Σημαντική ανακοίνωση νομικού περιεχομένου
ΚΟΙΝΕΣ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ VAN GERVEN ΤΗΣ 13ΗΣ ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 1991. - ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΙΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ ΚΑΤΑ ΙΤΑΛΙΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ. - ΥΠΟΘΕΣΗ C-235/89. - ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΙΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ ΚΑΤΑ ΗΝΩΜΕΝΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΒΡΕΤΑΝΙΑΣ ΚΑΙ ΒΟΡΕΙΟΥ ΙΠΛΑΝΔΙΑΣ. - ΥΠΟΘΕΣΗ C-30/90. - ΑΡΘΡΟ 30 ΤΗΣ ΣΥΝΘΗΚΗΣ ΕΟΚ - ΔΙΠΛΩΜΑ ΕΥΡΕΣΙΤΕΧΝΙΑΣ - ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΗ ΑΔΕΙΑ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΕΩΣ.
Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου 1992 σελίδα I-00777
Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε Πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1. Στις σημερινές υποθέσεις το Δικαστήριο καλείται να αποφανθεί επί του ζητήματος αν συμβιβάζονται με τα άρθρα 30 και 36 της Συνθήκης ΕΟΚ ορισμένες διατάξεις της ιταλικής και της βρετανικής νομοθεσίας σχετικά με την παραχώρηση υποχρεωτικών αδειών εκμεταλλεύσεως.
Στην υπόθεση C-235/89 οι αιτιάσεις της Επιτροπής αφορούν κυρίως ορισμένες διατάξεις, και συγκεκριμένα τα άρθρα 52, 53 και 54 του βασιλικού διατάγματος υπ' αριθ. 1127, της 29ης Ιουνίου 1939 (1), όπως τροποποιήθηκε με το Διάταγμα του Προέδρου της Δημοκρατίας υπ' αριθ. 849, της 26ης Φεβρουαρίου 1968 (2), καθόσον στα άρθρα αυτά προβλέπεται "η παραχώρηση υποχρεωτικών αδειών εκμεταλλεύσεως, όταν ο δικαιούχος διπλώματος βιομηχανικής ευρεσιτεχνίας δεν εκμεταλλεύεται το δίπλωμα με την πραγματοποίηση παραγωγής επί του ιταλικού εδάφους". Επιπλέον, οι αιτιάσεις της Επιτροπής αφορούν το άρθρο 14 του Διατάγματος του Προέδρου της Δημοκρατίας υπ' αριθ. 974, της 12ης Αυγούστου 1975 (3), κατά το οποίο οι ανωτέρω διατάξεις σχετικά με τις υποχρεωτικές άδειες εκμεταλλεύσεως των διπλωμάτων βιομηχανικής ευρεσιτεχνίας εφαρμόζονται επίσης στα δικαιώματα ευρεσιτεχνίας νέων φυτικών ποικιλιών.
Στην υπόθεση C-30/90 οι αιτιάσεις της Επιτροπής αφορούν ορισμένες διατάξεις του Patents Act (νόμου περί διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας) του 1977, και συγκεκριμένα το άρθρο 48, παράγραφος 3, του νόμου αυτού, το οποίο προβλέπει "την υποχρεωτική παραχώρηση αδειών εκμεταλλεύσεως, όταν ο δικαιούχος διπλώματος ευρεσιτεχνίας δεν το εκμεταλλεύεται στο Ηνωμένο Βασίλειο στον βαθμό που θα μπορούσε ευλόγως να το εκμεταλλεύεται ή όταν η ζήτηση στο Ηνωμένο Βασίλειο του προϊόντος που καλύπτεται από το δίπλωμα ικανοποιείται σε μεγάλο βαθμό από τις εισαγωγές".
Δεδομένου ότι το αντικείμενο των δύο προσφυγών είναι ουσιαστικά το ίδιο και οι ισχυρισμοί και τα επιχειρήματα των διαδίκων και των παρεμβαινόντων συμπίπτουν σε μεγάλο βαθμό, οι παρούσες προτάσεις αφορούν από κοινού και τις δύο υποθέσεις, μολονότι το Δικαστήριο δεν διέταξε τη συνεκδίκασή τους.
Οροθέτηση του προβλήματος
2. Όσον αφορά το νομικό πλαίσιο, την εξέλιξη της διαδικασίας και τους ισχυρισμούς και τα επιχειρήματα των διαδίκων και των παρεμβαινόντων, παραπέμπω στις εκθέσεις ακροατηρίου. Θα ήθελα πάντως να επιστήσω ειδικότερα την προσοχή του Δικαστηρίου επί των εξής σημείων.
Η Επιτροπή δεν βάλλει γενικώς κατά των ρυθμίσεων που προβλέπουν την υποχρεωτική παραχώρηση αδειών εκμεταλλεύσεως. Η Επιτροπή δέχεται ότι τα κράτη μέλη μπορούν να προβλέπουν την παραχώρηση υποχρεωτικών αδειών εκμεταλλεύσεως σε τρίτους, εφόσον δεν γίνεται "εκμετάλλευση" της εφευρέσεως που καλύπτεται από το δίπλωμα ή εφόσον η εκμετάλλευση αυτή δεν είναι επαρκής, τουλάχιστον όταν ο όρος αυτός σημαίνει ότι δεν καλύπτονται οι ανάγκες της εγχώριας αγοράς από την παραγωγή ή την εισαγωγή (από άλλα κράτη μέλη) του καλυπτόμενου από το δίπλωμα προϊόντος ή ότι η κάλυψη των αναγκών αυτών δεν είναι επαρκής. Η αιτίαση που προβάλλει η Επιτροπή κατά των ιταλικών ή βρετανικών νομοθετικών διατάξεων αφορά επομένως το γεγονός και μόνο ότι η ικανοποίηση της εγχώριας ζητήσεως με την πραγματοποίηση εισαγωγών από άλλα κράτη μέλη δεν χαρακτηρίζεται ως "εκμετάλλευση" της εφευρέσεως, καθώς επίσης και το γεγονός ότι, δυνάμει των διατάξεων αυτών, ο δικαιούχος του διπλώματος δεν μπορεί να αποφύγει την παραχώρηση υποχρεωτικής άδειας εκμεταλλεύσεως σε τρίτο, παρά μόνο εφόσον το καλυπτόμενο από το δίπλωμα προϊόν παράγεται στο έδαφος του κράτους μέλους που χορήγησε το δίπλωμα.
3. Η άποψη της Επιτροπής στις παρούσες υποθέσεις απορρέει από τις διατάξεις της συμβάσεως για το κοινοτικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας (4). Όσον αφορά την παραχώρηση υποχρεωτικών αδειών εκμεταλλεύσεως κοινοτικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας, το άρθρο 46 της συμβάσεως αυτής ορίζει τα εξής:
"Υποχρεωτικές άδειες εκμετάλλευσης δεν μπορούν να χορηγούνται για κοινοτικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας λόγω ελλείψεως ή ανεπάρκειας της εκμετάλλευσης, εάν το προϊόν που καλύπτεται από το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας και που κατασκευάζεται σε ένα συμβαλλόμενο κράτος τίθεται στο εμπόριο στο έδαφος ενός άλλου συμβαλλόμενου κράτους, για το οποίο έχουν ζητηθεί τέτοιες άδειες εκμετάλλευσης σε επαρκή αριθμό για την ικανοποίηση των αναγκών στο έδαφος του κράτους αυτού. Η διάταξη αυτή δεν εφαρμόζεται στις υποχρεωτικές άδειες εκμετάλλευσης που χορηγούνται προς το δημόσιο συμφέρον."
Κατά το άρθρο 77 της συμβάσεως για το κοινοτικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας, το άρθρο 46, το οποίο παρέθεσα μόλις ανωτέρω, εφαρμόζεται επίσης για την παραχώρηση υποχρεωτικών αδειών εκμεταλλεύσεως λόγω μη εκμεταλλεύσεως ή ανεπαρκούς εκμεταλλεύσεως εθνικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας.
