Σημαντική ανακοίνωση νομικού περιεχομένου
Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Van Gerven της 16ης Μαρτίου 1989. - BROTHER INTERNATIONAL GMBH ΚΑΤΑ HAUPTZOLLAMT GIESSEN. - ΑΙΤΗΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΠΡΟΔΙΚΑΣΤΙΚΗΣ ΑΠΟΦΑΣΕΩΣ: HESSISCHES FINANZGERICHT - ΓΕΡΜΑΝΙΑ. - ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΚΥΚΛΟΦΟΡΙΑ ΤΩΝ ΕΜΠΟΡΕΥΜΑΤΩΝ - ΚΑΤΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΕΜΠΟΡΕΥΜΑΤΩΝ - ΣΥΝΑΡΜΟΛΟΓΗΣΗ ΠΡΟΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΜΕΝΩΝ ΕΞΑΡΤΗΜΑΤΩΝ. - ΥΠΟΘΕΣΗ 26/88.
Συλλογή της Νομολογίας του Δικαστηρίου 1989 σελίδα 04253
Προτάσεις του γενικού εισαγγελέα
++++
Κύριε πρόεδρε,
Κύριοι δικαστές,
1. Το Hessisches Finanzgericht ζήτησε από το Δικαστήριο, κατ' εφαρμογή του άρθρου 177 της Συνθήκης ΕΟΚ, την έκδοση προδικαστικής αποφάσεως επί των ακολούθων ερωτημάτων:
"1) Πρέπει το άρθρο 5 του κανονισμού (ΕΟΚ) 802/68 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1968, περί του κοινού ορισμού της εννοίας της καταγωγής των εμπορευμάτων (ΕΕ ειδ. έκδ. 02/001, σ. 20), να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι και η απλή συναρμολόγηση προκατασκευασμένων και εισαχθέντων μεμονωμένων εξαρτημάτων που καταλήγει στη δημιουργία ενός νέου προϊόντος, θεωρούμενη ως η τελευταία ουσιώδης μεταποίηση και οικονομικώς δικαιολογημένη κατεργασία, ενεργεί προσδιοριστικώς ως προς τη χώρα καταγωγής ή απαιτείται επιπλέον, εκτός από τη συναρμολόγηση, μία ξεχωριστή διανοητική εργασία, ώστε η συναρμολόγηση να ενεργεί προσδιοριστικώς ως προς τη χώρα καταγωγής;
2) Σε περίπτωση που η απλή συναρμολόγηση προκατασκευασμένων μεμονωμένων εξαρτημάτων ενεργεί προσδιοριστικώς ως προς τη χώρα καταγωγής κατά την έννοια του άρθρου 5 του κανονισμού (ΕΟΚ) 802/68, πρέπει το άρθρο 6 του κανονισμού (ΕΟΚ) 802/68 να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι ήδη η μεταβολή της κατευθύνσεως των εξαγωγών, με τη χρησιμοποίηση ήδη υπαρχουσών εγκαταστάσεων παραγωγής, δικαιολογεί αυτή και μόνο την εικασία ότι η μεταβολή κατευθύνσεως αποσκοπεί στην καταστρατήγηση των εφαρμοστέων διατάξεων (περί δασμών αντιντάμπινγκ);"
'Οσον αφορά τα πραγματικά περιστατικά και τη διαδικασία σχετικά με τη διαφορά ενώπιον του παραπέμποντος δικαστηρίου, αρκεί να γίνει παραπομπή στην έκθεση για την επ' ακροατηρίου συζήτηση.
Τα ερωτήματα που υπέβαλε το παραπέμπον δικαστήριο εμφανίζουν μεγαλύτερη σπουδαιότητα απ' ό,τι θα μπορούσαμε να σκεφθούμε εκ πρώτης όψεως. 'Οπως η Brother ανέφερε στις γραπτές παρατηρήσεις της, οι εθνικές τελωνειακές αρχές του Ηνωμένου Βασιλείου, των Κάτω Χωρών και της Γαλλίας επέβαλαν, επί του παρόντος, την πληρωμή δασμού αντιντάμπινγκ επί των ηλεκτρονικών γραφομηχανών καταγωγής Ταϊβάν στις επιχειρήσεις του ομίλου Brother δυνάμει του κανονισμού (ΕΟΚ) 1698/85 του Συμβουλίου, της 19ης Ιουνίου 1985, για την επιβολή οριστικού δασμού αντιντάμπινγκ στις εισαγωγές ηλεκτρονικών γραφομηχανών καταγωγής Ιαπωνίας (1). Επομένως, η απάντηση στα υποβληθέντα ερωτήματα εμφανίζει ενδιαφέρον επίσης για τις εν λόγω αρχές και όχι μόνο για το Hauptzollamt Giessen.
Προκειμένου να γίνει ορθή εκτίμηση της παρεμβάσεως των εθνικών τελωνειακών αρχών ως προς τις εισαγωγές γραφομηχανών καταγωγής Ταϊβάν, πρέπει να ληφθούν υπόψη τα ακόλουθα στοιχεία. Τον Δεκέμβριο του 1985, η Επιτροπή ανακοίνωσε ότι κίνησε τη διαδικασία αντιντάμπινγκ σχετικά με τις εισαγωγές ηλεκτρονικών γραφομηχανών καταγωγής Ταϊβάν (2). Η εν λόγω διαδικασία αντιντάμπινγκ έκλεισε με την απόφαση της Επιτροπής της 23ης Μαΐου 1986 (3), για τον λόγο ότι τα εμπορεύματα δεν ήσαν καταγωγής Ταϊβάν. Κατά την Επιτροπή, το κόστος των πράξεων που συντελέστηκαν στην Ταϊβάν είχε αποδειχθεί πολύ χαμηλό ώστε να μπορούν να θεωρηθούν ως η τελευταία ουσιώδης μεταποίηση, απαιτούμενη κατά τον κανονισμό (ΕΟΚ) 802/68 του Συμβουλίου (4) προκειμένου να αποδοθεί στα συγκεκριμένα εμπορεύματα ο χαρακτηρισμός των "εμπορευμάτων καταγωγής Ταϊβάν". Η προσφυγή ακυρώσεως κατά της εν λόγω αποφάσεως της 23ης Μαΐου 1986 καθώς και του υπομνήματος της 5ης Ιουνίου 1986 της Γενικής Διευθύνσεως Ι (εξωτερικές σχέσεις), "σχετικά με τις εισαγωγές ηλεκτρονικών γραφομηχανών καταγωγής Ταϊβάν", που ασκήθηκε από την Brother Industries Ltd, την Taiwan Brother Ltd και την Brother International Europe Ltd, απορρίφθηκε ως απαράδεκτη με Διάταξη του Δικαστηρίου της 30ής Σεπτεμβρίου 1987, εκδοθείσα στην υπόθεση 229/86 (Συλλογή 1987, σ. 3757).
Στην πραγματικότητα, μέσω της διαδικασίας εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως, το πρόβλημα που είχε ανακύψει στο πλαίσιο της διαδικασίας αντιντάμπινγκ σχετικά με την Ταϊβάν έχει επί του παρόντος αχθεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Το ερώτημα του παραπέμποντος δικαστηρίου συνίσταται, πράγματι, στο εάν το Hauptzollamt Giessen έκρινε εσφαλμένα τις επίμαχες εισαχθείσες ηλεκτρονικές μηχανές ως προϊόντα καταγωγής Ιαπωνίας και, βάσει αυτού, ως υποκείμενες στον δασμό αντιντάμπινγκ που θέσπισε το Συμβούλιο, αντί να τις θεωρήσει ως προϊόντα καταγωγής Ταϊβάν. Επομένως, η παρούσα διαδικασία εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως αναφέρεται στην εφαρμογή των ιδίων κανόνων σε θέματα καταγωγής με αυτούς που εφαρμόζονται στη διαδικασία αντιντάμπινγκ σχετικά με την Ταϊβάν που τερματίστηκε από την Επιτροπή.
2. Οι κανόνες του κοινοτικού δικαίου περί καταγωγής απαντώνται στον κανονισμό (ΕΟΚ) 802/68.
Το άρθρο 1 του κανονισμού (ΕΟΚ) 802/68 ορίζει:
"Ο παρών κανονισμός ορίζει την έννοια της καταγωγής των εμπορευμάτων προς το σκοπό:
α) της ομοιόμορφης εφαρμογής του κοινού δασμολογίου, των ποσοτικών περιορισμών, καθώς και όλων των άλλων μέτρων που λαμβάνονται, για την εισαγωγή των εμπορευμάτων, από την Κοινότητα ή από τα κράτη μέλη
β) της ομοιόμορφης εφαρμογής όλων των μέτρων που λαμβάνονται, για την εξαγωγή των εμπορευμάτων, από την Κοινότητα ή από τα κράτη μέλη
γ) της συντάξεως και εκδόσεως των πιστοποιητικών καταγωγής."
