Μεταφραστική Υπηρεσία Υπουργείου Εξωτερικών, Αθήνα
SERVICE DES TRADUCTIONS DU MINISTERE DES AFFAIRES ETRANGERES DE LA REPUBLIQUE HELLENIQUE, ATHENES
HELLENIC REPUBLIC, MINISTRY OF FOREIGN AFFAIRS, TRANSLATION SERVICE, ATHENS
ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ
ΠΡΩΤΟ ΤΜΗΜΑ
ΑΠΟΦΑΣΗ (τύποις)
Προσφυγές υπ’ αρίθμ. 61068/16 και 61071/16
Κωνσταντίνος ΤΡΆΚΚΑΣ κατά της Ελλάδος
Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Πρώτο Τμήμα), συνεδριάζοντας στις 26 Σεπτεμβρίου 2017 σε επιτροπή αποτελούμενη από τους:
Aleš Pejchal, Πρόεδρο
Krzystztof Wojtyczek,
Armen Harutyunyan, Δικαστές
καθώς και από την Renata Degener, Αναπληρώτρια Γραμματέα του Τμήματος.
Αφού εξέτασε τις προαναφερθείσες προσφυγές που κατατέθηκαν στις 13 Οκτωβρίου 2016 και αφού διασκέφθηκε σχετικά με αυτές εκδίδει την παρακάτω απόφαση:
ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ
1.Η υπόθεση προέκυψε από τις στρεφόμενες κατά της Ελληνικής Δημοκρατίας προσφυγές (υπ’ αρίθμ. 61068/16 και 61071/16). Ο προσφεύγων, ο κύριος Κωνσταντίνος Τράκκας, είναι Έλληνας υπήκοος, γεννήθηκε το 1929 και κατοικεί στην Αθήνα.
Α. ΟΙ ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΤΗΣ ΚΡΙΝΟΜΕΝΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ
2.Τα πραγματικά περιστατικά της υπόθεσης, όπως τα εξέθεσε ο προσφεύγων, περιληπτικά είναι τα εξής.
3.Το 1996, ο προσφεύγων, που ήταν δικαστής, συνταξιοδοτήθηκε.
1. Η πρώτη διαδικασία ενώπιον των Διοικητικών Δικαστηρίων (προσφυγή υπ’ αρίθμ. 61068/16)
4.Με την πράξη υπ’αρίθμ.15983/1996 ο Διευθυντής του Ταμείου Επικουρικής Ασφαλίσεως Δημοσίων Υπαλλήλων, όρισε ένα ποσό που αντιστοιχούσε σε μία επικουρική σύνταξη καθοριζόμενη βάσει του βασικού μισθού του προσφεύγοντος που του παρείχε το δικαίωμα συνταξιοδότησης.
5.Εν συνεχεία, ο προσφεύγων έλαβε αύξηση στο ποσό της σύνταξής του εξαιτίας της αύξησης του μισθού που του παρείχε το δικαίωμα συνταξιοδότησης.
6.Την 1η Μαΐου 2000, ο προσφεύγων υπέβαλλε αίτημα ενώπιον του Ταμείου Επικουρικής Ασφαλίσεως Δημοσίων Υπαλλήλων ζητώντας την αναθεώρηση της πράξης υπ’αρίθμ.15983/1996. Το αίτημά του απερρίφθη από την διοίκηση.
7.Στις 9 Ιουνίου 2003, ο προσφεύγων προσέφυγε ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών («το Διοικητικό Δικαστήριο») κατά της απόρριψης του αιτήματός του.
8.Στις 30 Απριλίου 2004, το Διοικητικό Δικαστήριο δικαίωσε τον προσφεύγοντα (απόφαση υπ’ αρίθμ. 4699/2004).
9.Στις 3 Νοεμβρίου 2004, το Ταμείο Επικουρικής Ασφαλίσεως Δημοσίων Υπαλλήλων εφεσίβαλλε αυτή την απόφαση.
