει στα κράτη μέλη" (σκέψη 7).
Εξάλλου, το Δικαστήριο προσέθεσε ότι
"πράγματι, ενδεχόμενη εφαρμογή των περιορισμών της ελευθερίας εγκαταστάσεως που προβλέπονται στο άρθρο 55, πρώτο εδάφιο, πρέπει να εκτιμάται χωριστά για κάθε κράτος μέλος. Στην εκτίμηση όμως αυτή πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ο κοινοτικός χαρακτήρας των ορίων που θέτει το άρθρο 55 στις επιτρεπόμενες από την αρχή της ελευθερίας εγκαταστάσεως εξαιρέσεις, ώστε να μην εξουδετερώνεται, με μονομερείς διατάξεις των κρατών μελών, η πρακτική αποτελεσματικότητα της Συνθήκης στον τομέα αυτό" (σκέψη 8).
27. Εντούτοις, με τη νομολογία του το Δικαστήριο δεν καθόρισε ποτέ κατά τρόπο γενικό και αφηρημένο την έννοια των "δραστηριοτήτων που συνοδεύονται ... έστω και περιστασιακά, με την άσκηση δημοσίας εξουσίας".
28. Με την απόφαση της 21ης Ιουνίου 1974, Reyners κατά Βελγικού Δημοσίου (2/74, Rec. 1974, σ. 631), το Δικαστήριο διασαφήνισε, ωστόσο, ότι οι ειδικότερες δραστηριότητες του δικηγορικού επαγγέλματος δεν μπορούν να θεωρηθούν ως συμμετοχή στην εξουσία αυτή και έκρινε ότι
"η εξαίρεση από την ελευθερία εγκαταστάσεως που προβλέπεται στο άρθρο 55, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ πρέπει να περιορίζεται σ' εκείνες τις δραστηριότητες που αναφέρονται στο άρθρο 52 οι οποίες, καθεαυτές, συνεπάγονται άμεση και ειδική συμμετοχή στην άσκηση της δημόσιας εξουσίας".
Από την ίδια απόφαση προκύπτει ότι, ακόμη και αν ορισμένες δραστηριότητες ασκούνται δυνάμει υποχρεώσεως ή αποκλειστικότητας που καθιερώνεται διά νόμου, εντούτοις δεν περιλαμβάνονται κατ' ανάγκη στην άσκηση της δημόσιας εξουσίας.
29. Εξάλλου, με την προαναφερθείσα απόφαση της 15ης Μαρτίου 1988, Επιτροπή κατά Ελληνικής Δημοκρατίας, που αφορούσε δραστηριότητες οι οποίες, μολονότι ιδιωτικές, περιλαμβάνονταν στον τομέα της εκπαιδεύσεως για τον οποίο εναπόκειται σε κάθε κράτος μέλος να καθορίζει ποιος είναι ο ρόλος και οι ίδιες ευθύνες της δημόσιας εξουσίας, το Δικαστήριο δεν δέχθηκε την εφαρμογή της εξαιρέσεως του άρθρου 55 με βάση τη διαπίστωση ότι η δημόσια εξουσία διατηρούσε τον έλεγχο επί των δραστηριοτήτων αυτών και διέθετε πρόσφορα μέσα για να προστατεύει, εν πάση περιπτώσει, τα συμφέροντα για τα οποία φέρει την ευθύνη, χωρίς να απαιτείται προς τούτο να περιορίζει την ελευθερία εγκαταστάσεως.
30. Κατά την άποψή μου, κατ' αυτόν τον τρόπο το Δικαστήριο έδωσε στην έννοια της "συμμετοχής στην άσκηση της δημόσιας εξουσίας" στενότερη ερμηνεία από εκείνη που έδωσε στην έννοια "απασχόληση στη δημόσια διοίκηση" του άρθρου 48, παράγραφος 4, της Συνθήκης, η οποία, κατά τη νομολογία, δεν περιλαμβάνει μόνον την απασχόληση που συνεπάγεται άμεση συμμετοχή, αλλά επίσης την απασχόληση που συνεπάγεται έμμεση συμμετοχή στην άσκηση της δημόσιας εξουσίας και στα καθήκοντα που έχουν ως αντικείμενο την προάσπιση των γενικών συμφερόντων του κράτους ή των άλλων δημόσιων οργανισμών (7).
