Μεταφραστική Υπηρεσία Υπουργείου Εξωτερικών, Αθήνα
SERVICE DES TRADUCTIONS DU MINISTERE DES AFFAIRES ETRANGERES DE LA REPUBLIQUE HELLENIQUE, ATHENES
HELLENIC REPUBLIC, MINISTRY OF FOREIGN AFFAIRS, TRANSLATION SERVICE, ATHENS
ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ
ΕΥΡΩΠΑΪΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ
ΠΡΩΤΟ ΤΜΗΜΑ
ΥΠΟΘΕΣΗ KOLONJA ΚΑΤΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ
(Προσφυγή αριθ. 49441/12)
ΑΠΟΦΑΣΗ
ΣΤΡΑΣΒΟΥΡΓΟ
19 Μαΐου 2016
Η απόφαση αυτή θα καταστεί τελεσίδικη σύμφωνα με τους όρους που προβλέπονται από το άρθρο 44 § 2. Μπορεί να υποστεί μικροαλλαγές ως προς την μορφή.
Στην υπόθεση Kolonja κατά Ελλάδας.
Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (πρώτο τμήμα), συνεδριάζοντας σε τμήμα, η σύνθεση του οποίου έχει ως εξής:
Mirjana Lazarova Trajkovska, πρόεδρος,
Ledi Bianku,
Kristina Pardalos,
Λίνος-Αλέξανδρος Σισιλιάνος,
Robert Spano,
Armen Harutyunyan,
Pauliine Koskelo, δικαστές,
και Abel Campos, γραμματέας τμήματος,
Αφού διασκέφθηκε σε δικαστικό συμβούλιο στις 26 Απριλίου 2016,
Εκδίδει την ακόλουθη απόφαση, η οποία ελήφθη την πιο πάνω ημερομηνία:
ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ Η υπόθεση έχει εισαχθεί με μία προσφυγή (αριθ. 49441/12) στρεφόμενη κατά της Ελληνικής Δημοκρατίας, με την οποία ένας αλβανός υπήκοος, ο κ. Stefan Kolonja («ο προσφεύγων»), προσέφυγε ενώπιον του Δικαστηρίου στις 4 Αυγούστου 2012 δυνάμει του άρθρου 34 της Σύμβασης για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών («η Σύμβαση»). Ο προσφεύγων εκπροσωπήθηκε από τον κύριο Β. Χειρδάρη και κυρία Ε. Σαλαμούρα, δικηγόρους Αθηνών. Η ελληνική κυβέρνηση («η Κυβέρνηση») εκπροσωπήθηκε από τις εντεταλμένες του αντιπροσώπου της, κυρία Α. Δημητρακοπούλου, πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, και κυρία Κ. Καραβασίλη, δικαστική αντιπρόσωπο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους. Η αλβανική κυβέρνηση δεν έκανε χρήση του δικαιώματός της να παρέμβει στην διαδικασία (άρθρο 36 § 2 της Σύμβασης). Ο προσφεύγων επικαλείται μία παραβίαση του δικαιώματός του για σεβασμό της οικογενειακής ζωής εξαιτίας της ισόβιας απαγόρευσης που του επιβλήθηκε στο να επιστρέψει στην ελληνική επικράτεια. Στις 16 Μαρτίου 2015, η προσφυγή κοινοποιήθηκε στην Κυβέρνηση.
ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΑ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΠΕΡΙΣΤΑΤΙΚΑ
Ι. ΟΙ ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ Ο προσφεύγων γεννήθηκε το 1968 και κατοικεί σήμερα στην Αλβανία. Ο προσφεύγων γεννήθηκε στην Αλβανία από γονείς ομογενείς αλβανικής υπηκοότητας. Διέμενε στην νήσο Κέρκυρα από το 1989 όπου ασκούσε το επάγγελμα του οικοδόμου. Στις 13 Απριλίου 1994, παντρεύτηκε μία γυναίκα από το χωριό του της Κέρκυρας, αλβανίδα επίσης ομογενή, και απέκτησε δύο τέκνα: ένα κορίτσι, το οποίο γεννήθηκε στις 10 Δεκεμβρίου 1994, και ένα αγόρι, το οποίο γεννήθηκε στις 30 Απριλίου 2009. Η σύζυγός του και τα παιδιά του έχουν την ελληνική ιθαγένεια και τους χορηγήθηκαν δελτία ταυτότητας ελλήνων υπηκόων, ενώ στους τρεις αδελφούς του είχε χορηγηθεί η ειδική κάρτα ομογενούς αλλοδαπού. Πράγματι, οι ομογενείς αλβανοί υπήκοοι απολαμβάνουν στην Ελλάδα ενός ειδικού καθεστώτος που περιλαμβάνει το δικαίωμα της απόκτησης ειδικών δελτίων ταυτότητας. Η σύζυγος του προσφεύγοντος και δύο από τους αδελφούς του διαθέτουν μία οικοδομική επιχείρηση. Με την απόφαση αριθ. 24/1999 της 12 Οκτωβρίου 1999, το πενταμελές εφετείο Κέρκυρας, δικάζον ως πρωτοβάθμιο δικαστήριο, καταδίκασε τον προσφεύγοντα σε ποινή κάθειρξης επτά ετών και χρηματική ποινή τριών εκατομμυρίων δραχμών για αγορά ναρκωτικών. Το εφετείο διέταξε επίσης την οριστική απαγόρευσή του από την ελληνική επικράτεια αφού αυτός θα είχε εκτίσει την ποινή του στην βάση του άρθρου 17 § 2 του νόμου 1729/1987. Το εφετείο υπογράμμισε ότι η καταγωγή του προσφεύγοντος, ακόμη και αν δεχθούμε ότι είναι ελληνική, δεν επαρκούσε για να αποφύγει αυτός την απέλαση. Στις 2 Δεκεμβρίου 1999, το δικαστικό συμβούλιο του πλημμελειοδικείου Κέρκυρας αποφάσισε την υφ’όρων απόλυση του προσφεύγοντος, εκτιμώντας ότι στην περίπτωσή του οι νόμιμες προϋποθέσεις για την πρόωρη απόλυση πληρούνταν. Στην απόφασή του με αριθμό 225/1999, το δικαστικό συμβούλιο υπογράμμιζε ότι η συμπεριφορά του κατά την διάρκεια του εγκλεισμού του ήταν καλή, ότι δεν του είχε επιβληθεί πειθαρχική ποινή, ότι ήταν εργατικός και φαινόταν να μετανοεί για την πράξη του. Σημείωνε επίσης ότι η απέλασή του και συνεπώς ο χωρισμός από την οικογένειά του, θα προκαλούσε σε αυτόν καθώς και στην σύζυγο και στην κόρη του πολύ σοβαρά ψυχολογικά και οικονομικά προβλήματα. Το 2004, ο προσφεύγων στάλθηκε παρά ταύτα στην Αλβανία σε εκτέλεση της πιο πάνω απόφασης αριθ. 24/1999. Από την δικογραφία δεν προκύπτει αν υπήρξε εξέλιξη στην διαδικασία μεταξύ του 1999 και του 2004.Στις 22 Απριλίου 2005, ο υπουργός Δικαιοσύνης απέρριψε μία αίτηση του προσφεύγοντος δυνάμει του άρθρου 99 § 3 του ποινικού κώδικα να γίνει και πάλι δεκτός στην Ελλάδα λόγω της οικογενειακής κατάστασής του. Ο υπουργός αιτιολόγησε την απόφασή του με το επιχείρημα ότι οι επικαλούμενοι από τον προσφεύγοντα οικογενειακοί λόγοι δεν επαρκούσαν για να προκριθούν έναντι των λόγων οι οποίοι αιτιολόγησαν την απέλασή του, λαμβάνοντας υπόψη ιδιαίτερα την φύση και την σοβαρότητα των αδικημάτων για τα οποία αυτός είχε καταδικαστεί.