Μεταφραστική Υπηρεσία Υπουργείου Εξωτερικών, Αθήνα
SERVICE DES TRADUCTIONS DU MINISTERE DES AFFAIRES ETRANGERES DE LA REPUBLIQUE HELLENIQUE, ATHENES
HELLENIC REPUBLIC, MINISTRY OF FOREIGN AFFAIRS, TRANSLATION SERVICE, ATHENS
ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ
ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΙΝΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ
ΠΡΩΤΟ ΤΜΗΜΑ
AΠΟΦΑΣΗ
ΕΠΙ ΤΟΥ ΠΑΡΑΔΕΚΤΟΥ
της προσφυγής αριθ. 36188/03
που κατατέθηκε από τον Εμμανουήλ ΟΡΦΑΝΟ και την Ζαχαρένια ΟΡΦΑΝΟΥ κατά της Ελλάδας
Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (πρώτο τμήμα), συνεδριάζοντας στις 14 Φεβρουαρίου 2006 σε τμήμα με την ακόλουθη σύνθεση:
Κύριο Λ. ΛΟΥΚΑΪΔΗ, πρόεδρος,
Κύριο Κ.Λ. ΡΟΖΑΚΗ,
Κυρία F. TULKENS,
Κύριο P. LORENZEN,
Κυρία N. VAJIC,
Κύριο D. SPIELMANN,
Κύριο S.E. JEBENS, δικαστές,
και τον κύριο S. NIELSEN, γραμματέα τμήματος.
Λαμβάνοντας υπόψη την πιο πάνω αναφερόμενη προσφυγή που κατατέθηκε στις 12 Νοεμβρίου 2003,
Λαμβάνοντας υπόψη την απόφαση του Δικαστηρίου να επικαλεστεί το άρθρο 29 § 3 της Σύμβασης και να εξετάσει από κοινού το παραδεκτό και την ουσία της υπόθεσης,
Λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υποβλήθηκαν από την εναγόμενη κυβέρνηση και εκείνες που κατατέθηκαν σε απάντηση από τους προσφεύγοντες,
Αφού διασκέφθηκε, εκδίδει την πιο κάτω απόφαση:
ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ
Οι προσφεύγοντες, κύριος Εμμανουήλ Ορφανός και κυρία Ζαχαρένια Ορφανού, είναι έλληνες υπήκοοι, οι οποίοι γεννήθηκαν το 1958 και το 1969 και κατοικούν στην Σκάρφεια Λοκρίδος. Είναι σύζυγοι και καταθέτουν την παρούσα προσφυγή στο όνομα των ανηλίκων τέκνων τους, Μαρίας και Στέργιου. Εκπροσωπούνται ενώπιον του Δικαστηρίου από τον κύριο Π. Γιαταγαντζίδη και την κυρία Ε. Μεταξάκη, δικηγόρους του Συλλόγου της Αθήνας. Η εναγόμενη Κυβέρνηση εκπροσωπείται από τους απεσταλμένους του αντιπροσώπου της, κύριο Β. Κυριαζόπουλο, σύμβουλο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, και κυρία Σ. Τρέκλη, πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
Α. Τα πραγματικά περιστατικά
Τα πραγματικά περιστατικά, όπως εκτίθενται από τους διαδίκους, μπορούν να συνοψιστούν ως εξής:
Με γονική παροχή της 13 Ιουνίου 1997, οι προσφεύγοντες μεταβίβασαν στα παιδιά τους την εξ αδιαιρέτου κυριότητα ενός οικοπέδου 4.948,09 τ.μ. στο χωριό της Σκάρφειας Λοκρίδος.
1. Κατασκευές επί του οικοπέδου
Στις 29 Μαΐου 1997, οι προσφεύγοντες έλαβαν μία άδεια κατασκευής επί του οικοπέδου τους ένα ισόγειο υπόστεγο επιφανείας 200 τ.μ. (άδεια αριθ. 374/1997).
Στις 2 Δεκεμβρίου 1999, οι προσφεύγοντες έλαβαν άδεια να μετατρέψουν 50 τ.μ. του υποστέγου σε κατοικία, να περιφράξουν το οικόπεδό τους και να κατασκευάσουν βόθρο (άδεια αριθ. 842/1999).
Η έκθεση αυτοψίας, η οποία συντάχθηκε μετά από αίτηση των προσφευγόντων στις 6 Δεκεμβρίου 2001, διαπίστωσε ότι επί του οικοπέδου υπάρχουν σήμερα μία διόροφη οικία, συνολικής επιφάνειας 165 τ.μ., η οποία κατασκευάστηκε το 2000 και περατώθηκε το 2001, ένα υπόστεγο 120 τ.μ., το οποίο κατασκευάστηκε το 1997 και περατώθηκε το 1999, και ένα δεύτερο υπόστεγο 150 τ.μ., το οποίο περατώθηκε το 1999.
2. Μερική απαλλοτρίωση του οικοπέδου
Με κοινή απόφαση της 11 Μαρτίου 1999 (αριθ. 1016696/1615/0010), οι υπουργοί Οικονομικών και Μεταφορών και Επικοινωνιών προέβησαν στην απαλλοτρίωση μιας συνολικής επιφάνειας 1.167.130,24 τ.μ. υπέρ του Οργανισμού Σιδηροδρόμων Ελλάδος (εφεξής «ΟΣΕ») ενόψει της κατασκευής μιας νέας σιδηροδρομικής γραμμής. Αυτή θα τεθεί σε λειτουργία το 2009.
