Σημαντική ανακοίνωση νομικού περιεχομένου
Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Tesauro της 15ης Δεκεμβρίου 1988. - SOCIETE SIX CONSTRUCTIONS LTD ΚΑΤΑ PAUL HUMBERT. - ΑΙΤΗΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΠΡΟΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΑΠΟΦΑΣΕΩΣ ΤΟΥ COUR DE CASSATION ΤΟΥ ΠΑΡΙΣΙΟΥ. - ΣΥΜΒΑΣΗ ΤΩΝ ΒΡΥΞΕΛΛΩΝ - ΤΟΠΟΣ ΟΠΟΥ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΚΠΛΗΡΩΘΕΙ Η ΠΑΡΟΧΗ. - ΥΠΟΘΕΣΗ 32/88.
Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου 1989 σελίδα 00341
Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1. Με απόφαση της 14ης Ιανουαρίου 1988, το Cour de cassation της Γαλλικής Δημοκρατίας ερωτά το Δικαστήριο περί της ερμηνείας που πρέπει να δοθεί στο άρθρο 5, παράγραφος 1, της Συμβάσεως των Βρυξελλών για τη διεθνή δικαιοδοσία και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις.
Στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση αναφέρονται διεξοδικά τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως και τα επιχειρήματα των διαδίκων που κατέθεσαν προτάσεις κατά τη διάρκεια της διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου. Μπορώ, επομένως, να περιοριστώ, πριν προβώ στην εξέταση των ερωτημάτων που το Δικαστήριο καλείται να επιλύσει, στο να υπομνήσω τα ουσιώδη σημεία.
Ο ενάγων της κύριας δίκης, Humbert, γάλλος υπήκοος κάτοικος Γαλλίας, ενήγαγε ενώπιον του γάλλου δικαστή, ζητώντας την καταβολή διαφόρων αποζημιώσεων, την εταιρία στην υπηρεσία της οποίας είχε απασχοληθεί επί περίοδο εννέα μηνών. Είναι δικαιολογημένο να υπάρχουν αμφιβολίες ως προς το αν η εναγομένη είχε την έδρα της σε ένα από τα κράτη μέλη, πράγμα που έχει, ωστόσο, αποφασιστική σημασία για την εφαρμογή της Συμβάσεως των Βρυξελλών. Πράγματι, όπως προκύπτει από πολλές διαδικαστικές πράξεις, η Six Constructions Ltd, εταιρία που φέρεται ως έχουσα την έδρα της στις Βρυξέλλες, είναι εταιρία ιδρυθείσα κατά το δίκαιο του αραβικού εμιράτου του Sharjah και έχει "πρακτορείο" στις Βρυξέλλες.
Εφόσον, όμως, στο πλαίσιο προδικαστικής διαδικασίας, το Δικαστήριο οφείλει, όσον αφορά τα πραγματικά περιστατικά της εκκρεμούσας ενώπιον του εθνικού δικαστή διαφοράς, να στηρίζεται στα στοιχεία που συνάγονται από αυτήν, όπως έγιναν δεκτά από το δικαστή, πρέπει, στην προκειμένη περίπτωση, να ξεκινήσω από την προϋπόθεση ότι η εναγομένη έχει την έδρα της στο Βέλγιο.
Πράγματι, ο γάλλος δικαστής που έπρεπε να εξετάσει την ένσταση αναρμοδιότητας, την οποία προέβαλε η εναγομένη, δεν μπόρεσε, για διαδικαστικούς λόγους, να εξετάσει αυτή την ένσταση στο μέτρο που δεν προβλήθηκε κανονικά κατά τη διάρκεια της δίκης.
Αφήνω, επομένως, κατά μέρος nolens volens, αυτό το θέμα και επανέρχομαι στα χαρακτηριστικά της περιπτώσεως που υποβάλλει ο δικαστής a quo.
Στην προκειμένη περίπτωση, το γεγονός ότι ο ενάγων δεν άσκησε την επαγγελματική του δραστηριότητα στην υπηρεσία της εναγομένης σε κανένα από τα κράτη μέλη της Κοινότητας έχει μεγάλη σημασία. Πράγματι, όπως προκύπτει από την απόφαση περί παραπομπής και τη δικογραφία, ο Humbert εργάστηκε για λογαριασμό της εναγομένης αποκλειστικά σε μη κοινοτικές χώρες. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο ο δικαστής a quo υποβάλλει στο Δικαστήριο δύο ερωτήματα με τα οποία ερωτάται, πρώτον, ποια είναι, σ' αυτή την περίπτωση, η ενοχή που πρέπει να ληφθεί υπόψη για την εφαρμογή του άρθρου 5, παράγραφος 1, και, δεύτερον, αν πρέπει να θεωρηθεί ότι η χαρακτηριστική ενοχή εκπληρώνεται στην έδρα της επιχειρήσεως που προσέλαβε τον εργαζόμενο ή αν, αντιθέτως, δεν πρέπει να εφαρμοστεί ο γενικός κανόνας της κατοικίας του εναγομένου, σύμφωνα με το άρθρο 2 της Συμβάσεως.
2. Η νομολογία του Δικαστηρίου επί της ερμηνείας του άρθρου 5, παράγραφος 1, της Συμβάσεως των Βρυξελλών δεν είναι πλουσία. Υπάρχουν, ωστόσο, ορισμένες σχετικές αποφάσεις σχετικές, αφενός, με το γενικότερο θέμα της ταυτότητας της ενοχής που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη για τους σκοπούς του άρθρου 5, παράγραφος 1, και, αφετέρου, με τα ειδικότερα προβλήματα που εγείρουν, σχετικώς, οι συμβάσεις εργασίας.
Είναι ανωφελές να αποκρυβεί ότι, αισθητές διαφορές μεταξύ αυτών των αποφάσεων προκάλεσαν ερωτήματα των συγγραφέων και, ενίοτε, κατά τρόπο μάλλον έντονο. Η απόφαση, την οποία το Δικαστήριο καλείται να εκδώσει στην υπό κρίση υπόθεση έχει, επομένως, ειδική σημασία για τη διασαφήνιση της νομολογιακής κατευθύνσεως του Δικαστηρίου. Δεν είναι, άλλωστε, τυχαίο ότι οι παρατηρήσεις που κατατέθηκαν κατά τη διάρκεια της γραπτής διαδικασίας και αυτές που ανεπτύχθησαν κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση καταλήγουν, παρόλον ότι επικαλούνται τη νομολογία του Δικαστηρίου, σε διαφορετικά συμπεράσματα.