Στις 18 Ιουνίου 2007, ο προσφεύγων εισήλθε λαθραία στην Ελλάδα.Στις 22 Νοεμβρίου 2010, ο υπουργός Δικαιοσύνης απέρριψε μία νέα αίτηση του προσφεύγοντος διατυπωθείσα στην βάση του άρθρου 99 § 3 του ποινικού κώδικα για τους ίδιους λόγους με εκείνους που είχαν αναφερθεί στην απόφαση της 22 Απριλίου 2005 (πιο πάνω παράγραφος 10).Στις 18 Απριλίου 2011, ο προσφεύγων κατέθεσε ενώπιον του εισαγγελέως πλημμελειοδικών της Κέρκυρας αντιρρήσεις κατά του ισόβιου χαρακτήρα της απέλασής του, η οποία είχε διαταχθεί από την απόφαση αριθ. 24/1999. Στις 20 Απριλίου 2011, το πλημμελειοδικείο Κερκύρας απέρριψε τις αντιρρήσεις. Δέχθηκε ότι, καθώς η απέλαση είχε ήδη εκτελεστεί σε βάρος του προσφεύγοντος, αυτή παρέμενε σε ισχύ, δεν είχε υποκύψει σε παραγραφή και μπορούσε να εκτελεστεί εκ νέου δυνάμει της ίδιας απόφασης. Σημείωσε εξάλλου ότι ο προσφεύγων δεν είχε αποκτήσει την ελληνική ιθαγένεια και ότι η ελληνική καταγωγή του δεν αρκούσε αφ’εαυτής προκειμένου να αποτρέψει την απέλασή του. Τέλος, σημείωσε ότι ο προσφεύγων δεν τελούσε εν αναμονή της απόκτησης της ελληνικής ιθαγένειας, αφού δεν προέκυπτε από την δικογραφία ότι είχε καταθέσει αίτηση πολιτογράφησης ενώπιον των αρμοδίων αρχών.Στις 17 Μαΐου 2011, ο προσφεύγων άσκησε αίτηση αναίρεσης κατά της απόφασης αυτής. Στηριζόταν, μεταξύ άλλων, στο άρθρο 8 της Σύμβασης και επικαλέστηκε την σταθερότητα των οικογενειακών και των κοινωνικών σχέσεών του στην Ελλάδα και τα προβλήματα που θα αντιμετώπιζε η οικογένειά του, αν απαγορευόταν τελεσίδικα σε αυτόν η είσοδος στην ελληνική επικράτεια.Στις 5 Οκτωβρίου 2011, ο προσφεύγων συνελήφθη και τέθηκε υπό κράτηση ενόψει της απέλασής του στην Αλβανία.Στις 6 Οκτωβρίου 2011, ο προσφεύγων κατέθεσε αντιρρήσεις κατά της απόφασης θέσης του υπό κράτηση ενώπιο ν του προέδρου του διοικητικού πρωτοδικείου Κέρκυρας.Επίσης, στις 6 Οκτωβρίου 2011, ο διευθυντής της Αστυνομικής Διεύθυνσης Κέρκυρας διέταξε την επιστροφή του προσφεύγοντος στην Αλβανία. Κατά της απόφασης αυτής, ο προσφεύγων κατέθεσε μία ιεραρχική προσφυγή ενώπιον του γενικού αστυνομικού διευθυντή των Ιονίων Νήσων, την οποία ο τελευταίος απέρριψε στις 12 Οκτωβρίου 2011.Στις 7 Οκτωβρίου 2011, ο πρόεδρος του διοικητικού πρωτοδικείου Κέρκυρας δέχθηκε τις αντιρρήσεις του προσφεύγοντος και διέταξε την απόλυσή του (απόφαση αριθ. 14/2011). Διαπίστωσε ότι σε ολόκληρη την διάρκεια της παραμονής του στην Ελλάδα αφού εξέτισε την ποινή του, ο προσφεύγων δεν επέδειξε ποινικά αξιολογήσιμη συμπεριφορά ή αντικοινωνικότητα ικανή να θέσει σε κίνδυνο την δημόσια τάξη. Σημείωσε επίσης ότι η οικογένεια του προσφεύγοντος διέμενε κατά τρόπο σταθερό και μόνιμο σε μία οικία της οποίας αυτή ήταν ιδιοκτήτρια, ότι αυτός δεν ήταν επικίνδυνος για την δημόσια τάξη, ότι δεν ήταν ύποπτος φυγής και ότι, αν αφηνόταν ελεύθερος, θα ήταν εύκολο να βρεθεί και πάλι.Στις 21 Οκτωβρίου 2011, ο προσφεύγων κατέθεσε ενώπιον του διοικητικού πρωτοδικείου Κέρκυρας μία αίτηση ακύρωσης κατά της από 12 Οκτωβρίου 2011 απόφασης του γενικού αστυνομικού διευθυντή των Ιονίων Νήσων, με την οποία είχε διαταχθεί η απέλαση, καθώς και μία αίτηση αναστολής της εκτέλεσης του μέτρου αυτού.