10.Στις 31 Μαΐου 2006, το Διοικητικό Εφετείο Αθηνών («το Διοικητικό Εφετείο») ακύρωσε την απόφαση υπ’ αρίθμ. 4699/2004 του Διοικητικού Δικαστηρίου και απέρριψε την προσφυγή του προσφεύγοντος (απόφαση υπ’ αρίθμ. 1783/2006).
11.Στις 18 Ιανουαρίου 2007 ο προσφεύγων υπέβαλε αίτηση αναιρέσεως κατά της τελευταίας απόφασης.
12.Στις 5 Μαρτίου 2014, με προδικαστική απόφαση το Συμβούλιο της Επικρατείας διέταξε τους αντιδίκους να υποβάλλουν υπομνήματα για να αναφέρουν το διακύβευμα αυτής της δικαστικής διαμάχης (απόφαση υπ’ αρίθμ. 912/2014).
13.Στις 5 Ιουνίου 2014 και στις 14 Απριλίου 2015, το Ταμείο υπέβαλλε υπομνήματα με τα οποία υποστήριξε ότι το διακύβευμα της εν λόγω διαμάχης ανερχόταν στα 1.022 ευρώ. Στο υπόμνημά του στις 25 Ιουνίου 2014, ο προσφεύγων υποστήριζε, ζητώντας έτσι να γίνει αποδεκτή η αίτηση αναιρέσεως, που είχε υποβάλλει, ότι επειδή του είχε ζητηθεί από το Ταμείο να επιστρέψει ποσά που του είχαν ήδη καταβληθεί, η απόφαση, που θα υιοθετούσε το Συμβούλιο της Επικρατείας, θα είχε γι’ αυτόν σημαντικές οικονομικές ή δημοσιονομικές επιπτώσεις.
14.Στις 18 Απριλίου 2016, το Συμβούλιο της Επικρατείας απέρριψε την αίτηση αναιρέσεως του προσφεύγοντος. Συγκεκριμένα, το ανώτατο Δικαστήριο επεσήμανε, ότι το διακύβευμα της εν λόγω διαμάχης για τον προσφεύγοντα δεν ξεπερνούσε το ποσό των 2.000.000 δραχμών (περίπου 5.869 ευρώ). Επομένως, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 53 §§ 3 και 4 του Προεδρικού Διατάγματος υπ’ αριθμ. 18/1989, όπως αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο 36 §§ 2 και 3 του Νόμου 2721/1999 και το άρθρο 5 του Νόμου 2944/2001, η αίτηση αναιρέσεως έπρεπε να απορριφθεί. Το Συμβούλιο της Επικρατείας επεσήμανε επίσης, ότι ο προσφεύγων δεν επικαλέστηκε συγκεκριμένους λόγους σχετικά με τις σημαντικές οικονομικές ή δημοσιονομικές επιπτώσεις που θα καθιστούσαν αναγκαία την εξέταση της αναίρεσης (απόφαση υπ’ αριθμ. 988/2016).
2.Η δεύτερη διαδικασία ενώπιον των Διοικητικών Δικαστηρίων (προσφυγή υπ’ αρίθμ. 61071/16)
15.Βάσει της απόφασης υπ’ αριθμ. 6173/1996 του Διοικητικού Συμβουλίου του Μετοχικού Ταμείου Πολιτικών Υπαλλήλων ο προσφεύγων λάμβανε ένα μηνιαίο μέρισμα καθοριζόμενη βάσει του βασικού μισθού του προσφεύγοντος που του παρείχε το δικαίωμα συνταξιοδότησης.
16.Εν συνεχεία, ο προσφεύγων έλαβε αύξηση του ποσού της σύνταξής του εξαιτίας της αύξησης του μισθού που του παρείχε το δικαίωμα συνταξιοδότησης.
17.Στις 12 Νοεμβρίου 2002 και στις 30 Μαΐου 2003 ο προσφεύγων υπέβαλλε αίτημα ενώπιον του Μετοχικού Ταμείου Πολιτικών Υπαλλήλων ζητώντας την αναθεώρηση της πράξης υπ’ αριθμ. 6173 /1996 που αφορούσε το μηνιαίο μέρισμα. Το αίτημά του απερρίφθη από την διοίκηση.