Η σύμβαση για το κοινοτικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας δεν έχει ακόμη αρχίσει να ισχύει. Επιπλέον, το άρθρο 83 της συμβάσεως αυτής παρέχει σε κάθε συμβαλλόμενο κράτος την ευχέρεια να ορίζει ότι τα άρθρα 46 και 77 δεν εφαρμόζονται, στο έδαφός του, ούτε στα κοινοτικά διπλώματα ευρεσιτεχνίας ούτε στα ευρωπαϊκά διπλώματα ευρεσιτεχνίας που χορηγούνται για το κράτος αυτό ούτε στα εθνικά διπλώματα ευρεσιτεχνίας που χορηγεί το ίδιο (5). Η επιφύλαξη αυτή παράγει αποτέλεσμα το αργότερο μέχρι το τέλος του δέκατου έτους από την έναρξη ισχύος της συμφωνίας για τα κοινοτικά διπλώματα ευρεσιτεχνίας (στην οποία προσαρτάται η σύμβαση για το κοινοτικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας), το διάστημα όμως αυτό μπορεί να παραταθεί από το Συμβούλιο κατά μία πενταετία κατ' ανώτατο όριο. Κατά την υπογραφή της ανωτέρω συμφωνίας, οι κυβερνήσεις των κρατών μελών ενέκριναν ψήφισμα με το οποίο αποφάσισαν να αρχίσουν, αμέσως μετά την έναρξη της ισχύος της συμφωνίας, τις αναγκαίες εργασίες, ώστε η συμφωνία να συμπληρωθεί με κοινή ρύθμιση της παραχωρήσεως υποχρεωτικών αδειών εκμεταλλεύσεως (6).
Η απαγόρευση του άρθρου 30 της Συνθήκης ΕΟΚ εφαρμόζεται στις επίμαχες ρυθμίσεις
4. Συμφωνώ με την Επιτροπή ότι οι επίμαχες ρυθμίσεις συνιστούν μέτρα ισοδύναμου αποτελέσματος προς ποσοτικούς περιορισμούς των εισαγωγών, καθόσον προβλέπουν την παραχώρηση υποχρεωτικής άδειας εκμεταλλεύσεως, όταν οι ανάγκες της εγχώριας αγοράς δεν καλύπτονται ή δεν καλύπτονται επαρκώς από τα προϊόντα που παράγονται εντός της εθνικής επικράτειας. Οι ρυθμίσεις αυτές δημιουργούν διακρίσεις σε βάρος των προϊόντων που εισάγονται από άλλα κράτη μέλη, καθόσον αντιμετωπίζουν τους εισαγωγείς δυσμενέστερα απ' ό,τι τους παραγωγούς που είναι εγκατεστημένοι εντός της εθνικής επικράτειας. Η άποψη αυτή έχει καθιερωθεί στη νομολογία του Δικαστηρίου, και ειδικότερα επιβεβαιώθηκε με την απόφαση Allen & Hanburys (7).
Τα προδικαστικά ερωτήματα που υποβλήθηκαν στο Δικαστήριο στην υπόθεση εκείνη είχαν ανακύψει κατά την εκδίκαση διαφοράς μεταξύ του κατόχου βρετανικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας ενός φαρμακευτικού προϊόντος, διπλώματος επί του οποίου υπήρχε η μνεία "υποχρέωση παραχωρήσεως άδειας εκμεταλλεύσεως", και μιας εταιρίας η οποία, χωρίς να της έχει παραχωρηθεί "άδεια εκμεταλλεύσεως", είχε την πρόθεση να εισαγάγει στο Ηνωμένο Βασίλειο το ίδιο προϊόν, το οποίο παρασκευαζόταν στην Ιταλία από επιχείρηση που δεν είχε καμία οικονομική ή συμβατική σχέση με τον δικαιούχο του βρετανικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας.
Δυνάμει των διατάξεων του Patents Act του 1977, και ειδικότερα του άρθρου 46, συνέπεια της μνείας "υποχρέωση παραχωρήσεως αδείας εκμεταλλεύσεως" ήταν ότι οποιοσδήποτε μπορούσε αυτοδικαίως να λάβει άδεια εκμεταλλεύσεως του διπλώματος ευρεσιτεχνίας, υπό όρους που θα καθορίζονταν είτε με συμφωνία είτε, ελλείψει συμφωνίας, από τον Comptroller General of Patents. H εν λόγω αρχή είχε τη δυνατότητα να επιβάλει στον αιτούντα την άδεια, μεταξύ άλλων, την απαγόρευση εισαγωγής του προϊόντος που καλυπτόταν από το δίπλωμα. Κατά συνέπεια, η επιχείρηση που εισήγε το προϊόν στη Μεγάλη Βρετανία δεν μπορούσε να έχει τη δυνατότητα ότι θα της παραχωρούνταν άδεια, ενώ αντίθετα η βεβαιότητα αυτή ίσχυε για τους εγκατεστημένους στη Μεγάλη Βρετανία παραγωγούς. Επιπλέον, σε περίπτωση ασκήσεως αγωγής για προσβολή του διπλώματος, σε όλους πρόσβαλλαν το δίπλωμα με την πραγματοποίηση παραγωγής εντός της εθνικής επικράτειας δεν μπορούσαν να επιβληθούν ούτε ασφαλιστικά μέτρα ούτε οποιαδήποτε απαγόρευση, εφόσον αναλάμβαναν την υποχρέωση να ζητήσουν άδεια εκμεταλλεύσεως υπό τους ανωτέρω όρους, ενώ η επιβολή ασφαλιστικών μέτρων ή απαγορεύσεων ήταν καθ' όλα δυνατή σε όποιον πρόσβαλλε το δίπλωμα με την πραγματοποίηση εισαγωγών από άλλο κράτος μέλος. Τέλος, το ποσό της αποζημιώσεως που θα υποχρεωνόταν ενδεχομένως να καταβάλει ο προσβάλλων το δίπλωμα λόγω της πραγματοποιήσεως παραγωγής εντός της εθνικής επικράτειας περιοριζόταν στο διπλάσιο του ποσού που θα όφειλε να καταβάλει αν είχε άδεια εκμεταλλεύσεως, ενώ για την επιχείρηση που πρόσβαλλε το αποκλειστικό δικαίωμα με την πραγματοποίηση εισαγωγών δεν υφίστατο κανείς τέτοιος περιορισμός.
5. Από την απάντηση του Δικαστηρίου στα προδικαστικά ερωτήματα στην υπόθεση Allen & Hanburys προκύπτει σαφώς ότι το Δικαστήριο θεωρεί ότι οι ρυθμίσεις αυτές δημιουργούν διακρίσεις σε βάρος των εισαγόμενων προϊόντων και ότι συνεπώς απαγορεύονται οπωσδήποτε από το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ. Το Δικαστήριο μάλιστα έκρινε ότι σχεδόν δεν ήταν αναγκαίο να το αναφέρει στο σκεπτικό του αντίθετα, με την απάντηση που έδωσε στο πρώτο προδικαστικό ερώτημα, εξετάζει αμέσως το ζήτημα αν οι ρυθμίσεις, για τις οποίες διαπίστωσε ότι δημιουργούν διακρίσεις, μπορούν να δικαιολογηθούν βάσει του άρθρου 36 της Συνθήκης ΕΟΚ, στο ζήτημα δε αυτό δίνει την εξής απάντηση με τη σκέψη 22:
"Το ασφαλιστικό μέτρο που διατάσσεται εις βάρος εισαγωγέα που προσβάλλει το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας, υπό τις προϋποθέσεις που εξέθεσε το εθνικό δικαστήριο, ενέχει τον χαρακτήρα αυθαίρετης διάκρισης απαγορευόμενης από το άρθρο 36 της Συνθήκης και δεν μπορεί να δικαιολογηθεί για λόγους προστασίας της βιομηχανικής και εμπορικής ιδιοκτησίας."
Το γεγονός ότι το Δικαστήριο θεωρεί τις προαναφερθείσες ρυθμίσεις ως δημιουργούσες διακρίσεις προκύπτει επίσης από την απάντησή του στο τέταρτο ερώτημα. Κατόπιν αναλύσεως του ζητήματος αν η εθνική ρύθμιση δικαιολογείται ενδεχομένως από επιτακτικούς λόγους αναγόμενους στην προστασία των καταναλωτών και στην ευθύτητα των εμπορικών συναλλαγών, το Δικαστήριο δέχτηκε (σκέψη 34) τα εξής:
"Η εθνική νομοθετική ρύθμιση περί των υποχρεωτικών αδειών εκμεταλλεύσεως δεν εφαρμόζεται αδιακρίτως στους εγκατεστημένους στο εθνικό έδαφος παραγωγούς και στους εισαγωγείς."
Αναφερόμενο στην απόφαση Επιτροπή κατά Ιρλανδίας (8), το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα, κατόπιν της διαπιστώσεως αυτής, ότι οι υπό κρίση εθνικές ρυθμίσεις, οι οποίες οδηγούσαν σε διακρίσεις, δεν μπορούσαν να στηριχθούν στους ανωτέρω επιτακτικούς λόγους.
