© Συμβούλιο της Ευρώπης/Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, 2013.
Αυτή η μετάφραση δεν δεσμεύει το Δικαστήριο. Για περισσότερες πληροφορίες ανατρέξτε στην πλήρη ένδειξη δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας στο τέλος του παρόντος εγγράφου.
© Council of Europe/European Court of Human Rights, 2013.
This translation does not bind the Court. For further information see the full copyright indication at the end of this document.
© Conseil de l’Europe/Cour européenne des droits de l’homme, 2013.
La présente traduction ne lie pas la Cour. Pour plus de renseignements veuillez lire l’indication de copyright/droits d’auteur à la fin du présent document.
ΤΡΙΤΟ ΤΜΗΜΑ
ΑΠΟΦΑΣΗ
Προσφυγή αριθ. 65542/12
STICHTING MOTHERS OF SREBRENICA ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ
κατά Κάτω Χωρών
Πίνακας Περιεχομένων
ΤΡΙΤΟ ΤΜΗΜΑ
ΑΠΟΦΑΣΗ
Προσφυγή αριθ. 65542/12 STICHTING MOTHERS OF SREBRENICA ΚΑΙ ΑΛΛΟΙ κατά Κάτω Χωρών
ΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ
A. Το ιστορικό της υπόθεσης
1. Η διάλυση της Σοσιαλιστικής Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γιουγκοσλαβίας
2. Ο πόλεμος στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη
3. Η σφαγή της Σρεμπρένιτσα
4. Εκθέσεις που σχετίζονται με τη σφαγή της Σρεμπρένιτσα
(α) Η έκθεση του Γενικού Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών
(β) Η έκθεση του Ινστιτούτου Σπουδών Πολέμου, Ολοκαυτώματος και Γενοκτονίας NIOD
(γ) Η γαλλική κοινοβουλευτική έρευνα
(δ) Η κοινοβουλευτική έρευνα των Κάτω Χωρών
(ε) Η έκθεση της κυβέρνησης της Republika Srpska «Επιτροπή για τη διερεύνηση των γεγονότων εντός και γύρω από τη Σρεμπρένιτσα μεταξύ 10ης και 19ης Ιουλίου 1995»
5. Αποφάσεις και κρίσεις σχετικά με τη σφαγή της Σρεμπρένιτσα
(α) Το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο για την Πρώην Γιουγκοσλαβία
(β) Το Τμήμα Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων για τη Βοσνία-Ερζεγοβίνη
(γ) Το Διεθνές Δικαστήριο Δικαιοσύνης
B. Οι εσωτερικές διαδικασίες
1. Έναρξη της κύριας διαδικασίας
2. Το συμβάν της διαδικασίας
(α) Επιχείρημα ενώπιον του Περιφερειακού Δικαστηρίου
(β) Η απόφαση του Περιφερειακού Δικαστηρίου
(γ) Επιχείρημα ενώπιον του Εφετείου
(δ) Η απόφαση του Εφετείου
(ε) Επιχείρημα ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου
i. Η έφεση των προσφευγόντων επί νομικών ζητημάτων
α. Η κλήτευση
β. Η αιτιολογική έκθεση
ii. Η γνωμοδότηση
(στ) Η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου
3. Επανάληψη της κύριας δίκης
Γ. Σχετικό εσωτερικό δίκαιο
1. Το Σύνταγμα του Βασιλείου των Κάτω Χωρών
2. Ο Νόμος που περιέχει Γενικές Διατάξεις σχετικά με τη Νομοθεσία του Βασιλείου
3. Ο Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
4. Ο Νόμος περί Δικαστικής Εξουσίας (Οργανισμού)
5. Ο Νόμος του 2001 περί δικαστικών επιμελητών
6. Σχετική εσωτερική νομολογία
(α) Η υπόθεση Udruženje Građana «Žene Srebrenice»
(β) Οι υποθέσεις Mustafić και Nuhanović
ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΕΣ
Ο ΝΟΜΟΣ
A. Η θέση του προσφεύγοντος Stichting Μητέρες της Σρεμπρένιτσα
B. Φερόμενη παραβίαση του Άρθρου 6 της Σύμβασης
1. Εφαρμογή του Άρθρου 6
2. Η ασυλία των Ηνωμένων Εθνών
(α) Οι υποβολές των προσφευγόντων
(β) Η εκτίμηση του Δικαστηρίου
i. Πεδίο εφαρμογής της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου
ii. Εφαρμοζόμενες αρχές
iii. Εφαρμογή των παραπάνω αρχών
α. Η φύση της ασυλίας που διατηρούν τα Ηνωμένα Έθνη
β. Η φύση της αξίωσης των προσφευγόντων
γ. Η απουσία οποιασδήποτε εναλλακτικής δικαιοδοσίας
δ. Σχέση με την απαίτηση έναντι του κράτους των Κάτω Χωρών
ε. Συμπέρασμα
3. Η άρνηση του Ανώτατου Δικαστηρίου να επιδιώξει έκδοση προδικαστικής απόφασης από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης
Γ. Φερόμενη παραβίαση του Άρθρου 13 της Σύμβασης
Δ. Η απόφαση του Δικαστηρίου
Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Τρίτο Τμήμα), που συνεδρίασε στις 11 Ιουνίου 2013 ως Τμήμα αποτελούμενο από τους:
Josep Casadevall, Προεδρεύοντα,
Alvina Gyulumyan,
Corneliu Bîrsan,
Ján Šikuta,
Luis López Guerra,
Nona Tsotsoria,
Johannes Silvis, δικαστές,
και Marialena Tsirli, Αναπληρώτρια Γραμματέα του Τμήματος,
Έχοντας υπόψη την ανωτέρω προσφυγή η οποία κατατέθηκε στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στις 8 Οκτωβρίου 2012 (πρωτοκολλήθηκε στη Γραμματεία στις 11 Οκτωβρίου 2012),
Έχοντας υπόψη την απόφαση να παραχωρήσει προτεραιότητα στην ανωτέρω προσφυγή δυνάμει του Κανονισμού 41 των Κανονισμών του Δικαστηρίου,
Έχοντας υπόψη την απόφαση να παραχωρήσει ανωνυμία σε δύο προσφεύγοντες δυνάμει του Κανονισμού 47 § 3 των Κανονισμών του Δικαστηρίου,
Αφού συσκέφθηκε, αποφασίζει ως εξής:
ΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ
1. Το Stichting Mothers of Srebrenica (Μητέρες της Σρεμπρένιτσα) είναι ένα ίδρυμα (stichting) υπό την νομοθεσία των Κάτω Χωρών. Δημιουργήθηκε με σκοπό την άσκηση προσφυγών εκ μέρους συγγενών προσώπων που έχασαν τη ζωή τους εντός και γύρω από τη Σρεμπρένιτσα της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης κατά τη διάρκεια των γεγονότων του Ιουλίου 1995 τα οποία περιγράφονται παρακάτω.
2. Οι άλλοι προσφεύγοντες είναι μεμονωμένοι επιζώντες συγγενείς προσώπων που έχασαν τη ζωή τους. Δηλώνουν επίσης ότι αποτελούν και εκείνοι θύματα παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων τους, οι οποίες έλαβαν χώρα κατά τη διάρκεια των γεγονότων του Ιουλίου 1995. Στο προσάρτημα παρατίθεται κατάλογος των προσφευγόντων.
3. Οι προσφεύγοντες εκπροσωπήθηκαν από τους κ. A. Hagedorn, κ. M.R. Gerritsen και κ. J. Staab, δικηγόρους που ασκούν το επάγγελμά τους στο Άμστερνταμ.
4. Τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης, όπως υποβλήθηκαν από τους προσφεύγοντες και όπως προκύπτουν από δημόσια έγγραφα, μπορούν να συνοψιστούν ως ακολούθως.
A. Ιστορικό της υπόθεσης
1. Η διάλυση της Σοσιαλιστικής Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γιουγκοσλαβίας
5. Η Σοσιαλιστική Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γιουγκοσλαβίας (ΣΟΔΓ) αποτελούνταν από έξι δημοκρατίες: Βοσνία-Ερζεγοβίνη, Κροατία, ΠΓΔΜ, Μαυροβούνιο, Σερβία και Σλοβενία. Η Σλοβενία και η Κροατία ανακήρυξαν την ανεξαρτησία τους από τη ΣΟΔΓ στις 25 Ιουνίου 1991 μετά από δημοψηφίσματα τα οποία πραγματοποιήθηκαν νωρίτερα. Κατόπιν, η Προεδρία της ΣΟΔΓ διέταξε τον JNA (Jugoslovenska Narodna Armija/Југословенска народна армија, ή Γιουγκοσλαβικό εθνικό στρατό) να αναλάβει δράση με σκοπό να επιβεβαιώσει τον έλεγχο της ομοσπονδιακής κυβέρνησης.
6. Άλλες δημοκρατίες που απάρτιζαν τη ΣΟΔΓ ακολούθησαν τη Σλοβενία και την Κροατία διακηρύσσοντας την ανεξαρτησία τους. Τελικώς, μόνο η Σερβία και το Μαυροβούνιο απέμειναν να αποτελούν το διάδοχο κράτος της ΣΟΔΓ, την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γιουγκοσλαβίας (ΟΔΓ). Ακολούθησαν εχθροπραξίες, σε μεγάλο βαθμό σε εθνοτικό επίπεδο, καθώς ομάδες που αποτελούσαν εθνοτικές μειονότητες σε συγκεκριμένες δημοκρατίες και των οποίων τα μέλη ένοιωθαν δυσκολία να ταυτιστούν με τα αναδυόμενα ανεξάρτητα κράτη επεδίωκαν να ενώσουν εδαφικά τον τόπο που κατοικούσαν με εκείνον δημοκρατιών με τις οποίες θεωρούσαν ότι είχαν εθνικό δεσμό.
7. Με το ψήφισμα 743 (1992) της 21ης Φεβρουαρίου 1992, το Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών συνέστησε μια Δύναμη Προστασίας των Ηνωμένων Εθνών (UNPROFOR) η οποία προοριζόταν να αποτελεί μια «ενδιάμεση συμφωνία για τη δημιουργία των απαιτούμενων συνθηκών ειρήνης και ασφάλειας για τη διαπραγμάτευση μιας συνολικής διευθέτησης της γιουγκοσλαβικής κρίσης». Παρόλο που η θητεία της UNPROFOR ήταν αρχικά δώδεκα μήνες, στη συνέχεια επεκτάθηκε. Η UNPROFOR (που μετονομάστηκε έπειτα σε UNPF, καθώς η ονομασία UNPROFOR σήμαινε πλέον μόνο την επέμβαση στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη) συνέχισε τη λειτουργία της έως τα τέλη Δεκεμβρίου 1995. Στα έθνη που συνέβαλαν με στρατεύματα περιλαμβάνονταν οι Κάτω Χώρες.
2. Ο πόλεμος στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη
8. Η Βοσνία-Ερζεγοβίνη ανακήρυξε την ανεξαρτησία της στις 6 Μαρτίου 1992 ως Δημοκρατία της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης. Τότε ξέσπασε ο πόλεμος με τις αντιμαχόμενες πλευρές να ορίζονται σε μεγάλο βαθμό ανάλογα με τις προϋπάρχουσες εθνοτικές διαιρέσεις της χώρας. Οι κύριες εμπόλεμες δυνάμεις ήταν ο ARBH (Armija Republike Bosne i Hercegovine, ή Στρατός της Δημοκρατίας της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης, ο οποίος αποτελούνταν κυρίως από Βόσνιους[1] και ήταν πιστός στις κεντρικές αρχές της Δημοκρατίας της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης), το HVO (Hrvatsko vijeće obrane, ή Συμβούλιο Άμυνας της Κροατίας, αποτελούμενο κυρίως από Κροάτες[2]) και ο VRS (Vojska Republike Srpske/Војска Републике Српске, ή Στρατός της Δημοκρατίας της Σερβίας, καλούμενος και Σερβοβοσνιακός Στρατός, αποτελούμενος κυρίως από Σέρβους[3]).
9. Φαίνεται ότι περισσότερα από 100.000 άτομα έχασαν τη ζωή τους και περισσότεροι από δύο εκατομμύρια άνθρωποι έφυγαν από τον τόπο τους. Υπολογίζεται ότι σχεδόν 30.000 άτομα εξαφανίστηκαν. Το 2010, σχεδόν το ένα τρίτο από αυτούς παρέμενε στους καταλόγους αγνοουμένων[4].
10. Η σύγκρουση έλαβε τέλος στις 14 Δεκεμβρίου 1995 όταν τέθηκε σε ισχύ η Γενική Συμφωνία-πλαίσιο για την Ειρήνη («η Ειρηνευτική Συμφωνία του Ντέιτον», η οποία υπεγράφη στο Ντέιτον, Οχάιο, ΗΠΑ). Ένα από τα αποτελέσματα της Ειρηνευτικής Συμφωνίας του Ντέιτον ήταν ο διαχωρισμός της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης σε δύο συνιστώσες οντότητες, την Ομοσπονδία της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης και την Republika Srpska (Δημοκρατία της Σερβίας).
3. Η σφαγή της Σρεμπρένιτσα
11. Η Σρεμπρένιτσα (Srebrenica) είναι ένας δήμος στην ανατολική Βοσνία. Οριοθετείται στα νότια από τον ποταμό Ντρίνα ο οποίος αποτελεί τα σύνορα μεταξύ της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης και της Σερβίας. Στα βόρεια συνορεύει με τον δήμο του Bratunac. Οι δυτικοί της γείτονες είναι οι δήμοι Milići και Rogatica. Αποτελεί πλέον μέρος της Republika Srpska.
12. Ο δήμος της Σρεμπρένιτσα αποτελείται από διάφορες πόλεις και χωριά, μεταξύ των οποίων η πόλη της Σρεμπρένιτσα από την οποία ο δήμος παίρνει το όνομά του. Πριν από το ξέσπασμα του πολέμου ο πληθυσμός του αποτελούνταν σχεδόν αποκλειστικά από Βόσνιους και Σέρβους, με τους Βόσνιους να ξεπερνούν σε αριθμό τους Σέρβους σε ποσοστό περισσότερο από τρεις προς έναν.
13. Όντας εμπόδιο για τον σχηματισμό της Republika Srpska ως συνεχούς εδαφικής οντότητας για όσο διάστημα παρέμενε στα χέρια της κεντρικής κυβέρνησης της Δημοκρατίας της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης, η Σρεμπρένιτσα τέθηκε υπό την επίθεση του VRS ήδη κατά τη διάρκεια του 1992.
14. Φαίνεται ότι η κεντρική κυβέρνηση της Δημοκρατίας της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης αρνήθηκε να δεχθεί οποιαδήποτε απομάκρυνση του άμαχου πληθυσμού της Σρεμπρένιτσα, καθώς αυτό θα ισοδυναμούσε με την αποδοχή της «εθνοτικής εκκαθάρισης» και θα διευκόλυνε την παράδοση της περιοχής στον VRS.
15. Στις 16 Απριλίου 1993 το Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών ενέκρινε ομόφωνα ένα ψήφισμα (Ψήφισμα 819 (1993)) το οποίο απαιτούσε ότι «όλα τα μέρη και οι άλλοι ενδιαφερόμενοι θα θεωρούν τη Σρεμπρένιτσα, ανατολική πόλη της Βοσνίας, και τα περίχωρα αυτής ως ασφαλή περιοχή η οποία θα πρέπει να είναι ελεύθερη από οποιαδήποτε ένοπλη επίθεση ή άλλη εχθροπραξία».
16. Μέχρι τον Ιούλιο του 1995 η «ασφαλής περιοχή» της Σρεμπρένιτσα είχε μετατραπεί σε έναν θύλακα ο οποίος περιβαλλόταν από περιοχή κατεχόμενη από τον VRS. Περιείχε μαχητές του ARBH, οι περισσότεροι εκ των οποίων είχαν αφοπλιστεί, και πολίτες. Οι τελευταίοι αριθμούσαν δεκάδες χιλιάδες, κυρίως Βόσνιους. Στον αριθμό αυτό περιλαμβανόταν έως τότε, εκτός από τους κατοίκους της περιοχής, άτομα που είχαν εκτοπιστεί από αλλού στην ανατολική Βοσνία. Υπήρχε επίσης παρουσία της UNPROFOR εντός του θυλακίου, που αποτελούνταν ονομαστικά από δύναμη πεζικού περίπου τετρακοσίων ελαφρά οπλισμένων ατόμων από τις Κάτω Χώρες μεταφερόμενη από αέρος, γνωστή ως Dutchbat (από το «Dutch» (Ολλανδικό) και «battalion» (τάγμα)), υπό τις διαταγές ενός αντισυνταγματάρχη. Στην πραγματικότητα, όμως, το Dutchbat ήταν αδύναμο μέχρι εκείνη τη στιγμή, καθώς δεν επετράπη από τον VRS η επανένταξη στη μονάδα στρατευμάτων που επέστρεφαν από άδεια.
17. Στις 10 Ιουλίου 1995 το σώμα Drina του VRS επιτέθηκε στην «ασφαλή περιοχή» της Σρεμπρένιτσα με συντριπτική ισχύ. Ο διοικητής του αερομεταφερόμενου τάγματος από τις Κάτω Χώρες ζήτησε από τους ανωτέρους του στα Ηνωμένα Έθνη υποστήριξη από αέρος. Ωστόσο, δεν υπήρξε αποφασιστική χρήση δύναμης από αέρος. Ο VRS κατέλαβε την περιοχή και πήρε τον έλεγχο παρά την παρουσία του Dutchbat.
18. Στις 12 Ιουλίου 1995 το Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών ενέκρινε ομόφωνα ένα ψήφισμα (Ψήφισμα 1004 (1995)) απαιτώντας άμεσο τέλος της επίθεσης του VRS και την απόσυρση των δυνάμεων του VRS από την ασφαλή περιοχή της Σρεμπρένιτσα καθώς και την ασφάλεια και αποκατάσταση της ελευθερίας μετακινήσεων του προσωπικού της UNPROFOR.
19. Τις ημέρες που ακολούθησαν, οι Βόσνιοι άνδρες που είχαν πέσει στα χέρια του VRS διαχωρίστηκαν από τις γυναίκες και τα παιδιά και εκτελέστηκαν. Άλλοι κατάφεραν να διαφύγουν της άμεσης σύλληψης και προσπάθησαν να φύγουν από το θυλάκιο. Ορισμένοι κατάφεραν να βρουν ασφάλεια, όμως πολλοί συνελήφθησαν και εκτελέστηκαν ή πέθαναν καθ’ οδόν από τα τραύματά τους ή σκοτώθηκαν από νάρκες. Είναι πλέον αποδεκτό ως γεγονός ότι περισσότεροι από 7.000, ίσως και 8.000 Βόσνιοι άνδρες και αγόρια έχασαν τη ζωή τους σε αυτήν την επέμβαση από τα χέρια του VRS και σέρβικων παραστρατιωτικών δυνάμεων.
20. Η «σφαγή της Σρεμπρένιτσα», όπως είναι πλέον γνωστή, αναγνωρίζεται ευρέως ως μια θηριωδία μοναδική στην ιστορία της Ευρώπης μετά το τέλος του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου[5].
4. Εκθέσεις σχετικά με τη σφαγή της Σρεμπρένιτσα
21. Έχουν δημοσιευθεί διάφορες λεπτομερείς εκθέσεις σε σχέση με τη σφαγή της Σρεμπρένιτσα, από τις οποίες πρέπει να αναφερθούν οι παρακάτω:
(α) Η έκθεση του Γενικού Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών
22. Στις 30 Νοεμβρίου 1998 η Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών ενέκρινε ένα ψήφισμα (A/RES/53/35) στο οποίο, μεταξύ άλλων, ζήτησε από τον Γενικό Γραμματέα να παράσχει μια λεπτομερή έκθεση, συμπεριλαμβανομένης μιας εκτίμησης, σχετικά με τα γεγονότα που ξεκινούν από τη δημιουργία της ασφαλούς περιοχής της Σρεμπρένιτσα στις 16 Απριλίου 1993 σύμφωνα με το ψήφισμα 819 (1993) του Συμβουλίου Ασφαλείας, την οποία ακολούθησε η δημιουργία άλλων ασφαλών περιοχών, μέχρι την επικύρωση της Ειρηνευτικής Συμφωνίας του Ντέιτον από το Συμβούλιο Ασφαλείας στις 15 Δεκεμβρίου 1995.
23. Η έκθεση του Γενικού Γραμματέα διανεμήθηκε στη Γενική Συνέλευση της 15ης Νοεμβρίου 1999. Η έκθεση αριθμεί 113 σελίδες χωρίς να περιλαμβάνονται τα παραρτήματά της.
24. Η έκθεση συνοψίζει τις διάφορες ειρηνευτικές προσπάθειες (συμπεριλαμβανομένης μιας «Ομάδας Επαφής» που αποτελείτο από εκπροσώπους της Γαλλίας, της Γερμανίας, της Ρωσικής Ομοσπονδίας, του Ηνωμένου Βασιλείου και των Ηνωμένων Πολιτειών) και τις διαδικασίες λήψης αποφάσεων στο Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών, την UNPF και την UNPROFOR, καθώς και την επίθεση και την κατάληψη της Σρεμπρένιτσα από τον VRS και τη σφαγή που ακολούθησε.
25. Το παρακάτω λαμβάνεται από το τελικό τμήμα της έκθεσης, το οποίο έχει τίτλο «XI. Η πτώση της Σρεμπρένιτσα: εκτίμηση»:
«E. Ο ρόλος του Συμβουλίου Ασφαλείας και των κρατών-μελών
...
490. Η κοινότητα των εθνών αποφάσισε να απαντήσει στον πόλεμο στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη με εμπάργκο όπλων, με ανθρωπιστική βοήθεια και με την ανάπτυξη μιας ειρηνευτικής δύναμης. Πρέπει να δηλωθεί σαφώς ότι τα εν λόγω μέτρα ήταν φτωχά υποκατάστατα μιας πιο αποφασιστικής και ισχυρής δράσης για να αποτραπεί η φρικιαστική εξέλιξη. Το εμπάργκο όπλων έκανε λίγα περισσότερα από το να κρατήσει στη θέση της τη στρατιωτική ισορροπία στο εσωτερικό της πρώην Γιουγκοσλαβίας. Άφησε τους Σέρβους σε μια θέση συντριπτικής στρατιωτικής κυριαρχίας και στέρησε αποτελεσματικά από τη Δημοκρατία της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης το δικαίωμά της, σύμφωνα με τον Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών, στην αυτοάμυνα. Δεν ήταν απαραίτητα λάθος η επιβολή εμπάργκο όπλων, το οποίο άλλωστε είχε γίνει όταν η Βοσνία-Ερζεγοβίνη δεν ήταν ακόμη κράτος-μέλος των Ηνωμένων Εθνών. Μόλις όμως συνέβη αυτό, θα έπρεπε σίγουρα να υπάρξει ένα επιπρόσθετο καθήκον προστασίας της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης, αφότου έγινε κράτος-μέλος, από την τραγωδία που την έπληξε στη συνέχεια. Ακόμη και κατά τις επιθέσεις των Σέρβων και την καταστολή των «ασφαλών περιοχών» το 1993 και το 1994, γεγονότα που καλύπτονταν ευρέως από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και, προφανώς, από διπλωματικές και μυστικές εκθέσεις προς τις αντίστοιχες κυβερνήσεις τους, η προσέγγιση των μελών του Συμβουλίου Ασφαλείας παρέμεινε σε μεγάλο βαθμό σταθερή. Η διεθνής κοινότητα ακόμη δεν μπορούσε να βρει την πολιτική βούληση να αντιμετωπίσει την απειλή. ...»
και
«Ζ. Διδάγματα για το μέλλον
...
501. Η διεθνής κοινότητα στο σύνολό της πρέπει να αναλάβει το μερίδιο ευθύνης που της αναλογεί για το γεγονός ότι επέτρεψε αυτήν την τραγωδία με την παρατεταμένη άρνησή της να ασκήσει βία στα πρώτα στάδια του πολέμου. Αυτή η ευθύνη βαρύνει τόσο το Συμβούλιο Ασφαλείας, όσο και την Ομάδα Επαφής και άλλες κυβερνήσεις που συνέβαλαν στην καθυστέρηση της χρήσης βίας, καθώς και τη Γραμματεία των Ηνωμένων Εθνών και την επιτόπια αποστολή. Είναι σαφές, ωστόσο, ότι η κύρια και πιο άμεση ευθύνη βαρύνει τους αρχιτέκτονες και τους φορείς υλοποίησης της απόπειρας γενοκτονίας στη Βοσνία. ...»
(β) Η έκθεση του Ινστιτούτου Σπουδών Πολέμου, Ολοκαυτώματος και Γενοκτονίας NIOD
26. Τον Νοέμβριο του 1996 η κυβέρνηση των Κάτω Χωρών ανέθεσε στο Κρατικό Ινστιτούτο για την Τεκμηρίωση Πολέμου (Rijksinstituut voor Oorlogsdocumentatie, «RIOD») να ερευνήσει «τα γεγονότα πριν, κατά τη διάρκεια και μετά την πτώση της Σρεμπρένιτσα». Ο σκοπός ήταν τα στοιχεία που θα συλλεχθούν με αυτόν το τρόπο να παρέχουν «γνώση σχετικά με τα αίτια και τα γεγονότα που οδήγησαν στην πτώση της Σρεμπρένιτσα και τα δραματικά γεγονότα που ακολούθησαν».
27. Η έκθεση παρουσιάστηκε στις 10 Απριλίου 2002 από το ίδρυμα που διαδέχθηκε το RIOD, το Ινστιτούτο Σπουδών Πολέμου, Ολοκαυτώματος και Γενοκτονίας NIOD (NIOD Instituut voor Oorlogs-, Holocaust- en Genocidestudies, έναν φορέα ο οποίος δημιουργήθηκε από την ένωση του Ινστιτούτου για την Τεκμηρίωση Πολέμου (Nederlands Instituut voor Oorlogsdocumentatie) και του Κέντρου Σπουδών Ολοκαυτώματος και Γενοκτονίας (Centrum voor Holocaust- en Genocide Studies)). Στην πρωτότυπη ολλανδική γλώσσα αποτελείται από 3.172 σελίδες, χωρίς να συμπεριλαμβάνονται τα προσαρτήματα. Υπάρχει μια έκδοση στην αγγλική γλώσσα (με τίτλο Σρεμπρένιτσα: Ανοικοδόμηση, ιστορικό, συνέπειες και αναλύσεις της πτώσης μιας «ασφαλούς» περιοχής). Προορίζεται να αποτελέσει ιστορικό απολογισμό, όχι να προσφέρει πολιτικά συμπεράσματα ή κρίσεις.