31. Λαμβάνοντας υπόψη τα προηγούμενα, δεν νομίζω ότι είναι δυνατό να θεωρηθεί ότι οι εταιρίες οι οποίες είναι επιφορτισμένες με την εγκατάσταση και την τεχνική διαχείριση συστημάτων πληροφορικής για λογαριασμό της δημόσιας διοικήσεως συμμετέχουν κατά τρόπο "άμεσο και ειδικό" στην άσκηση της δημόσιας εξουσίας. Εξάλλου, όπως έχω αναφέρει, οι δραστηριότητες που αναπτύσσουν οι εν λόγω εταιρίες ασκούνται υπό τη διεύθυνση και την εποπτεία της ενδιαφερόμενης δημόσιας διοικήσεως η οποία, επομένως, διατηρεί τον έλεγχο.
32. Τέλος, εφόσον η εγκατάσταση και η τεχνική διαχείριση συστημάτων πληροφορικής πρέπει απαραιτήτως να συνεπάγεται την πρόσβαση σε στοιχεία τα οποία έχουν εμπιστευτικό χαρακτήρα και είναι δημοσίου συμφέροντος, τα κράτη μέλη διαθέτουν, χάρη στην υποχρέωση επαγγελματικού απορρήτου, ένα μέτρο προστασίας αρκετά αποτελεσματικό κατά της κοινολογήσεως των στοιχείων αυτών, χωρίς να απατείται προς τούτο να περιορίζουν την ελευθερία εγκαταστάσεως και την ελεύθερη παροχή υπηρεσιών.
33. 'Οσον αφορά την εφαρμογή της εξαιρέσεως του άρθρου 56, παράγραφος 1, στην οποία παραπέμπει επίσης το άρθρο 66 και η οποία επιτρέπει τη διατήρηση των εθνικών κανονιστικών ρυθμίσεωνπου προβλέπουν ειδικό καθεστώς για τους αλλοδαπούς υπηκόους κατά το μέτρο που δικαιολογούνται από λόγους δημόσιας τάξεως, δημόσιας ασφάλειας και δημόσιας υγείας, πρέπει καταρχάς να διευκρινιστεί ότι ο δικαιολογητικός λόγος για τον οποίο η άσκηση ορισμένων δραστηριοτήτων δεν εμπίπτει στις απαγορεύσεις των άρθρων 52 και 59, δεν είναι οι καθεαυτό σκοποί ειδικών κανονιστικών ρυθμίσεων, αλλά οι λόγοι για τους οποίους αυτές συνεπάγονται περιορισμούς για τους αλλοδαπούς υπηκόους. 'Ετσι, το επιχείρημα της ιταλικής κυβερνήσεως ότι, με την εγκατάσταση συστημάτων πληροφορικής, επιδιώκει σκοπούς οι οποίοι δεν είναι αποκλειστικά οικονομικοί, αλλά αφορούν επίσης το δημόσιο συμφέρον, δηλαδή κυρίως την καταπολέμηση της φοροαποφυγής και του οργανωμένου εγκλήματος, τις θεραπευτικές δραστηριότητες στον τομέα των ναρκωτικών και την καταστολή της νοθείας στον φαρμακευτικό ή τον γεωργικό τομέα, δεν μπορεί να δικαιολογήσει τους επίδικους περιορισμούς που επιβάλλονται στις αλλοδαπές εταιρίες. Διασαφηνίζω τα προαναφερθέντα με ένα παράδειγμα: η συμμετοχή αλλοδαπών εταιριών στην εγκατάσταση και στη διαχείριση των εν λόγω συστημάτων πληροφορικής δεν θέτει σε κίνδυνο τη δημόσια υγεία στην Ιταλία επειδή ένα από τα συστήματα αυτά αποβλέπει στον καλό εθνικό υγειονομικό προγραμματισμό και στον έλεγχο κατά τη χρησιμοποίηση των πόρων του εθνικού ταμείου υγείας (8).