6. Οι ρυθμίσεις που αποτελούν το αντικείμενο των σημερινών υποθέσεων παρουσιάζουν βέβαια πολλές διαφορές από τις ρυθμίσεις που εξέτασε το Δικαστήριο με την προαναφερθείσα απόφαση Allen & Hanburys. Η υπόθεση εκείνη αφορούσε "licences of right", δηλαδή άδειες εκμεταλλεύσεως που παραχωρούνταν αυτοδικαίως σε όποιον πληρούσε ορισμένες προϋποθέσεις, ενδεχομένως δε την προϋπόθεση πραγματοποιήσεως παραγωγής επί του εθνικού εδάφους αντίθετα, στις σημερινές υποθέσεις πρόκειται για "υποχρεωτικές άδειες εκμεταλλεύσεως", οι οποίες μπορούν να παραχωρούνται σε επιχειρήσεις προτιθέμενες να παραγάγουν το καλυπτόμενο από το δίπλωμα προϊόν εντός του οικείου κράτους μέλους, εφόσον η εγχώρια παραγωγή του προϊόντος αυτού είναι ανεπαρκής. Στην υπόθεση Allen & Hanburys η εθνική ρύθμιση αντιμετώπιζε δυσμενώς τις επιχειρήσεις που ζητούσαν άδεια εκμεταλλεύσεως για την πραγματοποίηση εισαγωγών του καλυπτόμενου από το δίπλωμα προϊόντος, καθώς και τις επιχειρήσεις που πρόσβαλλαν το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας με την πραγματοποίηση εισαγωγών από την αλλοδαπή στις σημερινές υποθέσεις πρόκειται για εθνικές ρυθμίσεις που αντιμετωπίζουν δυσμενώς τον δικαιούχο διπλώματος ευρεσιτεχνίας, ο οποίος είναι κάτοχος παράλληλων διπλωμάτων σε διάφορα κράτη μέλη και εξάγει το προϊόν προς το οικείο κράτος μέλος από το κράτος μέλος στο οποίο το παράγει.
Κατά την άποψή μου, παρά την ύπαρξη των διαφορών αυτών, παραμένει το γεγονός ότι σε όλες αυτές τις υποθέσεις πρόκειται για εθνικές ρυθμίσεις που καθιστούν αδύνατη ή δυσχερή την εισαγωγή εκ μέρους επιχειρήσεων προϊόντων από ένα κράτος μέλος προς άλλο ή αποδυναμώνουν τη νομική κατάσταση των επιχειρήσεων αυτών στο οικείο κράτος μέλος σε σχέση με τις επιχειρήσεις που διατίθενται να προβούν σε παραγωγή, εντός της εθνικής επικράτειας, του προϊόντος που καλύπτεται από το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας.
7. Στην υπόθεση Allen & Hanburys το Δικαστήριο κατέστησε σαφές ότι οι εθνικές ρυθμίσεις που αντιμετωπίζουν δυσμενώς τους εισαγωγείς προϊόντων, προκειμένου να ενθαρρύνουν την εγχώρια παραγωγή, αντιβαίνουν προς τα άρθρα 30 και 36 της Συνθήκης ΕΟΚ. Όπως όμως ομολόγησαν και η Ιταλία (9) και το Ηνωμένο Βασίλειο (10), σκοπός των επίμαχων ρυθμίσεων είναι και εδώ να δοθούν κίνητρα στις επιχειρήσεις (εν προκειμένω στον δικαιούχο του διπλώματος ευρεσιτεχνίας) να προβούν στην παραγωγή ή να επιτρέψουν την παραγωγή του προστατευόμενου από το δίπλωμα προϊόντος εντός του εδάφους του κράτους μέλους που έχει θεσπίσει τη ρύθμιση, ώστε το προϊόν αυτό να μη εισάγεται από άλλα κράτη μέλη, προκειμένου το οικείο κράτος μέλος να αποκομίσει από τη χορήγηση του διπλώματος ευρεσιτεχνίας το μέγιστο δυνατό όφελος από άποψη επενδύσεων και απασχολήσεως.
Επιπλέον, το χαρακτηριστικό των επίμαχων ρυθμίσεων είναι ότι αποδυναμώνουν τη νομική κατάσταση του δικαιούχου του διπλώματος που εφοδιάζει την αγορά του οικείου κράτους μέλους με εισαγόμενα προϊόντα αντί με προϊόντα που έχουν παραχθεί εντός του κράτους αυτού. Υπάρχει δηλαδή ουσιαστική προσβολή των δικαιωμάτων του κατόχου του διπλώματος που εισάγει τα οικεία προϊόντα, καθόσον το μόνο που δικαιούται, όταν επιβάλλεται η υποχρεωτική παραχώρηση άδειας εκμεταλλεύσεως, είναι η καταβολή των ανάλογων δικαιωμάτων. Ακόμη και αν το εν γένει πλαίσιο ήταν διαφορετικό από το πλαίσιο της υποχρεωτικής άδειας εκμεταλλεύσεως, το Δικαστήριο έκρινε, στην υπόθεση Volvo (11), σε σχέση με ένα δικαίωμα βιομηχανικής ιδιοκτησίας (συγκεκριμένα το δικαίωμα επί κατατεθειμένου υποδείγματος), ότι η επιβολή στον δικαιούχο του αποκλειστικού δικαιώματος της υποχρεώσεως να παραχωρεί σε τρίτους άδεια εκμεταλλεύσεως, έστω και έναντι των ανάλογων δικαιωμάτων εκμεταλλεύσεως, ισοδυναμούσε με στέρηση του δικαιούχου από το ουσιαστικό περιεχόμενο του αποκλειστικού δικαιώματός του. Το ουσιαστικό περιεχόμενο αυτό συνίσταται στην εξουσία του δικαιούχου να εμποδίζει τους τρίτους να κατασκευάζουν και να πωλούν ή να εισάγουν, χωρίς τη συναίνεσή του, προϊόντα για τα οποία ισχύει το αποκλειστικό του δικαίωμα (σκέψη 8).
Η δυσμενέστερη αυτή μεταχείριση του δικαιούχου του διπλώματος, ο οποίος προτίθεται να εφοδιάζει την οικεία αγορά με εισαγωγές από άλλο κράτος μέλος, σε σχέση με τον κάτοχο του διπλώματος, που επιλέγει να παράγει τα προϊόντα αυτά στην ίδια αυτή αγορά, συνιστά διάκριση σε βάρος των εισαγωγών, τουλάχιστον τόσο σοβαρή όσο και η διάκριση την οποία αφορούσε η υπόθεση Allen & Hanburys. Κατά συνέπεια, οι επίμαχες εθνικές ρυθμίσεις πρέπει επίσης να χαρακτηρισθούν ως μέτρα ισοδύναμου αποτελέσματος προς ποσοτικούς περιορισμούς των εισαγωγών, τα οποία απαγορεύονται από το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ επιπλέον, όπως θα εκθέσω κατωτέρω, οι ρυθμίσεις αυτές δεν μπορούν να δικαιολογηθούν βάσει του άρθρου 36 της Συνθήκης ΕΟΚ ούτε μπορούν να εξαιρεθούν από το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 30 για οποιονδήποτε άλλο λόγο.
Ανασκευή των αμυντικών ισχυρισμών
1. Επί του ισχυρισμού ότι οι επίμαχες ρυθμίσεις εμπίπτουν στην αποκλειστική αρμοδιότητα των κρατών μελών
8. Η Ιταλία και το Ηνωμένο Βασίλειο, που υποστηρίζονται επ' αυτού από την Ισπανία και την Πορτογαλία, ισχυρίζονται ότι οι κανόνες για την παραχώρηση υποχρεωτικών αδειών εκμεταλλεύσεως εμπίπτουν στην αποκλειστική αρμοδιότητα των κρατών μελών. Για τον λόγο αυτό, η απαγόρευση του άρθρου 30 της Συνθήκης ΕΟΚ δεν ισχύει για τις διατάξεις αυτές.
Αντίθετα από την Ιταλία, το Ηνωμένο Βασίλειο αναπτύσσει τον αμυντικό αυτό ισχυρισμό επικαλούμενο το άρθρο 222 της Συνθήκης ΕΟΚ και τη νομολογία του Δικαστηρίου. Το Ηνωμένο Βασίλειο εκκινεί από την υπόθεση ότι οι προϋποθέσεις παραχωρήσεως υποχρεωτικών αδειών εκμεταλλεύσεως εμπίπτουν στο καθεστώς της ιδιοκτησίας, στο οποίο αναφέρεται το άρθρο 222 της Συνθήκης ΕΟΚ. Το Ηνωμένο Βασίλειο επικαλείται συναφώς τη σκέψη 7 της αποφάσεως Centrafarm (12), με την οποία το Δικαστήριο δέχθηκε τα εξής:
"Παρόλον ότι η Συνθήκη δεν θίγει την υπόσταση δικαιωμάτων αναγνωριζόμενων από τη νομοθεσία κράτους μέλους στον τομέα της βιομηχανικής και εμπορικής ιδιοκτησίας, η άσκηση αυτών των δικαιωμάτων μπορεί, ωστόσο, κατά τις περιστάσεις, να θίγεται από τις απαγορεύσεις της Συνθήκης."