28. Η έκθεση παρουσιάζει την ιστορία της πρώην Γιουγκοσλαβίας από τον Μεσαίωνα, τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο έως και τη Σοσιαλιστική εποχή, με αυξανόμενη λεπτομέρεια, παρουσιάζοντας την οπτική των διαφόρων εθνοτικών ομάδων (κυρίως Βόσνιοι, Κροάτες και Σέρβοι). Συνεχίζει με τις δηλώσεις ανεξαρτησίας της Κροατίας, της Σλοβενίας και της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης, τα διεθνή πολιτικά γεγονότα μετά την έναρξη των εχθροπραξιών, καθώς και τη λήψη πολιτικών αποφάσεων που οδήγησαν στη συμμετοχή των Κάτω Χωρών στην UNPROFOR και την απόφαση να παρατάξει το Dutchbat στον θύλακα της Σρεμπρένιτσα. Τα γεγονότα στην ίδια την περιοχή της Σρεμπρένιτσα μετά την άφιξη του Dutchbat, συμπεριλαμβανομένης της εχθρικής ενέργειας από τον ARBH και τον VRS, περιγράφονται λεπτομερώς.
29. Κλείνοντας, η έκθεση αναφέρει ότι η άρνηση αποτελεσματικής στενής εναέριας υποστήριξης προς το Dutchbat οφειλόταν σε μεγάλο βαθμό στην απάντηση των Σέρβων της Βοσνίας σε μια αεροπορική επίθεση που πραγματοποιήθηκε τον Μάιο του 1995 σε χωματερές πυρομαχικών του VRS στο Πάλε, την τότε σερβοβοσνιακή πρωτεύουσα. Αυτό περιελάμβανε τη θέση υπό ομηρία του προσωπικού της UNPROFOR και την καταστροφή ενός αμερικανικού μαχητικού αεροσκάφους από την αεράμυνα του VRS τον Ιούνιο του 1995. Επίσης, οι κυβερνήσεις που είχαν στην κατοχή τους πληροφορίες δεν τις μοιράστηκαν. Αυτό συνέβαλε σε μεγάλο βαθμό στην τροπής των γεγονότων. Η ηγεσία του Dutchbat είχε στόχο να εξασφαλίσει την ευημερία των πολιτών των οποίων η φροντίδα της είχε ανατεθεί. Για αυτόν τον λόγο εξαρτιόταν από τον VRS και επομένως ήταν ευάλωτη σε χειραγώγηση από Σερβοβόσνιους. Τέλος, η ευρέως διαδεδομένη αντίληψη του κοινού ότι η λειτουργία του Dutchbat ήταν εθνική αποτυχία είχε μετατρέψει την πτώση της Σρεμπρένιτσα και τα επακόλουθα αυτής σε πολιτικό ζήτημα.
30. Τα πορίσματα αυτά οδήγησαν την κυβέρνηση να αναλάβει πολιτική ευθύνη. Στις 16 Απριλίου 2002 ανακοίνωσε την παραίτησή της.
(γ) Η γαλλική κοινοβουλευτική έρευνα
31. Με τη Γαλλία να έχει συνεισφέρει σημαντικά με στρατεύματα στην UNPROFOR, καθώς και ούσα μόνιμο μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών, η Γαλλική Εθνοσυνέλευση (Assemblée nationale) αποφάσισε να διενεργήσει κοινοβουλευτική έρευνα. Η έκθεση (Ενδέκατο Κοινοβούλιο σύμφωνα με το Σύνταγμα του 1958 – Onzième législature – αριθ. 3413) πρωτοκολλήθηκε από την προεδρία της Εθνοσυνέλευσης στις 22 Νοεμβρίου 2001.
32. Η έκθεση παραθέτει τις πολιτικές και στρατιωτικές εξελίξεις που οδήγησαν στη δημιουργία των «ασφαλών περιοχών» στην ανατολική Βοσνία και την επίθεση του VRS στη Σρεμπρένιτσα.
33. Η σφαγή περιγράφεται, αλλά η έκθεση αποφεύγει να καταλογίσει προσωπική ευθύνη σε άτομα, αφήνοντάς το στα ποινικά δικαστήρια.
(δ) Η κοινοβουλευτική έρευνα των Κάτω Χωρών
34. Η παραίτηση της κυβέρνησης οδήγησε σε συζήτηση στην Κάτω Βουλή του Κοινοβουλίου (Tweede Kamer der Staten-Generaal), η οποία αποφάσισε να διενεργήσει κοινοβουλευτική έρευνα (parlementaire enquête), προκειμένου να αποδείξει την ατομική πολιτική, στρατιωτική και κρατική ευθύνη.
35. Η έκθεση (Κάτω Βουλή, κοινοβουλευτικό έτος 2002-2003, 28 506, αριθ. 2-3) παρουσιάστηκε στις 27 Ιανουαρίου 2003. Αριθμεί 463 σελίδες, και αποτελείται κυρίως από περιλήψεις και αποσπάσματα αποδεικτικών στοιχείων τα οποία ελήφθησαν από συμμετέχοντες στις διάφορες διαδικασίες λήψης αποφάσεων, τόσο εγχώριες όσο και ξένες.
36. Η έκθεση διαπιστώνει ότι η απόφαση συμμετοχής στη διεθνή επέμβαση στην πρώην Γιουγκοσλαβία εμπνεύστηκε εν μέρει από ανθρωπιστικά κίνητρα και εν μέρει από την επιθυμία, τόσο από την κυβέρνηση όσο και από το Κοινοβούλιο, να διαδραματίσουν ενεργό ρόλο οι Κάτω Χώρες στην προώθηση της διεθνούς ειρήνης και ασφάλειας. Ωστόσο, η απόφαση να παραταχθεί ένα τάγμα πεζικού με ελαφρύ οπλισμό, μετακινούμενο από αέρος, σε μια εμπόλεμη «ασφαλή περιοχή» είχε προέλθει από ευσεβείς πόθους και δεν ελήφθη τόσο υπόψη η σκοπιμότητα.
37. Με την πάροδο του χρόνου η αυτοάμυνα είχε λάβει μεγαλύτερη σημασία από την εκπλήρωση της εντολής της UNPROFOR και η αποτρεπτική ισχύς της UNPROFOR με την παρουσία της είχε ελαττωθεί. Την ευθύνη για αυτό είχαν κατά κύριο λόγο τα Ηνωμένα Έθνη.
38. Η πλευρά των Σερβοβόσνιων και μόνο ευθυνόταν για τα διαπραχθέντα εγκλήματα. Ωστόσο, μολονότι ευθύνη επιρρίφτηκε στην ηγεσία του Dutchbat και την Κυβέρνηση των Κάτω Χωρών, ήταν τελικά απίθανο ότι το Dutchbat θα μπορούσε να είχε αποτρέψει τη σφαγή.
(ε) Η έκθεση της κυβέρνησης της Republika Srpska «Επιτροπή για τη διερεύνηση των γεγονότων εντός και γύρω από τη Σρεμπρένιτσα μεταξύ 10ης και 19ης Ιουλίου 1995»
39. Με απόφαση της κυβέρνησης της Republika Srpska συστάθηκε στις 15 Δεκεμβρίου 2003 μια «Επιτροπή για τη διερεύνηση των γεγονότων εντός και γύρω από τη Σρεμπρένιτσα μεταξύ 10ης και 19ης Ιουλίου 1995». Η εντολή της Επιτροπής ήταν να ανταποκριθεί στις υποχρεώσεις της Republika Srpska, που απορρέουν από την απόφαση του Τμήματος Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων Selimović και Άλλοι (βλ. παραγράφους 47 και 48 κατωτέρω), να προβεί σε δικές της έρευνες σχετικά με την τύχη των θυμάτων που κατονομάζονται στις προσφυγές που κατατέθηκαν στο Τμήμα Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.
40. Η έκθεση της επιτροπής, η οποία δημοσιεύθηκε στις 11 Ιουνίου 2004, αποτελείται από 45 σελίδες χωρίς να συμπεριλαμβάνονται τα προσαρτήματα. Ορίζει ότι
«... μεταξύ 10ης και 19ης Ιουλίου 1995, αρκετές χιλιάδες Βόσνιοι εκτελέστηκαν, κατά τρόπο που παραβιάζει σοβαρά το Διεθνές Ανθρωπιστικό Δίκαιο και ότι οι δράστες έλαβαν, μεταξύ άλλων, μέτρα για να καλύψουν το έγκλημα μεταφέροντας τις σορούς. ...»
Επιπλέον, διαπίστωσε την ευθύνη οργάνων της Republika Srpska για το θέμα. Συστάθηκε μια βάση δεδομένων των γνωστών θυμάτων και αποκαλύφθηκε η τοποθεσία διαφόρων μαζικών τάφων.
41. Στις 10 Νοεμβρίου 2004, η κυβέρνηση της Republika Srpska εξέδωσε ανακοίνωση ζητώντας συγνώμη για τα διαπραχθέντα εγκλήματα.
5. Αποφάσεις και κρίσεις σχετικά με τη σφαγή της Σρεμπρένιτσα
42. Πολλές σημαντικές αποφάσεις και κρίσεις σχετικά με τη σφαγή της Σρεμπρένιτσα έχουν δημοσιευθεί, οι πιο σημαντικές από τα ακόλουθα δικαστικά όργανα:
(α) Το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο για την Πρώην Γιουγκοσλαβία
43. Πολλά άτομα έχουν κατηγορηθεί ενώπιον του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου για την Πρώην Γιουγκοσλαβία (ICTY) σε σχέση με τη σφαγή της Σρεμπρένιτσα, μεταξύ των οποίων ο Υποστράτηγος Radislav Krstić ο οποίος λίγο μετά την πτώση της Σρεμπρένιτσα έγινε διοικητής του Σώματος Drina του VRS. Στις 2 Αυγούστου 2001 η έδρα του ICTY εξέδωσε μια κρίση 260 σελίδων (IT-98-33-T), στην οποία κρίθηκε ένοχος για γενοκτονία, διώξεις και δολοφονίες, καταδικάζοντάς τον σε σαράντα έξι χρόνια φυλάκισης.
44. Στην κρίση της έδρας του Δικαστηρίου προσφέρεται μια λεπτομερή περιγραφή των γεγονότων γύρω από την πτώση της Σρεμπρένιτσα στα χέρια του VRS και τη σφαγή που ακολούθησε.
45. Ο υποστράτηγος Krstić άσκησε έφεση κατά της καταδίκης και της ποινής του. Δεν αμφισβήτησε την περιγραφή των γεγονότων από την έδρα του Δικαστηρίου, εστίασε ωστόσο στη φύση και την έκταση της ποινικής του ευθύνης. Τελικά, το Εφετείο έκρινε ότι, απουσία αποδεικτικών στοιχείων για πρόθεση γενοκτονίας, ο Υποστράτηγος Krstić δεν υπήρξε βασικός αυτουργός των διαπραχθέντων εγκλημάτων. Τον έκρινε, όμως, ένοχο για βοήθεια και υποκίνηση γενοκτονίας και εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας και μείωσε την ποινή του σε τριάντα πέντε χρόνια (απόφαση της 19ης Απριλίου 2004, IT-98-33-Α).
(β) Το Τμήμα Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων για τη Βοσνία-Ερζεγοβίνη
46. Το Τμήμα Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων για τη Βοσνία-Ερζεγοβίνη ήταν ένα εγχώριο δικαστήριο ανθρωπίνων δικαιωμάτων το οποίο είχε συσταθεί στο πλαίσιο της συμφωνίας για τα ανθρώπινα δικαιώματα που καθορίζονται στο Προσάρτημα 6 της Ειρηνευτικής Συμφωνίας του Ντέιτον. Αποτελούνταν από δεκατέσσερις δικαστές, οι οποίοι ονομάζονταν «Μέλη», έξι από τους οποίους ήταν υπήκοοι της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης (δύο Βόσνιοι, δύο Κροάτες, δύο Σέρβοι), ενώ οι υπόλοιποι οκτώ δεν ήταν υπήκοοι ούτε της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης ούτε οποιουδήποτε γειτονικού κράτους. Υπήρχε μέχρι το τέλος του 2003.
47. Στις 7 Μαρτίου 2003, το Τμήμα Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων αποφάνθηκε επί σαράντα εννέα προσφυγών (απόφαση Selimović και Άλλοι). Οι εν λόγω προσφυγές ελήφθησαν μεταξύ περίπου 1.800 παρόμοιων προσφυγών ενώπιον του Τμήματος Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, όλες σχετικές με τα γεγονότα της Σρεμπρένιτσα.
48. Το Τμήμα Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων έκρινε ότι ήταν αναρμόδιο ratione temporis να εξετάσει τα γεγονότα που συνέβησαν πριν από την έναρξη ισχύος της Συμφωνίας Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στις 14 Δεκεμβρίου 1995. Διαπίστωσε, ωστόσο, παραβιάσεις των Άρθρων 3 και 8 της Σύμβασης τόσο μεμονωμένα όσο και σε συνδυασμό με το Άρθρο 14 της Σύμβασης όσον αφορά τη μη παροχή πληροφοριών στους προσφεύγοντες για τους αγνοούμενους συγγενείς τους και τη διενέργεια οποιασδήποτε ουσιαστικής έρευνας. Προσέθεσε ότι «[σ]το πλαίσιο των υποθέσεων της Σρεμπρένιτσα, οι εν λόγω παραβιάσεις [ήταν] ιδιαίτερα έκδηλες καθώς αυτό το γεγονός [είχε] ως αποτέλεσμα τη μεγαλύτερη και πιο τρομακτική μαζική εκτέλεση αμάχων στην Ευρώπη κατά το δεύτερο μισό του εικοστού αιώνα. ....». Διέταξε τη Republika Srpska να αποκαλύψει όλες τις σχετικές πληροφορίες που είχε στη διάθεσή της, να ελευθερώσει τυχόν αγνοούμενους αιχμαλώτους οι οποίοι ήταν ακόμη ζωντανοί και να προβεί σε «πλήρη, ουσιαστική, εμπεριστατωμένη και λεπτομερή έρευνα». Επιπλέον, διέταξε τη Republika Srpska να καταβάλει συνολικό ποσό ύψους τεσσάρων εκατομμυρίων μετατρέψιμων μάρκων Βοσνίας-Ερζεγοβίνης (BAM) στο Ίδρυμα Μνήμης και Νεκροταφείο της Σρεμπρένιτσα-Ποτοτσάρι.
(γ) Το Διεθνές Δικαστήριο
49. Στις 20 Μαρτίου 1993, η τότε Δημοκρατία της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης κίνησε διαδικασίες στο Διεθνές Δικαστήριο Δικαιοσύνης (ICJ) κατά της τότε Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γιουγκοσλαβίας, προβάλλοντας, ως σχετικές με την υπόθεση ενώπιον του Δικαστηρίου, παραβιάσεις της Σύμβασης για την Πρόληψη και Τιμωρία του εγκλήματος της γενοκτονίας. Μετά την έναρξη ισχύος της Ειρηνευτικής Συμφωνίας του Ντέιτον, την Δημοκρατία της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης διαδέχτηκε ως προσφεύγουσα η Βοσνία-Ερζεγοβίνη. Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γιουγκοσλαβίας, μετά τη διάλυσή της, αντικαταστάθηκε ως εναγόμενο μέρος πρώτα από τη Σερβία και το Μαυροβούνιο και, τέλος, από τη Σερβία, παρόλο που καμία ευθύνη για γεγονότα του παρελθόντος η οποία καθορίζεται από το ICJ δεν ενέπλεκε κατά τη σχετική χρονική στιγμή, το κράτος της Σερβίας και του Μαυροβουνίου.
50. Το ICJ εξέδωσε απόφαση στις 26 Φεβρουαρίου 2007 (Εφαρμογή της Σύμβασης για την Πρόληψη και Τιμωρία του Εγκλήματος της Γενοκτονίας (Βοσνία-Ερζεγοβίνη κατά Σερβίας και Μαυροβουνίου), Απόφαση, Εκθέσεις I.C.J. 2007, σ. 43). Όσον αφορά τη σφαγή της Σρεμπρένιτσα, στήριξε τα συμπεράσματά του σε εκείνα του ICTY στην προαναφερθείσα απόφαση της έδρας στην υπόθεση Krstić, στην απόφαση του ICTY στην υπόθεση Blagojević (IT-02-60-T, Κρίση Έδρας, 17 Ιανουαρίου 2005), και στην έκθεση του Γενικού Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών (βλ. παράγραφο 25 ανωτέρω).
51. Το ICJ έκρινε, μεταξύ άλλων, ότι πράξεις γενοκτονίας είχαν διαπραχθεί από μέλη του VRS εντός και γύρω από τη Σρεμπρένιτσα από τις 13 Ιουλίου 1995 περίπου (ό.π.., §§ 291 και 297). Ωστόσο, η απόφαση να διαπράξουν τις εν λόγω πράξεις είχε ληφθεί από μεμονωμένα μέλη της ηγεσίας του VRS και δεν υπήρχε τίποτα για να αποδείξει ότι είχαν σχεδιαστεί, ή διαπραχθεί, από πρόσωπα για τα οποία ήταν υπεύθυνος ο εναγόμενος, ή με τη γνώση και συνενοχή του εναγομένου. Η σφαγή δεν μπορούσε επομένως να καταλογιστεί στη Σερβία και το Μαυροβούνιο (ό.π., §§ 413-415, §§ 423-424).
52. Έκρινε, ωστόσο, ότι υπήρχε υποχρέωση για την πρόληψη της γενοκτονίας, έστω και ειδική. Η εν λόγω υποχρέωση ήταν υποχρέωση συμπεριφοράς και όχι αποτελέσματος, υπό την έννοια ότι ένα κράτος δεν θα μπορούσε να υποχρεωθεί να επιτύχει, ανεξάρτητα από τις συνθήκες, την πρόληψη της διάπραξης γενοκτονίας: η υποχρέωση των συμβαλλομένων κρατών ήταν μάλλον να χρησιμοποιούν όλα τα ευλόγως διαθέσιμα σε αυτά μέσα, έτσι ώστε να αποτρέπεται η γενοκτονία στο μέτρο του δυνατού. Δεν επιρρίπτεται ευθύνη σε ένα κράτος απλώς και μόνο επειδή δεν επετεύχθη το επιθυμητό αποτέλεσμα. Επιρρίπτεται, ωστόσο, ευθύνη εάν το κράτος προδήλως παρέλειψε να λάβει όλα τα μέτρα, στο πλαίσιο των δυνατοτήτων του, για την αποτροπή της γενοκτονίας, τα οποία θα μπορούσαν να είχαν συμβάλει στην πρόληψη της γενοκτονίας.
53. Συνέχισε διαπιστώνοντας ότι οι αρχές της ΟΔΓ, και πρωτίστως ο πρόεδρός της, κ. Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς, είχε επίγνωση των εντάσεων που κυριαρχούσαν στην περιοχή της Σρεμπρένιτσα μεταξύ των διαφόρων εθνοτικών ομάδων και, συνεπώς, του κίνδυνου που θα μπορούσε να αποφέρει αυτή η γενοκτονία. Παρά το γεγονός ότι διαθέτουν αναμφισβήτητα επιρροή στον VRS με τη δύναμη «πολιτικών, στρατιωτικών και οικονομικών δεσμών» με αυτόν (ό.π., § 435), δεν άσκησαν την επιρροή τους στον VRS για την πρόληψη της γενοκτονίας. Ως εκ τούτου, αναγνωρίστηκε η διεθνής ευθύνη της Σερβίας (ό.π., § 438).
B. Οι εσωτερικές διαδικασίες
1. Έναρξη της κύριας διαδικασίας
54. Στις 4 Ιουνίου 2007, οι προσφεύγοντες κάλεσαν το κράτος των Κάτω Χωρών και τα Ηνωμένα Έθνη ενώπιον του Περιφερειακού Δικαστηρίου (rechtbank) της Χάγης. Η κλήση ήταν ένα έγγραφο 203 σελίδων στο οποίο οι προσφεύγοντες ανέφεραν ότι το κράτος των Κάτω Χωρών (υπεύθυνο για το Dutchbat) και τα Ηνωμένα Έθνη (τα οποία έφεραν τη συνολική ευθύνη για την UNPROFOR), παρά τις παλαιότερες υποσχέσεις και παρά την επίγνωσή τους για το επικείμενο μιας επίθεσης από τον VRS, απέτυχαν να ενεργήσουν κατάλληλα και αποτελεσματικά για την υπεράσπιση της «ασφαλούς περιοχής» της Σρεμπρένιτσα, και αφού ο θύλακας έπεσε στον VRS, να προστατεύσουν τους άμαχους. Έφεραν, συνεπώς, ευθύνη για την κακομεταχείριση των μελών του άμαχου πληθυσμού, τον βιασμό και (σε ορισμένες περιπτώσεις) τις δολοφονίες γυναικών, τη μαζική δολοφονία των ανδρών, και τη γενοκτονία. Οι προσφεύγοντες στήριξαν τη θέση τους τόσο στο αστικό δίκαιο των Κάτω Χωρών όσο και στο διεθνές δίκαιο.
55. Το επιχείρημα βάσει του αστικού δικαίου ήταν, πρώτον, ότι τα Ηνωμένα Έθνη και το κράτος των Κάτω Χωρών είχαν συνάψει συμφωνία με τους κατοίκους του θύλακα της Σρεμπρένιτσα (συμπεριλαμβανομένων των προσφευγόντων) για την προστασία τους εντός της «ασφαλούς περιοχής» της Σρεμπρένιτσα με αντάλλαγμα τον αφοπλισμό των δυνάμεων του ARBH που ήταν παρούσες, την οποία συμφωνία τα Ηνωμένα Έθνη και το κράτος των Κάτω Χωρών δεν τήρησαν, και, δεύτερον, ότι το κράτος των Κάτω Χωρών, με τη συνενοχή των Ηνωμένων Εθνών, είχε διαπράξει αδικοπραξία (onrechtmatige daad) εναντίον τους με την αποστολή ανεπαρκώς οπλισμένων, ανεπαρκώς εκπαιδευμένων και ανεπαρκώς προετοιμασμένων στρατευμάτων στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη και παραλείποντας να τους προσφέρει την απαραίτητη υποστήριξη από αέρος.
56. Το επιχείρημα σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο, όσον αφορά την υπόθεση που βρίσκεται πλέον ενώπιον του Δικαστηρίου, βασίστηκε στα προσχέδια άρθρων της Επιτροπής Διεθνούς Δικαίου σχετικά με την Ευθύνη των Κρατών και τα προσχέδια άρθρων σχετικά με την Ευθύνη των Διεθνών Οργανισμών, με τους προσφεύγοντες να υποστηρίζουν ότι οι ενέργειες του Dutchbat αποδίδονταν τόσο στο κράτος των Κάτω Χωρών όσο και στα Ηνωμένα Έθνη.
57. Μολονότι αναγνώρισαν ότι τα άτομα δεν υπάγονταν στο κλασικό διεθνές δίκαιο, οι προσφεύγοντες υποστήριξαν ότι το δικαίωμα προσφυγής σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο είχε αναγνωριστεί απευθείας στα θύματα από τις Βασικές αρχές και Κατευθυντήριες Γραμμές της Γενικής Συνέλευσης των Ηνωμένων Εθνών σχετικά με το δικαίωμα σε αποκατάσταση και αποζημίωση των θυμάτων κατάφωρων παραβιάσεων του διεθνούς δικαίου για τα ανθρώπινα δικαιώματα και σοβαρών παραβιάσεων του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου, που είχε άμεση ισχύ στις Κάτω Χώρες δυνάμει του Άρθρου 93 του Συντάγματος του Βασιλείου των Κάτω Χωρών.
58. Προβλέποντας την πιθανότητα ότι τα Ηνωμένα Έθνη ενδέχεται να επικαλεστούν την ασυλία τους με βάση το Άρθρο 105 του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών, οι προσφεύγοντες υποστήριξαν ότι οποιαδήποτε ασυλία την οποία απολάμβανε ο εν λόγω οργανισμός δεν θα μπορούσε να ξεπεράσει το αναγκαίο όριο για την εκτέλεση των καθηκόντων του, και, επιπλέον, ότι η πρόσβαση σε δικαστήριο ήταν εξασφαλισμένη, ιδίως, από το Άρθρο 6 § 1 της Σύμβασης.
59. Φαίνεται ότι ο υπουργός Δικαιοσύνης δεν έκανε χρήση της δυνατότητας που παρέχεται από την ενότητα 3α του Νόμου του 2001 περί δικαστικών επιμελητών (Gerechtsdeurwaarderswet 2001, βλ. παρακάτω) για να δηλώσει στον δικαστικό επιμελητή ότι η επίδοση της κλήσης θα ήταν αντίθετη προς τις υποχρεώσεις του κράτους δυνάμει του διεθνούς δικαίου.
2. Το συμβάν της διαδικασίας
(α) Επιχειρηματολογία ενώπιον του Περιφερειακού Δικαστηρίου
60. Τα Ηνωμένα Έθνη δεν εμφανίστηκαν ενώπιον του Περιφερειακού Δικαστηρίου, καθώς είχαν νωρίτερα υποδείξει στη Μόνιμη Αντιπροσωπεία του Βασιλείου των Κάτω Χωρών στη Νέα Υόρκη ότι δεν θα παρευρίσκονταν.