Τα μέτρα αντιντάμπινγκ, στην εφαρμογή των οποίων αναφέρεται η διαφορά ενώπιον του παραπέμποντος δικαστηρίου, διέπονται εμφανώς από το στοιχείο α) του εν λόγω άρθρου. Εξάλλου, οι γενικοί κανόνες του κοινοτικού δικαίου σε θέματα δασμού αντιντάμπινγκ αναγνωρίζουν τη δυνατότητα εφαρμογής του κανονισμού (ΕΟΚ) 802/68 στα μέτρα αντιντάμπινγκ. Πρόκειται ιδίως για την περίπτωση του άρθρου 13, παράγραφος 7, του κανονισμού (ΕΟΚ) 2423/88 του Συμβουλίου, της 11ης Ιουλίου 1988, για την άμυνα κατά των εισαγωγών που αποτελούν αντικείμενο ντάμπινγκ ή επιδοτήσεων εκ μέρους χωρών μη μελών της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας (ΕΕ L 209 της 2.8.1988, σ. 1), το οποίο ορίζει:
"Ελλείψει ειδικών αντιθέτων διατάξεων που θεσπίζονται κατά την επιβολή δασμού αντιντάμπινγκ ή αντισταθμιστικού δασμού, οριστικού ή προσωρινού, εφαρμόζονται οι κανόνες περί κοινού ορισμού της έννοιας καταγωγής, καθώς και οι συναφείς κοινές διατάξεις εφαρμογής."
Ας εξετάσουμε τώρα το πεδίο εφαρμογής στο πλαίσιο του κανονισμού (ΕΟΚ) 802/68. Δυνάμει του άρθρου του 2, είναι δυνατή η παρέκκλιση από τον εν λόγω κανονισμό
"με συμφωνίες που συνεπάγονται παρέκκλιση από τη ρήτρα του μάλλον ευνοουμένου κράτους και ιδίως συμφωνίες περί συστάσεως τελωνειακής ενώσεως ή ζώνης ελευθέρων συναλλαγών".
Αυτό συνέβη, ιδίως, όσον αφορά τις συναλλαγές με τις χώρες της Ευρωπαϊκής Ζώνης Ελεύθερων Συναλλαγών, όσον αφορά τις συναλλαγές με τις αναπτυσσόμενες χώρες που απολαμβάνουν το ευεργέτημα ορισμένων δασμολογικών ποσοστώσεων και όσον αφορά τις συναλλαγές με ορισμένες άλλες χώρες. Ούτε η Ιαπωνία ούτε η Ταϊβάν ανήκουν σε μία από τις κατηγορίες αυτές και, επομένως, το κοινό δίκαιο του κανονισμού (ΕΟΚ) 802/68 εφαρμόζεται στις συναλλαγές με τις δύο αυτές χώρες.
Δυστυχώς, το ζήτημα της καταγωγής ανακύπτει σ' αυτό το πλαίσιο και όχι στο πλαίσιο μιας πραγματικής διαδικασίας στον τομέα των δασμών αντιντάμπινγκ, η οποία, εντούτοις, συνεπάγεται επιπλέον διαδικαστικές εγγυήσεις για τις ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις. Η σκέψη αυτή, παρ' όλον τον ακαδημαϊκό της χαρακτήρα, τονίζει, ακόμη μία φορά, τη σπουδαιότητα της παρούσας διαφοράς.
Το πρώτο ερώτημα
3. Το άρθρο 5 του κανονισμού (ΕΟΚ) 802/68, στο οποίο αναφέρεται το πρώτο υποβληθέν ερώτημα (βλέπε πιο πάνω, σημείο 1), ορίζει:
"Εμπόρευμα, στην παραγωγή του οποίου παρεμβάλλονται δύο ή περισσότερες χώρες, θεωρείται ως καταγόμενο από τη χώρα όπου έγινε η τελευταία ουσιώδης μεταποίηση ή κατεργασία οικονομικώς δικαιολογημένη που πραγματοποιήθηκε σε επιχείρηση εξοπλισμένη για τον σκοπό αυτό και που κατέληξε στην κατασκευή ενός νέου προϊόντος ή ενός προϊόντος αντιπροσωπεύοντος σημαντικό στάδιο παραγωγής."
Υποβάλλοντας το ερώτημα στο Δικαστήριο, το παραπέμπον δικαστήριο έκρινε ότι ήταν αποδεδειγμένο ότι οι πράξεις που συντελέστηκαν στην Ταϊβάν, οι οποίες συνίστανται στην εφαρμογή ορισμένων συστατικών, κατασκευασμένων στην Ιαπωνία (όπως οι αντιστάσεις, οι πυκνωτές και τα τρανζίστορ), επί των τυπωμένων κυκλωμάτων, επίσης κατασκευασθέντων στην Ιαπωνία και, εν συνεχεία, στη συναρμολόγηση γραφομηχανής με βάση τα εν λόγω τυπωμένα κυκλώματα και άλλα χωριστά εξαρτήματα κατασκευασθέντα στην Ιαπωνία, πρέπει να θεωρούνται ως συναρμολόγηση από την οποία προκύπτει ένα νέο προϊόν (5). Αυτό σημαίνει ότι το τελευταίο τμήμα της φράσεως του άρθρου 5 (("(μεταποίηση ή κατεργασία) που κατέληξε στην κατασκευή ενός νέου προϊόντος ή (πρόκειται για εναλλακτική δυνατότητα) αντιπροσωπεύοντος σημαντικό στάδιο παραγωγής")) δεν θίγεται. Επομένως, το πρώτο ερώτημα αναφέρεται στην πραγματικότητα αποκλειστικά στο πρώτο τμήμα της φράσεως του άρθρου 5 και ειδικότερα στην ερμηνεία των όρων της "τελευταίας ουσιώδους μεταποιήσεως ή κατεργασίας οικονομικώς δικαιολογημένης ... σε επιχείρηση εξοπλισμένη για το σκοπό αυτόν".
Το πρώτο ερώτημα που υποβλήθηκε στο Δικαστήριο ήταν στην πραγματικότητα ακόμη επακριβέστερα καθορισμένο: τόσο ο χαρακτήρας "οικονομικώς δικαιολογημένη" της συναρμολογήσεως όσο και το ερώτημα αν το εργοστάσιο της Brother στην Ταϊβάν ήταν "επιχείρηση εξοπλισμένη για το σκοπό αυτόν" μόλις που αναφέρθηκαν από τους διαδίκους στη διαφορά της κύριας δίκης. 'Οσον αφορά δε το δεύτερο τμήμα της φράσεως, αναφέρθηκε συντόμως στο πλαίσιο του δευτέρου ερωτήματος που υποβλήθηκε στο Δικαστήριο (βλέπε κατωτέρω, σημείο 16). Επομένως, το ερώτημα που υποβλήθηκε στο Δικαστήριο έγκειται, ειδικώς, στο εάν και, σε περίπτωση καταφατικής απαντήσεως, υπό ποίες προϋποθέσεις μία συναρμολόγηση μπορεί να συνιστά ουσιώδη κατεργασία ή μεταποίηση ώστε να μπορεί να καθορίζει την καταγωγή του προϊόντος.
4. Οι παρατηρήσεις που κατατέθηκαν από την Brother, την Επιτροπή, την ολλανδική και τη γαλλική κυβέρνηση παραπέμπουν σε μεγάλο βαθμό στη σχετική νομολογία και αντλούν επίσης επιχειρήματα από τους εφαρμοστέους κανονισμούς που θέσπισε η Επιτροπή ως προς ορισμένα προϊόντα, αλλά όχι ως προς το προϊόν που μας απασχολεί (6). Στις εν λόγω παρατηρήσεις, οι αποφάσεις που το Δικαστήριο έχει ήδη εκδώσει στον εν λόγω τομέα καταλαμβάνουν σημαντικό χώρο, οι δε αποφάσεις αυτές ερμηνεύονται εν πάση περιπτώσει κατά διαφόρους τρόπους. Σ' αυτές αναφέρονται διάφορες θεωρίες. Χωρίς να θέλουμε να υπερεκτιμήσουμε το ενδιαφέρον των εν λόγω θεωριών, επιθυμούμε εντούτοις να τις χαρακτηρίσουμε βραχέως ως εξής: 1) η θεωρία που εκθειάζει έναν έλεγχο τεχνικής ή τεχνολογικής φύσεως, βασιζόμενο στα χαρακτηριστικά του προϊόντος (βλέπε κατωτέρω σημεία 5 και επόμενα), 2) η θεωρία που εκθειάζει τον έλεγχο της προστιθεμένης αξίας ή, με μία ευρύτερη διατύπωση: έναν έλεγχο οικονομικού χαρακτήρα (βλέπε κατωτέρω, σημείο 6, και 3) μερικές άλλες θεωρίες, λιγότερο σημαντικές, μεταξύ των οποίων η μία χρησιμοποιεί ως κριτήριο την υπαγωγή σε άλλη διάκριση της κατατάξεως του κοινού δασμολογίου (βλέπε κατωτέρω, σημείο 5). Στη συνέχεια των προτάσεών μου, θα υπενθυμίσω, καταρχάς, τη νομολογία του Δικαστηρίου, εν συνεχεία θα αναφερθώ εν συντομία στα διαφορετικά συμπεράσματα που οι διάδικοι συνάγουν από αυτήν και, τέλος, θα διατυπώσω την δική μου εκτίμηση.