34. Οι λόγοι δημόσιας τάξεως ή δημόσιας ασφάλειας που μπορούν να δικαιολογήσουν τον αποκλεισμό των αλλοδαπών εταιριών ενυπάρχουν, επομένως, μόνο στην προστασία των στοιχείων που επεξεργάζονται τα εν λόγω συστήματα πληροφορικής. Κατά την ιταλική κυβέρνηση,
"πρόκειται για πληροφορίες που εμφανίζουν αναμφισβήτητα δημόσιες επόψεις, που δεν πρέπει να περιέρχονται σε οποιαδήποτε χέρια και δεν πρέπει, κατά συνέπεια, να χρησιμοποιούνται για σκοπούς άλλους ή πραγματικά αντίθετους προς τα συμφέροντα του κράτους" (τέλος του σημείου ΙΙ, 2.b. του υπομνήματος ανταπαντήσεως).
35. 'Ομως, για τα μέτρα που έχουν ληφθεί δυνάμει του άρθρου 56, ισχύει ό,τι ισχύει για κάθε μέτρο με το οποίο επιφυλάσσεται διαφορετική μεταχείριση στους αλλοδαπούς υπηκόους, είτε αυτό βασίζεται σε αντικειμενικά κριτήρια γενικού συμφέροντος ή στο άρθρο 55, δηλαδή ότι τα μέτρα αυτά δεν πρέπει να είναι δυσανάλογα σε σχέση με τον επιδιωκόμενο στόχο. Το Δικαστήριο, με την απόφαση της 26ης Απριλίου 1988, Bond van Adverteerders και λοιποί κατά Ολλανδικού Δημοσίου (352/85), παρατήρησε ότι
"πράγματι, δεδομένου ότι το άρθρο 56 της Συνθήκης εισάγει εξαίρεση από θεμελιώδη αρχή της Συνθήκης, πρέπει να ερμηνεύεται κατά τέτοιο τρόπο, ώστε τα αποτελέσματά του να περιορίζονται στο μέτρο που είναι αναγκαίο για την προστασία των συμφερόντων στην κατοχύρωση των οποίων αποσκοπεί" (σκέψη 36).
36. Για τους ίδιους λόγους με τους ήδη αναφερθέντες στα πλαίσια αυτά, ο αποκλεισμός των εταιριών στις οποίες ο ιταλικός δημόσιος τομέας δεν μετέχει κατά πλειοψηφία ή δεν ελέγχει δεν μπορεί να δικαιολογηθεί από λόγους δημόσιας τάξεως ή δημόσιας ασφάλειας κατά την έννοια του άρθρου 56 της Συνθήκης.
37. Ως συμπέρασμα, επομένως, η προσφυγή της Επιτροπής πρέπει να γίνει δεκτή κατά το μέτρο που βασίζεται στην παράβαση των άρθρων 52 και 59 της Συνθήκης ΕΟΚ.
ΙΙ - Επί της οδηγίας 77/62/ΕΟΚ του Συμβουλίου
38. Με τη δεύτερη αιτίαση της προσφυγής της, η Επιτροπή ζητεί να αναγνωρισθεί ότι η επίμαχη ιταλική κανονιστική ρύθμιση επιτρέπει, όσον αφορά την απόκτηση του αναγκαίου υλικού και εξοπλισμού γιατην εγκατάσταση των εν λόγω συστημάτων πληροφορικής, διαδικασίες για τη σύναψη συμβάσεων κρατικών προμηθειών που είναι ασυμβίβαστες προς τις αρχές της οδηγίας 77/62/ΕΟΚ του Συμβουλίου, και ότι, ιδίως, οι κανόνες δημοσιότητας που ορίζονται στο άρθρο 9, οι οποίοι επιβάλλουν τη δημοσίευση των σχετικών προκηρύξεων στην Επίσημη Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, δεν τηρήθηκαν ποτέ.