18.Στις 3 Σεπτεμβρίου 2003, ο προσφεύγων προσέφυγε στο Διοικητικό Δικαστήριο κατά της απόρριψης του αιτήματός του.
19.Στις 30 Απριλίου 2004, το Διοικητικό Δικαστήριο δικαίωσε εν μέρει τον προσφεύγοντα. Απέρριψε το επιχείρημα του προσφεύγοντος ότι το μηνιαίο μέρισμα θα έπρεπε να υπολογιστεί επίσης βάσει του ποσού της αυτόματης τιμαριθμικής αναπροσαρμογής που λάμβανε ο προσφεύγων πριν από την συνταξιοδότηση του (απόφαση υπ’ αρίθμ. 4700/2004).
20.Στις 9 Δεκεμβρίου 2004 και στις 27 Ιανουαρίου 2005, το Μετοχικό Ταμείο Πολιτικών Υπαλλήλων εφεσίβαλλε αυτή την απόφαση.
21.Στις 26 Μαΐου 2006, το Διοικητικό Εφετείο απέρριψε τις εφέσεις του Μετοχικού Ταμείου Πολιτικών Υπαλλήλων (απόφαση υπ’ αρίθμ. 1688/2006) και του προσφεύγοντος (απόφαση υπ’ αρίθμ. 1689/2006) αντίστοιχα.
22.Στις 27 και 28 Δεκεμβρίου 2006, το παραπάνω Ταμείο και ο προσφεύγων υπέβαλλαν αίτηση αναιρέσεως.
23.Στις 23 Απριλίου 2012, το Συμβούλιο της Επικρατείας απέρριψε την αίτηση του Ταμείου (απόφαση υπ’ αρίθμ. 1400/2012).
24.Στις 5 Μαρτίου 2014, με προδικαστική απόφαση, το Συμβούλιο της Επικρατείας, το οποίο εξέταζε την αίτηση του προσφεύγοντος, διέταξε τους αντιδίκους να υποβάλλουν υπομνήματα για να εκθέσουν το διακύβευμα αυτής της δικαστικής διαμάχης (απόφαση υπ’ αρίθμ. 911/2014).
25.Στις 5 Ιουνίου 2014, το Ταμείο υπέβαλλε ένα υπόμνημα με τα οποίο υποστήριξε ότι το διακύβευμα της εν λόγω διαμάχης ανερχόταν στα 1.243 ευρώ. Στα υπομνήματα του στις 25 Ιουνίου 2014 και στις 29 Απριλίου 2015, ο προσφεύγων υποστήριζε, ζητώντας έτσι να γίνει αποδεκτή η αίτηση αναιρέσεως που είχε υποβάλλει, ότι επειδή του είχε ζητηθεί από το Ταμείο να επιστρέψει ποσά που του είχαν ήδη καταβληθεί, η απόφαση που θα υιοθετούσε το Συμβούλιο της Επικρατείας θα είχε γι’ αυτόν σημαντικές οικονομικές ή δημοσιονομικές επιπτώσεις.
26.Στις 18 Απριλίου 2016, το Συμβούλιο της Επικρατείας απέρριψε την αίτηση αναιρέσεως του προσφεύγοντος. Συγκεκριμένα, το ανώτατο Δικαστήριο επεσήμανε, ότι το διακύβευμα της εν λόγω δικαστικής διαμάχης για τον προσφεύγοντα δεν ξεπερνούσε το ποσό των 2.000.000 δραχμών (περίπου 5.869 ευρώ). Επομένως, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 53 §§ 3 και 4 του Προεδρικού Διατάγματος υπ’ αριθμ. 18/1989, όπως αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο 36 §§ 2 και 3 του Νόμου 2721/1999 και το άρθρο 5 του Νόμου 2944/2001, η αίτηση αναιρέσεως έπρεπε να απορριφθεί. Το Συμβούλιο της Επικρατείας τόνισε επίσης, ότι ο προσφεύγων δεν επικαλέστηκε συγκεκριμένους λόγους σχετικά με τις σημαντικές οικονομικές ή δημοσιονομικές επιπτώσεις που θα καθιστούσαν αναγκαία την εξέταση της αναίρεσης (απόφαση υπ’ αριθμ. 987/2016).