Νομολογία του Δικαστηρίου
5. Στην απόφαση του Δικαστηρίου της 26ης Ιανουαρίου 1977, που εξεδόθη στην υπόθεση 49/76, UEberseehandel (Rec. σ. 41, σκέψεις 5 έως 7 του σκεπτικού της αποφάσεως), το Δικαστήριο απάντησε στο ερώτημα που υπέβαλε το Verwaltungsgericht Hamburg, το οποίο ερωτούσε αν η ακατέργαστη τυρίνη, ληφθείσα σε τρίτη χώρα, η οποία έχει αλεσθεί εντός κράτους μέλους της Κοινότητας προκειμένου να καταστεί κατάλληλη προς χρήση, κατάγεται εξ αυτού του κράτους μέλους. Το Δικαστήριο έκρινε ως εξής:
"(σκέψη 5) ότι, υπό τις περιστάσεις αυτές, δεν θα αρκούσε να αναζητηθούν τα κριτήρια ορισμού της καταγωγής εμπορευμάτων στη δασμολογική κατάταξη των μεταποιημένων προϊόντων, διότι το κοινό δασμολόγιο έχει επινοηθεί εν συναρτήσει προς τις ίδιες απαιτήσεις και όχι εν συναρτήσει προς τον προσδιορισμό της καταγωγής των προϊόντων
ότι, αντιθέτως, προκειμένου να ικανοποιηθούν οι σκοποί και οι απαιτήσεις του κανονισμού (ΕΟΚ) 802/68, ο προσδιορισμός της καταγωγής των εμπορευμάτων πρέπει να βασίζεται σε μία πραγματική και αντικειμενική διάκριση μεταξύ του προϊόντος βάσεως και του μεταποιημένου προϊόντος, εξαρτώμενος κατ' ουσίαν από τις ειδικές ουσιαστικές ιδιότητες καθενός των εν λόγω προϊόντων
(σκέψη 6) ότι, για τον λόγο αυτό, η τελευταία μεταποίηση ή κατεργασία που αναφέρει το άρθρο 5 του κανονισμού είναι "ουσιώδης", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, μόνο αν το προϊόν που προκύπτει από αυτήν έχει τις δικές του ιδιότητες και δική του σύνθεση, τις οποίες δεν είχε πριν από την εν λόγω μεταποίηση ή κατεργασία
ότι, προβλέποντας το προαναφερθέν άρθρο 5 ότι η εν λόγω μεταποίηση ή κατεργασία πρέπει, για να προσδώσει ιδιαίτερη καταγωγή, να καταλήγει στην κατασκευή νέου προϊόντος ή να αντιπροσωπεύει σημαντική φάση κατασκευής, δείχνει στην πραγματικότητα ότι δραστηριότητες, αφορώσες την παρουσίαση του προϊόντος για τους σκοπούς της χρησιμοποιήσεώς του, οι οποίες όμως δεν επιφέρουν σημαντική ποιοτική τροποποίηση των ιδιοτήτων του, δεν μπορούν να προσδιορίζουν την καταγωγή του εν λόγω προϊόντος (σκέψη 7) ότι η άλεση σε διαφόρους βαθμούς λεπτύνσεως ενός προϊόντος βάσεως όπως η ακατέργαστη τυρίνη δεν μπορεί να θεωρηθεί ως μεταποίηση ή κατεργασία κατά την έννοια του άρθρου 5 του κανονισμού (ΕΟΚ) 802/68, εφόσον το μοναδικό της αποτέλεσμα έγκειται στη μεταβολή της συνοχής του εν λόγω προϊόντος και της παρουσιάσεώς του για τους σκοπούς της τελευταίας του χρήσεως, χωρίς όμως να επιφέρει σημαντική ποιοτική μεταβολή του βασικού προϊόντος
ότι, ο ποιοτικός έλεγχος διά διαιρέσεως, κατά τάξεις, στον οποίο υπόκειται το αλεσθέν προϊόν και η συσκευασία του ανταποκρίνονται μόνο στις απαιτήσεις της εμπορίας του προϊόντος και δεν επηρεάζουν τις ουσιαστικές του ιδιότητες".
Με την απόφαση αυτή, το Δικαστήριο σαφώς απέρριψε την άποψη, υποστηριζόμενη ενίοτε μέχρι τότε, ότι η υπαγωγή σε άλλη κλάση της δασμολογικής κατατάξεως του κοινού δασμολογίου μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως κριτήριο στο πλαίσιο του άρθρου 5. Η απόφαση χρησιμοποιεί, αντιθέτως, ένα κριτήριο τεχνικού χαρακτήρα, εκλαμβανόμενο υπό την έννοια κριτηρίου παραπέμποντος στα ειδικά χαρακτηριστικά του προϊόντος: για να είναι ουσιώδης, η κατεργασία ή η μεταποίηση πρέπει να καταλήγει σε ίδιες και ουσιαστικές ιδιότητες και σύνθεση που δεν υφίσταντο προηγουμένως η μεταβολή δεν πρέπει να επηρεάζει μόνο την εμφάνιση του προϊόντος.
6. Με την απόφαση της 31ης Ιανουαρίου 1979, εκδοθείσα στο πλαίσιο της υποθέσεως 114/78, Yoshida (Συλλογή 1979, σ. 115), το Δικαστήριο κήρυξε άκυρο τον κανονισμό εφαρμογής (ΕΟΚ) 2067/77 της Επιτροπής, της 20ής Σεπτεμβρίου 1977, περί προσδιορισμού της καταγωγής των φερμουάρ (JΟ L 242 της 21.9.1977, σ. 5). Ο εν λόγω κανονισμός δεν προσέδιδε στην κατασκευή των φερμουάρ εντός της Κοινότητας την ιδιότητα προσδιορισμού της καταγωγής εφόσον χρησιμοπούνταν συνδετήρες καταγωγής τρίτης χώρας. Το Δικαστήριο έκρινε ιδίως:
"(σκέψη 11) ότι από την εξέταση των ποικίλων αυτών εργασιών προκύπτει ότι η τελευταία ουσιώδης μεταποίηση ή κατεργασία πρέπει να εκληφθεί ως συνισταμένη από τις συνδυασμένες εργασίες γ), δ), ε) και ζ) (7) που οδηγούν στην κατασκευή ενός νέου και πρωτογενούς προϊόντος, το οποίο, αντιδιαστελλόμενο από καθένα των βασικών προϊόντων, αποτελεί στοιχείο συνδέσμου που μπορεί να αποχωριστεί επανειλημμένως και χρησιμοποιείται για να ενώνει αντικείμενα και, ειδικότερα, τεμάχια υφάσματος
ότι ο συνδετήρας αποτελεί απλώς ένα συγκεκριμένο στοιχείο αυτού του συνόλου, η τιμή του οποίου δεν μπορεί, εξάλλου, να ασκήσει αισθητή επίδραση στο τελικό κόστος του φερμουάρ και ο οποίος, μολονότι αποτελεί χαρακτηριστικό γνώρισμά του, δεν χρησιμεύει πάντως σε τίποτα, εκτός αν συνδυαστεί σε ένα αρμονικά συναρμολογημένο σύνολο
(σκέψη 12) δεδομένου ότι η Επιτροπή, φρονούσα ότι έπρεπε να ανατρέξει πέραν της τελευταίας μεταποιήσεως, μέχρι της διαδικασίας της κατασκευής του συνδετήρα και να καταστήσει τούτο δεσμευτικό όρο για τη χορήγηση πιστοποιητικού καταγωγής, στηρίχθηκε σε μία εργασία που είναι ξένη προς τους σκοπούς του κανονισμού (ΕΟΚ) 802/68, ο οποίος επιβάλλει μία πραγματική και αντικειμενική διάκριση μεταξύ βασικού προϊόντος και μεταποιημένου προϊόντος, που εξαρτάται κατ' ουσίαν από τις ειδικές ουσιώδεις ιδιότητες καθενός των προϊόντων αυτών
ότι η απαίτηση για κοινοτική καταγωγή σχεδόν όλων των συστατικών ενός προϊόντος, ακόμη και των μικρής αξίας που είναι άχρηστα, αυτά καθαυτά, εκτός αν ενσωματωθούν σε ένα σύνολο, θα ισοδυναμούσε με απόρριψη του πραγματικού σκοπού των κανόνων περί προσδιορισμού της καταγωγής
ότι η Επιτροπή υπερέβη, επομένως, με το γεγονός αυτό, την αρμοδιότητα που είχε δυνάμει της παραγράφου 3, του άρθρου 14, του εν λόγω κανονισμού".
Από την απόφαση αυτή μπορούν να συναχθούν δύο συμπεράσματα. Πρώτον, κηρύσσοντας άκυρο τον εν λόγω κανονισμό, το Δικαστήριο τάχθηκε κατά της απομονώσεως ενός ειδικού στοιχείου - εν προκειμένω, του συνδετήρα του φερμουάρ - ως του πλέον χαρακτηριστικού συστατικού που θα έπρεπε κατά πάσα περίπτωση να κατασκευαστεί εντός της Κοινότητας προκειμένου να προσδώσει την κοινοτική καταγωγή στο σύνολο - δηλαδή το φερμουάρ. Δεύτερον, στην απόφαση αυτή, όπως και στην προηγουμένη, αναφέρθηκε εκ νέου ένα κριτήριο τεχνικής φύσεως, αλλά τώρα - και αυτό αποτελεί σημαντικό στοιχείο ενόψει της εκτιμήσεως όσον αφορά την παρούσα υπόθεση - σε συνδυασμό με ένα κριτήριο κόστους και προστιθεμένης αξίας, που χρησιμοποιείται ως συμπληρωματικό κριτήριο.
