Μεταφραστική Υπηρεσία Υπουργείου Εξωτερικών, Αθήνα
SERVICE DES TRADUCTIONS DU MINISTERE DES AFFAIRES ETRANGERES DE LA REPUBLIQUE HELLENIQUE, ATHENES
HELLENIC REPUBLIC, MINISTRY OF FOREIGN AFFAIRS, TRANSLATION SERVICE, ATHENS
ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ
EUROPEAN COURT OF HUMAN RIGHTS
ΠΡΩΤΟ ΤΜΗΜΑ
AΠΟΦΑΣΗ
(ΑΡ. ΠΡΟΣΦΥΓΗΣ 73554/11)
S.B.
Κατά της Ελλάδας
Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (πρώτο τμήμα), συνεδριάζοντας στις 8 Ιουλίου 2014 σε συμβούλιο αποτελούμενο από τους:
Ιsabelle Berro-Lefèvre, Πρόεδρος
Mirjana Lazarova Trajkovska,
Julia Laffranque,
Paulo Pinto de Albuquerque,
Λίνος-Αλέξανδρος Σισιλιάνος,
Eric Mose,
Ksenija Turkovic, Δικαστές
Και από τον Soren Nielsen, γραμματέα του τμήματος,
Έχοντας υπόψη την ανωτέρω αναφερόμενη προσφυγή η οποία ασκήθηκε στις 26 Ιανουαρίου 2012.
Έχοντας υπόψη τις παρατηρήσεις που υπέβαλλε η εναγόμενη κυβέρνηση και αυτές που παρουσίασε ο προσφεύγων σε απάντηση.
Αφού συσκέφθηκε, εκδίδει την ακόλουθη απόφαση:
ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟ ΣΚΕΛΟΣ
1. Ο προσφεύγων, Κος S.B. είναι ένας Ιρανός υπήκοος, γεννηθείς το 1977. Η πρόεδρος του τμήματος αποδέχθηκε την αίτηση του απορρήτου της ταυτότητας του που υπέβαλλε ο προσφεύγων (άρθρο 47, παράγραφος 4 του κανονισμού του Δικαστηρίου). Ο προσφεύγων εκπροσωπήθηκε από τον Κο Ι.Μ. ΤΖΕΦΕΡΑΚΟ και τον Κο Α. ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟ, δικηγόροι του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών. Η Ελληνική Κυβέρνηση («η Κυβέρνηση») εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο της, Κο Δ. ΚΑΛΟΓΗΡΟ, πάρεδρο παρά το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους.
Α. ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ ΤΗΣ ΥΠΟ ΚΡΙΣΗ ΥΠΟΘΕΣΗΣ
Τα γεγονότα της υπόθεσης, όπως εκτέθηκαν από τους διαδίκους, μπορούν να συνοψιστούν ως ακολούθως.
1. Η σύλληψη, η κράτηση (προφυλάκιση) και η αποφυλάκιση του προσφεύγοντος
2. Στις 26 Ιανουαρίου 2011, ο προσφεύγων συνελήφθη στα Ελληνοτουρκικά σύνορα από αξιωματικούς της αστυνομίας του συνοριακού φυλακίου του Διδυμότειχου. Δεν έφερε κανένα έγγραφο για την αναγνώριση της ταυτότητας του, ήταν σε κακή κατάσταση υγείας και είχε χιονίστρες που είχαν προκληθεί λόγω του γεγονότος ότι είχε κολυμπήσει στα κρύα νερά του ποταμού Έβρου.
3. Ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι κατά την σύλληψη του, υπέβαλλε αίτηση ασύλου αλλά αυτή δεν καταχωρήθηκε.
4. Με απόφαση (αρ. 2894 α) από τις 26 Ιανουαρίου 2011, ο διευθυντής της αστυνομίας της Ορεστιάδας διέταξε την επιβολή κράτησης του προσφεύγοντος ενόψει της απέλασης του. Η απόφαση, στηριζόμενη στο άρθρο 76, παράγραφος 1 β) και 3 του νόμου 3386/2005 και με την αιτιολογία με κίνδυνο διαφυγής , διευκρίνιζε ότι ο προσφεύγων μπορούσα να προβάλλει ενστάσεις κατά της απέλασης του στον πρόεδρο του Διοικητικού Δικαστηρίου της Αλεξανδρούπολης. Ανέφερε επίσης ότι ο προσφεύγων είχε ενημερωθεί στην αραβική γλώσσα για τους λόγους της κράτησης του και τα σχετικά δικαιώματα του.
Ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι δεν γνωρίζει την αραβική γλώσσα.
5. Στις 27 Ιανουαρίου 2011, ο προσφεύγων μεταφέρθηκε στο κέντρο κράτησης του Φυλακίου.
6. Με απόφαση (αρ. 2894 β) με ημερομηνία 29 Ιανουαρίου 2011, ο διευθυντής της Αστυνομίας της Ορεστιάδας διέταξε την απέλαση του προσφεύγοντος και την κράτηση του για περίοδο που δεν μπορεί να υπερβεί τους έξι μήνες ή τους δώδεκα μήνες (αυτή η τελευταία περίοδος εφαρμόζεται εάν ο ενδιαφερόμενος αρνείτο να συνεργασθεί ή εάν η σύνταξη των ταξιδιωτικών εγγράφων από την χώρα καταγωγής καθυστερούσε. Η απόφαση βεβαίωνε ότι ο προσφεύγων δεν είχε υποβάλλει ενστάσεις κατά της απόφασης της 26ης Ιανουαρίου 2011 μέσα στη νόμιμη προθεσμία των 48 ωρών. Ανέφερε, όπως η προηγούμενη απόφαση, κίνδυνο διαφυγής και ότι η απέλαση μπορούσε να αναβληθεί στη περίπτωση που ο προσφεύγων ασκούσε προσφυγή μέσα σε προθεσμία πέντε ημερών στον Αστυνομικό Διευθυντή της Περιφέρειας της Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης και ότι ο ενδιαφερόμενος μπορούσε να υποβάλλει ενστάσεις κατά της κράτησης του ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου Αλεξανδρούπολης. Το αποδεικτικό της κοινοποίησης της απόφασης ανέφερε ότι ο επιφορτισμένος αξιωματικός είχε ενημερώσει τον προσφεύγοντα μέσα σε προθεσμία πέντε ημερών καθώς και για το δικαίωμα του να υποβάλλει ενστάσεις κατά της κράτησης του ενώπιον του Προέδρου του Διοικητικού Δικαστηρίου της Θεσσαλονίκης.