Από το οικόπεδο των προσφευγόντων απαλλοτριώθηκαν 1.534,44 τ.μ. Το τμήμα πάνω στο οποίο θα περάσουν οι σιδηροτροχιές διαιρεί την ιδιοκτησία τους σε δύο τμήματα, το ένα 1.527,21 τ.μ. («βόρειο τμήμα») και το άλλο 1.866,44 τ.μ. («νότιο τμήμα»). Οι σιδηροτροχίές θα περάσουν σε μία απόσταση δεκαέξι μέτρων περίπου από την οικογενειακή κατοικία, η οποία έχει κατασκευαστεί στο βόρειο τμήμα του οικοπέδου.
Στις 29 Σεπτεμβρίου 2000, το Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας ότισε την προσωρινή τιμή μονάδας αποζημίωσης στις 5.000 δραχμές (15 ευρώ) το τετραγωνικό μέτρο και σε 80.000 δραχμές (235 ευρώ) για κάθε ελαιόδεντρο φυτεμένο στο απαλλοτριωμένο τμήμα. Το δικαστήριο όρισε επίσης μία αποζημίωση για τα μη απαλλοτριωθέντα τμήματα του οικοπέδου («η ιδιαίτερη αποζημίωση», βλέπε πιο κάτω), αντιστοιχούσα στο 15% της αξίας του απαλλοτριωθέντος τμήματος, αποζημίωση που οι προσφεύγοντες θεωρούν ασήμαντη (απόφαση αριθ. 309/2000).
Στις 7 Απριλίου 2002, το Εφετείο Λαμίας όρισε την οριστική τιμή μονάδος αποζημίωσης στα 10 ευρώ το τετραγωνικό μέτρο. Όπως και το Πρωτοδικείο, το Εφετείο θεώρησε επίσης ότι τα μη απαλλοτριωθέντα τμήματα είχαν υποστεί μείωση αξίας γιατί είχαν καταστεί μη οικοδομήσιμα. Επιδίκασε λοιπόν για την αιτία αυτή αποζημίωση αντιστοιχούσα στο 15% της αξίας του απαλλοτριωθέντος τμήματος. Αντιθέτως, το Εφετείο αρνήθηκε να επιδικάσει ιδιαίτερη αποζημίωση για την μείωση της αξίας των κτιρίων που βρίσκονται στο μη απαλλοτριωθέν τμήμα και για την ενόχληση από την κατασκευή της σιδηροδρομικής γραμμής κοντά στο αγρόκτημα, για τον λόγο ότι η κατάσταση αυτή δεν οφειλόταν στην απαλλοτρίωση αλλά στην φύση του έργου (απόφαση 39/2002).
Στις 20 Ιουνίου 2002, οι προσφεύγοντες άσκησαν αίτηση αναίρεσης, προβάλλοντας, μέσα σε ένα δικόγραφο 60 σελίδων, τρεις λόγους αναίρεσης. Ερειδόμενοι κατά κύριο λόγο επί του άρθρου 1 του Πρωτοκόλλου αριθ. 1 και της σχετικής νομολογίας του Δικαστηρίου, παραπονέθηκαν ειδικότερα ότι η αποζημίωση της απαλλοτρίωσης είχε οριστεί σε ποσό σαφώς μικρότερο από την αξία του απαλλοτριωθέντος ακινήτου και ότι η μη λήψη υπόψη της ζημίας που υπέστησαν λόγω της φύσης του έργου προσέβαλε σοβαρά την ιδιοκτησία τους.
Στις 18 Απριλίου 2003, ο Άρειος Πάγος απέρριψε την αίτηση αναίρεσης. Το ανώτατο δικαστήριο σημείωσε καταρχήν ότι το άρθρο 13 § 3 του νομοθετικού διατάγματος 797/1971 (βλέπε πιο κάτω «Το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο και η πρακτική») όριζε ότι η ειδική αποζημίωση δεν εξαρτάτο από την φύση των εργασιών για τις οποίες πραγματοποιήθηκε η απαλλοτρίωση, αλλά από την υποτίμηση του μη απαλλοτριωθέντος τμήματος, η οποία προκλήθηκε μόνον από την κατάτμηση της ιδιοκτησίας. Ο Άρειος Πάγος κήρυξε απαράδεκτους ως αόριστους δύο νομικούς λόγους που προβλήθηκαν από τους προσφεύγοντες, για τον λόγο ότι οι τελευταίοι επιδόθηκαν σε λεπτομερή ανάλυση των νομικών επιχειρημάτων τους, χωρίς όμως να να διευκρινίζουν στην αίτησή τους τα πραγματικά περιστατικά πάνω στα οποία στηρίχθηκε το Εφετείο για τον καθορισμό της αποζημίωσης της απαλλοτρίωσης. Με τον τρόπο αυτό, ήταν αδύνατον να ελεγχθεί αν το Εφετείο είχε καθορίσει την αποζημίωση παραγνωρίζοντας το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο. Τέλος, το ανώτατο δικαστήριο απέρριψε τον τρίτο λόγο αναίρεσης ως αβάσιμο (απόφαση 634/2003). Η απόφαση αυτή καθαρογράφηκε και θεωρήθηκε στις 28 Μαΐου 2003.
Στις 28 Νοεμβρίου 2003, η ορισθείσα αποζημίωση κατατέθηκε στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων ενόψει της καταβολής του «στα πρόσωπα που θα αναγνωρισθούν ως δικαιούχοι της αποζημίωσης δυνάμει απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου».
Στις 21 Ιανουαρίου 2004, το Μονομελές Πρωτοδικείο της Λαμίας αναγνώρισε τα ανήλικα παιδιά των προσφευγόντων ως δικαιούχους της αποζημίωσης της απαλλοτρίωσης που ορίστηκε από την απόφαση 39/2002 (απόφαση 114/2004). Από δύο βεβαιώσεις της Δημοσίου Ταμείου με ημερομηνία 28 Σεπτεμβρίου 2004, προκύπτει ότι οι προσφεύγοντες έχουν ήδη εισπράξει την εν λόγω αποζημίωση.