Το Ηνωμένο Βασίλειο στηρίζεται επίσης στην εξής σκέψη του Δικαστηρίου, η οποία έχει επαναληφθεί πολλές φορές στη νομολογία του:
"στο παρόν στάδιο εξελίξεως του κοινοτικού δικαίου και ελλείψει ενοποιήσεως στο πλαίσιο της Κοινότητος ή προσεγγίσεως των νομοθεσιών, ο καθορισμός των προϋποθέσεων και του τρόπου προστασίας των σχεδίων και προτύπων εμπίπτει στην εθνική νομοθεσία" (13).
Κατά το Ηνωμένο Βασίλειο, το αποκλειστικό δικαίωμα του δικαιούχου του διπλώματος ευρεσιτεχνίας να κατασκευάζει ή παράγει το προστατευόμενο προϊόν επί του εθνικού εδάφους είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με την υποχρέωση πραγματοποιήσεως παραγωγής επί του ίδιου αυτού εδάφους. Όπως η υποχρέωση καταβολής δικαιωμάτων για την παραχώρηση της άδειας εκμεταλλεύσεως, η υποχρέωση αυτή πρέπει επίσης να χαρακτηρισθεί ως "προϋπόθεση της προστασίας" και συνεπώς ως στοιχείο του καθεστώτος (βιομηχανικής) ιδιοκτησίας, κατά την έννοια του άρθρου 222 της Συνθήκης ΕΟΚ.
9. Ο αμυντικός αυτός ισχυρισμός στηρίζεται στην υπόθεση ότι οι ρυθμίσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 222 της Συνθήκης ΕΟΚ εξ ορισμού δεν μπορούν να κηρυχθούν ασυμβίβαστες με τις διατάξεις περί ελεύθερης κυκλοφορίας των υπηρεσιών. Όπως θα αποδείξω κατωτέρω, η υπόθεση αυτή είναι εσφαλμένη.
Το άρθρο 222 της Συνθήκης ΕΟΚ ορίζει ότι η Συνθήκη "δεν προδικάζει με κανένα τρόπο το καθεστώς της ιδιοκτησίας στα κράτη μέλη". Το Δικαστήριο έχει αποφανθεί επί της εκτάσεως εφαρμογής της διατάξεως αυτής σε λίγες μόνο αποφάσεις. Επιπλέον, αντικείμενο των αποφάσεων αυτών, όπως της πρόσφατης απόφασης της 21ης Μαρτίου 1991, Ιταλία κατά Επιτροπής (14), ήταν η άποψη ότι η μεταχείριση των δημόσιων και των ιδιωτικών επιχειρήσεων πρέπει να είναι ακριβώς η ίδια. Νομίζω όμως ότι για την εκτίμηση του ισχυρισμού του Ηνωμένου Βασιλείου υπάρχει μια απόφαση που έχει ιδιαίτερη σημασία, η απόφαση Fearon (15).
Αντικείμενο της υποθέσεως Fearon ήταν το ζήτημα αν, ενόψει του δικαιώματος εγκαταστάσεως κατά το άρθρο 52 της Συνθήκης ΕΟΚ, απαγορεύεται στα κράτη μέλη να θέτουν ως προϋπόθεση της ασκήσεως της εξουσίας απαλλοτριώσεως αγροτικών γαιών το να μην έχουν διαμείνει στις γαίες αυτές ή εκεί κοντά επί ορισμένη περίοδο οι μέτοχοι ή οι κάτοχοι εταιρικών μεριδίων της εταιρίας που έχει την κυριότητα των γαιών αυτών. Στην υπόθεση εκείνη η Επιτροπή ισχυρίσθηκε ότι το σύστημα αναγκαστικών απαλλοτριώσεων αποτελεί μέρος του καθεστώτος ιδιοκτησίας και ότι το άρθρο 222 της Συνθήκης ΕΟΚ συνιστά επαρκές έρεισμα για να δοθεί αρνητική απάντηση στο ανωτέρω ερώτημα, καθόσον το άρθρο αυτό ορίζει ότι η Συνθήκη (και συγκεκριμένα το άρθρο 52) δεν προδικάζει με κανέναν τρόπο το καθεστώς της ιδιοκτησίας. Η άποψη αυτή δεν έγινε δεκτή από το Δικαστήριο, το οποίο αποφάνθηκε ως εξής (σκέψη 7 της αποφάσεως):
"Κατά συνέπεια, μολονότι το άρθρο 222 της Συνθήκης δεν θέτει υπό αμφισβήτηση την ευχέρεια των κρατών μελών να θεσπίζουν σύστημα αναγκαστικής απαλλοτριώσεως υπέρ του Δημοσίου ή νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, εξακολουθεί εντούτοις ένα τέτοιο σύστημα να διέπεται από τον θεμελιώδη κανόνα της απαγόρευσης των διακρίσεων, ο οποίος αποτελεί το υπόβαθρο του κεφαλαίου της Συνθήκης περί του δικαιώματος εγκαταστάσεως."
Το συμπέρασμα του Δικαστηρίου στην υπόθεση Fearon σχετικά με την ελευθερία εγκαταστάσεως ισχύει επίσης για την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων. Με άλλα λόγια, μολονότι το άρθρο 222 της Συνθήκης ΕΟΚ δεν προδικάζει την εξουσία των κρατών μελών να ρυθμίζουν το δικαίωμα της ιδιοκτησίας εντός του εδάφους τους, εντούτοις τα κράτη μέλη πρέπει να μεριμνούν ώστε η κατόπιν ασκήσεως της εξουσίας αυτής θεσπιζόμενη ρύθμιση να μην αντιβαίνει προς τις διατάξεις της Συνθήκης σχετικά με την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων, και ειδικότερα να μην αντιβαίνει προς την αρχή της απαγορεύσεως των διακρίσεων, επί της οποίας στηρίζονται οι διατάξεις αυτές (έστω και αν η κατά το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ απαγόρευση ισχύει επίσης για τους περιορισμούς στο εμπόριο οι οποίοι δεν οδηγούν σε διακρίσεις). Εξάλλου, γενικότερα θα μπορούσε να ειπωθεί ότι το κράτος
μέλος δεν μπορεί, κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων που εξακολουθεί να έχει, να λαμβάνει μονομερώς μέτρα απαγορευόμενα από τη Συνθήκη (16).
Η άποψη ότι, όταν το άρθρο 222 της Συνθήκης ΕΟΚ εφαρμόζεται σε ορισμένη ρύθμιση, η ρύθμιση αυτή συμβιβάζεται αυτόματα με τις διατάξεις περί ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, δεν μπορεί επομένως να γίνει δεκτή. Κατά συνέπεια, κάθε συγκεκριμένο εθνικό μέτρο που αποτελεί μέρος καθεστώτος ιδιοκτησίας κατά την έννοια του άρθρου 222 της Συνθήκης ΕΟΚ - εν προκειμένω, κατά το Ηνωμένο Βασίλειο, η υποχρέωση παραγωγής επί του εθνικού εδάφους του προϊόντος που καλύπτεται από το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας - πρέπει να εξετάζεται αν συμβιβάζεται με τις ανωτέρω διατάξεις της Συνθήκης. Από την ανωτέρω ανάλυση (σημεία 4 έως 7) προκύπτει ότι η εν λόγω υποχρέωση είναι οπωσδήποτε αντίθετη προς το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ.
2. Επί του ισχυρισμού ότι οι επίμαχες διατάξεις δεν έχουν περιοριστικά αποτελέσματα επί των εισαγωγών και δεν εφαρμόζονται σχεδόν ποτέ
10. Η Ιταλία και το Ηνωμένο Βασίλειο, που υποστηρίζονται επ' αυτού από την Ισπανία και την Πορτογαλία, ισχυρίζονται ότι η παραχώρηση υποχρεωτικής άδειας εκμεταλλεύσεως δεν αποκλείει την εισαγωγή του προϊόντος που καλύπτεται από το δίπλωμα. Η Ιταλία προσθέτει ότι η μόνη συνέπεια του μέτρου αυτού είναι ότι ο δικαιούχος του διπλώματος χάνει το αποκλειστικό του δικαίωμα εντός της εθνικής επικράτειας και υφίσταται στη συνέχεια τον ανταγωνισμό των προϊόντων που παράγει ο κάτοχος της άδειας εκμεταλλεύσεως.
Σύμφωνα με την απόφαση Dassonville (17), οποιαδήποτε εμπορική ρύθμιση των κρατών μελών που είναι ικανή να εμποδίσει άμεσα ή έμμεσα, πραγματικά ή δυνητικά, το ενδοκοινοτικό εμπόριο πρέπει να θεωρείται ως μέτρο ισοδύναμου αποτελέσματος προς ποσοτικούς περιορισμούς των εισαγωγών. Το ίδιο βέβαια ισχύει και για τις ρυθμίσεις που αντιμετωπίζουν δυσμενέστερα τις εισαγωγές προϊόντων από άλλα κράτη μέλη σε σχέση με τα εγχώρια προϊόντα.