Β.ΤΟ ΕΦΑΡΜΟΣΤΕΟ ΕΘΝΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ
27. Η παράγραφος 3 του άρθρου 53 του Προεδρικού Διατάγματος υπ’ αριθμ. 18/1989, όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 36 του Νόμου 2721/1999 και όπως τροποποιήθηκε από το άρθρο 5 του Νόμου 2944/2001 ορίζει τα εξής:
« Δεν επιτρέπεται η άσκηση αίτησης αναιρέσεως όταν το ποσό της διαφοράς που άγεται ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας είναι κατώτερο από δύο εκατομμύρια δραχμές. (...) Κατ’ εξαίρεση, ασκείται παραδεκτώς αίτηση αναιρέσεως με διακύβευμα κατώτερο από το παραπάνω ποσό, όταν με το εισαγωγικό δικόγραφο προβάλλεται από τον διάδικο ότι η επίλυση της διαφοράς έχει γι’ αυτόν ευρύτερες οικονομικές ή δημοσιονομικές επιπτώσεις που δικαιολογούν την άσκηση της αίτησης (... )»
28.Ο Νόμος 4055/2012, με τον τίτλο «Δίκαιη δίκη και εύλογη διάρκεια αυτής», τέθηκε σε ισχύ στις 2 Απριλίου 2012. Τα άρθρα 53 έως 58 του παραπάνω Νόμου εισάγουν μία νέα αποζημιωτική προσφυγή που στοχεύει στην απόδοση δίκαιης ικανοποίησης για υπέρβαση της εύλογης διάρκειας μίας διοικητικής διαδικασίας. Το άρθρο 55 § 1 ορίζει:
«Η αίτηση ασκείται ανά βαθμό δικαιοδοσίας και εντός προθεσμίας έξι (6) μηνών από τη δημοσίευση της οριστικής απόφασης του δικαστηρίου, η οποία εκδόθηκε μετά από δίκη για την οποία ο αιτών παραπονείται ότι υπήρξε υπέρβαση της εύλογης διάρκειας αυτής. (...)»
ΑΙΤΙΑΣΕΙΣ
29.Επικαλούμενος το άρθρο 6 § 1 της Σύμβασης, ο προσφεύγων παραπονείται, ότι η απόρριψη των αιτήσεων του από το Συμβούλιο της Επικρατείας ως απαραδέκτων, παρέβλεψε το δικαίωμά του να λάβει αποτελεσματική νομική προστασία, ότι το Ανώτατο Δικαστήριο αγνόησε την ισχύ του δεδικασμένου και ότι η διάρκεια των διαδικασιών ενώπιον των Διοικητικών Δικαστηρίων ήταν υπερβολική.
30.Επικαλούμενος το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Σύμβασης, παραπονείται για παράβαση του δικαιώματος του, να τυγχάνουν σεβασμού τα περιουσιακά του στοιχεία, επειδή οι εθνικές δικαστικές αρχές δεν του χορήγησαν τα ποσά που διεκδικούσε.
ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΝΟΜΟ
Ι. ΕΠΙ ΤΗΣ ΣΥΝΕΞΕΤΑΣΗΣ ΤΩΝ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ
31.Δεδομένου του παρόμοιου χαρακτήρα των προσφυγών, όσον αφορά τα γεγονότα αλλά και το ζήτημα που θέτουν επί της ουσίας, το Δικαστήριο κρίνει αναγκαίο να τις συνεξετάσει με μία κοινή απόφαση.