Β.Το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο και η πρακτική
1. Το Σύνταγμα
Το άρθρο 17 του Συντάγματος ορίζει:
«1. Η ιδιοκτησία τελεί υπό την προστασία του Κράτους, τα δικαιώματα όμως που απορρέουν από αυτή δεν μπορούν να ασκούνται σε βάρος του γενικού συμφέροντος.
2. Κανένας δεν στερείται την ιδιοκτησία του, παρά μόνο για δημόσια ωφέλεια που έχει αποδειχθεί με τον προσήκοντα τρόπο, όταν και όπως ο νόμος ορίζει, και πάντοτε αφού έχει προηγηθεί πλήρης αποζημίωση, που να ανταποκρίνεται στην αξία την οποία είχε το απαλλοτριούμενο κατά το χρόνο της συζήτησης στο δικαστήριο για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης. Αν ζητηθεί απευθείας ο οριστικός προσδιορισμός της αποζημίωσης, λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο της σχετικής συζήτησης στο δικαστήριο.
(...)»
2. Το νομοθετικό διάταγμα 797/1971 σχετικά με τις απαλλοτριώσεις
Το νομοθετικό διάταγμα 797/1971 των 30 Δεκεμβρίου 1970 και 1ης Ιανουαρίου 1971 περιλαμβάνει την θεμελιώδη νομοθεσία που διέπει τις απαλλοτριώσεις, κατ’εφαρμογήν των αρχών, οι οποίες διατυπώνονται από τις συνταγματικές διατάξεις.
Το κεφάλαιο Α του νομοθετικού διατάγματος ορίζει την διαδικασία και τις προϋποθέσεις για την κήρυξη μιας απαλλοτρίωσης.
Σύμφωνα με το άρθρο 1 § 1 α), αν επιτρέπεται από τον νόμο για λόγους δημοσίου συμφέροντος, η απαλλοτρίωση αστικών ή αγροτικών ακινήτων ή η διεκδίκηση εμπραγμάτων δικαιωμάτων επ’αυτών κηρύσσεται με κοινή απόφαση του αρμοδίου Υπουργού του τομέα που αφορά η απαλλοτρίωση και του Υπουργού Οικονομικών.
Το άρθρο 2 § 1 ορίζει τις προϋποθέσεις της απόφασης που κηρύσσει την αποζημίωση, και ειδικότερα: α) ένα κτηματολογικό διάγραμμα που εμφανίζει την απαλλοτριούμενη ζώνη, και β) τον πίνακα των ιδιοκτητών των ακινήτων, την επιφάνειά τους, τα όριά τους και τα κύρια χαρακτηριστικά των κτιρίων που έχουν ανεγερθεί πάνω σε αυτά.
Το κεφάλαιο Δ καθορίζει με λεπτομέρειες την διαδικασία καθορισμού της αποζημίωσης.
Το άρθρο 17 § 1 αναθέτει στα δικαστήρια την ευθύνη του καθορισμού της αποζημίωσης. Ορίζει ρητά ότι αυτά καθορίζουν μόνον την τιμή μονάδος της αποζημίωσης, χωρίς να διευκρινίζει τον δικαιούχο ή τους δικαιούχους της ή αυτόν που υποχρεούται να την καταβάλει.
Σύμφωνα με το άρθρο 13 § 1, η αποζημίωση υπολογίζεται βάσει της πραγματικής αξίας της απαλλοτριούμενης ιδιοκτησίας κατά τον χρόνο δημοσίευσης της απόφασης που αναγγέλλει την αποζημίωση.
Σύμφωνα με την παράγραφο 3 του ιδίου άρθρου,
«Εν περιπτώσει αναγκαστικής απαλλοτριώσεως τμήματος ακινήτου, ως εκ της οποίας το απομένον εις τον ιδιοκτήτην τμήμα υφίσταται σημαντικήν υποτίμησιν της αξίας αυτού ή καθίσταται άχρηστον δια την δι’ήν προορίζεται χρήσιν, δια της αυτής περί καθορισμού της αποζημιώσεως αποφάσεως προσδιορίζεται και παρέχεται ιδιαιτέρα δι’αυτήν αποζημίωσις εις τον ιδιοκτήτην ομού μετά της καταβαλλομένης δια το απαλλοτριούμενον τμήμα.»
Σύμφωνα με την νομολογία, την οποία ακολούθησε ο Άρειος Πάγος επί πολλά χρόνια, η φύση των εργασιών που επρόκειτο να εκτελεσθούν δεν λαμβάνονταν ποτέ υπόψη για τον καθορισμό της προβλεπόμενης από το άρθρο 13 § 3 του νομοθετικού διατάγματος 797/1971 «ιδιαίτερης αποζημίωσης» (μεταξύ άλλων ΑΠ 1255/2001, 349/2000, 8/1999, 455/1998, 803/1994). Εν τούτοις, σε μία πρόσφατη απόφαση, ο Άρειος Πάγος έκρινε, υπό το φως του άρθρου 1 του Πρωτοκόλλου αριθ. 1, ότι η ερμηνεία αυτή του εθνικού δικαίου προσέβαλε το δικαίωμα ιδιοκτησίας των ενδιαφερομένων και προέβη έτσι σε έναν επαναπροσανατολισμό της νομολογίας του πάνω στο ζήτημα αυτό (απόφαση αριθ. 31/2005).
