ΕΥΡΩΠΑΙΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ
ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ
ΠΡΩΤΟ ΤΜΗΜΑ
ΑΠΟΦΑΣΗ (Τύποις)
Προσφυγή υπ’ αρίθμ. 24928/10
Του Α.Σ. και άλλων
Κατά της Ελλάδος
Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Πρώτο Τμήμα), συνεδριάζοντας την 9η Σεπτεμβρίου 2014 σε συμβούλιο αποτελούμενο από:
Την Mirjana Lazarova Trajkovska, Πρόεδρο,
Τον Λίνο-Αλέξανδρο Σισιλιάνο,
Την Ksenija Turković, Δικαστές,
Καθώς και από τον Søren Prebensen, ασκώντα καθήκοντα Αναπληρωτή Γραμματέα Τμήματος,
Βάσει της προαναφερόμενης προσφυγής που κατατέθηκε την 31η Μαρτίου 2010,
Βάσει των παρατηρήσεων που υπέβαλαν οι αντίδικοι,
Αφού διασκέφθηκε επί του θέματος, εκδίδει την εξής απόφαση:
ΟΣΟΝ ΑΦΟΡΑ ΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ
1. Οι διακόσιοι είκοσι ένας προσφεύγοντες, τα ονόματα των οποίων εμφανίζονται συνημμένα στο παράρτημα, είναι Έλληνες υπήκοοι, υπάλληλοι του δημοσίου. Αντιπροσωπεύτηκαν στο Δικαστήριο από τους δικηγόρους του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης ΚΚ. Κ. ΤΣΙΤΣΕΛΙΚΗ και Γ. ΤΟΛΙΟΥ. Την 2η Μαρτίου 2012, η Κυρία Γ. ΤΟΛΙΟΥ πληροφόρησε το δικαστήριο ότι έπαψε να εκπροσωπεί τους προσφεύγοντες.
2.Η Ελληνική Κυβέρνηση («Η Κυβέρνηση») αντιπροσωπεύθηκε από τον πληρεξούσιο του αντιπροσώπου της, τον Κύριο Β. ΚΥΡΙΑΖΟΠΟΥΛΟ, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
3.Την 24η Οκτωβρίου 2011, η προσφυγή κοινοποιήθηκε στην Κυβέρνηση.
Α. Τα πραγματικά περιστατικά της υπό κρίση υπόθεσης
4.Την 29η Δεκεμβρίου 2006, οι προσφεύγοντες άσκησαν αγωγές κατά του Δημοσίου ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Τρικάλων (οι προσφεύγοντες υπ’ αρίθμ. 1-220) και ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών (ο προσφεύγων υπ’ αρίθμ. 221), ζητώντας την επιπλέον χρηματική παροχή των ποσών από 3.080 έως 11.748 ευρώ, συν τους τόκους, για κάθε έναν από αυτούς.
5.Από την δικογραφία προκύπτει ότι την 11η Μαρτίου 2012, οι προσφεύγοντες κατέθεσαν τις παρατηρήσεις τους σχετικά με το άρθρο 41, ενώ η υπόθεση εκκρεμούσε ακόμα ενώπιον των διοικητικών αρχών.
Β. Το εθνικό εφαρμοστέο δίκαιο
6. Ο Νόμος 4055/2012, με τον τίτλο «Δίκαιη δίκη και εύλογη διάρκεια αυτής», τέθηκε σε ισχύ την 2η Απριλίου 2012. Τα άρθρα 53 έως 58 του προαναφερθέντος Νόμου εισάγουν μία νέα αίτηση για αποζημίωση που έχει ως στόχο της την παροχή δίκαιης ικανοποίησης, η οποία προέκυψε από την αδικαιολόγητη καθυστέρηση μίας διοικητικής διαδικασίας. Το άρθρο 55 § 1 ορίζει:
«Η αίτηση ασκείται ανά βαθμό δικαιοδοσίας και εντός προθεσμίας έξι (6) μηνών από τη δημοσίευση της οριστικής απόφασης του δικαστηρίου, η οποία εκδόθηκε μετά από δίκη για την οποία ο αιτών παραπονείται ότι υπήρξε υπέρβαση της εύλογης διάρκειας αυτής (...).»
ΑΙΤΗΜΑΤΑ
7.Οι προσφεύγοντες ισχυρίζονται ότι η διάρκεια της διαδικασίας που κίνησαν όταν προσέφυγαν ενώπιον των Διοικητικών Αρχών καθυστέρησε αδικαιολόγητα. Επιπλέον, καταγγέλλουν την απουσία κάποιας αρμόδιας εθνικής αρχής η οποία δύναται να εξετάζει καταγγελίες με αυτό το θέμα. Επικαλούνται τα άρθρα 6 § 1 και 13 της Σύμβασης, τα εφαρμοστέα τμήματα της οποίας στην υπό κρίση υπόθεση διατυπώνονται ως εξής:
Άρθρο 6 § 1
«Παν πρόσωπο έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθή (...) εντός λογικής προθεσμίας, υπό (...) δικαστηρίου, (...) το οποίον θα αποφασίση (...) επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσεως (...)».
Άρθρο 13
«Παν πρόσωπον του οποίου τα αναγνωριζόμενα εν
τη (...) Συμβάσει δικαιώματα και ελευθερίαι παρεβιάσθησαν, έχει το δικαίωμα πραγματικής προσφυγής ενώπιον εθνικής αρχής, έστω και άν η παραβίασις διεπράχθη υπό προσώπων ενεργούντων εν τη εκτελέσει των δημοσίων καθηκόντων τους.