ΙΙ. ΕΠΙ ΤΗΣ ΕΠΙΚΑΛΟΥΜΕΝΗΣ ΠΑΡΑΒΙΑΣΗΣ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 6 § 1 ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΤΩΝ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΩΝ
32.Ο προσφεύγων ισχυρίζεται, ότι οι διαδικασίες που κινήθηκαν ενώπιον των Διοικητικών Δικαστηρίων είχαν υπερβολική διάρκεια. Επικαλείται το άρθρο 6 § 1 της Σύμβασης, του οποίου τα σχετικά με την υπόθεση χωρία ορίζουν τα εξής:
Άρθρο 6 § 1
« Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσίς του δικασθή (...) εντός λογικής προθεσμίας υπό (...) δικαστηρίου, (...) το οποίον θα αποφασίση, (...) επί του βασίμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως. »
33.Όσον αφορά αφενός, τις διαδικασίες ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας, το Δικαστήριο παρατηρεί, ότι, όπως προκύπτει από την δικογραφία, οι αποφάσεις 1400/2012, 987/2016 και 988/2016 του εν λόγω Δικαστηρίου εκδόθηκαν στις 23 Απριλίου 2012 και στις 18 Απριλίου 2016, δηλαδή μετά τις 2 Απριλίου 2012, ημερομηνία κατά την οποία τέθηκε σε ισχύ ο Νόμος 4055/2012, που εισάγει, μεταξύ άλλων, υπέρ των πολιτών που επιζητούν έννομη προστασία σε μία διαδικασία ενώπιον των διοικητικών δικαστηρίων, μία νέα αποζημιωτική προσφυγή, η οποία πρέπει να ασκηθεί εντός έξι μηνών από την δημοσίευση μίας οριστικής απόφασης κάποιου δικαστηρίου μετά από διαδικασία που είχε υπερβολική διάρκεια. Εννοείται, ότι ο προσφεύγων μπορούσε να ασκήσει την προβλεπόμενη από τον εν λόγω Νόμο προσφυγή για να παραπονεθεί για την διάρκεια των διαδικασιών. Υπό το φως της νομολογίας του στην υπόθεση Τεχνική Ολυμπιακή Α.Ε. και κυρίως από τις παρατηρήσεις του Δικαστηρίου σχετικά με την αποτελεσματικότητα της εν λόγω αποζημιωτικής προσφυγής (βλέπε Τεχνική Ολυμπιακή Α.Ε. κατά της Ελλάδος, 40547/10, § 58, 1η Οκτωβρίου 2013), το Δικαστήριο καταλήγει στο συμπέρασμα, ότι ο προσφεύγων, είχε την υποχρέωση, βάσει του άρθρου 35 § 1 της Σύμβασης, να χρησιμοποιήσει αυτή την προσφυγή. Εξάλλου, παρατηρεί, ότι εν προκειμένω δεν αποκαλύφθηκε η ύπαρξη καμίας εξαιρετικής συνθήκης, η οποία θα ήταν ικανή να απαλλάξει τον προσφεύγοντα από την υποχρέωση του να εξαντλήσει αυτό το εθνικό ένδικο μέσο.
34.Κατά συνέπεια, οι αιτιάσεις του κατηγορουμένου υπό το πρίσμα του άρθρου 6 § 1 της Σύμβασης, αναφορικά με τις διαδικασίες του Συμβουλίου της Επικρατείας πρέπει να απορριφθούν λόγω της μη εξάντλησης των εθνικών ενδίκων μέσων, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 35 §§ 1 και 4 της Σύμβασης.