Είναι προφανές ότι η παραχώρηση υποχρεωτικής άδειας εκμεταλλεύσεως σε εγχώριο παραγωγό συνεπάγεται κατ' ανάγκη τη μείωση των εισαγωγών του καλυπτόμενου από το δίπλωμα προϊόντος από τα άλλα κράτη μέλη, και συγκεκριμένα από το κράτος μέλος στο οποίο το προϊόν παράγεται από τον δικαιούχο του διπλώματος. Κατά συνέπεια, το εθνικό μέτρο που προβλέπει την παραχώρηση τέτοιας υποχρεωτικής άδειας εκμεταλλεύσεως δυσχεραίνει εξ ορισμού το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών, όταν παραχωρείται άδεια εκμεταλλεύσεως σε εγχώριο παραγωγό βάσει του μέτρου αυτού. Ακόμη όμως και όταν δεν έχει (ακόμη) παραχωρηθεί καμία υποχρεωτική άδεια εκμεταλλεύσεως, η πιθανότητα και μόνο ότι μπορεί να παραχωρηθεί τέτοια άδεια σε τρίτο ενδέχεται να αποτελέσει κίνητρο για τον δικαιούχο του διπλώματος είτε για να παραγάγει ο ίδιος το οικείο προϊόν εντός του κράτους μέλους στο οποίο ισχύει η ρύθμιση αυτή και επομένως να μην επιλέξει ως τόπο παραγωγής τον ευρισκόμενο σε άλλο κράτος μέλος τόπο που θα είχε επιλέξει βάσει της σταθμίσεως οικονομικών παραγόντων είτε να παραχωρήσει ο ίδιος άδεια εκμεταλλεύσεως του διπλώματος σε τρίτο - ο οποίος ενδεχομένως να έχει υποβάλει αίτηση χορηγήσεως υποχρεωτικής άδειας εκμεταλλεύσεως, αίτηση που δεν έχει ακόμη γίνει δεκτή - υπό συμβατικούς όρους που δεν θα είχε αποδεχθεί, αν δεν υπήρχε η απειλή της χορηγήσεως υποχρεωτικής άδειας εκμεταλλεύσεως.
Στις τελευταίες αυτές περιπτώσεις η οικεία εθνική ρύθμιση συνεπάγεται ότι η αγορά του οικείου κράτους μέλους δεν εφοδιάζεται πλέον με εισαγόμενα προϊόντα και καταλήγει στη μείωση των ενδοκοινοτικών συναλλαγών που βασίζονται στην ελεύθερη βούληση των συμβαλλομένων. Ορθώς η Επιτροπή παρατηρεί επί του σημείου αυτού ότι το Δικαστήριο, με την απόφαση τη λεγόμενη "Buy Irish" (18), έκρινε ότι αντέβαινε προς το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ ένα ιρλανδικό δημόσιο πρόγραμμα που είχε σκοπό "να ελέγχει τη ροή του ενδοκοινοτικού εμπορίου δια της προωθήσεως της αγοράς εγχωρίων προϊόντων, μέσω μιας επί εθνικής κλίμακας διαφημιστικής εκστρατείας" (σκέψη 29). Σκοπός των επίμαχων εν προκειμένω ρυθμίσεων είναι επίσης η ευνοϊκότερη μεταχείριση της εγχώριας παραγωγής έναντι των εισαγωγών από τα άλλα κράτη μέλη.
11. Οι ανωτέρω σκέψεις ανασκευάζουν επίσης τον ισχυρισμό του Ηνωμένου Βασιλείου (με τον οποίο συμφωνεί η Ισπανία) ότι οι υποχρεωτικές άδειες εκμεταλλεύσεως χορηγούνται σπανιότατα. Καταρχάς θα ήθελα γενικότερα να υπενθυμίσω ότι, κατά το Δικαστήριο, το γεγονός ότι μια εθνική ρύθμιση σπάνια μόνο εφαρμόζεται στην πράξη δεν αρκεί για να εξαλείψει την παράβαση του κοινοτικού δικαίου (19). Επιπλέον, ακόμη και αν η παραχώρηση υποχρεωτικών αδειών εκμεταλλεύσεως είναι σπανιότατη ή δεν έχει γίνει ποτέ, παραμένει εντούτοις το γεγονός ότι, όπως παρατήρησα παραπάνω, οι εθνικές ρυθμίσεις που προβλέπουν τη δυνατότητα παραχωρήσεως των υποχρεωτικών αδειών εκμεταλλεύσεως μπορούν να αποτελέσουν πρόσκομμα στην κυκλοφορία των εμπορευμάτων μεταξύ των κρατών μελών, επειδή αποτελούν ενδεχομένως κίνητρο για τον δικαιούχο του διπλώματος ευρεσιτεχνίας να δημιουργήσει ο ίδιος μονάδα παραγωγής στο έδαφος του κράτους μέλους που έχει θεσπίσει τη ρύθμιση αυτή ή να παραχωρήσει εξ ιδίας πρωτοβουλίας άδεια εκμεταλλεύσεως σε τρίτους.
3. Επί του ισχυρισμού ότι οι επίδικες ρυθμίσεις δικαιολογούνται βάσει του άρθρου 36 της Συνθήκης ΕΟΚ
12. Το Ηνωμένο Βασίλειο υποστηρίζει ότι η βρετανική ρύθμιση, εφόσον κριθεί από το Δικαστήριο ότι εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της άρθρου 30 της Συνθήκης ΕΟΚ, δικαιολογείται για λόγους προστασίας της εμπορικής και βιομηχανικής ιδιοκτησίας.
Κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου (βλ. απόφαση CNL-SUCAL, σκέψη 12 (20), η οποία αποτελεί την πιο πρόσφατη σχετική απόφαση),
"το άρθρο 36 δεν επιτρέπει αποκλίσεις από τη θεμελιώδη αρχή της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων στην κοινή αγορά, παρά μόνο καθόσον οι αποκλίσεις αυτές δικαιολογούνται για την προστασία των δικαιωμάτων που αποτελούν το ειδικό αντικείμενο της εμπορικής και βιομηχανικής ιδιοκτησίας".
Κατά πάγια επίσης νομολογία του Δικαστηρίου (βλ. τη σκέψη 11 της πιο πρόσφατης σχετικής αποφάσεως, της αποφάσεως Allen & Hanburys (21), η οποία παραπέμπει στην απόφαση Merck (22)), το ειδικό αντικείμενο του διπλώματος ευρεσιτεχνίας περιλαμβάνει
"το αποκλειστικό δικαίωμα χρησιμοποιήσεως μιας εφευρέσεως για την παραγωγή και την πρώτη κυκλοφορία στην αγορά βιομηχανικών προϊόντων, είτε απευθείας είτε μέσω παραχωρήσεως σε τρίτους αδειών εκμεταλλεύσεως, καθώς και το δικαίωμα προστασίας κατά κάθε προσβολής".
Επιπλέον, με τη σκέψη 25 της αποφάσεως Pharmon (23) το Δικαστήριο τόνισε, σε σχέση με την παραχώρηση υποχρεωτικής άδειας εκμεταλλεύσεως, ότι
"ο κάτοχος διπλώματος ευρεσιτεχνίας χάνει, μετά από τέτοιο μέτρο, την εξουσία να αποφασίζει ελεύθερα για τους όρους υπό τους οποίους διαθέτει στο εμπόριο το προϊόν του".
Τέλος, όπως ανέφερα προηγουμένως (στο σημείο 7 των προτάσεών μου), με τη σκέψη 8 της αποφάσεως Volvo (24) το Δικαστήριο δέχθηκε τα εξής, σχετικά με την προστασία των κατατεθειμένων υποδειγμάτων (το όλο πλαίσιο ήταν βέβαια διαφορετικό από το εν γένει πλαίσιο της παραχωρήσεως υποχρεωτικών αδειών εκμεταλλεύσεως):
"Η επιβολή στον δικαιούχο του προστατευόμενου προτύπου της υποχρεώσεως να παραχωρεί σε τρίτους, έστω και έναντι ευλόγων δικαιωμάτων εκμεταλλεύσεως, την άδεια να προμηθεύουν προϊόντα που αποτελούν υλοποίηση του υποδείγματος θα ισοδυναμούσε με στέρηση του δικαιούχου από το αποκλειστικό του δικαίωμα (...)"