Ο τεχνικής φύσεως έλεγχος συνίσταται στην εξέταση του αν τα ουσιαστικά χαρακτηριστικά του προϊόντος, μετά τη μεταποίηση ή κατεργασία, διαφοροποιούνται αντικειμενικώς από αυτά των προϊόντων βάσεως ή των συστατικών. Αυτό συμβαίνει, κατά το Δικαστήριο, όσον αφορά τα φερμουάρ, διότι ο συνδετήρας, ο οποίος είναι χρήσιμος μόνον ως στοιχείο ενός αρμονικού συνόλου, έχει επομένως, σε συνδυασμό με τα άλλα στοιχεία, νέες ουσιαστικές ιδιότητες και, ιδίως, μεγάλη χρησιμότητα. Ο συμπληρωματικός έλεγχος σχετικά με το κόστος και την προστιθεμένη αξία απαντάται στο τμήμα της φράσεως που αρχίζει με τους όρους "δεν μπορεί, εξάλλου" της σκέψεως 11, εδάφιο 2, και στο τμήμα της φράσεως που αρχίζει με τον όρο "ακόμη" της σκέψεως 12, εδάφιο 2, του σκεπτικού της αποφάσεως: το χαμηλό κόστος του συνδετήρα και η χαμηλή του αξία για τον χρήστη, συγκρινόμενα με το κόστος και την αξία του φερμουάρ, μπορούν να επιβεβαιώσουν τον μη προσδιοριστικό της καταγωγής χαρακτήρα του συνδετήρα.
7. Με την απόφαση της 23ης Μαρτίου 1983, εκδοθείσα στην απόφαση 162/82, Cousin (Συλλογή 1983, σ. 1101), στην οποία είχε ανακύψει το ερώτημα του κύρους ενός άλλου κανονισμού της Επιτροπής και στην οποία επίσης είχε τεθεί ένα ερώτημα σχετικά με το άρθρο 30 της Συνθήκης ΕΟΚ, το Δικαστήριο έκρινε ως εξής:
"(σκέψη 20) Η Επιτροπή δεν έχει παράσχει καμία επεξήγηση, σχετική με τα χαρακτηριστικά των εν λόγω προϊόντων και επεξεργασιών, για να δικαιολογήσει μια τέτοια διαφορετική μεταχείριση μεταξύ της εργασίας βαφής και των άλλων εργασιών φινιρίσματος που διενεργούνται επί υφασμάτων, αφενός, και επί βαμβακερών νημάτων, αφετέρου.
(σκέψη 21) Υπό τις συνθήκες αυτές φαίνεται αντιφατικό και σαν γεγονός που δημιουργεί δυσμενή διάκριση το ότι ο κανονισμός (ΕΟΚ) 749/78 προβλέπει κριτήρια σημαντικά αυστηρότερα για τον ορισμό της καταγωγής βαμβακερών νημάτων παρά για τον ορισμό της καταγωγής υφασμάτων. Αν και η Επιτροπή διαθέτει διακριτική ευχέρεια για την εφαρμογή των γενικών κριτηρίων του άρθρου 5 του κανονισμού (ΕΟΚ) 802/68 σε ειδικές επεξεργασίες και μεταποιήσεις, ωστόσο δεν μπορεί, ελλείψει αντικειμενικής αιτιολογίας, να υιοθετεί εντελώς διαφορετικές λύσεις για παρόμοιες επεξεργασίες και μεταποιήσεις".
Εδώ επίσης χρησιμοποιείται (αποκλειστικώς) ένα κριτήριο τεχνικής φύσεως.
8. Με την απόφαση της 23ης Φεβρουαρίου 1984, που εκδόθηκε στην υπόθεση 93/83, Zentrag (Συλλογή 1984, σ. 1095) - που αφορούσε έναν κανονισμό εφαρμοζόμενο στον τομέα του κρέατος - το Δικαστήριο αποφάνθηκε ως εξής:
"Το άρθρο 5 του κανονισμού (ΕΟΚ) 802/68 ... πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η αποστέωση, η απονεύρωση, η αφαίρεση του λίπους, ο τεμαχισμός και η συσκευασία εν κενώ κρέατος που προέρχεται από τεταρτημόρια βοοειδών δεν προσδίδει σ' αυτό την καταγωγή της χώρας στην οποία πραγματοποιούνται οι εν λόγω εργασίες."
Το Δικαστήριο στηρίχθηκε στις ακόλουθες σκέψεις:
"(σκέψη 13), πρέπει να υπομνηστεί σχετικά, όπως δέχτηκε το Δικαστήριο με την απόφαση ... (UEberseehandel) ..., ότι η τελευταία μεταποίηση ή κατεργασία στην οποία αναφέρεται το άρθρο 5 του κανονισμού (ΕΟΚ) 802/68 είναι "ουσιώδης", κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως, μόνον αν το προϊόν που προέρχεται από αυτήν εμφανίζει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και έχει ειδική υφή που δεν είχε πριν από την εν λόγω μεταποίηση ή κατεργασία. Εργασίες που επηρεάζουν την εμφάνιση ενός προϊόντος ενόψει της χρησιμοποιήσεώς του, χωρίς όμως να επιφέρουν σημαντική ποιοτική μεταβολή των χαρακτηριστικών του, δεν είναι ικανές να καθορίσουν την καταγωγή του εν λόγω προϊόντος.
(σκέψη 14) Εν προκειμένω, μπορεί να γίνει δεκτό ότι οι εν λόγω εργασίες διευκολύνουν τη διάθεση του κρέατος, καθιστώντας δυνατή την προσφορά στους καταναλωτές μέσω εμπορικών επιχειρήσεων που δεν διαθέτουν δικό τους κρεοπώλη. Αντίθετα, δεν επέρχεται καμία ουσιαστική μεταβολή των χαρακτηριστικών και της συστάσεως από τις εν λόγω εργασίες, οι οποίες έχουν ως κύριο αποτέλεσμα το χωρισμό των διαφόρων τμημάτων του σφαγείου ανάλογα με την ποιότητα και τα προϋπάρχοντα χαρακτηριστικά τους και τη μεταβολή της εμφανίσεώς τους προς το σκοπό της διαθέσεώς τους. Ορισμένη παράταση της διάρκειας διατηρήσεως και επιβράδυνση της διαδικασίας ωριμάνσεως του κρέατος δεν αποτελούν αρκετά χαρακτηριστική ποιοτική μεταβολή της ουσίας ώστε να πληρούνται οι ανωτέρω προϋποθέσεις. Τέλος, αν, σύμφωνα με τους υπολογισμούς που το Zentrag έθεσε υπόψη του Δικαστηρίου κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση, η αγοραία αξία ενός ολόκληρου τεταρτημορίου βοός που υποβάλλεται στις εν λόγω εργασίες αυξάνει κατά 22 %, το γεγονός αυτό δεν είναι ικανό, αυτό και μόνο, να δικαιολογήσει την άποψη ότι οι εργασίες αυτές κατέληξαν στην κατασκευή νέου προϊόντος ή έστω ότι αποτελούν σημαντικό στάδιο παραγωγής".
Στην απόφαση αυτή σημασία έχει ότι οι πράξεις από τις οποίες δεν απορρέει μία χαρακτηριστική ποιοτική μεταβολή των ιδιοτήτων και της συνθέσεως του κρέατος, διότι επιφέρουν μόνο μία κατανομή ανάλογα με την ποιότητα και μία μεταβολή της παρουσιάσεως, δεν συνιστούν την κατασκευή νέου προϊόντος, όπως επίσης δεν συνιστούν σημαντικό στάδιο της κατασκευής (εκ νέου εφαρμογή του τεχνικού κριτηρίου) (8). Μία αξιοσημείωτη αύξηση της αγοραίας αξίας, δηλαδή μία αξιοσημείωτη προστιθέμενη αξία - εν προκειμένω ύψους 22 % - δεν ήταν αρκετή "αυτή και μόνο", όπως το διατυπώνει το Δικαστήριο, για να προσδώσει εντούτοις, έναντι του τεχνικού κριτηρίου, ένα προσδιοριστικό της καταγωγής χαρακτήρα στην κατεργασία ή τη μεταποίηση, γεγονός από το οποίο προκύπτει ότι το κριτήριο της προστιθεμένης αξίας ελήφθη μεν υπόψη από το Δικαστήριο αλλά μόνον ως συμπληρωματικό κριτήριο.
Ερμηνεία δοθείσα από τους διαδίκους
9. Ποια γενικά πορίσματα μπορούν να συναχθούν από τη νομολογία αυτή; Πρωτίστως πρέπει να τονιστεί ότι οι τέσσερις προαναφερθείσες αποφάσεις αφορούν η κάθε μία ένα ειδικό ερώτημα, που διαφέρει από το ερώτημα που υποβλήθηκε εν προκειμένω, σχετικά με τη συναρμολόγηση μηχανών. Κατόπιν αυτού, επιβάλλεται σύνεση ως προς την παράθεση του διατακτικού μεμονωμένων αποφάσεων, δεδομένου ότι, στον τομέα αυτό, τα ειδικά πραγματικά περιστατικά επηρεάζουν σημαντικά την εφαρμογή των κανόνων δικαίου.