7. Ο προσφεύγων δεν υπέβαλλε ενστάσεις κατά της κράτησης του και ούτε άσκησε προσφυγή κατά της απόφασης απέλασης.
Ο ενδιαφερόμενος υποστηρίζει ότι δεν έλαβε σε γλώσσα που κατανοούσε ούτε επεξηγηματική μπροσούρα για τα δικαιώματα του και τις πιθανές προσφυγές, ούτε σχετικές πληροφορίες. Αναφέρει ότι ούτε ενημερώθηκε για την ύπαρξη των δύο ανωτέρω αναφερόμενων αποφάσεων ούτε για τις ενέργειες που έκαναν οι Ελληνικές Αρχές για να τον παραπέμψουν στην Τουρκία. Προσθέτει ότι στο κέντρο κράτησης του Φυλακίου δεν είχε ούτε διερμηνέα ούτε την δυνατότητα να προσφύγει στην βοήθεια ενός δικηγόρου.
8. Στις 8 Μαρτίου 2011, ο προσφεύγων μεταφέρθηκε στην Αστυνομική Διεύθυνση της Ορεστιάδας όπου κατέθεσε αίτηση ασύλου με την βοήθεια διερμηνέα. Ωστόσο, συνεχίσθηκε η κράτηση του με την απόφαση 5401 του Αστυνομικού Διευθυντή της Περιφέρειας της Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης, κατ΄εφαρμογή του άρθρου 13 του διατάγματος 114/2010. Η απόφαση, αναπαράγοντας την διατύπωση αυτής της διάταξης, δικαιολογούσε την συνέχιση της κράτησης του με το γεγονός ότι ο προσφεύγων δεν είχε στη κατοχή του ταξιδιωτικά έγγραφα ή τα είχε καταστρέψει και με την αναγκαιότητα απόδειξης της ταυτότητας, με τα γεγονότα της εισόδου του στη χώρα και με τα στοιχεία σχετικά με την καταγωγή του.
9. Ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι δεν είχε λάβει ποτέ αντίγραφο αυτής της απόφασης.
10. Στις 28 Μαρτίου 2011, ο προσφεύγων μεταφέρθηκε εκ νέου στην Αστυνομική Διεύθυνση της Ορεστιάδας για την συνέντευξη με το αρμόδιο όργανο πρωτοβάθμια σε θέματα αιτήσεων ασύλου. Η συνέντευξη έλαβε χώρα με την βοήθεια συγκρατούμενου του προσφεύγοντος, ιρακινής καταγωγής, από την περσική γλώσσα στην αγγλική και στη συνέχεια στην ελληνική. Σύμφωνα με τον προσφεύγοντα, αυτός ο συγκρατούμενος, ο ίδιος ζητούσε άσυλο, δεν παρουσίασε τις αναγκαίες εγγυήσεις για να αναλάβει καθήκοντα διερμηνέα και εξέφραζε συχνά προσωπικές εκτιμήσεις.
11. Ο προσφεύγων συνέχισε να κρατείται. Μέχρι τις 30 Μαρτίου 2011, δεν έτυχε συμπαράστασης δικηγόρου.
12. Στις 12 Μαΐου 2011, ο Αστυνομικός Διευθυντής της Ορεστιάδας απέρριψε την αίτηση ασύλου του προσφεύγοντος.
13. Στις 17 Μαΐου 2011, η δικηγόρος του προσφεύγοντος έγραψε στο Υπουργείο Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης για να ζητήσει αντίγραφο του ιατρικού πιστοποιητικού σχετικά με την κατάσταση υγείας του ενδιαφερόμενου. Επέμενε στην επείγουσα ανάγκη να αποκτήσει την αποφυλάκιση αυτού ενόψει της κατάστασης της υγείας του, ανέφερε ότι επιθυμούσε να καταθέσει ενστάσεις κατά της κράτησης του στον Πρόεδρο του Διοικητικού Δικαστηρίου της Αλεξανδρούπολης και επεσήμανε ότι στις 23 Μαΐου 2011 ήταν η μόνη μέρα που αυτό ήταν δυνατόν.
14. Στις 19 Μαΐου 2011, η Αστυνομική Διεύθυνση της Ορεστιάδας πρότεινε στην Αστυνομική Διεύθυνση της Περιφέρειας της Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης την αναστολή της απέλασης του προσφεύγοντος για τους ακόλουθους λόγους ανωτέρας βίας: Αφ’ενός, η Αστυνομική Διεύθυνση της Ορεστιάδας γνώριζε πρόβλημα υπερπληθυσμού των φυλακών και υπήρχε κίνδυνος εκδήλωσης λοιμωδών νοσημάτων μεταξύ των κρατουμένων και αυτό μπορούσε να έχει ως συνέπεια την άρνηση των αστυνομικών αρχών Αθηνών να αναλάβουν τον προσφεύγοντα και να εκτελέσουν την απέλαση. Αφ’ ετέρου, ο ενδιαφερόμενος παρουσίαζε προβλήματα υγείας όπως είχε αποδειχθεί από ιατρικό πιστοποιητικό με ημερομηνία 17 Μαΐου 2011.
15. Στις 20 Μαΐου 2011, η Αστυνομική Διεύθυνση της Περιφέρειας της Ανατολικής Μακεδονίας και Θράκης αποφάσισε να αναστείλει την απέλαση του προσφεύγοντος, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 78 του νόμου 3386/2005 (αναστολή της εκτέλεσης της απόφασης απέλασης λόγω ανωτέρας βίας). Η απόφαση διευκρίνιζε ότι ο προσφεύγων έπρεπε να εγκαταλείψει την επικράτεια μέσα σε προθεσμία ενός μήνα.