3. Ας εξετάσω, καταρχάς, σχηματικά, ποιες είναι οι αρχές που το Δικαστήριο καθιέρωσε μέχρι τώρα και που μπορούν να έχουν επίπτωση στην προκειμένη περίπτωση:
α) Πρώτον, θα αναφέρω την αρχή που περιλαμβάνεται στην απόφαση De Bloos (υπόθεση 14/76, Racc. 1976, σ. 1497), κατά την οποία η ενοχή που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη για τον καθορισμό του τόπου εκπληρώσεως είναι η ενοχή που αντιστοιχεί στο συμβατικό δικαίωμα επί του οποίου στηρίζεται η αγωγή του ενάγοντος: η ενοχή που χρησιμεύει ως βάση της αγωγής.
β) Δεύτερον, η υπόθεση Tessili (υπόθεση 12/76, Racc. 1976, σ. 1473) έθεσε την αρχή, κατά την οποία ο τόπος όπου εκπληρώθηκε ή οφείλει να εκπληρωθεί η παροχή καθορίζεται με διπλή μέθοδο. Πρώτον, ο επιληφθείς δικαστής πρέπει να καθορίσει "δυνάμει των ιδικών του κανόνων περί συγκρούσεως νόμων, ποιος είναι ο εφαρμοστέος νόμος στην οικεία έννομη σχέση", στη συνέχεια δε πρέπει να καθορίσει, σύμφωνα με αυτό το νόμο, τον τόπο εκπληρώσεως της συμβατικής υποχρεώσεως.
γ) Τρίτον, στον τομέα των συμβάσεων εργασίας, η απόφαση Ivenel (υπόθεση 133/81, Συλλογή 1982, σ. 1891) καθιέρωσε την αρχή, κατά την οποία στην περίπτωση συμβάσεως αφορώσας την παροχή εξηρτημένης εργασίας, ο σύνδεσμος που πρέπει να υφίσταται μεταξύ του αρμόδιου δικαστή και της διαφοράς που του υποβάλλεται καθορίζεται από την ενοχή που χαρακτηρίζει την εν λόγω σύμβαση και η οποία κανονικά είναι αυτή της εκτελέσεως της εργασίας.
δ) Τέλος, στην απόφαση Shenavai (υπόθεση 266/85, Συλλογή 1987, σ. 239), το Δικαστήριο, ενώ δέχθηκε ότι οι συμβάσεις εργασίας παρουσιάζουν ορισμένες ιδιαιτερότητες βάσει των οποίων ο δικαστής του τόπου εκπληρώσεως της παροχής που χαρακτηρίζει αυτή τη σύμβαση φαίνεται ότι είναι ο πλέον κατάλληλος για να ρυθμίζει τις ενδεχόμενες διαφορές, διευκρίνισε, περαιτέρω, ότι "όταν δεν υπάρχουν οι ιδιομορφίες αυτές" πρέπει να λαμβάνεται υπόψη αποκλειστικά η συμβατική υποχρέωση, της οποίας η αγωγή επιδιώκει την εκπλήρωση.
4. Εάν τώρα επιδιώξω να εφαρμόσω τις συναγόμενες από αυτή τη νομολογία σκέψεις στα υποβληθέντα από τον εθνικό δικαστή ερωτήματα, φαίνεται πρόδηλο ότι, ανάλογα με τον προσανατολισμό της νομολογίας όπου αναφέρομαι, το αποτέλεσμα μεταβάλλεται.
Εφαρμόζοντας τη νομολογία De Bloos και Shenavai καταλήγω στο συμπέρασμα ότι η ενοχή που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη είναι αυτή που αντιστοιχεί στο δικαίωμα επί του οποίου ο ενάγων στηρίζει την αγωγή του. 'Ομως, η απόφαση του δικαστή a quo διευκρινίζει ότι, με την εγερθείσα από τον Humbert αγωγή ζητείται η καταβολή διαφόρων αποζημιώσεων που προκύπτουν από τη σύμβαση εργασίας του. Οι υποχρεώσεις, επί των οποίων η αγωγή στηρίζεται, μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι οι υποχρεώσεις που βαρύνουν τον εργοδότη να καταβάλει τις αποζημιώσεις. Δεν αποκλείεται, επομένως, στη θεωρία, ο τόπος εκπληρώσεως των παροχών να μπορεί να είναι η κατοικία του εργαζομένου, εάν αυτό προβλέπουν οι διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου στην εφαρμογή του οποίου οδηγούν οι διατάξεις των κανόνων περί συγκρούσεως νόμων του επιληφθέντος δικαστή, στο μέτρο που προτίθεται κανείς να ακολουθήσει τη νομολογία Tessili. Δεν προκαλεί έκπληξη ότι αυτή είναι η υποστηριζόμενη από τον Humbert άποψη στις παρατηρήσεις που κατέθεσε στο Δικαστήριο, έστω με επιχειρήματα που αγνοούν την απόφαση De Bloos.
Αν, αντιθέτως, προσφύγει κανείς στη νομολογία Ivenel, κατά την οποία πρέπει να ληφθεί υπόψη η χαρακτηριστική ενοχή, η οποία συνήθως είναι αυτή της εκτελέσεως της εργασίας, δικαιοδοσία θα έπρεπε να έχει ο δικαστής του κράτους στο οποίο εκπληρώθηκε η παροχή εργασίας. Είναι περιττό να λεχθεί ότι αυτή η οδός μας οδηγεί αναπόφευκτα, στην προκειμένη περίπτωση, η οποία χαρακτηρίζεται, όπως ήδη είδαμε, από το γεγονός ότι η επαγγελματική δραστηριότητα δεν ασκήθηκε σε κανένα κράτος μέλος της Κοινότητας στην αδυναμία εφαρμογής του άρθρου 5, παράγραφος 1, εκτός εάν θελήσει κανείς να λάβει υπόψη ως ..., επίσης χαρακτηριστικές, άλλες σημαντικές όψεις της σχέσεως εργασίας για να την τοποθετήσει σε ορισμένη χώρα (άποψη του Humbert).