61. Το κράτος των Κάτω Χωρών, ήδη εναγόμενο αυτοδικαίως, ζήτησε επίσης να παρέμβει για λογαριασμό του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, ή, εναλλακτικά να συμμετάσχει στις διαδικασίες κατά των Ηνωμένων Εθνών ως εναγόμενος. Υποστήριξε ότι δυνάμει του Άρθρου 105 § 1 του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών σε συνδυασμό με το Άρθρο ΙΙ ενότητα 2 της Σύμβασης για τα προνόμια και τις ασυλίες των Ηνωμένων Εθνών, τα ολλανδικά δικαστήρια δεν ήταν αρμόδια στο μέτρο που η διαδικασία στρεφόταν κατά των Ηνωμένων Εθνών. Τα ολλανδικά δικαστήρια ήταν αρμόδια να αναγνωρίσουν την ασυλία των Ηνωμένων Εθνών ex officio εκτός αν ρητά παραιτηθούν από το δικαίωμα. Το κράτος είχε δικό του διεθνές νομικό συμφέρον επικαλούμενο την εν λόγω ασυλία, όπως φαίνεται ιδιαίτερα στην ενότητα 3α του Νόμου του 2001 περί δικαστικών επιμελητών.
62. Οι προσφεύγοντες ισχυρίστηκαν ότι η ασυλία των Ηνωμένων Εθνών είχε παρακαμφθεί ιδίως από το Άρθρο 6 της Σύμβασης και την απαγόρευση της γενοκτονίας, ήτοι έναν κανονισμό ius cogens (αναγκαστικού δικαίου) που είχε συμπεριληφθεί στο δίκαιο των συμβάσεων (με τη μορφή της Σύμβασης για την Πρόληψη και την Τιμωρία του Εγκλήματος της Γενοκτονίας).
63. Η κύρια δίκη αναβλήθηκε εν αναμονή της τελικής απόφασης στο συμβάν της διαδικασίας.
(β) Η απόφαση του Περιφερειακού Δικαστηρίου
64. Το Περιφερειακό Δικαστήριο εξέδωσε την κρίση του στις 10 Ιουλίου 2008, Landelijk Jurisprudentie Nummer (Εθνικός Αριθμός Νομολογίας, «LJN») BD6795, αγγλική μετάφραση LJN BD6796. Σχετικά με την υπόθεση ενώπιον του Δικαστηρίου, διαπίστωσε ότι η παράλειψη του Υπουργού Δικαιοσύνης να προβεί σε δήλωση, όπως προβλέπεται στην ενότητα 3α του Νόμου του 2001 περί δικαστικών επιμελητών δεν συνεπάγεται την αναγνώριση της δικαιοδοσίας των ολλανδικών δικαστηρίων από το κράτος των Κάτω Χωρών.
65. Αντιθέτως, το κράτος είχε δικό του συμφέρον για την υπεράσπιση της ετεροδικίας των Ηνωμένων Εθνών ενόψει των υποχρεώσεών τους σύμφωνα με το Άρθρο 105 § 1 του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών. Στη συνέχεια, σημείωσε ότι τα Ηνωμένα Έθνη είχαν εκδηλώσει την επιθυμία να γίνει σεβαστή η ασυλία τους, όπως γινόταν πάντα, και διαπίστωσε ότι η ασυλία των Ηνωμένων Εθνών πράγματι αναγνωριζόταν στη διεθνή νομική πρακτική.
66. Ούτε η Σύμβαση για την Πρόληψη και την Τιμωρία του Εγκλήματος της Γενοκτονίας ούτε οποιοσδήποτε άλλος κανονισμός του διεθνούς δικαίου, είτε ορίζεται από συνθήκη, εθιμικό δίκαιο ή πρακτική του κράτους, υποχρέωναν τις Κάτω Χώρες να επιβάλουν την απαγόρευση της γενοκτονίας μέσω του αστικού τους δικαίου. Η Σύμβαση για την Πρόληψη και Τιμωρία του Εγκλήματος της Γενοκτονίας όριζε μόνο ότι τα κράτη πρέπει να διασφαλίζουν ότι η γενοκτονία τιμωρείται.
67. Αναφορικά με τη νομολογία του εν λόγω Δικαστηρίου (Al-Adsani κατά Ηνωμένου Βασιλείου [ΤΜΣ], αριθ. 35763/97, ΕΣΑΔ 2001-XI), το Περιφερειακό Δικαστήριο έκρινε ότι καταρχήν η ετεροδικία ενός κράτους δεν παρακάμφθηκε από την απαγόρευση των βασανιστηρίων, η οποία προβλέπεται στο Άρθρο 3 της Σύμβασης. Δεδομένου ότι η απαγόρευση των βασανιστηρίων αποτελεί κανονισμό ius cogens όπως και η απαγόρευση της γενοκτονίας, θα μπορούσε να συναχθεί το συμπέρασμα ότι, στο παρόν καθεστώς διεθνούς δικαίου, ασυλία από αστική αγωγή σε εθνικό δικαστήριο – είτε απολαμβάνεται από ένα κυρίαρχο κράτος είτε από έναν διεθνή οργανισμό – δεν είχε παρακαμφθεί από ius cogens.
68. Συνέχισε αναφέροντας ότι η ασυλία των Ηνωμένων Εθνών δεν ήταν λειτουργική, έτσι ώστε να σταθμίζεται από τα εθνικά δικαστήρια, αλλά απόλυτη.
69. Όσον αφορά το Άρθρο 6 της Σύμβασης, το Περιφερειακό Δικαστήριο επισήμανε την απόφαση του εν λόγω Δικαστηρίου στις υποθέσεις Behrami και Behrami κατά Γαλλίας και Saramati κατά Γαλλίας, Γερμανίας και Νορβηγίας [(απόφ.) [ΤΜΣ], αριθ. 71412/01 και 78166/01, 2 Μαΐου 2007]. Με την εν λόγω απόφαση κρίθηκε ότι τα έθνη που συμβάλλουν με στρατεύματα δεν θα είναι υπόλογα για τις πράξεις των δυνάμεων που βρίσκονται στη διάθεση των Ηνωμένων Εθνών για διεθνείς ειρηνευτικές επιχειρήσεις. Από αυτό προέκυψε ότι δεν μπορεί να γίνει επίκληση του Άρθρου 6 προς στήριξη εξαίρεσης από την ασυλία από αγωγή των ίδιων των Ηνωμένων Εθνών.
70. Το Περιφερειακό Δικαστήριο γνώριζε ότι το Δικαστήριο, στην υπόθεση Waite και Kennedy κατά Γερμανίας [ΤΜΣ], αριθ. 26083/94, ΕΣΑΔ 1999-I, καθώς και Beer και Regan κατά Γερμανίας [ΤΜΣ], αριθ. 28934/95, 18 Φεβρουαρίου 1999, είχε προβεί σε δηλώσεις όπου υποστήριζε ότι η ασυλία ενός διεθνούς οργανισμού ήταν συμβατή με το Άρθρο 6 της Σύμβασης μόνο αν ο ίδιος ο οργανισμός προσφέρει μια λογική εναλλακτική λύση για την προστασία των δικαιωμάτων της Σύμβασης. Ωστόσο, η δημιουργία των Ηνωμένων Εθνών προϋπήρχε της έναρξης ισχύος της Σύμβασης. Επιπλέον, τα Ηνωμένα Έθνη ήταν ένας οργανισμός του οποίου η ιδιότητα μέλους ήταν σχεδόν καθολική. Αυτό τα διέκρινε από οργανισμούς όπως ο Ευρωπαϊκός Οργανισμός Διαστήματος, ο οργανισμός στις υποθέσεις Waite και Kennedy και Beer και Regan, ο οποίος είχε δημιουργηθεί μόλις το 1980 και του οποίου η ιδιότητα μέλους περιοριζόταν σε ευρωπαϊκά κράτη. Επιπλέον, το ίδιο το Δικαστήριο είχε αναγνωρίσει την ειδική θέση των Ηνωμένων Εθνών στην υπόθεση Behrami και Behrami κατά Γαλλίας και Saramati κατά Γαλλίας, Γερμανίας και Νορβηγίας. Σε κάθε περίπτωση, εάν κάποιο κράτος έπρεπε να ασκήσει δικαιοδοσία επί των Ηνωμένων Εθνών, το εν λόγω κράτος θα πρέπει να είναι εκείνο στο έδαφος του οποίου είχε την έδρα της ο οργανισμός ή οι καταγγελλόμενες πράξεις είχαν λάβει χώρα. Στην παρούσα υπόθεση, αυτό απέκλειε τις Κάτω Χώρες.
71. Συνεπώς, το Περιφερειακό Δικαστήριο αρνήθηκε τη δικαιοδοσία όσον αφορά τα Ηνωμένα Έθνη, χωρίς να κρίνει αναγκαίο να αποφανθεί επί του αιτήματος του κράτος των Κάτω Χωρών για άδεια να παρέμβει ή να συμμετάσχει στις διαδικασίες.
(γ) Επιχειρηματολογία ενώπιον του Εφετείου
72. Οι προσφεύγοντες άσκησαν έφεση ενώπιον του Εφετείου (gerechtshof) της Χάγης. Τα κύρια επιχειρήματά τους μπορούν να συνοψιστούν ως εξής.
73. Σχετικά με την υπόθεση ενώπιον του Δικαστηρίου, υποστήριξαν ότι η εξάρτηση του κράτους από την απόλυτη ασυλία των Ηνωμένων Εθνών συμβάδισε με το επιχείρημά του ότι μόνο τα Ηνωμένα Έθνη έφεραν ευθύνη για την αποτυχία να αποτραπεί η πράξη της γενοκτονίας που συντελέστηκε με τη σφαγή της Σρεμπρένιτσα. Η αποδοχή αυτού του επιχειρήματος θα ισοδυναμούσε με άρνηση της πρόσβασης σε δικαστήριο στους επιζώντες συγγενείς των θυμάτων της σφαγής, η οποία ήταν νομικά, ανθρωπιστικά και ηθικά λανθασμένη. Το Περιφερειακό Δικαστήριο δεν είχε λάβει υπόψη τη φύση της επιχειρηματολογίας του κράτους, η οποία δεν βασίζονταν τόσο στην ανάγκη του να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του βάσει του διεθνούς δικαίου όσο στη δική του, σαφώς κατανοητή, ιδιοτέλεια (welbegrepen eigenbelang). Ο σκοπός της διεθνούς νομικής υποχρέωσης δεν ήταν να επιτρέψει στο κράτος να απαλλαγεί από την ευθύνη του.
74. Τα Ηνωμένα Έθνη είχαν υποχρέωση σύμφωνα με το Άρθρο VIII ενότητα 29 της Σύμβασης για τα Προνόμια και τις Ασυλίες των Ηνωμένων Εθνών να θεσπίσουν μια μορφή μηχανισμού για τον διακανονισμό διαφορών ιδιωτικής φύσεως στις οποίες μετείχαν, αλλά στα περισσότερα από εξήντα χρόνια της ύπαρξής τους είχαν αποτύχει να το πράξουν. Υπήρχε επομένως επιτακτική ανάγκη για τα εθνικά δικαστήρια των Κάτω Χωρών να αναλάβουν τη δικαιοδοσία.
75. Η απόφαση του εν λόγω Δικαστηρίου στην υπόθεση Al-Adsani δεν αποτελούσε κατάλληλο προηγούμενο, δεδομένου ότι η ασυλία ενός διεθνούς οργανισμού ήταν διαφορετική από την ασυλία ενός κυρίαρχου κράτους. Επιπλέον, στην απόφαση Al-Adsani το Δικαστήριο είχε διχαστεί σε μεγάλο βαθμό. Η θέση της πλειοψηφίας στην υπόθεση Al-Adsani είχε επικριθεί, καθώς είχε επιτρέψει να υπερισχύσει η ετεροδικία ενός κανονισμού ius cogens, δηλαδή της απαγόρευσης των βασανιστηρίων. Ήταν ακόμη πιο ανάρμοστο να επιτρέψει τη λειτουργική ασυλία ενός διεθνούς οργανισμού να παρακάμψει έναν ακόμη πιο θεμελιώδη κανόνα ius cogens, δηλαδή την απαγόρευση της γενοκτονίας.
76. Στις υποθέσεις Kadi και Al-Barakaat, τόσο ο Γενικός Εισαγγελέας του Δικαστηρίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων όσο και το ίδιο το Δικαστήριο είχαν επιδείξει προθυμία να παρέμβουν και να παράσχουν πρόσβαση σε δικαστήριο στις περιπτώσεις όπου τα ίδια τα Ηνωμένα Έθνη είχαν αποτύχει να το πράξουν (Συνεκδικαζόμενες υποθέσεις C-402/05 P και C-415/05 P, Yassin Abdullah Kadi και Al Barakaat International Foundation κατά Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, απόφαση της 3ης Σεπτεμβρίου 2008).
(δ) Η απόφαση του Εφετείου
77. Το Εφετείο εξέδωσε την απόφασή του στις 30 Μαρτίου 2010, LJN BL8979. Επέτρεψε στο κράτος να συμμετάσχει στις διαδικασίες κατά των Ηνωμένων Εθνών ως εναγομένου και συνέχισε επικυρώνοντας την απόφαση του Περιφερειακού Δικαστηρίου για τα υπόλοιπα.
78. Δεν δέχθηκε ότι το κράτος προσπαθούσε να απαλλαγεί από τη δική του ευθύνη αστικού δικαίου επικαλούμενο την ασυλία των Ηνωμένων Εθνών. Καθώς επρόκειτο για περιστατικό διαδικασίας αναφορικά με την αρμοδιότητα των εθνικών δικαστηρίων των Κάτω Χωρών σε σχέση με τα Ηνωμένα Έθνη, δεν θα μπορούσε να προβλέψει την υπεράσπιση την οποία θα προέβαλε το κράτος των Κάτω Χωρών ως εναγόμενος σε μελλοντικές διαδικασίες επί της ουσίας.
79. Αναφορικά με το Άρθρο ΙΙ ενότητα 2 της Σύμβασης για τα Προνόμια και τις Ασυλίες των Ηνωμένων Εθνών, η οποία θα πρέπει να ερμηνεύεται «με καλή πίστη, σύμφωνα με τη συνήθη έννοια που πρέπει να δοθεί στους όρους της συνθήκης εν τω συνόλω αυτών και υπό το φως του αντικειμένου και του σκοπού της» (Άρθρο 31 της Σύμβασης της Βιέννης για το Δίκαιο των Συνθηκών) αλλά και δυνάμει του Άρθρου 105 του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών, το Εφετείο έκρινε ότι καμία άλλη ερμηνεία δεν θα μπορούσε να αποδοθεί στην εν λόγω διάταξη εκτός από το ότι «η πιο εκτεταμένη ασυλία [είχε] χορηγηθεί στα Ηνωμένα Έθνη, με την έννοια ότι τα Ηνωμένα Έθνη δεν [θα μπορούν] να κληθούν ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων των χωρών που [ήταν] μέρος της εν λόγω Σύμβασης». Δεν προκύπτει από τη διατύπωση του Άρθρου 105 του Χάρτη ότι η ασυλία των Ηνωμένων Εθνών ήταν απλώς λειτουργική, με αυτό να είναι προφανές από τα Άρθρα του Χάρτη που προηγούνται του Άρθρου 105 ότι η Σύμβαση για τα Προνόμια και τις Ασυλίες των Ηνωμένων Εθνών (συμπεριλαμβανομένων του Άρθρου ΙΙ ενότητα 2) είχε σκοπό να καθορίσει τα «προνόμια και τις ασυλίες ... τα οποία είναι αναγκαία για την εκπλήρωση των σκοπών [των Ηνωμένων Εθνών]».
80. Σε αντίθεση με το Περιφερειακό Δικαστήριο, το Εφετείο δεν πείστηκε ότι το Δικαστήριο είχε παρεκκλίνει από τις υποθέσεις Waite και Kennedy και Beer και Regan στην απόφασή του στην υπόθεση Behrami κατά Γαλλίας και Saramati κατά Γαλλίας, Γερμανίας και Νορβηγίας. Η τελευταία υπόθεση δεν σχετιζόταν ούτε με τα Ηνωμένα Έθνη ως υποψήφιο μέρος, ούτε με την πρόσβαση στα εθνικά δικαστήρια κατά την έννοια του Άρθρου 6 της Σύμβασης. Ούτε θα μπορούσε να επιφέρει διαφορά ότι τα Ηνωμένα Έθνη είχαν δημιουργηθεί προτού η Σύμβαση τεθεί σε ισχύ. Μια τέτοια διαπίστωση θα ήταν ασυμβίβαστη με τη θεμελιώδη φύση των δικαιωμάτων της Σύμβασης. Ούτε όμως θα μπορούσε να γίνει δεκτό ότι το Άρθρο 103 του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών είχε σκοπό απλώς να αναιρέσει το εθιμικό διεθνές δίκαιο και τις διεθνείς συνθήκες, και ακόμη λιγότερο να θέσει σε κίνδυνο την προστασία των διεθνών προτύπων για τα ανθρώπινα δικαιώματα, με αυτό να αποτελεί ακριβώς έναν από τους σκοπούς των Ηνωμένων Εθνών για την προώθηση του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Αυτό σήμαινε ότι τα κριτήρια με τα οποία θα κρίνονταν η ετεροδικία που διατηρούν τα Ηνωμένα Έθνη ήταν εκείνα που καθορίζονται από το Δικαστήριο στην § 53 της απόφασης Beer και Regan.
81. Η απόφαση του Εφετείου συνέχισε ως εξής:
«5.7. Όσον αφορά το ζήτημα εάν η ετεροδικία που διατηρούν τα Ηνωμένα Έθνη είναι στην προκειμένη περίπτωση ανάλογη προς τον επιδιωκόμενο στόχο, το Εφετείο παρατηρεί τα εξής. Ο Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών έχει μια ειδική θέση μεταξύ των διεθνών οργανισμών. Το Συμβούλιο Ασφαλείας μπορεί, τελικά, σύμφωνα με το Άρθρο 42 του Χάρτη, να προβεί σε μια τέτοια ενέργεια με δυνάμεις από αέρος, θαλάσσης ή χερσαίες, όπου είναι αναγκαίο για τη διατήρηση ή την αποκατάσταση της διεθνούς ειρήνης και ασφάλειας. Κανένας άλλος διεθνής οργανισμός δεν έχει τόσο εκτεταμένες αρμοδιότητες. Σε σχέση με αυτές τις εκτεταμένες αρμοδιότητες, με τις οποίες τα Ηνωμένα Έθνη και τα στρατεύματα που τίθενται στη διάθεση των Ηνωμένων Εθνών μπορούν να εμπλακούν σε καταστάσεις σύγκρουσης οι οποίες θα περιλαμβάνουν συχνά αντικρουόμενα συμφέροντα ενός πλήθους μερών, υπάρχει πραγματικός κίνδυνος ότι εάν τα Ηνωμένα Έθνη απολάμβαναν μόνο μερική ετεροδικία, ή και καθόλου, τα Ηνωμένα Έθνη θα μπορούσαν να εκτεθούν σε αξιώσεις μερών που εμπλέκονται στη διαμάχη και να κληθούν ενώπιον των εγχώριων δικαστηρίων της χώρας στην οποία λαμβάνει χώρα η εν λόγω διαμάχη. Ακριβώς λόγω της ευαίσθητης φύσης των διαμαχών στις οποίες τα Ηνωμένα Έθνη μπορούν να συμμετάσχουν, θα πρέπει κανείς να εξετάσει επίσης τις περιπτώσεις στις οποίες τα Ηνωμένα Έθνη θα κληθούν αποκλειστικά με σκοπό να εμποδιστεί η αγωγή από το Συμβούλιο Ασφαλείας εν όλω ή εν μέρει. Θα μπορούσε κανείς να φανταστεί επίσης ότι τα Ηνωμένα Έθνη ενδέχεται να κληθούν σε χώρες στις οποίες η δικαστική εξουσία δεν πληροί τις προδιαγραφές του Άρθρου 6 της Σύμβασης. Η ετεροδικία που χορηγείται στα Ηνωμένα Έθνη είναι επομένως άμεσα συνδεδεμένη με το γενικό συμφέρον σχετικά με τη διατήρηση της ειρήνης και της ασφάλειας στον κόσμο. Για τον λόγο αυτό έχει μεγάλη σημασία τα Ηνωμένα Έθνη να διαθέτουν όσο το δυνατόν μεγαλύτερη ασυλία, η οποία πρέπει να υπόκειται σε όσο το δυνατόν λιγότερη συζήτηση. Στο πλαίσιο αυτό, το Εφετείο είναι της άποψης ότι μόνο πειστικοί λόγοι μπορούν να έχουν ως συνέπεια ότι η ασυλία των Ηνωμένων Εθνών είναι δυσανάλογη προς τον επιδιωκόμενο στόχο.
...
5.9. Το Εφετείο παρατηρεί, πρώτον, ότι είναι ευαίσθητο στα φοβερά γεγονότα (vreselijke gebeurtenissen), στα οποία οι Mothers of Srebrenica (Μητέρες της Σρεμπρένιτσα) και οι συγγενείς τους έχουν πέσει θύματα και για την οδύνη που αυτά τους έχουν προκαλέσει. Το κράτος δεν αμφισβήτησε ότι διεπράχθη γενοκτονία στη Σρεμπρένιτσα. Αυτό αποτελεί πράγματι κοινή γνώση. Είναι απολύτως κατανοητό ότι οι Μητέρες της Σρεμπρένιτσα θα πρέπει να ζητήσουν ικανοποίηση από τον νόμο για αυτό. Αυτό, ωστόσο, δεν είναι το τέλος του ζητήματος. Όπως προαναφέρθηκε, υπάρχει επίσης ένα ιδιαίτερο γενικό ενδιαφέρον για το ότι τα Ηνωμένα Έθνη δεν είναι υποχρεωμένα να εμφανιστούν ενώπιον εθνικού δικαστηρίου. Σε αυτή την περιοχή έντασης, υπάρχει ανάγκη για μια πράξη εξισορρόπησης μεταξύ δύο νομικών αρχών, η κάθε μία από αυτές εξαιρετικά σημαντική, καθώς μόνο μία από αυτές μπορεί να είναι καθοριστική.
5.10. Το Εφετείο διαπιστώνει, πρώτον, ότι [οι προσφεύγοντες] αναγνωρίζουν ότι τα Ηνωμένα Έθνη δεν έχουν διαπράξει γενοκτονία (...). Ούτε μπορεί να συναχθεί από τα πραγματικά περιστατικά, όπως δηλώνονται από [τους προσφεύγοντες] ότι τα Ηνωμένα Έθνη συνειδητά συνεργάστηκαν στη γενοκτονία. [Οι προσφεύγοντες] ουσιαστικά κατηγορούν τα Ηνωμένα Έθνη για αμέλεια (nalatig) όσον αφορά την πρόληψη της γενοκτονίας. Το Εφετείο είναι της άποψης ότι, παρόλο που το φταίξιμο το οποίο βαρύνει τα Ηνωμένα Έθνη είναι σοβαρό, δεν είναι σοβαρό (pregnant) σε σημείο που να μπορεί να παρακάμψει την ασυλία τους μόνο για αυτόν τον λόγο ή σε σημείο που να είναι μόνο για τον λόγο αυτό απαράδεκτο για τα Ηνωμένα Έθνη να επικαλεσθούν την ασυλία τους. Στο πλαίσιο αυτό, το Εφετείο θεωρεί σημαντικό το γεγονός ότι, όπως έχει ήδη αναφερθεί, ειρηνευτικές επιχειρήσεις των Ηνωμένων Εθνών θα πραγματοποιούνται γενικά σε μέρη του κόσμου όπου έχει ξεσπάσει ζωντανή διαμάχη (brandhaard) και ότι γενικά θα είναι δυνατόν χωρίς μεγάλη δυσκολία να κατηγορηθούν τα Ηνωμένα Έθνη, όχι για το γεγονός ότι έχουν τα ίδια διαπράξει εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, αλλά για το ότι παρέλειψαν να λάβουν επαρκή μέτρα κατά [τέτοιων εγκλημάτων], [τα οποία] μπορεί να καταλήξουν σε κατάχρηση. Η μομφή ότι τα Ηνωμένα Έθνη δεν εμπόδισαν τη γενοκτονία στη Σρεμπρένιτσα και επέδειξαν αμέλεια στο πλαίσιο αυτό είναι συνεπώς καταρχήν ανεπαρκής για να διαπεράσει την ετεροδικία τους. Ούτε είναι αποφασιστικής σημασίας ότι δεν αναφέρεται στην παρούσα υπόθεση πως δεν υπάρχει κατάχρηση υπό την ανωτέρω έννοια. Εάν τα Ηνωμένα Έθνη μπορούσαν να επικαλεστούν επιτυχώς την ασυλία τους μόνον εάν στη συγκεκριμένη περίπτωση μπορούσε να αποδειχθεί κατάχρηση, η ασυλία τους θα μειωνόταν απαράδεκτα (aangetast).
5.11. Το επόμενο γεγονός που επικαλούνται [οι προσφεύγοντες] είναι η απουσία μιας διαδικαστικής οδού ακολουθούμενη από επαρκείς εγγυήσεις (een met voldoende waarborgen omklede rechtsgang). Επεσήμαναν ότι τα Ηνωμένα Έθνη δεν προέβλεψαν, όπως ορίζεται στο Άρθρο VIII ενότητα 29 εισαγωγική φράση και στο στοιχείο (α) της Σύμβασης για τα Προνόμια και τις Ασυλίες των Ηνωμένων Εθνών, κατάλληλους τρόπους επίλυσης διαφορών που προκύπτουν από συμβάσεις ή άλλες διαφορές ιδιωτικού δικαίου στις οποίες τα Ηνωμένα Έθνη αποτελούν μέρος. Όλοι συμφωνούν ότι τα Ηνωμένα Έθνη δεν το έπραξαν. Το κράτος απέτυχε, επίσης, να αντικρούσει επαρκώς τα λογικά επιχειρήματα [των προσφευγόντων] ότι η «Συμφωνία για το καθεστώς της UNPROFOR δεν προσφέρει αποτελεσματικά [στους προσφεύγοντες] ρεαλιστική προοπτική να μηνύσουν τα Ηνωμένα Έθνη. Το Εφετείο είναι, ωστόσο, της άποψης ότι δεν μπορεί να αποδειχθεί ότι [οι προσφεύγοντες] δεν έχουν καμία πρόσβαση σε δικαστήριο για αυτό που συνέβη στη Σρεμπρένιτσα. Καταρχάς, δεν έχει γίνει σαφές από τα γεγονότα, όπως δηλώνονται από [τους προσφεύγοντες], γιατί δεν θα ήταν δυνατόν για εκείνους να προσαγάγουν τους δράστες της γενοκτονίας, και ενδεχομένως επίσης εκείνους που θα μπορούσαν να θεωρηθούν υπεύθυνοι για αυτούς τους δράστες, ενώπιον δικαστηρίου που πληροί τις προδιαγραφές του Άρθρου 6 της Σύμβασης. Στο μέτρο που [οι προσφεύγοντες] έχουν αποτύχει να το πράξουν επειδή οι υπόλογοι δεν μπορούν να βρεθούν, ή προσφέρουν ανεπαρκείς προοπτικές αποκατάστασης των ζημιών, το Εφετείο παρατηρεί ότι το Άρθρο 6 της Σύμβασης δεν εγγυάται ότι όποιος επιθυμεί να ασκήσει αστική αγωγή θα είναι πάντοτε σε θέση να βρει έναν (φερέγγυο) οφειλέτη.