39. Η ιταλική κυβέρνηση προβάλλει, κυρίως, ότι η εν λόγω οδηγία δεν εφαρμόζεται στις εν λόγω συμβάσεις. Το σύστημα πληροφορικής αποτελεί ένα σύνολο από το οποίο δεν μπορεί να αποσπασθεί η "υλική υποδομή" που συνιστά μόνον παρεπόμενο στοιχείο. Ως σύνθετα σύνολα τα οποία περιλαμβάνουν, εκτός της "υλικής υποδομής", εργασίες και υπηρεσίες οι οποίες είναι δραστηριότητες συνδεόμενες με το "πρόγραμμα" (σχεδιασμός, συντήρηση, εγκατάσταση και κάποτε διαχείριση), τα συστήματα πληροφορικής, όπως αυτά που καθορίζονται με την επίδικη νομοθεσία, δεν μπορούν να θεωρηθούν ότι συνιστούν "προϊόντα" κατά την έννοια του άρθρου 1, στοιχείο α), της οδηγίας.
40. Δεν νομίζω ότι η επιχειρηματολογία αυτή της ιταλικής κυβερνήσεως μπορεί να γίνει δεκτή.
41. Ασφαλώς, δεν μπορεί να υπάρχει αμφιβολία, και η Επιτροπή είναι απόλυτα σύμφωνη επ' αυτού με την ιταλική κυβέρνηση, ότι
"το υλικό και το λογισμικό, τα οποία προηγούνται του αναγκαίου σχεδιασμού του συστήματος, είναι απαραίτητα και αδιαχώριστα στοιχεία για την εγκατάσταση ενός συστήματος πληροφορικής" (υπόμνημα απαντήσεως, σ. 2).
42. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι είναι αδύνατο να αποκτηθούν χωριστά.
43. 'Ετσι, η ιταλική κυβέρνηση μπορούσε, καταρχάς, να απευθυνθεί σε εταιρία ειδικευμένη στο λογισμικό ζητώντας απ' αυτήν να σχεδιάσει το σύστημα. Η εταιρία αυτή θα καθόριζε επακριβώς τις τεχνικές προδιαγραφές των καταλληλότερων συσκευών. Η κυβέρνηση θα μπορούσε, εν συνεχεία, να αποκτήσει τις συσκευές αυτές κατόπιν διαδικασίας με την οποία θα είχαν τηρηθεί οι κανόνες της οδηγίας 77/62/ΕΟΚ. Εξάλλου, κατά την προφορική διαδικασία επιβεβαιώθηκε ότι, τελικά, η ιταλική κυβέρνηση έγινε κύριος του εξοπλισμού που επέλεξαν και αγόρασαν για λογαριασμό της οι εταιρίες με τις οποίες είχε συνάψει τις συμβάσεις.
44. Επομένως, το ζήτημα αν το σύνολο "υλική υποδομή - πρόγραμμα" συνιστά "προϊόν" κατά την έννοια του άρθρου 1, δεν τίθεται.