Για να υπερπηδήσουν αυτές τις δυσκολίες, οι διάδικοι που επεζήτησαν να στηριχθούν στην απόφαση Ivenel αναγκάστηκαν να κάνουν επίδειξη εφευρετικότητας στις παρατηρήσεις που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου.
5. Αφενός, ορισμένες κυβερνήσεις πρότειναν να γίνει δεκτό, σε περίπτωση όπως η προκειμένη, το κριτήριο, κατά το οποίο η δικαιοδοσία ανήκει στο δικαστή του τόπου όπου ο εργοδότης έχει την έδρα του, κριτήριο που αντιμετωπίζει και ο δικαστής a quo στο δεύτερο ερώτημα.
Αφετέρου, η Επιτροπή που και αυτή εξήτασε το εν λόγω κριτήριο, το απορρίπτει και προτείνει, στην περίπτωση αυτή, να αποκλεισθεί η εφαρμογή του άρθρου 5, παράγραφος 1, και να εφαρμοστεί η γενική δικαιοδοσία του άρθρου 2, δηλαδή στη δικαιοδοσία του δικαστηρίου της κατοικίας του εναγομένου.
6. Πριν λάβω θέση επί της εναλλακτικής λύσεως που πρέπει να επιλεγεί, ή να προτείνω ενδεχομένως στο Δικαστήριο άλλη λύση, ας μου επιτραπεί να εκθέσω ορισμένες παρατηρήσεις για την περίπτωση που αναφέρεται στο δεύτερο ερώτημα του δικαστή a quo και που αναπτύχθηκε από ορισμένες κυβερνήσεις που κατέθεσαν προτάσεις, δηλαδή την περίπτωση που επιβεβαιώνει την αρχή της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου της έδρας του εργοδότη (ή υπό τη μορφή του τόπου προσλήψεως).
7. Δεν αποκρύπτω ότι μια τέτοια λύση, που καινοτομεί σε σχέση με την προηγούμενη νομολογία του Δικαστηρίου, με περιάγει, παρόλον ότι εξετέθη με αυθεντία, σε σοβαρή αμηχανία, έτσι ώστε δεν μου φαίνεται διόλου λογικό να συστήσω στο Δικαστήριο να την υιοθετήσει.
Για να αιτιολογήσω τις αμφιβολίες μου, δεν μου φαίνεται απαραίτητο να εξετάσω τα διάφορα επιχειρήματα που προέβαλαν οι κυβερνήσεις προς στήριξη της εν λόγω απόψεως και που στηρίζονται ιδίως στην παραπομπή στις διατάξεις που προβλέπουν δύο διεθνείς συμβάσεις, η Σύμβαση της Ρώμης περί του εφαρμοστέου στις συμβατικές υποχρεώσεις νόμου (1) και η Σύμβαση του Lugano περί αναγνωρίσεως και εκτελέσεως των αποφάσεων (αυτή που έχει συμφωνηθεί να αποκαλείται η "παράλληλη Σύμβαση") (2) και αυτό για εξαιρετικά απλό λόγο. Ακόμα και αν το αποτέλεσμα αυτής της εξετάσεως θα επέτρεπε να στηριχθεί η αμφισβητουμένη άποψη, είμαι πεπεισμένος ότι το βάσιμο αυτής πρέπει να εκτιμηθεί υπό το φως της Συμβάσεως των Βρυξελλών, δηλαδή της μόνης που το Δικαστήριο έχει αρμοδιότητα να ερμηνεύσει (3).
8. Με άλλα λόγια, δεν αποκλείεται, διατάξεις περιεχόμενες σε άλλες συμβάσεις, ή ερμηνευτικά κριτήρια εφαρμοστέα σε άλλες συμβάσεις, να μπορούν να επιτρέπουν την εξεύρεση λογικών επιχειρημάτων υπέρ ορισμένης ερμηνείας της Συμβάσεως των Βρυξελλών.
Αντιθέτως, αποκλείεται, καθ' ότι αντίθετο προς τις στοιχειώδεις αρχές ερμηνείας, κριτήριο συνδέσεως καθιερωμένο από άλλη σύμβαση να μπορεί να χρησιμοποιείται ως τοιούτο, δηλαδή όχι πλέον μέσω ερμηνευτικής μεθόδου, κατ' εφαρμογή του άρθρου 5, παράγραφος 1, της Συμβάσεως των Βρυξελλών.
9. 'Ομως, το κριτήριο της έδρας της κατοικίας είναι αντίθετο:
α) προς το κείμενο της διατάξεως που το Δικαστήριο καλείται να ερμηνεύσει
β) προς την πρόθεση των συντακτών της Συμβάσεως του 1968 που επιβεβαιώθηκε το 1978
γ) προς τη ratio decidenti της αποφάσεως Ivenel
δ) προς τη συστηματική ανάγνωση της Συμβάσεως
ε) προς την υφιστάμενη σε όλα σχεδόν τα κράτη μέλη νομική κατάσταση.
α) Είναι βέβαιο ότι η Σύμβαση των Βρυξελλών δεν προβλέπει ειδικώς καμιά δικαιοδοσία, ούτε ειδική ούτε αποκλειστική, για τις διαφορές εκ συμβάσεως εργασίας. Σχετικώς, πρέπει να ληφθεί υπόψη είτε η γενική δικαιοδοσία του άρθρου 2, είτε η ειδική και εναλλακτική δικαιοδοσία που εφαρμόζεται στις συμβάσεις, η προβλεπόμενη με το άρθρο 5, παράγραφος 1, του οποίου αναζητείται εδώ η ερμηνεία και που, χωρίς καμιά αμφιβολία, αποτελεί διάταξη στενής ερμηνείας.
Είναι επίσης αναμφισβήτητο ότι, ούτε η μία ούτε η άλλη διάταξη προβλέπει ως κριτήριο συνδέσεως τον τόπο όπου η επιχείρηση έχει την έδρα της. Αντιθέτως, το άρθρο 2 προβλέπει τη δικαιοδοσία του δικαστηρίου του τόπου του εναγομένου, ενώ το άρθρο 5, παράγραφος 1, προσφέρει στον ενάγοντα τη λύση της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου της χώρας όπου η παροχή, η οποία αποτελεί τη βάση της αγωγής, εκπληρώθηκε ή οφείλει να εκπληρωθεί.