5.12. Δεύτερον, είναι ανοιχτή στους [προσφεύγοντες] η δυνατότητα να καλέσουν το κράτος, το οποίο κατηγορούν με όρους ανάλογους με εκείνους που εφαρμόζονται στα Ηνωμένα Έθνη, ενώπιον των ολλανδικών δικαστηρίων. [Οι προσφεύγοντες] έχουν πράγματι κάνει χρήση αυτής της δυνατότητας. Το κράτος δεν μπορεί να επικαλεστεί ετεροδικία, γεγονός που σημαίνει ότι τα ολλανδικά δικαστήρια θα πρέπει να εκφράσουν τις απόψεις τους επί της ουσίας της αξίωσης κατά του Δημοσίου σε κάθε περίπτωση. Αυτό δεν αλλάζει εάν σε αυτές τις διαδικασίες, όπως [οι προσφεύγοντες] υποστηρίζουν ότι αναμένουν – με κάποια δικαιοσύνη ... – το κράτος προβάλει άμυνα με σκοπό οι ενέργειές του στη Σρεμπρένιτσα να αποδοθούν (αποκλειστικά) στα Ηνωμένα Έθνη. Ακόμη και αν η εν λόγω άμυνα (...) προβληθεί, τα δικαστήρια σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να εξετάσουν το βάσιμο των ισχυρισμών [των προσφευγόντων] και στο μέτρο αυτό [οι προσφεύγοντες] έχουν πρόσβαση σε ένα ανεξάρτητο δικαστήριο.
5.13. Προκύπτει από τα ανωτέρω ότι δεν μπορεί να υποστηριχθεί ότι μειώνεται για [τους προσφεύγοντες] η ίδια η ουσία του δικαιώματός τους για πρόσβαση σε δικαστήριο εάν αναγνωριστεί η ετεροδικία των Ηνωμένων Εθνών. Το Εφετείο αναφέρεται στο πλαίσιο αυτό στην [υπόθεση Fayed κατά Ηνωμένου Βασιλείου, 21 Σεπτεμβρίου 1994, Σειρά A αριθ. 294B], από την οποία προκύπτει ότι το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων είναι διατεθειμένο να δεχθεί ακόμα και αρκετά εκτεταμένους περιορισμούς σχετικά με την πρόσβαση σε δικαστήριο. Δεν υπάρχει τόσο εκτεταμένος περιορισμός στην προκειμένη περίπτωση, δεδομένου ότι [οι προσφεύγοντες] μπορούν να μηνύσουν τουλάχιστον δύο κατηγορίες μερών για τη ζημία που υπέστησαν οι Μητέρες της Σρεμπρένιτσα, δηλαδή, τους δράστες της γενοκτονίας και το κράτος. Με αυτά υπόψη, το Εφετείο δεν θεωρεί το γεγονός ότι τα Ηνωμένα Έθνη δεν έχουν δημιουργήσει , σύμφωνα με τις υποχρεώσεις τους δυνάμει του Άρθρου VIII ενότητα 29 εισαγωγική φράση και του στοιχείου (α) της Σύμβασης για τα Προνόμια και τις Ασυλίες των Ηνωμένων Εθνών, ένα εναλλακτικό ένδικο μέσο για αξιώσεις όπως η παρούσα, όσο λυπηρό και εάν είναι αυτό, επαρκούς αποφασιστικής σημασίας ώστε να διαπεράσει την ετεροδικία τους.»
(ε) Επιχειρηματολογία ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου
i. Η αίτηση αναιρέσεως των προσφευγόντων επί νομικών ζητημάτων
82. Οι προσφεύγοντες υπέβαλαν αίτηση αναιρέσεως επί νομικών ζητημάτων (cassatie) στο Ανώτατο Δικαστήριο (Hoge Raad). Κατά τη διάρκεια της δίκης υπέβαλαν κλήτευση (dagvaarding) και μια αιτιολογική έκθεση (schriftelijke toelichting). Τα επιχειρήματά τους σχετικά με την υπόθεση ενώπιον του Δικαστηρίου μπορούν να συνοψιστούν ως εξής:
α. Η κλήτευση
83. Η διάκριση την οποία είχε κάνει το Εφετείο μεταξύ αγωγής κατά του κράτους των Κάτω Χωρών και κατά των Ηνωμένων Εθνών δεν ήταν δικαιολογημένη, δεδομένης της συσχέτισης των δύο υποθέσεων. Εάν αναγνωριζόταν ότι τα Ηνωμένα Έθνη έχουν ασυλία στην προκειμένη υπόθεση, θα επέτρεπε στο κράτος των Κάτω Χωρών να υποστηρίξει ότι η συμπεριφορά του μπορεί να καταλογιστεί ή να νομιμοποιηθεί από τα Ηνωμένα Έθνη και έτσι να αποφύγει τις ευθύνες του.
84. Η ασυλία των Ηνωμένων Εθνών σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο δεν ήταν τόσο εκτεταμένη όσο είχε κριθεί από το Εφετείο. Ελλείψει οποιασδήποτε εναλλακτικής διαδικασίας διαθέσιμης στους προσφεύγοντες, το Εφετείο είχε επομένως τοποθετήσει τα Ηνωμένα Έθνη πάνω από τον νόμο. Ο απαράδεκτος χαρακτήρας μιας τέτοιας διαπίστωσης βασιζόταν, μεταξύ άλλων, στις αποφάσεις αυτού του Δικαστηρίου στις υποθέσεις Waite και Kennedy και Beer και Regan.
85. Το Εφετείο είχε στηρίξει τις διαπιστώσεις του στην υπόθεση ότι οι προσφεύγοντες επιθυμούσαν μόνο χρηματική αποζημίωση, η οποία θα μπορούσε να καταβληθεί από οποιοδήποτε μέρος είναι αρκετά φερέγγυο. Στην πραγματικότητα, οι αξιώσεις τους δεν περιορίστηκαν σε χρήματα: ζήτησαν την αναγνώριση της ευθύνης των Ηνωμένων Εθνών για την αποτυχία τους να αποτρέψουν τη γενοκτονία της οποίας οι συγγενείς τους είχαν πέσει θύματα. Μια ένορκη δήλωση για τον σκοπό αυτό θα μπορούσε να δοθεί μόνο με τα Ηνωμένα Έθνη ως εναγόμενο, όχι κατά των Κάτω Χωρών ή ακόμα και των Σέρβων δραστών.
86. Η ασυλία των Ηνωμένων Εθνών βασιζόταν σε πολιτικό ενδιαφέρον. Ένα δικαστήριο, ωστόσο, θα πρέπει να εφαρμόζει το δίκαιο. Βάσει νόμου διατυπώθηκε το δικαίωμα πρόσβασης σε δικαστήριο, το οποίο επομένως, υπερισχύει του πολιτικού συμφέροντος. Αυτό ίσχυε πολύ περισσότερο δεδομένου ότι η απαγόρευση της γενοκτονίας αποτελούσε κανονισμό ius cogens. Επεσήμαναν, επίσης, τον αριθμό της πλειοψηφίας στην απόφαση Al-Adsani του εν λόγω Δικαστηρίου (εννέα προς οκτώ, το μικρότερο δυνατό) ως απόδειξη εξέλιξης προς την αναγνώριση ότι το ius cogens – στην περίπτωση αυτή, η απαγόρευση των βασανιστηρίων – μπορούσε να παρακάμψει ασυλίες που μέχρι σήμερα αναγνωρίζονται από το διεθνές δίκαιο.
87. Κρίνοντας ότι τα Ηνωμένα Έθνη δεν είχαν τα ίδια διαπράξει γενοκτονία, το Εφετείο δεν είχε καταλάβει το νόημα, το οποίο ήταν ότι τα Ηνωμένα Έθνη είχαν αποτύχει στο καθήκον τους να αποτρέψουν τη γενοκτονία. Επιπλέον, το Dutchbat είχε συνεργήσει στη γενοκτονία μέσω της συνεργασίας του με τον VRS στην απέλαση του άμαχου πληθυσμού από την ασφαλή περιοχή της Σρεμπρένιτσα και βοηθώντας να διαχωριστούν οι άνδρες από τις γυναίκες και τα παιδιά παρά τις ενδείξεις ότι η ζωή τους βρισκόταν σε κίνδυνο.
88. Δεν έκανε διαφορά για τους σκοπούς του δικαιώματος πρόσβασης σε δικαστήριο, όπως διασφαλίζεται από το Άρθρο 6 της Σύμβασης, εάν υπήρχε ή όχι φερέγγυος οφειλέτης ή κατά πόσο το κράτος των Κάτω Χωρών θα μπορούσε να διεκδικήσει ασυλία από αστική αγωγή στα δικά του δικαστήρια.
89. Τέλος, το Εφετείο παρέλειψε να εξετάσει το ερώτημα αν τα Ηνωμένα Έθνη έπρεπε να έχουν παραιτηθεί από την ασυλία τους.
β. Η αιτιολογική έκθεση
90. Οι προσφεύγοντες συμπλήρωσαν την κλήτευση με αιτιολογική έκθεση (schriftelijke toelichting), στην οποία υποστήριξαν επί μακρόν ότι η ασυλία των Ηνωμένων Εθνών προοριζόταν πάντοτε να είναι λειτουργική, όχι διπλωματική. Αυτό φανερώνεται από τη διατύπωση του Άρθρου 105 του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών. Παρά το γεγονός ότι το Άρθρο ΙΙ ενότητα 2 της Σύμβασης για τα Προνόμια και τις Ασυλίες των Ηνωμένων Εθνών είχε διαφορετικό περιεχόμενο, ήταν υποδεέστερο του Χάρτη δυνάμει του Άρθρου 103. Επιπλέον, παρέμεινε δυνατόν – και ορισμένες φορές ηθική, αν όχι νομική υποχρέωση – να άρει την ασυλία, όπως σε περιπτώσεις σοβαρών παραβιάσεων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Αυτό συνέβαινε πολύ περισσότερο δεδομένου ότι τα Ηνωμένα Έθνη είχαν παραλείψει να προβλέψουν για τη διευθέτηση των διαφορών στις οποίες θα μπορούσαν να αποτελούν μέρος, όπως είχαν την υποχρέωση σύμφωνα με το Άρθρο VIII ενότητα 29 της Σύμβασης για τα Προνόμια και τις Ασυλίες των Ηνωμένων Εθνών.
ii. Η γνωμοδότηση
91. Μια γνωμοδότηση (conclusie) υποβλήθηκε από τον Γενικό Εισαγγελέα (procureur-generaal) στο Ανώτατο Δικαστήριο.
92. Ο Γενικός Εισαγγελέας έκανε διάκριση μεταξύ της ασυλίας των κρατών, η οποία βασιζόταν στην κυρίαρχη ισότητά τους κατά το διεθνές δίκαιο, και της ασυλίας των διεθνών οργανισμών, η οποία προοριζόταν ώστε να μπορέσουν να λειτουργήσουν. Επικαλούμενος την απόφαση Waite και Kennedy, αναγνώρισε ότι η ασυλία ενός διεθνούς οργανισμού από την εγχώρια δικαιοδοσία μπορεί να χρειαστεί να παρακαμφθεί εάν δεν υπάρχει διαθέσιμος κάποιος εσωτερικός μηχανισμός επίλυσης διαφορών. Στην προκειμένη περίπτωση, όμως, υπήρχε εσωτερική εναλλακτική δυνατότητα, σύμφωνα με την παράγραφο 48 της Συμφωνίας για το καθεστώς της Δύναμης Προστασίας των Ηνωμένων Εθνών στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη.
93. Κατά τα λοιπά, ο Γενικός Εισαγγελέας εξέφρασε την άποψη ότι το Εφετείο στήριξε την απόφασή του σε ορθή εκτίμηση των εμπλεκόμενων ανταγωνιστικών συμφερόντων. Στον βαθμό που οι προσφεύγοντες υποστήριξαν διαφορετικά, είχαν στηρίξει το επιχείρημά τους σε παρερμηνείες της απόφασης του Εφετείου.
(στ) Η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου
94. Το Ανώτατο Δικαστήριο εξέδωσε την απόφασή του στις 13 Απριλίου 2012, LJN BW1999. Η συλλογιστική του περιελάμβανε τα εξής:
«Βάση και πεδίο εφαρμογής της ασυλίας των Ηνωμένων Εθνών
4.2 Η ασυλία των Ηνωμένων Εθνών, η οποία θα πρέπει να διακρίνεται από την ασυλία των λειτουργών της και των εμπειρογνωμόνων που εκτελούν αποστολές εκ μέρους τους, βασίζεται στο Άρθρο 105 του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών και το Άρθρο ΙΙ ενότητα 2 της Σύμβασης [σχετικά με τα Προνόμια και τις Ασυλίες των Ηνωμένων Εθνών]. Η τελευταία αυτή διάταξη, η οποία επεξηγεί το Άρθρο 105 § 1 [του Χάρτη], ορθώς ερμηνεύθηκε από το Εφετείο – εφαρμόζοντας το Άρθρο 31 της Σύμβασης της Βιέννης για το Δίκαιο των Συνθηκών – χορηγώντας στα Ηνωμένα Έθνη την πιο εκτεταμένη ετεροδικία, με την έννοια ότι δεν μπορούν να κληθούν ενώπιον οποιουδήποτε εθνικού δικαστηρίου των χωρών που αποτελούν συμβαλλόμενα μέρη της Σύμβασης [περί των Προνομίων και Ασυλιών των Ηνωμένων Εθνών].
Η βάση και το πεδίο εφαρμογής της παρούσας ασυλίας, η οποία έχει στόχο να εξασφαλίσει τη λειτουργία των Ηνωμένων Εθνών με πλήρη ανεξαρτησία και η οποία για τον λόγο αυτό εξυπηρετεί έναν θεμιτό σκοπό, είναι επομένως διαφορετική από την ετεροδικία που παρέχεται σε ξένα κράτη. Όπως εκφράζεται στην ενότητα 13α του Νόμου που περιέχει Γενικές Διατάξεις σχετικά με τη νομοθεσία του Βασιλείου (Wet Algemene Bepalingen), η τελευταία αναφερόμενη ασυλία απορρέει από το γενικό διεθνές δίκαιο (par in parem non habet imperium), και αφορά μόνο τις πράξεις ενός ξένου κράτους οι οποίες εκτελούνται από το τελευταίο κατά την άσκηση των κυβερνητικών του καθηκόντων (acta iure imperii).
Ασυλία των Ηνωμένων Εθνών και πρόσβαση σε δικαστήριο
4.2.1 Το Εφετείο ..., εφαρμόζοντας τα κριτήρια που διατυπώθηκαν από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στην απόφαση Beer και Regan κατά Γερμανίας [ΤΜΣ], αριθ. 28934/95, 8 Φεβρουαρίου 1999, και Waite και Kennedy κατά Γερμανίας [ΤΜΣ], αριθ. 26083/94, ΕΣΑΔ 1999-I, έχει ερευνήσει το ερώτημα εάν η επίκληση της ασυλίας των Ηνωμένων Εθνών είναι συμβατή με το δικαίωμα πρόσβασης σε δικαστήριο (όπως ορίζεται στο Άρθρο 6 της Σύμβασης και στο Άρθρο 14 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα). Το κράτος δεν αμφισβητεί πλέον ότι αυτό το δικαίωμα – το οποίο δεν είναι απόλυτο – αποτελεί (επίσης) κανονισμό εθιμικού διεθνούς δικαίου.
...
4.3.3 Σύμφωνα με τις §§ 67-69 [της απόφασης Waite και Kennedy] είναι ιδιαίτερης σημασίας για τις διαπιστώσεις του Δικαστηρίου ότι τιμώντας την ασυλία διεθνών οργανισμών όπως ο ΕΟΔ [Ευρωπαϊκός Οργανισμός Διαστήματος] δεν διαπράττεται παραβίαση του Άρθρου 6 της Σύμβασης καθώς η Σύμβαση για την Ίδρυση ενός Ευρωπαϊκού Οργανισμού Διαστήματος («Σύμβαση ΕΟΔ») προβλέπει ρητά μια εναλλακτική διαδικασία επίλυσης διαφορών ιδιωτικού δικαίου, την οποία οι ενάγοντες μπορούν να επικαλεστούν. Έχει παρατηρηθεί ότι η § 67 αναφέρει «διεθνείς οργανισμοί» χωρίς περαιτέρω εξήγηση, αλλά ότι – ήδη με την απουσία οποιασδήποτε θεώρησης που σχετίζεται με την αλληλοσυσχέτιση μεταξύ του Άρθρου 6 της Σύμβασης και των Άρθρων 103 και 105 του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών – δεν υπάρχει λόγος να υποθέσουμε ότι αναφερόμενο σε «διεθνείς οργανισμούς», το Δικαστήριο θέλησε να αναφερθεί, επίσης, στα Ηνωμένα Έθνη, τουλάχιστον όχι στον βαθμό που αφορά ενέργεια στην οποία προβαίνει ο εν λόγω οργανισμός στο πλαίσιο του Κεφαλαίου VII του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών (Δράση σε σχέση με τις απειλές κατά της ειρήνης, παραβιάσεις της ειρήνης και επιθετικές πράξεις).
4.3.4 Το (Συμβούλιο Ασφαλείας των) Ηνωμένων Εθνών έχει μια ιδιαίτερη θέση στη διεθνή νομική κοινότητα, όπως έχει επίσης εκφραστεί στην απόφαση Behrami και Behrami κατά Γαλλίας και Saramati κατά Γαλλίας, Γερμανίας και Νορβηγίας (απόφ.) [ΤΜΣ], αριθ. 71412/01. Με την απόφαση αυτή, η οποία αφορά πράξεις και παραλείψεις της Προσωρινής Αποστολής των Ηνωμένων Εθνών στο Κοσσυφοπέδιο (UNMIK) και της Ειρηνευτικής Δύναμης του ΝΑΤΟ στο Κοσσυφοπέδιο (KFOR), οι οποίες αναπτύχθηκαν στο Κοσσυφοπέδιο σύμφωνα με ψήφισμα του Συμβουλίου Ασφαλείας, το Δικαστήριο διαπιστώνει, μεταξύ άλλων, ότι:
«146. Τίθεται το ερώτημα στην προκειμένη περίπτωση εάν το Δικαστήριο είναι αρμόδιο ratione personae να επανεξετάσει τις πράξεις των εναγόμενων Κρατών που πραγματοποιήθηκαν για λογαριασμό του ΟΗΕ και, γενικότερα, ως προς τη σχέση μεταξύ της Σύμβασης και του ΟΗΕ ενεργώντας βάσει του Κεφαλαίου VII του Χάρτη του.
147. ... Γενικότερα, υπενθυμίζεται περαιτέρω, όπως επισημάνθηκε στην παράγραφο 122 ανωτέρω, ότι η Σύμβαση πρέπει να ερμηνεύεται υπό το πρίσμα τυχόν σχετικών κανονισμών και αρχών διεθνούς δικαίου που εφαρμόζονται στις σχέσεις μεταξύ των Συμβαλλομένων Μερών της. Το Δικαστήριο είχε, επομένως, υπόψη δύο συμπληρωματικές διατάξεις του Χάρτη, τα Άρθρα 25 και 103, όπως ερμηνεύονται από το ICJ (βλ. παράγραφο 27 [της απόφασης]).
148. Ακόμη μεγαλύτερης σημασίας είναι ο επιτακτικός χαρακτήρας του κύριου στόχου του ΟΗΕ [των Ηνωμένων Εθνών] και, κατά συνέπεια, των αρμοδιοτήτων που έχουν ανατεθεί στο UNSC [Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ] σύμφωνα με το Κεφάλαιο VII για την εκπλήρωση του σκοπού αυτού. ... Η ευθύνη του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ στο θέμα αυτό είναι μοναδική και έχει εξελιχθεί ως αντιστάθμισμα στην απαγόρευση, πλέον εθιμικό διεθνές δίκαιο, για τη μονομερή χρήση δύναμης (βλ. παραγράφους 18-20 [της απόφασης, που παρακολουθούν την ανάπτυξη της απαγόρευσης της μονομερούς χρήσης δύναμης μέχρι τη δημιουργία των Ηνωμένων Εθνών]).
149. Στην παρούσα υπόθεση, το Κεφάλαιο VII επέτρεψε στο Συμβούλιο Ασφαλείας να λάβει κατασταλτικά μέτρα ως αντίδραση σε μια αναγνωρισμένη σύγκρουση η οποία θεωρούνταν ότι απειλούσε την ειρήνη, δηλαδή το ψήφισμα 1244 του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών για την ίδρυση της UNMIK και της KFOR.
Δεδομένου ότι οι επιχειρήσεις που καθορίζονται από Αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας δυνάμει του Κεφαλαίου VII του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών είναι θεμελιώδους σημασίας για την αποστολή του ΟΗΕ για τη διασφάλιση της διεθνούς ειρήνης και ασφάλειας και δεδομένου ότι στηρίζονται για την αποτελεσματικότητά τους στη στήριξη από τα κράτη-μέλη, η Σύμβαση δεν μπορεί να ερμηνευθεί κατά τρόπο με τον οποίο οι πράξεις και οι παραλείψεις των συμβαλλομένων μερών που καλύπτονται από αποφάσεις του Συμβουλίου Ασφαλείας και λαμβάνουν χώρα πριν ή κατά τη διάρκεια των αποστολών αυτών θα υπόκεινται στον έλεγχο του Δικαστηρίου. Εάν συνέβαινε αυτό, θα θεωρούνταν παρέμβαση στην εκπλήρωση της βασικής αποστολής του ΟΗΕ στον τομέα αυτό συμπεριλαμβανομένης, όπως υποστηρίζουν ορισμένα μέρη, της αποτελεσματικής διεξαγωγής των εργασιών του. Επίσης, θα ισοδυναμούσε με επιβολή όρων σχετικά με την εφαρμογή ενός ψηφίσματος του Συμβουλίου Ασφαλείας, οι οποίοι δεν προβλέπονται στο κείμενο του ψηφίσματος αυτού καθαυτού. ...»
Στην παράγραφο 27, η οποία αναφέρεται σε αυτό το απόσπασμα, το Δικαστήριο διαπιστώνει, μεταξύ άλλων, ότι σύμφωνα με το ICJ το Άρθρο 103 του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών σημαίνει ότι οι κατεστημένες υποχρεώσεις σύμφωνα με τον Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών για τα Μέλη των Ηνωμένων Εθνών υπερισχύουν των υποχρεώσεων που απορρέουν από κάθε άλλη συμφωνία οι οποίες είναι ασυμβίβαστες, ανεξάρτητα από το αν η εν λόγω συμφωνία συνήφθη νωρίτερα ή αργότερα από τον Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών ή αφορά απλώς μια περιφερειακή ρύθμιση. Και στην § 149, το Δικαστήριο κρίνει ότι, δεδομένης της σημασίας για την παγκόσμια ειρήνη και ασφάλεια των εργασιών που πραγματοποιούνται σύμφωνα με τα ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας στο πλαίσιο του Κεφαλαίου VII του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών, η Σύμβαση δεν μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι οι πράξεις και παραλείψεις των Κρατών-μερών που διέπονται από ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας υπόκεινται στον έλεγχο του Δικαστηρίου.
4.3.5 Το συμπέρασμα πρέπει να είναι ότι το Εφετείο έσφαλε κρίνοντας με βάση τα κριτήρια που διατυπώθηκαν στις αποφάσεις Beer και Regan και Waite και Kennedy σχετικά με το εάν η ασυλία που επικλήθηκε για λογαριασμό των Ηνωμένων Εθνών πρέπει να παρακαμφθεί από το δικαίωμα πρόσβασης σε δικαστήριο, όπως αναφέρεται στο Άρθρο 6 της Σύμβασης.
4.3.6 Αυτή η ασυλία είναι απόλυτη. Επιπλέον, η διατήρησή της είναι μεταξύ των υποχρεώσεων των Μελών των Ηνωμένων Εθνών, οι οποίες, όπως επισήμανε το Δικαστήριο στις αποφάσεις Behrami, Behrami και Saramati, σύμφωνα με το Άρθρο 103 του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών υπερισχύουν των υποχρεώσεων σύμφωνα με άλλες διεθνείς συμφωνίες.
4.3.7 Αυτό, όμως, δεν απαντά στο ερώτημα αν, όπως [οι προσφεύγοντες] υποστηρίζουν με αναφορά, ιδίως, στις διαφορετικές απόψεις που προσαρτώνται στην απόφαση Al-Adsani κατά του Ηνωμένου Βασιλείου [ΤΜΣ], αριθ. 35763/97, ΕΣΑΔ 2001-XI, σχετικά με την κρατική ετεροδικία, η ασυλία των Ηνωμένων Εθνών πρέπει να παρακαμφθεί από το δικαίωμα πρόσβασης σε δικαστήριο, διότι οι απαιτήσεις στηρίζονται στη μομφή για συμμετοχή σε – ειδικότερα, μέσω της μη εμπόδισης – γενοκτονία και άλλες σοβαρές παραβιάσεις θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων (βασανιστήρια, δολοφονίες και βιασμοί). ...