Το κεφάλαιο Ε του εν λόγω νομοθετικού διατάγματος προβλέπει μία ιδιαίτερη διαδικασία για την δικαστική αναγνώριση των δικαιούχων της αποζημίωσης. Το αρμόδιο δικαστήριο για την αναγνώριση αυτή είναι ο δικαστής του Μονομελούς Πρωτοδικείου στην δωσιδικία του οποίου βρίσκεται το απαλλοτριωθέν ακίνητο (άρθρο 26). Σύμφωνα με το άρθρο 27 § 1, το δικαστήριο προβαίνει στην αναγνώριση βάσει των πληροφοριών που υπάρχουν στο κτηματολογικό διάγραμμα και τον κτηματολογικό πίνακα που συντάσσονται από έναν αρμόδιο μηχανικό και εγκρίνονται νομίμως από τις υπηρεσίες του Υπουργείου Δημοσίων Έργων, καθώς και οποιουδήποτε άλλου στοιχείου που προσκομίζεται από τους διαδίκους ή εξετάζεται αυτεπαγγέλτως. Η απόφαση που εκδίδεται βάσει της διαδικασίας αυτής δεν μπορεί να προσβληθεί από ένδικο μέσο (άρθρο 27 § 6).
3. Ο Αστικός Κώδικας
Στο σημείο αυτό πρέπει να ληφθούν υπόψη οι ακόλουθες διατάξεις του Αστικού Κώδικα:
Άρθρο 57
«Όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον (...).
Αξίωση αποζημίωσης σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες δεν αποκλείεται.»
Άρθρο 59
«Στις περιπτώσεις των δύο προηγούμενων άρθρων το δικαστήριο με την απόφασή του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί επιπλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί. Η ικανοποίηση συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα ή σε οτιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις.»
4. Ο Εισαγωγικός Νόμος του Αστικού Κώδικα
Το άρθρο 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα έχει ως εξής:
«Για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του δημοσίου κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί, το δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση, εκτόε αν η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά παράβαση διάταξης, που υπάρχει για χάρη του γενικού συμφέροντος. Μαζί με το δημόσιο ευθύνεται είς ολόκληρον και το υπαίτιο πρόσωπο, με την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεων για την ευθύνη των υπουργών.»
Η διάταξη αυτή καθιερώνει την έννοια της ειδικής αδικοπραξίας δημοσίου δικαίου, θεσπίζοντας μία εξωσυμβατική ευθύνη του Δημοσίου. Αυτή η ευθύνη είναι αποτέλεσμα παρανόμων πράξεων ή παραλείψεων. Οι συγκεκριμένες πράξεις μπορούν να είναι, όχι μόνον νομικές, αλλά και υλικές πράξεις της διοίκησης, συμπεριλαμβανομένων και των καταρχήν μη εκτελεστών πράξεων (Κυριακόπουλος, Σχόλια του Αστικού Κώδικα, άρθρο 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα, αριθ. 23 – Φίλιος, Δίκαιο των συμβάσεων, ειδικό μέρος, τόμος 6, ποινική ευθύνη 1977, παρ. 48 Β 112 – Ε. Σπηλιωτόπουλος, Διοικητικό Δίκαιο, τρίτη έκδοση, παρ. 217 – Απόφαση αριθ. 535/1971 του Αρείου Πάγου, Νομικό Βήμα 19, σελ. 1414 – Απόφαση αριθ. 492/1967 του Αρείου Πάγου, Νομικό Βήμα 16, σελ. 75). Το παραδεκτό της αγωγής αποζημίωσης τελεί υπό μία προϋπόθεση: την παράνομη φύση της πράξης ή της παράλειψης.
ΑΙΤΙΑΣΕΙΣ
1.Επικαλούμενοι το άρθρο 1 του Πρωτοκόλλου αριθ. 1, οι προσφεύγοντες παραπονούνται για μία παραβίαση του δικαιώματός τους για σεβασμό της περιουσίας τους.
2.Επικαλούμενοι το άρθρο 6 § 1 της Σύμβασης, οι προσφεύγοντες παραπονούνται για μία παραβίαση του δικαιώματός τους για δίκαιη δίκη.
ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΝΟΜΟ
1.Οι προσφεύγοντες παραπονούνται, αφενός, για τον καθορισμό της αποζημίωσης της απαλλοτρίωσης σε ένα ποσό υπερβολικά κατώτερο της αξίας του απαλλοτριωθέντος ακινήτου τους. Αφετέρου, παραπονούνται διότι τα επιληφθέντα δικαστήρια αρνήθηκαν να τους αποζημιώσουν για τα μη απαλλοτριωθέντα τμήματα του ακινήτου τους, για τον λόγο ότι η ειδική αποζημίωση δεν μπορεί ποτέ να καλύψει την μείωση αξίας που υφίστανται τα μη απαλλοτριωθέντα τμήματα εξαιτίας της φύσης του προς κατασκευή έργου. Επικαλούνται το άρθρο 1 του Πρωτοκόλλου αριθ. 1, το οποίο έχει ως εξής:
«Έκαστο φυσικό ή νομικό πρόσωπο έχει δικαίωμα στον σεβασμό της περιουσίας του. Κανείς δεν μπορεί να στερηθεί της ιδιοκτησίας του παρά μόνον για λόγους δημόσιας ωφέλειας και σύμφωνα με τους όρους που προβλέπονται από τον νόμο και τις γενικές αρχές του διεθνούς δικαίου.
Οι προηγούμενες διατάξεις δεν θίγουν το δικαίωμα των Κρατών να θεσπίζουν τους νόμους που κρίνουν απαραίτητους για να ρυθμίσουν τη χρήση των αγαθών σύμφωνα με το γενικό συμφέρον και να εξασφαλίσουν την πληρωμή των φόρων ή άλλων συνεισφορών ή των προστίμων.»