45. Εν πάση περιπτώσει, η οδηγία δεν περιλαμβάνει καμιά διάταξη παρέχουσα τη δυνατότητα αποκλεισμού από το πεδίο εφαρμογής της ορισμένων παραδόσεων προϊόντων λόγω του ότι οι παραδόσεις αυτές συνιστούν παρεπόμενο στοιχείο στο πλαίσιο ευρύτερων εργασιών ή παροχής υπηρεσιών. Πάντως, η οδηγία προβλέπει, σε περιορισμένο μέτρο, το αντίθετο: κατά το άρθρο 1, στοιχείο α), η παράδοση προϊόντων που αφορά συμβάσεις κρατικών προμηθειών κατά την έννοια της οδηγίας "δύναται επιπροσθέτως να περιλαμβάνει εργασίες τοποθετήσεως και εγκαταστάσεως". Προφανώς, ουδόλως μπορεί να συναχθεί από αυτό ότι, στον τομέα της πληροφορικής, το σύνολο του "προγράμματος" πρέπει να έπεται της "υλικής υποδομής". Οπωσδήποτε, νομίζω ότι είναι θεμιτό να θεωρηθεί ότι, αν το Συμβούλιο είχε την πρόθεση να μην υπαγάγει στην οδηγίατην "υλική υποδομή" λόγω του παρεπόμενου χαρακτήρα της σε σχέση με το "πρόγραμμα", θα το ανέφερε ρητά.
46. Εξάλλου, είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι, μολονότι το Συμβούλιο, με το άρθρο 6, παράγραφος 1, στοιχείο η), επέτρεψε στα κράτη μέλη να μην εφαρμόζουν τις διαδικασίες που προβλέπονται με την οδηγία "για συμβάσεις προμηθείας υλικού στον τομέα ηλεκτρονικής επεξεργασίας στοιχείων", αυτό ίσχυε μέχρι την 1η Ιανουαρίου 1981, εκτός αν εκδοθεί απόφαση τροποποιούσα την ημερομηνία αυτή, και, επιπλέον, επιφυλάσσοντας τη δυνατότητα να αποκλείει ορισμένες κατηγορίες υλικού από το πεδίο εφαρμογής της εξαιρέσεως αυτής. Η ρητή αυτή εξαίρεση δείχνει, a contrario, ότι ο εξοπλισμός και το υλικό στον τομέα της πληροφορικής συνιστούν, καταρχήν, προϊόντα κατά την έννοια της οδηγίας. 'Ομως, δεν μπορεί να συναχθεί ούτε από το αντικείμενο ούτε από τη μορφή της αποφάσεως 79/783/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 11ης Σεπτεμβρίου 1979, περί θεσπίσεως ενός πολυετούς προγράμματος (1979-1983) στον τομέα της αυτόματης επεξεργασίας πληροφοριών (ΕΕ ειδ. έκδ. 16/001, σ. 54) και της αποφάσεως 84/559/ΕΟΚ, της 22ας Νοεμβρίου 1984, για την τροποποίηση της απόφασης 79/783/ΕΟΚ όσον αφορά τις γενικές δράσεις στον τομέα της πληροφορικής (ΕΕ L 308 της 27.11.1984, σ. 49) ότι οι αποφάσεις αυτές παρέτειναν, έστω και σιωπηρά, τη διάρκεια ισχύος της εξαιρέσεως αυτής. Επομένως, η οδηγία έχει εφαρμογή στις συμβάσεις για την προμήθεια εξοπλισμού πληροφορικής από 1ης Ιανουαρίου 1981. (Σημειώνω, παρεμπιπτόντως, ότι η σημερινή διατύπωση της οδηγίας, μετά τις τροποποιήσεις που έγιναν με την οδηγία 88/295/ΕΟΚ, της 22ας Μαρτίου 1988 (9), δεν περιλαμβάνει την εν λόγω εξαίρεση.)
47. Το συμπέρασμα αυτό δεν μπορεί να αναιρεθεί από τη διαπίστωση ότι, γενικά, η αξία του "προγράμματος" υπερβαίνει αυτήν της "υλικής υποδομής" στην εγκατάσταση των συστημάτων πληροφορικής.Πράγματι, η οδηγία καθορίζει μόνον ένα κατώτατο όριο πέραν του οποίου οι συμβάσεις προμηθειών μπορούν να εκφεύγουν από την εφαρμογή των προβλεπόμενων διαδικασιών και αυτό το κατώτατο όριο εκφράζεται σε απόλυτους αριθμούς: σύμφωνα με το άρθρο 5, παράγραφος 1, στοιχείο α), το κατώτατο αυτό όριο είναι 200 000 ευρωπαϊκές λογιστικές μονάδες ή, τώρα, 200 000 Ecu. Από την απάντηση της ιταλικής κυβερνήσεως σε ερώτηση που υπέβαλε το Δικαστήριο προκύπτει ότι, εν προκειμένω, η αξία της "υλικής υποδομής" υπερέβη πραγματικά το όριο αυτό εξάλλου, η ιταλική κυβέρνηση δεν ισχυρίστηκε το αντίθετο.