β) Η έκθεση Jenard εξηγεί με σαφήνεια τους λόγους για τους οποίους η Σύμβαση των Βρυξελλών, της οποίας το προσχέδιο περιελάμβανε αποκλειστική δικαιοδοσία για τις διαφορές εκ συμβάσεως εργασίας (και είναι περιττό να τονιστεί, προέβλεπε, ειδικότερα, επίσης το κριτήριο της έδρας της επιχειρήσεως), δεν προέβλεψε στο τελικό του κείμενο ειδική δικαιοδοσία γι' αυτές τις υποθέσεις. Είναι, σχετικώς, χαρακτηριστικό ότι η έκθεση Jenard καταλήγει επ' αυτού του σημείου αναφερόμενη στο γεγονός ότι η Σύμβαση των Βρυξελλών θα μπορούσε να τροποποιηθεί in subjecta materia, ιδίως με τη σύναψη προσθέτου πρωτοκόλλου. Αυτή η κατάσταση δεν μεταβλήθηκε ούτε κατόπιν των εργασιών της προσαρμογής της Συμβάσεως που απέβλεπαν στο να ληφθεί υπόψη η προσχώρηση τριών νέων κρατών. Αυτό σαφώς καταδεικνύει ότι η βούληση των κρατών μελών ήταν να μην προβλεφθεί η ειδική δικαιοδοσία σ' αυτό τον τομέα.
Υπάρχει, όμως, κάτι περισσότερο. 'Οχι μόνο η Σύμβαση Προσχωρήσεως του 1978 δεν εισήγαγε, εν αντιθέσει προς ό,τι έπραξε για άλλες περιπτώσεις, ειδική δικαιοδοσία για τις συμβάσεις εργασίας, αλλά παρέσχε αυθεντική ερμηνεία του άρθρου 5, παράγραφος 1, στο μέτρο που ρητώς προσάρμοσε επίσης το κείμενο σε γαλλική και ολλανδική γλώσσα προς το ιταλικό κείμενο, ακριβώς προς την έννοια της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου του τόπου όπου "η ενοχή που χρησιμεύει ως βάση της αγωγής εκπληρώθηκε ή οφείλει να εκπληρωθεί". Και, σχετικώς, η έκθεση Schlosser δεν παρέλειψε να υπομνήσει ρητώς την απόφαση De Bloos.
γ) Ως προς την απόφαση Ivenel, οι λόγοι για τους οποίους το Δικαστήριο κατέφυγε στην έννοια της χαρακτηριστικής ενοχής, ως καθοριστικού κριτηρίου του τόπου εκπληρώσεως στις υποθέσεις που αφορούν σχέση εργασίας είναι, αφενός, η δημιουργία εναλλακτικής λύσεως, εκ φύσεως εγγύτερης προς το συμφέρον του εργαζομένου, ο οποίος θεωρείται ως ο ασθενέστερος διάδικος και, αφετέρου, η αποφυγή του κινδύνου, τον οποίο φοβούνται πολλοί διάδικοι, του πολλαπλασιασμού των δικαιοδοσιών.
'Ομως, η υπό συζήτηση εδώ περίπτωση θα κατέληγε το εξής παράδοξο: εισάγοντας ως κριτήριο δικαιοδοσίας τον τόπο της έδρας της επιχειρήσεως ως τοιούτο, το ίδιο κριτήριο θα είχε εφαρμογή και στην περίπτωση κατά την οποία ενάγων είναι ο εργοδότης.
Με άλλα λόγια: το να υποστηριχθεί ότι ο τόπος εκληρώσεως θα έπρεπε να είναι ο τόπος της έδρας της επιχειρήσεως στην περίπτωση κατά την οποία η χαρακτηριστική παροχή, που αντιπροσωπεύει η παροχή εργασίας, εκπληρώθηκε εκτός του εδάφους των κρατών μελών, θα είχε ως συνέπεια να επιτρέψει στον εργοδότη να προσαγάγει τον εργαζόμενο, ασθενέστερο διάδικο, ενώπιον του δικού του forum actoris.
Το αποτέλεσμα αυτό μου φαίνεται τόσο παράδοξο ώστε αποκλείει εντελώς τη δυνατότητα να προτείνω την άποψη που μόλις εξετέθη (4).
δ) Και αυτό, πολλώ μάλλον διότι, αν ληφθεί υπόψη ότι στις περιπτώσεις στις οποίες η σύμβαση ρητώς προέβλεψε ειδικές δικαιοδοσίες - εναλλακτικές της γενικής δικαιοδοσίας του άρθρου 2 - για να προστατεύσει τον ασθενέστερο διάδικο (είναι η περίπτωση των δικαιοδοσιών σε θέματα ασφαλίσεως και συμβάσεων συναφθεισών από τους καταναλωτές), ρητώς επίσης προέβλεψε (στα άρθρα 11 και 14 του κειμένου της Συμβάσεως, όπως τροποποιήθηκε το 1978) ότι η αγωγή δεν μπορεί να ασκηθεί παρά μόνο ενώπιον του δικαστή του συμβαλλόμενου κράτους στο έδαφος του οποίου ο ασθενέστερος διάδικος έχει την κατοικία του. Αυτό συγκεκριμένα σημαίνει ότι, σε καμιά περίπτωση, ο ασφαλιστής δεν μπορεί να εναγάγει ασφαλισμένο ενώπιον του δικού του δικαστή. Και το ίδιο συμβαίνει όσον αφορά τις συμβάσεις που συνάπτονται με καταναλωτή. Προκειμένου, αντιθέτως, περί συμβάσεων εργασίας, ο εργοδότης θα μπορούσε να εναγάγει τον εργαζόμενο ενώπιον των δικών του δικαστηρίων. Αυτό θα ήταν αποτέλεσμα τουλάχιστον συζητήσιμο.