1. Σε ό,τι αφορά την αποζημίωση της απαλλοτρίωσης
Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι ένα μέτρο παρέμβασης στο δικαίωμα στον σεβασμό της περιουσίας πρέπει να τηρεί μία «δίκαιη ισορροπία» μεταξύ των απαιτήσεων του γενικού συμφέροντος της κοινότητας και των επιταγών της προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ατόμου (βλέπε, μεταξύ άλλων, Sporrong et Lönnroth κατά Σουηδίας, απόφαση της 23 Σεπτεμβρίου 1982, série A no. 52, σελ. 26, § 69). Για να εκτιμηθεί αν το επίδικο μέτρο σέβεται την απαιτούμενη δίκαιη ισορροπία και, ειδικότερα, αν δεν θέτει στους ώμους του προσφεύγοντος ένα δυσανάλογο βάρος, πρέπει να ληφθούν υπόψη οι διατυπώσεις της αποζημίωσης που προβλέπονται από την εθνική νομοθεσία. Ως προς τούτο, χωρίς την καταβολή ενός ποσού ανάλογου προς την αξία του πράγματος, η στέρηση της ιδιοκτησίας συνιστά κανονικά μία υπερβολική προσβολή που δεν θα μπορούσε να δικαιολογηθεί στη βάση του άρθρου 1 του Πρωτοκόλλου αριθ. 1. Το τελευταίο δεν εγγυάται εν τούτοις σε όλες τις περιπτώσεις το δικαίωμα για πλήρη αποζημίωση, γιατί οι θεμιτοί στόχοι «δημόσιας ωφέλειας» μπορούν να συνηγορούν υπέρ μιας αποζημίωσης μικρότερης από την πλήρη αγοραία αξία (βλέπε Ιερές μονές κατά Ελλάδας, απόφαση της 9 Δεκεμβρίου 1994, série A no. 301-A, σελ. 34-35, §§ 70-71).
Εν προκειμένω, το Δικαστήριο δεν θεωρεί ότι καλείται να αποφανθεί επί του ζητήματος της βάσης πάνω στην οποία οι εθνικές αρχές θα έπρεπε να ορίσουν την τιμή της αποζημίωσης. Πράγματι, το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να υποκαταστήσει τα ελληνικά δικαστήρια για να καθορίσει την βάση που θα έπρεπε να ληφθεί υπόψη για την εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριωθέντος οικοπέδου και για τον καθαρισμό των οφειλομένων ποσών που θα απέρρεε από τον καθορισμό αυτό (Μάλαμα κατά Ελλάδας, no. 43622/98, § 51, CEDH 2001-II). Σε κάθε περίπτωση, δεν υπάρχει καμία ένδειξη στην δικογραφία που να δημιουργεί υπόνοιες ότι τα επιληφθέντα δικαστήρια επέδειξαν αυθαιρεσία στον καθορισμό της αποζημίωσης της απαλλοτρίωσης. Λαμβάνοντας υπόψη την διακριτική ευχέρεια που το άρθρο 1 του Πρωτοκόλλου αριθ. 1 αφήνει στις εθνικές αρχές (Παπαχελάς κατά Ελλάδας [GC], αριθ. 31423/96, § 49, CEDH 1999-II), το Δικαστήριο εκτιμά την καθορισθείσα τιμή ως ευλόγως ανάλογη της αξίας του απαλλοτριωθέντος ακινήτου.
Έπεται ότι αυτό το τμήμα της προσφυγής είναι προδήλως αβάσιμο και πρέπει να απορριφθεί κατ’εφαρμογήν του άρθρου 35 §§ 3 και 4 της Σύμβασης.
2. Σε ό,τι αφορά την ιδιαίτερη αποζημίωση
Η Κυβέρνηση ισχυρίζεται καταρχήν ότι οι προσφεύγοντες δεν μπορούν να εμφανίζονται ως θύματα παραβίασης του άρθρου 1 του Πρωτοκόλλου αριθ. 1, διότι δεν έχουν ακόμη αναγνωριστεί δικαιούχοι της αποζημίωσης της απαλλοτρίωσης που καθορίστηκε από τα εθνικά δικαστήρια. Κατά δεύτερο λόγο, η Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι η προσφυγή είναι πρόωρη, γιατί η σιδηροδρομική γραμμή δεν έχει ακόμη κατασκευαστεί και το έργο δεν θα ανοίξει στην κυκλοφορία πριν το 2009. Όμως, σύμφωνα με την Κυβέρνηση, είναι αδύνατον να γνωρίζει κανείς σήμερα τις συνέπειες που θα επισύρει η κυκλοφορία των τρένων για την καθημερινή ζωή των προσφευγόντων. Σε κάθε περίπτωση, η Κυβέρνηση γνωστοποιεί ότι τα άρθρα 57 και 59 του Αστικού Κώδικα προστατεύουν το δικαίωμα σεβασμού της προσωπικότητας, της οποίας η κατοικία αποτελεί ένα θεμελιώδες στοιχείο, και εκθέτει ότι οι προσφεύγοντες θα μπορούν, ενδεχομένως, να ασκήσουν αγωγή αποζημίωσης κατά του Δημοσίου σύμφωνα με το άρθρο 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα προκειμένου να λάβουν αποζημίωση για την επικαλούμενη προσβολή της κατοικίας τους.