Κατά την Brother, από τη νομολογία του Δικαστηρίου προκύπτει ότι πρόκειται για την πραγματοποίηση αντικειμενικής συγκρίσεως, τεχνικού χαρακτήρα, μεταξύ του προϊόντος (ή των προϊόντων) πριν από τη μεταποίηση και του προϊόντος (ή των προϊόντων) μετά τη μεταποίηση. Προς σύγκριση: στην υπόθεση 49/76, παρόλον ότι το προϊόν τυρίνη αλέσθηκε σε διαφορετικά μεγέθη, αποτελούσε ήδη τυρίνη πριν ακόμη από την εν λόγω άλεση. Στην υπόθεση 93/83, την άλλη υπόθεση κατά την οποία οι σχετικές πράξεις δεν επέφεραν τροποποίηση της καταγωγής, επρόκειτο για τεταρτημόρια βοός που είχαν πωληθεί σε μπιφτέκια και ανάλογα τεμάχια συσκευασμένα ατομικά, έτοιμα για την κατανάλωση. Κατά την Brother, εν προκειμένω επρόκειτο για περίπτωση σαφώς διαφορετική: τα βασικά στοιχεία μεταβλήθηκαν σε προϊόν που έχει χαρακτηριστικά χρήσεως που δεν έχουν τα εν λόγω στοιχεία. Ο αριθμός των σταδίων και το κόστος που συνεπάγεται η διαδικασία παρασκευής που διακρίνει τις δύο καταστάσεις παίζουν κατά την Brother δευτερεύοντα ρόλο ο όρος "ουσιώδης" δεν σημαίνει, επομένως, τόσο την προϋπόθεση της διάρκειας, εντάσεως ή του βαθμού δυσχέρειας της επεξεργασίας ή της μεταποιήσεως, υπό τον όρο πάντως ότι η κατάσταση που εμφανίζεται πριν από τη συντέλεση της πράξεως διαφέρει "ουσιωδώς" από την κατάσταση που εμφανίζεται μετά από αυτήν. 'Εχει την έννοια αυτό ότι κριτήρια μάλλον οικονομικού χαρακτήρα, όπως η επένδυση κεφαλαίων, δεν μπορούν να παράσχουν καμία ένδειξη; Η Brother δεν προτίθεται να φθάσει μέχρι του σημείου αυτού, όπως έχει ήδη δειχθεί κατά τη διάρκεια της προφορικής διαδικασίας.
Η Επιτροπή δίνει έμφαση στην τελευταία προαναφερθείσα απόφαση και ειδικότερα στα "ειδικά χαρακτηριστικά" του προϊόντος που η εν λόγω απόφαση αναφέρει, υποστηρίζοντας εν προκειμένω ότι μία συναρμολόγηση ουδέποτε προσθέτει, και ασφαλώς όχι στην παρούσα περίπτωση, νέες ειδικές ιδιότητες σ' ένα προϊόν. Σημαίνει αυτό ότι ένα σύνολο δεν είναι ποτέ κάτι περισσότερο από τα στοιχεία από τα οποία αποτελείται; Αυτός ο ισχυρισμός δύσκολα μπορεί να διατηρηθεί υπό το φως της αποφάσεως του Δικαστηρίου της 31ης Ιανουαρίου 1979 (βλέπε πιο πάνω, σημείο 6). 'Ενα άλλο ενδεχόμενο, το οποίο απέκλεισε η ίδια απόφαση, είναι το να υποστηριχθεί ότι το πλέον χαρακτηριστικό μέρος προσδιορίζει την καταγωγή ενός προϊόντος. Η άποψη αυτή, που απορρίφθηκε ως προς τον συνδετήρα του φερμουάρ, είναι αντίθετη προς το άρθρο 5, που καθιστά προσδιοριστική της καταγωγής όχι την επεξεργασία ή τη μεταποίηση "την πλέον ουσιώδη", αλλά την "τελευταία ουσιώδη μεταποίηση ή κατεργασία". Η Επιτροπή παρατηρεί, κατόπιν αυτού, την ακόλουθη γενική κατεύθυνση στη νομολογία του Δικαστηρίου: για να είναι "ουσιώδης" μία συναρμολόγηση, πρέπει να ανταποκρίνεται σε δύο κριτήρια, δηλαδή, αφενός, στην παρασχεθείσα εργασία και στις δαπάνες σε υλικό και, αφετέρου, στην προστιθεμένη αξία. Στην πράξη, τα δύο αυτά κριτήρια συμπίπτουν σε μεγάλο βαθμό (9). Και τα δύο μαζί αποτελούν αυτό που μπορεί να χαρακτηριστεί οικονομικό κριτήριο.
10. Προτού αναφερθώ στη δική μου εκτίμηση επιθυμώ να αναφέρω ότι τόσο η Brother όσο και η Επιτροπή ορθώς απορρίπτουν την προϋπόθεση του αυτοτελούς διανοητικού χαρακτήρα της πράξεως της συναρμολογήσεως η προϋπόθεση αυτή τονίστηκε με έμφαση από το παραπέμπον δικαστήριο, το οποίο - κατά τον μη αμφισβητηθέντα ισχυρισμό της Brother - βασιζόταν στη γερμανική ρύθμιση που εφαρμοζόταν πριν από τον κοινοτικό κανονισμό (10). Η παρεμβολή της προϋποθέσεως της εντάσεως ή της διανοητικής δημιουργικότητας, αναγκαίας ώστε να καταστεί μία πράξη συναρμολογήσεως προσδιοριστική της καταγωγής, δεν βρίσκει έρεισμα ούτε στο κείμενο του άρθρου 5 ούτε στη νομολογία του Δικαστηρίου και θα κατέληγε να εκφράζει μία προτίμηση, αδικαιολόγητη οικονομικώς, υπέρ ορισμένων μεθόδων παραγωγής, βιοτεχνικού χαρακτήρα. Εξάλλου, πρόκειται για κριτήριο που πολύ δύσκολα μπορεί να χρησιμοποιηθεί, δεδομένου ότι δεν είναι εύκολο να εκτιμηθεί η ύπαρξη ή η ανυπαρξία εντάσεως ή διανοητικής δημιουργικότητας.
Απλές ή ουσιώδεις συναρμολογήσεις
11. 'Οπως έχω ήδη αναφέρει (βλέπε πιο πάνω, σημείο 3), με το ερώτημα που έθεσε το παραπέμπον δικαστήριο ερωτάται εντέλει αν και υπό ποίες προϋποθέσεις μία συναρμολόγηση αποτελεί ουσιώδη μεταποίηση ή κατεργασία ώστε (προκειμένου, στην παρούσα περίπτωση, για την τελευταία κατεργασία ή μεταποίηση και για μία κατεργασία ή μεταποίηση οικονομικώς δικαιολογημένη) να είναι καθοριστική της καταγωγής κατά την έννοια του άρθρου 5 του κανονισμού (ΕΟΚ) 802/68.
Ορισμένα στοιχεία απαντήσεως μπορούν να ανευρεθούν στη διεθνή σύμβαση για την απλοποίηση και εναρμόνιση των τελωνειακών καθεστώτων, η οποία έτυχε επεξεργασίας υπό την επίβλεψη του συμβουλίου τελωνειακής συνεργασίας η σύμβαση του Kyoto της 18ης Μαΐου 1973 (11) περιέχει το παράρτημα D 1 σχετικά με τους κανόνες καταγωγής, το οποίο έγινε δεκτό από την Κοινότητα (12) με μερικές επιφυλάξεις - οι οποίες δεν αφορούν την παρούσα υπόθεση. 'Οταν στην κατασκευή ενός εμπορεύματος εμπλέκονται δύο ή περισσότερες χώρες, η καταγωγή του εν λόγω εμπορεύματος καθορίζεται σύμφωνα με το κριτήριο της "ουσιώδους μεταποιήσεως" (κανόνας 3). Ως προς το θέμα αυτό, ο κανόνας 6, ο οποίος έχει γίνει δεκτός από την Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα, ορίζει:
"Δεν πρέπει να θεωρούνται ως ουσιώδης μεταποίηση ή κατεργασία, οι εργασίες, οι οποίες δεν συμβάλλουν σε τίποτε ή οι οποίες συμβάλλουν πολύ λίγο στο να προσδώσουν στα εμπορεύματα τα ουσιώδη χαρακτηριστικά τους ή τις ουσιώδεις ιδιότητές τους και ιδιαίτερα οι εργασίες, που συνίστανται αποκλειστικά από ένα ή περισσότερα των κατωτέρω στοιχείων:
α) εργασίες αναγκαίες για την εξασφάλιση της συντηρήσεως των εμπορευμάτων κατά τη διάρκεια της μεταφοράς ή της αποθηκεύσεώς των
β) εργασίες προοριζόμενες να βελτιώσουν την εμφάνιση ή την εμπορική ποιότητα των προϊόντων ή για να γίνει η διευθέτηση ώστε να καταστούν κατάλληλα για τη μεταφορά, όπως είναι ο διαχωρισμός ή η συγκέντρωση δεμάτων, η απλή συνένωση μερών ειδών και η κατάταξη των εμπορευμάτων, η αλλαγή συσκευασίας
γ) απλές εργασίες συναθροίσεως (συναρμολογήσεως)
δ) ανάμειξη εμπορευμάτων διαφόρου καταγωγής, εφόσον όμως τα χαρακτηριστικά του παραχθέντος προϊόντος δεν είναι ουσιωδώς διαφορετικά από τα χαρακτηριστικά των εμπορευμάτων, που έχουν αναμειχθεί."
Παρόλον ότι, ως διεθνής σύμβαση, το παράρτημα D 1 φαίνεται μάλλον να αναφέρεται σε περιορισμένο τομέα (13), μου φαίνεται εντούτοις χρήσιμο για τη στήριξη της απαντήσεως που πρέπει να δοθεί.