Επιπλέον, το γεγονός ότι ο εργαζόμενος είναι ο ενάγων στις περισσότερες διάφορες εργασίες είναι αναμφισβήτητο. Στην οικονομία της Συμβάσεως, ο ενάγων διαθέτει ήδη τη γενική δικαιοδοσία του άρθρου 2, δηλαδή τη δικαιοδοσία του δικαστηρίου του τόπου κατοικίας του εναγομένου. Αν, κατά συνέπεια, υπάρχει πρόθεση να δοθεί πραγματικό περιεχόμενο στην απαίτηση προστασίας του ασθενέστερου διαδίκου και να προσφερθεί, εν πάση περιπτώσει, πραγματική εναλλακτική λύση στον ενάγοντα, πράγμα που προφανώς αποτελεί επιδιωκόμενο από τη Σύμβαση στόχο, μου φαίνεται ότι η ορθή λύση δεν συνίσταται στη δημιουργία αυτού που, συνήθως, δεν θα είναι το αντίστοιχο της γενικής δικαιοδοσίας. Συνεπώς, αν πράγματι θέλει κανείς να προστατεύσει τον ασθενέστερο διάδικο, επιτρέποντάς του να επιχειρήσει την προάσπιση των συμφερόντων του χωρίς να πρέπει να υποστεί δικαστικά έξοδα (για να μην ομιλήσω περί των λοιπών) που μπορούν να αποδειχθούν αποτρεπτικά, αν είναι υποχρεωμένος να προσφύγει στο δικαστήριο του τόπου κατοικίας του εργοδότη, θεωρώ ότι πρέπει να διερευνηθεί νέα οδός αναζητώντας, εντός των ορίων τελολογικής ερμηνείας, τον καθορισμό δικαιοδοσίας, εναλλακτικής της προσφερόμενης με το άρθρο 2.
Και αυτό πολλώ μάλλον διότι, όπως τονίζει η έκθεση Jenard, η Σύμβαση των Βρυξελλών, η οποία στηρίζεται στην αρχή της άμεσης δικαιοδοσίας, εγγυάται μεγαλύτερη ασφάλεια δικαίου εφόσον η προς αναγνώριση ή εκτέλεση απόφαση στο κράτος εκτελέσεως προέρχεται από δικαστή που αντλεί τη δικαιοδοσία του από την ίδια τη Σύμβαση.
ε) Η εξέταση των εσωτερικών κανόνων περί δικαιοδοσίας, που έχουν εφαρμογή στα διάφορα κράτη μέλη στον τομέα των σχέσεων εργασίας, επιτρέπει να διαπιστωθεί ότι:
i) η μεγάλη πλειοψηφία των εθνικών εννόμων τάξεων προβλέπει τον κανόνα της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου του τόπου κατοικίας του εναγομένου
ii) συχνά, και κατά μεγάλο μέρος συγχρόνως με τη δικαιδοσία του δικαστηρίου του τόπου κατοικίας του εναγομένου, είναι δυνατό να ασκηθεί η αγωγή ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου όπου η παροχή εργασίας εκπληρώθηκε ή οφείλει να εκπληρωθεί
iii) η δικαιοδοσία του δικαστηρίου του τόπου κατοικίας ή της έδρας του εργοδότη σπανίως προβλέπεται ως κριτήριο απονομής δικαιοδοσίας.
Μπορεί, επομένως, να προβληθεί ο γενικός προσανατολισμός των εννόμων τάξεων που τείνει να προσφέρει, στον εργαζόμενο, δικαστήριο κείμενο πλησίον του τόπου εργασίας του. Εξάλλου, ορισμένα κράτη επιδιώκουν να διευκολύνουν τη δικαστική προστασία μόνο των εργαζομένων, προσφερόντάς τους ευρύτερη επιλογή από αυτή που διαθέτει ο εργοδότης.
Η περίπτωση της ιταλικής έννομης τάξης (άρθρο 413 του κώδικα πολιτικής δικονομίας), που προβλέπει επίσης ως άλλη λύση τη δικαιοδοσία του δικαστηρίου της έδρας της επιχειρήσεως, απομακρύνεται μόνο prima facie από τις ανωτέρω παρατηρήσεις μου. Και, πράγματι, αυτή η διάταξη αφήνει σαφώς να διαφανεί ότι η επιλογή αιτιολογείται με την ανάγκη να απονεμηθεί η δικαιοδοσία στο δικαστή του τόπου όπου, βάσει του id quod plerumque accidit, η παροχή εργασίας εκτελείται, εφόσον η εγκατάσταση κείται σ' αυτό τον τόπο. Αυτό επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι προβλέπεται ως άλλη λύση η δικαιοδοσία του δικαστηρίου του τόπου της αποκεντρωμένης εγκαταστάσεως της επιχειρήσεως στην οποία εκπληρώνεται η παροχή. Και δεν μπορεί να αγνοηθεί το γεγονός ότι, άλλο πράγμα είναι η πρόβλεψη του δικαστηρίου της έδρας της επιχειρήσεως για την εσωτερική αρμοδιότητα κατά τόπον και άλλο πράγμα είναι η πρόβλεψη για τη διεθνή δικαιοδοσία με την οποία ασχολείται η Σύμβαση των Βρυξελλών.
'Ομως, παρόλον ότι η εθνική νομοθετική επιλογή της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου της έδρας της επιχειρήσεως μπορεί να δικαιολογηθεί από το ότι, αυτή η επιλογή στηρίζεται στο λογικό τεκμήριο ότι η έδρα της επιχειρήσεως συμπίπτει κανονικά με τον τόπο παροχής της εργασίας, μια επιλογή τέτοιας φύσεως μέσω της νομολογίας, όπως την αντιμετωπίζει ο δικαστής a quo και ορισμένες κυβερνήσεις, είναι απαράδεκτη διότι, στην προκειμένη περίπτωση, το γεγονός ότι ο εργαζόμενος δεν άσκησε τη δραστηριότητά του στη χώρα όπου η επιχείρηση έχει την έδρα της συνιστά τη μείζονα πρόταση του συλλογισμού. Και δεν πρόκειται περί σπανίας περιπτώσεως αντιθέτως, πρόκειται περί περιπτώσεως που απαντάται συχνά όταν τίθεται το πρόβλημα της διεθνούς δικαιοδοσίας.