...
4.3.9 Η γνώμη της πλειοψηφίας [διαπίστωση ότι δεν είχε ακόμη γίνει δεκτό στο διεθνές δίκαιο ότι τα Κράτη δεν είχαν δικαίωμα ασυλίας σε σχέση με αστικές αγωγές αποζημίωσης για εικαζόμενα βασανιστήρια που διαπράχθηκαν εκτός του Κράτους του δικαστηρίου] ήταν σε αντίθεση με την, μεταξύ άλλων, διαφορετική γνώμη έξι δικαστών του Τμήματος Μείζονος Συνθέσεως του οποίου τη βοήθεια ζητούν [οι προσφεύγοντες], η οποία – σύμφωνα με τουλάχιστον ένα μη αμελητέο τμήμα της εγχώριας και ξένης βιβλιογραφίας σχετικά με το θέμα της (κρατικής) ετεροδικίας – περιλαμβάνει τα ακόλουθα:
«3. Η αποδοχή, επομένως, της jus cogens φύσεως της απαγόρευσης των βασανιστηρίων συνεπάγεται ότι ένα Κράτος που φέρεται να την παραβίασε δεν μπορεί να επικαλεστεί ιεραρχικά χαμηλότερους κανονισμούς (σε αυτή την περίπτωση, τους σχετικούς με την κρατική ετεροδικία) για να αποφύγει τις συνέπειες της παρανομίας των ενεργειών του. Υπό τις περιστάσεις της παρούσας υποθέσεως, το Κουβέιτ δεν μπορεί βασίμως να κρύβεται πίσω από τους κανόνες περί κρατικής ετεροδικίας για την αποφυγή δίκης για έναν σοβαρό ισχυρισμό βασανιστηρίων ο οποίος παρουσιάστηκε ενώπιον μιας ξένης δικαιοδοσίας, και τα δικαστήρια της εν λόγω δικαιοδοσίας (το Ηνωμένο Βασίλειο) δεν μπορούν να δεχθούν μια ένσταση ασυλίας, ή να την επικαλεστούν ex officio, για να αρνηθούν την εκδίκαση του αιτήματος του προσφεύγοντος για μια υπόθεση βασανιστηρίων. Λόγω της αλληλεπίδρασης του κανονισμού jus cogens σχετικά με την απαγόρευση των βασανιστηρίων και των κανονισμών περί κρατικής ετεροδικίας, το δικονομικό κώλυμα της κρατικής ετεροδικίας αυτόματα άρεται, διότι οι κανόνες αυτοί, καθώς έρχονται σε σύγκρουση με ιεραρχικά ανώτερο κανόνα, δεν παράγουν κανένα έννομο αποτέλεσμα. Στο ίδιο πνεύμα, η εθνική νομοθεσία η οποία έχει σχεδιαστεί για να παρέχει εγχώρια εφαρμογή στους διεθνείς κανονισμούς περί κρατικής ετεροδικίας δεν μπορεί να επικαλεστεί ως η δημιουργία ενός αποκλεισμού δικαιοδοσίας, αλλά πρέπει να ερμηνεύεται σύμφωνα με και υπό το πρίσμα των επιτακτικών εντολών του jus cogens.»
4.3.10 Ακόμη πιο σημαντικό από το γεγονός ότι αυτή η άποψη δεν εκφράζει, όπως είναι τώρα τα πράγματα, την άποψη που είναι αποδεκτή από το Δικαστήριο, είναι η απόφαση του ICJ ... στην υπόθεση Προνόμια της Ετεροδικίας του Κράτους (Γερμανία κατά Ιταλίας: Παρέμβαση Ελλάδας) [απόφαση της 3ης Φεβρουαρίου 2012]. Η υπόθεση αυτή αφορούσε, μεταξύ άλλων, το ζήτημα κατά πόσον τα ιταλικά δικαστήρια θα έπρεπε να έχουν σεβαστεί την ασυλία της Γερμανίας στις υποθέσεις που εξετάστηκαν από τα ίδια κατά τις οποίες ζητήθηκε αποζημίωση από τη Γερμανία για ζημία που προέκυψε από παραβιάσεις του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου από τα γερμανικά στρατεύματα κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Το εν λόγω ερώτημα απαντήθηκε καταφατικά από το Διεθνές Δικαστήριο.
...
4.3.14 Παρόλο που η ασυλία των Ηνωμένων Εθνών μπορεί να διακριθεί από την κρατική ετεροδικία, η διαφορά δεν δικαιολογεί διαφορετική απόφαση όσον αφορά την αλληλοσυσχέτιση μεταξύ της πρώην ασυλίας και του δικαιώματος πρόσβασης σε δικαστήριο από αυτήν στην οποία κατέληξε το ICJ αναφορικά με την αλληλοσυσχέτιση μεταξύ της κρατικής ασυλίας και του δικαιώματος πρόσβασης σε δικαστήριο. Η ασυλία αυτή ανήκει στα Ηνωμένα Έθνη, ανεξάρτητα από τη σοβαρότητα των μομφών στις οποίες [οι προσφεύγοντες] στηρίζουν τους ισχυρισμούς τους.
...
4.4.1 ... [Οι άλλες αιτιάσεις] – το Ανώτατο Δικαστήριο δεν θεωρεί αναγκαίο να ζητήσει από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης την έκδοση προκαταρκτικής αποφάσεως ... – δεν παρέχουν λόγους για την ανατροπή της απόφασης του Εφετείου (kunnen niet tot cassatie leiden). Έχοντας υπόψη το Άρθρο 81 του Νόμου περί Δικαστικής Εξουσίας (Οργανισμού) (Wet op de rechterlijke organisatie), δεν απαιτείται περαιτέρω συλλογιστική, εφόσον η αιτίαση δεν απαιτεί τον προσδιορισμό νομικών ζητημάτων προς το συμφέρον της νομικής ενότητας ή της νομικής ανάπτυξης.»
3. Επανάληψη της κύριας δίκης
95. Μετά την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου η κύρια δίκη επαναλήφθηκε μόνο κατά του Κράτους. Οι προσφεύγοντες αναφέρουν ότι το Κράτος υποστήριξε ότι οι πράξεις και παραλείψεις «πριν, κατά τη διάρκεια και μετά την πτώση της Σρεμπρένιτσα» αποδίδονταν αποκλειστικά στα Ηνωμένα Έθνη και ότι οι Κάτω Χώρες δεν έφεραν ευθύνη σχετικά με αυτό το ζήτημα.
96. Εξ όσων γνωρίζει το Δικαστήριο, οι υποθέσεις ακόμη εκκρεμούν σε πρώτο βαθμό.
Γ. Σχετικό εσωτερικό δίκαιο
1. Το Σύνταγμα του Βασιλείου των Κάτω Χωρών
97. Οι διατάξεις του Συντάγματος του Βασιλείου των Κάτω Χωρών (Grondwet voor het Koninkrijk der Nederlanden) σχετικά με την υπόθεση είναι οι ακόλουθες:
Άρθρο 93
«Οι διατάξεις των Συνθηκών και των αποφάσεων των διεθνών οργανισμών που μπορεί να είναι δεσμευτικές για όλα τα πρόσωπα λόγω του περιεχομένου τους καθίστανται δεσμευτικές μετά τη δημοσίευσή τους.»
Άρθρο 94
«Καταστατικοί κανονισμοί που ισχύουν εντός του Βασιλείου δεν θα εφαρμόζονται αν η εφαρμογή τους αντιβαίνει στις διατάξεις των συνθηκών που είναι δεσμευτικές για όλα τα πρόσωπα ή αποφάσεων διεθνών οργανισμών.»
2. Ο Νόμος που περιέχει Γενικές Διατάξεις σχετικά με τη Νομοθεσία του Βασιλείου
98. Στο σχετικό μέρος του, ο Νόμος που περιέχει Γενικές Διατάξεις σχετικά με τη Νομοθεσία του Βασιλείου (Wet Algemene Bepalingen) ορίζει τα εξής:
Ενότητα 13α
«Η δικαιοδοσία των δικαστηρίων και η εκτελεστότητα των αποφάσεων και των εκτελέσιμων επίσημων εγγράφων (authentieke akten) θα πρέπει να περιορίζεται από τις εξαιρέσεις που αναγνωρίζονται από το διεθνές δίκαιο.»
3. Ο Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας
99. Στο σχετικό σημείο του, ο Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας (Wetboek van Burgerlijke Rechtsvordering), ορίζει τα εξής:
Άρθρο 7
«1. Εάν σε διαδικασίες (zaken) που πρέπει να εισαχθούν με κλήτευση (dagvaarding) το ολλανδικό δικαστήριο έχει δικαιοδοσία σε σχέση με έναν από τους εναγόμενους, τότε θα έχει επίσης δικαιοδοσία σε σχέση με άλλους εναγόμενους που εμπλέκονται στην ίδια διαδικασία (geding), υπό την προϋπόθεση ότι υπάρχει μια διασύνδεση μεταξύ των αξιώσεων κατά των διαφόρων εναγομένων, τέτοια ώστε λόγοι αποτελεσματικότητας να δικαιολογούν την κοινή τους μεταχείριση. ...»
4. Ο Νόμος περί Δικαστικής Εξουσίας (Οργανισμού)
100. Σχετικά με την υπόθεση ενώπιον του Δικαστηρίου, ο Νόμος περί Δικαστικής Εξουσίας (Οργανισμού) (Wet op de rechterlijke organisatie), ορίζει τα εξής:
Ενότητα 81
«Αν το Ανώτατο Δικαστήριο κρίνει ότι μια αιτίαση δεν παρέχει λόγο για να ανατραπεί η απόφαση κατά της οποίας ασκήθηκε έφεση και δεν απαιτεί απαντήσεις σε νομικά ζητήματα προς το συμφέρον της ενότητας ή της ανάπτυξης του νόμου, μπορεί, αιτιολογώντας την απόφασή του σχετικά με μια τέτοια αιτίαση, να περιοριστεί στην εν λόγω διαπίστωση.»
5. Ο Νόμος του 2001 περί δικαστικών επιμελητών
101. Σχετικά με την υπόθεση, ο Νόμος του 2001 περί δικαστικών επιμελητών (Gerechtsdeurwaarderswet 2001), ορίζει τα εξής:
Ενότητα 2
«1. Δικαστικός επιμελητής είναι ένας δημόσιος υπάλληλος επιφορτισμένος με τα καθήκοντα τα οποία δίνονται σε δικαστικούς επιμελητές ή δίνονται αποκλειστικά σε αυτούς από ή σύμφωνα με τον νόμο, αποκλείοντας όλους τους άλλους ή όχι, ανάλογα με την υπόθεση. Ειδικότερα, ένας δικαστικός επιμελητής επιφορτίζεται με τα εξής καθήκοντα:
α. να επιδίδει κλητεύσεις και άλλες επίσημες κοινοποιήσεις (het doen van dagvaardingen en andere betekeningen) που εισάγουν δικαστικές διαδικασίες ή αποτελούν μέρος της ανταλλαγής εγγράφων σε δικαστικές διαδικασίες. ...»
Ενότητα 3α
«1. Ένας δικαστικός επιμελητής που λαμβάνει εντολή για μια επίσημη πράξη, αν θα έπρεπε λογικά να γνωρίζει την πιθανότητα ότι η εκτέλεσή της μπορεί να είναι αντίθετη προς τις υποχρεώσεις του Κράτους που απορρέουν από το διεθνές δίκαιο, οφείλει να ενημερώσει τον Υπουργό [Δικαιοσύνης] αμέσως για αυτήν την εντολή με τον τρόπο που προβλέπεται στους υπουργικούς κανόνες.
2. Ο Υπουργός μπορεί να δηλώσει σε έναν δικαστικό επιμελητή ότι μια επίσημη πράξη για την οποία έχει λάβει ή πρόκειται να λάβει, μια εντολή, ή την οποία έχει ήδη πραγματοποιήσει, είναι αντίθετη προς τις υποχρεώσεις του Κράτους που απορρέουν από το διεθνές δίκαιο.
...
5. Εάν, κατά τη στιγμή που ο δικαστικός επιμελητής λαμβάνει μια δήλωση που αναφέρεται στη δεύτερη παράγραφο, η επίσημη πράξη δεν έχει ακόμη πραγματοποιηθεί, τότε η συνέπεια της δήλωσης θα είναι ότι ο δικαστικός επιμελητής δεν είναι αρμόδιος να πραγματοποιήσει την εν λόγω επίσημη πράξη. Μια επίσημη πράξη που πραγματοποιείται σε αντίθεση με την πρώτη φράση θα θεωρείται άκυρη. ...»
6. Σχετική εσωτερική νομολογία
(α) Η υπόθεση Udruženje Građana «Žene Srebrenice»
102. Τον Αύγουστο του 2003 ένας οργανισμός ονόματι Udruženje Građana «Žene Srebrenice» (Σύλλογος Πολιτών «Γυναίκες της Σρεμπρένιτσα»), μια ένωση με έδρα στην Τούσλα, Βοσνία-Ερζεγοβίνη, ζήτησε από το Περιφερειακό Δικαστήριο της Χάγης να διατάξει προκαταρκτική ακρόαση των μαρτύρων (voorlopig getuigenverhoor) με σκοπό την άσκηση πολιτικής αγωγής εξ αδικοπραξίας κατά του κράτους των Κάτω Χωρών.
103. Στις 27 Νοεμβρίου 2003, το Περιφερειακό Δικαστήριο εξέδωσε απόφαση (LJN AN8978) απορρίπτοντας αυτό το αίτημα. Θεώρησε ότι, ελλείψει σχετικής πάγιας νομολογίας, ήταν απαραίτητο πρώτα να διευθετηθεί το ζήτημα αρχής εάν, και σε ποιες περιπτώσεις, το Κράτος θα μπορούσε να θεωρηθεί υπεύθυνο για τις ενέργειες ενός στρατιωτικού σώματος που λειτουργεί υπό την εντολή και τον έλεγχο των Ηνωμένων Εθνών όπως συνέβη με το Dutchbat. Μια τέτοια απόφαση δεν μπορούσε να ληφθεί ορθώς στο πλαίσιο της διαδικασίας για την προκαταρκτική ακρόαση των μαρτύρων. Απαιτούσε διαδικασία επί της ουσίας. Σε κάθε περίπτωση, η διαθέσιμη τεκμηρίωση, η οποία ήταν πολύ εκτεταμένη και περιελάμβανε την έκθεση του Ινστιτούτου Σπουδών Πολέμου, Ολοκαυτώματος και Γενοκτονίας NIOD και η έκθεση της κοινοβουλευτικής εξέτασης των Κάτω Χωρών, θα έπρεπε να είναι επαρκείς για την ένωση ώστε να αξιολογήσει τις πιθανότητες επιτυχίας της, πόσω μάλλον αφού πολλοί από τους μάρτυρες τους οποίους η ένωση ήθελε να εξετάσει είχαν ήδη εξεταστεί κατά τη διάρκεια των δύο αυτών ερευνών.
(β) Οι υποθέσεις Mustafić και Nuhanović
104. Δύο αστικές υποθέσεις έχουν τεθεί ενώπιον των ολλανδικών δικαστηρίων κατά του κράτους των Κάτω Χωρών από τους επιζώντες συγγενείς ανδρών που σκοτώθηκαν στη σφαγή της Σρεμπρένιτσα.
105. Οι ενάγοντες στην πρώτη περίπτωση (Mustafić κατά του Κράτους των Κάτω Χωρών) είναι επιζώντες συγγενείς ενός ηλεκτρολόγου ο οποίος ήταν de facto υπάλληλος του Dutchbat, αλλά δεν είχε καμία ιδιότητα που αναγνωρίζεται σε πρόσωπα που απασχολούνται άμεσα από τα Ηνωμένα Έθνη. Ισχυρίζονται ότι στις 13 Ιουλίου 1995, το Κράτος των Κάτω Χωρών διέπραξε παραβίαση της σύμβασης καθώς ο υποδιοικητής του Dutchbat αρνήθηκε να τον αφήσει να μείνει με την οικογένειά του στο στρατόπεδο του Ποτοτσάρι, και συνεπώς αναγκάστηκε να αποχωρήσει από το στρατόπεδο την ίδια ημέρα, ενώ η ηγεσία του Dutchbat έπρεπε να τον είχε προστατεύσει κρατώντας τον μέσα και εκκενώνοντάς τον με το ίδιο το Dutchbat. Διαφορετικά, ισχυρίζονται αδικοπραξία. Ο ενάγων στη δεύτερη υπόθεση (Nuhanović κατά του Κράτους των Κάτω Χωρών) ήταν ο ίδιος de facto υπάλληλος του Dutchbat, για το οποίο εργαζόταν ως διερμηνέας, αλλά επίσης χωρίς την ιδιότητα του υπαλλήλου των Ηνωμένων Εθνών, και είναι ο γιος ενός άνδρα που σκοτώθηκε στη σφαγή και ο αδελφός ενός άλλου. Ισχυρίζεται αδικοπραξία καθώς ο υποδιοικητής του Dutchbat έβγαλε τα δύο άτομα έξω από το στρατόπεδο το απόγευμα της 13ης Ιουλίου 1995.
106. Οι δύο περιπτώσεις εξετάστηκαν παράλληλα, πρώτα από το Περιφερειακό Δικαστήριο της Χάγης και στη συνέχεια από το Εφετείο της Χάγης.
107. Σε πρώτο βαθμό, το Περιφερειακό Δικαστήριο έκρινε ότι τα καταγγελθέντα ζητήματα έπρεπε να καταλογιστούν αποκλειστικά στα Ηνωμένα Έθνη. Το Dutchbat ήταν υπό τη διοίκηση και τον έλεγχο των Ηνωμένων Εθνών. Τα καταγγελλόμενα περιστατικά είχαν λάβει χώρα στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη, ένα κυρίαρχο κράτος στο οποίο ούτε τα Ηνωμένα Έθνη ούτε οι Κάτω Χώρες είχαν δικαιοδοσία.
108. Η οικογένεια Mustafić και ο κ. Nuhanović προσέφυγαν στο Εφετείο της Χάγης.
109. Το Εφετείο εξέδωσε δύο παρεμπίπτουσες αποφάσεις στις 5 Ιουλίου 2011, LJN BR0132 (Mustafić) και LJN BR0133 (Nuhanović), οι οποίες στα σχετικά τους μέρη είναι πανομοιότυπες. Διέταξε την ακρόαση των μαρτύρων επί σημείου της διαδικασίας που δεν σχετίζονταν με την υπόθεση ενώπιον του Δικαστηρίου.
110. Σε δύο ουσιαστικά όμοιες αποφάσεις επί της ουσίας που εκδόθηκαν στις 26 Ιουνίου 2012, LJN BW9014 (Mustafić) και LJN BW9015 (Nuhanović) αντίστοιχα, το Εφετείο ανέτρεψε τις αποφάσεις του Περιφερειακού Δικαστηρίου και θεώρησε το Κράτος των Κάτω Χωρών υπεύθυνο για αδικοπραξία για τη ζημία που προκλήθηκε στους προσφεύγοντες ως αποτέλεσμα των θανάτων των συγγενών τους.
111. Το κράτος έχει εγείρει προσφυγές για νομικά ζητήματα κατά των εν λόγω αποφάσεων ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στη γνωμοδότησή του προς το Ανώτατο Δικαστήριο, που παρουσιάστηκε στις 3 Μαΐου 2013, ο Γενικός Εισαγγελέας (advocaat-generaal) προτείνει το Ανώτατο Δικαστήριο να τις απορρίψει (LJN BZ9228, CPG 12/03329).
ΚΑΤΑΓΓΕΛΙΕΣ
112. Οι προσφεύγοντες παραπονέθηκαν δυνάμει του Άρθρου 6 της Σύμβασης, πρώτον, ότι η χορήγηση ασυλίας στα Ηνωμένα Έθνη παραβίασε το δικαίωμά τους για πρόσβαση σε δικαστήριο, και, δεύτερον, ότι το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε με συνοπτική αιτιολογία το αίτημά τους για έκδοση προκαταρκτικής απόφασης από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
113. Παραπονέθηκαν σύμφωνα με το Άρθρο 13 της Σύμβασης ότι η χορήγηση ασυλίας στα Ηνωμένα Έθνη θα επέτρεπε στο κράτος των Κάτω Χωρών να αποφύγει την ευθύνη του έναντι των προσφευγόντων, καταλογίζοντας όλη την ευθύνη στα Ηνωμένα Έθνη, στερώντας ουσιαστικά την ουσία από τους ισχυρισμούς τους.
Ο ΝΟΜΟΣ
A. Η θέση του προσφεύγοντος Stichting Mothers of Srebrenica
114. Όσον αφορά το αν όλοι οι προσφεύγοντες μπορούν να θεωρηθούν «θύματα» κατά την έννοια του Άρθρου 34 της Σύμβασης, το Δικαστήριο έκρινε ότι αυτή η έννοια πρέπει να ερμηνεύεται αυτοτελώς και ανεξάρτητα από εγχώριες έννοιες όπως αυτές που αφορούν το συμφέρον για την άσκηση προσφυγής ή την ικανότητα άσκησης. Κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου, πρέπει να υπάρχει επαρκώς άμεση σχέση μεταξύ του προσφεύγοντος και της ζημίας που αυτός ή αυτή ισχυρίζεται ότι υπέστη ως αποτέλεσμα της καταγγελλόμενης παραβίασης ώστε ένας προσφεύγοντας να είναι σε θέση να ισχυριστεί ότι είναι το θύμα μιας παραβίασης ενός ή περισσοτέρων από τα δικαιώματα και τις ελευθερίες που αναγνωρίζονται από τη Σύμβαση και τα Πρωτόκολλά της (βλ., μεταξύ άλλων αρχών, Association des amis de Saint-Raphaël et de Fréjus κατά Γαλλίας (απόφ.), αριθ. 45053/98, 29 Φεβρουαρίου 2000, όσον αφορά την ένωση προσφευγόντων, και Uitgeversmaatschappij De Telegraaf B.V. και Άλλοι κατά Κάτω Χωρών (απόφ.), αριθ. 39315/06, 18 Μαΐου 2010, όσον αφορά τους προσφεύγοντες Nederlandse Vereniging van Journalisten (Ολλανδική Ένωση Δημοσιογράφων) και Nederlands Genootschap van Hoofdredacteuren (Ολλανδική Εταιρεία Αρχισυντακτών)).
115. Το Δικαστήριο έχει πράγματι αρνηθεί να αποτελέσουν προσφεύγοντες μη κυβερνητικοί οργανισμοί που έχουν συσταθεί με μοναδικό σκοπό την υπεράσπιση των δικαιωμάτων φερόμενων θυμάτων (βλ. Smits, Kleyn, Mettler Toledo B.V. κ.ά., Raymakers, Vereniging Landelijk Overleg Betuweroute και Van Helden κατά Κάτω Χωρών (απόφ.), αριθ. 39032/97, 39343/98, 39651/98, 43147/98, 46664/99 και 61707/00, 3 Μαΐου 2001, όσον αφορά τον προσφεύγοντα Vereniging Landelijk Overleg Betuweroute), και ακόμη και μη κυβερνητικοί οργανισμοί σκοπός των οποίων ήταν η υπεράσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων Van Melle και Άλλοι κατά Κάτω Χωρών (απόφ.), αριθ. 19221/08, 29 Σεπτεμβρίου 2009, όσον αφορά τον προσφεύγοντα Liga voor de Rechten van de Mens).
116. Ο πρώτος προσφεύγων, το Stichting Mothers of Srebrenica, είναι ένα ίδρυμα που έχει συσταθεί με αποκλειστικό σκοπό την προώθηση των συμφερόντων των επιζώντων συγγενών της σφαγής της Σρεμπρένιτσα. Το γεγονός παραμένει, ωστόσο, ότι ο πρώτος προσφεύγων δεν έχει επηρεαστεί ο ίδιος από τα ζητήματα τα οποία καταγγέλλονται σύμφωνα με τα Άρθρα 6 και 13 της Σύμβασης: τα «αστικά δικαιώματα και υποχρεώσεις» του δεν ήταν το θέμα, ούτε υποστήριξε ότι παραβιάστηκαν τα δικαιώματά του βάσει της Σύμβασης (βλ. Smits, Kleyn, Mettler Toledo B.V. κ.ά., Raymakers, Vereniging Landelijk Overleg Betuweroute και Van Helden κατά Κάτω Χωρών (απόφ.), αναφέρεται ανωτέρω). Κατά συνέπεια, δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι είναι «θύμα» παραβίασης των εν λόγω διατάξεων κατά την έννοια του Άρθρου 34 της Σύμβασης.
117. Επομένως, στο μέτρο που η αίτηση υποβάλλεται από τον πρώτο προσφεύγοντα είναι ασυμβίβαστη ratione personae με τις διατάξεις της Σύμβασης κατά την έννοια του Άρθρου 35 § 3 (α) και πρέπει να απορριφθεί σύμφωνα με το Άρθρο 35 § 4.
B. Εικαζόμενη παραβίαση του Άρθρου 6 της Σύμβασης
118. Οι προσφεύγοντες ισχυρίστηκαν παραβιάσεις του Άρθρου 6 της Σύμβασης, το οποίο, στο σχετικό τμήμα του, έχει ως εξής:
«Για τον προσδιορισμό των ατομικών δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του ... ο καθένας έχει δικαίωμα σε δίκαιη ... ακρόαση ... από [ένα] ... δικαστήριο ...»