Κατά τρίτο λόγο, η Κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι οι περισσότερες από τις κατασκευές που υπάρχουν πάνω στο οικόπεδο των προσφευγόντων είναι αυθαίρετες. Πράγματι, η μοναδική κατασκευή που έχει ανεγερθεί βάσει μιας αδείας οικοδομής πριν από την απαλλοτρίωση ήταν ένα ισόγειο υπόστεγο 200 τ.μ. Μόνον μετά την απαλλοτρίωση έλαβαν οι προσφεύγοντες την άδεια να μετατρέψουν 50 τ.μ. από το υπόστεγο σε κατοικία. Για τις υπόλοιπες κατασκευές δεν υπάρχει καμία άδεια. Έτσι, οι προσφεύγοντες δεν μπορούν να παραπονούνται για την μείωση της αξίας της οικίας τους, διότι αυτή κατασκευάστηκε αρκετά μετά την κήρυξη της απαλλοτρίωσης. Σε κάθε περίπτωση, η Κυβέρνηση σημειώνει ότι τα επιληφθέντα δικαστήρια επιδίκασαν στους προσφεύγοντες μία ιδιαίτερη αποζημίωση για τα μη απαλλοτριωθέντα τμήματα, ίση προς το 15% της αξίας του απαλλοτριωθέντος τμήματος. Αυτοί δεν νομιμοποιούνται επομένως να ισχυρίζονται ότι η νομολογία που ο Άρειος Πάγος ακολούθησε επί πολλά χρόνια και σύμφωνα με την οποία η φύση των εργασιών που πρόκειται να εκτελεστούν δεν λαμβανόταν ποτέ υπόψη για τον καθορισμό της ιδιαίτερης αποζημίωσης, έπαιξε ρόλο στην υπόθεσή τους.
Τέλος, η Κυβέρνηση αναφέρεται σε τέσσερις υποθέσεις, στις οποίες το Δικαστήριο, επικαλούμενο την διακριτική ευχέρεια που το άρθρο 1 του Πρωτοκόλλου αριθ. 1 αφήνει στις εθνικές αρχές, είχε αρνηθεί να υποκαταστήσει τα ελληνικά δικαστήρια και να αποφανθεί επί του ζητήματος αν τα μη απαλλοτριωθέντα τμήματα των ιδιοκτησιών των ενδιαφερομένων είχαν υποστεί μείωση της αξίας τους και είχε απορρίψει τον ισχυρισμό των προσφευγόντων, σύμφωνα με τον οποίο η άρνηση των εθνικών δικαστηρίων να ορίσει μία ειδική αποζημίωση για την αιτία αυτή παραβίαζε το άρθρο 1 του Πρωτοκόλλου αριθ. 1 (Αζάς κατά Ελλάδας, νο. 50824/99, § 51, 19 Φεβρουαρίου 2002, Ιντερολίβα ΑΒΕΕ κατά Ελλάδας (déc.), no. 58642/00, 16 Μαΐου 2002, Κωνσταντόπουλος ΑΕ και λοιποί κατά Ελλάδας (déc.), no. 58634/00, 16 Μαΐου 2002, και Βιοζοκάτ ΑΕ κατά Ελλάδας, (déc.), no. 61582/00, 29 Αυγούστου 2002). Η Κυβέρνηση εκτιμά ότι η παρούσα υπόθεση είναι παρόμοια με τις πιο πάνω αναφερόμενες υποθέσεις και καλεί το Δικαστήριο να την κηρύξει απαράδεκτη.
Οι προσφεύγοντες εκφράζουν την έκπληξή τους που η Κυβέρνηση αγνοεί ότι αυτοί έχουν ήδη αναγνωριστεί δικαιούχοι της αποζημίωσης της απαλλοτρίωσης και ότι η καταβολή της έχει ήδη λάβει χώρα. Εξάλλου, οι προσφεύγοντες εκτιμούν ότι έχουν ασκήσει όλα τα προβλεπόμενα από το εθνικό δίκαιο ένδικα μέσα για να παραπονεθούν για την ουσιώδη μείωση της αξίας της ιδιοκτησίας τους και υποστηρίζουν ότι η απαίτηση να ασκήσουν αγωγή αποζημίωσης στην βάση του άρθρου 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα, όταν η σιδηροδρομική γραμμή θα τεθεί σε λειτουργία, ισοδυναμεί με το να εισέλθουν σε έναν νέο κύκλο δικών κατά του Δημοσίου για να τους επιδικαστεί αποζημίωση. Κατ’αυτούς, η διαδικασία αυτή κινδυνεύει να επεκταθεί σε μάκρος και προσφέρει λίγες πιθανότητες επιτυχίας.
Οι προσφεύγοντες ισχυρίζονται εξάλλου ότι από το 1997 είχαν προβλέψει να χρησιμοποιήσουν το υπόστεγό τους ως κατοικία, κατάσταση την οποία θέλησαν να νομιμοποιήσουν το 1999. Υποστηρίζουν επομένως ότι η οικία τους υφίσταται από το 1997, ήτοι πολύ πριν την απαλλοτρίωση. Επίσης, σημειώνουν ότι το άρθρο 13 § 3 του νομοθετικού διατάγματος 797/1971 δεν κάνει καμία διάκριση μεταξύ νομίμων και αυθαιρέτων κτισμάτων. Το ζήτημα της νομιμότητος ενός κτίσματος αποτελεί το αντικείμενο μιας χωριστής διοικητικής διαδικασίας που δεν έχει καμία σχέση με την διαδικασία καθορισμού της αποζημίωσης της απαλλοτρίωσης.