10. Σε τελική ανάλυση, θεωρώ, κατά συνέπεια, ότι η υπόθεση της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου της έδρας της επιχειρήσεως ως τοιαύτης - δηλαδή εντελώς και εξ υποθέσεως χωριστά από τον τόπο της παροχής, όσον και από τον τόπο των άλλων παροχών που είναι συμφυείς με τη σχέση εργασίας - πρέπει ασφαλώς να αποκλεισθεί. Η πρόταση μιας τέτοιας λύσεως η οποία, επιπλέον, θα μπορούσε να επεκταθεί, έστω και με λίγη φαντασία, από το πλαίσιο της προκειμένης περιπτώσεως σε γενικές περιπτώσεις, καταλήγει στο να οδηγήσει το Δικαστήριο, όχι πλέον στο να ερμηνεύσει το άρθρο 5, παράγραφος 1, της Συμβάσεως, αλλά στο να εισαγάγει νέο κριτήριο συνδέσεως. Πράγματι, ενώ η λύση της χαρακτηριστικής παροχής (απόφαση Ivenel) θα μπορούσε, ωστόσο, να οδηγήσει στην προσπάθεια ερμηνείας του άρθρου 5, παράγραφος 1, και ιδίως στον καθορισμό της παροχής που πρέπει να ληφθεί υπόψη, η υπόθεση της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου της έδρας της επιχειρήσεως, ως τοιαύτης, θα συνιστούσε το αποτέλεσμα, όχι ερμηνευτικής μεθόδου, αλλά πραγματικής δραστηριότητας εισάγουσας καινοτομία θα πραγματοποιείτο η εισαγωγή νέου κριτηρίου, το οποίο επί πλέον έχει εκ προθέσεως αποκλεισθεί από τα συμβαλλόμενα μέρη. Και δεν παρίσταται καθόλου ανάγκη να αναφερθεί ότι, στα συμβαλλόμενα μέρη και στο Δικαστήριο εναπόκειται το έργο της τροποποιήσεως της Συμβάσεως.
Αφού, επομένως, απέρριψα τη λύση της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου της έδρας της επιχειρήσεως, ως τοιαύτης, ή ως "τόπου προσλήψεως" που εν πάση περιπτώσει αποτελεί διαφορετικό τρόπο για να λεχθεί το ίδιο πράγμα, πρέπει να εξετάσω άλλους τρόπους για να δοθεί ικανοποιητική απάντηση στο δικαστή a quo.
11. Στην ουσία, το αντικείμενο της διαφοράς φαίνεται να συνοψίζεται στην ακόλουθη εναλλακτική λύση: είτε ο εθνικός δικαστής θεωρεί ότι η καταβολή των διαφόρων αποζημιώσεων που αποτελούν το petitum του ενάγοντος αντιπροσωπεύει την εκπλήρωση της συμβατικής παροχής που χρησιμεύει ως βάση της αγωγής, είτε θεωρεί ότι η καταβολή των αποζημιώσεων συνδέεται όχι με μια μόνο παροχή, αλλά με "διάφορες παροχές" που προκύπτουν από τη σύμβαση εργασίας.
Στην πρώτη περίπτωση, ενιαία παροχή, η λύση φαίνεται σχετικώς απλή. Το κείμενο του άρθρου 5, παράγραφος 1, της Συμβάσεως, καθεαυτό και όπως έχει ερμηνευθεί από το Δικαστήριο (αποφάσεις De Bloos και Shenavai, αλλά και Tessili), οδηγεί τον επιληφθέντα δικαστή στο να εξετάσει αν, δυνάμει των διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου, του οποίου η εφαρμογή προκύπτει από τους κανόνες περί συγκρούσεως δικαιοδοσιών, ο ίδιος ή ένας άλλος δικαστής έχει δικαιοδοσία για να επιληφθεί της διαφοράς. Και δεν αποκλείεται ο επιληφθείς δικαστής να μπορεί να καθορίσει aliunde τη δικαιοδοσία (ή την έλλειψη δικαιοδοσίας του), βάσει του τόπου εκπληρώσεως της παροχής η οποία χρησιμεύει ως βάση της αγωγής: για παράδειγμα, στην περίπτωση που βεβαία βούληση των διαδίκων φαίνεται προς αυτή την κατεύθυνση, ενδεχομένως επιβεβαιωνόμενη με τον τρόπο εκτελέσεως που ακολούθησαν οι διάδικοι κατά τη διάρκεια της υπό εξέταση σχέσεως, ή, εν πάση περιπτώσει, όταν πρόκειται περί καθαρώς πραγματικού κριτηρίου συνδέσεως.
12. Στη δεύτερη υπόθεση, δηλαδή την περίπτωση πλειονότητας παροχών, θα συναντούσε κανείς την περίπτωση που αποτέλεσε το αντικείμενο της αποφάσεως Ivenel, με τη δυσχέρεια εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση, στην οποία η "χαρακτηριστική" παροχή εργασίας τοποθετείται εκτός της κοινότητας, των αρχών που η εν λόγω απόφαση περιέχει.
Η εξέταση αυτής της υποθέσεως απλοποιείται σημαντικά αν κανείς προβεί σ' αυτή, λαμβάνοντας υπόψη τους λόγους που αιτιολόγησαν την απόφαση Ivenel. Είναι χαρακτηριστικό ότι η συλλογιστική του Δικαστηρίου στηρίχθηκε σε δύο στοιχεία: την υπεράσπιση του ασθενέστερου διαδίκου και στη σκοπιμότητα συνδέσεως του έχοντος τη δικαιοδοσία δικαστηρίου με τον εφαρμοστέο νόμο που "περιλαμβάνει διατάξεις που προστατεύουν τον εργαζόμενο". Και, η σκέψη 19 της αποφάσεως αναφέρει in fine: "και είναι συνήθως το δίκαιο του τόπου εκτελέσεως της εργασίας αυτό που συνιστά και τη χαρακτηρίζουσα τη σύμβαση παροχή."
Η λογική της συλλογιστικής του Δικαστηρίου οδηγεί, κατά τη γνώμη μου, στο συμπέρασμα ότι, στην περίπτωση που οι διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που προστατεύουν τον εργαζόμενο δεν μπορούν να επιτελέσουν αυτή τη συνδετική λειτουργία μεταξύ του εφαρμοστέου νόμου και του δικαστηρίου που έχει τη δικαιοδοσία, απλώς και μόνο διότι ο τόπος παροχής της εργασίας κείται εκτός του εδάφους των κρατών μελών της ΕΟΚ, αυτή η νομολογιακή συλλογιστική δεν μπορεί πλέον να αναπτυχθεί, τουλάχιστον αν εστιάζεται στην ενοχή τη σχετική με την παροχή εργασίας.