35.Όσον αφορά αφετέρου, το τμήμα των αιτιάσεων που έχουν σχέση με την διάρκεια των διαδικασιών στο Διοικητικό Δικαστήριο και στο Διοικητικό Εφετείο, το Δικαστήριο σημειώνει, ότι ξεκίνησαν στις 9 Ιουνίου και στις 3 Σεπτεμβρίου 2003, ημερομηνίες υποβολής των προσφυγών του προσφεύγοντος ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου και ολοκληρώθηκαν στις 26 και στις 31 Μαΐου 2006 αντίστοιχα, ημερομηνίες δημοσίευσης των αποφάσεων 1688/2006, 1689/2006, 1783/2006. Το Δικαστήριο υπενθυμίζει, ότι ο εύλογος χαρακτήρας της διάρκειας μίας διαδικασίας εκτιμάται βάσει των συνθηκών της υπόθεσης και βάσει των κριτηρίων που έχει ορίσει η νομολογία του και συγκεκριμένα την πολυπλοκότητα της υπόθεσης, την συμπεριφορά των προσφευγόντων και των αρμοδίων Αρχών καθώς και το διακύβευμα της δικαστικής διαμάχης για τους ενδιαφερόμενους (βλέπε μεταξύ πολλών άλλων, Βασίλειος Αθανασίου και λοιποί κατά της Ελλάδος, 50973/08, § 26, 21 Δεκεμβρίου 2010).
36.Στην προκειμένη περίπτωση, το Δικαστήριο δεν επισημαίνει περιόδους αδρανείας ή αδικαιολόγητης αργοπορίας κατά την διάρκεια της δικαστικής διαδικασίας, οι οποίες θα μπορούσαν να αποδοθούν στην στάση των Εθνικών Αρχών. Παρατηρεί, ότι οι περίοδοι που πρέπει να ληφθούν υπόψη διήρκεσαν περίπου τρία έτη, όσον αφορά την διαδικασία που περιγράφεται στην προσφυγή 61068/16 και δύο έτη και εννέα μήνες περίπου, όσον αφορά την διαδικασία που περιγράφεται στην προσφυγή 61071/16, διάστημα που δεν είναι υπερβολικό για δύο βαθμούς δικαιοδοσίας (βλέπε μεταξύ πολλών άλλων, Ανδρεάδου και λοιποί κατά της Ελλάδος, (απόφασης τύποις), [επιτροπή] 40676/13, § 16, 25 Απριλίου 2017). Επιπλέον, παρατηρεί, ότι διατηρήθηκε ο εύλογος ρυθμός στην πρόοδο της διαδικασίας ενώπιον των δύο βαθμών δικαιοδοσίας και ότι ο προσφεύγων δεν εκθέτει κανένα στοιχείο ούτε κανένα επιχείρημα, που να μπορεί να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι, εν προκειμένω, η διάρκεια της διαδικασίας δεν ανταποκρινόταν στην απαίτηση της «εύλογης διάρκειας».
37.Κατά συνέπεια, το τμήμα των ελκόμενων από την διάρκεια των εν λόγω διαδικασιών αιτιάσεων είναι προδήλως αβάσιμο και πρέπει να απορριφθεί, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 35 §§ 3α) και 4 της Σύμβασης.
ΙΙΙ.ΕΠΙ ΤΩΝ ΛΟΙΠΩΝ ΕΠΙΚΑΛΟΥΜΕΝΩΝ ΠΑΡΑΒΙΑΣΕΩΝ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 6 § 1 ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ
38.Επικαλούμενος το άρθρο 6 § 1 της Σύμβασης, ο προσφεύγων παραπονείται για το ότι η άρνηση του Συμβουλίου της Επικρατείας να εξετάσει την ουσία των προσφυγών του αγνόησε το δικαίωμα του να λάβει αποτελεσματική έννομη προστασία και το δικαίωμα του να έχει πρόσβαση σε δικαστήριο, επειδή, κατά την γνώμη του, το διακύβευμα της δικαστικής διαμάχης υπερέβαινε το όριο του ποσού των 2.000.000 δραχμών. Επικαλούμενος τις διατάξεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, ισχυρίζεται επίσης ότι το Ανώτατο Δικαστήριο δεσμευόταν από τα συμπεράσματα του στην απόφαση 1400/2012 η οποία είχε την ισχύ του δεδικασμένου αναφορικά με τις διαδικασίες που αφορούσαν τις αιτήσεις αναίρεσης του προσφεύγοντος.