Έχοντας υπόψη τη νομολογία αυτή, δεν μπορώ να αντιληφθώ πώς θα μπορούσε να ήταν δικαιολογημένη για λόγους προστασίας της εμπορικής και βιομηχανικής ιδιοκτησίας η εθνική ρύθμιση η οποία, υπό ορισμένες προϋποθέσεις, στερεί από τον δικαιούχο του διπλώματος ευρεσιτεχνίας ένα σημαντικό μέρος της προστασίας που του παρέχει το δίπλωμα αυτό. Εξάλλου, ακόμη και αν μπορούσε να γίνει επίκληση δικαιολογητικών λόγων βάσει του άρθρου 36 της Συνθήκης ΕΟΚ, η επίμαχη εθνική ρύθμιση θα έπρεπε, κατά το δεύτερο εδάφιο του άρθρου αυτού, να μην αποτελεί μέσο αυθαίρετων διακρίσεων. Με τη σκέψη 22 όμως της αποφάσεως Allen & Hanburys το Δικαστήριο έκρινε, σχετικά με ορισμένους περιορισμούς που επέβαλλε η βρετανική νομοθεσία σε σχέση με τις αυτοδικαίως παραχωρούμενες άδειες εκμεταλλεύσεως (βλ. σημείο 5 ανωτέρω), ότι οι περιορισμοί αυτοί ενείχαν "τον χαρακτήρα αυθαίρετης διάκρισης απαγορευόμενης από το άρθρο 36 της Συνθήκης".
Κατά συνέπεια, ο αμυντικός αυτός ισχυρισμός του Ηνωμένου Βασιλείου πρέπει να απορριφθεί (25).
4. Επί του ισχυρισμού ότι η στάση της Επιτροπής δεν εξυπηρετεί την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων
13. Η Ιταλία, υποστηριζόμενη επ' αυτού από την Ισπανία, ισχυρίζεται ότι η επιχειρηματολογία της Επιτροπής δεν εξυπηρετεί την ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων εντός της κοινοτικής αγοράς. Κατά την Ιταλία, η επιχειρηματολογία αυτή αποβλέπει μάλλον στην προστασία των δικαιωμάτων του δικαιούχου του διπλώματος ευρεσιτεχνίας. Η Ισπανία προσθέτει ότι οι επίδικες ρυθμίσεις ευνοούν τον ανταγωνισμό μεταξύ των εισαγόμενων προϊόντων και των προϊόντων που παράγει εντός της εθνικής επικράτειας ο δικαιούχος υποχρεωτικής άδειας εκμεταλλεύσεως. Ο ανταγωνισμός αυτός εξυπηρετεί το συμφέρον των καταναλωτών, η προστασία των οποίων συνιστά επιτακτική ανάγκη που δικαιολογεί τον περιορισμό της ελεύθερης κυκλοφορίας των εμπορευμάτων.
Στο σημείο αυτό επιβάλλεται η παρατήρηση ότι η Επιτροπή, με την άσκηση της προσφυγής της, αποβλέπει μόνο στην εξάλειψη των διαφορών μεταξύ της νομικής καταστάσεως του δικαιούχου του διπλώματος ευρεσιτεχνίας που παράγει τα εμπορεύματα στο οικείο κράτος μέλος και της νομικής καταστάσεως του δικαιούχου του διπλώματος που τα εισάγει από άλλο κράτος μέλος και συνεπώς αποβλέπει στην εξάλειψη της υφισταμένης διακρίσεως μεταξύ εγχώριων και εισαγόμενων προϊόντων. Η εξάλειψη της διακρίσεως αυτής είναι οπωσδήποτε σύμφωνη με τον σκοπό που επιδιώκει η ελεύθερη κυκλοφορία των εμπορευμάτων μεταξύ των κρατών μελών, δηλαδή τη συγχώνευση των εθνικών αγορών σε ενιαία κοινή αγορά.
Ο ισχυρισμός ότι οι επίδικες ρυθμίσεις ευνοούν τον ανταγωνισμό μεταξύ των εγχώριων και των εισαγόμενων προϊόντων και συνεπώς προστατεύουν καλύτερα τους καταναλωτές δεν μπορεί να γίνει δεκτός, δεδομένου ότι οι ρυθμίσεις που ισχύουν στα οικεία κράτη μέλη δεν προστατεύουν τους καταναλωτές από τα αποκλειστικά δικαιώματα του δικαιούχου του διπλώματος ευρεσιτεχνίας που παράγει το προστατευόμενο από το δίπλωμα προϊόν εντός της εθνικής επικράτειας. Έτσι αποδεικνύεται ότι σκοπός των επίδικων ρυθμίσεων δεν είναι η διευκόλυνση του ανταγωνισμού και της προστασίας του καταναλωτή, αλλά αντίθετα η ενθάρρυνση της πραγματοποιήσεως επενδύσεων και δημιουργίας θέσεων εργασίας εντός της εθνικής επικράτειας. Επιπλέον, οι ρυθμίσεις αυτές δημιουργούν διακρίσεις μεταξύ των δικαιούχων διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας οι οποίοι παράγουν τα καλυπτόμενα από το δίπλωμα προϊόντα εντός της επικράτειας και όσων εισάγουν τα προϊόντα αυτά από άλλα κράτη μέλη. Γι' αυτόν ακριβώς τον λόγο δεν μπορεί να γίνει επίκληση ούτε της επιτακτικής ανάγκης προστασίας του καταναλωτή, η οποία έγινε δεκτή ως δικαιολογητικός λόγος με την απόφαση Cassis de Dijon, καθόσον, σύμφωνα με τη νομολογία αυτή, η επιτακτική αυτή ανάγκη συνιστά δικαιολογητικό λόγο, μόνο εφόσον η οικεία ρύθμιση ισχύει αδιακρίτως τόσο για τα εγχώρια όσο και για τα εισαγόμενα προϊόντα.
5. Επί του ισχυρισμού ότι οι επίδικες ρυθμίσεις είναι σύμφωνες προς τη Σύμβαση των Παρισίων
14. Κατά την Ιταλία, οι επίδικες ρυθμίσεις είναι σύμφωνες προς τη Σύμβαση των Παρισίων (26), και ειδικότερα με το άρθρο 5, στοιχείο Α, παράγραφος 2, το οποίο ορίζει τα εξής:
"Εκάστη χώρα της ενώσεως έχει το δικαίωμα να λαμβάνη νομοθετικά μέτρα προβλέποντα την υποχρεωτικήν παραχώρησιν αδείας εκμεταλλεύσεως προς πρόληψιν καταχρήσεων δυναμένων να λάβωσι χώραν εν τη ασκήσει του αποκλειστικού δικαιώματος εκ του απονεμηθέντος διπλώματος, ως επί παραδείγματι λόγω μη εκμεταλλεύσεως."
Τα κράτη που υπέγραψαν την ανωτέρω σύμβαση διατηρούν επομένως την εξουσία να παραχωρούν υποχρεωτικές άδειες εκμεταλλεύσεως, όταν το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας δεν αποτελεί αντικείμενο εκμεταλλεύσεως και η μη εκμετάλλευση αυτή μπορεί να θεωρηθεί ως κατάχρηση του δικαιώματος που παρέχει το δίπλωμα. Εντούτοις, η σύμβαση δεν προσδιορίζει τι νοείται ως "εκμετάλλευση" και δεν επιβάλλει βέβαια την ερμηνεία του όρου αυτού υπό την έννοια της παραγωγής του προστατευόμενου προϊόντος επί του εθνικού εδάφους. Ως "κατάχρηση", κατά την έννοια της συμβάσεως, νοείται η περίπτωση στην οποία ο πληθυσμός μιας χώρας στερείται προϊόντα που προστατεύονται από το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας. Δεν συντρέχει καμία τέτοια κατάχρηση, όταν το προϊόν εισάγεται σε επαρκείς ποσότητες στην οικεία χώρα. Ενόψει του άρθρου 5 της Συνθήκης ΕΟΚ και του άρθρου 234, δεύτερη παράγραφος, πρώτο εδάφιο, της ίδιας Συνθήκης, το οποίο αποτελεί ειδική εφαρμογή του άρθρου 5, τα κράτη μέλη που έχουν κυρώσει επίσης τη Σύμβαση των Παρισίων έχουν την υποχρέωση να ερμηνεύουν την εξουσία που τους παρέχει το άρθρο 5, στοιχείο Α, παράγραφος 2, της συμβάσεως αυτής σύμφωνα με το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ και συνεπώς να θεωρούν ότι η έννοια της "εκμεταλλεύσεως" καλύπτει την εισαγωγή των προστατευόμενων από το δίπλωμα προϊόντων από άλλα κράτη μέλη.