48. Πρέπει επίσης να παρατηρηθεί ότι η οδηγία 77/62/ΕΟΚ, όπως προκύπτει από τις δύο πρώτες αιτιολογικές της σκέψεις, αποβλέπει απλώς στο να συμπληρώσει, με συντονισμό των διαδικασιών στον τομέα των συμβάσεων κρατικών προμηθειών, την απαγόρευση των περιορισμών στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων στον εν λόγω τομέα, όπως η απαγόρευση αυτή προβλέπεται ήδη στο άρθρο 30 και επόμενα της Συνθήκης ΕΟΚ. Καμιά όμως από τις διατάξεις αυτές δεν προβλέπει εξαίρεση στην εν λόγω απαγόρευση για τις περιπτώσεις κατά τις οποίες τα οικεία εμπορεύματα πρέπει να παραδοθούν στο πλαίσιο ευρύτερων δραστηριοτήτων που περιλαμβάνουν επίσης ή κυρίως την εκτέλεση εργασιών ή την παροχή υπηρεσιών.
49. Επιπροσθέτως, με την απόφαση της 22ας Σεπτεμβρίου 1988, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας (45/87), το Δικαστήριο βασίστηκε στον γενικό χαρακτήρα της απαγορεύσεως του άρθρου 30 για να απορρίψει την επιχειρηματολογία της ιρλανδικής κυβερνήσεως ότι έπρεπε να μην εμπίπτουν στην απαγόρευση αυτή οι εισαγωγές εμπορευμάτων, έστω και αν έχουν παρεπόμενο χαρακτήρα, που εκτελούνται στο πλαίσιο συμβάσεων για την εκτέλεση δημοσίων έργων. Διαπιστώνοντας ότι οι κανόνες της Συνθήκης περί της ελεύθερης παροχής υπηρεσιών δεν συνεπάγονται κανένα ειδικό κανόνα ο οποίος να αφορά ορισμένα εμπόδια στην ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων, το Δικαστήριο έκρινε σαφώς ότι
"το γεγονός ότι μία σύμβαση εκτελέσεως δημοσίου έργου αναφέρεται στην παροχή υπηρεσιών δεν μπορεί να έχει ως συνέπεια την εξαίρεση από τις απαγορεύσεις του άρθρου 30 ενός περιοριστικού όρου ως προς τα υλικά που μπορούν να χρησιμοποιηθούν, ο οποίος έχει περιληφθεί στην προκήρυξη για την υποβολή προσφορών" (βλέπε σκέψεις 14 έως 17).
50. Η συλλογιστική αυτή έχει επίσης εφαρμογή εν προκειμένω, υπό την έννοια ότι το γεγονός ότι η παράδοση εμπορευμάτων περιλαμβάνεται στο πλαίσιο δραστηριοτήτων που ασκούνται είτε βάσει του άρθρου 52 είτε του άρθρου 59 της Συνθήκης δεν επιτρέπει την εξαίρεση των εμπορευμάτων αυτών από τις απαγορεύσεις του άρθρου 30.
51. Επομένως, κακώς οι επίδικοι ιταλικοί νόμοι δεν προέβλεψαν την εφαρμογή των διαδικασιών της οδηγίας 77/62/ΕΟΚ για την απόκτηση της αναγκαίας "υλικής υποδομής" για την εγκατάσταση των εν λόγω συστημάτων πληροφορικής.