Με την απόφασή του αριθ. 26/2012 της 24 Φεβρουαρίου 2012, το διοικητικό πρωτοδικείο Κέρκυρας (δικάζοντας σε δικαστικό συμβούλιο) δέχθηκε την αίτηση αναστολής της απέλασης του προσφεύγοντος. Έκρινε ότι η απέλαση του προσφεύγοντος θα του προκαλούσε δυσχερώς επανορθώσιμη βλάβη, η οποία συνίσταται στην καταστροφή των οικογενειακών σχέσεων τις οποίες είχε μέχρι τότε διαμορφώσει στην Ελλάδα. Προς τούτο, αναφέρθηκε στα γεγονότα ότι η σύζυγός του και ένα από τα τέκνα του είχαν αποκτήσει την ελληνική ιθαγένεια, ότι αυτός κατοικούσε σε μία κατοικία οι ιδιοκτήτες της οποίας ήταν η σύζυγός του και οι δύο αδελφοί του και ότι οι γονείς και οι αδελφοί του διέμεναν νομίμως στην Ελλάδα και ήταν εφοδιασμένοι με ειδική κάρτα διαμονής αλβανού υπηκόου ελληνικής καταγωγής. Το δικαστήριο εκτίμησε, επίσης, ότι το επίδικο μέτρο δεν δικαιολογούνταν από επιτακτικούς λόγους δημοσίου συμφέροντος.Στις 22 Μαΐου 2012, ο Άρειος Πάγος απέρριψε την από 17 Μαΐου 2011 αίτηση αναίρεσης του προσφεύγοντος (απόφαση αριθ. 902/2012). Έκρινε ότι η προσβληθείσα απόφαση ήταν επαρκώς αιτιολογημένη. Όσον αφορά τον λόγο τον ελκόμενο από το άρθρο 8, σημείωσε ότι, αν και το άρθρο αυτό προστάτευε το δικαίωμα του σεβασμού της οικογενειακής ζωής του, δεν απέκλειε την δυνατότητα του Κράτους, μέσα στο πλαίσιο της ποινικής λειτουργίας του, να επιβάλλει κυρώσεις και μέτρα ασφαλείας ακόμη και αν αυτά είχαν συνέπειες στην οικογενειακή ζωή του καταδικασθέντος.Την 1η Αυγούστου 2012, ο προσφεύγων συνελήφθη εκ νέου ενόψει της απέλασής του.Στις 3 Αυγούστου 2012, ο γενικός αστυνομικός διευθυντής των Ιονίων Νήσων διέταξε την επιστροφή του προσφεύγοντος στην Αλβανία.Με την από 28 Μαΐου 2013 απόφασή του (αριθ. 142/2013), το διοικητικό πρωτοδικείο Κέρκυρας απέρριψε ως απαράδεκτη την αίτηση ακύρωσης την οποία ο προσφεύγων είχε καταθέσει στις 21 Οκτωβρίου 2011. Το δικαστήριο σημείωσε ότι ο προσφεύγων δεν είχε τηρήσει την προβλεπόμενη προθεσμία των είκοσι ημερών για την αποστολή ενός πληρεξουσίου για την εκπροσώπησή του από τον δικηγόρο του ενώπιον του δικαστηρίου αυτού. Πράγματι, το πληρεξούσιο έφθασε στο δικαστήριο τρεις ημέρες μετά την λήξη της προθεσμίας.Στις 15 Ιουλίου 2013, ο προσφεύγων προσέφυγε ενώπιον του δικαστικού συμβουλίου του πλημμελειοδικείου Κερκύρας ζητώντας να του επιτραπεί να επιστρέψει στην Ελλάδα και, εναλλακτικά, να του οριστεί ένα διάστημα απαγόρευσης επιστροφής.Στις 4 Δεκεμβρίου 2013, το δικαστικό συμβούλιο απέρριψε την αίτηση. Έκρινε ότι η παραμονή του προσφεύγοντος στην Ελλάδα ήταν ασύμβατη με τις συνθήκες κοινωνικής συμβίωσης μέσα στην χώρα αυτή, λαμβανομένης υπόψη της σοβαρότητας των αδικημάτων που είχε διαπράξει, του γεγονότος ότι αυτός είχε επιστρέψει λαθραία παρά την ισόβια απαγόρευση και ότι ήταν επικίνδυνος για την δημόσια τάξη. Όσον αφορά την οικογενειακή κατάσταση του προσφεύγοντος, σημείωσε ότι δεν επαρκούσε η δικαιολογία των πράξεών του, πολύ περισσότερο αφού αυτές είχαν διαπραχθεί σε χρόνο κατά τον οποίο αυτός είχε ήδη δημιουργήσει οικογένεια και είχε αδιαφορήσει για τις συνέπειες που οι πράξεις αυτές θα είχαν για την οικογένειά του.