16. Στις 21 Μαΐου 2011, ο προσφεύγων αποφυλακίσθηκε για λόγους υγείας. Την ίδια μέρα, άσκησε προσφυγή κατά της απόφασης της 12ης Μαΐου 2011 που απέρριψε την αίτηση του για άσυλο. Στις 21 Αυγούστου 2011, έλαβε ένα αποδεικτικό που βεβαίωνε την κατάθεση αίτησης ασύλου.
2. Η ιατρική φροντίδα και η νοσοκομειακή περίθαλψη του προσφεύγοντος
17. Τον προσφεύγοντα εντόπισε η μη Κυβερνητική Οργάνωση Ελληνικό Συμβούλιο για τους πρόσφυγες στο πλαίσιο ενός προγράμματος που εφαρμόσθηκε στα σύνορα. Στις 30 Μαρτίου 2011, συνάντησε μία δικηγόρο, μέλος του Νομικού Τμήματος της Οργάνωσης η οποία αντιλαμβανόμενη εμφανή ψυχολογικά προβλήματα ενημέρωσε το προσωπικό του Κέντρου του Φυλακίου.
18. Από τον Μάρτιο, ο προσφεύγων είχε παραισθήσεις, κοιμόταν λίγο και έκλαιγε τη νύχτα. Τον Απρίλιο, γνώρισε επιδείνωση της κατάστασης της υγείας του: Άλλαξε όψη, δεν κατορθώνει να συγκεντρωθεί ούτε να ακούει τους άλλους. Οι συγκρατούμενοι του ειδοποίησαν το προσωπικό του κέντρου αλλά ο ενδιαφερόμενος δεν οδηγήθηκε σε ψυχίατρο. Τέλος Απριλίου, ο προσφεύγων σταμάτησε να τρέφεται.
19. Στις 17 Μαΐου 2011, οι αρχές οδήγησαν τον προσφεύγοντα με ασθενοφόρο σε ψυχίατρο της Ορεστιάδας για εξέταση. Αυτός ο ειδικός διαπίστωσε ότι ο προσφεύγων είχε παραισθήσεις και θεώρησε ότι η παράταση της κράτησης κινδύνευε να επιδεινώσει την κατάσταση της υγείας του και να επιφέρει ανεπανόρθωτες συνέπειες. Έγραψε μία αγωγή στον ενδιαφερόμενο και συνέστησε την μεταφορά του προς μία ψυχιατρική κλινική του Νοσοκομείου της Αλεξανδρούπολης. Αυτή η μεταφορά δεν έλαβε χώρα αμέσως αλλά ορίσθηκε ένα ραντεβού στις 20 Μαΐου 2011. Στην επιστροφή του στο κέντρο, ο προσφεύγων αρνήθηκε να επιστρέψει στο κελί του. Η δικηγόρος του Ελληνικού Συμβουλίου για τους πρόσφυγες ειδοποιήθηκε και ζήτησε από τις αρχές να της κοινοποιήσουν τον ιατρικό φάκελο του προσφεύγοντος προκειμένου να μπορέσει να αμφισβητήσει την απόφαση κράτησης ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου. Οι αρχές δεν της κοινοποίησαν ωστόσο τον εν λόγω φάκελο.
20. Στις 19 Μαΐου 2011, η δικηγόρος ενημέρωσε το Υπουργείο Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης για την περίπτωση του προσφεύγοντος και για την άμεση ανάγκη νοσοκομειακής περίθαλψης.
21. Στις 20 Μαΐου 2011, ο προσφεύγων δεν παρουσιάσθηκε στο ραντεβού που ορίσθηκε στο Νοσοκομείο της Αλεξανδρούπολης.
22. Με την παρέμβαση της δικηγόρου του Ελληνικού Συμβουλίου για τους πρόσφυγες, ο προσφεύγων που είχε εν τω μεταξύ αποκτήσει την αποφυλάκιση του, μεταφέρθηκε τελικά στο Νοσοκομείο. Οι γιατροί διέγνωσαν οξεία σχιζοφρενική και ψυχωτική διαταραχή. Ελλείψει του ιατρικού φακέλου του ενδιαφερόμενου, διαπίστωσαν ότι το φάρμακο που αυτός είχε επάνω του δεν ήταν προσαρμοσμένο στα συμπτώματα του. Ο προσφεύγων νοσηλεύθηκε για τρεις μέρες και στη συνέχεια αποφασίσθηκε να τοποθετηθεί σε ένα εξειδικευμένο ίδρυμα.
23. Στις 24 Μαΐου 2011, ο ενδιαφερόμενος μεταφέρθηκε στην Αθήνα. Στις 25 Μαΐου 2011, η δικηγόρος του κάλεσε το Υπουργείο Υγείας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης να του βρει ένα κατάλληλο ίδρυμα. Ωστόσο δεν έλαβε καμία απάντηση.
24. Στις 30 Μαΐου 2011, κατόπιν ενεργειών που ανέλαβε το Ελληνικό Συμβούλιο για τους πρόσφυγες, ο προσφεύγων έγινε δεκτός στη Μονάδα Ψυχοκοινωνικής Αποκατάστασης Προσφύγων "Ιόλαος" στην Αθήνα. Ένα πιστοποιητικό το οποίο σύνταξε ένας ψυχίατρος της μονάδας ανέφερε ότι ο προσφεύγων παρουσίαζε συμπτώματα ψυχικών διαταραχών, κυρίως μανία δίωξης η οποία εκδηλωνόταν με έντονο φόβο να δηλητηριασθεί με το φαγητό και με κοινωνική απομόνωση από φόβο να του επιτεθούν άτομα του περιβάλλοντος του. Επισήμανε επίσης ότι ο προσφεύγων εκδήλωνε σοβαρές διαταραχές στον ύπνο.
Β. Το κατάλληλο εσωτερικό δίκαιο και η πρακτική
25. Το κατάλληλο εσωτερικό δίκαιο και η πρακτική στη προκειμένη περίπτωση εκτίθενται στις αποφάσεις C.D. et autres κατά της Ελλάδας (αρ. 335441/10, 33468/10 και 33476/10, παράγραφοι 27-33, 19 Δεκεμβρίου 2013) και Barjamaj κατά της Ελλάδας (αρ. 36657/11, παράγραφοι 17-23, 2 Μαΐου 2013).