Από την εν λόγω διεθνή σύμβαση προκύπτει σαφώς ότι οι απλές πράξεις συναρμολογήσεως δεν μπορούν να θεωρηθούν ως ουσιώδεις και, επομένως, ως καθοριστικές της καταγωγής, δυνάμει του κανονισμού (ΕΟΚ) 802/68, διότι "δεν συμβάλλουν σε τίποτε ή ... συμβάλλουν πολύ λίγο στο να προσδώσουν στα εμπορεύματα τα ουσιώδη χαρακτηριστικά τους ή τις ουσιώδεις ιδιότητές τους". Θεωρώ ότι η αναφορά στα ουσιώδη χαρακτηριστικά των εμπορευμάτων παραπέμπει σε ένα κριτήριο τεχνικού χαρακτήρα, ενώ η μικρή συμβολή παραπέμπει σε κριτήριο οικονομικού χαρακτήρα (βλέπε πιο κάτω).
12. Πρέπει ακόμη να καθοριστεί ποιες είναι οι συναρμολογήσεις που δεν αποτελούν απλές συναρμολογήσεις αλλά ουσιώδεις πράξεις. Για να δοθεί απάντηση στο ερώτημα αυτό, πρέπει να ληφθεί υπόψη η ορολογία του άρθρου 5 του κανονισμού (ΕΟΚ) 802/68, στις διάφορες αποδόσεις του. Η μεταποίηση ή κατεργασία, η οποία, στην εν λόγω διάταξη, χαρακτηρίζεται ως "ingrijpende" στα ολλανδικά, στα γαλλικά χαρακτηρίζεται ως "substantielle", στα γερμανικά ως "wesentliche", στα ιταλικά "sostanziale" και στα αγγλικά "substantial".
Μου φαίνεται ότι ο όρος "ουσιώδης" συνεπάγεται δύο συμπληρωματικές σημασίες, επιτρέποντας επομένως να συναχθεί η ύπαρξη, στο άρθρο 5, δύο συμπληρωματικών κριτηρίων.
Πρώτον, ο όρος "ουσιώδης" έχει τεχνική έννοια την οποία το Δικαστήριο, μέχρι τώρα, έχει γενικώς αποδεχθεί. Λαμβανόμενη υπόψη υπό την έννοια αυτή, η κατεργασία ή μεταποίηση είναι ουσιώδης οσάκις συνεπάγεται τροποποίηση της ουσίας, δηλαδή των ειδικών ιδιοτήτων ή της ειδικής συνθέσεως του προϊόντος που έχει τύχει κατεργασίας ή μεταποιήσεως. Το προϊόν το οποίο, μετά την τελευταία κατεργασία ή μεταποίηση, στην τελική του κατάσταση, εμφανίζεται ως ένα αντικείμενο έτοιμο προς χρησιμοποίηση διαφέρει ουσιωδώς από το προϊόν ή τα συστατικά του στοιχεία που, τα οποία πριν από την εν λόγω κατεργασία ή μεταποίηση, δεν ήσαν έτοιμα προς χρησιμοποίηση. Η τελευταία αυτή εργασία, δεδομένης της καταστάσεως του προϊόντος το οποίο στο εξής είναι τελειωμένο και έτοιμο προς χρησιμοποίηση, υπήρξε επομένως ουσιώδης: μετέβαλε το προϊόν ουσιωδώς. Στην περίπτωση, την οποία απαντάμε εν προκειμένω, ενός καταναλωτικού αγαθού, ο όρος "έτοιμο προς χρησιμοποίηση" σημαίνει: έτοιμο για να χρησιμοποιηθεί χωρίς παρέμβαση "επαγγελματικού" χαρακτήρα, δηλαδή χωρίς άλλη παρέμβαση πλην αυτής που ένας συνήθης χρήστης μπορεί να πραγματοποιήσει με τη βοήθεια ενός απλού εργαλείου. Στην προκειμένη περίπτωση, το παραπέμπον δικαστήριο μπορούσε, κατά τη γνώμη μου, εύκολα να συναγάγει το συμπέρασμα ότι η συναρμολόγηση, για την οποία πρόκειται, δημιούργησε τις ουσιώδεις ιδιότητες όσον αφορά τη χρησιμοποίηση της γραφομηχανής και ότι για τον λόγο αυτό ήταν ουσιώδης βάσει του τεχνικού κριτηρίου.
Από τα προεκτεθέντα προκύπτει ότι το εν λόγω "τεχνικό" κριτήριο δεν πρέπει κατ' ανάγκη να εκληφθεί υπό την έννοια ενός κριτηρίου φυσικού ή χημικού χαρακτήρα που αναφέρεται σε ιδιάζουσα μεταβολή των κατεργασμένων ή μεταποιημένων προϊόντων: πρόκειται μάλλον για τα χαρακτηριστικά και τις ιδιότητες, όσον αφορά τη χρησιμοποίηση, που ο αγοραστής, καταναλωτής στην περίπτωση ενός καταναλωτικού αγαθού, έχει υπόψη του κατά την αγορά του έτοιμου προς χρησιμοποίηση προϊόντος και τα οποία, από την άποψη του συνήθους χρήστη, δεν υπήρχαν ακόμη στο προϊόν που δεν έχει τύχει κατεργασίας ή στα συστατικά στοιχεία ή που τουλάχιστον αυτός δεν θα μπορούσε εύκολα να λάβει βάσει αυτών. 'Ετσι, για παράδειγμα, δεν είναι δυνατόν να χαρακτηριστεί ως ουσιώδης από τεχνική άποψη η συναρμολόγηση μιας βιβλιοθήκης της οποίας τα στοιχεία πρέπει απλώς να συναρμολογηθούν - του είδους των βιβλιοθηκών που, εξάλλου, συχνά πωλούνται υπό τη μορφή τεμαχίων προς συναρμολόγηση στους καταναλωτές που διαθέτουν οι ίδιοι ελάχιστα αναγκαία προς τον σκοπό αυτό εργαλεία - διότι, για τον καταναλωτή, τα χαρακτηριστικά του τελικού προϊόντος, όσον αφορά τη χρησιμοποίησή του, υπάρχουν ήδη στο σύνολο "έτοιμο προς συναρμολόγηση", υπό μορφή που του είναι πολύ προσιτή.
Μπορούμε να αρκεστούμε στο τεχνικό αυτό κριτήριο; Νομίζω πως όχι. Συμπληρωματικώς ως προς το τεχνικό κριτήριο, το Δικαστήριο δέχθηκε πάντα, οσάκις αυτό απέβαινε αναγκαίο, ένα οικονομικό κριτήριο ως επικουρικό κριτήριο (14). Ο ολλανδικός όρος "ingrijpend" (ουσιώδης) και, κυρίως, ο ισοδύναμος όρος "substantieel" συνεπάγονται επίσης, πράγματι, τη σημασία που δεν είναι τεχνικού χαρακτήρα και είναι γενικότερα οικονομικού χαρακτήρα, του "σημαντικού" ή του "χρηματικώς αξιολόγου". Κατά τη γνώμη μου, το οικονομικό κριτήριο πρέπει, επομένως, να ληφθεί υπόψη όχι ως το κυρίως κριτήριο, το μοναδικό κριτήριο ή ακόμη απλώς το πρώτο κριτήριο, αλλά ως συμπλήρωμα και, εν ανάγκη, ως διόρθωση του κριτηρίου που ανωτέρω χαρακτηρίστηκε ως τεχνικό κριτήριο. 'Οπως ήδη ανέφερα προηγουμένως (βλέπε ανωτέρω, σκέψη 9 και υποσημείωση), πρέπει επομένως το οικονομικό κριτήριο να γίνει αντιληπτό τόσο υπό τη σημασία του διατυπούμενη σε όρους κόστους, όσο και υπό τη σημασία του, διατυπούμενη σε όρους της αγοράς, της "προστιθεμένης αξίας". Λαμβανόμενες υπόψη και οι δύο μαζί, επισημαίνουν τη σημασία της "δεσμεύσεως των παραγόντων παραγωγής".
13. Συγκεκριμένα, η συνδυασμένη εφαρμογή ενός κυρίου τεχνικού κριτηρίου και ενός επικουρικού οικονομικού κριτηρίου έχει ως αποτέλεσμα την ακόλουθη αντιμετώπιση: η από τεχνική άποψη ουσιώδης κατεργασία ή μεταποίηση, όπως διευκρινίστηκε ανωτέρω, η οποία προσθέτει μικρό μόνο ποσοστό αξίας και/ή συνεπάγεται μόνο σχετικώς χαμηλά έξοδα, δεν συνιστά βεβαίως κύρια ή ουσιώδη κατεργασία ή μεταποίηση κατά την έννοια του άρθρου 5. Αν, κατά την κρίση του παραπέμποντος δικαστηρίου, οι προκείμενοι ισχυρισμοί της Επιτροπής, κατά τους οποίους οι πράξεις συναρμολογήσεως στην Ταϊβάν συμβάλλουν στην προστιθεμένη αξία του προϊόντος με ποσοστό πολύ κατώτερο του 10 % (15), αποδειχθούν δικαιολογημένοι, θα πρέπει, κατά τη γνώμη μου, να συναχθεί κατ' ανάγκη ότι αυτές οι πράξεις συναρμολογήσεως δεν είναι "ουσιώδεις", ακόμη και αν η εμφάνιση ενός προϊόντος το οποίο, από τεχνική άποψη, είναι καινούργιο και έτοιμο προς χρησιμοποίηση, προκύπτει από την πράξη συναρμολογήσεως.