ΙΙ. ΤΟ ΕΦΑΡΜΟΣΤΕΟ ΕΘΝΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ ΚΑΙ Η ΠΡΑΚΤΙΚΗΤα εφαρμοστέα άρθρα του ποινικού κώδικα ορίζουν:
Άρθρο 74
« 1. Με την επιφύλαξη των σχετικών διατάξεων που περιλαμβάνονται σε διεθνείς συμβάσεις που έχουν κυρωθεί από τη χώρα, το δικαστήριο μπορεί να διατάξει την απέλαση αλλοδαπού που καταδικάσθηκε σε κάθειρξη, εάν κρίνει ότι η παραμονή του αλλοδαπού στη χώρα δεν συμβιβάζεται προς τους όρους της κοινωνικής συμβίωσης, λαμβάνοντας υπόψη ιδίως το είδος του εγκλήματος για το οποίο καταδικάστηκε, το βαθμό της υπαιτιότητας του αλλοδαπού, τις ειδικές συνθήκες τέλεσης της πράξης, τις συνέπειες αυτής, το χρόνο παραμονής του αλλοδαπού στο ελληνικό έδαφος, τη νομιμότητα ή μη της παραμονής του, την εν γένει συμπεριφορά, τον επαγγελματικό προσανατολισμό, την ύπαρξη οικογένειας και γενικότερα το βαθμό ένταξης αυτού στην ελληνική κοινωνία. (...) Η απέλαση εκτελείται αμέσως μετά την έκτιση της ποινής ή την απόλυση από τις φυλακές. (...)
(...)
3. Το δικαστήριο που αποφασίζει την απέλαση του αλλοδαπού δράστη επιβάλλει σε αυτόν απαγόρευση επανεισόδου του στη χώρα, για χρονικό διάστημα δέκα (10) ετών ή επ` αόριστον. Το συμβούλιο πλημμελειοδικών του τόπου του δικαστηρίου που επέβαλε την απέλαση, μετά από γνώμη της αρμόδιας αστυνομικής αρχής, μπορεί να επιτρέψει την επιστροφή του αλλοδαπού στη χώρα ύστερα από αίτηση του, αφού περάσει μια τριετία από την εκτέλεση της απέλασης (...). Ο χρονικός περιορισμός του προηγούμενου εδαφίου δεν ισχύει σε περίπτωση αλλοδαπού ο οποίος έχει τελέσει γάμο με Έλληνα υπήκοο, για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί ο γάμος, καθώς και σε περίπτωση παλιννοστούντος ελληνικής καταγωγής».
Άρθρο 99 § 3
«Ο απελαθείς αλλοδαπός, του οποίου έχει ανασταλεί η ποινή κατά τα ανωτέρω, μπορεί να επιστρέφει στη χώρα με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης αφού περάσει πενταετία από την απέλαση και για ορισμένο χρονικό διάστημα, το οποίο δύναται να παρατείνεται"." Ο Υπουργός Δικαιοσύνης δεν δεσμεύεται από το χρονικό περιορισμό του προηγούμενου εδαφίου σε περίπτωση αλλοδαπού ο οποίος έχει τελέσει γάμο με Έλληνα υπήκοο, για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί ο γάμος, καθώς και σε περίπτωση παλιννοστούντος ελληνικής καταγωγής».