ΑΙΤΙΑΣΕΙΣ
26. Καταγγέλλοντας τις συνθήκες κράτησης του και έλλειψη κατάλληλης ιατρικής περίθαλψης κατά την διάρκεια της κράτησης του και μετά την αποφυλάκιση του, ο προσφεύγων ισχυρίζεται παραβάσεις του άρθρου 3 της Σύμβασης, χωριστά και συνδυασμένο με το άρθρο 13 της Σύμβασης καθώς και του άρθρου 5, παράγραφοι 1 και 4 της Σύμβασης.
ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΝΟΜΙΚΟ ΣΚΕΛΟΣ
Α. Επί της ένστασης της Κυβέρνησης η οποία στηρίζεται στη μη τήρηση της προθεσμίας των έξι μηνών.
27. Η Κυβέρνηση καλεί το Δικαστήριο να απορρίψει την προσφυγή για μη τήρηση της προθεσμίας των έξι μηνών με την αιτιολογία ότι ο προσφεύγων είχε προσφύγει στις 26 Ιανουαρίου 2012, δηλαδή μετά την λήξη προθεσμίας έξι μηνών αρχής γινομένης από την αποφυλάκιση του η οποία επήλθε στις 21 Μαΐου 2011.
28. Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι, κατά γενικό κανόνα, η προθεσμία των έξι μηνών αρχίζει να τρέχει από την ημερομηνία της οριστικής απόφασης που μεσολάβησε στο πλαίσιο της διαδικασίας εξάντλησης των εσωτερικών ένδικων μέσων. Ωστόσο, όταν είναι σαφές, ευθύς, ότι ο προσφεύγων δεν διαθέτει καμία πραγματική προσφυγή, η προθεσμία των έξι μηνών αρχίζει να τρέχει από την ημερομηνία των πράξεων ή μέτρων που καταγγέλθηκαν ή από την ημερομηνία που ο ενδιαφερόμενος λαμβάνει γνώση ή αισθάνεται τις επιπτώσεις ή τη βλάβη (Varnava et autres κ. της Τουρκίας (GC), αρ. 16064/90, 16065/90, 16066/90, 16068/90, 16069/90, 16070/90, 16071/90, 16072/90 και 16073/90, ΕΔΔΑ 2009).
29. Το Δικαστήριο εξετάζει ότι η ημερομηνία της 26ης Ιανουαρίου 2012 είναι αυτή της αποστολής του εντύπου της προσφυγής από τον προσφεύγοντα. Ωστόσο, επισημαίνει ότι η πρώτη επιστολή αυτού που φέρει σύντομη έκθεση των γεγονότων και των παραπόνων και η οποία χρονολογείται από τις 15 Νοεμβρίου 2011, έφθασε στη Γραμματεία του Δικαστηρίου με τελεφάξ στις 17 Νοεμβρίου 2011. Εκτιμά, επομένως, ότι αυτή η τελευταία ημερομηνία αντιστοιχεί στην ημερομηνία άσκησης της προσφυγής και βεβαιώνει ότι βρίσκεται μέσα στη προθεσμία των έξι μηνών που προβλέπεται από το άρθρο 35, παράγραφος 1 της Σύμβασης.
30. Συνεπώς, το Δικαστήριο απορρίπτει την ένσταση της Κυβέρνησης.
Β. Επί των επικαλούμενων παραβάσεων των άρθρων 3, 5 παράγραφοι 4 και 13 της Σύμβασης
31. Επικαλούμενος το άρθρο 3 της Σύμβασης, ο προσφεύγων παραπονιέται για τις συνθήκες κράτησης του στο κέντρο κράτησης του Φυλακίου καθώς και για την έλλειψη ιατρικής περίθαλψης κατά την διάρκεια της κράτησης του. Στηριζόμενος στα συνδυασμένα άρθρα 3 και 13 της Σύμβασης, παραπονείται επίσης για την απουσία πραγματικής προσφυγής για να προβάλλει τις ανωτέρω αναφερόμενες αιτιάσεις. Τέλος, υπό το πρίσμα του άρθρου 5, παράγραφος 4 της Σύμβασης, καταγγέλλει, αδυναμία πρόσβασης στην διαδικασία ένστασης κατά της κράτησης του καθ’ όλη την διάρκεια αυτής.
32. Η Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι ο προσφεύγων δεν άσκησε καμία προσφυγή- δηλαδή ούτε ιεραρχική προσφυγή κατά της απόφασης απέλασης ούτε προσφυγή ακύρωσης αυτής της απόφασης ούτε μάλιστα προσφυγή αναστολής της εκτέλεσης της απόφασης- και άρα δεν εξήντλησε τα εσωτερικά ένδικα μέσα. Αναφέρει επίσης ότι ο προσφεύγων ούτε υπέβαλλε ενστάσεις κατά της κράτησης του όπως του το επέτρεπε το άρθρο 76 του νόμου 3386/2005 ενώ η δικηγόρος του είχε δηλώσει στην επιστολή της με ημερομηνία 17 Μαΐου 2011 ότι είχε την πρόθεση. Για την Κυβέρνηση, όλες αυτές οι προσφυγές ήταν πραγματικές με σκοπό την τήρηση του κανόνα εξάντλησης των εσωτερικών ένδικων μέσων. Για την στήριξη των επιχειρημάτων της, η Κυβέρνηση παραπέμπει σε μία σειρά αποφάσεων που εξέδωσαν τα Διοικητικά Δικαστήρια Αθηνών (δύο το 2001 και τρεις το 2006), Αλεξανδρούπολης (είκοσι τέσσερις το 2011) και Κομοτηνής (μία το 2012) τα οποία είχαν δεχθεί τις ενστάσεις που υπέβαλλαν ξένοι κρατούμενοι κατά των αντίστοιχων κρατήσεων τους με την αιτιολογία ότι αυτές κινδύνευαν να επιδεινώσουν την κατάσταση της υγείας τους. Διευκρινίζει ότι, σε κάποιες από τις υποθέσεις αυτές, οι δικηγόροι των μηνυτών ήταν οι δικηγόρου του Ελληνικού Συμβουλίου για τους πρόσφυγες.