13. Σ' αυτή την περίπτωση, θα μπορούσε είτε να παραιτηθώ, γι' αυτή την υπόθεση, από την έννοια της "ενοχής που χαρακτηρίζει τη Σύμβαση" και να επανέλθω στο γενικό σχήμα του άρθρου 5, παράγραφος 1, κατά τους όρους του ιδίου αυτού άρθρου (αποφάσεις De Bloos και Shenavai), είτε να διαπιστώσω ότι το άρθρο 5, παράγραφος 1, in toto δεν έχει εφαρμογή και να επανέλθω, όπως προτείνει η Επιτροπή, στη συνήθη δικαιοδοσία του άρθρου 2, δηλαδή στη δικαιοδοσία του δικαστηρίου της κατοικίας του εναγομένου.
14. Χωρίς να θέλω να επαναφέρω το ζήτημα του προσανατολισμού της νομολογίας που περιέχει η απόφαση Ivenel, θεωρώ ότι το Δικαστήριο θα έπρεπε να εξετάσει αν η προσφυγή στην έννοια της χαρακτηριστικής παροχής, στο μέτρο που αυτή ταυτίζεται με την παροχή εργασίας, συνιστά την προσδοκόμενη πανάκεια σε όλες τις περιπτώσεις όπου πλείονες παροχές χρησιμεύουν ως βάση της αγωγής. Και αυτό, ιδίως στις περιπτώσεις κατά τις οποίες για πραγματικούς λόγους - άσκηση της επαγγελματικής δραστηριότητας εκτός των κρατών μελών - η σύνδεση του τόπου της παροχής εργασίας και του έχοντος δικαιοδοσία δικαστηρίου δεν είναι πραγματοποιήσιμη, ή συνεπάγεται άλλες αβεβαιότητες αντί να τις εξαφανίσει (παροχές σε περισσότερα κράτη).
Νομίζω ότι, σ' αυτή την εξέταση, ορισμένες απόψεις, που συνήθως τονίζονται από τους συγγραφείς, θα έπρεπε να ληφθούν υπόψη. Αναφέρομαι, ειδικότερα, στις κριτικές που προκάλεσε η σύνδεση του εφαρμοστέου νόμου με το έχον τη δικαιοδοσία δικαστήριο που διαφαίνεται στην απόφαση Ivenel. Ας μου επιτραπεί να τονίσω, σχετικώς, ότι το άρθρο 6 της Συμβάσεως της Ρώμης περί συμβάσεων εργασίας, εκτός του ότι δεν υλοποιεί την αρχή της χαρακτηριστικής παροχής που αναφέρεται στο άρθρο 4, εισάγει παρέκκλιση κατά την εφαρμογή αυτής της εννοίας. Πράγματι, ελλείψει του άρθρου 6, ή σε περίπτωση μη εφαρμογής του, η δυνατότητα εφαρμογής του άρθρου 4 συνεπάγεται την εφαρμογή του νόμου της χώρας στην οποία ο εργαζόμενος, θεωρούμενος ως το μέρος που παρέχει τη χαρακτηριστική παροχή, διαμένει συνήθως.
Επί γενικότερου πεδίου, περαιτέρω, δεν υπάρχει αμφιβολία - χωρίς μάλιστα να πρέπει να διαταραχθούν μεγάλες αρχές - ότι το πρόβλημα της επιλογής του εφαρμοστέου δικαίου τίθεται κατά τρόπο διαφορετικότερο από αυτόν της επιλογής του έχοντος τη δικαιοδοσία δικαστηρίου και αυτό, κυρίως, στο θέμα που μας απασχολεί, όπου πολλές απόψεις της σχέσεως εργασίας υπάγονται σε διατάξεις μη επιδεχόμενες παρέκκλιση (δημοσίας τάξεως ή υποχρεωτικής εφαρμογής) του κράτους στο οποίο εκτελείται η εργασία, με συνέπεια η πραγματική επιλογή του εφαρμοστέου δικαίου να μην είναι συχνά δυνατή παρά μόνο σε περίπτωση ανυπαρξίας αντιθέτου διατάξεως. Αντιστρόφως, ο καθορισμός του έχοντος δικαιοδοσία δικαστηρίου εξαρτάται από άλλες προϋποθέσεις και παρουσιάζει άλλες περιπλοκές που εστιάζονται, στις περισσότερες έννομες τάξεις, στο συμφέρον του εργαζομένου.
Σ' αυτό προστίθεται ότι, όπως ήδη ανέφερα, σε σχέση με τη νομοθετική επιλογή για την εσωτερική αρμοδιότητα κατά τόπον, επομένως, για σχέσεις εργασίας που συνήθως στερούνται στοιχείων αλλοδαπού χαρακτήρα, η επιλογή του αρμόδιου δικαστηρίου που διαθέτει διεθνή δικαιοδοσία είναι πολύ πιο λεπτή. Συγκεκριμένα, η συνηθέστερη περίπτωση είναι σχέση εργασίας, περιλαμβάνουσα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία, εντοπιζόμενα σε δύο ή περισσότερες χώρες, έτσι ώστε η προσφερόμενη εναλλακτική λύση στον ενάγοντα-εργαζόμενο, όσον αφορά το δικαστήριο του τόπου του ενάγοντος ή της έδρας της επιχειρήσεως, πρέπει να είναι ακόμη περισσότερο πραγματική. Και παρόλον ότι μπορεί να είναι αληθές, ότι η προάσπιση των συμφερόντων του εργαζομένου είναι ξένη προς την "κουλτούρα" της Συμβάσεως των Βρυξελλών, δεν πρέπει για το λόγο αυτό να μη γίνει δεκτή πραγματική εναλλακτική λύση, προσφερόμενη επίσης στον ενάγοντα, σύμφωνα με διαιωνιζόμενη νομική παράδοση σε όλες τις έννομες τάξεις και, δεν είναι αμφισβητήσιμο, και στη Σύμβαση των Βρυξελλών.