1. Εφαρμοσιμότητα του Άρθρου 6
119. Το Άρθρο 6 § 1 ισχύει για τις διαφορές (αμφισβητήσεις) που αφορούν τα πολιτικά «δικαιώματα» που μπορεί να ειπωθεί, τουλάχιστον για σοβαρούς λόγους, ότι αναγνωρίζονται σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, είτε προστατεύονται επίσης από τη Σύμβαση είτε όχι (βλ., μεταξύ πολλών άλλων αρχών, Κύπρος κατά Τουρκίας [ΤΜΣ], αριθ. 25781/94, § 233, ΕΣΑΔ 2001IV, Al-Adsani κατά Ηνωμένου Βασιλείου [ΤΜΣ], αριθ. 35763/97, § 46, ΕΣΑΔ 2001XI, Fogarty κατά Ηνωμένου Βασιλείου [ΤΜΣ], αριθ. 37112/97, § 24, ΕΣΑΔ 2001XI (αποσπάσματα), Cudak κατά Λιθουανίας [ΤΜΣ], αριθ. 15869/02, § 45, ΕΣΑΔ 2010, και Sabeh El Leil κατά Γαλλίας [ΤΜΣ], αριθ. 34869/05, § 40, 29 Ιουνίου 2011). Η διαφορά πρέπει να είναι πραγματική και σοβαρή. Μπορεί να αφορά όχι μόνο την πραγματική ύπαρξη ενός δικαιώματος αλλά και το πεδίο εφαρμογής του και τον τρόπο άσκησής του, και, τέλος, το αποτέλεσμα της διαδικασίας θα πρέπει να είναι άμεσα καθοριστικό για το εν λόγω δικαίωμα (βλ., μεταξύ πολλών άλλων αρχών, Zander κατά Σουηδίας, 25 Νοεμβρίου 1993, § 22, Σειρά A αριθ. 279B, Markovic και Άλλοι κατά Ιταλίας [ΤΜΣ], αριθ. 1398/03, § 93, ΕΣΑΔ 2006XIV, και Micallef κατά Μάλτας [ΤΜΣ], αριθ. 17056/06, § 74, ΕΣΑΔ 2009).
120. Το Δικαστήριο δέχεται ότι το δικαίωμα που διεκδικήθηκε από τους προσφεύγοντες, το οποίο βασίστηκε στην εθνική νομοθεσία των συμβάσεων και της αδικοπραξίας (παράγραφος 55 ανωτέρω), ήταν πολιτικό. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι υπήρχε διαφορά· ότι ήταν αρκούντως σοβαρή και ότι η έκβαση της προκειμένης διαδικασίας ήταν άμεσα καθοριστική για το εν λόγω δικαίωμα. Υπό το πρίσμα του τρόπου αντιμετώπισης των ισχυρισμών των προσφευγόντων από τα εθνικά δικαστήρια, καθώς και των αποφάσεων που εκδόθηκαν από το Εφετείο της Χάγης στις 26 Ιουνίου 2012 στις υποθέσεις Mustafić και Nuhanović (βλ. παράγραφο 110 ανωτέρω), το Δικαστήριο είναι ακόμη διατεθειμένο να υποθέσει ότι ο ισχυρισμός των προσφευγόντων ήταν «συζητήσιμος» από την άποψη του ολλανδικού εθνικού δικαίου (βλ., τηρουμένων των αναλογιών, Al-Adsani, αναφέρεται ανωτέρω, § 48). Εν συντομία, το Άρθρο 6 είναι εφαρμόσιμο.
2. Η ασυλία των Ηνωμένων Εθνών
(α) Οι υποβολές των προσφευγόντων
121. Οι προσφεύγοντες παραπονέθηκαν ότι η αναγνώριση της ασυλίας των Ηνωμένων Εθνών από την εσωτερική δικαιοδοσία από τα ολλανδικά δικαστήρια παραβίασε το δικαίωμά τους για πρόσβαση σε δικαστήριο.
122. Το Άρθρο 105 του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών, βάσει της διατύπωσής του, δημιούργησε λειτουργικού χαρακτήρα ασυλία για τα Ηνωμένα Έθνη, όχι απόλυτη. Η ασυλία αυτή δικαιολογείται και περιορίζεται, από την ανάγκη του οργανισμού να εκτελέσει τα καθήκοντά του με ανεξαρτησία. Κατά συνέπεια, κάθε φορά που τα Ηνωμένα Έθνη επικαλούνταν την ασυλία τους, τα δικαστήρια έπρεπε να καθορίσουν εάν υπήρχε λειτουργική ανάγκη για την εν λόγω ασυλία.
123. Η ετεροδικία των διεθνών οργανισμών ήταν διαφορετική από την ασυλία που διαθέτουν τα κράτη. Παρόλο που η ετεροδικία των ξένων κρατών βασίστηκε στην κυρίαρχη ισότητα, σύμφωνα με το ρητό «par in parem non habet imperium», δεν αφαιρέθηκε ως αποτέλεσμα το δικαίωμα πρόσβασης σε δικαστήριο: παρέμεινε δυνατή η άσκηση προσφυγής κατά ξένων κρατών στα δικά τους δικαστήρια.
124. Το Άρθρο ΙΙ ενότητα 2 της Σύμβασης σχετικά με τα Προνόμια και τις Ασυλίες των Ηνωμένων Εθνών προέβλεπε ρητώς την άρση της ασυλίας των Ηνωμένων Εθνών. Επιπλέον, το ICJ, στην παράγραφο 61 της Γνωμοδότησης για τη διαφορά σχετικά με την ασυλία από δικαστική διαδικασία ενός ειδικού εισηγητή της Επιτροπής για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, είχε καταστήσει σαφές ότι η άρση της ασυλίας ενός υπαλλήλου των Ηνωμένων Εθνών (στην περίπτωση αυτή ενός ειδικού εισηγητή για τα ανθρώπινα δικαιώματα), ήταν δεδομένη, και έπρεπε να δοθεί «το μεγαλύτερο δυνατό βάρος» από τα εθνικά δικαστήρια, αλλά θα μπορούσε, ωστόσο, να αναιρεθεί «για τους πλέον επιτακτικούς λόγους».
125. Το Άρθρο VIII ενότητα 29 της Σύμβασης για τα Προνόμια και τις Ασυλίες των Ηνωμένων Εθνών απαιτούσε από τα Ηνωμένα Έθνη να προβλέψουν κατάλληλους τρόπους επίλυσης των διαφορών με αυτά. Αυτό έδειξε ότι υπήρχε αισθητή ανάγκη να αποφευχθούν καταστάσεις στις οποίες η ασυλία των Ηνωμένων Εθνών θα μπορούσε να οδηγήσει σε de facto άρνηση της δικαιοσύνης.
126. Η σημασία της ύπαρξης εναλλακτικού δικαστικού ένδικου μέσου αποδείχθηκε επίσης από τη νομολογία του ίδιου του Δικαστηρίου στο θέμα της ασυλίας διεθνών οργανισμών από την εγχώρια δικαιοδοσία, ιδίως στην απόφαση Waite και Kennedy κατά Γερμανίας, που αναφέρεται ανωτέρω.
127. Όσον αφορά τη συγκεκριμένη περίπτωση, το 1999 ο τότε Γενικός Γραμματέας των Ηνωμένων Εθνών είχε αναγνωρίσει ότι είχαν γίνει σφάλματα κρίσης και θεμελιώδη λάθη. Συμπέρανε ότι «η διεθνής κοινότητα στο σύνολό της», συμπεριλαμβανομένων «του Συμβουλίου Ασφαλείας, της Ομάδας Επαφής και άλλων κυβερνήσεων οι οποίες [είχαν] συμβάλλει στην καθυστέρηση της χρήσης βίας κατά τα πρώτα στάδια του πολέμου, καθώς και ... της Γραμματείας των Ηνωμένων Εθνών και της επιτόπιας αποστολής» έφεραν ευθύνη για αυτά (Έκθεση του Γενικού Γραμματέα σύμφωνα με το Ψήφισμα της Γενικής Συνέλευσης 53/35, UN Doc. A/54/549, 15 Νοεμβρίου 1999, παράγραφος 501).
128. Η σφαγή στη Σρεμπρένιτσα ήταν μια πράξη γενοκτονίας, όπως είχε διαπιστωθεί τόσο από το ICTY (στην υπόθεση Krstić) και το ICJ (στην απόφαση Βοσνία-Ερζεγοβίνη κατά Σερβίας και Μαυροβουνίου). Η απόφαση Βοσνία-Ερζεγοβίνη κατά Σερβίας και Μαυροβουνίου ήταν ιδιαίτερα σημαντική καθώς διατύπωσε την υποχρέωση για την πρόληψη της γενοκτονίας: Τα κράτη έπρεπε να λάβουν, για τον σκοπό αυτό, όλα τα μέτρα στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους και δεν μπορούσαν να αποφύγουν τη διεθνή τους ευθύνη με τον ισχυρισμό, ή ακόμη και αποδεικνύοντας, ότι τα μέσα που είχαν στη διάθεσή τους θα ήταν σε κάθε περίπτωση ανεπαρκή, δεδομένου ότι οι συνδυασμένες προσπάθειες πολλών κρατών θα μπορούσαν να αρκέσουν για την αποτροπή της γενοκτονίας.
129. Ο σημερινός Γενικός Γραμματέας των Ηνωμένων Εθνών, ως απάντηση στην κλήτευση των προσφευγόντων στην παρούσα υπόθεση, είχε δηλώσει ότι οι επιζώντες της σφαγής της Σρεμπρένιτσα είχαν «απόλυτο δίκιο» να απαιτήσουν δικαιοσύνη για «τα πιο ειδεχθή εγκλήματα που διαπράχθηκαν σε ευρωπαϊκό έδαφος μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο» και εξέφρασε την υποστήριξή του για την εν λόγω αξίωση. Ομοίως, σε ομιλία του στη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών στις 8 Οκτωβρίου 2009, ο τότε Πρόεδρος του ICTY είχε επικρίνει την αποτυχία της διεθνούς κοινότητας να δημιουργήσει αποτελεσματικά ένδικα μέσα διαθέσιμα στα θύματα των συγκρούσεων που συνέβησαν στην πρώην Γιουγκοσλαβία.
130. Το Ανώτατο Δικαστήριο ήταν λάθος να ερμηνεύσει την απόφαση Waite και Kennedy έτσι ώστε να γίνει διάκριση μεταξύ των Ηνωμένων Εθνών και άλλων διεθνών οργανισμών. Δεν έγινε τέτοια διάκριση από το ίδιο το Δικαστήριο στην απόφαση Waite και Kennedy. Επιπλέον, στις παρατηρήσεις της στα προσχέδια άρθρων της Διεθνούς Επιτροπής Δικαίου σχετικά με την ευθύνη των διεθνών οργανισμών η ίδια η Γραμματεία των Ηνωμένων Εθνών είχε αναγνωρίσει διαφορές μεταξύ, αφενός, κρατών και διεθνών οργανισμών και, αφετέρου, των διεθνών οργανισμών μεταξύ τους, αλλά είχε, ωστόσο, καταστήσει σαφές ότι θεωρούσε τα Ηνωμένα Έθνη διεθνή οργανισμό κατά την έννοια των εν λόγω προσχέδιων άρθρων. Τέτοια διάκριση δεν έγινε ούτε από το Ινστιτούτο Διεθνούς Δικαίου, για παράδειγμα, στην Απόφασή του σχετικά με τις Νομικές συνέπειες για τα κράτη μέλη της μη εκπλήρωσης από διεθνείς οργανισμούς των υποχρεώσεών τους προς τρίτους, ούτε ακόμα από την Ένωση Διεθνούς Δικαίου, η οποία όριζε πως το πεδίο εφαρμογής της σε γενικές γραμμές περιλαμβάνει διεθνείς οργανισμούς «με την παραδοσιακή έννοια» χωρίς να διαφοροποιεί τα Ηνωμένα Έθνη.
131. Το Ανώτατο Δικαστήριο έκανε λάθος που άντλησε στην απόφαση του Δικαστηρίου Behrami και Behrami κατά Γαλλίας και Saramati κατά Γαλλίας, Γερμανίας και Νορβηγίας το συμπέρασμα ότι τα Ηνωμένα Έθνη απολάμβαναν απόλυτη ασυλία από την εγχώρια δικαιοδοσία. Η απόφαση του Δικαστηρίου ήταν εντελώς άσχετη με την ασυλία από την εγχώρια δικαιοδοσία: το Δικαστήριο είχε για την ακρίβεια κρίνει ότι δεν είχε αρμοδιότητα ratione personae επί των Ηνωμένων Εθνών.
132. Η επίδραση της κρίσης του Ανωτάτου Δικαστηρίου ήταν να στερήσει πλήρως από τους προσφεύγοντες την «πρόσβαση σε δικαστήριο». Δεν υπήρχε για αυτούς εναλλακτική λύση στα εγχώρια δικαστήρια ώστε να ασκήσουν τα δικαιώματά τους κατά των Ηνωμένων Εθνών. Η απουσία μιας τέτοιας εναλλακτικής δικαιοδοσίας είχε κριθεί από το Δικαστήριο καταρχήν ασυμβίβαστη με το Άρθρο 6 της Σύμβασης σε αποφάσεις συμπεριλαμβανομένων των Waite και Kennedy, και (σε σχέση με την ετεροδικία των ξένων κρατών) Fogarty κατά Ηνωμένου Βασιλείου [ΤΜΣ], αριθ. 37112/97, ΕΣΑΔ 2001XI (αποσπάσματα), Cudak κατά Λιθουανίας [ΤΜΣ], αριθ. 15869/02, ΕΣΑΔ 2010, Sabeh El Leil κατά Γαλλίας [ΤΜΣ], αριθ. 34869/05, 29 Ιουνίου 2011, και Wallishauser κατά Αυστρίας, αριθ. 156/04, 17 Ιουλίου 2012.
133. Το Ανώτατο Δικαστήριο παρέλειψε να λάβει υπόψη το Άρθρο VIII παράγραφος 29 της Σύμβασης σχετικά με τα Προνόμια και τις Ασυλίες των Ηνωμένων Εθνών, η οποία ζητούσε από τα Ηνωμένα Έθνη να δημιουργήσουν ένα σύστημα για τον διακανονισμό των διαφορών στις οποίες μετείχε. Το Ανώτατο Δικαστήριο είχε με αυτόν το τρόπο φτάσει σε ένα αποτέλεσμα που ήταν «προδήλως παράλογο ή αδικαιολόγητο» κατά την έννοια του Άρθρου 32 της Σύμβασης της Βιέννης για το Δίκαιο των Συνθηκών. Αντίθετα, τα εγχώρια δικαστήρια, και το ίδιο το Δικαστήριο, έπρεπε να έχουν κατά νου τον ιδιαίτερο χαρακτήρα της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα ως συνθήκης για τα ανθρώπινα δικαιώματα καθώς και συστάσεις από διεθνείς φορείς, όπως η Επιτροπή Διεθνούς Δικαίου και η Ένωση Διεθνούς Δικαίου.
134. Τέλος, το Ανώτατο Δικαστήριο είχε παραλείψει να σταθμίσει τα συμφέροντα των μερών. Όποιο και αν ήταν το συμφέρον που εξυπηρετείται από την ασυλία των Ηνωμένων Εθνών από την εγχώρια δικαιοδοσία, η απόλυτη ασυλία δεν ήταν αποδεκτή εάν δεν υπήρχε διαθέσιμη εναλλακτική μορφή επίλυσης της διαφοράς. Αντιμέτωπα με την αποτυχία του Γενικού Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών να άρει το δικαίωμα ασυλίας του οργανισμού, τα δικαστήρια των Κάτω Χωρών θα έπρεπε να έχουν διαπιστώσει ότι υπήρχαν, ωστόσο, σοβαροί λόγοι για να εξετάσουν τις αξιώσεις των προσφευγόντων.
(β) Η εκτίμηση του Δικαστηρίου
i. Πεδίο εφαρμογής της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου
135. Οι διαδικασίες που άσκησαν οι προσφεύγοντες στις Κάτω Χώρες δεν είναι οι πρώτες δικαστικές διαδικασίες που ασκήθηκαν σε σχέση με τη σφαγή της Σρεμπρένιτσα. Αιτιάσεις που συνδέονται με τη σφαγή της Σρεμπρένιτσα είχαν ασκηθεί ενώπιον εθνικού δικαιοδοτικού οργάνου στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη, το Τμήμα Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, κατά της Republika Srpska. Παρόλο που το συγκεκριμένο όργανο δεν είχε δικαιοδοσία ratione temporis να εξετάσει τη σφαγή, ήταν σε θέση να αναγνωρίσει τον επακόλουθο πόνο των επιζώντων συγγενών των θυμάτων και να επιδικάσει στο πλαίσιο αυτό (βλ. παράγραφο 48 ανωτέρω).
136. Το Δικαστήριο επισημαίνει επίσης ότι στη Γαλλία, τις Κάτω Χώρες και τη Republika Srpska, υπήρχαν εγχώριες έρευνες που ερεύνησαν τα γεγονότα γύρω από τη σφαγή με μεγαλύτερη ή μικρότερη λεπτομέρεια (βλ. παραγράφους 26-40 ανωτέρω). Μια τέτοια έρευνα οδήγησε στην παραίτηση της Κυβέρνησης των Κάτω Χωρών (βλ. παράγραφο 30 ανωτέρω).
137. Εντούτοις, ο καταλογισμός ευθυνών για τη σφαγή της Σρεμπρένιτσα ή των συνεπειών του, είτε στα Ηνωμένα Έθνη, είτε στο κράτος των Κάτω Χωρών, ή σε οποιοδήποτε άλλο νομικό ή φυσικό πρόσωπο δεν είναι ζήτημα που εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της παρούσας προσφυγής. Ούτε μπορεί το Δικαστήριο να εξετάσει κατά πόσον ο Γενικός Γραμματέας των Ηνωμένων Εθνών είχε ηθική ή νομική υποχρέωση να άρει την ασυλία των Ηνωμένων Εθνών. Πρέπει μόνο να αποφασίσει αν οι Κάτω Χώρες παραβίασαν το δικαίωμα των προσφευγόντων σε «πρόσβαση σε δικαστήριο», όπως κατοχυρώνεται από το Άρθρο 6 της Σύμβασης, χορηγώντας στα Ηνωμένα Έθνη ασυλία από την εσωτερική δικαιοδοσία.
138. Το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι ο βαθμός πρόσβασης που παρέχεται από την εθνική νομοθεσία πρέπει να είναι επαρκής για την εξασφάλιση του «δικαιώματος σε δικαστήριο» του ατόμου, λαμβάνοντας υπόψη την αρχή του κράτους δικαίου σε μια δημοκρατική κοινωνία (βλ. Ashingdane κατά Ηνωμένου Βασιλείου, 28 Μαΐου 1985, § 57, Σειρά A αριθ. 93, Bellet κατά Γαλλίας, 4 Δεκεμβρίου 1995, § 36, Σειρά A αριθ. 333B, και F.E. κατά Γαλλίας, 30 Οκτωβρίου 1998, § 46, Εκθέσεις Αποφάσεων και Κρίσεων 1998-VII). Είναι αναμφισβήτητο ότι όταν χορηγείται ετεροδικία σε οποιοδήποτε πρόσωπο, δημόσιο ή ιδιωτικό, επηρεάζεται το δικαίωμα πρόσβασης σε δικαστήριο, το οποίο κατοχυρώνεται από το Άρθρο 6 § 1 της Σύμβασης (βλ. Sabeh el Leil, αναφέρεται ανωτέρω, § 50).
ii. Εφαρμοζόμενες αρχές
139. Οι αρχές που κατοχυρώθηκαν από το Δικαστήριο με τη νομολογία του είναι οι ακόλουθες:
(α) Το Άρθρο 6 § 1 εγγυάται στον καθένα το δικαίωμα να έχει οποιαδήποτε αξίωση σχετικά με τα ατομικά δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του ενώπιον δικαστηρίου. Με τον τρόπο αυτό το Άρθρο εκφράζει το «δικαίωμα σε δικαστήριο», του οποίου το δικαίωμα πρόσβασης, δηλαδή, το δικαίωμα να προσφύγει κάποιος ενώπιον των δικαστηρίων σε αστικές υποθέσεις, αποτελεί μία μόνο πτυχή (βλ. Golder κατά Ηνωμένου Βασιλείου, 21 Φεβρουαρίου 1975, § 36, Σειρά Α, αριθ. 18. Βλ. επίσης, μεταξύ πολλών άλλων αρχών, Waite και Kennedy, αναφέρεται ανωτέρω, § 50, Beer και Regan, αναφέρεται ανωτέρω, § 49).
(β) Το δικαίωμα πρόσβασης σε δικαστήριο το οποίο κατοχυρώνει το Άρθρο 6 § 1 της Σύμβασης δεν είναι απόλυτο, αλλά μπορεί να υπόκειται σε περιορισμούς. Αυτοί επιτρέπονται σιωπηρώς καθώς το δικαίωμα πρόσβασης από την ίδια τη φύση του απαιτεί ρύθμιση από το κράτος. Στο πλαίσιο αυτό, τα συμβαλλόμενα κράτη έχουν μια ορισμένη διακριτική ευχέρεια, αν και η τελική απόφαση ως προς την τήρηση των απαιτήσεων της Σύμβασης εναπόκειται στο Δικαστήριο. Θα πρέπει να πεισθεί ότι οι ισχύοντες περιορισμοί δεν περιορίζουν ή μειώνουν την πρόσβαση που παραχωρείται στο άτομο με τέτοιο τρόπο ή σε τέτοιο βαθμό που απομειώνεται η ίδια η ουσία του δικαιώματος. Επιπλέον, ο περιορισμός δεν θα συμβαδίζει με το Άρθρο 6 § 1 εάν δεν επιδιώκει θεμιτό σκοπό και αν δεν υπάρχει εύλογη σχέση αναλογικότητας μεταξύ των χρησιμοποιουμένων μέσων και του επιδιωκόμενου σκοπού (βλ., μεταξύ πολλών άλλων αρχών, Waite και Kennedy, αναφέρεται ανωτέρω, § 59).
(γ) Η απόδοση προνομίων και ασυλιών σε διεθνείς οργανισμούς αποτελεί ουσιαστικό μέσο για τη διασφάλιση της ορθής λειτουργίας των οργανισμών αυτών χωρίς μονομερείς παρεμβάσεις από μεμονωμένες κυβερνήσεις. Η ετεροδικία που συνήθως χορηγείται από κράτη σε διεθνείς οργανισμούς σύμφωνα με συστατικές πράξεις των οργανισμών ή συμπληρωματικές συμφωνίες είναι μια μακροχρόνια πρακτική που έχει καθιερωθεί προς το συμφέρον της καλής λειτουργίας των οργανισμών αυτών. Η σημασία αυτής της πρακτικής ενισχύεται από μια τάση επέκτασης και ενίσχυσης της διεθνούς συνεργασίας σε όλους τους τομείς της σύγχρονης κοινωνίας. Στο πλαίσιο αυτό, η ασυλία από την εγχώρια δικαιοδοσία που παρέχεται σε διεθνείς οργανισμούς έχει θεμιτό στόχο (βλ., ιδίως, Waite και Kennedy, § 63).
(δ) Σε περίπτωση που τα κράτη ιδρύουν διεθνείς οργανισμούς προκειμένου να ασκήσουν ή να ενισχύσουν τη συνεργασία τους σε ορισμένους τομείς δραστηριοτήτων, και σε περίπτωση που αποδίδουν στους οργανισμούς αυτούς ορισμένες αρμοδιότητες και τους αναγνωρίζουν ασυλίες, ενδέχεται να υπάρξουν επιπτώσεις ως προς την προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Ωστόσο, θα ήταν ασυμβίβαστο με τον σκοπό και το αντικείμενο της Σύμβασης αν τα συμβαλλόμενα κράτη απαλλάσσονταν με αυτόν τον τρόπο από τις ευθύνες τους σύμφωνα με τη Σύμβαση σε σχέση με το πεδίο δραστηριότητας που καλύπτεται από μια τέτοια ανάθεση. Θα πρέπει να υπενθυμίσουμε ότι η Σύμβαση έχει ως στόχο να εγγυηθεί όχι θεωρητικά ή φανταστικά δικαιώματα, αλλά δικαιώματα τα οποία είναι πρακτικά και αποτελεσματικά. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για το δικαίωμα πρόσβασης στα δικαστήρια δυνάμει της προεξάρχουσας θέσης που κατέχει σε μια δημοκρατική κοινωνία από το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη (Waite και Kennedy, § 67). Δεν θα ήταν σύμφωνο με το κράτος δικαίου σε μια δημοκρατική κοινωνία ή με τη βασική αρχή στην οποία στηρίζεται το Άρθρο 6 § 1 – ότι δηλαδή αστικές αξιώσεις πρέπει να μπορούν να υποβληθούν σε δικαστή για εκδίκαση – εάν ένα κράτος μπορούσε, χωρίς περιορισμό ή έλεγχο από τα όργανα επιβολής της Σύμβασης, να αφαιρέσει από τη δικαιοδοσία των δικαστηρίων ένα μεγάλο φάσμα αστικών αξιώσεων ή να παρέχει ασυλίες από την αστική ευθύνη σε κατηγορίες προσώπων (βλ., τηρουμένων των αναλογιών, Sabeh el Leil, αναφέρεται ανωτέρω, § 50).
(ε) Η Σύμβαση, συμπεριλαμβανομένου του Άρθρου 6, δεν μπορεί να ερμηνεύεται σε κενό. Το Δικαστήριο πρέπει να λαμβάνει υπόψη τον ιδιαίτερο χαρακτήρα της Σύμβασης ως συνθήκης για τα ανθρώπινα δικαιώματα και θα πρέπει επίσης να λαμβάνει υπόψη τους σχετικούς κανόνες του διεθνούς δικαίου (βλ., μεταξύ άλλων αρχών και τηρουμένων των αναλογιών, Λοϊζίδου κατά Τουρκίας (επί της ουσίας), απόφαση της 18ης Δεκεμβρίου 1996, § 43, Εκθέσεις 1996-VI, Al-Adsani, αναφέρεται ανωτέρω, § 55, και Nada κατά Ελβετίας [ΤΜΣ], αριθ. 10593/08, § 169, ΕΣΑΔ 2012). Η Σύμβαση θα πρέπει στο μέτρο του δυνατού να ερμηνεύεται σε αρμονία με άλλους κανονισμούς διεθνούς δικαίου, των οποίων αποτελεί μέρος, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων που αφορούν τη χορήγηση ασυλίας σε ένα κράτος (το Δικαστήριο θα προσέθετε: ή σε έναν διεθνή οργανισμό) (βλ. Λοϊζίδου, αναφέρεται ανωτέρω, § 43, Fogarty, αναφέρεται ανωτέρω, § 35, Cudak, αναφέρεται ανωτέρω, § 56, και Sabeh el Leil, αναφέρεται ανωτέρω, § 48).