33. Ο προσφεύγων ανταπαντά ότι για τον έλεγχο της τήρησης της προϋπόθεσης της εξάντλησης των εσωτερικών ένδικων μέσων, πρέπει κανείς να λάβει υπόψη τις περιστάσεις της υπόθεσης, και κυρίως, το πλαίσιο στο οποίο βρίσκονται καθώς και την προσωπική κατάσταση του ενδιαφερόμενου ατόμου. Σχετικά με την εξάντληση των εσωτερικών ένδικων μέσων σε σχέση με τις συνθήκες κράτησης του, ο προσφεύγων επικαλείται αποφάσεις Α.Α. κ. της Ελλάδας (αρ. 12186/08, παράγραφος 47, 22 Ιουλίου 2010) και R.U. κ. της Ελλάδας (αρ. 2237/08, παράγραφος 61, 7 Ιουνίου 2011) οι οποίες είχαν διαπιστώσει ότι δεν υπήρχε στην ελληνική νομική τάξη πραγματική προσφυγή μέσω της οποίας οι ενδιαφερόμενοι μπορούσαν να παραπονεθούν για τις συνθήκες κράτησης τους. Σχετικά με την εξάντληση των εσωτερικών ένδικων μέσων σε σχέση με την ίδια την κράτηση, ο προσφεύγων εκτιμά, αφ’ενός, ότι η προσφυγή που προβλέπεται στο άρθρο 76 του νόμου 3386/2005 δεν είναι πραγματική και αφ’ ετέρου ότι, στις περιστάσεις της παρούσας περίπτωσης αυτή η προσφυγή δεν ήταν προσβάσιμη γ’αυτόν δεδομένου ότι δεν είχε λάβει καμία ενημέρωση σχετικά με τα δικαιώματα του δεν είχε τύχει καμίας νομικής αρωγής και είχε απομονωθεί από τον έξω κόσμο. Άλλωστε, εκτιμά ότι ο διοικητικός δικαστής προβαίνει πάντα σε μία περιοριστική ερμηνεία της αρχής νομιμότητας προστιθέμενη στην τροποποιημένη εκδοχή του ανωτέρω ειρημένου άρθρου όταν κάνει εφαρμογή αυτής στη περίπτωση των αιτούντων άσυλο.
34. Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι η βάση του κανόνα της εξάντλησης των εσωτερικών ένδικων μέσων που αναφέρεται στο άρθρο 35, παράγραφος 1 της Σύμβασης συνίσταται στο γεγονός ότι, πριν την προσφυγή σε διεθνές δικαστήριο, ο προσφεύγων πρέπει να έχει δώσει στο υπεύθυνο Κράτος την δυνατότητα να επανορθώσει τις επικαλούμενες παραβάσεις με εσωτερικά μέσα χρησιμοποιώντας τις δικαστικές πηγές που προσφέρει η εθνική νομοθεσία αρκεί να αποδειχθούν αποτελεσματικές και επαρκείς. Πράγματι, το άρθρο 35, παράγραφος 1 της Σύμβασης ορίζει μόνο την εξάντληση των ένδικων μέσων που αφορούν συγχρόνως τις ενοχοποιητικές, διαθέσιμες και κατάλληλες παραβάσεις. Αυτές οι προσφυγές πρέπει να υπάρχουν σε επαρκή βαθμό βεβαιότητας όχι μόνο στη θεωρία αλλά επίσης και στη πράξη ειδάλλως στερούνται της απαραίτητης αποτελεσματικότητας και προσβασιμότητας. Εναπόκειται στο εναγόμενο Κράτος να αποδείξει ότι αυτές οι απαιτήσεις πληρούνται (δείτε, μεταξύ πολλών άλλων R.U. κ. της Ελλάδας, ανωτέρω αναφερόμενη, παράγραφος 57).
35. To Δικαστήριο υπενθυμίζει επιπλέον ότι σύμφωνα με τις αρχές διεθνούς δικαίου γενικώς αναγνωρισμένες, κάποιες ιδιαίτερες περιστάσεις μπορούν να απαλλάξουν τον προσφεύγοντα από την υποχρέωση να εξαντλήσει τα εσωτερικά ένδικα μέσα που του προσφέρονται (Selmouni κ. της Γαλλίας (GC) αρ. 25803/94, παράγραφος 75, ΕΔΔΑ 1999-V). Ωστόσο, μόνο το γεγονός να τρέφει κανείς αμφιβολίες σχετικά με τις προοπτικές επιτυχίας ενός δεδομένου ένδικου μέσου το οποίο δεν είναι προφανώς καταδικασμένο δεν μπορεί από μόνο του να δικαιολογήσει την μη χρησιμοποίηση αυτού του ένδικου μέσου (Akdivar et atures κ. της Τουρκίας, 16 Σεπτεμβρίου 1996, παράγραφος 71, Recueil des arrêts et décisions (Συλλογή Δευτεροβάθμιων & Πρωτοβάθμιο Αποφάσεων), 1996-IV, και Van Oosterwijck κ. του Βελγίου, 6 Νοεμβρίου 1980, παράγραφος 37, σειρά Α αρ. 40. Δείτε επίσης Giakometti et autres κ. της Ιταλίας (Δεκέμβριος), αρ. 34939/97 ΕΔΔΑ- ΧΙΙ).
36. Στη προκειμένη περίπτωση, το Δικαστήριο σημειώνει αμέσως ότι ο προσφεύγων δεν άσκησε καμία προσφυγή ούτε παραπονέθηκε για τις συνθήκες κράτησης του κυρίως για το γεγονός έλλειψης της κατάλληλης περίθαλψης ούτε αμφισβήτησε την νομιμότητα αυτού.