Επιπλέον, ορθώς η Επιτροπή παραπέμπει στην πάγια νομολογία του Δικαστηρίου επί του άρθρου 234, πρώτη παράγραφος, της Συνθήκης ΕΟΚ. Έτσι, με τη σκέψη 25 της αποφάσεως Conegate (27), το Δικαστήριο δέχθηκε τα εξής:
"το άρθρο 234 αποβλέπει στο να εξασφαλίσει ότι η εφαρμογή της Συνθήκης δεν επηρεάζει ούτε τον σεβασμό των δικαιωμάτων τα οποία αρύονται τρίτες χώρες από συμβάσεις συναφθείσες προηγουμένως με κράτος μέλος ούτε την τήρηση των υποχρεώσεων που συνεπάγονται οι συμβάσεις αυτές για το εν λόγω κράτος μέλος. Επομένως, δεν μπορεί να γίνει επίκληση, στις σχέσεις μεταξύ κρατών μελών, των συμβάσεων που έχουν συναφθεί πριν από την έναρξη της ισχύος της Συνθήκης, προκειμένου να δικαιολογηθούν περιορισμοί στο ενδοκοινοτικό εμπόριο".
Δεδομένου ότι η Σύμβαση των Παρισίων συνήφθη πριν από την έναρξη ισχύος της Συνθήκης ΕΟΚ και ότι όλα τα κράτη μέλη έχουν κυρώσει τη Σύμβαση αυτή, οι διατάξεις της Συμβάσεως δεν μπορούν να δικαιολογήσουν κανένα περιορισμό στο εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών. Για τον λόγο ακριβώς αυτό πρέπει να απορριφθεί ο ισχυρισμός που στηρίζεται στη Σύμβαση των Παρισίων.
6. Επί του ισχυρισμού ότι η σύμβαση για το κοινοτικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας ανασκευάζει την άποψη της Επιτροπής
15. Η Ιταλία και το Ηνωμένο Βασίλειο, που υποστηρίζονται στο σημείο αυτό από την Πορτογαλία και την Ισπανία, επικαλούνται τη σύμβαση για το κοινοτικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας με σκοπό να ανασκευάσουν τις αιτιάσεις της Επιτροπής. Ο ισχυρισμός αυτός νομίζω ότι περιλαμβάνει δύο αυτοτελή επιχειρήματα.
Το πρώτο επιχείρημα, που ανέπτυξε κυρίως η Ισπανία, στηρίζεται στα άρθρα 77 και 83 της συμβάσεως για το κοινοτικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας. Όπως ανέφερα ήδη προηγουμένως (σημείο 3 ανωτέρω), το άρθρο 77 ορίζει ότι το άρθρο 46 εφαρμόζεται για την παραχώρηση υποχρεωτικών αδειών εκμεταλλεύσεως λόγω μη εκμεταλλεύσεως ή ανεπαρκούς εκμεταλλεύσεως εθνικού διπλώματος ευρεσιτεχνίας. Το άρθρο 46 απαγορεύει τη χορήγηση υποχρεωτικών αδειών εκμεταλλεύσεως κοινοτικών διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας, εφόσον το προϊόν που καλύπτεται από το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας εισάγεται σε επαρκείς ποσότητες από άλλο συμβαλλόμενο κράτος στο έδαφος του κράτους μέλους στο οποίο έχει ζητηθεί η υποχρεωτική άδεια εκμεταλλεύσεως. Κατά την Ισπανία, το άρθρο 77 θα ήταν περιττό, αν η χορήγηση υποχρεωτικών αδειών εκμεταλλεύσεως λόγω μη εκμεταλλεύσεως ή ανεπαρκούς εκμεταλλεύσεως απαγορευόταν ήδη από το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ. Επιπλέον, το άρθρο 83 παρέχει στα υπογράψαντα κράτη την ευχέρεια να μην εφαρμόζουν το άρθρο 77 επί ορισμένη περίοδο. Αν η άποψη της Επιτροπής ήταν βάσιμη, η διάταξη αυτή θα ήταν αντίθετη προς τη Συνθήκη ΕΟΚ.
Κατά την άποψή μου, το επιχείρημα αυτό πρέπει να απορριφθεί. Το άρθρο 2, παράγραφος 1, της συμφωνίας για τα κοινοτικά διπλώματα ευρεσιτεχνίας, η οποία υπογράφηκε στο Λουξεμβούργο στις 15 Δεκεμβρίου 1989, ορίζει ρητά τα εξής:
"Καμία διάταξη της παρούσας συμφωνίας δεν μπορεί να εμποδίσει την εφαρμογή της Συνθήκης περί ιδρύσεως της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας (28)."
Στην ένατη αιτιολογική σκέψη της ανωτέρω συμφωνίας το σημείο αυτό διασαφηνίζεται ως εξής:
"εκτιμώντας ότι είναι ουσιώδες να μην μπορεί να εμποδίσει η εφαρμογή της παρούσας συμφωνίας τις διατάξεις της Συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας και να μπορεί το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων να εξασφαλίσει τον ομοιόμορφο χαρακτήρα της κοινοτικής έννομης τάξης."
Κατά συνέπεια, η σύμβαση για το κοινοτικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας πρέπει να ερμηνεύεται σύμφωνα με τη Συνθήκη ΕΟΚ, και όχι αντίστροφα. Το γεγονός ότι η ερμηνεία των άρθρων 30 και 36 της Συνθήκης ΕΟΚ που υποστηρίζεται από την Επιτροπή θα καθιστούσε περιττές, ή έστω ανίσχυρες, ορισμένες διατάξεις της συμβάσεως για το κοινοτικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας δεν συνιστά καθαυτό αποφασιστικό λόγο για την απόρριψη της ερμηνείας αυτής.
16. Το δεύτερο επιχείρημα, το οποίο ανέπτυξε κυρίως το Ηνωμένο Βασίλειο, τονίζει τις σημαντικές διαφορές που υφίστανται μεταξύ των εθνικών ρυθμίσεων περί υποχρεωτικών αδειών εκμεταλλεύσεως, στην εναρμόνιση των οποίων αποβλέπει η σύμβαση για το κοινοτικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας. Αν δεν πραγματοποιηθεί προηγουμένως η εναρμόνιση αυτή, δεν μπορεί να επιτευχθεί ο σκοπός που επιδιώκει η Επιτροπή, η οποία, κινώντας διαδικασίες βάσει του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ, θα προσθέσει απλώς νέες διαφορές στις ήδη υφιστάμενες.
Ούτε ο αμυντικός αυτός ισχυρισμός με πείθει περισσότερο από τους άλλους. Από το τέλος της μεταβατικής περιόδου το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ έχει πλέον απευθείας εφαρμογή και τα μέτρα ισοδύναμου αποτελέσματος προς ποσοτικούς περιορισμούς των εισαγωγών απαγορεύονται, ακόμη και αν δεν έχει επιτευχθεί εναρμόνιση. Δεν μπορώ άλλωστε να αντιληφθώ πώς η κατάργηση της υποχρεώσεως πραγματοποιήσεως παραγωγής εντός του εδάφους του κράτους μέλους που χορήγησε την άδεια εκμεταλλεύσεως θα μπορούσε να επηρεάσει αρνητικά το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών. Η κατάργηση αυτή δεν προσθέτει καμία νέα διαφορά στις ήδη υφιστάμενες μεταξύ των εθνικών νομοθεσιών που δεν έχουν εναρμονισθεί, αλλ' αντίθετα καταργεί μία από τις διαφορές. Από την απάντηση εξάλλου που έδωσε εγγράφως η Επιτροπή σε ερώτηση του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η Επιτροπή επιδιώκει, με την πολιτική της, στη θέσπιση σε όλα τα κράτη μέλη ρυθμίσεων που να προβλέπουν ότι η έλλειψη εγχώριας παραγωγής δεν αποτελεί λόγο παραχωρήσεως υποχρεωτικών αδειών εκμεταλλεύσεως.
Τέλος, το Ηνωμένο Βασίλειο αμφισβήτησε τη σκοπιμότητα της προσφυγής λόγω παραβάσεως. Στο σημείο αυτό αρκεί να τονίσω ότι, στο πλαίσιο του συστήματος του άρθρου 169 της Συνθήκης ΕΟΚ, η Επιτροπή διαθέτει διακριτική εξουσία για την άσκηση της προσφυγής και ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να εκτιμήσει τη σκοπιμότητα της ασκήσεως της εξουσίας αυτής (29).
Πρόταση
Κατόπιν των ανωτέρω παρατηρήσεων προτείνω στο Δικαστήριο:
- στην υπόθεση C-235/89
- να δεχθεί την προσφυγή της Επιτροπής,
- να καταδικάσει την Ιταλική Δημοκρατία στα δικαστικά έξοδα της Επιτροπής,
- να αποφασίσει ότι το Βασίλειο της Ισπανίας, το Ηνωμένο Βασίλειο και η Πορτογαλική Δημοκρατία θα φέρουν τα δικά τους δικαστικά έξοδα,
- στην υπόθεση C-30/90
- να δεχθεί την προσφυγή της Επιτροπής,
- να καταδικάσει το Ηνωμένο Βασίλειο στα δικαστικά έξοδα της Επιτροπής,
- να αποφασίσει ότι το Βασίλειο της Ισπανίας θα φέρει τα δικά του δικαστικά έξοδα.