(στ) Τα μέτρα που λαμβάνονται από Υψηλό Συμβαλλόμενο Μέρος και αντικατοπτρίζουν γενικά αναγνωρισμένους κανονισμούς του δημοσίου διεθνούς δικαίου σχετικά με την κρατική ασυλία (το Δικαστήριο θα προσέθετε: ή την ασυλία διεθνών οργανισμών) δεν μπορεί καταρχήν να θεωρηθεί ότι επιβάλλουν δυσανάλογο περιορισμό του δικαιώματος πρόσβασης σε δικαστήριο όπως διατυπώνεται στο Άρθρο 6 § 1. Ακριβώς όπως το δικαίωμα πρόσβασης σε δικαστήριο αποτελεί εγγενές μέρος της δίκαιης δίκης που διασφαλίζεται σε αυτό το Άρθρο, έτσι ορισμένοι περιορισμοί όσον αφορά την πρόσβαση πρέπει επίσης να θεωρηθούν εγγενείς. Παραδείγματος χάρη, οι περιορισμοί που είναι γενικώς αποδεκτοί από την κοινότητα των εθνών, στο πλαίσιο του δόγματος της ασυλίας από την εγχώρια δικαιοδοσία, είτε πρόκειται για την ασυλία ενός ξένου κυρίαρχου κράτους ή εκείνη ενός διεθνούς οργανισμού (βλ. Fogarty, αναφέρεται ανωτέρω, § 36, και Cudak, αναφέρεται ανωτέρω, § 57).
(ζ) Κατά τη δημιουργία νέων διεθνών υποχρεώσεων, θεωρείται ότι τα κράτη δεν παρεκκλίνουν από τις προηγούμενες υποχρεώσεις τους. Σε περίπτωση που μια σειρά από φαινομενικά αντιφατικά μέσα είναι ταυτόχρονα εφαρμόσιμα, η διεθνής νομολογία και η ακαδημαϊκή γνώμη προσπαθούν να τα ερμηνεύσουν κατά τέτοιο τρόπο ώστε να συντονίσουν τις ενέργειές τους και να αποφύγουν οποιαδήποτε αντίθεση μεταξύ τους. Πρέπει συνεπώς να εναρμονιστούν όσο το δυνατόν περισσότερο δύο διαφορετικές δεσμεύσεις, έτσι ώστε να παράγουν αποτελέσματα τα οποία είναι πλήρως σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία (βλ. Nada κατά Ελβετίας, αναφέρεται ανωτέρω, § 170).
iii. Εφαρμογή των ανωτέρω αρχών
140. Το επιχείρημα των προσφευγόντων στηρίζεται σε τρεις πυλώνες. Ο πρώτος είναι η φύση της ασυλίας από την εγχώρια δικαιοδοσία που απολαμβάνουν οι διεθνείς οργανισμοί, η οποία είναι, κατά την άποψή τους, λειτουργική. Επομένως, ισχυρίζονται ότι έρχεται σε αντίθεση με την ετεροδικία που απολαμβάνουν ξένα κράτη, η οποία βασίζεται στην κυρίαρχη ισότητα των κρατών μεταξύ τους. Ο δεύτερος είναι η φύση του αιτήματός τους, που απορρέει από την πράξη της γενοκτονίας που διαπράχθηκε στη Σρεμπρένιτσα και είναι ανώτερης τάξης από κάθε ασυλία που ενδέχεται να έχουν τα Ηνωμένα Έθνη. Ο τρίτος είναι η απουσία οποιασδήποτε εναλλακτικής δικαιοδοσίας αρμόδιας να επιληφθεί της αξίωσής τους κατά των Ηνωμένων Εθνών. Το Δικαστήριο θα εξετάσει κάθε μία από αυτές κατά σειρά.
α. Η φύση της ασυλίας που απολαμβάνουν τα Ηνωμένα Έθνη
141. Το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τις διάφορες αντιλήψεις της ασυλίας των Ηνωμένων Εθνών στην πρακτική των κρατών και τα διεθνή νομικά δόγματα. Έτσι, στην απόφασή του της 15ης Σεπτεμβρίου 1969 (Manderlier κατά Ηνωμένων Εθνών και Βελγικού κράτους), Pasicrisie belge, 1969, II, σ. 247, (1969) 69 Εκθέσεις Διεθνούς Δικαίου 169, το Εφετείο των Βρυξελλών υιοθέτησε συλλογιστική που υποδήλωνε ότι η ασυλία ήταν απόλυτη. Αντίθετα, στην Askir κατά Boutros-Ghali, 933 F.Supp. 368 (1996), το Περιφερειακό Δικαστήριο της Νέας Υόρκης εξέτασε την ασυλία των Ηνωμένων Εθνών με όρους που ενδείκνυνται για την περιορισμένη ασυλία ενός ξένου κυρίαρχου κράτους, ουσιαστικά θεωρώντας ότι οι στρατιωτικές επιχειρήσεις ήταν acta iure imperii. Η Γραμματεία των Ηνωμένων Εθνών εφαρμόζει, για ειρηνευτικές επιχειρήσεις που θεωρούνται «επικουρικά όργανα» των Ηνωμένων Εθνών, μια λειτουργική δοκιμή «εντολής και ελέγχου» όσον αφορά τη λογοδοσία, αλλά επιμένει ο οργανισμός να διαθέτει ασυλία στα τοπικά δικαστήρια (Έκθεση του Γενικού Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών για τη «Χρηματοδότηση της Δύναμης Προστασίας των Ηνωμένων Εθνών, της Επιχείρησης Αποκατάστασης Εμπιστοσύνης των Ηνωμένων Εθνών στην Κροατία, τη Δύναμη Πρόληψης των Ηνωμένων Εθνών και την έδρα των Δυνάμεων Ειρήνης των Ηνωμένων Εθνών» και τις «Διοικητικές και δημοσιονομικές πτυχές της χρηματοδότησης των ειρηνευτικών επιχειρήσεων των Ηνωμένων Εθνών: χρηματοδότηση των ειρηνευτικών επιχειρήσεων των Ηνωμένων Εθνών», Έγγρ. ΟΗΕ A/51/389, παράγραφοι 7 και 17, «Ευθύνη των διεθνών οργανισμών: Σχόλια και παρατηρήσεις που ελήφθησαν από διεθνείς οργανισμούς», Έγγρ. ΟΗΕ A/CN.4/637/Add.1). Τα Σχέδια άρθρων της Επιτροπής Διεθνούς Δικαίου σχετικά με την ευθύνη των διεθνών οργανισμών δεν θίγουν τον Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών (εξηκοστή τρίτη σύνοδος της Επιτροπής Διεθνούς Δικαίου, Έγγρ. ΟΗΕ A/66/10, προς συμπερίληψη στην Επετηρίδα της Επιτροπής Διεθνούς Δικαίου, 2011, τ. II, Μέρος Δεύτερο, βλ. Σχέδιο Άρθρου 67).
142. Η ακαδημαϊκή αντίληψη είναι ότι οι διεθνείς οργανισμοί θα συνεχίσουν να έχουν ασυλία από την εγχώρια δικαιοδοσία. Η Ένωση Διεθνούς Δικαίου περιγράφει την ασυλία των διεθνών οργανισμών από την εγχώρια δικαιοδοσία ως έναν «καθοριστικό φραγμό προς τη λήψη διορθωτικών μέτρων για τους μη κρατικούς ενάγοντες» (Ένωση Διεθνούς Δικαίου, Έκθεση της εβδομηκοστής πρώτης διάσκεψης που πραγματοποιήθηκε στο Βερολίνο, 16-21 Αυγούστου 2004, σελίδες 164 και εξής, στη σελίδα 209). Αυτή είναι και η άποψη του Ινστιτούτου Διεθνούς Δικαίου (Οι νομικές συνέπειες για τα κράτη μέλη της μη εκπλήρωσης από διεθνείς οργανισμούς των υποχρεώσεών τους προς τρίτους, Σύνοδος της Λισαβόνας, 1995, Annuaire de l’Institut de droit international 66-I, σελίδα 251 και εξής). Η Ένωση Διεθνούς Δικαίου θεωρεί, de lege ferenda, ότι πρέπει να δημιουργηθούν ένδικα μέσα για πού θα επιτρέπουν στα άτομα να ζητήσουν αποζημίωση από διεθνείς οργανισμούς, όπου αυτό δεν έχει ήδη γίνει, φθάνοντας μέχρι το σημείο να προτείνουν ότι θα μπορούσε να προβλεφθεί ένας ρόλος ελλείψει άμεσης πρόσβασης των εγχώριων δικαστηρίων σε ένα διεθνές όργανο επίλυσης διαφορών (ό.π., στη σελίδα 228).
143. Το Δικαστήριο από την πλευρά του υπενθυμίζει ότι δεν είναι ο ρόλος του να επιχειρήσει να καθορίσει επιτακτικά την έννοια των διατάξεων του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών και άλλων διεθνών οργάνων. Πρέπει, ωστόσο, να εξετάσει κατά πόσον υπήρχε εύλογη βάση σε τέτοια όργανα για τα θέματα που εγκαλέστηκαν ενώπιόν του (βλ. Behrami και Behrami κατά Γαλλίας και Saramati κατά Γαλλίας, Γερμανίας και Νορβηγίας, αναφέρεται ανωτέρω, § 122).
144. Επιπλέον, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω (βλ. παράγραφο 139 (ε)), η Σύμβαση αποτελεί μέρος του διεθνούς δικαίου. Θα πρέπει, κατά συνέπεια, να καθορίσει την ευθύνη του κράτους, σε συμφωνία και αρμονία με τις αρχές που διέπουν το διεθνές δίκαιο, αν και θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη τον ιδιαίτερο χαρακτήρα της Σύμβασης ως συνθήκης για τα ανθρώπινα δικαιώματα. Επομένως, αν και η Σύμβαση της Βιέννης για το Δίκαιο των Συνθηκών της 23ης Μαΐου 1969 είναι μεταγενέστερη του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών, της Γενικής Σύμβασης για τα προνόμια και τις ασυλίες των Ηνωμένων Εθνών και της Σύμβασης και συνεπώς δεν εφαρμόζεται άμεσα (βλ. Άρθρο 4 της Σύμβασης της Βιέννης), το Δικαστήριο πρέπει να λαμβάνει υπόψη τις διατάξεις της, στον βαθμό που κωδικοποιούν προϋπάρχον διεθνές δίκαιο, και ιδίως το Άρθρο 31 § 3 (γ) (βλ. Golder, αναφέρεται ανωτέρω, § 29, ως πιο πρόσφατες αρχές και τηρουμένων των αναλογιών, Al-Adsani, αναφέρεται ανωτέρω, § 55, Behrami και Behrami κατά Γαλλίας και Saramati κατά Γαλλίας, Γερμανίας και Νορβηγίας, αναφέρεται ανωτέρω, § 122, και Cudak, αναφέρεται ανωτέρω, § 56).
145. Το Άρθρο 103 του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών προβλέπει ότι οι υποχρεώσεις των Μελών των Ηνωμένων Εθνών δυνάμει του Χάρτη θα υπερισχύουν σε περίπτωση σύγκρουσης με υποχρεώσεις που απορρέουν από οποιαδήποτε άλλη διεθνή συμφωνία. Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να διατυπώσει τη θέση του σχετικά με το αποτέλεσμα της εν λόγω διάταξης, καθώς και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τη χρήση των εξουσιών του Συμβουλίου Ασφαλείας βάσει του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών, σχετικά με την ερμηνεία της Σύμβασης (βλ. Al-Jedda κατά Ηνωμένου Βασιλείου [ΤΜΣ], αριθ. 27021/08, § 102, ΕΣΑΔ 2011):
«... το Δικαστήριο πρέπει να λαμβάνει υπόψη τους σκοπούς για τους οποίους δημιουργήθηκαν τα Ηνωμένα Έθνη. Εκτός από τον σκοπό της διατήρησης της διεθνούς ειρήνης και ασφάλειας που προβλέπεται στο πρώτο εδάφιο του Άρθρου 1 του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών, το τρίτο εδάφιο προβλέπει ότι τα Ηνωμένα Έθνη ιδρύθηκαν για να «επιτύχουν διεθνή συνεργασία για ... την προώθηση και ενθάρρυνση του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και των θεμελιωδών ελευθεριών». Το Άρθρο 24(2) του Χάρτη απαιτεί από το Συμβούλιο Ασφαλείας, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του όσον αφορά την κύρια ευθύνη για τη διατήρηση της διεθνούς ειρήνης και ασφάλειας, να «ενεργεί σύμφωνα με τους Σκοπούς και τις Αρχές των Ηνωμένων Εθνών». Στο πλαίσιο αυτό, το Δικαστήριο κρίνει ότι, κατά την ερμηνεία των αποφάσεών του, πρέπει να υποτίθεται ότι το Συμβούλιο Ασφαλείας δεν προτίθεται να επιβάλλει καμία υποχρέωση στα κράτη μέλη να παραβιάσουν θεμελιώδεις αρχές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Σε περίπτωση ασάφειας των όρων ενός ψηφίσματος του Συμβουλίου Ασφαλείας, το Δικαστήριο πρέπει συνεπώς να επιλέξει την ερμηνεία που είναι περισσότερο σε αρμονία με τις απαιτήσεις της Σύμβασης και η οποία αποφεύγει οποιαδήποτε σύγκρουση υποχρεώσεων. Υπό το πρίσμα του σημαντικού ρόλου των Ηνωμένων Εθνών για την προώθηση και την ενθάρρυνση του σεβασμού των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, θα πρέπει να αναμένεται ότι θα χρησιμοποιούνταν σαφής και ρητή διατύπωση από το Συμβούλιο Ασφαλείας προς τα κράτη εάν το Συμβούλιο επιθυμούσε να λάβουν συγκεκριμένα μέτρα που θα ερχόταν σε αντίθεση με τις υποχρεώσεις τους που απορρέουν από το διεθνές δίκαιο για τα ανθρώπινα δικαιώματα.»
Όπως επιβεβαιώνεται από την απόφαση Nada, αναφέρεται ανωτέρω, § 172, η υπόθεση που εκφράζεται εδώ είναι ανατρέψιμη.
146. Το Δικαστήριο στρέφεται τώρα στην ασυλία που χορηγείται στα Ηνωμένα Έθνη από τα δικαστήρια των Κάτω Χωρών.
147. Το Άρθρο 105 του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών προβλέπει ότι τα Ηνωμένα Έθνη «θα απολαμβάνουν στο έδαφος καθενός από τα Μέλη τους τα προνόμια και τις ασυλίες που απαιτούνται για την εκπλήρωση των σκοπών τους».
148. Το Άρθρο ΙΙ ενότητα 2 της Σύμβασης για τα προνόμια και τις ασυλίες των Ηνωμένων Εθνών είναι πιο ευρύ, προβλέποντας ότι τα Ηνωμένα Έθνη «θα χαίρουν ασυλίας από κάθε μορφής νομική διαδικασία εκτός εάν, σε κάποια συγκεκριμένη περίπτωση έχουν ρητά αποποιηθεί την ασυλία τους».
149. Προηγούμενες υποθέσεις ενώπιον του Δικαστηρίου στις οποίες έχει προκύψει το ζήτημα της ασυλίας των διεθνών οργανισμών από την εγχώρια δικαιοδοσία αφορούσαν, μέχρι στιγμής, διαφορές μεταξύ του οργανισμού και των μελών του προσωπικού του (βλ. Waite και Kennedy και Beer και Regan αναφέρονται ανωτέρω. Βλ. επίσης Lopez Cifuentes κατά Ισπανίας (απόφ.), αριθ. 18754/06, 7 Ιουλίου 2009).
150. Σε ορισμένες άλλες περιπτώσεις, το Δικαστήριο κλήθηκε να καταλογίσει ενέργειες διεθνών οργανισμών σε συμβαλλόμενα κράτη της Σύμβασης λόγω της ιδιότητας μέλους των εν λόγω οργανισμών (Boivin κατά Γαλλίας και 33 άλλων κρατών (απόφ.), αριθ. 73250/01, ΕΣΑΔ 2008, Connolly κατά 15 κρατών μελών του Συμβουλίου της Ευρώπης (απόφ.), αριθ. 73274/01, 9 Δεκεμβρίου 2009, Gasparini κατά Ιταλίας και Βελγίου (απόφ.), αριθ. 10750/03, 12 Μαΐου 2009, Beygo κατά 46 κρατών μελών του Συμβουλίου της Ευρώπης (απόφ.), αριθ. 36099/06, 16 Ιουνίου 2009, Rambus Inc. κατά Γερμανίας (απόφ.), αριθ. 40382/04, 16 Ιουνίου 2009, και Lechouritou και Άλλοι κατά Γερμανίας και 26 άλλων κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (απόφ.), αριθ. 37937/07, 3 Απριλίου 2012) ή της θέσης τους ως κράτη υποδοχής του εν λόγω οργανισμού ή διοικητικού ή δικαστικού φορέα που έχει δημιουργηθεί από αυτόν (βλ., συγκεκριμένα, Berić και Άλλοι κατά Βοσνίας-Ερζεγοβίνης (απόφ.), αριθ. 36357/04, 36360/04, 38346/04, 41705/04, 45190/04, 45578/04, 45579/04, 45580/04, 91/05, 97/05, 100/05, 101/05, 1121/05, 1123/05, 1125/05, 1129/05, 1132/05, 1133/05, 1169/05, 1172/05, 1175/05, 1177/05, 1180/05, 1185/05, 20793/05 και 25496/05, 16 Οκτωβρίου 2007, Galić κατά Κάτω Χωρών (απόφ.), αριθ. 22617/07, ΕΣΑΔ 2009, Blagojević κατά Κάτω Χωρών, αριθ. 49032/07, 9 Ιουνίου 2009, και Djokaba Lambi Longa κατά Κάτω Χωρών (απόφ.), αριθ. 33917/12, ΕΣΑΔ 2012).
151. Επιπλέον, το Δικαστήριο κλήθηκε να εξετάσει ενέργειες στις οποίες προέβησαν τα ίδια τα συμβαλλόμενα κράτη λόγω της συμμετοχής τους σε διεθνείς οργανισμούς. Εν προκειμένω, εξέφρασε την υπόθεση ότι όσο τα θεμελιώδη δικαιώματα προστατεύονται κατά τρόπο που θα μπορούσε να θεωρηθεί τουλάχιστον ισοδύναμος με εκείνον τον οποίο προβλέπει η Σύμβαση, η δράση των κρατών που λαμβάνεται σύμφωνα με τις νομικές υποχρεώσεις που απορρέουν από την ιδιότητα μέλους στην Ευρωπαϊκή Ένωση ήταν σύμφωνη με τις απαιτήσεις της Σύμβασης (βλ., συγκεκριμένα, Bosphorus Hava Yolları Turizm ve Ticaret Anonim Şirketi κατά Ιρλανδίας [ΤΜΣ], αριθ. 45036/98, § 156, ΕΣΑΔ 2005-VI, και Cooperatieve Producentenorganisatie van de Nederlandse Kokkelvisserij U.A. κατά Κάτω Χωρών (απόφ.), αριθ. 13645/05, ΕΣΑΔ 2009).
152. Η παρούσα υπόθεση είναι διαφορετική από όλες τις προαναφερθείσες. Στη ρίζα της είναι μια διαφορά μεταξύ των προσφευγόντων και των Ηνωμένων Εθνών που βασίζεται στη χρήση των εξουσιών του Συμβουλίου Ασφαλείας δυνάμει του Κεφαλαίου VII του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών.
153. Όπως και με τα ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας, το Δικαστήριο θα ερμηνεύσει τον Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών και άλλες πράξεις που διέπουν τη λειτουργία των Ηνωμένων Εθνών όσο το δυνατόν περισσότερο σε αρμονία με τις υποχρεώσεις των κρατών βάσει του διεθνούς δικαίου για τα ανθρώπινα δικαιώματα.
154. Το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι καθώς οι επιχειρήσεις που αποφασίζονται βάσει των ψηφισμάτων του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών δυνάμει του Κεφαλαίου VII του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών είναι θεμελιώδους σημασίας για την αποστολή των Ηνωμένων Εθνών για τη διασφάλιση της διεθνούς ειρήνης και ασφάλειας, η Σύμβαση δεν μπορεί να ερμηνευθεί κατά τρόπο που θα υπέβαλε τις πράξεις και τις παραλείψεις του Συμβουλίου Ασφαλείας σε εσωτερική δικαιοδοσία χωρίς τη συμφωνία των Ηνωμένων Εθνών. Εάν συμπεριληφθούν οι εν λόγω επιχειρήσεις εντός του πεδίου εφαρμογής της εσωτερικής δικαιοδοσίας, θα ήταν δυνατό μεμονωμένα κράτη, μέσω των δικαστηρίων τους, να παρεμβαίνουν στην εκπλήρωση της βασικής αποστολής των Ηνωμένων Εθνών σε αυτόν τον τομέα συμπεριλαμβανομένης της αποτελεσματικής διεξαγωγής των εργασιών τους (βλ., τηρουμένων των αναλογιών, Behrami και Behrami κατά Γαλλίας και Saramati κατά Γαλλίας, Γερμανίας και Νορβηγίας, αναφέρεται ανωτέρω, § 149).
155. Επιπλέον, το Δικαστήριο δεν μπορεί παρά να λάβει υπόψη τη γνωμοδότηση του ICJ για μια Διαφορά σχετικά με την ασυλία από δικαστική διαδικασία ενός Ειδικού Εισηγητή της Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, Γνωμοδότηση, Εκθέσεις I.C.J. 1999, σ. 62 και εξής (εκδόθηκε στις 29 Απριλίου 1999), στην § 66, όπου το ICJ κρίνει ως εξής:
«Τέλος, το Δικαστήριο επιθυμεί να επισημάνει ότι το ζήτημα της ασυλίας από δικαστική διαδικασία είναι διαφορετικό από το θέμα της αποζημίωσης για τυχόν ζημίες που προέκυψαν ως αποτέλεσμα πράξεων που εκτελέστηκαν από τα Ηνωμένα Έθνη ή από αντιπροσώπους τους που ενεργούσαν υπό την επίσημη ιδιότητά τους.
Τα Ηνωμένα Έθνη ενδέχεται να υποχρεωθούν να φέρουν την ευθύνη για τη ζημία που προκύπτει από τέτοιες πράξεις. Ωστόσο, όπως προκύπτει από το Άρθρο VIII Ενότητα 29 της Γενικής Σύμβασης [περί προνομίων και ασυλιών των Ηνωμένων Εθνών], οποιεσδήποτε τέτοιες αξιώσεις κατά των Ηνωμένων Εθνών δεν θα πρέπει να εξετάζονται από τα εθνικά δικαστήρια, αλλά θα πρέπει να επιλύονται σύμφωνα με τους κατάλληλους τρόπους διακανονισμού για τους οποίους «[τ]α Ηνωμένα Έθνη θα πρέπει να θεσπίσουν διατάξεις» σύμφωνα με την Ενότητα 29. ...»
β. Η φύση της αξίωσης των προσφευγόντων
156. Οι προσφεύγοντες υποστηρίζουν ότι, εφόσον η αξίωσή τους βασίζεται σε μια πράξη γενοκτονίας για την οποία θεωρούν τα Ηνωμένα Έθνη (και τις Κάτω Χώρες) υπεύθυνα, και δεδομένου ότι η απαγόρευση της γενοκτονίας αποτελεί κανονισμό ius cogens, ο μανδύας της ασυλίας που προστατεύει τα Ηνωμένα Έθνη θα πρέπει να αφαιρεθεί.
157. Το Δικαστήριο έχει αναγνωρίσει την απαγόρευση της γενοκτονίας ως κανονισμό ius cogens στην απόφαση Jorgić κατά Γερμανίας, αριθ. 74613/01, § 68, ΕΣΑΔ 2007-III. Στην περίπτωση αυτή διαπιστώθηκε, με βάση τη Σύμβαση Γενοκτονίας, ότι η Γερμανία θα μπορούσε να διεκδικήσει τη δικαιοδοσία να υποβάλει σε δίκη τον προσφεύγοντα (ό.π., §§ 68-70).
158. Ωστόσο, σε αντίθεση με την Jorgić, η παρούσα υπόθεση δεν αφορά ποινική ευθύνη, αλλά ασυλία από την εγχώρια αστική δικαιοδοσία. Το διεθνές δίκαιο δεν υποστηρίζει τη θέση ότι μια αστική αξίωση πρέπει να υπερισχύει της ασυλίας από αγωγή για τον μοναδικό λόγο ότι στηρίζεται σε έναν ισχυρισμό μιας ιδιαίτερα σοβαρής παραβίασης ενός κανόνα του διεθνούς δικαίου, ακόμη και κανόνα ius cogens. Όσον αφορά την ετεροδικία των ξένων κρατών αυτό έχει σαφώς αναφερθεί από το ICJ στην απόφαση Προνόμια της Ετεροδικίας του Κράτους (Γερμανία κατά Ιταλίας: Παρέμβαση Ελλάδας), απόφαση της 3ης Φεβρουαρίου 2012, §§ 81-97. Κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου αυτό ισχύει και όσον αφορά την ασυλία που απολαμβάνουν τα Ηνωμένα Έθνη.
159. Ανεξάρτητα από τη δυνατότητα εξέτασης της ασυλίας ενός υπαλλήλου των Ηνωμένων Εθνών, όπως αναφέρεται στην παράγραφο 61 της Γνωμοδότησης του ICJ για μια διαφορά σχετικά με την ασυλία από δικαστική διαδικασία ενός Ειδικού Εισηγητή της Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, το Δικαστήριο θεωρεί ότι δεν υπάρχει λόγος να καταλήξει σε διαφορετικό συμπέρασμα όσον αφορά την ασυλία που απολαμβάνουν τα Ηνωμένα Έθνη στην προκειμένη περίπτωση, πόσω μάλλον αφού – σε αντίθεση με τις πράξεις που εγκαλέστηκαν στην υπόθεση Προνόμια της Ετεροδικίας – τα ζητήματα που καταλογίζονται στα Ηνωμένα Έθνη, στην προκειμένη περίπτωση, με όποιο τρόπο και αν εξετάστηκαν, τελικά προήλθαν από ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας δυνάμει του Κεφαλαίου VII του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών και, επομένως, βασίζονταν στο διεθνές δίκαιο.