37. Το Δικαστήριο επισημαίνει κατ’αρχήν ότι ο προσφεύγων συνελήφθη στις 26 Ιανουαρίου 2011 και κρατείτο στο κέντρο κράτηση του Φυλακίου. Ο τελευταίος εξηγεί επίσης ότι τον εντόπισε ο μη κυβερνητικός οργανισμός Ελληνικό Συμβούλιο για Πρόσφυγες λόγω κυρίως της κατάστασης της υγείας του και ότι στις 30 Μαρτίου 2011 συνάντησε μία δικηγόρο, μέλος της νομικής υπηρεσίας αυτού του οργανισμού η οποία τον ανέλαβε και πραγματοποίησε ενέργειες ενόψει της νοσοκομειακής του περίθαλψης. Το Δικαστήριο σημειώνει στη συνέχεια ότι στο πλαίσιο αυτό, στις 17 Μαΐου 2011, η ανωτέρω αναφερόμενη δικηγόρος ζήτησε από το Υπουργείο Δικαιοσύνης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης να της στείλει αντίγραφο του ιατρικού πιστοποιητικού που βεβαιώνει την κατάσταση της υγείας του προσφεύγοντος προκειμένου να μπορέσει να προβάλλει ενστάσεις κατά της κράτησης του τελευταίου και να τις καταθέσει στον Πρόεδρο του Διοικητικού Δικαστηρίου της Αλεξανδρούπολης στις 23 Μαΐου 2011 μόνη μέρα που ήταν δυνατόν σύμφωνα με την ίδια να το κάνει. Βεβαιώνει επίσης ότι στις 21 Μαΐου 2011, ο προσφεύγων αποφυλακίσθηκε.
38. Άλλωστε, το Δικαστήριο σημειώνει ότι το άρθρο 55 του Νόμου 3900/2010 (έναρξη ισχύος την 1η Ιανουαρίου 2011) τροποποίησε το άρθρο 76 του Νόμου 3386/2005 με τρόπο ώστε ο διοικητικός δικαστής να μπορεί στο εξής να εξετάσει τη νομιμότητα της κράτησης ενός ξένου ενόψει απέλασης. Γι’αυτό σημειώνει ότι οι συνθήκες κράτησης άπτονται αυτής της νομιμότητας και ότι πολλοί μηνυτές άρχισαν να κάνουν αναφορά της διάταξης αυτής μέσα στις ενστάσεις τους κάτι που το Δικαστήριο μπόρεσε να διαπιστώσει σε κάποιες από τις πρόσφατες αποφάσεις τους. Επιπλέον, σημειώνει ότι το άρθρο 30, παράγραφος 1 του Νόμου 3907/2011 (έναρξη ισχύος στις 26 Ιανουαρίου 2011) ορίζει ότι για να διαταχθεί ή διατηρηθεί το μέτρο κράτησης λαμβάνονται υπόψη η διαθεσιμότητα των κατάλληλων χώρων κράτησης και η δυνατότητα εξασφάλισης των ανθρώπινων συνθηκών ζωής για τους κρατούμενους.
9. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, το Δικαστήριο μπορεί να δεχθεί ότι μέχρι τις 30 Μαρτίου 2011 ο προσφεύγων δεν μπόρεσε να επιχειρήσει ο ίδιος ενέργεις για τις οποίες η συμπαράσταση ενός δικηγόρο ήταν απαραίτητη όπως η σύνταξη ενστάσεων στην ελληνική και την προσφυγή σε δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη την φυλάκιση στο κέντρο κράτησης και την έλλειψη κάθε νομική και λογιστικής αρωγής Σημειώνει ότι, αρχής γινομένης από την ημερομηνία αυτή, ο προσφεύγων έτυχε παρόμοιας αρωγής, ότι η δικηγόρος του εκδήλωσε στην επιστολή της με ημερομηνία 17 Μαΐου 2011 την πρόθεση της να προσφύγει στο Διοικητικό Δικαστήριο με αίτηση αποφυλάκισης του ενδιαφερόμενου επειγόντως λόγω της κατάστασης της υγείας του και ότι ωστόσο δεν είχε το χρόνο να το κάνει διότι εν τω μεταξύ ο προσφεύγων αποφυλακίσθηκε. Επιπλέον, το Δικαστήριο σημειώνει ότι ο προσφεύγων υποστηρίζει, γενικώς, ότι οι δικηγόροι συναντούν πολλά εμπόδια για να έχουν πρόσβαση στους ξένους στα κέντρα κράτησης και να επικοινωνήσουν μαζί τους αλλά και ότι, στη προκειμένη περίπτωση, δεν ερευνά συγκεκριμένα γεγονότα τα οποία στηρίζουν αυτόν τον ισχυρισμό σε σχέση με την κατάσταση του.
40. Το Δικαστήριο βεβαιώνει ότι η δικηγόρος του προσφεύγοντος δεν εξήγησε καθόλου τους λόγους που την εμπόδισαν να προσφύγει στο Διοικητικό Δικαστήριο ημερομηνία μεταγενέστερη από την αποφυλάκιση του. Σημειώνει πράγματι ότι, σύμφωνα με τα λεγόμενα της ότι η φυσική κατάσταση του προσφεύγοντος είχε ήδη επιδεινωθεί λόγω έλλειψης περίθαλψης για τις χιονίστρες του και ότι η ψυχολογική του κατάσταση η οποία έχρηζε ειδικής περίθαλψης, και μάλιστα νοσοκομειακής περίθαλψης, είχε επιδεινωθεί ορατά τουλάχιστον από τον Απρίλιο του 211 (παράγραφος 18 ανωτέρω). Για το σκοπό αυτό, το Δικαστήριο προσδίδει ιδιαίτερη σημασία στον αριθμό των αποφάσεων των Διοικητικών Δικαστηρίων που διατάσσουν για λόγους υγείας την αποφυλάκιση ξένων κρατουμένων σε διάφορα κέντρα κράτησης: Το Διοικητικό Δικαστήριο Αθηνών πήρε ήδη αποφάσεις αυτού του τύπου το 2003 και 2006 και μετά αυτό της Αλεξανδρούπολης καθώς και άλλα δικαστήριο πολλαπλασίασαν τον αριθμό αποφάσεων που εκδόθηκαν προς την κατεύθυνση αυτή το 2011 και 2012 (παράγραφοι 25 και 32 ανωτέρω).
41. Συνεπάγεται ότι αυτό το μέρος της προσφυγής πρέπει να απορριφθεί για μη εξάντληση των εσωτερικών ένδικων μέσων κατ’ εφαρμογή του άρθρου 35, παράγραφοι 1 και 4 της Σύμβασης.