PL/b/V
(*) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ολλανδική.
(1) GURI (Εφημερίδα της Κυβερνήσεως της Ιταλικής Δημοκρατίας), αριθ. φύλλου 189, της 14.8.1939.
(2) GURI, αριθ. φύλλου 193, της 31.7.1968.
(3) GURI, αριθ. φύλλου 109, της 26.4.1976.
(4) Σύμβαση για το ευρωπαϊκό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας για την κοινή αγορά, που έχει επισυναφθεί στη συμφωνία για τα κοινοτικά διπλώματα ευρεσιτεχνίας, η οποία υπογράφηκε στο Λουξεμβούργο στις 15 Δεκεμβρίου 1989 (ΕΕ L 401, σ. 1). Για λόγους συντομίας, στις προτάσεις μου θα αναφέρομαι μόνο στις διατάξεις της συμβάσεως αυτής και όχι στις διατάξεις της συμβάσεως για το ευρωπαϊκό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας για την κοινή αγορά, που υπογράφηκε στο Λουξεμβούργο στις 15 Δεκεμβρίου 1975 (σύμβαση για το κοινοτικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας, JO 1976, L 17, σ. 1), οι οποίες έχουν το ίδιο περιεχόμενο, αλλά διαφορετική αρίθμηση. Όταν θα αρχίσει να ισχύει η σύμβαση της 15ης Δεκεμβρίου 1989, θα αντικαταστήσει τη σύμβαση της 15ης Δεκεμβρίου 1975, η οποία δεν άρχισε ποτέ να ισχύει, επειδή δεν κυρώθηκε από όλα τα κράτη μέλη.
(5) Ως "ευρωπαϊκά διπλώματα ευρεσιτεχνίας που χορηγούνται για ένα από τα συμβαλλόμενα κράτη" νοούνται τα διπλώματα που χορηγούνται βάσει ενιαίας αιτήσεως για όλα τα συμβαλλόμενα κράτη ή για ορισμένα κράτη ή μόνο για ένα κράτος, σύμφωνα με τη σύμβαση περί χορηγήσεως ευρωπαϊκών διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας, η οποία υπογράφηκε στο Μόναχο στις 5 Οκτωβρίου 1973 και άρχισε να ισχύει στις 7 Οκτωβρίου 1977.
(6) Βλ. ΕΕ 1989, L 401, σ. 58.
(7) Απόφαση της 3ης Μαρτίου 1988, 434/85 (Συλλογή 1988, σ. 1245).
(8) Απόφαση της 17ης Ιουνίου 1981, 113/80 (Συλλογή 1981, σ. 1625).
(9) Βλ. ειδικότερα τη σελίδα 8 του υπηρεσιακού σημειώματος του Υπουργού Βιομηχανίας, Εμπορίου και Βιοτεχνίας, το οποίο η Μόνιμη Αντιπροσωπεία της Ιταλίας επισυνήψε στην απάντηση που έδωσε στο έγγραφο οχλήσεως της Επιτροπής.
(10) Βλ. ειδικότερα το σημείο 7.2. του υπομνήματος αντικρούσεως.
(11) Απόφαση της 5ης Οκτωβρίου 1988, 238/87, Volvo (Συλλογή 1988, σ. 6211).
(12)
Απόφαση της 31ης Οκτωβρίου 1974, 15/74 (Jurispr. 1974, σ. 1147).
(13) Σκέψη 12 της αποφάσεως της 30ής Ιουνίου 1988, 35/87, Thetford (Συλλογή 1988, σ. 3585). Το Ηνωμένο Βασίλειο αναφέρεται επίσης σε δύο άλλες αποφάσεις: την απόφαση της 14ης Σεπτεμβρίου 1982, 144/81, Keurkoop (Συλλογή 1982, σ. 2853), και την απόφαση της 24ης Ιανουαρίου 1989, 341/87, EMI Electrola (Συλλογή 1989, σ. 79).
(14) C-305/89, Συλλογή 1991, σ. Ι-1603.
(15) Απόφαση της 6ης Νοεμβρίου 1984, 182/83 (Συλλογή 1984, σ. 3677).
(16) Βλ. απόφαση της 4ης Οκτωβρίου 1991, C- 246/89, Επιτροπή κατά Ηνωμένου Βασιλείου (Συλλογή 1991, σ. Ι-4585, σκέψη 12), σε σχέση με τις εξουσίες των κρατών μελών ως προς τη νηολόγηση των σκαφών. Βλ. επίσης τις αποφάσεις της 7ης Ιουνίου 1988, 57/86, Ελλάδα κατά Επιτροπής (Συλλογή 1988, σ. 2855, σκέψη 9), και της 21ης Ιουνίου 1988, 127/87, Επιτροπή κατά Ελλάδας (Συλλογή 1988, σ. 3333, σκέψη 7), σε σχέση με τις εξουσίες των κρατών μελών στον νομισματικό τομέα.
(17) Απόφαση της 11ης Ιουλίου 1974, 8/74 (Jurispr. 1974, σ. 837).
(18) Aπόφαση της 24ης Νοεμβρίου 1982, 249/81, Επιτροπή κατά Ιρλανδίας (Συλλογή 1982, σ. 4005).
(19) Απόφαση της 7ης Φεβρουαρίου 1984, 166/82, Επιτροπή κατά Ιταλίας (Συλλογή 1984, σ. 459, σκέψη 24).
(20) Απόφαση της 17ης Οκτωβρίου 1990, C-10/89 (Συλλογή 1990, σ. Ι-3711).
(21) Όπ.π., υποσημ. 7.
(22) Απόφαση της 14ης Ιουλίου 1981, 187/80 (Συλλογή 1981, σ. 2063).
(23) Απόφαση της 9ης Ιουλίου 1985, 19/84 (Συλλογή 1985, σ. 2281).
(24) Όπ.π., υποσημ. 11.
(25) Δεδομένου ότι δεν αποτελεί αντικείμενο της διαφοράς, δεν χρειάζεται εδώ να εξετασθεί το ζήτημα αν η παραχώρηση υποχρεωτικής άδειας εκμεταλλεύσεως μπορεί να δικαιολογηθεί για κάποιον άλλο από τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 36, πρώτο εδάφιο, της Συνθήκης ΕΟΚ, για παράδειγμα για λόγους που ανάγονται στην άμυνα της εθνικής επικράτειας, δηλαδή για λόγους προστασίας της "δημόσιας ασφάλειας", η οποία μνημονεύεται στο άρθρο 36 της Συνθήκης ΕΟΚ (και πρέπει να ερμηνεύεται σε συνδυασμό με το άρθρο 223). Στο σημείο αυτό θα ήθελα να υπενθυμίσω ότι το άρθρο 46, δεύτερο εδάφιο, της συμβάσεως για το κοινοτικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας ορίζει ότι ο κανόνας που τίθεται με το πρώτο εδάφιο δεν ισχύει για τις υποχρεωτικές άδειες εκμεταλλεύσεως "που χορηγούνται προς το δημόσιο συμφέρον".
(26) Σύμβαση των Παρισίων περί προστασίας της βιομηχανικής ιδιοκτησίας, της 20ής Μαρτίου 1883, που αναθεωρήθηκε στις Βρυξέλλες στις 14 Δεκεμβρίου 1900, στην Ουάσιγκτον στις 2 Ιουνίου 1911, στη Χάγη στις 6 Νοεμβρίου 1925, στο Λονδίνο στις 2 Ιουνίου 1934, στη Λισαβόνα στις 31 Οκτωβρίου 1958 και στη Στοκχόλμη στις 14 Ιουλίου 1967 (Recueil des traites des Nation Unies, τόμος 828, παράγραφος 11851, σ. 306).
(27) Απόφαση της 11ης Μαρτίου 1986, 121/85 (Συλλογή 1986, σ. 1007). Βλ. επίσης τις αποφάσεις που εξέδωσε στις 10 Ιουλίου 1991 το Πρωτοδικείο στις υποθέσεις Τ-69/89, Radio Telefis Eireann κατά Επιτροπής (σκέψεις 102 έως 1004), Τ-70/89, BBC κατά Επιτροπής (σκέψεις 76 έως 78), και Τ-76/89, Independant Television Publications κατά Επιτροπής (σκέψεις 75 έως 77), Συλλογή 1991, σ. ΙΙ-485.
(28) Όσον αφορά τη σύμβαση για το κοινοτικό δίπλωμα ευρεσιτεχνίας, η οποία υποφράφηκε το 1975, επίσης στο Λουξεμβούργο, βλ. την αντίστοιχη διάταξη του άρθρου 93 της συμβάσεως αυτής.
(29) Βλ. απόφαση της 27ης Νοεμβρίου 1990, 200/88, Επιτροπή κατά Ελλάδας (Συλλογή 1990, σ. Ι-4299, σκέψη 9).
Top