39.Το Δικαστήριο υπενθυμίζει, ότι το μόνο καθήκον που έχει, βάσει του άρθρου 19 της Σύμβασης, είναι να εξασφαλίσει τον σεβασμό των δεσμεύσεων που πηγάζουν από την Σύμβαση για τα συμβαλλόμενα Μέρη. Συγκεκριμένα, δεν είναι αρμόδιο να εξετάσει μία προσφυγή που αφορά σφάλματα επί της ουσίας ή νομικά λάθη που δήθεν διαπράχθηκαν από κάποιο εθνικό δικαστήριο, ή να επιβάλλει την κρίση του επί των κρίσεων των Δικαστηρίων ή των άλλων Εθνικών Αρχών, εκτός και αν και μόνο υπό την προϋπόθεση ότι αυτά τα λάθη του φαίνονται ικανά να θίξουν τα δικαιώματα και τις ελευθερίες, που προστατεύει η Σύμβαση. Με άλλα λόγια, το Δικαστήριο δεν μπορεί να αμφισβητήσει την κρίση των Εθνικών Αρχών, παρά μόνο στην περίπτωση που αυτή αποδεικνύεται πρόδηλα αυθαίρετη (Ηρακλής S.A. General Cement Company κατά της Ελλάδος, 55949/13, § 49, 11 Οκτωβρίου 2016).
40.Λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των στοιχείων που διαθέτει και στον βαθμό που είναι αρμόδιο να γνωρίζει τους ισχυρισμούς που διατυπώθηκαν, το Δικαστήριο δεν επεσήμανε καμία ένδειξη παραβίασης του άρθρου 6 § 1 της Σύμβασης.
41.Συνεπώς, αυτά τα τμήματα των προσφυγών είναι προδήλως αβάσιμα και πρέπει να απορριφθούν, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 35 §§ 3α) και 4 της Σύμβασης.
IV. ΕΠΙ ΤΗΣ ΕΠΙΚΑΛΟΥΜΕΝΗΣ ΠΑΡΑΒΙΑΣΗΣ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 1 ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΥ ΠΡΟΣΘΕΤΟΥ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΟΥ ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣ
42.Ο προσφεύγων διαμαρτύρεται για παραβίαση του δικαιώματος του να χαίρουν σεβασμού τα περιουσιακά του στοιχεία, επειδή οι αρμόδιες Αρχές δεν του χορήγησαν τα ποσά που ζήτησε.
43.Το Δικαστήριο υπενθυμίζει, ότι βάσει της νομολογίας του, κάποιος που προσφεύγει ενώπιον του δεν μπορεί να ισχυρίζεται ότι παραβιάστηκε το άρθρο 1 του Πρωτοκόλλου 1 της Σύμβασης, παρά μόνο στην περίπτωση που οι αποφάσεις, για τις οποίες παραπονείται, έχουν σχέση με τα «περιουσιακά του στοιχεία», υπό την έννοια αυτής της διάταξης. Η έννοια των «περιουσιακών στοιχείων» μπορεί να καλύπτει τόσο «τα υπάρχοντα περιουσιακά στοιχεία» καθώς και τις κληρονομικές αξίες, στις οποίες περιλαμβάνονται και οι αξιώσεις του, οι οποίες έχουν επαρκή βάση στο εθνικό δίκαιο και βάσει των οποίων ο προσφεύγων μπορεί να υποστηρίζει, ότι έχει τουλάχιστον μία «νόμιμη ελπίδα» να αποκτήσει την πραγματική απολαβή του δικαιώματος της κυριότητας (Kopecky κατά της Σλοβακίας [GC], 44912/98, § 35, ΕΔΔΑ 2004-ΙΧ και Αστικός και Παραθεριστικός Οικοδομικός Συνεταιρισμός Αξιωματικών και Καραγιώργος κατά της Ελλάδος (απόφαση τύποις) 29382/16 και 489/17, § 39, 9 Μαΐου 2017).