Οι προσφεύγοντες υπογραμμίζουν εξάλλου ότι το αίτημά τους για καταβολή ιδιαίτερης αποζημίωσης για την μείωση της αξίας των κτισμάτων που βρίσκονται πάνω στο οικόπεδό τους έχει εισαχθεί τόσο ενώπιον του Εφετείου όσο και ενώπιον του Αρείου Πάγου. Σημειώνουν προς τούτο ότι το Εφετείο απέρριψε το αίτημά τους για τον λόγο ότι η καταγγελλόμενες μείωση της αξίας και ενόχληση δεν οφείλονταν στην απαλλοτρίωση αλλά στην φύση του έργου και ότι ο Άρειος Πάγος επανέλαβε ρητά το επιχείρημα αυτό, το οποίο είχε συνεπώς ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της υπόθεσης, αντιθέτως προς αυτά που υποστηρίζει η Κυβέρνηση.
Οι προσφεύγοντες εκτιμούν ότι, στην προκειμένη περίπτωση, η άρνηση των εθνικών αρχών να τους αποζημιώσει για την πλήρη απαξίωση των μη απαλλοτριωθέντων τμημάτων του οικοπέδου τους και κυρίως της κατοικίας τους, αντιβαίνει προς το άρθρο 1 του Πρωτοκόλλου αριθ. 1. Υπογραμμίζουν ότι η κατοικία τους και τα άλλα πράγματά τους βρίσκονταν σε ένα ειδυλλιακό φυσικό περιβάλλον, το οποίο προσέφερε στην οικογένειά τους χαλάρωση, ηρεμία και ασφάλεια, αλλά ότι θα καταστούν αφόρητα και θα εγκαταλειφθούν μετά την θέση σε λειτουργία της νέας σιδηροδρομικής γραμμής.
Το Δικαστήριο εκτιμά ότι τόσο η ιδιότητα των προσφευγόντων, ασκούντων την γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων τους, ως ιδιοκτητών όσο και ο σύγχρονος χαρακτήρας του προβλήματος που θέτουν με την προσφυγή τους δεν αμφισβητούνται. Αντιθέτως, η νομιμότητα των κατασκευών που έχουν ανεγερθεί πάνω στο οικόπεδό τους είναι πιο αμφισβητήσιμοι, όπως προκύπτει από τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης και τις πιο πάνω εκτιθέμενες παρατηρήσεις της Κυβέρνησης. Εν τούτοις, το Δικαστήριο δεν επιθυμεί να εμβαθύνει περαιτέρω το ζήτημα αυτό, διότι, κατά την γνώμη του, το κύριο πρόβλημα βρίσκεται σε μία άλλη πλευρά της υπόθεσης αυτής.
Πράγματι, το Δικαστήριο σημειώνει ότι όταν κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση, ήτοι στις 11 Μαρτίου 1999, το μοναδικό κτίσμα που βρισκόταν πάνω στο οικόπεδο των προσφευγόντων ήταν ένα υπόστεγο 200 τ.μ. Οι προσφεύγοντες ανήγειραν την οικογενειακή κατοικία τους μετά την απαλλοτρίωση: σύμφωνα με μία έκθεση πραγματογνωμοσύνης που συντάχθηκε με αίτηση των προσφευγόντων, η οικία κατασκευάστηκε το 2000 και αποπερατώθηκε το 2001. Είναι επομένως προφανές ότι οι προσφεύγοντες επέλεξαν εν γνώσει τους να επενδύσουν περισσότερο πάνω στο απαλλοτριωθέν οικόπεδό τους και ότι δεν αιφνιδιάστηκαν από ένα μέτρο απαλλοτρίωσης που αναστάτωσε ένα ήδη εγκατεστημένο εκεί οικογενειακό περιβάλλον (βλέπε, a contrario, Ουζούνογλου κατά Ελλάδας, no. 32730/03, 24 Νοεμβρίου 2005 και Αθανασίου και λοιποί κατά Ελλάδας, no. 2531/02, 9 Φεβρουαρίου 2006). Κάτω από τις συνθήκες αυτές, οι προσφεύγοντες υποστηρίζουν αβάσιμα ότι το Δημόσιο επέδειξε αυθαιρεσία αρμούμενο να τους καταβάλει αποζημίωση για την υποτίμηση της οικίας τους ή την ενόχληση στην καθημερινή ζωή τους. Τούτο ισχύει ακόμη περισσότερο αφού τα εθνικά δικαστήρια δεν παρέλειψαν να επιδικάσουν στους προσφεύγοντες, επιπλέον της αποζημίωσης της απαλλοτρίωσης, μία ιδιαίτερη αποζημίωση για την μείωση της αξίας της γης τους.
Έπεται ότι αυτό το τμήμα της προσφυγής είναι προδήλως αβάσιμο και πρέπει να απορριφθεί κατ’εφαρμογήν του άρθρου 35 §§ 3 και 4 της Σύμβασης.
2. Οι προσφεύγοντες παραπονούνται ότι υπάρχει ένα αμάχητο τεκμήριο που επισύρει μία ανισότητα των όπλων μεταξύ του ιδιώτη του οποίου απαλλοτριώθηκε το ακίνητο και του Δημοσίου, διότι δεν επιτρέπει στον πρώτο να υποστηρίξει τα επιχειρήματά του σε σχέση με την μείωση της αξίας του μη απαλλοτριωθέντος τμήματος του οικοπέδου τους. Θεωρούν επομένως ότι βρέθηκαν σε μία θέση σαφώς πιο μειονεκτική σε σχέση με το Δημόσιο, κατάσταση που επιβαρύνθηκε από το γεγονός ότι ο Άρειος Πάγος αρνήθηκε να εξετάσει επί της ουσίας δύο από τους λόγους αναίρεσής τους, για λόγους αυθαίρετους και παράνομους. Επικαλούνται το άρθρο 6 § 1 της Σύμβασης, του οποίου οι εφαρμοστέες περικοπές έχουν ως εξής:
«Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθή δικαίως (...) υπό δικαστηρίου (...) το οποίον θα αποφασίση (...) επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσεως (...)»
Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι μία από τις απαιτήσεις μιας δίκαιης δίκης είναι η ισότητα των όπλων, η οποία εμπεριέχει την υποχρέωση της παροχής σε κάθε διάδικο μίας εύλογης δυνατότητας να υπερασπίσει την υπόθεσή του κάτω από συνθήκες που δεν τον θέτουν σε μία θέση σαφώς πιο μειονεκτική σε σχέση με τον αντίδικό του (βλέπε, μεταξύ άλλων, Kress κατά Γαλλίας [GC], no. 39594/98, § 72, CEDH 2001-VI). Το Δικαστήριο υπενθυμίζει εξάλλου ότι δεν είναι αρμόδιο να εκτιμήσει το ίδιο τα πραγματικά στοιχεία που οδήγησαν ένα εθνικό δικαστήριο να καταλήξει σε μία απόφαση αντί μιας άλλης, με την επιφύλαξη της διερεύνησης της συμβατότητας με τις διατάξεις της Σύμβασης. Διαφορετικά, θα μεταβαλλόταν σε τριτοβάθμιο ή τεταρτοβάθμιο δικαστήριο και θα παραγνώριζε τα όρια της αποστολής του (βλέπε, μεταξύ πολλών άλλων, de Liedekerke κατά Βελγίου (déc.), no. 45168/99, 3 Μαΐου 2005). Το Δικαστήριο έχει ως μοναδικό καθήκον, με βάση το άρθρο 6 της Σύμβασης, να εξετάζει τις προσφυγές που ισχυρίζονται ότι τα εθνικά δικαστήρια παραγνώρισαν συγκεκριμένες δικονομικές εγγυήσεις που διατυπώνονται από την διάταξη αυτή ή ότι η διεξαγωγή της διαδικασίας στο σύνολό της δεν εξασφάλισε μία δίκαιη δίκη στον προσφεύγοντα.
Εξετάζοντας την προκείμενη περίπτωση υπό το φως των αρχών αυτών, το Δικαστήριο εκτιμά ότι στην πραγματικότητα οι προσφεύγοντες αμφισβητούν τον τρόπο με τον οποίο τα εθνικά δικαστήρια ερμήνευσαν το ζήτημα της «ιδιαίτερης αποζημίωσης», η οποία προβλέπεται από το άρθρο 13 § 1 του νομοθετικού διατάγματος 797/1971. Όμως, η απλή διαφωνία των προσφευγόντων με την επίδικη νομολογία δεν θα μπορούσε να κριθεί επαρκής για την εξαγωγή του συμπεράσματος ότι η διαδικασία δεν ήταν δίκαιη. Επιπλέον, το Δικαστήριο παρατηρεί ότι οι προσφεύγοντες είχαν την δυνατότητα να αναπτύξουν τα επιχειρήματά τους σε όλη την διάρκεια της επίδικης διαδικασίας, η οποία τήρησε απαρέγκλιτα την αρχή της κατ’αντιμωλία συζήτησης.
Τέλος, ως προς την αιτίαση την ελκόμενη από το απαράδεκτο δύο νομικών λόγων αναίρεσης που προβλήθηκαν από τους προσφεύγοντες ενώπιον του Αρείου Πάγου, το Δικαστήριο σημειώνει ότι οι προσφεύγοντες υποστηρίζουν, αφενός, ότι ο Άρειος Πάγος απέφυγε να απαντήσει στην ουσία του προβλήματος της ιδιαίτερης αποζημίωσης, το οποίο είχαν προβάλει με την αίτηση αναίρεσής τους, αλλά υπογραμμίζουν, αφετέρου, ότι το ανώτατο δικαστήριο έλαβε ρητά θέση επί του θέματος αυτού και επιβεβαίωσε την νομολογία του που τους είχε αντιταχθεί και ενώπιον του Εφετείου. Με άλλα λόγια, οι προσφεύγοντες φαίνονται να παραδέχονται εν προκειμένω ότι, παρά το απαράδεκτο των λόγων αναίρεσής τους, ο Άρειος Πάγος αποφάνθηκε με σαφήνεια επί του θέματος αυτού (βλέπε, a contrario, Ζουμπουλίδης κατά Ελλάδας (déc.), no. 77574/01, 3 Ιουνίου 2004). Κάτω από τις συνθήκες αυτές, το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να εξαγάγει το συμπέρασμα ότι ο τρόπος με τον οποίο ο Άρειος Πάγος εξέτασε τους προβληθέντες από τους προσφεύγοντες νομικούς λόγους αναίρεσης και τους απέρριψε στην συνέχεια εξαιτίας της αοριστίας τους, αντέβαινε στο δικαίωμα των προσφευγόντων που εγγυάται το άρθρο 6 § 1 της Σύμβασης.
Έπεται ότι αυτό το τμήμα της προσφυγής είναι προδήλως αβάσιμο και πρέπει να απορριφθεί κατ’εφαρμογήν του άρθρου 35 §§ 3 και 4 της Σύμβασης.
Κατά συνέπεια, πρέπει να περατωθεί η εφαρμογή του άρθρου 29 § 3 της Σύμβασης και η προσφυγή να κηρυχθεί απαράδεκτη.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο, ομόφωνα,
Κηρύσσει την προσφυγή απαράδεκτη.
(υπογραφή)(υπογραφή)
Søren NIELSENΛουκής ΛΟΥΚΑΪΔΗΣ
ΓραμματέαςΠρόεδρος
Full & Egal Universal Law Academy