Ως προς το σημείο αυτό θα ήθελα να υπογραμμίσω ότι, κατά τη γνώμη μου, το παραπέμπον δικαστήριο δεν μπορεί να καταλήξει στο συμπέρασμα αυτό στηριζόμενο στον διανοητικό - ας πούμε - χαρακτήρα των εργασιών που εκτελούνται στην Ταϊβάν, δεδομένου ότι το παραπέμπον δικαστήριο δεν έχει, εξάλλου, ούτε καν εξετάσει αν η παραγωγή στην Ιαπωνία των τυπωμένων κυκλωμάτων που μεταφέρθηκαν στην Ταϊβάν συνοψιζόταν επίσης σε μία μαζική παραγωγή συγκρινόμενη με αυτοματοποιημένη παραγωγή ελάχιστα διανοητική. Αντιθέτως, το γεγονός ότι η διαδικασία παραγωγής στην Ταϊβάν, ως στοιχείο της σφαιρικής διαδικασίας κατασκευής ηλεκτρονικών γραφομηχανών, αντιπροσωπεύει ένα ελάχιστα σημαντικό μέρος του συνολικού κόστους και/ή της προστιθεμένης αξίας, παρουσιάζει ασφαλώς ενδιαφέρον ενόψει αυτού του συμπεράσματος. Το γεγονός ότι οι επενδύσεις σε προσωπικό και κεφάλαιο που πραγματοποιήθηκαν στην Ιαπωνία, στο πλαίσιο της συλλήψεως και της κατασκευής τυπωμένων κυκλωμάτων και των εξαρτημάτων που πρέπει να προσαρμοστούν στα εν λόγω κυκλώματα, έχουν μία, από πολλές απόψεις, σημαντικότερη έκταση από αυτή των επενδύσεων σε προσωπικό και κεφάλαιο που πραγματοποιήθηκαν στην Ταϊβάν στο πλαίσιο της συναρμολογήσεως, επί των κυκλωμάτων αυτών, ορισμένων εξαρτημάτων και των γραφομηχανών στο σύνολό τους, μπορεί επομένως, κατά τη γνώμη μου, πράγματι να υπερισχύσει ενόψει της τελικής αποφάσεως που πρέπει να ληφθεί.
14. Το κριτήριο που αναπτύχθηκε πιο πάνω μου φαίνεται ότι είναι το μόνο ρεαλιστικό, ενόψει της μεγάλης ποικιλίας προϊόντων ως προς τα οποία πρέπει να ληφθεί υπόψη το άρθρο 5 του κανονισμού (ΕΟΚ) 802/68.
Το κριτήριο αυτό είναι επίσης σύμφωνο με το κείμενο του προαναφερθέντος άρθρου, καθόσον αυτό αναφέρει την "τελευταία" ουσιώδη κατεργασία ή μεταποίηση και όχι "την πλέον" ουσιώδη κατεργασία ή μεταποίηση σε πολλές πραγματικές καταστάσεις, διαφορετικές από αυτή που εμφανίζεται εν προκειμένω, είναι δυνατό τρεις ή τέσσερις διαδοχικές πράξεις, συντελούμενες σε τρεις ή τέσσερις διαφορετικές χώρες, να έχουν, η κάθε μία με τη σειρά της, μία μη αμελητέα οικονομική συμβολή. Αλλά μόνο η τελευταία - η οποία, εξεταζόμενη από μία οικονομική οπτική γωνία, δεν πρέπει κατ' ανάγκη να είναι η πλέον σημαντική από τις τρεις ή τέσσερις αυτές πράξεις - είναι αυτή που καθορίζει την καταγωγή. Το σημείο αυτό όχι μόνο συμφωνεί με το κείμενο του άρθρου 5 αλλά και το Δικαστήριο, κατ' επανάληψη, το έχει ήδη έμμεσα επιβεβαιώσει (16).
Αν επιδιώκεται, σε παρόμοιες καταστάσεις, να καθοριστεί αν η τελευταία κατεργασία ή μεταποίηση είναι ουσιώδης, πρέπει επομένως, κατά τη γνώμη μου, κατ' ανάγκην να γίνει επικουρικώς επίκληση ενός οικονομικού κριτηρίου, διότι αυτό καθιστά δυνατό να μετρηθούν με τα ίδια σταθμά οι διαδοχικές φάσεις παραγωγής.
Απάντηση στο πρώτο ερώτημα
15. Ενόψει των προεκτεθέντων, προτείνω να δοθεί στο παραπέμπον δικαστήριο η ακόλουθη απάντηση:
"Η απλή συναρμολόγηση προκατασκευασμένων και εισαχθέντων μεμονωμένων εξαρτημάτων που καταλήγει στη δημιουργία ενός νέου προϊόντος, θεωρούμενη ως η τελευταία ουσιώδης μεταποίηση ή κατεργασία, δεν μπορεί να καθορίζει την καταγωγή κατά την έννοια του άρθρου 5 του κανονισμού (ΕΟΚ) 802/68 του Συμβουλίου, της 27ης Ιουνίου 1968, περί του κοινού ορισμού της εννοίας της καταγωγής των εμπορευμάτων (ΕΕ ειδ. εκδ. 02/001, σ. 20), οσάκις η συναρμολόγηση αυτή αντιπροσωπεύει ένα σχετικώς ασήμαντο τμήμα του κόστους παραγωγής ή της προστιθεμένης αξίας του νέου προϊόντος."
Το δεύτερο ερώτημα
16. Το άρθρο 6 του κανονισμού (ΕΟΚ) 802/68, στο οποίο αναφέρεται το δεύτερο ερώτημα (βλέπε ανωτέρω, σημείο 1), ορίζει:
"η μεταποίηση ή η κατεργασία, για την οποία διαπιστώνεται ή για την οποία τα διαπιστωμένα γεγονότα δικαιολογούν την εικασία ότι είχε ως μοναδικό σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων που εφαρμόζονται, εντός της Κοινότητος ή εντός των κρατών μελών, επί των εμπορευμάτων ορισμένων χωρών, δεν δύναται σε καμία περίπτωση να θεωρηθεί ότι προσδίδει, κατά την έννοια του άρθρου 5, την καταγωγή της χώρας στην οποία πραγματοποιήθηκε η μεταποίηση ή κατεργασία αυτή στα εμπορεύματα που παρήχθησαν κατ' αυτόν τον τρόπο."
Μόνο η Brother, η γαλλική κυβέρνηση και το παραπέμπον δικαστήριο αφιέρωσαν μερικές σκέψεις στο άρθρο 6. Η γαλλική κυβέρνηση προσκόμισε στατιστικές που δείχνουν ότι η συναρμολόγηση των ηλεκτρονικών γραφομηχανών στην Ταϊβάν αυξάνει και μειώνεται σύμφωνα με μία καμπύλη που στηρίζει την υπόθεση ότι αυτή ήταν η αντίδραση στις αποφάσεις των κοινοτικών θεσμικών οργάνων. Πάντως, παρόμοιες στατιστικές δεν μπορούν να αποδείξουν ότι έχει εκπληρωθεί ο όρος του άρθρου 6, δηλαδή "(ότι οι μεταποιήσεις ή κατεργασίες) έχουν ως μοναδικό σκοπό την καταστρατήγηση (των εφαρμοστέων διατάξεων)" ασφαλώς δεν μπορούσε να είναι έτσι, δεδομένης της σημασίας που δικαίως δόθηκε στην αρχή της καταστάσεως του δικαίου στην απόφαση περί παραπομπής καθώς και στις παρατηρήσεις της Brother. Στο πλαίσιο της ελεύθερης και ανεπτυγμένης οικονομίας της αγοράς, που χαρακτηρίζεται από την κατανομή της εργασίας σε προχωρημένο βαθμό, η τήρηση των αποφάσεων των επιχειρηματιών που οφείλονται σε λόγους διαχειρίσεως των επιχειρήσεων πρέπει να είναι ο κανόνας. Η τήρηση αυτή θα εξέλιπε αν οι δημόσιες αρχές είχαν τη δυνατότητα να εξαφανίζουν - επικαλούμενες την αρχή περί καταστρατηγήσεως - κάθε απόφαση, η οποία, εν μέρει, μπορεί να ερμηνευθεί ως αντίδραση στα μέτρα των δημοσίων αρχών. Με δεδομένο το πλαίσιο αυτό, οι στατιστικές που αποκαλύπτουν τη μετατόπιση των εμπορικών συναλλαγών ως αντίδραση στην απόφαση των δημοσίων αρχών ή η αναφορά στο γεγονός ότι το εργοστάσιο της Ταϊβάν είχε χρησιμοποιηθεί προηγουμένως για την κατασκευή ραπτομηχανών δεν μπορούν να θεωρηθούν ως απόδειξη του ότι οι νομικές διατάξεις έχουν καταστρατηγηθεί. Εξάλλου, πρέπει να αποδειχθεί ότι η μετατόπιση στην Ταϊβάν μέρους της παραγωγής δεν είχε καμία άλλη εύλογη αιτία οικονομικού χαρακτήρα εκτός της καταστρατηγήσεως των μέτρων των δημοσίων αρχών.