52. 'Οσον αφορά το επικουρικό μέσο άμυνας της ιταλικής κυβερνήσεως κατά το οποίο οι εν λόγω συμβάσεις προμηθειών εμπίπτουν στη μια ή στην άλλη και κάποτε σε περισσότερες παρεκκλίσεις προβλεπόμενες με την οδηγία, θεωρώ, όπως και η Επιτροπή, ότι δεν έχει εφαρμογή εν προκειμένω καμιά από τις παρεκκλίσεις αυτές. Επειδή συμμερίζομαι πλήρως τα σχετικά επιχειρήματα που προέβαλε η Επιτροπή, όπως αυτά αναφέρονται στο κεφάλαιο ΙV.2 της εκθέσεως για την επ' ακροατηρίου συζήτηση (σ. 14 και 15 του πολυγραφημένου κειμένου), ας μου επιτραπεί να παραπέμψω στην έκθεση.
Συμπέρασμα
53. Για όλους αυτούς τους λόγους, προτείνω στο Δικαστήριο να δεχθεί πλήρως την προσφυγή της Επιτροπής και να καταδικάσει την Ιταλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα.
(*) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η γαλλική.
(1) Συλλογή 1988, σσ. 3877 και 3879.
(2) Συλλογή 1988, σ. 4635.
(3) uukkocue 1988, r. 2805.
(4) Βλέπε επίσης την απόφαση της 15ης Ιανουαρίου 1986, Pinna κατά Caisse d' allocations familiales de la Savoie, σκέψεις 23 και 24 (41/84, Συλλογή 1986, σ. 1).
(5) Βλέπε, ιδίως, την απόφαση της 14ης Ιανουαρίου 1988, που παρατέθηκε ήδη, 63/86, Επιτροπή κατά Ιταλίας, σκέψη 14, καθώς και την απόφαση της 10ης Ιουλίου 1986, Segers κατά Bestuur van de Bedrijfsvereniging voor Bank- en Verzekeringswezen, Groothandel en Vrije Beroepen, σκέψη 15 (79/85, Συλλογή 1986, σ. 2375).
(6) Συλλογή 1988, σ. 1637.
(7) Για τον ορισμό της έννοιας "απασχόληση στη δημόσια διοίκηση" βλέπε, ιδίως, την απόφαση της 3ης Ιουνίου 1986, Lawri-Blum κατά Land Baden-Wuerttemberg, σκέψη 27 (66/85, Συλλογή 1986, σ. 2121).
(8) Βλ. σχετικώς την απόφαση του Δικαστηρίου της 7ης Μαΐου 1986, Guel κατά Regierungspraesident Duesseldorf, σκέψη 17 (131/85, Συλλογή 1986, σ. 1573):
"Η δυνατότητα των κρατών μελών να περιορίζουν την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων για λόγους που άπτονται της δημόσιας υγείας δεν αποσκοπεί στο να εξαιρέσει τον τομέα της δημόσιας υγείας, ως οικονομικό τομέα, και όσον αφορά την ανάληψη εργασίας, από την εφαρμογή των αρχών της ελεύθερης κυκλοφορίας, αλλά στο να παράσχει τη δυνατότητα απαγορεύσεως της εισόδου ή της παραμονής στο έδαφός του σε πρόσωπα, η είσοδος ή η παραμονή των οποίων στο εν λόγω έδαφος συνιστά αυτή καθεαυτή κίνδυνο για τη δημόσια υγεία."
(9) Οδηγία 88/295/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 22ας Μαρτίου 1988, για την τροποποίηση της οδηγίας 77/62/ΕΟΚ περί συντονισμού των διαδικασιών συνάψεων συμβάσεων κρατικών προμηθειών και την κατάργηση ορισμένων διατάξεων της οδηγίας 80/767/ΕΟΚ (ΕΕ L 127 της 20.5.1988, σ. 1).
Top