Το άρθρο 17 του νόμου 1729/1987 για την καταπολέμηση των ναρκωτικών, όπως αυτό ίσχυε κατά τον χρόνο των γεγονότων, προέβλεπε:
«1. Σε κάθε περίπτωση καταδίκης σε ποινή κάθειρξης για παράβαση του νόμου αυτού, το δικαστήριο, αν κρίνει ότι η διαμονή του καταδικασμένου σε ορισμένους τόπους θα είναι βλαπτική, είτε για τον ίδιο είτε και για το κοινωνικό περιβάλλον, μπορεί να διατάξει την απαγόρευση της διαμονής του στους τόπους αυτούς για χρονικό διάστημα ενός μέχρι πέντε ετών.
2. Για αλλοδαπούς ενήλικους ή ανήλικους που καταδικάζονται για παράβαση του νόμου αυτού, το δικαστήριο διατάσσει την ισόβια απέλασή τους από τη χώρα, εκτός εάν συντρέχουν σπουδαίοι λόγοι, ιδίως οικογενειακοί, που δικαιολογούν την παραμονή στην χώρα (...)».
Με την απόφασή του αριθ. 73/2013, ο Άρειος Πάγος έκρινε ότι, σε περίπτωση καταδίκης αλλοδαπού, υπηκόου χώρας μη μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το δικαστήριο που τον καταδίκασε οφείλει να διατάξει την ισόβια απέλασή του από την χώρα, εκτός αν υπάρχουν σημαντικοί λόγοι, ιδίως οικογενειακοί, που δικαιολογούν να συνεχίσει αυτός να διαμένει μέσα στη χώρα. Στην υπόθεση εκείνη, ο Άρειος Πάγος αναίρεσε την απόφαση του κατωτέρου δικαστηρίου το οποίο είχε διατάξει την απέλαση του αλλοδαπού, για τον λόγο ότι δεν είχε αιτιολογηθεί επαρκώς η απόρριψη των ισχυρισμών του αλλοδαπού σύμφωνα με τους οποίους συνέτρεχαν στο πρόσωπό του σημαντικοί λόγοι δικαιολογούντες την παραμονή του στην επικράτεια.Ωσαύτως, με την απόφαση με αριθμό 1550/2009, ο Άρειος Πάγος είχε αναιρέσει μία απόφαση, λόγω έλλειψης αιτιολογίας, διότι δεν διευκρίνιζε αν η ισόβια απέλαση του ενδιαφερομένου είχε διαταχθεί σύμφωνα με το άρθρο 74 του ποινικού κώδικα ή με τα σχετικά άρθρα του κώδικα των νόμων περί ναρκωτικών.
ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΟΝ ΝΟΜΟ
Ι. ΕΠΙ ΤΗΣ ΕΠΙΚΑΛΟΥΜΕΝΗΣ ΠΑΡΑΒΙΑΣΗΣ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 8 ΤΗΣ ΣΥΜΒΑΣΗΣΟ προσφεύγων παραπονείται ότι η υποχρέωσή του να εγκαταλείψει οριστικά την ελληνική επικράτεια, δυνάμει της απόφασης αριθ. 24/1999 του εφετείου Κέρκυρας, και η ισόβια απαγόρευση επανεισόδου του έθιξε κατά τρόπο δυσανάλογο το δικαίωμά του για σεβασμό της οικογενειακής ζωής. Επικαλείται την παραβίαση του άρθρου 8 της Σύμβασης, το οποίο έχει ως εξής:
«1. Παν πρόσωπον δικαιούται εις τον σεβασμόν της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής του, της κατοικίας του και της αλληλογραφίας του.
2. Δεν επιτρέπεται να υπάρξη επέμβασις δημοσίας αρχής εν τη ασκήσει του δικαιώματος τούτου, εκτός εάν η επέμβασις αύτη προβλέπεται υπό του νόμου και αποτελεί μέτρον το οποίον, εις μίαν δημοκρατικήν κοινωνίαν, είναι αναγκαίον δια την εθνικήν ασφάλειαν, την δημοσίαν ασφάλειαν, την οικονομικήν ευημερίαν της χώρας, την προάσπισιν της τάξεως και την πρόληψιν ποινικών παραβάσεων, την προστασίαν της υγείας ή της ηθικής, ή την προστασίαν των δικαιωμάτων και ελευθεριών άλλων.»
Α. Επί του παραδεκτ