15. Βάσει αυτών των σκέψεων, νομίζω ότι η ύπαρξη πραγματικού στοιχείου, όπως η άσκηση επαγγελματικών δραστηριοτήτων σε ένα ή περισσότερα κράτη μη μέλη της Κοινότητας, δεν θα έπρεπε να ασκεί σημαντική επίδραση, ώστε να αποκλείσει την κανονική εφαρμοφή του άρθρου 5, παράγραφος 1. Με άλλα λόγια, είναι δύσκολο να εννοήσω για ποιο λόγο το απλό γεγονός ότι
α) ο ενάγων στηρίζει την αγωγή του, όχι σε μία μόνο παροχή αλλά, για παράδειγμα, σε δύο παροχές,
β) ο τόπος επαγγελματικής δραστηριότητας είναι εν μέρει ή στο σύνολό του το έδαφος κράτους μη μέλους,
πρέπει πάντοτε και, εν πάση περιπτώσει, να στερεί τον ενάγοντα από την εναλλακτική δικαιοδοσία που του προσφέρει το άρθρο 5, παράγραφος 1, όπως το αντιμετώπισε το Δικαστήριο στις αποφάσεις De Bloos και Shenavai.
Μου φαίνεται, αντιθέτως, συμφωνότερο προς τη γενική δομή των διατάξεων της Συμβάσεως, που αποβλέπει, με τη θέσπιση ειδικών εναλλακτικών δικαιοδοσιών, να προσφέρει - ασφαλώς όταν πληρούνται οι προϋποθέσεις - πραγματική εναλλακτική δικαιοδοσία στον ενάγοντα, να συστήσω στο Δικαστήριο λύση που επιτρέπει την εφαρμογή, σε ενδεχομένη περίπτωση, των διατάξεων του άρθρου 5, παράγραφος 1.
Θεωρώ, επομένως, ότι, τουλάχιστον σε περίπτωση όπως η προκειμένη, ο επιληφθείς δικαστής θα έπρεπε, ακόμη κι αν θεωρεί ότι ευρίσκεται ενώπιον πλειόνων παροχών, να στηριχθεί στις παροχές που χρησιμεύουν συγκεκριμένα ως βάση της αγωγής και να μη λάβει υπόψη τη χαρακτηριστική παροχή της οποίας, εξ υποθέσεως, θα μπορούσε ακόμα να μη γίνει επίκληση και η οποία θα μπορούσε, αντιθέτως, να καταλήξει σε δικαιοδοσία ξένη προς την Κοινότητα ή, εν πάση περιπτώσει, σε ουσιαστικό διαχωρισμό μεταξύ του τόπου της παροχής και της υπό εξέταση σχέσεως εργασίας στο σύνολό της.
Δεν νομίζω ότι ο κίνδυνος "εξατομικεύσεως" των διαδικασιών, για τον οποίο ενίοτε διατυπώθηκαν φόβοι, συνιστά αποφασιστικό εμπόδιο στην αποδοχή αυτής της απόψεως. Ο εθνικός δικαστής δεν στερείται μέσων για να αποφύγει αυτόν τον κίνδυνο. Τα μέσα αυτά, στηριζόμενα σε πολύ γνωστές νομικές έννοιες, όπως, για παράδειγμα, στη συνάφεια και το παρεπόμενο αίτημα, μπορούν να ανευρεθούν στην ίδια τη Σύμβαση των Βρυξελλών. Και δεν μπορεί να λεχθεί ότι ο καθορισμός της "κυρίας" παροχής, μεταξύ αυτών που χρησιμεύουν ως βάση της αγωγής, δεν θα επιτρέψει την ικανοποίηση όλων των σχετικών απαιτήσεων: των απαιτήσεων της ασφαλείας του δικαίου, της υποταγής στο κείμενο της Συμβάσεως και στη βούληση των συμβαλλομένων μερών, καθώς και των απαιτήσεων, οι οποίες πρέπει επίσης να γίνουν δεκτές και αποτελούν τη βάση της αποφάσεως Ivenel.
Εν συμπεράσματι, προτείνω να δοθεί στο δικαστή a quo η εξής απάντηση:
Σε διαφορά εργασίας, στην οποία η παροχή εργασίας εκτελέστηκε εκτός του εδάφους των συμβαλλομένων κρατών, ο επιληφθείς δικαστής οφείλει, για να αποφανθεί περί της δικαιοδοσίας του δυνάμει του άρθρου 5, παράγραφος 1, της Συμβάσεως των Βρυξελλών, να λάβει υπόψη τις συμβατικές παροχές που χρησιμεύουν ως βάση της αγωγής.
(*) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ιταλική.
(1) GU L 266 της 9.10.1980, σ. 1.
(2) GU L 319 της 25.11.1988, σ. 9.
(3) Αυτό το συμπέρασμα δεν μου φαίνεται να προσκρούει στην ευχή, τουλάχιστον εκπληκτική, που εκφράζεται στη δήλωση των αντιπροσώπων των κυβερνήσεων των υπογραφόντων κρατών της Συμβάσεως του Lugano, μελών των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κατά την οποία "θεωρούν σκόπιμο να λαμβάνει το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων προσηκόντως υπόψη του, κατά την ερμηνεία της Συμβάσεως των Βρυξελλών, τις αρχές που περιλαμβάνονται στη νομολογία που απορρέει από τη Σύμβαση του Lugano". Οποιαδήποτε κι αν είναι η ισχύς αυτής της δηλώσεως, ασφαλώς δεν μπορεί να οδηγήσει στην εφαρμογή, στην προκειμένη περίπτωση που υπάγεται στη ρύθμιση της Συμβάσεως των Βρυξελλών, κανονιστικών διατάξεων διαφορετικού περιεχομένου της Συμβάσεως του Lugano.
(4) Ως προς το παράδοξο επίσης, παρόλο σε διαφορετικό πλαίσιο, υπενθυμίζω ότι η έκθεση Jenard/Moeller, σχετικά με τη σύμβαση του Lugano, δικαιολογεί (στην παράγραφο 66) την προβλεπόμενη στο άρθρο 5, παράγραφος 1, διάταξη στον τομέα του τόπου εκτελέσεως της συμβάσεως εργασίας, που ορισμένες κυβερνήσεις, οι οποίες κατέθεσαν προτάσεις στην υπό κρίση υπόθεση, θα επιθυμούσαν να επεκταθεί στη λύση της προκειμένης περιπτώσεως, ως εξής: "Η λανθάνουσα σκέψη σ' αυτή τη διάταξη είναι η προστασία του απασχολουμένου, ο οποίος, από οικονομικής και κοινωνικής απόψεως, θεωρείται ως το ασθενέστερο μέρος".
Top