17. Συνεπώς, προτείνω να δοθεί στο παραπέμπον δικαστήριο η ακόλουθη απάντηση:
"Στην περίπτωση κατά την οποία η απλή συναρμολόγηση προκατασκευασμένων μεμονωμένων εξαρτημάτων επενεργεί προσδιοριστικώς ως προς τη χώρα καταγωγής κατά την έννοια του άρθρου 5 του κανονισμού (ΕΟΚ) 802/68, το άρθρο 6 του κανονισμού (ΕΟΚ) 802/68 δεν μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι η μεταβολή της κατευθύνσεως των εξαγωγών, με την εκμετάλλευση ήδη υπαρχουσών εγκαταστάσεων παραγωγής, δικαιολογεί αφ' εαυτής την εικασία ότι η μεταβολή κατευθύνσεως αποσκοπεί στην καταστρατήγηση των κανονιστικών διατάξεων (εν προκειμένω, των διατάξεων στον τομέα των δασμών αντιντάμπινγκ)."
(*) Γλώσσα του πρωτοτύπου: η ολλανδική.
(1) ΕΕ L 163 της 22.6.1985, σ. 1.
(2) ΕΕ C 338 της 31.12.1985, σ. 7.
(3) ΕΕ L 140 της 27.5.1986, σ. 52.
(4) ΕΕ ειδ. έκδ. 02/001, σ. 20.
(5) 'Εχει αποδειχθεί ότι η πρώτη ενέργεια, δηλαδή η εφαρμογή αντιστάσεων και άλλων συστατικών επί τυπωμένων κυκλωμάτων, πραγματοποιήθηκε στην Ταϊβάν μόνο για τρία μοντέλα της εν λόγω ηλεκτρονικής γραφομηχανής. 'Οσον αφορά τα άλλα μοντέλα, η ενέργεια αυτή επίσης πραγματοποιήθηκε στην Ιαπωνία.
(6) Δεδομένου ότι, όπως θα φανεί εν συνεχεία, η λύση του νομικού ζητήματος που ετέθη εν προκειμένω απορρέει από την νομολογία του Δικαστηρίου σχετικά με το άρθρο 5, δεν είναι αναγκαίο να αναφερθούν επιπλέον οι εν λόγω εφαρμοστέοι κανονισμοί.
(7) Βλέπε σκέψη 10: γ) τοποθέτηση των μεταλλικών εγκοπών ή των νάυλον σπιράλ στις κορδέλες (ταινίες) και εν συνεχεία ένωση των κορδελών δ) τοποθέτηση στο άνω και στο κάτω μέρος του φερμουάρ ε) τοποθέτηση των συνδετήρων και ενδεχομένως χρωματισμός τους ζ) στέγνωμα και καθαρισμός των φερμουάρ, εν συνεχεία δε κόψιμο αυτών ώστε να καταστούν ξεχωριστά φερμουάρ.
(8) Στην περίπτωση αυτή, επομένως, το εν λόγω κριτήριο χρησιμοποιείται προκειμένου να καθοριστεί αν οι εξετασθείσες εργασίες είχαν ως αποτέλεσμα την κατασκευή ενός νέου προϊόντος ή αν αποτελούν σημαντικό στάδιο της κατασκευής και συνιστούν για το λόγο αυτό ουσιώδη κατεργασία. Από αυτό θα μπορούσε να φανεί ότι η ερμηνεία των διαφόρων τμημάτων των φράσεων του άρθρου 5 συγχέεται και πραγματοποιείται σε μεγάλο βαθμό σύμφωνα με τα ίδια κριτήρια. Πάντως, στην προκειμένη περίπτωση δεν συμβαίνει αυτό (βλέπε ανωτέρω, σημείο 3), διότι το παραπέμπον δικαστήριο - δικαίως - εκκινεί από την υπόθεση κατά την οποία από τη συναρμολόγηση των τεμαχίων δημιουργήθηκε, στην παρούσα περίπτωση, ένα νέο προϊόν και, κατόπιν αυτού, συγκέντρωσε την προσοχή του, όσον αφορά τα ερωτήματά του, στον ουσιώδη χαρακτήρα της εν λόγω συναρμολογήσεως.
(9) Το κριτήριο της "παρασχεθείσας εργασίας και των δαπανών σε υλικό" αποτελεί προσέγγιση λογιστικού χαρακτήρα, υπό την έννοια του κόστους. Η "προστιθεμένη αξία", δηλαδή η αξία που προστίθεται λόγω των παραγόντων παραγωγής της επιχειρήσεως, παραπέμπει στη διαφορά μεταξύ της τιμής πωλήσεως του τελικού προϊόντος και της τιμής αγοράς των πρώτων υλών, της ενεργείας και, ενδεχομένως, του ενοικίου κλπ. Θεωρητικά, το τελευταίο αυτό κριτήριο διαφέρει από το πρώτο ως προς δύο σημεία: εκτός από την αμοιβή της εργασίας περιλαμβάνει επίσης την πρόσοδο του κεφαλαίου και της ακίνητης ιδιοκτησίας, δύο παράγοντες παραγωγής που λείπουν κατά τον υπολογισμό του ποσού της "παρασχεθείσας εργασίας και των δαπανών σε υλικό", βασίζεται δε στην τιμή της αγοράς που έχει διαμορφωθεί μέσα από την προσφορά και τη ζήτηση. Στην πράξη, οι διαφορές αυτές έχουν μικρή σημασία: η πρώτη διαφορά είναι ασθενής και μπορεί να προβλεφθεί (μπορεί δε να αντικατασταθεί από ένα κατ' αποκοπή ποσό), ασφαλώς σε σχέση με τη σχετική σημασία των εν λόγω παραγόντων παραγωγής ως τμήμα του συνολικού κόστους ή της προστιθεμένης αξίας του τελικού προϊόντος σε πολλές περιπτώσεις - και ασφαλώς στην προκειμένη περίπτωση - η δεύτερη διαφορά είναι καθαρά θεωρητική, διότι δεν υφίσταται μία επαρκώς εκτεταμένη και διαφανής αγορά για τα διάφορα ξεχωριστά στοιχεία (Brother) για ηλεκτρονικές γραφομηχανές. Ελλείψει αυτής της αγοράς, κατ' ανάγκη επανερχόμαστε στην προσέγγιση του κόστους.
(10) Βλέπε π.χ. Bail/Schaedel/Hutter, Kommentar Zollrecht (Σχόλιο στο τελωνειακό δίκαιο), F ΙV, παρατήρηση 8, σχετικά με το άρθρο 5 του κανονισμού 802/68.
(11) Απόφαση 75/199/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 18ης Μαρτίου 1975, περί συνάψεως της διεθνούς συμβάσεως για την απλούστευση και εναρμόνιση των τελωνειακών καθεστώτων και αποδοχής του παραρτήματός της σχετικά με τις τελωνειακές αποθήκες των προς διαμετακόμιση εμπορευμάτων (JΟ L 100 της 21.4.1975, σ. 1), περιέχουσα σε παράρτημα το κείμενο της Συνθήκης.
(12) Απόφαση 77/415/ΕΟΚ του Συμβουλίου, της 3ης Ιουνίου 1977, περί αποδοχής, εξ ονόματος της Κοινότητας, διαφόρων παραρτημάτων της διεθνούς συμβάσεως για την απλούστευση και εναρμόνιση των τελωνειακών καθεστώτων (ΕΕ ειδ. έκδ. 02/004, σ. 7).
(13) Βλέπε την τελευταία παράγραφο της εισαγωγής: "Το παρόν παράρτημα ρυθμίζει μόνο τις τελωνειακές απόψεις των κανόνων καταγωγής. Τούτο δεν προβλέπει, ιδιαίτερα, τα μέτρα που λαμβάνονται για την προστασία της βιομηχανικής ή της εμπορικής ιδιοκτησίας ή για τη διασφάλιση της τηρήσεως των ενδείξεων καταγωγής και των λοιπών εμπορικών περιγραφών που ισχύουν."
(14) Βλέπε ήδη τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Warner που προηγήθηκαν της αποφάσεως της 26ης Ιανουαρίου 1977, αναφερθείσας ανωτέρω στο σημείο 5, σ. 61, δεύτερη στήλη βλέπε εν συνεχεία τις σκέψεις 11 και 12 της αποφάσεως της 31ης Ιανουαρίου 1979, η οποία αναφέρθηκε ανωτέρω στο σημείο 6 και - όσον αφορά την απόρριψη της απόψεως κατά την οποία το οικονομικό κριτήριο είναι το κυρίως κριτήριο - την τελευταία φράση της σκέψεως 14, της αποφάσεως της 23ης Φεβρουαρίου 1984, που αναφέρθηκε ανωτέρω στο σημείο 8.
(15) Επομένως, είναι κατά πολύ κατώτερο του 22 % για το οποίο πρόκειται στην απόφαση του Δικαστηρίου της 23ης Φεβρουαρίου 1984, που αναφέρθηκε ανωτέρω στο σημείο 8, σκέψη 14 της αποφάσεως.
(16) Βλέπε απόφαση της 31ης Ιανουαρίου 1979, που αναφέρθηκε πιο πάνω στο σημείο 6, τις δύο τελευταίες φράσεις της σκέψεως 12 της αποφάσεως και τις προτάσεις του γενικού εισαγγελέα Sir Gordon Slynn που προηγήθηκαν της αποφάσεως της 23ης Μαρτίου 1983, που αναφέρθηκε πιο πάνω στο σημείο 7, σσ. 1128 και 1129.
Top