Γ. Επί της προβαλλόμενης παράβασης του άρθρου 5, παράγραφος 1 της Σύμβασης
42. Ο προσφεύγων παραπονιέται για μη νομιμότητα της κράτησης του. Ισχυρίζεται παράβαση του άρθρου 5, παράγραφος 1 της Σύμβασης, σύμφωνα με το οποίο:
«Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα εις την ελευθερίαν και την ασφάλειαν. Ουδείς
επιτρέπεται να στερηθή της ελευθερίας του ειμή εις τας ακολούθους περιπτώσεις και συμφώνως προς την νόμιμον διαδικασίαν:
(...)
στ) εάν πρόκειται περί νομίμου συλλήψεως ή κρατήσεως ατόμου επί σκοπώ όπως εμποδισθή από του να εισέλθει παρανόμως εν τη χώρα, ή κατά του οποίου εκκρεμεί διαδικασία απελάσεως ή εκδόσεως.
43. Η Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η κράτηση του προσφεύγοντος ήταν νόμιμη και ότι οι αρμόδιες αρχές διεξήγαγαν επιμελώς κάθε πράξη αναγκαία ενόψει της εκτέλεσης της απόφασης απέλασης. Επιβεβαιώνει ότι η εκτέλεση αυτής της απόφασης δεν ήταν εφικτή αρχής γινομένης από τις 4 Μαρτίου 2011, ημερομηνία κατά την οποία ο προσφεύγων είχε καταθέσει την αίτηση ασύλου του με την αιτιολογία ότι η διαδικασία συνέχιζε ακόμη να εκκρεμεί. Προσθέτει ότι η κράτηση του προσφεύγοντος παρατάθηκε κατ’ εκτέλεση της απόφασης 5401 από τις 4 Μαρτίου 2011, η οποία ανέφερε ότι ο ενδιαφερόμενος δεν κατείχε ταξιδιωτικά έγγραφα ή τα είχε καταστρέψει και ήταν αναγκαία η επαλήθευση της ταυτότητας του.
44. Ο προσφεύγων υποστηρίζει ότι η κράτηση του διατάχθηκε κακόπιστα σύμφωνα με τον ίδιο ως αποτρεπτικό μέσον στο πλαίσιο του ελέγχου μετανάστευσης και ήταν αυθαίρετη. Δηλώνει ότι θεωρήθηκε αυτόματα ότι είναι ένας παράνομος μετανάστης και ότι εφαρμόσθηκαν οι διατάξεις του νόμου 3386/2005. Επιβεβαιώνει ότι οι αρχές απείχαν να εξακριβώσουν εάν είχε ανάγκη διεθνούς προστασίας και εάν, ως άτομο με ψυχική ασθένεια, αποτελούσε μέρος ομάδας ιδιαίτερα ευπαθούς. Προσθέτει ότι μετά από πέντε μήνες κράτησης και κατόπιν της επέμβασης της δικηγόρου του Ελληνικού Συμβουλίου για τους Πρόσφυγες τον εξέτασε ένας Ψυχίατρος και συμπέρανε ότι η παράτασης της κράτησης του κινδύνευε να επιδεινώσει την κατάσταση του και να επιφέρει ανεπανόρθωτες συνέπειες. Επιπλέον, δηλώνει ότι οι συνθήκες κράτησης στο κέντρο του Φυλακίου δεν ήταν κατάλληλες για πρόσωπα σε κακή κατάσταση υγείας και πολύ περισσότερο για ασθενείς όπως αυτός.
45. Ο προσφεύγων επιβεβαιώνει επίσης ότι οι αποφάσεις σχετικά με την τοποθέτηση του σε κράτηση δεν του είχαν ποτέ κοινοποιηθεί. Υποστηρίζει επίσης ότι η απόφαση της 4ης Μαρτίου 2011 αναπαρήγαγε το κείμενο του άρθρου 13 του διατάγματος 114/2010 και δεν εξηγούσε σε τι η συνέχιση της κράτησης του ήταν αναγκαία για την εξακρίβωση της ταυτότητας του αφού καμία στιγμή αυτή δεν είχε αμφισβητηθεί ούτε ενώπιον των Αστυνομικών Αρχών ούτε ενώπιον των Αρχών που εξέτασαν την αίτηση ασύλου του. Για τον λόγο αυτό, προσθέτει ότι οι αρχές δεν προέβησαν σε κανένα μέτρο για την εξακρίβωση της ταυτότητας του και δεν εξηγούν γιατί δεν ήταν δυνατόν να έχει τις πληροφορίες επί του θέματος αυτού από άλλα μέσα πλην της κράτησης.
46. Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι σε θέματα «νομιμότητας» κράτησης, συμπεριλαμβανομένης της τήρησης των «ένδικων νόμιμων μέσων», η Σύμβαση παραπέμπει, στην ουσία, στην υποχρέωση τήρησης των ουσιαστικών και διαδικαστικών κανόνων της εθνικής νομοθεσίας αλλά απαιτεί επιπλέον την συμμόρφωση κάθε στέρησης ελευθερίας ως σκοπός του άρθρου της 5: Προστασία του ατόμου ενάντια στο αυθαίρετο (δείτε μεταξύ άλλων, Chahal κ. Ηνωμένου Βασιλείου, 15 Νοεμβρίου 1996, παράγραφος 118, Recueil 1996-V, και Conka κ. Βελγίου 51564/99, παράγραφος 39, ΕΔΔΑ 2002-Ι).
47. Το Δικαστήριο υπενθυμίζει στη συνέχεια ότι το άρθρο 5, παράγραφος 1 f) της Σύμβασης δεν απαιτεί ώστε η κράτηση ενός ατόμου κατά του οποίου μία διαδικασία απέλασης είναι εν εξελίξει να θεωρηθεί ως λογικά αναγκαία, για παράδειγμα να τον εμποδίσει να διαπράξει παράβαση ή να δραπετεύσει. Για το σκοπό αυτό, αυτό το άρθρο δεν προβλέπει την ίδια προστασία με το άρθρο 5, παράγραφος 1 γ) της Σύμβασης. Πράγματι απαιτεί μόνο ώστε μία διαδικασία απέλασης να είναι εν εξελίξει. Ότι η αρχική απόφαση απέλασης δικαιολογείται απέναντι στην εσωτερική νομοθεσία ή απέναντι στη Σύμβαση δεν λαμβάνεται υπόψη για τους σκοπούς του άρθρου 5, παράγραφος 1 f) της Σύμβασης. Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ωστόσο ότι μόνο η διεξαγωγή της διαδικασίας απέλασης δικαιολογεί την στέρηση ελευθερίας που στηρίζεται στην διάταξη αυτή (Takush κ. της Ελλάδας, αρ. 2853/09, παράγραφος 41, 17 Ιανουαρίου 2012, και Chkhartishvili κ. της Ελλάδας, αρ. 22910/10, παράγραφος 69, 2 Μαΐου 2013).