160. Ούτε μπορούν οι δηλώσεις του σημερινού Γενικού Γραμματέα των Ηνωμένων Εθνών (Επισημάνσεις από την μεσημβρινή ενημέρωση από την Marie Okabe, Αναπληρώτρια Εκπρόσωπο του Γενικού Γραμματέα Ban Ki-Moon, Έδρα του ΟΗΕ, Νέα Υόρκη, Παρασκευή 8 Ιουνίου 2007) και του πρώην Προέδρου του ICTY (Χαιρετισμός του Προέδρου του ICTY στη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών, 8 Οκτωβρίου 2009), που αναφέρθηκαν από τους προσφεύγοντες, να οδηγήσουν το Δικαστήριο να κρίνει το αντίθετο. Αν και οι δύο φιλοδοξούν να ενθαρρύνουν τα κράτη να εξασφαλίσουν «δικαιοσύνη» στους επιζώντες συγγενείς της σφαγής της Σρεμπρένιτσα, κανείς δεν ζητά από τα Ηνωμένα Έθνη να υποβληθούν στη δικαιοδοσία των εθνικών δικαστηρίων των Κάτω Χωρών: ο πρώτος ζητά οι δράστες να προσαχθούν σε δίκη και να παρασχεθεί βοήθεια για την αποκατάσταση της Σρεμπρένιτσα. Ο δεύτερος ζητά τη σύσταση μιας επιτροπής αποζημιώσεων ή ενός ταμείου αποζημιώσεων.
γ. Η απουσία οποιασδήποτε εναλλακτικής δικαιοδοσίας
161. Η Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών για τις Βασικές αρχές και κατευθυντήριες γραμμές για το δικαίωμα προσφυγής και αποκατάστασης για τα θύματα βαρύτατων παραβιάσεων του διεθνούς δικαίου για τα ανθρώπινα δικαιώματα και σοβαρών παραβιάσεων του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου (Απόφαση A/RES/60/147, 16 Δεκεμβρίου 2005) επανέλαβε το «δικαίωμα προσφυγής για τα θύματα παραβιάσεων του διεθνούς δικαίου για τα ανθρώπινα δικαιώματα» που περιλαμβάνεται σε πολλές διεθνείς πράξεις. Με τον τρόπο αυτό παραπέμπουν, μεταξύ άλλων, στο Άρθρο 13 της Σύμβασης (αναφέρεται στο προοίμιο). Απευθύνονται σε κράτη, τα οποία καλούνται να λάβουν τα κατάλληλα μέτρα και να δημιουργήσουν τις απαραίτητες διαδικασίες. Με τον τρόπο αυτό, όμως, δηλώνουν δικαίωμα πρόσβασης στη δικαιοσύνη, όπως προβλέπεται βάσει του ισχύοντος διεθνούς δικαίου (βλ., συγκεκριμένα, παραγράφους VIII, «Πρόσβαση στη δικαιοσύνη», και XII, «Μη παρέκκλιση»).
162. Το μόνο διεθνές όργανο στο οποίο θα μπορούσε κάποιος να στηρίξει το δικαίωμα ασκήσεως προσφυγής κατά των Ηνωμένων Εθνών σε σχέση με τις πράξεις και παραλείψεις της UNPROFOR είναι η Συμφωνία για το καθεστώς της Δύναμης Προστασίας των Ηνωμένων Εθνών στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη, 15 Μαΐου 1993, 1722 Σειρά Συνθηκών Ηνωμένων Εθνών (UNTS) 77, η οποία στο Άρθρο 48 ορίζει ότι θα συσταθεί για τον σκοπό αυτό μια επιτροπή αποζημιώσεων. Ωστόσο, φαίνεται ότι αυτό δεν έχει γίνει.
163. Όπως ορθώς επισημαίνουν οι προσφεύγοντες, στην απόφαση Waite και Kennedy (αναφέρεται ανωτέρω, § 68) – όπως και στην απόφαση Beer και Regan (αναφέρεται ανωτέρω, § 58 ), – το Δικαστήριο έκρινε ότι ήταν «σημαντικός παράγοντας» στον καθορισμό του κατά πόσον η χορήγηση ασυλίας από εθνική δικαιοδοσία σε έναν διεθνή οργανισμό ήταν επιτρεπτή σύμφωνα με τη Σύμβαση το αν οι προσφεύγοντες είχαν στη διάθεσή τους εύλογο εναλλακτικό μέσο για να προστατεύσουν αποτελεσματικά τα δικαιώματά τους δυνάμει της Σύμβασης. Στην προκειμένη περίπτωση δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι δεν υπήρχε τέτοιο εναλλακτικό μέσο ούτε σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο των Κάτω Χωρών ούτε βάσει του δικαίου των Ηνωμένων Εθνών.
164. Αυτό δεν σημαίνει, ωστόσο, ότι, ελλείψει εναλλακτικού ένδικου μέσου η αναγνώριση της ασυλίας είναι ipso facto συστατικό παραβίασης του δικαιώματος πρόσβασης σε δικαστήριο. Όσον αφορά την ετεροδικία ξένων κρατών, το ICJ έχει αρνηθεί ρητά την ύπαρξη ενός τέτοιου κανονισμού (Προνόμια της Ετεροδικίας του Κράτους (Γερμανία κατά Ιταλίας: παρέμβαση Ελλάδας), § 101). Όσον αφορά τους διεθνείς οργανισμούς, οι αποφάσεις του εν λόγω Δικαστηρίου στις υποθέσεις Waite και Kennedy και Beer και Regan δεν μπορούν να ερμηνευθούν με τέτοιους απόλυτους όρους.
165. Παραμένει το γεγονός ότι τα Ηνωμένα Έθνη δεν είχαν, μέχρι σήμερα, προβλέψει κατάλληλους «τρόπους διακανονισμού» για την προκειμένη διαφορά. Ανεξάρτητα από το αν το Άρθρο VIII παράγραφος 29 της Σύμβασης για τα προνόμια και τις ασυλίες των Ηνωμένων Εθνών μπορεί να ερμηνευθεί έτσι ώστε να απαιτείται να συσταθεί όργανο επίλυσης διαφορών στην παρούσα υπόθεση, αυτές οι ενέργειες δεν μπορούν να καταλογιστούν στις Κάτω Χώρες. Ούτε το Άρθρο 6 της Σύμβασης απαιτεί να παρέμβουν οι Κάτω Χώρες: όπως επισημάνθηκε ανωτέρω, η παρούσα υπόθεση είναι θεμελιωδώς διαφορετική από προηγούμενες υποθέσεις στις οποίες το Δικαστήριο κλήθηκε να εξετάσει την ασυλία από την εγχώρια δικαιοδοσία που απολάμβαναν διεθνείς οργανισμοί, και η φύση των ισχυρισμών των προσφευγόντων δεν υποχρέωνε τις Κάτω Χώρες να παράσχουν προσφυγή κατά των Ηνωμένων Εθνών στα δικά τους δικαστήρια.
δ. Σχέση με την αξίωση κατά του κράτους των Κάτω Χωρών
166. Οι προσφεύγοντες παραπονέθηκαν σύμφωνα με το Άρθρο 13 της Σύμβασης ότι το κράτος των Κάτω Χωρών επεδίωκε να καταλογίσει την ευθύνη για την αποτυχία αποτροπής της σφαγής της Σρεμπρένιτσα εξ ολοκλήρου στα Ηνωμένα Έθνη, πράγμα το οποίο, δεδομένου ότι στα Ηνωμένα Έθνη είχε χορηγηθεί απόλυτη ασυλία, ισοδυναμούσε με προσπάθεια του κράτους να αποφύγει να λογοδοτήσει συνολικά έναντι των προσφευγόντων. Το Δικαστήριο κρίνει σκόπιμο να εξετάσει την εν λόγω αιτίαση σύμφωνα με το Άρθρο 6 § 1 της Σύμβασης και όχι σύμφωνα με το Άρθρο 13.
167. Το Δικαστήριο δεν μπορεί προς το παρόν να κρίνει ότι οι ισχυρισμοί των προσφευγόντων κατά του κράτους των Κάτω Χωρών θα απορριφθούν σίγουρα. Το Εφετείο της Χάγης τουλάχιστον απέδειξε, στις υποθέσεις Mustafić και Nuhanović, ότι είναι διατεθειμένο να διασκεδάσει απαιτήσεις κατά του κράτους που προκύπτουν από τις ενέργειες της κυβέρνησης των Κάτω Χωρών, και του ίδιου του Dutchbat, σε σχέση με θανάτους προσώπων στη σφαγή της Σρεμπρένιτσα (βλ. παράγραφο 110 ανωτέρω). Το Δικαστήριο σημειώνει επίσης ότι οι προσφυγές σχετικά με τα νομικά ζητήματα που κατέθεσε το κράτος και στις δύο περιπτώσεις εξακολουθούν να εκκρεμούν (βλ. παράγραφο 111 ανωτέρω).
168. Σε κάθε περίπτωση, το ερώτημα εάν οι αξιώσεις των προσφευγόντων πρέπει να υπερισχύσουν έναντι οποιουδήποτε εναγομένου εξαρτάται από τον καθορισμό σχετικών πραγματικών περιστατικών και την εφαρμογή του ουσιαστικού δικαίου από τα εθνικά δικαστήρια. Με την επιφύλαξη τυχόν απόφασης που ενδέχεται να λάβει το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση των προσφευγόντων και στις υποθέσεις των Mustafić και Nuhanović, θα πρέπει να επισημανθεί ότι το Άρθρο 6 § 1 δεν εγγυάται κανένα συγκεκριμένο περιεχόμενο για (αστικά) «δικαιώματα και υποχρεώσεις» στο ουσιαστικό δίκαιο των Συμβαλλόμενων Κρατών: το Δικαστήριο ενδέχεται να μην δημιουργήσει ερμηνεύοντας το Άρθρο 6 § 1 ένα ουσιαστικό δικαίωμα το οποίο δεν έχει καμία νομική βάση στο εν λόγω κράτος (βλ., για παράδειγμα Z και Άλλοι κατά Ηνωμένου Βασιλείου [ΤΜΣ], αριθ. 29392/95, § 98, ΕΣΑΔ 2001-V, Roche κατά Ηνωμένου Βασιλείου [ΤΜΣ], αριθ. 32555/96, § 119, ΕΣΑΔ 2005-X, και Boulois κατά Λουξεμβούργου [ΤΜΣ], αριθ. 37575/04, § 91, ΕΣΑΔ 2012).
ε. Συμπέρασμα
169. Οι παραπάνω διαπιστώσεις οδηγούν το Δικαστήριο να διαπιστώσει ότι, εν προκειμένω, η χορήγηση ασυλίας στα Ηνωμένα Έθνη εξυπηρετούσε θεμιτό σκοπό και δεν ήταν δυσανάλογη.
170. Επομένως, αυτό το τμήμα της προσφυγής είναι προδήλως αβάσιμο και πρέπει να απορριφθεί σύμφωνα με το Άρθρο 35 §§ 3 (α) και 4 της Σύμβασης.
3. Η άρνηση του Ανώτατου Δικαστηρίου να επιδιώξει έκδοση προκαταρκτικής απόφασης από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης
171. Οι προσφεύγοντες παραπονέθηκαν για την άρνηση του Ανώτατου Δικαστηρίου, σύμφωνα με το συνοπτικό σκεπτικό, να επιδιώξει έκδοση προκαταρκτικής απόφασης από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ισχυρίστηκαν ότι το ζήτημα της αλληλοσυσχέτισης μεταξύ της ετεροδικίας που χορηγείται στα Ηνωμένα Έθνη και της αρχής της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας που κατοχυρώνεται στο δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ήταν ιδιαίτερα σχετικό στην υπόθεσή τους και δεν είχε ποτέ προηγουμένως εξεταστεί από το Δικαστήριο. Το Ανώτατο Δικαστήριο δεν έπρεπε, επομένως, να αντιμετωπίσει το θέμα τόσο περιφρονητικά.
172. Το Δικαστήριο επαναλαμβάνει ότι η Σύμβαση δεν εγγυάται, αυτή καθαυτή, κανένα δικαίωμα παραπομπής μιας υπόθεσης από ένα εθνικό δικαστήριο σε άλλη εθνική ή διεθνή αρχή για την έκδοση προκαταρκτικής απόφασης (βλ., μεταξύ άλλων αρχών, Coëme και Άλλοι κατά Βελγίου, αριθ. 32492/96, 32547/96, 32548/96, 33209/96 και 33210/96, § 114, ΕΣΑΔ 2000-VII, Ullens de Schooten και Rezabek κατά Βελγίου, αριθ. 3989/07 και 38353/07, § 57, 20 Σεπτεμβρίου 2011, και Ferreira Santos Pardal κατά Πορτογαλίας (απόφ.), αριθ. 30123/10, 4 Σεπτεμβρίου 2012). Ακόμα κι έτσι, ένα δικαστήριο οι αποφάσεις του οποίου δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα εσωτερικού δικαίου είναι απαραίτητο, εάν αρνηθεί να εκδώσει προκαταρκτικής απόφαση από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, να αναφέρει τους λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι το ζήτημα που ανέκυψε είναι άνευ σημασίας ή ότι η εν λόγω κοινοτική διάταξη έχει ήδη ερμηνευθεί από το Δικαστήριο, ή ότι η ορθή εφαρμογή του κοινοτικού δικαίου είναι τόσο προφανής ώστε να μην αφήνει περιθώριο για καμία εύλογη αμφιβολία (Ullens de Schooten και Rezabek, αναφέρεται ανωτέρω, § 62).
173. Το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι, στην προκειμένη περίπτωση, η συνοπτική αιτιολογία που χρησιμοποιείται από το Ανώτατο Δικαστήριο ήταν επαρκής. Έχοντας ήδη διαπιστώσει ότι τα Ηνωμένα Έθνη έχουν ασυλία από την εγχώρια δικαιοδοσία σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο, το Ανώτατο Δικαστήριο είχε το δικαίωμα να θεωρήσει μια αίτηση προς το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την έκδοση προκαταρκτικής απόφασης περιττή.
174. Γενικότερα, αν και το Άρθρο 6 απαιτεί οι αποφάσεις των δικαστηρίων να αναφέρουν επαρκώς τους λόγους στους οποίους βασίζονται, δεν φτάνει να απαιτήσει λεπτομερή απάντηση για κάθε κατάθεση που προβάλλεται, ούτε καλείται το Δικαστήριο να εξετάσει κατά πόσον ένα επιχείρημα ικανοποιείται επαρκώς, ή εάν η απόρριψη της αίτησης είναι επαρκώς αιτιολογημένη. Επιπλέον, απορρίπτοντας μια προσφυγή ένα δευτεροβάθμιο δικαστήριο μπορεί, καταρχήν, να συμφωνήσει απλώς με τους λόγους της απόφασής του κατώτερου δικαστηρίου (βλ., μεταξύ άλλων αρχών, Kok κατά Κάτω Χωρών (απόφ.), αριθ. 43149/98, ΕΣΑΔ 2000-VI).
175. Επομένως, η αιτίαση αυτή είναι επίσης προδήλως αβάσιμη και πρέπει να απορριφθεί σύμφωνα με το Άρθρο 35 §§ 3 (α) και 4 της Σύμβασης.
Γ. Εικαζόμενη παραβίαση του Άρθρου 13 της Σύμβασης
176. Οι προσφεύγοντες παραπονέθηκαν ότι το κράτος των Κάτω Χωρών έκανε κατάχρηση της χορηγούμενης ασυλίας στα Ηνωμένα Έθνη επιρρίπτοντας κάθε ευθύνη για την αποτυχία της αποτροπής της σφαγής της Σρεμπρένιτσα στα Ηνωμένα Έθνη και μόνο, αποφεύγοντας έτσι τις ευθύνες του προς τους προσφεύγοντες. Επικαλέστηκαν το Άρθρο 13 της Σύμβασης, το οποίο προβλέπει τα εξής:
«Κάθε πρόσωπο του οποίου τα δικαιώματα και οι ελευθερίες, όπως αναγνωρίζονται στη Σύμβαση, παραβιάζονται θα έχει δικαίωμα πραγματικής προσφυγής ενώπιον εθνικής αρχής, παρότι η παραβίαση διαπράχθηκε από πρόσωπα που ενεργούσαν υπό επίσημη ιδιότητα.»
177. Έχοντας ήδη εξετάσει την εν λόγω αιτίαση σύμφωνα με το Άρθρο 6 § 1 της Σύμβασης, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι δεν υπάρχει ξεχωριστό ζήτημα δυνάμει του Άρθρου 13. Οι απαιτήσεις του τελευταίου Άρθρου είναι σε κάθε περίπτωση λιγότερο αυστηρές από, και στην προκειμένη περίπτωση αφομοιώνονται από το Άρθρο 6 § 1 (βλ., μεταξύ πολλών άλλων αρχών, Coëme και Άλλοι, αναφέρεται ανωτέρω, § 117).
178. Επομένως, αυτό το τμήμα της προσφυγής είναι επίσης προδήλως αβάσιμο και πρέπει να απορριφθεί σύμφωνα με το Άρθρο 35 §§ 3 (α) και 4 της Σύμβασης.
Δ. Η απόφαση του Δικαστηρίου
Διά ταύτα, το Δικαστήριο αποφασίζει ομόφωνα τα εξής
Κηρύσσει την προσφυγή απαράδεκτη.
Marialena TsirliJosep Casadevall
Αναπληρώτρια ΓραμματέαςΠροεδρεύων
Προσάρτημα
Το STICHTING MOTHERS OF SREBRENICA είναι ένα ίδρυμα (stichting) με νομική υπόσταση σύμφωνα με τη νομοθεσία των Κάτω Χωρών, το οποίο δημιουργήθηκε το 2006 και εδρεύει στο Άμστερνταμ. Η κ. Munira SUBAŠIĆ είναι υπήκοος Βοσνίας-Ερζεγοβίνης, γεννηθείσα το 1948 και κάτοικος Vogošća, Βοσνία-Ερζεγοβίνη. Η κ. Zumra ŠEHOMEROVIĆ είναι υπήκοος Βοσνίας-Ερζεγοβίνης, γεννηθείσα το 1951 και κάτοικος Vogošća, Βοσνία-Ερζεγοβίνη. Η κ. Kada HOTIĆ είναι υπήκοος Βοσνίας-Ερζεγοβίνης, γεννηθείσα το 1945 και κάτοικος Vogošća, Βοσνία-Ερζεγοβίνη. Η κ. Sabaheta FEJZIĆ είναι υπήκοος Βοσνίας-Ερζεγοβίνης, γεννηθείσα το 1956 και κάτοικος Vogošća, Βοσνία-Ερζεγοβίνη. Η κ. Kadira GABELJIĆ είναι υπήκοος Βοσνίας-Ερζεγοβίνης, γεννηθείσα το 1955 και κάτοικος Vogošća, Βοσνία-Ερζεγοβίνη. Η κ. Ramiza GURDIĆ είναι υπήκοος Βοσνίας-Ερζεγοβίνης, γεννηθείσα το 1953 και κάτοικος Σαράγεβο, Βοσνία-Ερζεγοβίνη. Η κ. Mila HASANOVIĆ είναι υπήκοος Βοσνίας-Ερζεγοβίνης, γεννηθείσα το 1946 και κάτοικος Σαράγεβο, Βοσνία-Ερζεγοβίνη. Η κ. Šuhreta MUJIĆ είναι υπήκοος Βοσνίας-Ερζεγοβίνης, γεννηθείσα το 1951 και κάτοικος Σαράγεβο, Βοσνία-Ερζεγοβίνη.Η κ. Χ είναι υπήκοος Βοσνίας-Ερζεγοβίνης, γεννηθείσα το 1982 και κάτοικος Κολωνίας, Γερμανία.Η κ. Y είναι υπήκοος Βοσνίας-Ερζεγοβίνης, γεννηθείσα το 1952 και κάτοικος Σαράγεβο, Βοσνία-Ερζεγοβίνη.
© Συμβούλιο της Ευρώπης/Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, 2013 [ή επόμενο έτος].
Οι επίσημες γλώσσες του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων είναι η αγγλική και η γαλλική. Η παρούσα μετάφραση δεν δεσμεύει το Δικαστήριο το οποίο δεν φέρει καμία ευθύνη για την ποιότητά της. Η μετάφραση είναι διαθέσιμη στη βάση νομολογίας HUDOC του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων () και σε κάθε άλλη βάση δεδομένων όπου έχει κοινοποιηθεί από το Δικαστήριο. Επιτρέπεται η αναπαραγωγή της για μη εμπορικούς σκοπούς, με τον όρο να παρατίθεται ο πλήρης τίτλος της υπόθεσης και η παρακάτω ένδειξη δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας. Όποιος τυχόν επιθυμεί να χρησιμοποιήσει ολόκληρη ή μέρος της παρούσας μετάφρασης για εμπορικούς σκοπούς, καλείται να επικοινωνήσει με τη διεύθυνση: publishing@.
© Council of Europe/European Court of Human Rights, 2013 [or subsequent year].
The official languages of the European Court of Human Rights are English and French. This translation does not bind the Court, nor does the Court take any responsibility for the quality thereof. It may be downloaded from the HUDOC case-law database of the European Court of Human Rights () or from any other database with which the Court has shared it. It may be reproduced for non-commercial purposes on condition that the full title of the case is cited, together with the above copyright indication. If it is intended to use any part of this translation for commercial purposes, please contact publishing@.
© Conseil de l’Europe/Cour européenne des droits de l’homme, 2013 [ou année suivante].
Les langues officielles de la Cour européenne des droits de l’homme sont le français et l’anglais. La présente traduction ne lie pas la Cour, et celle-ci décline toute responsabilité quant à sa qualité. Elle peut être téléchargée à partir de HUDOC, la base de jurisprudence de la Cour européenne des droits de l’homme (), ou de toute autre base de données à laquelle HUDOC l’a communiquée. Elle peut être reproduite à des fins non commerciales, sous réserve que le titre de l’affaire soit cité en entier et s’accompagne de l’indication de copyright ci-dessus. Toute personne souhaitant se servir de tout ou partie de la présente traduction à des fins commerciales est invitée à le signaler à l’adresse suivante : publishing@
[1]1. Οι Βόσνιοι (Bosniacs ή Bosniaks) ήταν γνωστοί ως «Μουσουλμάνοι» ή «Μουσουλμάνοι της Γιουγκοσλαβίας» έως τον πόλεμο του 1992-95. Ο όρος «Βόσνιοι» (Bošnjaci) δεν θα πρέπει να συγχέεται με τον όρο «Βόσνιοι» (Bosanci) όταν χρησιμοποιείται για να ορίσει τους κατοίκους της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης ανεξαρτήτως της εθνοτικής τους προέλευσης.
[2]. Οι Κροάτες (Croats) αποτελούν μια εθνοτική ομάδα της οποίας τα μέλη μπορεί να είναι ιθαγενείς της Κροατίας ή άλλης δημοκρατίας της πρώην ΣΟΔΓ συμπεριλαμβανομένης της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης. Η έκφραση «Κροάτης» χρησιμοποιείται συνήθως (τόσο ως ουσιαστικό όσο και ως επίθετο) για να αναφερθεί σε μέλη της εθνοτικής ομάδας, ανεξαρτήτως της εθνικότητάς τους. Δεν θα πρέπει να συγχέεται με τον όρο «Κροάτης» (Croatian), όταν αναφέρεται σε υπηκόους της Κροατίας.
[3]3. Οι Σέρβοι (Serbs) αποτελούν μια εθνοτική ομάδα της οποίας τα μέλη μπορεί να είναι ιθαγενείς της Σερβίας ή άλλης δημοκρατίας της πρώην ΣΟΔΓ συμπεριλαμβανομένης της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης. Η έκφραση «Σέρβος» χρησιμοποιείται συνήθως (τόσο ως ουσιαστικό όσο και ως επίθετο) για να αναφερθεί σε μέλη της εθνοτικής ομάδας, ανεξαρτήτως της εθνικότητάς τους. Δεν θα πρέπει να συγχέεται με τον όρο «Σέρβος» (Serbian), όταν αναφέρεται σε υπηκόους της Σερβίας. Ο κανόνας αυτός ακολουθείται από το Δικαστήριο στην παρούσα απόφαση εκτός εάν παρατίθεται απόσπασμα εγγράφου το οποίο δεν προέρχεται από το ίδιο το Δικαστήριο, όπου διατηρείται η πρωτότυπη διατύπωση.
[4]4. Βλ. Δελτίο Τύπου της Ομάδας Εργασίας των Ηνωμένων Εθνών σχετικά με τις διά της βίας και ακούσιες εξαφανίσεις της 21ης Ιουνίου 2010 κατά την επίσκεψή της στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη.
[5] Για παράδειγμα, Κοινοβουλευτική Συνέλευση του Συμβουλίου της Ευρώπης, Επιτροπή για την τήρηση των υποχρεώσεων και δεσμεύσεων από τα κράτη μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης (Επιτροπή Παρακολούθησης), Έγγρ. 10200, 4 Ιουνίου 2004 (Τήρηση των υποχρεώσεων και δεσμεύσεων από τη Βοσνία-Ερζεγοβίνη):
«Η σφαγή της Σρεμπρένιτσα, η οποία έλαβε χώρα τον Ιούλιο του 1995 σε ένα ασφαλές καταφύγιο του ΟΗΕ εντός και γύρω από την πόλη της Σρεμπρένιτσα, αποτελεί μία από τις χειρότερες θηριωδίες που διαπράχθηκαν μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο: σχεδόν 7.000 Βόσνιοι άνδρες και αγόρια εκτελέστηκαν από τις σέρβικες [sic] δυνάμεις και τα σώματά τους ρίχθηκαν σε μαζικούς τάφους.» (§ 33)
Full & Egal Universal Law Academy