44.Εν προκειμένω, το Δικαστήριο διαπιστώνει, ότι η αιτίαση του προσφεύγοντος βασίζεται στην υπόθεση, ότι το Δημόσιο θα έπρεπε να αναθεωρήσει τις πράξεις 15983/1996 και 6173/1996, οι οποίες όρισαν το ποσό που αντιστοιχούσε σε ένα συμπληρωματικό επίδομα καθώς και σε ένα μηνιαίο μέρισμα. Εντούτοις, ο προσφεύγων δεν υπέβαλλε παραδείγματα αποφάσεων εθνικών δικαστηρίων που θα υποστήριζαν την ερμηνεία του για το ελληνικό δίκαιο. Το Δικαστήριο παρατηρεί, εξάλλου, ότι με την απόφασή του 1783/2006 το Διοικητικό Εφετείο των Αθηνών, η οποία ήταν επαρκώς αιτιολογημένη και απαλλαγμένη από αυθαιρεσίες, απέρριψε την αίτηση του προσφεύγοντος που είχε υποβληθεί κατά της απόρριψης του αιτήματος για αναθεώρηση της πράξης 15983/1996. Το ίδιο ισχύει και για την δεύτερη προσφυγή του προσφεύγοντος, η οποία απέβλεπε στην αναθεώρηση της πράξης 15983/1996, που αφορούσε το μηνιαίο μέρισμα και έγινε εν μέρει δεκτή από τα Διοικητικά Δικαστήρια. Το Δικαστήριο σημειώνει επίσης, ότι το Συμβούλιο της Επικρατείας απέρριψε τις αιτήσεις αναιρέσεως του προσφεύγοντος ως απαράδεκτες, επειδή το διακύβευμα της δικαστικής διαμάχης δεν ήταν μεγαλύτερο από το ποσό των 2.000.000 δραχμών (περίπου 5.869 ευρώ) και επειδή ο προσφεύγων δεν προσδιόρισε συγκεκριμένα ποιες ήταν οι σημαντικές οικονομικές και δημοσιονομικές επιπτώσεις που θα μπορούσαν να καθιστούν αναγκαία την εξέταση της αίτησης αναιρέσεως (αποφάσεις 988/2016 και 987/2016).
45.Δεδομένου, ότι κατά κύριο λόγο η αρμοδιότητα να ερμηνεύουν και να εφαρμόζουν το εθνικό δίκαιο ανήκει στα Εθνικά Δικαστήρια (βλέπε, υπό αυτή την έννοια, Garcia Ruiz κατά της Ισπανίας [GC], 30544/96, § 28, ΕΔΔΑ 1999-Ι, Kopecky κατά της Σλοβακίας, που προαναφέρθηκε, § 56), το Δικαστήριο δεν διακρίνει καμία ένδειξη αυθαιρεσίας στον τρόπο με τον οποίο απεφάνθησαν τα Εθνικά Δικαστήρια και εκτιμά, ότι τίποτα δεν του επιτρέπει να διαφωνήσει με τις αποφάσεις τους. Υπό αυτές τις συνθήκες, ο προσφεύγων δεν μπορεί να επικαλείται το δικαίωμα να του χορηγηθούν τα αιτούμενα ποσά, δηλαδή ένα «περιουσιακό στοιχείο», υπό την έννοια του άρθρου 1 του Πρωτοκόλλου 1.
46.Συνεπάγεται, ότι αυτά τα τμήματα των προσφυγών είναι ασύμβατα ratione materiae με τις διατάξεις της Σύμβασης και πρέπει να απορριφθούν, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 35 §§ 3 και 4 αυτής.
Δια ταύτα, το Δικαστήριο, ομοφώνως,
Αποφασίζει να συνεκδικάσει τις προσφυγές.
Κηρύσσει τις προσφυγές απαράδεκτες.
Συντάχθηκε στην γαλλική γλώσσα και εν συνεχεία κοινοποιήθηκε εγγράφως στις 19 Οκτωβρίου 2017.
Renata Degener
Αναπληρώτρια Γραμματέας
Υπογραφή
Aleš Pejchal
Πρόεδρος
Υπογραφή
Full & Egal Universal Law Academy