8.Η Κυβέρνηση, διατείνεται ότι οι προσφεύγοντες δεν εξάντλησαν τα εθνικά ένδικα μέσα. Πρώτον, σύμφωνα με την Κυβέρνηση, θα μπορούσαν να έχουν προσφύγει στο Συμβούλιο της Επικρατείας, ώστε αυτό να αποφανθεί επί της ουσίας της υπόθεσης. Δεύτερον, οι προσφεύγοντες έπρεπε να ασκήσουν αγωγή αποζημίωσης κατά του Δημοσίου ενώπιον Διοικητικού Δικαστηρίου, βάσει του άρθρου 105 του Εισαγωγικού Νόμου του Αστικού Κώδικα και να επικαλεσθούν την παραβίαση του άρθρου 6 § 1 της Σύμβασης. Τέλος, η Κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η χρονική διάρκεια της διαδικασίας δεν είναι αδικαιολόγητη και ότι σε κάθε περίπτωση, η καθυστέρηση στην διεξαγωγή των διαδικασιών ευνόησε τους προσφεύγοντες.
9.Το Δικαστήριο δεν κρίνει απαραίτητο να αποφανθεί επί των ενστάσεων που εγείρει η Κυβέρνηση, δεδομένου ότι τα αιτήματα που στηρίζονται στο άρθρο 6 § 1 είναι ούτως ή άλλως απαράδεκτα για τους εξής λόγους.
10Το Δικαστήριο επισημαίνει ότι οι διαδικασίες ενώπιον των διοικητικών δικαστικών αρχών εκκρεμούσαν ακόμα την 11η Μαρτίου 2012, δηλαδή λιγότερο από έξι μήνες πριν την έναρξη της ισχύος του Νόμου 4055/2012, που εισάγει, για κάθε πολίτη που επιζητεί έννομη προστασία, δια μέσω μίας διοικητικής διαδικασίας, μία νέα προσφυγή δίκαιης ικανοποίησης που πρέπει να ασκηθεί εντός έξι μηνών από τη δημοσίευση μίας οριστικής απόφασης από δικαστήριο στο οποίο καθυστέρησε αδικαιολόγητα η διάρκεια της διαδικασίας. Συνεπώς, οι προσφεύγοντες θα μπορούσαν να έχουν ασκήσει, μπορούν ή θα μπορέσουν να ασκήσουν την προσφυγή που προβλέπεται από τον εν λόγω νόμο (βλέπε στην παράγραφο 6 παραπάνω). Υπό το φως της νομολογίας του για την υπόθεση της Τεχνικής Ολυμπιακής κατά της Ελλάδος (Απόφαση Τύποις), προσφυγή υπ’ αρίθμ. 40547/10, 1ης Οκτωβρίου 2013 και κυρίως υπό το φως των κρίσεων του Δικαστηρίου σχετικά με τον πραγματικό χαρακτήρα της εν λόγω προσφυγής για αποζημίωση (βλέπε Τεχνική Ολυμπιακή κατά της Ελλάδος, §§ 41-57, που προαναφέρθηκε), το Δικαστήριο καταλήγει στο συμπέρασμα ότι στην παρούσα υπόθεση, μετά τη δημοσίευση των αποφάσεων των διοικητικών δικαστικών αρχών, οι προσφεύγοντες είχαν την υποχρέωση, βάσει του άρθρου 35 § 1 της Σύμβασης να κάνουν χρήση αυτής της προσφυγής. Εξάλλου, επισημαίνει ότι στην υπό κρίση υπόθεση δεν ανακαλύφθηκε η ύπαρξη κάποιας εξαιρετικής συνθήκης που θα απάλλασσε από την υποχρέωση της εξάντλησης του εν λόγω εθνικού ένδικου μέσου.
11. Κατά συνέπεια, εφόσον οι προσφεύγοντες δεν έκαναν χρήση του προαναφερθέντος ένδικου μέσου έως σήμερα, το αίτημά τους υπό την οπτική γωνία του άρθρου 6 § 1 της Σύμβασης πρέπει να απορριφθεί εξαιτίας της μη εξάντλησης των εθνικών ένδικων μέσων, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 35 §§ 1 και 4 της Σύμβασης.
12. Όσον αφορά το αίτημα, το οποίο βασίζεται στο άρθρο 13 της Σύμβασης, βάσει της προαναφερόμενης υπόθεσης της Τεχνικής Ολυμπιακής κατά της Ελλάδος (§§ 62-68), καθώς και των προηγούμενων συμπερασμάτων (στην παράγραφο 10 παραπάνω), είναι πρόδηλα αβάσιμο και πρέπει να απορριφθεί κατ’ εφαρμογή των άρθρων 35 §§ 3 α) και 4 της Σύμβασης.
Δια ταύτα, το Δικαστήριο, ομόφωνα,
Κρίνει την προσφυγή απαράδεκτη.
Søren Prebensen Mirjana Lazarova Trajkovska,
Ο Ασκών Χρέη Η Πρόεδρος
Αναπληρωτή Γραμματέα
ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ
Η Λίστα των προσφευγόντων- 201. ....
Πιστή μετάφραση στην ελληνική από το συνημμένο έγγραφο στη γαλλική. Η μεταφράστρια Δέσποινα Κοκολάκη. Αθήνα, 16/10/2014.
Full & Egal Universal Law Academy