48. Στη προκειμένη περίπτωση, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι η προσφεύγων συνελήφθη στις 26 Ιανουαρίου 2011 και κρατείτο ενόψει της απέλασης του με την αιτιολογία ότι είχε εισχωρήσει παράνομα στην επικράτεια. Σημειώνει επίσης ότι, με απόφαση της 29ης Ιανουαρίου 2011, ο Αστυνομικός Διευθυντής της Ορεστιάδας διέταξε, με βάση το άρθρο 76, παράγραφος 1 β) του Νόμου 3386/2005, την απέλαση του προσφεύγοντος και την συνέχιση της κράτησης του για περίοδο που δεν μπορεί να υπερβεί τους έξι μήνες ή το μέγιστο τους δώδεκα μήνες (αυτή η τελευταία περίοδος εφαρμόζεται εάν ο ενδιαφερόμενος αρνείτο να συνεργασθεί ή εάν το σύνταξη των ταξιδιωτικών εγγράφων καταγωγής καθυστερούσε). Το Δικαστήριο σημειώνει ότι ο προσφεύγων δεν αμφισβήτησε ποτέ την ίδια τη νομιμότητα της μετακίνησης του και την συνέχιση της κράτησης του.
49. Το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι, κατά την διάρκεια της κράτησης του, ο προσφεύγων στις 4 Μαρτίου 2011 υπέβαλε αίτηση ασύλου την οποία οι αρμόδιες αρχές απέρριψαν. Προκύπτει από το εσωτερικό δίκαιο (άρθρο 13 του διατάγματος 114/2010) ότι εάν μία τέτοια αίτηση αναστέλλει την εκτέλεση του μέτρου απέλασης δεν αναστέλλει αυτή της κράτησης. Το εθνικό δίκαιο επιβάλλει μόνο ώστε η αίτηση ασύλου να εξετασθεί κατά προτεραιότητα. Όμως, στη προκειμένη περίπτωση, το Δικαστήριο σημειώνει ότι οι αρχές εξέτασαν την αίτηση ασύλου του προσφεύγοντος στις 28 Μαρτίου 2010- δηλαδή σε σύντομη προθεσμία- και την απέρριψαν στις 12 Μαΐου 2011.
50. Τέλος, το Δικαστήριο επισημαίνει ότι ο προσφεύγων αποφυλακίσθηκε για λόγους υγείας και κατ’ εφαρμογή του άρθρου 78 του νόμου 3386/2005, στις 21 Μαΐου 2011, δηλαδή μέσα στη προθεσμία των έξι μηνών που ορίσθηκε από την εσωτερική νομοθεσία (άρθρο 76, παράγραφος 3 του ίδιου νόμου)δ και σύμφωνα με την απόφαση της 29ης Ιανουαρίου 2011 που παρατείνει την κράτηση του ενδιαφερόμενου (παράγραφοι 6 και 16 ανωτέρω).
51. Ενόψει των ανωτέρω, το Δικαστήριο καταλήγει ότι η κράτηση του προσφεύγοντος δεν ήταν αυθαίρετη και ότι δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι δεν ήταν «παράνομη» με την έννοια του άρθρου 5, παράγραφος 1 f) της Σύμβασης.
52. Προκύπτει ότι αυτή η αιτίαση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη κατ’ εφαρμογή του άρθρου 35, παράγραφοι 3α) και 4 της Σύμβασης
Δ. Επί των άλλων προβαλλόμενων παραβάσεων
53. Επικαλούμενος το άρθρο 3 της Σύμβασης, ο προσφεύγων παραπονιέται για έλλειψη κατάλληλης ιατρικής περίθαλψης μετά την αποφυλάκιση του καθώς και για έλλειψη υλικών συνθηκών υποδοχής και διαμονής ως αιτών άσυλο που αγνοούν την νομοθεσία της Ευρωπαϊκής Ένωσης σχετικά με τους ελάχιστους κανόνες για την υποδοχή των αιτούντων άσυλο στα Κράτη Μέλη της και κυρίως την Οδηγία 2003/9/ΕΚ του Συμβουλίου της 27ης Ιανουαρίου 2003.
54. Ακόμη κι’αν υποθέσουμε ότι ο προσφεύγων είχε εξαντλήσει τα εσωτερικά ένδικα μέσα με την έννοια του άρθρου 35, παράγραφος 1, το Δικαστήριο εκτιμά ότι οι ανωτέρω αναφερόμενες αιτιάσεις είναι απαράδεκτες για τους ακόλουθους λόγους: Ο πρώτος ως προδήλως αβάσιμος καθώς οι αρχές δεν είναι υποχρεωμένες να μεριμνήσουν για την ιατρική αγωγή ενός ατόμου το οποίο δεν είναι πλέον υπό την επιμέλεια τους. Ο δεύτερος είναι ασυμβίβαστος ratione materiae με το άρθρο 3 της Σύμβασης διότι βασίζεται σε κείμενα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
55. Προκύπτει ότι αυτό το μέρος της προσφυγής πρέπει να απορριφθεί κατ’ εφαρμογή του άρθρου 35, παράγραφοι 3 και 4 της Σύμβασης.
Για τους λόγους αυτούς, το Δικαστήριο ομόφωνα κηρύσσει την προσφυγή απαράδεκτη.
Υπογραφή: Soren Nielsen
Γραμματέας
Υπογραφή: Isabelle Berro-Lefèvre
Πρόεδρος
Full & Egal Universal Law Academy